Iατροί και ιάτραινες που αγίασαν.

   

Tου ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΥ
Καθηγητή Χειρουργικής Παν/μίου Ζυρίχης


Στο πέρασμα των 20 αιώνων από τη γέννηση του Χριστού υπήρξαν αναρίθμητοι μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και πολυάριθμοι διακεκριμένοι επιστήμονες. Έτσι, δεν εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ανάμεσά τους υπάρχουν πολλοί «κατ΄ επιστήμην ιατροί», που προσφέροντας την εμπειρία και τις γνώσεις τους πίστευαν ολόψυχα στο Θεό και ομολογούσαν την πίστη τους στο Χριστό ενάντια στα υλιστικά, πολυθεϊστικά ή αθεϊστικά ρεύματα της εποχής τους. Άτομα που αγάπησαν τον Κύ-ριο με πάθος ιερό και που ανταπέδωσαν το πολύτιμο αίμα της σταυρικής Του θυσίας με την άγια ζωή τους. Άτομα που έδωσαν τα πάντα στους συνανθρώπους και τους ασθενείς τους, τη ίδια δε τη ζωή τους στον Θεό.

Είναι γεγονός ότι πολλοί συνάδελφοί μας αλλά και άλλοι μη ιατροί αγνοούν την προσφορά των ιατρών αυτών που με τις πράξεις ή το μαρτύριό τους αγίασαν αποδεικνύοντας ότι αυτό που σήμερα αποκαλούμε ιατρικό επάγγελμα πρέπει να είναι λειτούργημα. Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι οι Άγιοι Ανάργυροι είναι συνολικά 20, ότι οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός δεν είναι ένα δίδυμο ζεύγος, αλλά τρεις δυάδες με το ίδιο όνομα, που γεννήθηκαν και έζησαν σε διαφορετικά μέρη και εποχές, μαρτύρησαν ή κοιμήθηκαν ειρηνικά και εορτάζουν σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Λίγοι επίσης γνωρίζουν ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ιατρός ή ότι μεταξύ των αγιασάντων επιστημόνων υγείας, όπως θα λέγαμε σήμερα υπήρξαν όχι μόνο μαίες και νοσοκόμες αλλά και ιάτραινες, δηλ. γυναίκες ιατροί. Πολλοί πιστεύουν ότι το επάγγελμα της ιατρού είναι επάγγελμα του 20ου αιώνα, αγνοώντας ότι το λειτούργημα αυτό ασκείτο στην Ανατολή από την αρχαιότητα μέχρι και το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Για το λόγο αυτό, το Τμήμα Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αποφάσισε στο υπό διαμόρφωση Μουσείο Ιστορίας της Ιατρικής να δημιουργήσει ιδιαίτερο χώρο, όπου θα παρουσιάζονται εκλαϊκευμένα και απλά οι ιατροί και οι ιάτραινες που λάμπρυναν με τις γνώσεις τους, τα «χαρίσματα ιαμάτων», τα θαύματά τους, και συχνά το μαρτύριό τους, το λειτούργημα του ιατρού. Άτομα που πρόσφεραν τις ιατρικές γνώσεις τους αλτρουϊστικά, χωρίς χρήματα (αργύρια) με μόνο γνώμονα τη φιλανθρωπία. «Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δώτε», ίσχυε τότε για τους ανάργυρους αυτούς ιατρούς. Oποία αντίθεση με το σημερινό «δωρεάν» Παιδεία, «δωρεάν» Υγεία!

Αυτούς τους αγιάσαντες ιατρούς και ιάτραινες όπως και διάφορους προστάτες ασθενών, προσπαθήσαμε με την ευγενική δωρεά των Παναγιώτη και Ελένης Αγγελοπούλου και την προσφορά νέων Ηπειρωτών αγιογράφων να απεικονίσουμε στο σύνολό τους. Πρόκειται για 65 περίπου αγιάσαντες ιατρούς και ιάτραινες που ελπίζουμε θα δώσουν στο Μουσείο μια μοναδικότητα. Προς πληροφόρηση των επισκεπτών του Μουσείου, ελπίζουμε να μπορέσουμε να συμπεριλάβουμε τη βιογραφία τους, το απολυτίκιο, ή κοντάκιο και διάφορες από τις ιαματικές πράξεις τους, χωρίς να προδώσουμε τη λατρευτική πλευρά των εικόνων, ίδιο όλων των μουσειακών εκθέσεων βυζαντινών εικόνων. Ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα.

Τον κύκλο αυτό των ιατρών που αγίασαν, χωρίζουμε σε 4 ενότητες.

Τους Αγίους Αναργύρους, τους λοιπούς αγιάσαντες ιατρούς, τις αγιάσασες ιάτραινες, και τους προστάτες ασθενών με ειδικές παθήσεις, όπως λεπρούς, τυφλούς, κωφάλαλους, παράλυτους, δαιμονισμένους, κ.ά.

Άγιοι Ανάργυροι

Χαίρε εικοσάς κρουνέ ιαμάτων
χαίρε εικοσάς πλημμυρίς θαυμάτων
χαίρε των τυφλών η τελεία ανάβλεψις
χαίρε χωλών και παραλύτων ανόρθωση

χαίρετε Άγιοι Ανάργυροι

(Χαιρετισμοί Αγίων Αναργύρων)

Η εικοσάδα των Αγίων Αναργύρων αποτελείται κατ΄ αρχήν από τις τρεις δυάδες Κοσμά και Δαμιανού. Η πρώτη δυάδα των αδελφών Αγίων Κοσμά και Δαμιανού γεννήθηκε και έζησε επί αυτοκράτορος Καρίνου (283-285 μ.Χ.) στη Ρώμη και λιθοβολήθηκαν από φθόνο από συναδέλφους ιατρούς κατά τη συλλογή βοτάνων το 284. Είναι αυτοί που στη Δύση πιστεύεται ότι έκαναν την πρώτη μεταμόσχευση κάτω άκρου. Γιορτάζουν την 1η Ιουλίου και στο Απολυτίκιο τους αναφέρεται καθαρά η καταγωγή τους «Ως θείοι θεράποντες, και ιατήρες βροτών, ανάργυρον βλύζετε την θεραπείαν ημίν, Ανάργυροι ένδοξοι’ όθεν τους προσιόντας, τη σεπτή υμών σκέπη, ρύσασθε νοσημάτων, και παθών ανιάτων, Κοσμά και Δαμιανέ, της Ρώμης βλαστήματα!»

Η δεύτερη δυάδα γεννήθηκε στη Μικρά Ασία . Μητέρα τους ήταν η Αγία Θεοδότη, που συχνά απεικονίζεται μαζί τους. Θεράπευαν και αυτοί δωρεάν τους αρρώστους και τα ζώα. Τελικά πέθαναν εν ειρήνη, πρώτα ο νεώτερος αδελφός Αγιος Δαμιανός και λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε ο Άγιος Κοσμάς. Τάφηκαν και οι δύο στο Φερεμάν της Ασίας. Μετά το θάνατό τους συνέχισαν να γίνονται πολλά θαύματα στον ανεγερθέντα στη μνήμη τους ναό. Εορτάζουν την 1η Νοεμβρίου και στο κοντάκιο αναφέρεται: «Εκ της Ασίας, ώσπερ δύο αστέρες, εξ ανατείλαντες. Ανάργυροι θείοι, τη οικουμένη λάμπετε θαυμάτων ταις αυγαίς’ νόσους μεν ιώμενοι, και δεινάς καχεξίας, χάριν δε παρέχοντες τοις πιστοίς ευρωστίοις, Δαμιανέ θεόφρον και Κοσμά, χειμαζομένων λιμένες πανείδιοι».

Η τρίτη δυάδα των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού καταγόταν από την Αραβία. Μαζί με τα άλλα τρία τους αδέλφια , Άνθιμο, Ευτρόπιο και Λεόντιο, επισκέπτονταν πόλεις και χωριά, θεράπευαν αρρώστους και κήρυσσαν την πίστη του Χριστού. Μετά από φοβερά βασανιστήρια αποκεφαλίστηκαν το 292 μ.Χ και τα πέντε αδέλφια μαζί επί Διοκλητιανού. Εορτάζουν στις 17 Οκτωβρίου.

Μία τέταρτη δυάδα Αγίων αναργύρων είναι οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης. Ο μεν Κύρος, ιατρός το επάγγελμα, καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης, στρατιωτικός, από την Έδεσσα Μεσοποταμίας. Ο Κύρος θεράπευε ανιδιοτελώς τους αρρώστους και κατά τους φοβερούς διωγμούς του Διοκλητιανού κατέφυγε σ΄ένα μοναστήρι στον Αραβικό κόλπο. Ακούγοντας για το σπουδαίο έργο του, ο Ιωάννης εγκατέλειψε τη στρατιωτική σταδιοδρομία του και έγινε στενός συνεργάτης του Αγίου Κύρου και τον βοηθούσε στο ιατρικό και φιλανθρωπικό του έργο. Βασανίστηκαν και οι δυο και τελικά θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό όταν πήγαν να συνδράμουν στη φυλακή την Αγία Αθανασία και τις τρεις κόρες της, που είχαν συλληφθεί για τη Χριστιανική τους πίστη. Μαζί τους θανατώθηκαν και οι τέσσερις αυτές γυναίκες. Συχνά απεικονίζονται όλοι μαζί, ιατρός όμως ήταν μόνο ο Κύρος.

Κεντρική μορφή στην εικοσάδα των Αγίων Αναργύρων είναι εκείνη του Αγίου Μεγαλομάρτυρα και Ιαματικού Παντελεήμονα, που καταγόταν απ’ τη Νικομήδεια. Το αρχικό του όνομα ήταν Παντολέων και μετονομάστηκε λόγω της φιλανθρωπικής του δράσης σε Παντελεήμονα. Σπούδασε ιατρική κοντά στον ιατρό Ευφρόσυνο. Αργότερα μοίρασε την περιουσία του σε φτωχούς και φυλακισμένους, απελευθέρωσε τους δούλους του και γιάτρευε αρρώστους δωρεάν. Με την θεραπεία ενός τυφλού και ενός παράλυτου προκαλεί το φθόνο των συναδέλφων του, που τον συκοφαντούν στον τότε αυτοκράτορα Μαξιμιανό (286-308 μ.Χ.). Επειδή δεν απαρνείται την πίστη του, βασανίζεται και αποκεφαλίζεται το 306 μ.Χ. μαζί με τους δασκάλους τους στο Χριστιανισμό Αγίους Εμόλαο, ΄Ερμιππο και Ερμοκράτη. Από τους τρεις μόνο ο Ερμόλαος ανήκει ως δάσκαλος του Αγίου Παντελεήμονα στην εικοσάδα των Αγίων Αναργύρων, παρότι δεν ήταν ιατρός αλλά ιερέας.

Μετά απ΄αυτούς τους δέκα, την εικοσάδα κλείνουν οι ιατροί: Αγιος μάρτυρας Διομήδης που αποκεφαλίστηκε το 288 μ.Χ. , ο Αγιος ιερομάρτυρας Μώκιος (αποκεφαλίστηκε επί Διοκλητιανού 284-305 μ.Χ.), ο Άγιος μάρτυρας Ανίκητος (κάηκε στην πυρά το 305 μ.Χ.), ο Αγιος μάρτυρας Θαλλελαίος (αποκεφαλίστηκε το 284 μ.Χ.), ο Αγιος μάρτυρας Τρύφωνας, προστάτης της γεωργίας, των φυτών και των δένδρων (αποκεφαλίστηκε το 250 μ.Χ.), ο Αγιος μάρτυρας Ιουλιανός (σταυρώθηκε ο 284 μ.Χ.), και ο Αγιος Σαμψών, ο ξενοδόχος.

Σε αντίθεση με τους υπολοίπους Αγίους Αναργύρους, ο Αγιος Σαμψών , έζησε 2,5 αιώνες αργότερα επί εποχής Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.). Ήταν ευγενής Ρωμαίος που είχε σπουδάσει ιατρική και την ασκούσε δωρεάν. Τον 6ο αιώνα πήγε στην Κων/πολη, όπου χειροτονήθηκε ιερέας. Εκεί θεράπευσε τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος, για να τον ευχαριστήσει, του έδωσε τα χρήματα για να κτίσει ένα μεγάλο ξενώνα, ένα από τα πρώτα γνωστά νοσοκομεία. Ο Σαμψών περιέθαλπε εκεί δωρεάν τους αρρώστους του. Ο ξενώνας του Σαμψών λειτούργησε επί 9 συνεχείς αιώνες, επισκευάστηκε επανειλημμένα από διάφορους αυτοκράτορες και έχαιρε διεθνούς φήμης. Ο Σαμψών κατατάχτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία μεταξύ των Αγίων και η μνήμη του εορτάζεται στις 27 Ιουνίου.

Ιατροί που αγίασαν

Την πρώτη θέση ανάμεσα στους ιατρούς αυτούς έχει χωρίς αμφιβολία ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ως ο πρώτος ιατρός του χριστιανικού κόσμου (Εικόνα 5). Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και κατά πάσα πιθανότητα ήταν έλληνας. Σπούδασε ιατρική και με την ιδιότητα αυτή εγκαταστάθηκε στη Θήβα της Βοιωτίας το 42 μ.Χ., όπου άσκησε την ιατρική και θεράπευσε κυρίως οφθαλμικές παθήσεις. Γνώρισε τον Απόστολο Παύλο στην πρώτη αποστολική του πορεία και τον ακολούθησε με αυτοθυσία σ΄όλες τις επόμενες, μέχρι τον μαρτυρικό θάνατό του στη Ρώμη το 64 μ.Χ. Στη συνέχεια έγραψε το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Πέθανε 84 χρονών και ενταφιάστηκε στη Θήβα. Απ΄εκεί μεταφέρθηκε το λείψανό του το 357 μ.Χ. στο ναό των Αγίων Αποστόλων με εντολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Οκτωβρίου, η δε κατάθεση των λειψάνων του στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Ιουνίου.

Ο πρώτος μάρτυρας ιατρός είναι ο Αγιος Αλέξανδρος. Όχι ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως που εορτάζεται στις 30 Αυγούστου, αλλά ένας ιατρός από τη Φρυγία, που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα και βρήκε μαρτυρικό θάνατο το 177 μ.Χ. στο Λουγδούνο, τη σημερινή Λυών. Είναι σχετικά άγνωστος και εορτάζεται μόνο από την Δυτική Εκκλησία στις 24 Απριλίου, ενώ θάπρεπε να εορτάζεται και από την Ορθόδοξη Εκκλησία αφού είναι μάρτυρας του 2ου αιώνα, πολύ πριν δηλ. το Σχίσμα.

Θάπρεπε δε να εορτάζεται μαζί με την Αγία Βλανδίνα και τον Άγιο Άτταλο, που μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο Αλέξανδρο και εορτάζονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 25 Ιουλίου.

Άλλοι ιατροί που αγίασαν είναι επίσης οι επίσκοποι Βλάσιος, προστάτης των παθήσεων του λαιμού και του λάρυγγα, Ζηνόβιος, Παυσίκακος και Κάρπος, ο διάκονος και μάρτυς Πάπυλος, οι μάρτυρες Αντίοχος από την Σεβάστεια, Ορέστης από τα Τύανα, ο νεομάρτυς Αγγελής από τη Χίο και ο αδελφός του Γρηγορίου του Θεολόγου Καισάρειος.

Στους αγιάσαντες ιατρούς συμπεριλαμβάνονται συχνά, παρότι δεν ήταν ιατροί, ο Μέγας Βασίλειος και ο Μέγας Φώτιος, λόγω του καθοριστικού ρόλου που έπαιξαν στην εν γένει ιατρική. Ο Μέγας Βασίλειος προώθησε ιδιαίτερα την ιατρική κτίζοντας ένα μεγάλο νοσοκομείο, τη Βασιλειάδα, στην Καισάρεια της Καπαδοκίας με 600 κρεβάτια, που θεωρείται το πρώτο πραγματικό νοσοκομείο όπου προσφερόταν όχι μόνο στέγη και τροφή, αλλά δωρεάν νοσηλεία και ιατρική περίθαλψη. Ο δε Μέγας Φώτιος συνέλεξε πάμπολλα ιατρικά βιβλία στη βιβλιοθήκη του, τα οποία και επανέκδοσε κάνοντάς τα έτσι γνωστά σε ευρύτερο κοινό.

Επίσης αναφέρονται και οι Άγιοι ιατροί Λουκιανός, Αιμιλιανός, Εύπλος και ένας από τους 5 Αγίους Χριστόφορους. Τέλος υπάρχει και ένας Αγιος Παύλος, ιατρός, που η μνήμη του εορτάζεται στις 28 Ιουνίου -παραμονή της εορτής των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου- μαζί με την ανακομιδή των λειψάνων των Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη. Ατυχώς δεν έχουμε περισσότερα στοιχεία. Στο Κίεβο μνημονεύεται, χωρίς άλλες λεπτομέρειες, και ένας ιατρός ονόματι Αγαπητός κατά το 1095 μ.Χ., ενώ στα Κυπριακά Χρονικά ο Λοΐζος Φιλίππου αναφέρει ως ιατρό τον Άγιο Καλανδρίωνα.

Ιάτραινες που αγίασαν

Μνημονεύονται και γυναίκες ιατροί που αγίασαν. Οι Άγιες αδελφές Ζηναΐς και Φιλονίλα, κατάγονταν από την Ταρσό και ήταν σύγχρονες του Αποστόλου Παύλου. Είχαν σπουδάσει ιατρική και την ασκούσαν στην πατρίδα τους την Ταρσό, θεραπεύοντας αρρώστους και διδάσκοντας τη Χριστιανική θρησκεία. Αργότερα εγκαταστάθηκαν σ΄ένα ερημικό σπήλαιο κοντά στην πόλη Δημητριάδα, όπου πρόσφεραν τις ιατρικές τους γνώσεις και θεράπευσαν αρρώστους δωρεάν, κάνοντας ταυτόχρονα και ιεραποστολικό έργο. Έφθασαν σε βαθιά γεράματα και κοιμήθηκαν ειρηνικά. Εορτάζουν στις 11 Οκτωβρίου και στη λειτουργία της εορτής τους αναφέρεται : «Ειρηνικώς ύπνωσαν ειρήνης φίλαι, Ζηναΐς άμα και Φιλονίλα δύο».

Άλλη φιλάνθρωπος ιατρός υπήρξε και η Αγία Ερμιόνη, κόρη του Διακόνου Φιλίππου. Σπούδασε ιατρική, μάλλον στην Καισάρεια, όπου ζούσε ο πατέρας της. Αναζητώντας τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη, βρήκε στην Έφεσο τον Άγιο Πετρώνιο, μαθητή του Αποστόλου Παύλου, όπου και εμαθήτευσε. Όταν οι κάτοικοι έμαθαν για την ιατρική της ιδιότητα, προσέτρεχαν για να θεραπευτούν και αφού τους ανακούφιζε ή τους θεράπευε, τους κατηχούσε στη Χριστιανική πίστη. Μαρτύρησε επί Τραϊανού, όπου μαστιγώθηκε στο πρόσωπο, αλλά αφέθηκε ελεύθερη. Στη συνέχεια μαζί με την αδελφή της Ευτυχία, ίδρυσε ένα «Πανδοχείο» παρέχοντας στους πάσχοντες συνανθρώπους της δωρεάν θεραπεία, άσυλο και φιλοξενία. Ίσως είναι το πρώτο γνωστό υποτυπώδες νοσοκομείο στην ιστορία, όπου 150 χρόνια πριν από την Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, προσφερόταν ιατρική και νοσηλευτική περίθαλψη συγχρόνως με τροφή και στέγη.

Η Αγία Ζηνοβία, αδελφή του Αγίου Ζηνοβίου, ιατρού και Επισκόπου Αιγών της Κιλικίας, μαρτύρησε μαζί του το 285 μ.Χ. επί Διοκλητιανού. Η μνήμη τους εορτάζεται στις 30 Οκτωβρίου. Πιθανόν δεν είναι ιάτραινα, αλλά θεραπαινίς, και ίσως έτσι η πρώτη νοσηλεύτρια αγία.

Ιάτραινες υπήρξαν επίσης: η μάρτυς Αγία Σοφία που εορτάζεται στις 22 Μαΐου και η Αγία Νικοστράτη, που θεράπευσε τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο από φαρυγγίτιδα.

Ο J. Schmidt-Voigt αναφέρει ως ιατρούς τις: Αγίες Μαρίνα, Βαρβάρα, Παρασκευή τη θαυματουργό, Θέκλα την πρωτομάρτυρα, Αναστασία την Φαρμακολύτρια, Ειρήνη, Θεοδώρα τη Μυροβλήτρια, Μαρία-Μαγδαληνή και Άννα. Μάλλον πρόκειται για θεραπεύτριες που θεράπευαν με πρακτικές γνώσεις ή θαυματουργικά και ανήκουν στην ενότητα των προστατών.

Προστάτες ασθενών

Η ενότητα προστατών/τριών αρρώστων με ειδικές παθήσεις είναι μεγάλη. Σχεδόν κάθε Αγιος έχει επιτελέσει εν ζωή ή μετά θάνατον, ένα ή περισσότερα θαύματα και ανάλογα θεωρείται προστάτης της αντίστοιχης ασθένειας. Έτσι, η Αγία Παρασκευή της οποίας εξόρυξαν τους οφθαλμούς, είναι η προστάτις των οφθαλμοπαθών , η Αγία Αγάθη , της οποίας απέκοψαν τα στήθη στο Πάνορμο της Σικελίας, είναι των μαστοπαθών, ο Αγιος Στυλιανός, που θεράπευε κατά τη ζωή του παιδιά και νήπια, ο προστάτης των βρεφών και νηπίων , ο προφήτης Αγιος Ελισσαίος, των λεπρών, και πολλοί άλλοι, που ο χώρος δεν θα επαρκούσε για να τους αναφέρουμε όλους.

Με τη δημιουργία αυτού του μουσειακού χώρου, πιστεύουμε να βοηθήσουμε στην καταγραφή όλων εκείνων των ιατρών και ιατραινών που ενστερνίστηκαν αφενός την αρχαία Ιπποκρατική ιατρική, αφετέρου το Χριστιανισμό, πρεσβεύοντας την ιατρική του «όλου ανθρώπου», δηλ. εκείνην που θεραπεύει το ανθρώπινο σώμα και ταυτόχρονα φροντίζει για την ψυχή. Με αυτόν τον τρόπο, είναι οι πρόδρομοι της σημερινής κοινωνικής ιατρικής.

Βιβλιογραφία

  1. Α.Γκιάλα: Λουκάς ιατρός ο αγαπητός. Ακτίνες, Δεκ. 1979.
  2. Θ. Διαμαντόπουλος, Αρχ. Σ. Λογοθέτης: Συμβολή στην ιστορία της θαυματουργικής Βυζαντινής ιατρικής. Πάτρα, 1991.
  3. Κ. Δουκάκη: Μέγας Συναξαριστής Πάντων των Αγίων.
  4. Κ. Κουταξόπουλος: Άγιοι ιατροί της Ορθοδοξίας. Εκδόσεις Καρδιάς, Αθήνα, 1990.
  5. Φ. Λοΐζου: Οι προστάτες της ιατρικής Άγιοι εν τη ελληνική εκκλησία. Κυπριακά Χρονικά, 1929:6.
  6. J. Schmidt-Voigt: Ikonen und Medizin. Editiones Roche, Basel, 1994.
Advertisements

Συνέντευξη μὲ τὴν μοναχὴ Φωτεινὴ ,μία ἐρημίτισσα τῶν καιρῶν μας

(Ἡ μοναχὴ Φωτεινὴ ζεῖ στὸ δάσος τοῦ Νέαμτς κοντὰ στὴ σπηλιὰ τῆς Ἅγ. Θεοδώρας τῆς Σίχλα σὲ μία καλύβα ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Τὸ κατὰ κόσμο ὄνομά της ἦταν Φλοαρέα Μπουζίνκου, ἦταν παντρεμένη, χώρισε καὶ ἔχει ἕνα παιδί. Ἔγραψε καὶ δημοσίευσε ποιήματα καὶ διηγήματα, ἐργάστηκε, ἀλλὰ πάντα ἀκολουθοῦσε τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ προβλήματα καὶ τὶς στενοχώριες της ψάχνοντάς Τον στὰ μοναστήρια, στὶς ἀκολουθίες καὶ στὸ λόγο τῶν πνευματικῶν. Ἔγινε μοναχὴ ὅταν ἡ Ἅγ. Θεοδώρα τῆς Σίχλα τὴν θεράπευσε ἀπὸ τὸν καρκίνο κατὰ τρόπο θαυμαστὸ. Ἐδῶ στὰ βουνὰ τῆς Σίχλα βρῆκε τὴ πολυπόθητη γι’ αὐτὴ ἡσυχία σὲ μία καλύβα. Σίγουρα ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι μεγάλες καὶ γι’ αὐτὸ μᾶς μιλάει ἡ ἀδελφὴ Φωτεινὴ μὲ πολὺ ταπεινοφροσύνη)

Πῶς εἶναι νὰ ζεῖ κανεὶς στὴν ἔρημο ἀδερφὴ Φωτεινὴ σὲ σχέση μὲ τὴ ζωὴ στὸ κόσμο; Ἐπειδὴ λένε γιὰ αὐτοὺς ποὺ διαλέγουν νὰ ζήσουν στὴν ἐρημιὰ ὅτι εἶναι τρελοὶ(μοναχὴ Φωτεινή ) – Σᾶς λέγω σίγουρα ὅτι ἂν γεννιόμουν ξανὰ κατευθείαν στὴν ἡσυχία θὰ πήγαινα. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ «ἡσυχίας» καὶ «κόσμου», ἀκόμη καὶ μεταξὺ μοναστηριοῦ καὶ τῆς ἡσυχίας τῆς ἐρήμου. Σίγουρα οἱ πειρασμοὶ εἶναι πιὸ μεγάλοι στὴν ἔρημο ἀλλὰ ἡ χαρὰ ποὺ δίνει ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τίποτα ἐγκόσμιο. Ἂν ἀπὸ τὴ ἔρημο χρειαστεῖ νὰ βγεῖς στὸν κόσμο (ὅπως καμιὰ φορὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνω ἐγὼ ) αἰσθάνεσαι ὅτι μπαίνεις στοὺς «τρελλοὺς» ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι λένε γιὰ αὐτοὺς ποὺ ἀποτραβιοῦνται στὴν ἐρημιά….ἀλλὰ δὲ θέλω νὰ προσβάλω κανέναν.

-Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐδῶ σὲ αὐτὴ τὴ καλύβα εἶστε στὸ προθάλαμο τοῦ Παραδείσου;

-Ἐγὼ χαίρομαι γιὰ ὅ,τι μοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς ἐπειδὴ αἰσθάνομαι ὅτι μὲ ἀγαπάει ἡ Παναγία, ἀλλιῶς δὲ θὰ ἄντεχα στοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐρήμου χωρὶς τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τῶν Ἁγίων καὶ τοῦ Χριστοῦ ….ἐπειδὴ ὁ ἐχθρὸς εἶναι πεισματώδης καὶ ἐπιθετικὸς ἰδίως πρὸς ἐκείνους ποὺ φέρουν τὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποτραβήχτηκαν στὴν ἡσυχία

-Μοναχὴ Φωτεινὴ γνωρίζω μοναχοὺς καὶ μοναχὲς ποὺ θέλουν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πᾶνε στὴ ἔρημο σὲ μιὰ μικρὴ καλύβα στὸ δάσος, νὰ εἶναι μὲ τὸ Χριστὸ, μόνοι, αὐτοὶ καὶ ὁ Χριστός, ὅσο καὶ νὰ ὑπέφερουν. Σὲ αὐτοὺς θὰ ἤθελα ἀπὸ τὴ πεῖρα σας νὰ πεῖτε τί πειρασμοὶ τοὺς περιμένουν

-Ναί, μπορῶ νὰ πῶ, ἀφοῦ σίγουρα πολλοὶ μοναχοὶ εἶναι ἤδη οἰκεῖοι μὲ τὶς παγίδες καὶ τὶς πονηρίες τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ δὲ ξέρω νὰ δώσω συμβουλὲς· ἡ ἁγιοσύνη τους πρέπει νὰ δώσει σὲ μένα. Ἂν αἰσθάνονται λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, ἀφοῦ ἔχουν μείνει στὸ μοναστήρι τουλάχιστον 10 χρόνια (σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες) θὰ πρέπει νὰ ἔχουν πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους.

-Μετὰ τὸ 1989 κυρίως βγαίνουν στὸ δάσος κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲ τὰ πᾶνε καλὰ μὲ τοὺς νόμους καὶ ἂν δοῦν κάποιο μοναχὸ σὲ κάποιο καλυβάκι τὸν ληστεύουν. Αὐτοὶ δὲ ξέρουν τί εἶναι ἐρημίτης, μοναχὸς, ὅτι διάλεξε νὰ ζήσει στὴ φτώχεια καὶ ὅτι δὲν ἔχουν τί νὰ κλέψουν.

-Ἦρθαν καὶ σὲ μένα δὲ πολυβρῆκαν κάτι νὰ κλέψουν, ἀλλὰ εἶχα μία ὑποτακτικὴ ἡ ὁποία φοβήθηκε καὶ ἔφυγε, δὲν ἄντεξε. Ἤ τὴ νύχτα ὅταν κάνεις τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου συμβαίνει νὰ αἰσθάνεσαι τὸν διάβολο νὰ περνάει ἀπὸ κοντά σου καὶ νὰ ἀφήνει μιὰ μυρωδιὰ ψοφιμιοῦ, κάτι τρομερὸ καὶ νὰ χρειάζεται νὰ ἀνοίξεις τὴ πόρτα καὶ τὸ παράθυρο τῆς καλύβας γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ συνεχίσεις τὴ προσευχὴ

-Ἐμφανίζεται αὐτὴ ἡ μυρωδιὰ χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἡ «πηγὴ» αὐτῆς τῆς μυρωδιᾶς;

-Ναὶ σίγουρα στὸ δάσος δὲν ὑπάρχουν τέτοιες μυρωδιές. Ἀλλὰ εἶναι καλὸ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸ σατανὰ νὰ σὲ πειράξει γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσεις πιὸ πολύ, ἐπειδὴ ἴσως δὲν ἔκανες ὅλο τὸ κανόνα καὶ γιὰ αὐτὸ ἔχεις πειρασμοὺς, ὅπως ἐγὼ ἡ ἀνάξια, ὅπου δὲν προσεύχομαι ὅσο πρέπει καὶ στενοχωρῶ τὸ Θεό. Ἄλλη φορὰ ἐνῶ προσευχόμουν ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ ξερίζωσε ὑδρορροὲς ἀπὸ τὸ τοῖχο τῆς καλύβας (ἂν καὶ ἔξω δὲν ἦταν κανεὶς), ἐγὼ τὰ ἔβαλα στὴ θέση τους καὶ συνέχισα τὴ προσευχή, ἀλλὰ ἔχασα ἀρκετὸ χρόνο γιὰ τὴν ἐπιδιόρθωση. Συνέχισα νὰ διαβάζω τὸ ψαλτήρι καὶ πάλι ἄκουσα τὶς ὑδρορροὲς νὰ πέφτουν…τὶς ἐπιδιόρθωσα καὶ συνέχισα τὴ προσευχή μου.

Τί εἶναι πιὸ δύσκολο στὴν ἔρημο ἀδερφὴ Φωτεινή;

-Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο εἶναι ἡ πάλη μὲ τοὺς λογισμοὺς. Εἶναι δύσκολη αὐτὴ ἡ πάλη ἐπειδὴ ὁ ἐχθρός σοῦ δίνει σκέψεις ὅπου οὔτε ποὺ ὑποπτεύεσαι πὼς μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸ μυαλό σου. Γιὰ παράδειγμα : «τί γυρεύεις ἐδῶ ;», «γιατί ἦρθες ἐδῶ;», «ἄλλη δουλειὰ δὲν ἔχεις;», «δὲν μποροῦσες νὰ μείνεις στὸν κόσμο;»

Γιὰ αὐτὸ εἶναι καλὸ νὰ μὴν ἐπισκέπτονται συγγενεῖς ἐπειδὴ τὸν ἀναστατώνουν, ἴσως κάποια μοναχὴ ἢ μοναχὸς γιὰ νὰ φέρει λίγο φαγητό. Εἶναι καλὸ ὅμως τὸν ἐρημίτη νὰ μὴν τὸν ἐπισκέπτεται κόσμος. Ἐμένα ὁ πνευματικός μου δὲ μοῦ ἐπιτρέπει νὰ δέχομαι κόσμο καὶ ἄλλωστε γιατί νὰ ἔρθει κάποιος σὲ ἐμένα, τί συμβουλὲς νὰ τοῦ δώσω… ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος… προσεύχομαι γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὅπως κάνει ἡ ἐκκλησία μας.

http://anemonpnon-magdalini.blogspot.com

Το υποταχτικό λιοντάρι.

Στη βαθιά έρημο της Θηβαίδας, τα παλιά χρόνια, ζούσαν πολλοί ασκητές. Άνθρωποι νέοι, ακόμα και παιδιά, που πήγαιναν εκεί και γερνούσαν στην προσευχή. Ψυχές, που διψούσαν τον Θεό και ζούσαν τη χαρά της παρουσίας Του από τούτη τη ζωή.Ο νεαρός καλόγερος, στεγνωμένος απ’ τον ήλιο της ερήμου, με κομμένη την ανάσα, χτύπησε την πορτούλα του κελιού. Άνοιξε μετά από κάμποσα λεπτά και πρόβαλε το ψαρό κεφάλι του μοναχού Γεράσιμου. -Έλα μέσα παιδί μου, είπε.Το καλογέρι μπήκε και κάθισε χαμηλά σε μια πέτρα. Ο Γέροντας του έδωσε νερό.-Τι ζητάς τον ρώτησε.-Να γίνω μοναχός .

-Η πρώτη μοναχική αρετή ποια είναι

-Η υπακοή.

-Ναι. Και πώς θα τη μάθεις

-Ακολουθώντας σε.

-Πριν μ’ ακολουθήσεις, παρακολούθησε έναν υποταχτικό, που έχω εδώ. Έρχεται στο μεσονυχτικό, στέκει έξω από την πόρτα μου και προσεύχεται μαζί μου.

Ο γέροντας Γεράσιμος χαμογέλασε αινιγματικά κι έδωσε ένα παξιμάδι στο νεαρό καλόγερο.

Τα μεσάνυχτα, πριν ν’ αρχίσουν οι δυο καλόγεροι μαζί την ακολουθία, ο Γεράσιμος άνοιξε το παραθυράκι της πόρτας και είπε στο καλογέρι:

-Έλα να δεις

Εκείνος πλησίασε κι είδε στο φως του φεγγαριού να’ ρχεται ένα λιοντάρι με αργό μεγαλόπρεπο βήμα, να σκύβει το κεφάλι μπρος στην πόρτα κι έπειτα να κάθεται. Το καλογέρι εθαύμασε.

Το πρωί όταν σηκώθηκαν από τον μικρό τους ύπνο, το λιοντάρι είχε φύγει. Ο γέροντας φόρτωσε τις στάμνες στο γαϊδουράκι και πήγε στο ποτάμι να φέρει νερό. Σαν γύρισε, σφύριξε και αμέσως παρουσιάστηκε το λιοντάρι πίσω από τους βράχους. Πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι πάλι μπρος στον γέροντα.

-Άντε στο διακόνημα σου, είπε ο γέροντας Γεράσιμος.

Μπρος το γαϊδούρι , πίσω το λιοντάρι, απομακρύνθηκαν. Το καλογέρι τρόμαξε.

-Τι κάνεις γέροντα! Θα το φάει το γαϊδούρι!

Μη φοβάσαι παιδί μου, θα δεις.

Το μεσημέρι, γύρισε το γαϊδουράκι με τη συνοδεία του λιονταριού. Έσκυψε ο Λέων το κεφάλι, πήρε την ευλογία του γέροντα κι έφυγε.

-Τέλειωσε το διακόνημα του και πάει να ζητήσει την τροφή του.

Ο μικρός καλόγερος εθαύμασε πάλι. Είδε από τη μια το υπάκουο λιοντάρι κι από την άλλη τον ταπεινό γέροντα και κατάλαβε: Ο γέροντας Γεράσιμος υπάκουε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και τ’ άγρια θηρία υπάκουαν στον ίδιο. Ο πιστός και ταπεινός, που ζει με προσευχή, δε φοβάται τίποτα και ταυτόχρονα αγαπάει και δεν μπορεί να κάνει κακό σε κανένα και σε τίποτα. Τα ζώα το καταλαβαίνουν και τον σέβονται.

Μια μέρα όμως, γύρισε το λιοντάρι απ’ τη βοσκή χωρίς το γαϊδούρι. Ο γέροντας έμεινε σκεφτικός. Ο μικρός καλόγερος είπε:

-Είδες γέροντα Δεν έπρεπε να εμπιστεύεσαι το θηρίο.

Κι ο γέροντας προς το λιοντάρι:

-Αφού θυμήθηκες τ’ άγρια ένστικτα σου κι έφαγες το ζώο, θα κάνεις στο εξής τη δική του εργασία.

Και στ’ αλήθεια, από τότε, το λιοντάρι φορτωνόταν τις στάμνες και κουβαλούσε το νερό. Ύστερα ο γέροντας το έδιωχνε να πάει να κυνηγήσει και να ξεκουραστεί. Μα πάντα μέσα του ρωτούσε: «Τάχα το’ φαγε το γαϊδούρι ή κάτι άλλο του συνέβη » Και πραγματικά, ο Λέων είχε μόνο πέσει στο αμάρτημα της τεμπελιάς. Κοιμήθηκε κείνο το πρωινό κι άφησε αφύλακτο το ζώο. Πέρασαν έμποροι-τυχοδιώκτες, είδαν το γαϊδουράκι και το έκλεψαν.

Μια μέρα λοιπόν, ξαναπέρασαν από το ίδιο μέρος. Το γαϊδουράκι έσερνε και δυο καμήλες, που είχαν δέσει στο σαμάρι του. Ο Λέων το αναγνώρισε. Όρμησε κατά πάνω στους εμπόρους κι αυτοί το έβαλαν στα πόδια. Το λιοντάρι έπιασε με τα δόντια το σκοινί και οδήγησε το γαϊδούρι με τις δύο καμήλες στο κελί του γέροντα. Κατάπληκτος, ο νεαρός καλόγερος είδε το θηρίο να χτυπάει με το πόδι την πόρτα του κελιού. Βγήκε τέλος ο γέροντας.

-Να λοιπόν που άδικα σε κατηγορήσαμε, είπε. Σωστό δεν είναι πια να σε κρατούμε μακριά από τις συνήθειες σου και τους δικούς σου τόπους. Πήγαινε και να έρχεσαι μια φορά τη βδομάδα να παίρνεις ευλογία.

Το χάιδεψε, το ευλόγησε, εκείνο έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε. Ερχόταν από τότε μια φορά τη βδομάδα. Πέρασαν χρόνια. Ο γέροντας Γεράσιμος άσπρισε. Ο μικρός καλόγερος μεγάλωσε στην πνευματική και τη σωματική ηλικία. Ο κόσμος ερχόταν να πάρει συμβουλή από το μεγάλο γέροντα. Μια νύχτα Δε σηκώθηκε από το ψαθί του για την ακολουθία.

-Τι έχεις γέροντα ρώτησε ο άλλος καλόγερος.

-Ήρθε η ώρα μου, παιδί μου. Προσευχήσου για μένα.

Έκανε το μεσονυχτικό ο καλόγερος, άρχισε τον Όρθρο και σαν έφτασε στη Δοξολογία, το πρόσωπο του γέροντα άστραψε και η ψυχή του έφυγε στον ουρανό. Ο καλόγερος τον εδιάβασε και τον έθαψε.

-Καλή αντάμωση γέροντα, είπε πριν τον σκεπάσει το χώμα.

Εκείνο ακριβώς το πρωί, ήρθε κι ο Λέων για την ευλογία του.

-Αχ λέων, μας άφησε ο γέροντας, του είπε και προχώρησε προς τον τάφο λέγοντας στο ζώο:

-Να εδώ, εδώ είναι.

Το λιοντάρι κοίταξε. Πήγε προς το κελί, οσμίστηκε την πόρτα. Πήγε στο λαχανόκηπο. Ήρθε μετά στον τάφο. Έσκυψε, οσμίστηκε πάλι κι άρχισε να βγάζει μικρά κλαψιάρικα μουγκρητά. Τέλος, σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω, μούγκρισε δυνατά και με το τέλος της κραυγής, άφησε και την πνοή και σωριάστηκε νεκρό στον τάφο.

Έτσι, στις 4 Μαρτίου, τέλειωσαν τη ζωή τους ο όσιος Γεράσιμος, «ο εν Ιορδάνη» και το υποταχτικό λιοντάρι του.

(Από το βιβλίο «Τα Παράθυρα του Χρόνου» της Άννας Μαρίνη, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Δ’ Έκδοση , Οκτώβριος 1997

misha.pblogs.gr

Οι έννοιες «αγιότητα» και «άγιος» (+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου)


 

Η αγιότητα είναι βασική ιδιότητα της ενέργειας και της φύσε­ως του Θεού. Σημαίνει απουσία από την πανακήρατη φύση κάθε ίχνους κακίας, στην οποιαδήποτε μορφή της. Ο Θεός είναι οντολογικά άγιος, διότι η ουσία του είναι «φύσει αγα­θή». Η κακία αφ’ έτερου είναι οντολογικά ανύπαρκτη. Δεν ανήκει στην κλίμακα των υπαρκτών όντων, αλλά είναι επιφαινόμενο. Φαίνεται, δεν είναι, και λαμβάνει την υπόστασή της εκεί, όπου τα λογικά όντα απομακρύνονται ελεύθερα από το Θεό. Όπου απουσιάζει το αγαθό, εκεί εμφανίζεται η αμαρτία, η όποια εξαφανίζεται, όταν εμφανιστεί πάλιν εκείνο (το αγαθό). Έτσι και το φως, όταν αναχωρεί, παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι, το οποίο με τη σειρά του αφανίζεται, όταν επανεμφανιστεί ε­κείνο.

Στο στάδιο της θείας οικονομίας, η αγιότητα του Θεού είναι η θεία του ενέργεια στην πολλαπλή σχέση της προς τις ελεύθερες πράξεις των λογικών κτισμάτων. Από τη θεία ενέργεια απορρέει και προς αυ­τήν αναφέρεται κάθε ιδέα κτιστής αγιότητας. Ο Θεός, ως δημιουργός, έθεσε στα όντα την ηθική τάξη και τους ηθικούς νόμους του την τήρη­ση των οποίων απαιτεί, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις τους. Από την άποψη αυτή ο Θεός είναι δίκαιος, και κατ’ επέκταση κριτής των ηθικών ενεργειών των πλασμάτων του.

Στο μυαλό μας η αγιότητα του Θεού νοείται σε συνδυασμό με την ηθική ποιότητα των ενεργειών του ανθρώπου. Ό,τι κακό παρατηρείται σ’ αυτόν, το απομακρύνουμε από την καθαρή και αμόλυντη θεία φύ­ση. Ως γνωστόν, με τον τρόπο αυτό δουλεύει η άποφατική θεολογία, η όποια αφαιρεί από την ουσία του Θεού κάθε τι το κακό, ατελές και άναγνο, που παρατηρείται στην ηθική περιοχή του όντος. Διά των α­φαιρέσεων φθάνουμε στην απόλυτη τελειότητα του Θεού. Η αγιότη­τα είναι έκφραση της τελειότητας αυτής.

Ο Θεός είναι άγιος. Έτσι τον είδαν και τον έψαλλαν οι άγγελοι σύμ­φωνα με το όραμα του Ησαΐα: «΄Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Και επειδή ο Θεός δεν αρέσκεται σε υπερβολές (προς τί άλλωστε;), η αγιότητα του είναι εκφρασμένη απλά σε θετικό βαθμό. Όπως είναι εκφρασμένη και η α­γιότητα του Χριστού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Α΄ Πέτρ. α’, 16), και όπως και του Πνεύματος του Θεού, το οποίο προσωνυμείται απλά «άγιον» («Πνεύμα άγιον»), τόσο στη σειρά της Αγ. Τριάδος, όσο και στις πολλές μαρτυρίες της θείας Γραφής. Βέβαια υπάρχουν και προ­σωνυμίες σε βαθμό υπερθετικό: την Τριάδα αποκαλούμε «Παναγίαν» («Παναγία Τριάς ελέησον ήμας…»), όπως «Παναγία» προσαγορεύεται και η Μητέρα του Χριστού. Τα επισημαίνω αυτά, γιατί εδώ στη γη συμ­βαίνουν άλλα πράγματα…

Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως αποκαλεί την Εκκλησία «αγίαν»: «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Την αγιότητά της η Εκκλησία αντλεί από την αόρατη και μυστική της κεφαλή, το Χριστό: «καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση…, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη εχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιού­των, αλλ’ ίνα η αγία και άμωμος» (Εφ. ε’ 26, 27). Περαιτέρω είναι αγία η Εκκλησία, γιατί και η χάρη του Αγ. Πνεύματος, που την εμπνέ­ει και την οδηγεί είναι αγία, όπως άγιος είναι και ο σκοπός της, δηλα­δή η αγιοποίηση των αμαρτωλών μελών της. Τη μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας δεν μειώνει το γεγονός, ότι τα μέλη της, άνθρωποι α­τελείς και έμπερίστατοι, είναι αμαρτωλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Εκ­κλησία, για ν’ αγιάζει τα ασθενή μέλη της και να τα οδηγεί στην ηθική και πνευματική τους τελειοποίηση.

Άγια, τέλος, είναι και άλλα μεγέθη πνευματικά και υλικά. Άγιος είναι ο Νόμος του Θεού (Ρωμ. ζ’, 12), ως συγκεκριμένη έκφραση του αγίου του θελήματος, η τήρηση του οποίου δεσμεύει κάθε άνθρωπο. Άγιες είναι οι θείες Γραφές (Ρωμ. α’ 2), στις οποίες είναι καταχωριμένη η αλήθεια, την οποία φανέρωσε στον κόσμο ο σαρκωθείς Λό­γος του Θεού. Άγιος είναι και ο χριστιανικός ναός μαζί με όσα υπάρ­χουν σ’ αυτόν, τα αφιερωμένα στη λατρεία του Θεού. Άγια είναι και τα ιερά μυστήρια, και προ πάντων η θεία Ευχαριστία, διά των οποίων αναγεννάται και τρέφεται πνευματικά ο άνθρωπος, και άλλα πολλά.

Στο ηθικοπνευματικό πεδίο η αγιότητα εκφράζεται ως κατάσταση, στην οποία φτάνει ο άγιος, ως τέλειος και ολοκληρωμένος χριστια­νός. Είναι αγιότητα σχετική, συγκρινόμενη με την απόλυτη αγιότητα του Χριστού, τον οποίο δεν εσπίλωσε κανένα ίχνος αμαρτίας (Α΄ Πέτρ, β’ 22), και ο οποίος δεν είχε καν τη δυνατότητα ν’ αμαρτήσει, λόγω της συνθέσεως του θεανδρικού προσώπου του.

Όπως εύκολα νοείται, η αγιότητα δεν είναι τέλεια από την αρχή και στατική, φυτευμένη στη φύση του ανθρώπου, αλλά κατάσταση δυνα­μική και εξιλεωτική. Δεν γεννιέται κανείς άγιος, αλλά γίνεται. Το πρώ­το αποτελεί αντίφαση. Αρετή και στάση είναι πράγματα αντιφατικά Για να γίνεις άγιος πρέπει να διανύσεις πολύ δρόμο να δουλέψεις ε­πίμονα κι εντατικά, φυσικά πάντοτε με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12) και με τη χάρη του Θεού να πολεμήσεις την ευπερίστατη αμαρτία (Εβρ. ιβ’ 1) και τις μεθοδείες του διαβόλου (Εφ. ζ’ 11)· να καθαρί­σεις επιμελώς το σώμα και τη ψυχή σου από πάθη αμαρτωλά (Α’ Κορ. ζ’ 1), από επιθυμίες και σκέψεις και λογισμούς πονηρούς, από τη φι­ληδονία της σάρκας και την κακία στην όποια μορφή της, που κουβα­λάει μέσα του κάθε άνθρωπος, για να φθάσεις «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. δ’ 13). Παράλληλα πρέπει να κοσμή­σεις τη ψυχή σου με τις ουρανοδρόμες αρετές, την ταπείνωση, την πίστη και την αγάπη. Όταν φτάσει κανείς ν’ αγαπά σωστά το Θεό (Ματθ. κβ’ 37), τότε αγγίζει τα όρια της σχετικής αγιότητας.

Με άλλα λόγια, η θεία «εικών», που υπάρχει στην πλάση κάθε ανθρώπου (Γεν. α’ 27) και εντοπίζεται στο λογικό, το νοερό και το αυτεξούσιο της ψυχής του στη θετική της φορά στο αγαθό και το Θεό, πρέ­πει να γίνει «ομοίωσις», που σημαίνει να μοιάσει κανείς, σε μια πορεία εξελικτική, μ’ εκείνο που είναι ο Θεός, το οποίο απηχείται στη ψυχή του και δημιουργεί πνευματική συγγένεια με τον πλαστουργό του. Αυτό ισοδυναμεί με τη χαρισματική θέωση του πιστού. Ο άγιος είναι ο θεωμένος άνθρωπος, ο θείας φύσεως κοινωνός (Β΄ Πέτρ. α’ 4), ο οικείος Θεού (Εφ. β’ 20). Η θέωση είναι το όριο στο οποίο εξαντλεί­ται, και με το οποίο ταυτίζεται η αγιότητα του ηθικού όντος. Το μέγε­θος αυτό, αρχόμενο από την παρούσα ζωή, θα ολοκληρωθεί μελλον­τικά στην αιώνια θεία βασιλεία.

Στο ζήτημα της θεώσεως των αγίων είναι πολύ ευαίσθητη η ορθό­δοξη ψυχή. Πώς όμως νοούμε τη θέωση; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διασάφηση. Η θέωση δεν σημαίνει αφομοίωση της ουσίας του ανθρώπου με την ουσία του Θεού, πράγμα που πολλοί νομίζουν, ότι διαβλέπουν στο ορθόδοξο δόγμα. Η κτιστή ανθρώπι­νη φύση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί με την άκτιστη θεία. Δεν μπορούν να χαθούν οι κτιστοί χαρακτήρες της, που την προσδιορίζουν ως πεπερασμένο δημιούργημα. Η μετάπτωση της αν­θρώπινης φύσεως στη θεία είναι αδύνατο να γίνει, δεδομένης της α­πειρίας και της απόλυτης υπερβατικότητος της ουσίας του Θεού, η όποια είναι απρόσιτη, ακοινώνητη και αμέθεκτη. Η θέωση δεν ση­μαίνει πανθεϊστική ανάχυση και απορρόφηση του κτιστού από το άκτιστο (παράδειγμα: μια σταγόνα ξύδι στον απέραντο ωκεανό), ένα εί­δος μονοφυσιτικής ουσιώσεως στο πέλαγος της θείας απειρίας. Ο άν­θρωπος σ’ αυτήν παραμένει άνθρωπος και ο Θεός, Θεός. Το πράγμα είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Κι όμως η θέωση, για την οποία μιλάμε, δεν είναι απλό σχήμα λόγου, ιδέα διά­κενη ή ψιλός συμβολισμός της ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, αλ­λά θέωση πραγματική, μεταφέρουσα όλο το σημαινόμενο της λέξεως. Ο άνθρωπος γίνεται θεός (με μικρό βέβαια θ). Και φυσικά δεν πρό­κειται περί παραδοξολογήματος, ούτε περί αντιφάσεως προς όσα ση­μειώσαμε πιο πάνω. Κατά την ορθόδοξη πίστη, η θέωση είναι ουσιώ­δης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ου­σία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, εί­ναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης. Η θεία ενέργεια είναι αληθινός Θεός, εκφράζει την απρόσιτη και ανέκφραστη θεία φύση και είναι εξωτερικά κοινωνητή και μεταδότη. Δι’ αυτής φα­νερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αγιάζονται οι λογικές φύσεις και συ­νάπτεται ο άνθρωπος με το Θεό. Άκτιστη χάρη και άκτιστη θεία ε­νέργεια είναι ταυτόσημες. Ο άνθρωπος, μετά από μακρά κάθαρση από την αμαρτία και την κόσμηση της ψυχής του διά των ουρανοδρόμων αρετών, ενούται με τη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας, με τη χάρη δηλαδή, λαμπρύνεται και θεοποιείται. Η ένωση αυτή του κτιστού με το άκτιστο δεν είναι απλή ηθική επαφή (αυτό στη χριστολογία έλεγε ο Νεστοριανισμός), αλλ ανάκραση πραγματική, περιχώρηση της αν­θρώπινης ουσίας από τη φωτεινή ενέργεια του Θεού. Με αυτή την έν­νοια θα λάμψουν οι δίκαιοι στη βασιλεία των ουρανών, όπως ο ήλιος (Ματθ. ιγ’ 43). Είναι θέωση κυριολεκτική, χωρίς αυτό να σημαίνει και πανθεϊστική ανάχυση των φύσεων. Έχουμε και παράδειγμα διασαφητικό, το οποίο χρησιμοποιούμε και στο πεδίο της χριστολογίας. Όπως στον πυρακτωμένο σίδηρο η φύση του μετάλλου με τη φύση της φωτιάς ενώνονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε να μη μπορείς να τα διαχωρίσεις, και ωστόσο παραμένουν καθ’ εαυτές αλώβητες (ο σίδηρος παραμένει σίδηρος και η φωτιά, φωτιά), έτσι κι εδώ το κτιστό πλάσμα ενώνεται βαθιά με την άκτιστη θεία ενέργεια, χωρίς να αποβάλει τη φύση του, προσλαμβάνοντας τη φωτιά του Θεού, στην οποία και θεοποιείται. Ο άνθρωπος γίνεται «χάριτι» θεός, αποκτά «κα­τά χάριν» εκείνο, που είναι «φύσει» ο Θεός.

Η θέωση είναι το τέρμα της πνευματικής εξελίξεως και τελειώσε­ως του άνθρωπου. Αρχομένη από την παρούσα ζωή, θα τελειωθεί στα έσχατα, στο χώρο της θείας βασιλείας, στον οποίο ολόλαμπρες κι ασ­τραφτερές στήλες θεώσεως θα είναι οι καταξιωμένες μορφές των αγίων. Όχι βέβαια κι οι φύσεις των αγγέλων, γιατί η θέωση άφορα μόνο τους ανθρώπους, για τους οποίους ο Χριστός απέθανε (Ρωμ. ε’ 8). Οι άγγελοι βρίσκονται ήδη στο στάδιο της αφθορης θείας δόξας.

Οι άνθρωποι, θείας φύσεως κοινωνοί (Β΄ Πετρ. α’ 4), και οι άγγε­λοι, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού(Εβρ. α’ 14), είναι το πνευ­ματικό επιτελείο της θείας βασιλείας. Οι πρώτοι, οι άγιοι, είναι σεπτά σκηνώματα της χάριτος. Τα λείψανα τους είναι ιερά, άξια ευλαβικής προσκυνήσεως και τιμής από μέρους των πιστών. Σ’ αυτά παραμένει η χάρη (=ενέργεια) του Θεού, η οποία τα κάνει άφθαρτα και θαυματουρ­γά. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιερές εικόνες των αγίων, που κοσμούν τους χώρους της θείας λατρείας. Οι άγιοι είναι αποδέκτες της προ­σευχής της Εκκλησίας, που μεταφέρουν τα αιτήματα των πιστών στο Θεό, προσευχόμενοι συγχρόνως και οι ίδιοι για τους επί γης αδελφούς τους, που αποτελούν τα μέλη της στρατευόμενης του Χριστού Εκκλη­σίας.

http://www.pemptousia.com