Ένας Άγιος μιλάει για…το κάπνισμα!


 

«Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία». Ποιός θα μπορούσε εδώ και μερικά χρόνια να φανταστεί ότι οι διαφημίσεις των τσιγάρων θα ήταν υποχρεωμένες να αναγράφουν την παραπάνω έντονη υπόμνηση! Η ζωή μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Μέχρι χθες ο δικτάτορας καπνός ήταν ο ισχυρότερος δυνάστης σε όλη την οικουμένη. Σήμερα, κατά περίεργη συγκυρία, η γενικότερη διαμφισβήτηση των απολυταρχιών συμπίπτει με την ολοένα και αυξανόμενη εξέγερση κατά της τυραννίας του τσιγάρου.

Η εξέγερση αυτή, όπως πάντα σε κάθε επανάσταση, είχε τους προ­δρόμους της. Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει αν πληροφορηθούμε, ότι ένας απ’ αυτούς ήταν άγιος της Εκκλησίας μας. Εδώ και 190 χρόνια ο αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης (+1809) έγραψε εναντίον του καπνίσματος, απευθυνόμενος κυρίως στους ιερωμένους. Στη συνέχεια δίνουμε μερικά αποσπάσματα από το σχετικό δισέλιδο κείμενο του.

Αντιγράφουμε κατ’ αρχάς τον πρόλογό του, γιατί μας βάζει στο κλίμα της εποχής: «Εδώ σε υπομιμνήσκω, ω αναγνώστα, και την κακήν χρήσιν, την οποίαν κάμνουσι σήμερον, όχι μόνον λαϊκοί, αλλά και ιερωμένοι και Αρχιερείς, εις το χόρτον το καλούμενον Νικοτιανην, το οποίον ευρεθέν εις μίαν επαρχίαν της Βορείου Αμερικής καλουμένην Ανθέαν, και προσφερθέν υπό του πρέσβεως του Πορτογάλου, ως εν θαύμα του νέου κόσμου, προς την Αικατερίνην, βασίλισσαν της Γαλλίας, ωνομάσθη εξ αυτής διά τούτου του υψηλού τίτλου, «χόρτον βασιλικόν» εστί δε τούτο, ο κοινώς παρά πάντων λεγόμενος καπνός». Οι λόγοι που προβάλλει ο αγ. Νικόδημος κατά της χρήσεώς του είναι τρεις: «Α’ διότι αύτη η μεταχείρισις είναι εναντία εις την χρηστοήθειαν…, Β’ διότι αύτη είναι ανοίκειος εις τον υψηλόν χαρακτήρα της Ιερωσύνης… και Γ’ διότι είναι εναντίον εις την υγείαν του σώματος».

Στον πρώτο λόγο, αφού καταφερθεί ο άγιος εναντίον της τότε συνήθειας να εισροφαται ο ταμπάκος με τη μύτη και να αποβάλλεται με αλλεπάλληλα άκοσμα φτερνίσματα, συνεχίζει: «Το φρικωδέστερον όμως θέαμα, είναι το να βάλλη τις εις το στόμα του, το στόμιον τετορνευμένου τινός και βρωμερού κέρατος ή καλαμίου καί εξ εκείνου του λαυρώδους και κεκαπνισμένου ξύλου να καταρροφά την ταρταρώδη αναθυμίασιν του καπνού διά του λάρυγγός του, και εξατμίζων αυτήν, να εκβάλλη ως καμίνου καιομένης, καπνόν εκ του στόματος και από των μυκτήρων…». Στον δεύτερο λόγο εξηγεί γιατί το κάπνισμα είναι ασυμβίβαστο με την ιεροπρέπεια των κληρικών και ενημερώνει ότι στο «ευσεβέστατον βασίλειον της Ρωσίας είναι νόμος απαράβατος, το να μη μεταχειρίζωνται όλως έμπροσθεν των ανθρώπων καπνόν, όλα τα τάγματα των ιερωμένων κληρικών…».

Στον τρίτο λόγο λέει τα εξής: «…η κακή και υπερβολική μεταχείρισις του καπνού, είναι εναντία εις αυτήν ακόμη την υγείαν του σώματος· διότι πολλοί τούτον συχνώς μεταχειριζόμενοι, ευρέθησαν μετά θάνατον, έχοντες τα σπλάγχνα κεκαυμένα και τον εγκέφαλον εξηραμμένον και κεκαπνισμένον». Στη συνέχεια εξηγεί τα λεγόμενά του με βάση τις τότε γνώσεις της ιατρικής. Γράφει: «…επειδή ο εγκέφαλος συνεχώς αναρροφων τον καπνόν, όχι μόνον καταδαπανά τον περιττόν χυμόν, αλλά και τον φυσικόν ακόμη και συστατικόν του· όθεν δεν είναι τις σχεδόν, εξ όσων μεταχειρίζονται συνεχώς το χόρτον τούτο, να μη ομόλογη, ότι η χρήσις αυτού είναι περισσότερον μία κακία, παρά χρεία, και να μη καταδικάζη διά τούτο τον εαυτόν του. Αλλά και οι ηθικοί φιλόσοφοι όλοι κοινώς κατηγορούσι την συνεχή και έμπροσθεν εις τους άλλους μεταχείρισιν του καπνού ως χυδαίαν και αγροίκον».

Και ο αγώνας συνεχίζεται… Με περισσότερε: πάντως ελπίδες από άλλοτε.

 

(Ηλία Α. Βουλγαράκη, «Στιγμιότυπα από την εποχή των Πατέρων»)

 

 

Advertisements

Ο ασκητής και ο ληστής.


Ήταν ένας γέροντας ασκητής  και αναχωρητής, ο οποίος ασκήτευσε σ’ ένα έρημο τόπο 70 χρόνια με νηστεία, παρθενία και αγρυπνία. Στα τόσα  δε χρόνια που δούλευε στο Θεό δεν αξιώθηκε να δει καμία οπτασία και αποκάλυψη εκ Θεού. Και σκέφθηκε, λέγοντας τούτο: «Μήπως για καμίαν αφορμή που  δεν ξέρω εγώ δεν αρέσει του Θεού η άσκησή μου, και η εργασία μου είναι απαράδεκτη· γιά τούτο δεν μπορώ να έχω  αποκάλυψη και να δω κανένα μυστήριο:».

Αυτά λογιζόμενος ο γέροντας  άρχισε  να δέεται και να παρακαλεί το Θεό περισσότερο, προσευχόμενος και λέγοντας: «Κύριε εάν σου αρέσει η άσκησή μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαί σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, να χαρίσεις και σε μένα κάποιο από τα χαρίσματά σου, για να πληροφορηθώ με μία φανέρωση ενός  μυστηρίου ότι άκουσες τη δέησή μου,  για να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητική μου ζωή». Ενώ τα έλεγε αυτά  ο άγιος γέροντας και παρακαλούσε,  άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: «Αν  και αγαπάς και θέλεις να δεις τη δόξα μου, πήγαινε μέσα στη βαθύτατη έρημο και θα σου  αποκαλυφθούν  μυστήρια».

Όταν  άκουσε αυτή τη φωνή ο γέροντας, βγήκε από το κελλί του. Αφού  απομακρύνθηκε, τον συνάντησε ένας ληστής, ο οποίος όταν είδε τον άββα, όρμησε με βία εναντίον του, θέλοντας να τον σκοτώσει. Όταν τον  έπιασε, του είπε : «Σε καλή ώρα σε συνάντησα, Γέροντα, για να τελειώσω την εργασία  μου και να σωθώ. Διότι εμείς οι ληστές έχουμε τέτοια συνήθεια και τέτοιο νόμο και πίστη. Ότι όποιος μπορέσει να κάνει εκατό φόνους, πηγαίνει στο παράδεισο. Εγώ, μετά από πολλούς κόπους έως τώρα έκανα ενενήντα εννιά φόνους. Μου λείπει ακόμα ένας για να  τελειώσω την εκατοντάδα μου και να σωθώ. Λοιπόν, σου χρωστάω   μεγάλη χάρη και σε ευχαριστώ, γιατί σήμερα για σένα θ’ απολαύσω τον παράδεισο».

Όταν άκουσε τα λόγια  του ληστή ο γέροντας, ξαφνιάστηκε και τρόμαξε με το ξαφνικό και ανέλπιστο πειρασμό. Και αφού με το νου του κοίταξε προς το Θεό  σκέφτηκε και είπε: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, που θέλησες να δείξεις σε μένα το δούλο σου; Τέτοια συμβουλή  έδωσες σε μένα τον αμαρτωλό, να βγω από το κελλί μου για να με πληροφορήσεις τέτοιο   φοβερό μυστήριο; Με τέτοιες δωρεές αμείβεις τους κόπους της ασκήσεως που έκανα για σένα; Τώρα αληθινά γνώρισα, Κύριε, ότι όλος ο κόπος της ασκήσεώς μου ήταν μάταιος· και όλες οι προσευχές μου θεωρήθηκαν από σένα  σίχαμα και βδέλυγμα. Όμως ευχαριστώ τη φιλανθρωπία σου. Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την αναξιότητα μου, όπως μου πρέπει, για τις αμέτρητες αμαρτίες μου και με παρέδωσες στα χέρια του ληστή και φονιά».

Αυτά λέγοντας ο γέροντας  λυπημενος δίψασε πολύ και είπε  στο ληστή: «Παιδί μου, επειδή με το να είμαι αμαρτωλός, με παρέδωσε ο Θεός  στα χέρια σου να με θανατώσεις και να γίνει  έτσι η επιθυμία σου, όπως το θέλησες, και εγώ στερούμαι τη ζωή, σαν κακός άνθρωπος που είμαι, γι’ αυτό σε παρακαλώ  κάνε μου μία χάρη και ένα πολύ μικρό θέλημα και δος μου λίγο νερό να πιω, και μετά  αποκεφάλισέ με». Όταν  άκουσε ό ληστής το λόγο  του γέροντα, θέλοντας με προθυμία να εκπληρώσει την επιθυμία του, έβαλε στη θήκη το σπαθί, που κρατούσε, και έβγαλε από τον κόρφο του ένα δοχείο και πήγε στο ποτάμι που ήταν εκεί κοντά  και έσκυψε να το γεμίσει, για να φέρει στο γέροντα να πιεί. Και εκεί που προσπαθούσε να γεμίσει το αγγείο,  πέθανε. Όταν πέρασε λίγη ώρα και δεν ερχόταν ο ληστής, σκεπτόταν ο γέροντας και έλεγε: «Μήπως και ήταν νυσταγμένος και έπεσε και αποκοιμήθηκε και για αυτό αργεί και έτσι μπορώ νά φύγω και να πάω στο κελλί μου; Επειδή όμως είμαι γέρος, φοβάμαι, γιατί δεν έχω δύναμη να τρέξω, θα κουραστώ  και θα με προφθάσει,  και στο θυμό του θα με τυραννήσει χωρίς λύπη κόβοντάς με ζωντανό σε πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αλλά ας πάω  στο ποτάμι, να δω τί κάνει». Πήγε λοιπόν ο γέροντας με­ τέτοιες σκέψεις και τον βρήκε πεθαμένο. Όταν τον είδε γέμισε θαυμασμό   και έκπληξη. Και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό έλεγε: «Κύριε φιλάνθρωπε, εάν δεν μου  αποκαλύψεις  το μυστήριο αυτό, δεν κατεβάζω τα χέρια μου. Λυπήσου λοιπόν τον κόπο μου και φανέρωσέ μου αυτό το πράγμα».

Ενώ  προσευχόταν ο γέροντας, ήλθε Άγγελος Κυρίου και του είπε: «Βλέπεις, αββά, αυτόν που βρίσκεται μπροστά  σου πεθαμένος; Εξαιτίας  σου πέθανε με  αιφνίδιο θάνατο, για να γλυτώσεις εσύ και να μη σε θανατώσει. Λοιπόν θάψε τον ως ένα σωσμένο. Διότι η υπακοή που έκανε  σε σένα και έκρυψε το φονικό σπαθί  στη θήκη του, γιά να πάει να σου φέρει νερό, να σβήσει τη φλόγα της δίψας σου, με αυτό το έργο καταπράυνε την οργή του Θεού και τον δέχθηκε ως εργάτη της υπακοής. Και η ομολογία των ενενήντα εννέα φόνων θεωρήθηκε ως εξομολόγηση. Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τους σωσμένους. Και γνώρισε απ’ αυτό το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαχνίας του Θεού. Καί πήγαινε χαίροντας στο κελλί σου και να είσαι πρόθυμος  στις προσευχές σου και να μη λυπάσαι και να λες, ότι πως είσαι αμαρτωλός και στερημένος από αποκάλυψη. Γιατί όπως είδες σου  απεκάλυψε  ο Θεός ένα μυστήριον. Να ξέρεις  δε και τούτο, ότι όλοι οι κόποι της ασκήσεως σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού· διότι δεν υπάρχει  κανένας κόπος που γίνεται για το Θεό και να απορρίπτεται απ’ αυτόν». Αφού  άκουσε αυτά ο  γέροντας  έθαψε τον νεκρό.

 

(Από χειρόγραφο «Γεροντικό», της Ι. Μονής Φιλοθέου)

Αρχή της Ινδίκτου-Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη.

+ Βαρθολομαίος

Ελέωι Θεού Αρχιεπίσκοπος

Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης

και Οικουμενικός Πατριάρχης

Χάριν και Ειρήνην

παρά του Δημιουργού πάσης της κτίσεως Κυρίου

και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

* * *

 

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

 

 

Η Χάρις του Θεού καταξιώνει ημᾶς σήμερον όπως εναρξώμεθα ενός εισέτι εκκλησιαστικού έτους, ενός εισέτι εορτολογικού κύκλου, εντός των ευλογημένων ευκαιριών του οποίου καλούμεθα να καταβάλλωμεν αγώνα πνευματικόν διά να αξιοποιήσωμεν καλλίτερον την δοθείσαν ημίν δυνατότητα του γενέσθαι «καθ’ ομοίωσιν» Θεού ώστε να καταστώμεν και ημείς άγιοι Αυτού.

Η σημερινή όμως ημέρα, η 1η Σεπτεμβρίου, η πρώτη του νέου εκκλησιαστικού έτους, είναι αφιερωμένη, πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και εις την προσευχήν διά το φυσικόν περιβάλλον. Η δε πρωτόβουλος αύτη απόφασις ουδόλως τυγχάνει άσχετος προς την ανωτέρω σημειολογίαν της σημερινής ημέρας, καθώς ο πνευματικός αγών ο οποίος επιφέρει την καλήν αλλοίωσιν του ανθρώπου συμβάλλει και εις την βελτίωσιν των σχέσεών του προς το περιβάλλον και εις την καλλιέργειαν της ευαισθησίας του ανθρώπου υπέρ της προστασίας και διαφυλάξεως αυτού.

Δοξολογούμεν, λοιπόν, σήμερον το άγιον όνομα του Θεού, διότι εχάρισεν εις την ανθρωπότητα και διατηρεί και συνέχει την φύσιν, ως το καταλληλότατον περιβάλλον διά την εν αυτώ υγιεινήν ανάπτυξιν του σώματος και του πνεύματος του ανθρώπου. Ταυτοχρόνως δεν δυνάμεθα όμως να παρασιωπήσωμεν και το γεγονός, ότι ο άνθρωπος δεν τιμά πρεπόντως την δωρεάν ταύτην του Θεού και καταστρέφει το περιβάλλον, εκ πλεονεξίας ή εξ άλλων εγωϊστικών επιδιώξεων.

Το περιβάλλον ημών αποτελείται, ως γνωστόν, εκ του εδάφους, των υδάτων, του ηλίου, του αέρος αλλά και εκ της πανίδος και της χλωρίδος. Ο άνθρωπος δύναται να εκμεταλλεύηται προς ίδιον όφελος την φύσιν μέχρις όμως ενός ορίου, ώστε να διασφαλίζηται η αειφορία, ήτοι η δυνατότης αναπαραγωγής των καταναλωθέντων ενεργειακών πόρων αλλά και των εμβίων, αλόγων, κτισμάτων. Άλλωστε, η καλώς εννοουμένη εκμετάλλευσις της φύσεως αποτελεί και εντολήν του Θεού προς τον άνθρωπον, προ και μετά την πτώσιν αυτού. Η υπέρβασις όμως του ορίου τούτου, ήτις δυστυχώς αποτελεί φαινόμενον των δύο τελευταίων αιώνων εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους, καταστρέφει την αρμονίαν των φυσικών συνισταμένων του περιβάλλοντος και οδηγεί εις τον κορεσμόν και την νέκρωσιν της δημιουργίας, αλλάκαι αυτού τούτου του ανθρώπου, ο οποίος δεν δύναται να επιβιώσῃ εντός απερρυθμισμένων εις βαθμόν μηαναστρέψιμον οικοσυστημάτων. Αποτέλεσμα δε του φαινομένου τούτου είναι η εμφάνισις και εξάπλωσις ασθενειών προκαλουμένων υπό του, ανθρωπίνῃ ευθύνῃ, μολυσμού των διατροφικών αγαθών.

Εις τας ημέρας μας, ορθώς μεν τονίζεται η μεγάλη σημασία των δασών και εν γένει της χλωρίδος διά την αειφορίαν του γηΐνου οικοσυστήματος ως και την διασφάλισιν των υδατίνων πόρων, αλλά δεν πρέπει να υποτιμάται και η μεγάλη συμβολή των ζώων εις την εύρυθμον λειτουργίαν αυτού. Τα ζώαανέκαθεν υπήρξαν φίλοι του ανθρώπου και οι υπηρέται των ανθρωπίνων αναγκών καθώς παρείχον και παρέχουν εις αυτόν τροφήν, ένδυσιν, μεταφορικόν έργον αλλά και προστασίαν και συντροφικότητα. Στενωτάτη είναι η σχέσις του ανθρώπου με τα ζώα, ως καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αυτά επλάσθησαν την ιδίαν ημέραν με αυτόν (Γεν. 1, 24-31) η και εκ της δοθείσης υπό του Θεού εντολής εις τον Νώε όπως διασώσῃ εν ζεύγος εξ εκάστου είδους από τον επικείμενον κατακλυσμόν (Γεν. 6, 19). Τυγχάνει χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ο Θεός επιδεικνύει ιδιαιτέραν μέριμναν διά την διάσωσιν του ζωϊκού βασιλείου.  Εις τοὺς βίους των Αγίων αναφέρονται πολλαί διηγήσεις διά τας αρίστας σχέσεις μεταξὺΑγίων και αγρίων ζώων, τα οποία υπό άλλας συνθήκας δεν διατηρούν φιλικάς σχέσεις προς τονάνθρωπον. Βεβαίως αυτό δεν οφείλεται εις την κακήν φύσιν των, αλλά εις την αντίστασιν του ανθρώπου προς την Χάριν του Θεού και την συνεπακόλουθον συγκρουσιακήν σχέσιν αυτού μετά των στοιχείων και των αλόγων εμβίων όντων της φύσεως. Άλλωστε, συνέπεια της διαταράξεως της σχέσεως των πρωτοπλάστων προς τον Δημιουργόν των και Θεόν ήτο και η διατάραξις των σχέσεων αυτών μετά του περιβάλλοντος: «επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου· εν λύπαις φάγηι αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου· ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φάγηι τον χόρτον του αγρού. Εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγηι τον άρτον σου έως του αποστρέψαι σε εις την γην, εξ ής ελήμφθης·» (Γεν. 3, 17-19) Η ειρήνευσις τουανθρώπου μετά του Θεού συνεπάγεται και την ειρήνευσιν αυτού μετά των στοιχείων της φύσεως.

Είναι φανερόν, κατόπιν τούτων, ότι η αγαθή σχέσις του ανθρώπου προς το περιβάλλον αναπτύσσεταιόταν παραλλήλως αναπτύσσηται αγαθή σχέσις αυτού προς τον Θεόν. Τυγχάνει γνωστή η αφήγησις του Συναξαριστού περί της εμπειρίας του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών απεφάσισεν, καθοδηγηθείς υπό Αγγέλου Κυρίου, να πορευθήι ενδότερον της ερήμου προς αναζήτησιν και άλλου αναχωρητού, του Οσίου Παύλου του Θηβαίου, ίνα λάβηι παρ’ αυτού ωφέλειαν πνευματικήν. Πορευθείς επί τριήμερον εις αναζήτησιν αυτού και ιχνηλατήσας σημεία θηρίων αγρίων συνήντησε λέοντα, ο οποίος υπεκλίθη ήρεμος έμπροσθέν του και ποιήσας μεταβολήν ωδήγησε τον Μέγαν Αντώνιον εις το σπήλαιον του Οσίου Παύλου, ένθα εύρεν αυτόν διακονούμενον υπό θηρίων. Κόραξ εκόμιζεν αυτώ τον επιούσιον άρτον! Την ημέραν μάλιστα της επισκέψεως του Μεγάλου Αντωνίου εκόμισεν εις αυτόν διπλήν μερίδα μεριμνήσας και διά τον επισκέπτην αυτού! Οι Άγιοι ούτοι είχον αναπτύξει αγαθήν σχέσιν μετά του Θεού, διό και είχον φιλικάς σχέσεις προς πάντα τα ζώα της φύσεως. Η δημιουργία αυτής τηςαγαθής σχέσεως προς τον Θεόν πρέπει να προτάσσηται ως το κύριον μέλημά μας, και υπηρέτης αυτής της προοπτικής πρέπει να είναι η αγαθή σχέσις μας προς το ζωϊκόν, το φυτικόν και το άψυχον περιβάλλον μας. Υπό την προοπτικήν αυτήν η ζωοφιλία δεν θα αποτελῇ στείραν κοινωνικήν εκδήλωσιν συμπαθείας προς τα προσφιλή μας ζώα, πολλάκις συνοδευομένην δυστυχώς και υπό αναλγησίας διά τον πάσχοντα συνάνθρωπον, την εικόνα του Θεού, αλλά θα είναι αποτέλεσμα της αγαθής σχέσεώς μας προς τον Δημιουργόν του παντός. Είθε ο Δημιουργός του καλού λίαν σύμπαντος και του καλού λίαν γηΐνου οικοσυστήματος να εμπνεύσηι όλους ημᾶς να συμπεριφερώμεθα ευσπλάχνως προς άπαντα τα στοιχεία της φύσεως, με καρδίαν ελεήμονα υπέρ πάντων αυτών, ανθρώπων, ζώων και φυτών,  ως και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος λέγει, απαντών εις την ερώτησιν: “Τί εστι καρδία ελεήμων;”. “Καρδία ελεήμων εστί, καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών, και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδρᾶς ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται ηκαρδία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι, ή ακούσαι, ή ιδείν βλάβην τινά, ή λύπην μικράν εν τηι κτίσει γενομένην” (Αββά Ισαάκ του Σύρου, Άπαντα τα ευρεθέντα σχετικά, Λόγος ΠΑ’).

Διά της τοιαύτης ευσπλαχνίας ημών προς άπασαν την κτίσιν θα τιμήσωμεν το θεόσδοτον αξίωμα ημών ως αρχηγών της Κτίσεως, ενδιαφερομένων μετά πατρικής στοργής υπέρ πάντων των στοιχείων αυτής, τα οποία ούτω θα μᾶς υπακούουν αισθανόμενα την αγαθοεργόν διάθεσίν μας, και θα πειθαρχούν εις τηνεπιτέλεσιν της φιλανθρώπου και υπηρετικής των αναγκών μας αποστολής των.

,βια΄ Σεπτεμβρίου α΄

Τη α΄του μηνός Σεπτεμβρίου Αρχή της Ινδίκτου,ήτοι του νέου εκκλησιαστικού έτους


Τι σημαίνει -Ινδικτιών

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπό τή λατινική λέξη «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμός – δηλαδή τήν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπό τήν συνήθεια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων νά ὁρίζουν διά θεσπίσματος γιά διάστημα δεκαπέντε χρόνων τό ποσό τοῦ ἐτήσιου φόρου, πού εἰσέπρατταν αὐτή τήν ἐποχή γιά τή συντήρηση τοῦ στρα­τοῦ. Κατ’ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νά ὀνομάζονται ἰνδικτιῶνες καί οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοί κύκλοι πού ἄρχισαν ἐπί Καίσαρος Αὐγού­στου, τρία χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Γιατί ο Σεπτέμβριος θεωρείται αρχή του Εκκλησιαστικού έτους.

Ἐπειδή ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχή συγκομιδῆς καρπῶν καί προετοιμασίας γιά τό νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νά ἑορτά­ζουν οἱ χριστιανοί τήν ἀρχή τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδίδοντας εὐχαριστίες στόν Θεό γιά τήν εὔνοιά του πρός τήν κτίση. Εἶναι αὐτό πού ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Μω­σαϊκοῦ νόμου· τήν πρώτη δηλαδή μέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχές Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τήν ἑορτή τῆς Νεομηνίας ἤ τῶν Σαλπίγγων, κατά τήν ὁποία ἐσχόλαζαν ἀπό κάθε ἐργασία, γιά νά προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμήν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευιτ. 23,18).

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεύς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιά νά ἀποκαταλλάξει τά πάντα εἰς Ἑαυτόν καί νά συναγάγει Ἰουδαίους καί Ἐθνικούς σέ μία Ἐκκλησία, ἤθελε νά ἀνακαφαλαιώσει ἐν ἑαυτῷ τόν αἰσθητό κόσμο καί τό γραπτό Νόμο. Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στή Συναγωγή καί ἀνοίγο­ντας τό βιβλίο τοῦ Ἠσαΐου ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ’ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνε­κεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με (…), κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).

Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπί τό αὐτό», ἀναπέ­μπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖ­ος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.

*  *  *Συναξάριο της α΄Σεπτεμβρίου.

Tῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν ΣΥΜΕΩΝ τοῦ ΣΤΥΛΙΤΟΥ τοῦ ἐν τῇ Μάνδρᾳ, τοῦ ἐπιλεγομένου ΠΑΛΑΙΟΥ.

*  *  *

Mνήμη τῆς ὁσίας MΑΡΘΑΣ, μητρός τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Στυλίτου.

*  *  *

Mνήμη τοῦ δικαίου IΗΣΟΥ τοῦ NΑΥΗ.

*  *  *

Mνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων καί αὐταδέλφων ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑΣ, EΥΟΔΟΥ, KΑΛΛΙΣΤΗΣ καί EΡΜΟΓΕΝΟΥΣ, ξίφει τελειωθέντων.

*  *  *

Mνήμη τῆς ὁσίας EΥΑΝΘΙΑΣ, ἐν εἰρήνῃ τελειωθήσης.

*  *  *

Mνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν MΕΛΕΤΙΟΥ τοῦ νέου, τοῦ ἐν τῷ ὄρει τοῦ ΚΙΘΑΙΡΩΝΟΣ ἀσκήσαντος καί ἐν εἰρήνῃ τελειωθέντος.

*  *  *

Mνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος AΓΓΕΛΗ, τοῦ ἐν Kωνσταντι­νουπόλει μαρτυρήσαντος κατά τό ‚αχπ΄ (1680) ἔτος, ξίφει τελειωθέντος.

*  *  *

Μνήμη τῶν ἁγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ καί ΑΜΜΟΥΝ τοῦ διακόνου καί διδασκάλου αὐτῶν.

Οἱ Ἅγιες αὐτές γυναῖκες ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-324) στήν Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης. Ὁ ἡγεμών τῆς περιοχῆς Βάβδος τίς συνέλαβε ὡς χριστιανές καί τίς προέτρεπε νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα. Ἡ Κελσίνα, μία ἐξ αὐτῶν καί ἡ πρώτη τῆς πόλεως, μετά τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς της τίς ἐσύναξε ὅλες στήν οἰκία της μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους, διάκονο ἅγιο Ἀμμούν, γιά νά ἐνισχυθοῦν πρός τό μαρτύριο. Ὁ Ἀμμούν πῆρε τό χαρτί μέ τά ὀνόματά τους καί τά διάβασε δυνατά ἕνα-ἕνα. Ὕστερα εἶπε: «Ἀγωνισθῆτε ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ μαρτυρίου, διότι ἔτσι θά καθίσει καί ὁ Δεσπότης Χριστός στήν πύλη τῆς οὐρανίου βασιλείας καί θά σᾶς προσκαλεῖ μία-μία κατ’ ὄνομα, γιά νά σᾶς ἀποδώσει τόν στέφανο τῆς αἰωνίου ζωῆς».

Ὅταν καί πάλι τίς ἀνέκρινε ὁ ἡγεμών, ὁμολόγησαν ὅλες σταθερά τήν πίστη τους. Μέ τήν προσευχή τους συνέτριψαν τά εἴδωλα καί ὁ ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἀνυψώθηκε στόν ἀέρα, μέχρις ὅτου, βασα­νι­ζόμενος ἀπό πύρινους ἀγγέλους, ἔπεσε νεκρός στή γῆ. Τότε ὁ Βάβ­δος πρόσταξε νά κρεμάσουν τόν ἅγιο Ἀμμούν, νά τοῦ ξύσουν τίς πλευρές, νά καύσουν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες καί νά τοῦ φορέσουν στήν κεφαλή χάλκινη πυρακτωμένη περικεφα­λαία.

Ἐπειδή ὁ ἅγιος διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, ὁδη­γήθηκε μαζί μέ τίς μαθήτριές του ἀπό τή Βερόη (σημερ. Στάρα Ζαγορά τῆς Βουλγαρίας) στήν Ἡράκλεια, στόν βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ ὁδόν ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τούς ἐνεθάρρυνε. Φθάνοντας στήν πόλη πῆγαν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν κατατεθεῖ τά τίμια λείψανα τῆς ἁγίας μάρτυρος Γλυκερίας. Ἐνῶ διανυκτέρευαν ἐκεῖ προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε ἡ Ἁγία λέγοντας: «Καλῶς ἤλθατε, ἅγιες δοῦ­λες τοῦ Θεοῦ! Πρό πολλοῦ περίμενα τήν λαμπρή ἐν Χρι­στῷ συνοδία σας, γιά νά χορεύσωμε στεφανωμένες ὅλες μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγ­γέλους στήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο μέχρις αἵματος ὁμο­λογήσαμε».

Στήν Ἡράκλεια τούς ἔρριξαν στά θηρία. Οἱ ἅγιες γυναῖκες μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους προσηύχοντο ὄρθιες μέ ὑψωμένα τά χέρια, τά δέ θηρία κατελήφθησαν ἀπό ὕπνο καί δέν τούς ἤγγισαν. Τήν ὥρα πού οἱ στρατιῶτες ἄναβαν φωτιά γιά νά τίς ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στόν ἀσεβῆ Λικίνιο τήν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου Κων­σταντίνου, τή νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν κατάργηση τῆς εἰδω­λολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί δέκα ἀπό αὐτές πήδησαν ἀγαλλόμενες μέσα στίς φλόγες ὑ­μνῶντας τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐδρόσισε τό πῦρ. Ἔτσι, αὐτές μέν ἐτε­λειώ­θησαν ἐν εἰρήνῃ στήν πυρά, ὀκτώ δέ ἀποκεφαλίσθησαν μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους Ἀμμούν. Ἀπό τίς ὑπόλοιπες οἱ δήμιοι ἄλλες κατέσφαξαν καί σέ ἄλλες ἔβαλαν στό στόμα πυρακτωμένα σίδερα.

Τά ὀνόματά τους ἔχουν διασωθεῖ στό ἀρχαῖο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) καί εἶναι: Λαυρεντία ἡ διά­κονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (ἤ Θεόκλεια), Δωροθέα, Εὐτυχιανή, Θέκλα, Ἀρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Εὐλαλία (ἤ Εὐ­θυ­μία), Λαμπροτάτη, Εὐφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ἀκυλί­να, Θεοδούλη, Ἁπλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παῦλα, Ἰουλιάνα, Ἀμπλι­ανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ἤ Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Ἀγαθονίκη, Ἰούστα, Εἰ­ρή­νη, Ματρῶνα (ἤ Ἀγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Ἄννα (ἤ Ἀνθοῦ­σα).

Ὡστόσο, στήν ἀσματική Ἀκολουθία καί σέ νεότερους Συναξαριστές ἀπαντοῦν τά ἑξῆς ὀνόματα: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβή, Ἀντιγόνη, Ἀριβοία, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρα­σμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θε­ανόη, Θε­όνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐ­ρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπ­­φώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω καί Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, ῾Εορ­τολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, Ἀπο­στολική Διακονία, ἔκδ. Δ΄, 1997, σελ. 23 ὑποσ.).

ΠΗΓΗ.

[Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. A΄ Σεπτέμβριος (Ὁρμύλια: Ἱ. Κοιν. Εὐαγγ. Θεοτόκου, 2007), 1-3, 11-13].