«Εις μνημόσυνον Γέροντος Αθανασίου Φακίνου».

Εισαγωγικά.

Συμπληρώνονται σήμερα,Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015,δύο χρόνια από την κοίμηση του Γέροντος Αθανασίου Φακίνου.Ο μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος υπηρέτησε την Εκκλησία για πάνω από σαράντα  χρόνια,διακονώντας αυτή από την τοπική εκκλησία της Άρτας.Η κοίμηση του π.Αθανασίου άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό και έκανε πολλούς  να νιώσουν σε βάθος και πλάτος τον  βαθύ πόνο  της πνευματικής ορφάνιας. Κάθε φορά που η στρατευομένη εκκλησία στερείται μελών « πεπλησμένων σοφίας, πείρας εκκλησιαστικής και εκκλησιαστικού φρονήματος» αισθανόμαστε, όσοι μένουμε πίσω, περισσότερο και την αναξιότητά μας και την ελάχιστότητά μας.

Αναδημοσιεύουμε στη συνέχεια παλιότερο αφιερωματικό άρθρο μας ως έλάχιστο φόρο τιμής στον μακαριστό Γέροντα.

Ευχόμαστε ο δικαιοκρίτης Θεός να αναπαύσει εν «σκηναίς δικαίων» τον μακαριστό Γέροντα και να είναι η μνήμη του αιωνία και άληστος.

π.Δημήτριος Αθανασίου

1194244

Έγνων  εν Άρτη άνθρωπον του Θεού..

Η σύγχρονη ποιμαντική ωφελείται τα μέγιστα αν αναζητά  μέσα στο ιστορικό «παρόν» της Εκκλησίας, πρότυπα  στους δρόμους της διακονίας του λαού του Θεού.

Γράφει χαρακτηριστικά  ένας από τους σύγχρονους υπηρέτες του ποιμαντικού στοχασμού.

«…πολλά ρυάκια ποτίζουν το πνευματικό έδαφος της πατρίδος μας, όχι μόνο τα παλιότερα χρόνια, αλλά και κατά τους τελευταίους δύσκολους καιρούς. Τα περισσότερα από αυτά είναι άγνωστα, οι πολλοί δεν τα προσέχουν και οι αρμόδιοι δεν τα παρουσιάζουν… Κοινό γνώρισμά τους είναι ότι αγάπησαν ιδιαίτερα τον Σαρκωμένο Θεό, ένιωσαν βαθιά το μήνυμά του και προσπάθησαν να το μεταδώσουν ζωντανό στον διψασμένο κόσμο…Κάτι τέτοιες πνευματικές καταβολές πρέπει να τις προσέχει ιδιαίτερα η ιστορία και η ιστοριογραφία.Η τελευταία δεν συντίθεται μόνο από το υλικό επισήμων αρχείων και διοικητικών πράξεων. Την υφαίνουν μάλλον οι ήρεμες και γόνιμες  προσφορές των αληθινών εκείνων ανθρώπων που λαχτάρησαν τον Θεό κι έζησαν γνήσια το Ευαγγέλιο και το μετέδωσαν ως Ορθοδοξία και Ορθοπραξία..»(π.ΗλίαςΜαστρογιαννόπουλος).

Ο ερευνητής στέκεται με σεβασμό και ευλάβεια στα άγνωστα αυτά «ρυάκια», τους πατέρες αυτούς δηλαδή που προικισμένοι με το χάρισμα της πνευματικής αναγέννησης και καθοδήγησης ψυχών, υιοθέτησαν το ορθόδοξο ήθος των παλιότερων και έγιναν σύγχρονοι πατέρες, σύμβουλοι της νεοελληνικής οικογένειας, ποτίζοντας με τα νάματα της Χάριτος του Χριστού ανθρώπινες διψασμένες ψυχές.

Οι ιερές  μνήμες της ζωής τους λειτουργούν στην συνείδησή μας παραμυθητικά, θεραπευτικά, διδακτικά και αναζωογονητικά.

Στην κατηγορία αυτή των νεότερων καθηγητικών μορφών, που συνέχισαν την μακραίωνη παράδοση της πνευματικής πατρότητας, ανήκει και η προσωπικότητα του πολυσέβαστου μακαριστού Γέροντος π. Αθανασίου Φακίνου.

Ό,τι γράφεται στην συνέχεια είναι μία πρώτη προσπάθεια σκιαγράφησης της πνευματικής προσωπικότητας του μακαριστού Γέροντα. Βασίζεται αποκλειστικά σε προσωπικές εμπειρίες και πληροφορίες του γράφοντα,χωρίς  την παρουσίαση γεγονότων, μαρτυριών  και εμπειριών άλλων προσώπων για την αποφυγή ποικίλλων παρεξηγήσεων και ενστάσεων.

Έτσι δεν παρουσιάζουμε το χάρισμα της προσευχής, το χάρισμα των ιαμάτων από σοβαρές πνευματικές ασθένειες και άλλα χαρίσματα του Γέροντα. Ίσως μελλοντική έρευνα και καταγραφή μάς δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε και αυτές τις πτυχές της προσωπικότητας του μακαριστού πατρός.

Γι’ αυτό λοιπόν, εκ προοιμίου, η προσπάθεια αυτή είναι ΑΤΕΛΗΣ.

Αποτελεί όμως μία πρώτη απόπειρα σκιαγραφήσεως της πνευματικής-ποιμαντικής φυσιογνωμίας του μακαριστού Γέροντα.

Αυτό πιστεύουμε ότι επιβάλλεται στις μέρες μας, καθότι τέτοιες  προσωπικότητες αποτελούν σύγχρονο πνευματικό θησαύρισμα  και ο τρόπος της διακονίας τους αποτελεί παρακαταθήκη ζωής και μεγάλη πνευματική κληρονομιά προς αξιοποίηση  και  για εκείνους που συνεχίζουν το έργο τους και για όσους τις γνώρισαν.

Η έννοια του Γέροντος

Αρχικά η έννοια και ο θεσμός του Γέροντος ή Αββά ήταν συνδεδεμένος με τον μοναχικό βίο. Ο κάθε υποψήφιος ή δόκιμος μοναχός(ο υποτακτικός) είχε τον Γέροντά του δηλ.έναν έμπειρο και σοφό παλιότερο μοναχό για να τον καθοδηγεί στον ασκητικό βίο. Σε αυτόν όφειλε απόλυτη υπακοή.

Κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ο όρος «Γέροντας» έκανε δυναμικά την εμφάνισή του και με διαφορετική από την καθιερωμένη έννοια. Αποδόθηκε σε μοναχούς ή ιερομονάχους (αλλά και σε εγγάμους πρεσβυτέρους)  των οποίων η πνευματική επίδραση επεκτάθηκε σε μικρότερο ή ευρύτερο  κύκλο και εκτός των μονών ή των Ησυχαστηρίων τους, των οποίων ο ένθεος βίος, η δράση τους και τα χαρίσματά τους έτυχαν της αποδοχής μεγάλου αριθμού χριστιανών.

Ο καθηγητής Ευάγγελος Λέκκος σημειώνει τα εξής στοιχεία, που συνετέλεσαν στην εμφάνιση του φαινομένου αυτού.

1.«Όλοι τους αγωνίστηκαν σκληρά στον πνευματικό στίβο με προσευχές, νηστείες, ασκήσεις, υπακοή και ακτημοσύνη.

2.Καρπός αυτών των αγώνων υπήρξε η επίσκεψη της Θείας Χάριτος και η προίκισή τους με ποικίλα χαρίσματα, ένα από τα οποία ήταν το διορατικό. Το χάρισμα αυτό τους καθιστά ικανούς να διεισδύουν στην συνείδηση του ανθρώπου, να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα και τις σκέψεις, να κάνουν διάγνωση πνευματικών ασθενειών κ.λ.π.

3.Αρκετοί από αυτούς έγραψαν ή είπαν λόγια απλά μεν αλλά συγχρόνως σοφίας αποστάγματα, που καταγράφτηκαν ποικιλοτρόπως και αποτελούν προσφιλές ανάγνωσμα πολλών χριστιανών»

5921981_orig

Η κοίμηση του π.Αθανασίου

Την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013 η στρατευομένη τοπική Εκκλησία της Άρτας απώλεσε ένα εκλεκτό της μέλος και την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013 προέπεμψε στο αιώνιο ταξίδι τον π. Αθανάσιο Φακίνο. Τον oπλίτη και γενναίο αξιωματικό «παρατάξεως Κυρίου», τον κατακτητή των καρδιών, τον σοφό και συνετό γέροντα  με  την γλυκύτητα της απλότητας και την θερμότητα της οικειότητας, τον πνευματικό πατέρα με την συγκινητική μειλιχιότητα.

Ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του. Και εκείνος “ έτεινεν ευήκοον το ούς “, έκανε υπακοή, όπως πάντοτε, στην κλήση του Κυρίου Του και έσπευσε αθόρυβα, καρτερικά, ταπεινά και ειρηνικά για να αναπαυθεί στην πατρική Του αγκαλιά με την προσδοκία της αναστάσεως και της ζωής του μέλλοντος αιώνος κάνοντας πράξη τους παύλειους λόγους  «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» ( Φιλ. Α’, 21) και «εάν τε ζώμεν εάν τε αποθνήσκομεν, του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14, 8) και γνωρίζοντας καλά τους λόγους αυτούς  του Αγίου Μαξίμου του ομολογητού «Σκιά θανάτου εστίν η ανθρώπινη ζωή. Ει τις ούνεστι μετά του Θεού και Θεός μετ’αυτούεστιν, ούτως δύναται ειπείν εναργώς το, εάν και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’εμού ει».

Πορεία διακονίας

article_13235_33078

Ο π.Αθανάσιος, κατά κόσμον Μιχαήλ Φακίνος, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου το 1935 στο Μαρούσι Αττικής.

Πτυχιούχος της Μέσης Εμπορικής Σχολής Αθηνών και του Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Πατρών, χειροτονήθηκε  Διάκονος την 26ην Οκτωβρίου 1965, Πρεσβύτερος δε την 5ην Δεκεμβρίου 1965 από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη  Άρτης Ιγνάτιο  Γ΄, του οποίου υπήρξε άμεσος συνεργάτης επί σειρά ετών, διακονώντας την τοπική Εκκλησία τόσο στον πνευματικό τομέα, όσο και στο Διοικητικό μιας και διετέλεσε  Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως  Άρτης. Ο ίδιος διηγείται:

«Από το 1965, όπου εγκατέλειψα την Δ.Ε.Η και μέχρι το τέλος του έτους 2000  υπηρέτησα την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος στην Ιερά Μητρόπολη Άρτας, ακολουθώντας τα βήματα του σεπτού και αξίου Ιεράρχου Αργολίδος κ.κ.Ιακώβου, εξ Αμαρουσίου καταγομένου, τότε Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Άρτης, μετά του οποίου τα έτη 1957-1962 είχαμε στο Μαρούσι αρκετά σοβαρή και αγαστή συνεργασία στα Κατηχητικά σχολεία, Ομάδες, Κύκλους,  Κατασκηνώσεις κ.λ.π. Έτσι αντί να πάω στην Λάρισα, όπου από επταετίας ήδη ευρίσκετο ο 1ος των Καππαδοκών π.ΑθανάσιοςΜυτηλιναίος,  προτίμησα την Άρτα, όχι γιατί δεν μου άρεσε η Λάρισα, αλλά γιατί μου άρεσε η Δυτική Ελλάδα από την Ανατολικήν. Έτσι λοιπόν ως τρίτος Καππαδόκης έμεινα κοντά στον δεύτερο Καππαδόκη, τον αγαπητόν μου π.Ιάκωβο τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα, καίτοι αργότερον ευρέθημεν και πάλι απομακρυσμένοι….

Από το έτος 1965 έως και του έτους 2000 υπηρέτησα:

-Ως έκτακτος εφημέριος των ενοριών Αγ.Κων/νου Χαλκιάδων, Αγ.Γεωργίου Κομποτίου, Παντοκράτορος Άρτας, Αγ.Γεωργίου Άρτας,  Αγ.Θεοδώρας Άρτας, Κυψέλης Άρτας καθώς και της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Άρτας.

-Ως έκτακτος εφημέριος και ηγούμενος των Ιερών Μονών Θεοτοκίου και Μελατών.

-Ως Κατηχητής των κατηχητικών σχολείων κατωτέρου, μέσου και ανωτέρου.

-Ως έκτακτος και αναπληρωματικός ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτας.

-Ως εξομολόγος και πνευματικός σε όλες τις ενορίες της Μητροπόλεως και των Ιερών γυναικείων Μονών της.

-Ως ομαδάρχης, υπαρχηγός και αρχηγός των εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων.

-Ως ταμίας-μέλος και έκτακτος πρόεδρος του Γενικού Φιλοπτώχου ταμείου της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτας.

-Ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Άρτης.

-Ως μέλος της  Εκκλησιαστικής  αντιπροσωπείας  κατά την μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού από την Ρωσία στο Άγιο Όρος.

Πτυχές της πνευματικής του προσωπογραφίας

«Ιδού τούτο έγνωκα, ότι συ άνθρωπος ει του Θεού,  και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν (Γ  Βας. ιζ , 24).

Το χωρίο  αυτό, αποτυπώνει ανάγλυφα, κατά τον καλύτερο  τρόπον το κυρίαρχο στοιχείο

της προσωπικότητας του μακαριστού γέροντα Αθανασίου.

«Ιδού τούτο έγνωκα, ότι συ άνθρωπος ει του Θεού, και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν» (Γ  Βασ. ιζ , 24). Γιατί τι άλλο μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν; Τι άλλο παρά το ότι ο αοίδιμος υπήρξε άνθρωπος του Θεού  «πορευόμενος εν αληθεία και κηρύττων ου λόγοιςμόνοις, αλλά και έργοις και πράξεσι »το Ευαγγέλιον της σωτηρίας.

Ο  μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος, «λευκανθείς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ διακονίᾳ», διήλθε την ζωή  του, σύμφωνα με τον Αποστολικό λόγο, κατάλληλα προσαρμοζόμενο

“ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν ΠνεύματιἉγίῳ, ἐν ἀγάπῃἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳἀληθείας, ἐν δυνάμειΘεοῦ, διά τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καίἀριστερῶν, διά δόξης καί ἀτιμίας, διά δυσφημίας καί εὐφημίας, ὡς πλάνος καί ἀληθής, ὡς ἀγνοούμενος καί ἐπιγινωσκόμενος, ὡς ἀποθνήσκων καί ἰδού ζῶν, ὡς παιδευόμενος καί μή θανατούμενος” (Πρβλ. Β´ Κορ. 6, 4-9),.

Η ζωή του ήταν γεμάτη από διακυμάνσεις, πολύ αγώνα και διαρκείς θυσίες.

Από τα  77 χρόνια  της επίγειας  πορείας  του , οι 40  ήταν χρόνοι εκκλησιαστικής  διακονίας. Μιας διακονίας « ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν ὑψηλῇ αἰσθήσει τοῦ καθήκοντος καὶ ἐν πλησμονῇ ἀγάπης διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον»  είτε από την θέση του Ιεροκήρυκα, είτε από την θέση του εξομολόγου-πνευματικού.

Μίας διακονίας σταυροαναστάσιμης, πλήρους χαρμολύπης , «ἐν δυνάμει Θεοῦ, … διὰ δόξης κα ὶἀτιμίας» (Β΄ Κορ. 6: 7-8),όπως είναι η διακονία των γνησίων εργατών του Ευαγγελίου, των πιστών οικονόμων της Χάριτος.

Ο χαρακτήρας του Γέροντα

Σαν χαρακτήρας  διακρινόταν για την κατά Χριστό  ταπείνωση, και για τις συναφείς προς αυτή αρετές της σεμνότητας, της προσήνειας , της ειλικρινείας και της γνησιότητας.

Μεγάλη υπήρξε  εν προκειμένω και η επίδραση των ευλαβών και ευσεβών γονέων του  στον χαρακτήρα του, οι οποίοι του  μετέδωσαν από την παιδική  ηλικία  την γνήσια ορθόδοξη ρωμαίικη  πίστη ζωή, παράδοση και ευλάβεια.

Ο μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος ήταν  αρχοντικός,  ευγενής, μειλίχιος, πράος « και ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», σώφρων και συνετός, φίλεργος, υπομονετικός, καρτερικός, φιλόστοργος, ανεξίκακος, , συνεπὴς στὰ ιερὰ καθήκοντα, που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και πλήρως αφοσιωμένος σε  Αυτὴ «ἕως θανάτου» .

Με την πρωτόγνωρη προσήνεια, την χριστιανική διάκριση, την δυσεύρετη στις μέρες μας ευαισθησία, την ευαγγελική ταπείνωση και απλότητα, με την καθαρότητα της ζωής, το ορθόδοξο ήθος, το πατερικό και  διδακτικό ύφος, την βαθιά και ακλόνητη πίστη και την πανθομολογούμενη αγάπη πρoς τον Θεάνθρωπο και  τον συνάνθρωπο κατέκτησε τις καρδιές όλων όσων τον γνώρισαν.

Η μετριοφροσύνη, η μειλιχιότητα, η πραότητα, η πίστη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον υπήρξαν οι αρετές που ενσάρκωνε.

Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε  «ελαία εύκαρπο και ευθαλή, Ευαγγελικής υπομονής και αντοχής σφραγισμένο στόμα, Προφητικής ενοράσεως και ανεξικακίας πατερικό βλέμμα, Βιβλική μορφή, Ταπεινό  κήρυκα, στοργικό  και μεγάθυμο, ανεκτικό  και φιλάνθρωπο, πονόψυχο και ελεήμονα, Αξιοπρεπή  και ευαίσθητο, Άξιο του Χριστού και της Εκκλησίας Του σεμνό  λειτουργό.

Αγαπήθηκε από τον κλήρο και τον λαό διότι και ο ίδιος αγάπησε πολύ. Τιμήθηκε, γιατί γνώριζε να τιμά. Έτυχε σεβασμού, επειδή σεβόταν τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, ανεξαρτήτως βαθμού και θέσης. Ανάπαυσε Μητροπολίτες σαν συνεργάτης τους και συνδιοικητής της Εκκλησίας.

Τα χαρίσματα του Γέροντα

Γνωρίσαμε τον μακαριστό Γέροντα «ως πεπλησμένον σοφίας, πείρας εκκλησιαστικής και εκκλησιαστικού φρονήματος», που αγαπούσε την τάξη και ευπρέπεια της Εκκλησίας και «τηρούντα τα κεκανονισμένα θέσμια» και σεβόμενο τους αιωνίους εκκλησιαστικούς θεσμούς «τους υπό των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων καταρτισθέντας και ευλογηθέντας».

Ευτυχήσαμε να απολαύσουμε την τίμια και εκκλησιαστική γνωριμία , καθοδήγηση  και συνεργασία σε πολλά και δύσκολα θέματα, άγνωστα σε πολλούς, που η Πρόνοια του Αγίου Θεού παρουσίασε  στην πορεία της ιερατικής μου διακονίας. Και στα θέματα αυτά μάς αποκαλύφθηκε το πνευματικό μέγεθος του Γέροντα ο οποίος «εν διακρίσει και αγάπη», δίνοντας σωστές οδηγίες και κατευθύνσεις τακτοποίησε ψυχές και αναύπασε συνειδήσεις.

Επί πλέον γνωρίσαμε αυτόν σαν  υποδειγματικό Λειτουργό  και «ως Αγαθόν Πατέρα διακατεχόμενο εξ ειλικρινούς αγάπης»,προς όλα τα μέλη του ποιμνίου του.

Τέλος δε  γνωρίσαμε αυτόν  όχι μόνο «εν ημέραις χαράς και ευφροσύνης» αλλά και εν «ημέραις θλίψεων και στεναγμών» και θαυμάσαμε την πλεονάζουσα στην καρδία του υπομονή και  καρτερικότητα.

Ο Γέροντας ως Λειτουργός

Ο Γέροντας ζούσε την θεία λατρεία και ειδικά την Θεία Λειτουργία  ως γεγονός ψυχοσωματικό, που προσδιορίζει τις σχέσεις ανθρώπου-Θεού.

Μιλούσε  γι ’ αυτή  μυσταγωγικά . Γι’ αυτό ο  Θεός του χάρισε  μοναδικά λατρευτικά  βιώματα και αξιώθηκε μυσταγωγικών εμπειριών. Η όψη του Γέροντα, η φωνή του και το παρουσιαστικό του αλλοιωνόταν από τα κύματα της λειτουργικής χάριτος .

Και ζητούσε  από  τα πνευματικά του παιδιά και εμάς τους νεότερους κληρικούς  να  κρατάμε  τη  θεία λατρεία  σε  επίπεδο  υψηλό, ζωντανό, μεγαλόπρεπο,  ενθουσιαστικό,  κατανυκτικό.

Η θεία  λατρεία  ήταν  για  το Γέροντα, το  μοναδικό  και  αιώνιο  δώρο  του Θεού  προς  την Εκκλησία  Του. Είναι « η  οδός προς  τα  πνευματικά αθλήματα, η  εναγώνια  προσδοκία  της  ελεύσεως και της οράσεως του  Ηγαπημένου . Γι ’ αυτό και η  πλήρωση του  μυστηρίου  της  λατρείας  συντελείται « εν  σιωπή», η  οποία  ταυτόχρονα  είναι  μια  αιώνια  κραυγή  της  ψυχής που παραπέμπει  στο  μυστήριο  της  ογδόης  ημέρας  και  στην  καινή λατρεία του  μέλλοντος αιώνος»(Γέροντος Αιμιλιανού-Κατηχήσεις).

Επίκεντρο των μυσταγωγικών εμπειριών του πατρός ήταν ο ναός της Παναγίας της Φανερωμένης, όπου συχνότατα λειτουργούσε, καθώς και ο μικρός ναός του Αγίου Φιλίππου που ο ίδιος έκτισε και φρόντιζε στον ιδιόκτητο χώρο του στην Γραμμενίτσα Άρτας. (Μάλιστα, πριν από μερικά χρόνια, έκτισε δίπλα, μικρό παρεκκλήσιο προς τιμή του Αγίου Λουκά του Ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας).

Ο Γέροντας ως εξομολόγος και Πνευματικός

Θα χρειαζόμασταν πολλές ώρες αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το πρόσωπο του γέροντα Αθανάσιου ως  πνευματικού πατέρα, όπως αυτό αναδύεται μέσα από την  πολύχρονη διακονία του στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Aκόμη και όταν τα προβλήματα υγείας επιδεινώθηκαν αυτός συνέχιζε να εξομολογεί και δεν έδιωχνε κανένα από αυτούς που προσερχόταν στο μυστήριο.

«Στήριξε επί χρόνια εκατοντάδες ψυχές εκτάκτως αλλά και μόνιμα, κάτω από το ιερό του πετραχήλι. Άριστος πνευματικός, κανένα δεν έδιωχνε, όλους τους οικονομούσε, όλους τους βοηθούσε, με μικρά ή μεγάλα προβλήματα, ατομικά ,οικογενειακά, εκεί νύκτα –μέρα αγωνιζόταν. Ίσως όλα αυτά, ήταν η αιτία της αρρώστιας του Πάρκινσον που ιδίως τα τελευταία χρόνια τον δοκίμασε πάρα-πολύ….Εξομολογούνταν συνέχεια. Δεν άφηνε μέσα του ποτέ πικρία η αγανάκτηση, δυσπιστία ,ολιγοπιστία …ήθελε να εξομολογηθεί και τους τελευταίους λογισμούς του.  (Από την εξόδιο προσλαλιά του Μητροπολίτη Άρτας Ιγνατίου Δ΄)

Πολύ επιγραμματικά, λοιπόν, θα αναφερθούμε σε δύο από τα πιο βασικά χαρίσματά του, ως πνευματικός πατέρας.

Το πρώτο είναι η διορατικότητα και η διάκριση,η ικανότης δηλαδή να διεισδύει διαισθητικά στα μυστικά της καρδιάς του άλλου, να καταλαβαίνει τα κρυφά βάθη που δεν γνωρίζει ο άλλος.

Το διορατικό χάρισμα του Γέροντα Αθανάσιου, αποκαλυπτόταν  κατ’ εξοχήν ως διάκριση των λογισμών. Έτσι μπορούσε και προέβαινε  κάθε φορά σε σωστή διάγνωση και επέβαλλε την πρέπουσα θεραπεία. Η διάκριση κατά τον άγιο Συμεών είναι «λυχνία» και «οφθαλμός» πνευματικός, με τον οποίο ο πνευματικός πατέρας βλέπει τόσο μέσα στη δική του καρδιά, όσο και των πνευματικών του παιδιών. Η διάκριση, που προϋποθέτει την καθαρότητα της καρδιάς είναι χάρισμα, δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Και αυτό αποτελούσε άλλο ένα χάρισμα του Γέροντα.

Το δεύτερο χάρισμα του ήταν η αγάπη. Η ικανότητα να αγαπά τους άλλους και να αναδέχεται σαν δικά του τα βάσανα και τους πειρασμούς των άλλων.

Άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντα ήταν η βαθύτατα και πλουσιότατα ελεήμων καρδιά του.Ήθελε να δίνει, να δίνει, να δίνει!

Γνώριζε ο γέροντας ότι χωρίς την αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική πατρότητα και ότι  δεν είναι απλώς το κυριότερο προσόν του πνευματικού πατέρα, αλλά το θεμέλιο και η ουσία της πνευματικής πατρότητας. Η αγάπη για τους άλλους προϋποθέτει το «συμπάσχειν» με αυτούς. Αυτή είναι η κυριολεκτική σημασία της λέξεως συμπάθεια. «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον  του Χριστού» (Γαλ. 6, 2). Πάρα πολλές είναι οι περιπτώσεις ανθρώπων που βοηθήθηκαν με πολλούς και ποικίλους τρόπους (είδη,χρήματα κ.λ.π)

Ως πνευματικός ο γέροντας  ήταν πάντα επιεικής και ευγενικός, χωρίς όμως να κάνει υποχωρήσεις. Ποτέ δεν απογοήτευε, πάντα  ενθάρρυνε. Τα επιτίμια τα έβαζε  με πολλή φιλοστοργία και όταν έβλεπε βαθύτερη και σταθερότερη μετάνοια προέβαινε σε περισσότερη οικονομία. Επιθυμούσε να συνδέονται οι εξομολογούμενοι με το Ποτήριο της ζωής το συντομότερο δυνατόν, χωρίς βεβαίως να καταργούνται οι κανόνες της Εκκλησίας. Ήταν μεγάλος παρηγορητής. Συνδύαζε την αυστηρότητα, για να ξυπνήσουμε πνευματικά, αλλά με την αγάπη που παρηγορούσε. Οι άνθρωποι κοντά του δεν έπεφταν στην απελπισία.

Ποιμαντική  του γάμου  και  της  οικογένειας

Στην διακονία του σαν πνευματικός ο  π.Αθανάσιος έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα θέματα της οικογένειας. Και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθά τους εξομολογούμενους να λύνουν τα περίπλοκα ζητήματα της οικογενειακής τους ζωής, ώστε να μην καταντούν στην διάλυση της «κατ’ οίκον εκκλησίας».

Ο  Γέροντας διακρινόταν  για  τον απόλυτο  σεβασμό  στο μυστήριο του γάμου .

Στις ιδιαίτερες κατηχήσεις του τόνιζε πάντοτε  ότι ο μυστηριακός και θεοσύστατος γάμος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ανθρώπινης ζωής και είναι αρχή πνευματικών αγώνων. Κάθε αποτυχία στον γάμο σημαίνει και αποτυχία στην πνευματική ζωή.  Πρόβαλλε  τη σπουδαιότητα  της έγκαιρης και  υπεύθυνης εκλογής  συζύγου, -γεγονός  εξαιρετικά  επίκαιρο  στις  μέρες μας  ως  αιτία  πλείστων  διαζυγίων ‐ η οποία  οφείλει  να  διεξάγεται  ελεύθερα  και  αβίαστα, μακριά  από  επιρροές  φιλικών  προσώπων  ή  κυρίως  των  γονέων , λαμβανομένης  όμως  υπόψη  και της  γνώμης  των άλλων  ενίοτε .

Σημαντικά  στοιχεία  της  επιλογής  συζύγου  θεωρούσε  ο Γέροντας  την  προσήλωση  στην  οικογενειακή  ζωή, την  προσκόλληση  στο (στη)  σύζυγο, ανοικτό  χαρακτήρα, την  έλλειψη  μεμψιμοιρίας, θρησκοληψίας, ψευδοευλάβειας,  ψευδοτελειότητας.

Η  ζωή  του  γάμου, δίδασκε, περιλαμβάνει  και  δυσκολίες , οι οποίες  αποτελούν  μεν απαραίτητο  στοιχείο  για  τον  πνευματικό  αγώνα, αλλά αυξάνουν  το  πνευματικό φιλότιμο.

Ο  γάμος  είναι  μια  πορεία πόνου, μια  ζωή  που  την  ομορφαίνει η ελπίδα  αλλά την  ενδυναμώνει η  δυστυχία,  μια συμπόρευση  διά  πολλών  θλίψεων, που  προϋποθέτει  την  άρση  ενός  κοινού  σταυρού δια  της  χάριτος  του  Θεού  και  της  ευλογίας  της Εκκλησίας. Είναι η πορεία  αγάπης δύο  ανθρώπων που  δια  του  συγχρονισμού, της  ισοτιμίας και  της  συναρμονίας  προχωρούν  στη συνδημιουργία  με  το  Θεό νέων  ανθρώπινων υπάρξεων.

Ο  Γέροντας  δεν παρενέβαινε  στα  θέματα  της  οικογενειακής   καθημερινότητας  αναζητούσε  πάντοτε  την  υπέρβαση  των  προβλημάτων  θέτοντας  υψηλούς  σκοπούς  στην  οικογενειακή  συμβίωση. Καταλάβαινε ότι ο έγγαμος βίος βιώνει διαφορετικά την χριστιανική  ζωή, από ό,τι ένας μοναχός και δεν είχε τις ίδιες απαιτήσεις.

Επίσης ήξερε καλά ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο πνευματική ανάταση, αλλά έρχονται στιγμές κατά τις οποίες  οι άνθρωποι θέλουν  και την χαλάρωση για να ξεκουραστούν. Γι’ αυτό δεν δίσταζε  ο ίδιος να επιδιώκει τέτοιες στιγμές να ξεκουράζει με την αγαπημένη του κιθάρα αυτούς που έβλεπε ότι τα βιοτικά προβλήματα τούς είχαν απορροφήσει και κουράσει πολύ.

Ήταν ο καλός πατέρας στον οποίο όλοι κατέφευγαν με εμπιστοσύνη. Ήταν ο πρόθυμος ώμος στον οποίο μπορούσαν να ακουμπήσουν και να κλάψουν στις δύσκολες ώρες, να εξομολογηθούν τον πόνο τους ,να ανακουφισθούν, να  παρηγορηθούν , να λάβουν δύναμη, επειδή αναγνώριζαν στο πρόσωπό του ένα γνήσιο εκφραστή του ορθοδόξου εκκλησιαστικού ήθους, έναν έμπειρο και έμπιστο σύμβουλο από τον οποίο αντλούσαν στοργή και σοφία.

Ο Γέροντας στήριξε και καθοδήγησε και παρηγόρησε κλήρο και λαό της Άρτας.

Ο Γέροντας ως μοναχός και ως Πνευματικός Ιερών Μονών.

Ηδύ εντρύφημα του Γέροντα ήταν η μοναχική ζωή. Παρόλο που ο ίδιος έζησε ιερομόναχος στον κόσμο, δεν ξέχασε ποτέ ότι είναι μοναχός. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός  ότι, όταν τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του επέτρεπαν να εκτελεί τα μοναχικά του καθήκοντα, έδωσε εντολή σε πνευματικά του παιδιά να κάνουν αυτά τον μοναχικό του κανόνα (μετάνοιες-κομποσχοίνια) μέχρις ότου φύγει από αυτή την ζωή. Ακόμα και όταν βρισκόταν καθηλωμένος  στο κρεββάτι είχε δώσει εντολή στους ανθρώπους που βρισκόταν γύρω του να του διαβάζουν καθημερινά τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, το Απόδειπνο, καθίσματα από το αγαπημένο του Ψαλτήριο τους Παρακλητικούς κανόνες στην Θεοτόκο και στον νεοφανή  Άγιο Λουκά τον ιατρό, που ιδιαίτερα ευλαβούνταν καθώς και αποσπάσματα από το Γεροντικό.

Ο γέροντας ήταν για πολλά χρόνια και πνευματικός σε γυναικείες μονές.

Αυστηρός και διακριτικός με τις μοναχές, όταν χρειάστηκε, πήρε τολμηρές  και γενναίες αποφάσεις  προκειμένου να τακτοποιήσει ψυχές και να αναπαύσει συνειδήσεις. Σε μια τέτοια προσπάθεια -μοναδική εμπειρία-  παρών ήταν  και ο γράφων.

Ο Γέροντας «εν μέσω πειρασμών και θλίψεων»

«Δια τους  λόγους  των χειλέων σου εγώ εβάδισα οδούς σκληράς»

Με τον ψαλμικό αυτό στίχο ο γέροντας περιέγραφε το πλήθος των πειρασμών και των θλίψεων που αντιμετώπισε στην πορεία της ζωής του.

Ο ίδιος κληρικός «παλαιάς κοπής»  και άλλης κουλτούρας ( όσον αφορά την  καταγωγή του, τις σπουδές του και τα ενδιαφέροντά του) βρέθηκε στον «ξερό» πνευματικά ηπειρώτικο χώρο και ανέχθηκε την «χοντροκομμένη» ηπειρώτικη συμπεριφορά μας .

«Η συνεχώς επιδεινούμενη ασθένειά μου, έλεγε, δεν άφηνε πολλά περιθώρια ελπίδος ζωής…..Συνεχώς παρακαλούσα τον Κύριο να με πάρει…Αλλά ο Κύριος βρήκε μία πολυσήμαντο αλλά απλούστατη λύση του δράματός μου, βάζοντας τους πάντες και τα πάντα στη θέση τους συνάμα δε αποκαλύπτοντας σε μένα, τους λόγους που είπε ο Θεοδόχος Συμεών στην Κυρία  Θεοτόκο κατά την ημέρα της Υπαπαντής του Κυρίου εν τω ναώ «την ψυχήν σου διελεύσεται ρομφαία,όπως αν αποκαλυφθώσιν,εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί…»

Με εύστοχους και επιγραμματικούς, κάποτε και καυστικούς σχολιασμούς των συνεπειών και των αποτελεσμάτων, περιέγραφε τα  γεγονότα και  τις πράξεις που τον πλήγωσαν.

Όμως έκαμπτε και ξεπερνούσε τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, τονίζοντας ότι όλα αυτά είναι  απότοκα των ανθρωπίνων παθών και αδυναμιών, που θα επαναλαμβάνονται εις τους αιώνας των αιώνων και έως της συντελείας του κόσμου.

Το διαυγέστατο μυαλό του, η χαλύβδινη θέλησή του, την οποία πολλές φορές  προσωπικά θαύμασα, το θάρρος, η καρτερικότητα και η υπομονή του, η οποία μας εξέπληξε όλους κατά την περίοδο της ασθένειάς του, ήταν από τα χαρίσματα της προσωπικότητάς του. Ήταν η καρποφορία της ακλόνητης πίστης Του στο Θεό, της μεγάλης αγάπης και προσευχής του προς την Παναγία μητέρα μας.

Τελείωσις εν ασθενεία

Ο κύκλος των ποικίλλων δοκιμασιών του Γέροντα όλο και στένευε και έκλεινε  με την απερίγραπτα οδυνηρή περιπέτεια της υγείας του. Δεν ήρθε βέβαια ξαφνικά η ασθένειά του. Είχε ζήσει την κάμψη της υγείας του αρκετά χρόνια πριν, αλλά αυτά που πέρασε τα τρία τουλάχιστον τελευταία χρόνια ξεπερνούν κάθε περιγραφή ως προς το μέγεθος της σωματικής οδύνης και του συνεχούς άλγους που τον έκαιγε σαν σε καμίνι φοβερό.

Δεν ήθελε, όσο ήταν στο χέρι του, να γίνεται βάρος σε κανένα. Και αν ήταν δυνατόν θα ήθελε να περάσει την ζωή του «ακροποδητί» (περπατώντας δηλαδή στα δάχτυλα των ποδιών), για να μην ενοχλήσει κανέναν, για να μην δυσκολέψει κανέναν, για να μη βαρυγκομήσει κανένας εξαιτίας του. Αλλά ο Κύριος δεν το θέλησε αυτό. Έπρεπε και στο σημείο αυτό να αποδείξει τον Γέροντα λαμπρό με όλο το μεγαλείο της ψυχής του και της βαθύτατης πνευματικότητας, που τον χαρακτήριζε, και να καταστήσει μνημειώδες παράδειγμα αγίου της εποχής μας. Ήθελε ο Κύριος να φανερώσει με την δοκιμασία αυτή του Γέροντα πόσο δικός του ήταν και το εκθαμβωτικό μεγαλείο της έσχατης ταπείνωσής του,αφού έζησε την τέλεια εξουδένωση και τον ευτελισμό, που είχαν ως συνέπεια οι σωματικές του παθήσεις στην χειρότερη μορφή τους. Και αυτά μακριά από τον χώρο του, που τόσο αγωνίστηκε να μεταβάλλει σε ένα μικρό παράδεισο και που τόσο πολύ αγάπησε. Μακριά από τον λατρευτό του Άγιο Φίλιππο και Άγιο Λουκά που τόσο πολύ τίμησε.

Η εκδημία του Γέροντος

Το πρωί της Πέμπτης  28ης Φεβρουαρίου 2013 μετά από σύντομη επιδείνωση της υγείας του ο Γέροντας «εκοιμήθηοσιακώς». Το λείψανό του τέθηκε σε προσκύνημα στον Ιερό ναό της Παναγίας της Φανερωμένης. Κατά γενική ομολογία, δεν είχε την όψη ανθρώπου που πέθανε, αλλά κάποιου που κοιμάται.

«Το κάτοπτρο που τον χώριζε από τον Κύριό του είχε επιτέλους σπάσει και η πύλη ήταν ανοιχτή. Από εκείνη την ημέρα θα ήταν πλέον στην  άλλη όχθη, μακριά, κι όμως όσο ποτέ κοντά μας».

Την Παρασκευή 01 Μαρτίου 2013 σε ένα έντονα συγκινησιακό κλίμα τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία στον ιερό ναό Αγίας Φανερωμένης προεξάρχοντος του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Άρτας  κ.κ. Ιγνατίου Δ. Στην συνέχεια το σεπτό λείψανο ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Θεοτοκίου.

Στον εξόδιο  λόγο του ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Άρτας κ.κ. Ιγνάτιος μεταξύ άλλων  ανέφερε  και τα εξής:

«Προπέμπουμε σήμερα αγαπητοί μου με ευχές και προσευχές τον πολυσέβαστο αγαπητό πατέρα Αθανάσιο, στην μόνιμη κοινή και αιώνια κατοικία μας, όπου η συνάθροισή μας επί το αυτό έχει σκοπό ακόμα να εκφράσει την ευγνωμοσύνη μας προς εκείνον αλλά και να θυμηθούμε την πορεία που είχε στο χώρο της εκκλησίας μας απλά και επιγραμματικά.

Ο μακαριστός π. Αθανάσιος Φακίνος γεννήθηκε στο όμορφο προάστιο τότε της Αθήνας  το Μαρούσι από γονείς ευσεβείς και είχε άλλα 3 αδέλφια, τον Δημήτρη, τον π. Ανάργυρο και τον Παύλο.

Μια οικογένεια που μεγάλωσε με τις ευχές και τις ευλογίες της εκκλησίας μας. Ο ίδιος; Έζησε και μεγάλωσε σε ένα κλίμα χριστιανικό, ένα περιβάλλον με όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις και στιγμές. Ακολούθησε τον δρόμο του Μακαριστού μας Μητροπολίτου Ιγνατίου Γ΄(Τσίγκρη) και του σεβαστού μας Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου.

Ο σεπτός ποιμενάρχης μας (Ιγνάτιος Γ΄) 17 έτη ήταν ιεροκήρυκας στην ιερά μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος. Ο Αργολίδος γέννημα θρέμμα του Αμαρουσίου, έτσι παρακινημένος από εκείνους κάνοντας υπακοή  στον γέροντά του ήρθε στην Άρτα να εργασθεί και να προσφέρει στην Μητρόπολη μας.

Και, πράγματι η προσφορά του μεγάλη για μισό αιώνα. Έζησε κοντά μας με πολλή αγάπη, με θαυμαστό παράδειγμα, κληρικός που τίμησε την μεγάλη δωρεά και προσφορά του Θεού, την ιεροσύνη.

Εξυπηρέτησε πολλές ενορίες, …Το μοναστήρι μας στο Θεοτοκιό, στην Φανερωμένη εδώ για χρόνια έτρεχε με τον Δεσπότη μας πολλές φορές στις δύσκολες περιοδείες του οποίου ήταν ένα στήριγμα. Αλλά και στην Μητρόπολή μας, ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος με απλότητα, με αγάπη, με καλοσύνη, με ανεκτικότητα, με το έξυπνο χιούμορ που πάντα τον διέκρινε ήταν κοντά στους ιερείς.

Βοήθησε στα κατηχητικά σχολεία καθώς και στις κατασκηνώσεις, όπου η πρώτη μας εμπειρία ήταν συγκλονιστική ως λαϊκού. Πάνω από όλα στήριζε για χρόνια εκατοντάδες ψυχές εκτάκτως αλλά και μόνιμα κάτω από το ιερό πετραχήλι του ως Πνευματικός. Δεν έδιωχνε κανένα όλους τους οικονομούσε και τους βοηθούσε με πολλά και μεγάλα προβλήματα ατομικά –οικογενειακά, εκεί νύκτα και ημέρα αγωνίζονταν.

…Όλοι μας σήμερα αισθανόμαστε πικρία και θλίψη καθώς τον αποχαιρετούμε, αλλά όμως οι χριστιανοί δεν μένουμε εκεί για κάτι που είναι φυσικό και ανθρώπινο, έχουμε καρδιά, πονάμε, αγαπάμε συνδεόμαστε με τους ανθρώπους μας και έτσι πρέπει να είμαστε δεμένοι μεταξύ μας όμως, μαζί με τον αναστάντα Κύριό μας περιμένουμε την ώρα να ζήσουμε αιώνια.

Άνθρωπος απόλυτης πίστης…

Θα μπορούσαμε πολλά να αναφέρουμε ακόμα για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα Αθανασίου. Προσθέτουμε  μόνο αυτό.

Η πολύπτυχη δράση και διακονία του βρίσκει αντιστοιχία προς τον αποστολικό λόγο «ἔχοντες δέ χαρίσματα κατά τήν χάριν την δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα».

Ο Γέροντας  φρόντισε να καλλιεργήσει, να επαυξήσει και να αξιοποιήσει προς όφελος του  ποιμνίου της Μητρόπολης Άρτας, κάθε χάρισμα και κάθε τάλαντο  που είχε υπό του Αγίου Θεού. Τι πιο όμορφο και πιο ουσιώδες για έναν άνθρωπο, και δη για έναν κληρικό, από το να περαιώσει το σκοπό της ζωής του! Το να αναλωθεί δηλαδή ολόψυχα  στη  διακονία του Κυρίου και των αδελφών!

Ο π.Αθανάσιος, άνθρωπος απόλυτης πίστης προς τον Θεό, προσευχόμενος υπέρ πάντων έζησε σαν αληθινός φοίνιξ και μάλιστα καλλίκαρπος και πολύκαρπος και κυρίως αληθινός δίκαιος και πραγματικός.

Και αν ο φοίνικας στην Παλαιά Διαθήκη σημαίνει την διάρκεια και την νεότητα και την άνθηση, ο π. Αθανάσιος υπήρξε πραγματικά ανθισμένος φοίνικας μια μάλιστα φοίνικας με άνθη ευώδη, πίστης, ελπίδας, αγάπης, προσφοράς και παραμυθίας.

Υπήρξε ένας πιστός και αφοσιωμένος στην Παράδοση ,το ήθος και το φρόνημα της Εκκλησίας κληρικός. Και τώρα  βρίσκεται, «ως δίκαιος φοίνιξ» στο κριτήριο του Θεού, δεόμενος υπέρ της Εκκλησίας την οποία αγάπησε και διακόνησε και «υπέρ πάντων ημών».

Σεβάσμιε Γέροντα.

Και εμείς οι νεώτεροι κληρικοί, «οι ακούσαντές σε λαλούντα σοφά», όλοι όσοι στηρίχθηκαν σε σένα  παντοιοτρόπως και δέχθηκαν την ευλογία και την αγάπη σου, σε διαβεβαιώνουμε ότι το φωτεινό σου παράδειγμα και η παρακαταθήκη και η μαρτυρία σου θα παραμείνουν για όλους λαμπρός δείκτης.

Κλίνουμε γόνυ ευλαβείας μπροστά στην μνήμη  σου  και σε  ικετεύουμε να παρακαλείς τον Κύριο εκεί κοντά Του πια, και για μας τους «περιλειπομένους» στη ζάλη του παρόντος βίου στην γη αυτή, να ακολουθήσουμε τα ίχνη σου στη ταπείνωση, στην αγάπη και στη πίστη που έδειξες ο ίδιος προς τον Κύριο και προς τους ανθρώπους. Και αυτά μέχρι τέλους.

Για να αξιωθούμε με την βοήθεια των δικών σου ευχών να σε  συναντήσουμε εκεί που τώρα «εν πλήρει ασφαλεία» βρίσκεσαι, πέρα από τις μικρότητες και μικροψυχίες του «αιώνος τούτου του απατεώνος», μέσα στο εκθαμβωτικό, άκτιστο θείο φως και στην «υπέρ νουν» μακαριότητα του Παραδείσου.

Τέλος δε, σου  απευθύνουμε  την παράκληση, όπως παλιότερα ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έπραξε προς τον αδελφό του ουρανοφάντορα Βασίλειο στον επιτάφιο λόγο του.:

“Συ δε ημάς εποπτεύεις άνωθεν, ω θεία και ιερά κεφαλή, και τον δεδομένον ημίν παρά Θεού σκόλοπα της σαρκός διά την ημετέραν παιδαγωγίαν ή στήσαις ταις σε αυτού πρεσβείαις, ή πείσας καρτερώς φέρειν· και τον πάντα βίον ημίν διεξάγοις προς το λυσιτελέστατον”.

«Ο καλέσας σε Κύριος αναπαύσαι την ψυχήν σου και αποδώσοι σοι κατά την προσφοράν και την καρδίαν σου.

Eίη η μνήμη σου αιωνία καί άληστος.Αμήν.

– See more at: http://www.amen.gr/article13235#sthash.RY2yqQ92.dpuf

Advertisements

Τί εἶναι ἕνα Ἀνάθεμα; (ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου)

fileskiriaki_orthodoksias_763172860

 

Σπανίως τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖο τώρα ἐπιτελεῖται, λαμβάνει χώρα ἄνευ ἐπικρίσεων καί ἐπιτιμήσεων ἐκ μέρους κάποιου. Καί ἀνεξαρτήτως ἀπό τό πόσες ὁμιλίες γίνονται ἐξηγώντας ὅτι στό σημεῖο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ σοφῶς γιά τή σωτηρία τῶν παιδιῶν της, παρά ταῦτα οἱ δυσαρεστημένοι ἁπλῶς συνεχίζουν νά ἐπαναλαμβάνουν τό στίχο τους. Εἴτε δέν ἀκοῦν τίς ὁμιλίες, εἴτε αὐτές οἱ ὁμιλίες δέν «χτυποῦν κέντρο» ὅσον ἀφορᾷ στίς παρεξηγήσεις τοῦ τελευταίου, ἤ ἴσως ἔχουν διαμορφώσει τή δική τους ἀντίληψη περί τοῦ Συνοδικοῦ αὐτοῦ καί δέν θέλουν νά τήν ἐγκαταλείψουν, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό τί τούς λέγεις.Τά ἀναθέματά μας σέ κάποιους ἀνθρώπους φαίνονται ἀπάνθρωπα, σέ ἄλλους περιοριστικά. Τέτοιες κατηγορίες μπορεῖ νά ἰσχύουν σέ ἄλλες περιστάσεις, ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν στό δικό μας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Θά διευκρινήσω γιά χάρη σας ἐν συντομίᾳ γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ ἔτσι, καί νομίζω ὅτι καί ἐσεῖς οἱ ἴδιοι θά συμφωνήσετε μαζί μου ὅτι ἡ Ἐκκλησία πράττοντας ἔτσι, ἐνεργεῖ μέ σοφό τρόπο.

 

Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινότητα ὁμοφρόνων πιστῶν

Τί εἶναι ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Εἶναι μία κοινότητα πιστευόντων, ἑνωμένων μεταξύ τους μέ μία ἑνότητα ὁμολογίας θεϊκῶς ἀποκαλυμμένων ἀληθειῶν, μέ μία ἑνότητα ἐξαγιασμοῦ μέσῳ θεϊκῶς καθιερωμένων Μυστηρίων, καί μέ μία ἑνότητα διοικήσεως καί καθοδηγήσεως ἀπό ποιμένες δοσμένους ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἑνότητα τῆς ὁμολογίας, τοῦ ἐξαγιασμοῦ καί τῆς διοικήσεως συνιστᾷ τόν κανονισμό αὐτῆς τῆς κοινότητας, πού εἶναι ὑποχρεωτικός γιά ὁποιονδήποτε ἐντάσσεται σέ Αὐτήν. Ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους σέ αὐτή τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀποδοχή αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ καί τήν συμφωνία μέ αὐτόν· ἡ παραμονή σέ αὐτήν τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τήρησή του. Ἄς δοῦμε πῶς ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἀναπτύχθηκε καί πῶς συνεχίζει νά ἀναπτύσσεται. Οἱ ἱεροκήρυκες κηρύττουν. Μερικοί ἀπό τούς ἀκροατές δέν παραδέχονται τό κήρυγμα καί φεύγουν· ἄλλοι τό ἀποδέχονται καί σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς του ἁγιάζονται ἀπό τά ἅγια Μυστήρια, ἀκολουθοῦν τήν καθοδήγηση τῶν ποιμένων, καί ἔτσι ἐνσωματώνονται μέσα στήν ἁγία Ἐκκλησία – ἐκκλησιοποιοῦνται. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰσάγονται σέ Αὐτήν. Κατά τήν εἰσαγωγή τους, μείγνυνται μέ ὅλα τά μέλη Της, ἑνώνονται μαζί τους, καί παραμένουν στήν Ἐκκλησία μόνον καθ΄ὅσον συνεχίζουν νά εἶναι ἕνα μέ αὐτά ὅλα.

 

Κάθε κοινότητα ἔχει θεμελιακούς κανονισμούς

Ἀπό αὐτή τήν ἁπλῆ ἔνδειξη σχετικῶς μέ τό πῶς σχηματίζεται ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖτε νά δεῖτε ὅτι ὡς μία κοινότητα, ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἦλθε στήν ὕπαρξη καί συνεχίζει νά ὑφίσταται καθώς κάθε ἄλλη κοινότητα. Καί ἔτσι νά Τήν βλέπετε, καθώς θά βλέπατε κάθε ἄλλη, καί μή Τήν ἀποστερεῖτε ἀπό τά δικαιώματα πού ἀνήκουν σέ κάθε κοινότητα. Ἄς πάρουμε, γιά παράδειγμα, μία ἀντι-αλκοολική κοινότητα. Ἕχει κανονισμούς πού κάθε μέλος πρέπει νά ἐκπληρώνει. Καί κάθε μέλος της εἶναι μέλος ἀκριβῶς ἐπειδή ἀποδέχεται καί τηρεῖ τούς κανονισμούς της. Τώρα ὑποθέστε ὅτι κάποιο μέλος ὄχι μόνον ἀρνεῖται νά τηρεῖ τούς κανονισμούς, ἀλλά διατηρεῖ καί πολλές ἀπόψεις ἐντελῶς ἀντίθετες πρός ἐκεῖνες τῆς κοινότητας καί ἀκόμη ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ σκοποῦ της. Ὄχι μόνον δέν τηρεῖ ὁ ἴδιος ἐγκράτεια, ἀλλά μάλιστα διαβάλλει τήν ἴδια τήν ἐγκράτεια καί διασπείρει ἰδέες πού μπορεῖ νά βάλουν ἄλλους σέ πειρασμό καί νά τούς παρασύρουν μακριά ἀπό τήν ἐγκράτεια. Τί κάνει κατά κανόνα ἡ κοινότητα μέ τέτοιους ἀνθρώπους; Πρῶτα, τούς προειδοποιεῖ καί ἔπειτα τούς ἀποβάλλει. Ἐκεῖ ἔχεις ἕνα «ἀνάθεμα»! Κανείς δέν διαμαρτύρεται γι΄ αὐτό, κανείς δέν ἐπικρίνει τήν κοινότητα, ὅτι εἶναι ἀπάνθρωπη. Ὅλοι ἀποδέχονται ὅτι ἡ κοινότητα ἐνεργεῖ μέ τρόπο τελείως νόμιμο καί ὅτι ἄν ἦταν νά πράξει διαφορετικῶς, δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει.

 

Τό παράδειγμα τοῦ Ἀρείου

Συνεπῶς, γιά τί μπορεῖ νά ἐπικρίνει κανείς τήν ἁγία Ἐκκλησία ὅταν ἐνεργεῖ παρομοίως; Στό τέλος τῆς γραφῆς, ἕνα «ἀνάθεμα» εἶναι ἀκριβῶς χωρισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ ἀποκλεισμός ἀπό αὐτήν ὅσων δέν πληροῦν τίς προϋποθέσεις τῆς ἑνότητας μέ Αὐτήν καί ἀρχίζουν νά σκέπτονται διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού Αὐτή σκέπτεται, διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού αὐτοί οἱ ἴδιοι ὑποσχέθηκαν νά σκέπτονται κατά τήν ἔνταξή τους σέ Αὐτήν. Θυμηθεῖτε πῶς συνέβη! Ἐμφανίσθηκε ὁ Ἄρειος, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε ἀσεβεῖς γνῶμες ὅσον ἀφορᾷ στόν Χριστό τόν Σωτῆρα, ὥστε μέ ἐκεῖνες τίς ἀπόψεις διαστρέβλωνε αὐτή τήν ἴδια τήν πράξη τῆς σωτηρίας μας. Τί ἔγινε μέ αὐτόν; Πρῶτα προειδοποιήθηκε, καί προειδοποιήθηκε πολλές φορές μέ κάθε δυνατό μέσο πειθοῦς καί συναισθήματος. Ἀλλ΄ ἐφ΄ ὅσον πεισμωδῶς ἐπέμεινε στήν ἄποψή του, καταδικάσθηκε καί ἔγινε ἀκοινώνητος ἀπό τήν Ἐκκλησία – δηλαδή: «ἀποβάλλεται ἀπό τήν κοινότητά μας. Προσέξτε, μή ἔχετε κοινωνία μέ αὐτόν καί μέ τούς ὁμοίους του. Μή κρατεῖτε οἱ ἴδιοι τέτοιες ἀπόψεις, καί μή ἀκούετε ἤ μή ἀποδέχεσθε ἐκείνους πού τό κάνουν». Ἔτσι ἔπραξε ἡ ἁγία Ἐκκλησία μέ τόν Ἄρειο· ἔτσι ἔχει πράξει καί μέ ὅλους τούς ἄλλους αἱρετικούς· καί ἔτσι θά κάνει καί τώρα, ἐπίσης, ἐάν κάποιος ἐμφανισθεῖ κάπου μέ ἀσεβεῖς ἀπόψεις. Λοιπόν, πεῖτε μου, τί εἶναι ἀξιόμεμπτο ἐδῶ; Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά κάνει ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Καί θά μποροῦσε νά συνεχίσει νά ὑπάρχει ἐάν δέν ἐφάρμοζε τέτοια αὐστηρότητα καί δέν προειδοποιοῦσε τά παιδιά Της μέ τόση φροντίδα ἔναντι ἐκείνων πού μπορεῖ νά τά διαφθείρουν καί νά τά καταστρέψουν;

 

Ἡ προστασία τῶν σωτηρίων ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων

Ἄς δοῦμε: ποιές ψευδεῖς διδασκαλίες καί ποιοί ψευδεῖς διδάσκαλοι γίνονται ἀκοινώνητοι; Ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τή θεία Πρόνοια· ἐκεῖνοι πού δέν ὁμολογοῦν τήν Παναγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν, καί Ἅγιον Πνεῦμα, τόν ἕνα Θεόν· ἐκεῖνοι πού δέν ἀναγνωρίζουν τή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τή σωτηρία μας μέσῳ τοῦ θανάτου Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ· ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά θεῖα μυστήρια πού τήν παρέχουν, καί οὕτω καθεξῆς. Βλέπετε, τίνος εἴδους θεμάτων ἅπτονται; Αὐτά εἶναι θέματα τά ὁποῖα συνιστοῦν τήν ἴδια τήν αἰτία πού ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀρχές ἐπί τῶν ὁποίων εἶναι θεμελιωμένη καί ἄνευ τῶν ὁποίων δέν θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτό πού εἶναι. Ὡς ἐκ τούτου, ἐκεῖνοι πού ἐξεγείρονται ἐναντίον τέτοιων ἀληθειῶν εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία, ὅ,τι εἶναι γιά μᾶς στήν καθημερινή ζωή ἐκεῖνοι πού κάνουν ἀπόπειρες κατά τῆς ζωῆς μας καί τῆς περιουσίας μας. Ληστές καί κλέπτες, στό κάτω-κάτω, πουθενά δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχίζουν ἐλευθέρως καί νά  φεύγουν ἀτιμώρητοι. Καί ὅταν δένονται καί παραδίδονται στό νόμο καί τήν τιμωρία, κανείς δέν τό θεωρεῖ αὐτό ἀπάνθρωπο ἤ παραβίαση τῆς ἐλευθερίας. Ἀντιθέτως, οἱ ἄνθρωποι βλέπουν στό ἴδιο αὐτό πρᾶγμα ἐξ ἴσου μία πράξη ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, καί διαφύλαξη τῆς ἐλευθερίας – ἀναφορικῶς πρός ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας. Ἐάν ἔτσι κρίνετε ἐδῶ, παρομοίως νά κρίνετε σχετικῶς καί μέ τήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί οἱ ψευδο-διδάσκαλοι, καθώς οἱ κλέπτες καί οἱ ληστές, λεηλατοῦν τήν περιουσία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεοῦ, διαφθείροντας τά τέκνα της καί καταστρέφοντάς τα. Σφάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία κρίνοντάς τους, δένοντάς τους, καί πετώντας τους ἔξω; Καί θά ἦταν πράγματι ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἐάν αὐτή θά ἔβλεπε τίς ἐνέργειες τέτοιων ἀνθρώπων μέ ἀδιαφορία καί τούς ἄφηνε ἐν ἐλευθερίᾳ νά καταστρέψουν κάθε ἄλλον; Μία μητέρα θά ἐπέτρεπε σέ ἕνα φίδι ἐλευθέρως νά σκαρφαλώσει καί νά δαγκώσει τό παιδάκι της; Ποιός δέν κατανοεῖ τόν κίνδυνο; Ἐάν κάποια ἀνήθικα πρόσωπα ἦταν νά ἀποκτήσουν πρόσβαση στήν οἰκογένειά σας καί νά ἀρχίσουν νά ἐκπειράζουν τήν κόρη σας, ἤ τόν γυιό σας, θά μπορούσατε νά δεῖτε μέ ἀδιαφορία τίς πράξεις καί τούς λόγους τους; Φοβούμενοι μήπως ἀποκτήσετε τή φήμη ἀπανθρώπου καί «παλαιῶν ἀρχῶν», θά δένατε τά χέρια σας; Δέν θά σπρώχνατε ἕνα τέτοιο πρόσωπο ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί θά τήν κλείνατε πίσω του γιά πάντα; Θά ἔπρεπε νά δεῖτε τίς ἐνέργειες τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μέ τόν ἴδιο τρόπο. Βλέπει Αὐτή ὅτι ἐμφανίζονται ἄτομα μέ διεφθαρμένο νοῦ, καί διαφθείρουν ἄλλους – καί ἐξεγείρεται ἐναντίον τους, τούς ἀποδιώκει, καί φωνάζει σέ ὅλους ἐκείνους πού εἶναι δικοί Της: προσέξτε – ἔτσι καί ἔτσι, ἄνθρωποι τέτοιοι καί τέτοιοι θέλουν νά καταστρέψουν τίς ψυχές σας. Μή τούς ἀκούσετε· φύγετε ἀπό αὐτούς. Ἔτσι ἐκπληρώνει τό καθῆκον τῆς μητρικῆς ἀγάπης, καί συνεπῶς ἐνεργεῖ μέ ἀγάπη – ἤ, ὅπως τό λέτε – ἀνθρωπιστικῶς.

 

Καί στή σημερινή ἐποχή ἀπαραίτητα τά ἀναθέματα

Στό παρόν, ἔχουμε μία ἁλματώδη ἐξάπλωση μηδενιστῶν, πνευματιστῶν καί ἄλλων ἐπιζήμιων ἔξυπνων πού παρασύρονται ἀπό τούς ψευδο-διδασκάλους τῆς Δύσεως. Νομίζετε ἀληθῶς ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία θά τηροῦσε σιωπή καί δέν θά ὕψωνε τή φωνή Της γιά νά καταδικάσει καί νά τούς ἀναθεματίσει, ἐάν οἱ καταστροφικές διδασκαλίες τους ἦταν κάτι νέο; Μέ κανένα τρόπο. Θά συγκαλεῖτο κάποια Σύνοδος, καί στή Σύνοδο ὅλοι αὐτοί μαζί μέ τίς διδασκαλίες τους θά παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, στό δέ τωρινό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας θά προσετίθετο ἕνα ἐπιπρόσθετο κεφάλαιο: «Στόν Φόϋερμπαχ, τόν Μποῦχνερ καί τόν Ρενάν, στούς πνευματιστές, καί ὅλους τούς ἀκολούθους τους – στούς μηδενιστές – “ἔστω ἀνάθεμα”». Ἀλλά δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη γιά τέτοια Σύνοδο καί δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπίσης γιά τέτοια προσθήκη. Οἱ ψευδο-διδασκαλίες τους ἔχουν ἤδη ὅλες ἀναθεματισθεῖ ἐκ τῶν προτέρων σέ ἐκεῖνα τά σημεῖα ὅπου ἐκφέρεται ἀνάθεμα γιά ἐκείνους πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν πνευματικότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τίς διδαχές πού ἀφοροῦν στήν Παναγία Τριάδα καί πού ἀφοροῦν στή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν βλέπετε μέ πόση σοφία καί προνοητικότητα δρᾷ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὅταν μᾶς ὑποχρεώνει νά τελέσουμε τήν παροῦσα διακήρυξη καί νά τήν ἀκούσουμε; Καί ὅμως λένε: «Αὐτό εἶναι παρωχημένο». Ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς τώρα πού εἶναι ἐπίκαιρο! Ἴσως πρό 100 ἐτῶν δέν ἦταν ἐπίκαιρο. Ἀντιθέτως, κάποιος πρέπει νά πεῖ σχετικῶς μέ τήν ἐποχή μας, ὅτι ἄν δέν ὑπῆρχε μέχρι τώρα Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά ἦταν ἀναγκαῖο νά εἰσαχθεῖ ἕνα καί νά τελεῖται ὄχι μόνον στίς κυριότερες πόλεις, ἀλλά σέ ὅλες τίς περιοχές καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες: ὥστε νά συναχθοῦν ὅλες οἱ διδασκαλίες τοῦ κακοῦ πού ἀντιτίθενται στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά καταστοῦν γνωστές σέ ὅλους, ὥστε ὅλοι νά μποροῦν νά γνωρίζουν τί εἶναι ἀναγκαῖο νά προσέχουν καί ποιοῦ εἴδους διδασκαλίες νά ἀποφεύγουν. Πολλοί ἔχουν διαφθαρεῖ στό νοῦ, ἀποκλειστικῶς καί μόνον λόγῳ ἀγνοίας, ἐνῷ μία δημόσια καταδίκη τῶν καταστροφικῶν διδασκαλιῶν θά τούς ἔσωζε ἀπό τήν ἀπώλεια.

Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία καθιστᾷ ἀκοινώνητους, ἐξορίζει ἀπό τίς τάξεις της (ὅταν λέγεται, «Ἀνάθεμα στόν τάδε καί τόν δεῖνα», αὐτό σημαίνει τό ἴδιο πρᾶγμα μέ τό «Ὁ τάδε καί ὁ δεῖνα, ἔξω ἀπό ἐδῶ!»), ἤ ἀναθεματίζει γιά τόν ἴδιο λόγο πού τό πράττει ὁποιαδήποτε κοινότητα. Καί εἶναι ὑποχρεωμένη νά τό κάνει γιά νά αὐτο-διατηρηθεῖ καί νά διατηρήσει τά τέκνα της ἀπό τήν καταστροφή. Γιά αὐτόν τόν λόγο,  δέν ὑπάρχει τίποτε ἀξιόμεμπτο ἤ ἀκατανόητο σχετικῶς μέ αὐτό τό παρόν Συνοδικόν. Ἐάν κάποιος φοβεῖται τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναθέματος, ἄς ἀποφύγει τίς διδασκαλίες πού εἶναι ἡ αἰτία αὐτός νά τό ὑποστεῖ. Ἐάν κάποιος τό φοβεῖται γιά ἄλλους, ἄς τούς ἀποκαταστήσει στήν ὑγιῆ διδασκαλία. Ἀλλά ἄν ἔχεις ἤδη ἐγκαταλείψει τήν ὑγιῆ διδασκαλία, τότε τί δουλειά ἔχεις μέ τό τί γίνεται στήν Ἐκκλησία ἀπό αὐτούς πού δέν τήν ἔχουν ἐγκαταλείψει [τήν ὑγιῆ διδασκαλία] ; Καί μόνον ἀπό τό ἴδιο τό γεγονός ὅτι ἔχεις συλλάβει μία διαφορετική ἄποψη γιά τά πράγματα ἀπό ἐκείνη πού τηρεῖται στήν Ἐκκλησία, ἔχεις ἤδη διαχωρίσει τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἡ καταγραφή στούς βαπτισματικούς καταλόγους πού καθιστᾷ κάποιον μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τό πνεῦμα καί τό περιεχόμενο τῶν ἀπόψεών του. Εἴτε ἡ διδασκαλία σου καί τό ὄνομά σου προφέρονται σάν νά εἶναι ὑπό τό ἀνάθεμα εἴτε ὄχι, ἤδη ὑπόκεισαι σέ αὐτό, ὅταν οἱ ἀπόψεις σου ἀντιτίθενται σέ ἐκεῖνες τίς Ἐκκλησίας, καί ὅταν ἐπιμένεις σέ αὐτές. Εἶναι φοβερό τό ἀνάθεμα. Ἐγκατάλειψε τίς κακές σου ἀπόψεις. Ἀμήν.

 

 

[Μετάφραση (ἑλληνική ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ) και πηγή ηλ. κειμένου:  Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, Πρωτότυπο κείμενο (ρωσσικό): στό περιοδικό Pravoslavnaya Rus ( Ὀρθόδοξη Ρωσσία), #4, 1974, Ἀγγλικό κείμενο: https://groups.google.com/forum/#!topic/alt.religion.christian.east-orthodox/xNL7b6YRnMg ]

 

Η Εκκλησία ως Παρέλαβε (+Μητροπολίτη Νικοπόλεως κυρού Μελετίου)

hqdefault

(Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, 8.3.2009)

 

Ἐξοχώτατε κ. Πρόεδρε,

Μακαριώτατε,

Ἅγιοι Πατέρες,

Ἀδελφοί,

Ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν· οὕτω κηρύσσομεν.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ὀργανισμός αὐτόνομος. Δέν ἔχει γνώμη καί τοποθέτηση δική της. Οἱ λειτουργοί της (παπᾶς, δεσπότης, σύνοδος, πατριάρχης) δέν ἔχουν ἐξουσιοδότηση νά λένε ὅ,τι θέλουν. Οὐ κυριεύομεν τῆς πίστεως. Δέν εἴμαστε ἀφεντικά στήν πίστη (Α΄ Πετρ. 5, 3· Β΄ Κορ. 1, 24).

Ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβε. Δέν τήν ἔφτιαξε τήν πίστη της. Δέν εἶναι δική της· δημιούργημά της. Τήν παρέλαβε. Καί τήν ὑπηρετεῖ.

Λέγει ὁ θεοκήρυκας ἀπόστολος: Ἐγώ παρέδωκα ὑμῖν, ὅ καί παρέλαβον· ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἦλθε στήν γῆ γιά μᾶς. Καί πέθανε γιά μᾶς· γιά τίς ἁμαρτίες μας· καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς· γιά τήν δικαίωσή μας (Α΄ Κορ. 15, 3).

Καί ἐμεῖς, Τόν εἴδαμε νά πεθαίνει στόν σταυρό γιά μᾶς. Τόν εἴδαμε ἀναστημένο. Τόν εἴδαμε νικητή τοῦ θανάτου. Τόν εἴδαμε στήν θυσία Του. Τόν εἴδαμε καί στήν δόξα Του τήν θεϊκή. Τόν ἀκούσαμε νά μᾶς λέει τό σχέδιό Του γιά μᾶς· νά μᾶς δίνει τήν εὐλογία Του· τήν εἰρήνη Του. Τόν ζήσαμε. Χορτάσαμε καί χορταίνομε μέχρι σήμερα τήν παρουσία Του. Καί τό καταλάβαμε, ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ Θεός τῆς Δόξης (Α΄ Κορ. 15, 1-8).

Ἐμεῖς, λέγει ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἁγία Ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδος, αὐτό παραλάβαμε· καί αὐτό κηρύττομε: ὅτι ὁ  Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός.

Καί ἐμεῖς, ἡ Ἐκκλησία Του, σάν στόμα Του, μιλᾶμε στό τώρα, ἀλλά ὄχι μόνο γιά τό τώρα· μιλᾶμε γιά τό πάντοτε· γιά νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων!

Καί ἔχομε χρέος, σέ ὅ,τι καί ἄν κάνωμε, καί σέ ὅ,τι καί ἄν λέμε, πάντοτε τήν ἀναφορά μας νά τήν ἔχωμε σ᾽ Αὐτόν.

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα. Μεγάλη ἑορτή γιά τόν ὀρθόδοξο λαό μας! Ἑορτή κριτήριο.

Νά τήν τιμᾶτε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σάν τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα, φωνάζει ἕνας ἅγιος.

*        *        *

Ἡ ὀρθοδοξία, δέν εἶναι οἱ ἐθνικές μας παραδόσεις. Δέν εἶναι τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας. Δέν εἶναι τά μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ του. Δέν εἶναι οἱ εἰκόνες του. Δέν εἶναι ἡ γλῶσσα του!

Ὅλα αὐτά βέβαια, τό κάθε τί πού κηρύττει τήν πίστη στόν Χριστό, ἔχουν μιά ἱερότητα. Καί οἱ ἐκκλησίες. Καί τά βιβλία τους. Καί οἱ εἰκόνες τους. Καί οἱ πέτρες τους. Καί τά ξύλα τους.

Στήν χρήση τους γιά τήν λατρεία τοῦ Κυρίου ὅλα αὐτά ἁγιάζονται. Ἀλλά δέν θεανθρωποποιοῦνται.

Δέν εἶναι αὐτά  πίστη. Μαρτύρια εἶναι. Στόματα εἶναι. Ξυπνητήρια εἶναι. Μᾶς δείχνουν τήν πίστη. Μᾶς θυμίζουν τήν πίστη. Ἀλλά δέν εἶναι, οὔτε  πίστη· οὔτε μέρος ἀπό τήν πίστη. Μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι.

Τά μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πίστης καί τῆς θεοσέβειας τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τους. Ἐκείνης πού τά παρήγαγε. Τίποτε περισσότερο. Μά ἡ ἐποχή ἐκείνη πέρασε. Καί ὁ πολιτισμός της μαζί. Καί ὄχι μόνο! Καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται! Ἕνα μένει. Ὁ Χριστός. Ὁ τῶν αἰώνων ποιητής καί δεσπότης. Καί ὁ λόγος Του.

Δέν εἶναι νοσταλγία γιά τό παρελθόν ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν ἤρθαμε σήμερα στήν Ἐκκλησία, γιά νά κλάψωμε χτυπώντας τό κεφάλι μας σέ κάποιο τεῖχος θρήνων γιά περασμένα μεγαλεῖα, πού ἐχάσαμε!

Δέν μᾶς μιλάει γιά τό παρελθόν ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιά τό παρόν μᾶς μιλάει καί γιά τό μέλλον. Δέν πρέπει λοιπόν ἐμεῖς νά νοσταλγοῦμε τήν ἁγιωσύνη καί τό μεγαλεῖο τῶν ἁγίων Βασιλείου καί Ἀντωνίου. Δέν πρέπει νά ζοῦμε, οὔτε μέ τά περασμένα· οὔτε γιά τά περασμένα.

Ἀλλά γιατί;

Λέγει ὁ τρισμακάριος Παῦλος: Ἕν δέ. Γιά ἕνα! Ἕνας πρέπει νά εἶναι ὁ στόχος μας. Ἕνας ὁ πόθος μας. Ξεχνώντας τά περασμένα, νά πηγαίνωμε μπροστά· μέ μοναδικό μας σκοπό καί στόχο νά φθάσωμε στό βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι οὖν τέλειοι τοῦτο φρονῶμεν (Φιλ. 3, 13-15). Αὐτό πρέπει νά τό βάλωμε μέσα μας βαθειά.

Ἡ πίστη στόν Χριστό εἶναι ἡ ἀπό καταβολῆς κόσμου σχέση μας μέ τόν Θεό. Γι᾽ αὐτό λέμε: Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐκήρυξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύττομεν Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν.

Ὀρθοδοξία εἶναι παράδοση καί παραλαβή. Εἶναι μιά σχέση ὑπεύθυνη· μιά πράξη προσωπική. Μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ ἄνθρωπος-μέλος της βιώνει τήν ἀλήθεια καί τήν ἐλευθερία. Καί κηρύττει τήν ἀλήθεια μέ σεβασμό στήν ἐλευθερία. Τήν δέχεται μέ ἐλευθερία. Τήν κρατεῖ μέ ἐλευθερία. Τήν μεταδίδει μέ ἀγάπη καί μέ ἐλευθερία.

Τήν ἀληθινή πίστη, τήν πίστη στόν Χριστό, δέν τήν βρίσκει κανείς μόνος του· στοχαζόμενος. Οὔτε τήν ἀνακαλύπτει μέ ἔρευνα. Μιά συνέχεια εἶναι ἡ πίστη. Ἀπό καταβολῆς κόσμου. Κάποιος τήν παραδίδει. Καί κάποιος τήν παραλαμβάνει. Συνέχεια τῆς πίστης μας χωρίς παράδοση καί παραλαβή, πράξεις ἐλεύθερες, δέν γίνεται.

Τήν παραδίδει ὁ Χριστός καί ἐκεῖνοι πού Τόν ἐπίστευσαν· πρόσωπα συγκεκριμένα. Καί τήν παραλαμβάνουν, ὅσοι θέλουν· ἐκεῖνοι πού τούς νοιάζει νά ἔχει ἡ ζωή τους περιεχόμενο. Καί ὅσο πιό πολύ αὐτό τό ξεχνᾶμε, τόσο πιό πολύ φτωχαίνομε. Καί διαλυόμαστε. Καί ἀτομικά. Καί κοινωνικά.

Ἡ κρίση ἡ οἰκονομική εἶναι μικρό κακό, μπροστά στήν φτώχευση τήν πνευματική· μπροστά στήν πνευματική ἀφασία.

*        *        *

Σήμερα ζοῦμε σέ μιά «κοινωνία» ἄκρατα ἀνθρωποκεντρική καί ἐνδοκόσμια· αἰχμάλωτη «μέσ᾿ στόν ὑπνόσακκο τῶν ὁρατῶν», ὅπως λέει ὁ ποιητής (Νικ. Καροῦζος).

Βλέπουμε τόν οὐρανό μολυβένιο.

Τίς ἐκκλησίες κτίρια ἄχαρα.

Τίς εἰκόνες ζωγραφιές πού δέν μιλᾶνε πιά.

Τά βιβλία τῆς πίστης μας παράξενα καί ἀκατανόητα.

Τήν πίστη καί τά ἤθη πού ὑπαγορεύει, ἀπάνθρωπα.

Ἀλήθεια καί ἐλευθερία εἶναι οἱ δύο πόλοι τῆς ἀληθινῆς πίστης. Καί εἴτε ἡ ἀλήθεια ὑποτιμᾶται, εἴτε ἡ ἐλευθερία, ἡ θεϊκή τάξη παρασαλεύεται. Καί ἡ ζημία πού ἐπακολουθεῖ, ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο.

  • Ἡ πίστη μᾶς λέγει: Ὁ Χριστός πρόσφερε τόν ἑαυτό Του θυσία γιά μᾶς. Καί οἱ ἱερεῖς Του, μέ τήν χειροτονία γίνονται μέτοχοί Του. Καί πρέπει νά παραλαμβάνουν τήν πίστη στήν δική Του ἀποστολή καί στήν δική Του θυσία. Ὤ πόσο μεγαλειώδης θά ἦταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἄν οἱ κληρικοί της ἀπόπνεαν τήν ὀσμή τῆς γνώσεως, τῆς ἀποστολῆς καί τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ!

Τάχα παράλαβε ἀπό τόν Χριστό τίποτε ὁ ἱερωμένος, πού δέν βλέπει τούς χριστιανούς σάν παιδιά του; πού δέν ἔχει διάθεση θυσίας γιά χάρη τους; Καί τί τάχα θά παραδώσει, ὅταν βλέπει τήν Ἐκκλησία σάν χῶρο γιά προσωπική του προβολή καί καταξίωση; καί ὅταν στόχο του ἐξώφθαλμο ἔχει νά κάμει καριέρα;

Ἀλήθεια, ἐπῆρε τίποτε ἀπό Ἐκεῖνον, πού γεννήθηκε σέ σπήλαιο, καί πέθανε σάν κακοῦργος, καί τάφηκε σέ ξένο τάφο, -ὁ κληρικός, καί πιό πολύ ὁ μοναχός, πού ἀφήνει τήν καρδιά του νά κολλάει στόν πόθο γιά πολυτέλεια, γιά μεγαλεῖα, γιά πλούτη; Εἶναι ποτέ δυνατό, μιά τέτοια ἀσυνέπεια νά θεωρηθῆ συμβατή μέ τήν πίστη, μέ τό μήνυμα τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ;

  • Ὄργανα τῆς πίστης θέλει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί τούς σαρκικούς γονεῖς. Θά εἰπεῖς στόν υἱό σου· θά τόν διδάξεις· θά τόν νουθετήσεις, λέγει ὁ Θεός (Ἐξοδ. 13, 8, 14).

Σήμερα ὅμως ζοῦμε σέ μιά κοινωνία πατροκτονική. Ὁ πατέρας ἀπαγορεύεται νά εἶναι πατέρας· καί ἀκόμη πιό πολύ ἀπαγορεύεται, νά θέλει νά εἶναι πατέρας. Καί αὐτός ὁ δυστυχής, παίρνει τό σύνθημα σάν τάχα σημεῖο προόδου· καί ἀπό τό φόβο μή καί φερθῆ στό παιδί του αὐστηρά, σάν τούς παλαιούς μπαμπάδες, γίνεται λίγο σαχλαμάρας· καί κάνει στά παιδιά του τόν φίλο! Μά τά παιδιά, καί ἰδίως οἱ ἔφηβοι, δέν θέλουν φίλους! Φίλους βρίσκουν. Εὔκολα. Καί ἄνετα!… Πατέρα θέλουν, νά τά μυσταγωγήσει στήν ζωή· νά τούς δώσει νά καταλάβουν σωστά, τί εἶναι ἡ ζωή.

Ἡ σημερινή οἰκογένεια, δέν παραδίνει τίποτε! Τό αἴτημα φροντίδας τῶν γονιῶν γιά τά παιδιά τους, στόν σύγχρονο κόσμο περιορίζεται στήν διατροφή, στίς σπουδές, στήν ὑγεία, καί στήν ἐπαγγελματική ἀποκατάσταση.

Τραγική ἡ ἐποχή μας. Ζητεῖ, ἀπό τά παιδιά, νά ἐξελίσσωνται ἀπό βιολογική καί νομική πλευρά, ὅσο τό δυνατό πιό γρήγορα· καί ἀποδοτικά· καί ἀπό τούς γέρους, ὅταν δέν εἶναι πιά παραγωγικοί, ἤ ὅταν εἶναι ἁπλά ἐνοχλητικοί, νά πεθαίνουν μιά ὥρα νωρίτερα· καί, ἄν ἀργοῦν, μέ εὐθανασία! Πῶς νά ἐξελιχθῆ τό παιδί σωστά, ὅταν ὁ πατέρας, ἀντί νά ἐμπιστευθῆ στό παιδί του, ἐφόδιο γιά τήν ζωή του, τήν πίστη στόν Χριστό, ἁπλά τοῦ ἐμπιστεύεται τήν πιστωτική του κάρτα; Καί δείχνει ἔτσι στό παιδί του μυαλά πιό παιδικά ἀπό ὅ,τι ἔχει ἐκεῖνο; Ἀλλά καί τί νά τοῦ παραδώσει, ὅταν ὁ ἴδιος δέν ἔχει τίποτα;

Αὐτές καί ἄλλες χειρότερες σύγχρονες ἀντιλήψεις ἔκαμαν τήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς μας πατροκτονική. Τήν κάνουν καί σκοτώνει τήν αὐθεντία τοῦ πατέρα στό σπίτι του, στά παιδιά του.

Καί ἦλθαν τά ἐπεισόδια τοῦ περασμένου Δεκέμβρη. Καί νά οἱ νέοι, οἱ ἔφηβοι τῆς πρώιμης ἐφηβικῆς ἡλικίας, σέ ἐπανάσταση! Διαδηλώνουν ἀγανάκτηση γιά συμβάντα θλιβερά. Φωνάζουν. Οὐρλιάζουν. Σπάζουν τζάμια. Καῖνε μαγαζιά!

Καί ξεσηκώνεται ἡ «ἐχέφρων» κοινωνία!

– Τά παλιόπαιδα! Πού δέν σέβονται τίποτε!…

Μά γιά σταθῆτε, ἀδελφοί! Γιατί φωνάζετε; Πῶς πρόκυψαν αὐτά τά ἐκδηλώματα; Ἔτσι ξαφνικά; Τί φταῖνε τά παιδιά; Νά εἴμαστε δίκαιοι:

Τά γέννησε μιά κοινωνία πού διδάσκει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀπό τό τίποτε· καί πηγαίνει στό πουθενά!…

Μέ τέτοια φιλοσοφία, τί περιμένατε νά ἔκαναν;

Οἱ κραυγές τῶν παιδιῶν, πού καῖνε καί σπᾶνε, πρέπει νά διαβάζωνται ἀπό ἐμᾶς, ὄχι σάν ἀπειλή πού δέν εἶναι, ἀλλά σάν ἱκεσία. Οἱ ἀταξίες τους εἶναι κραυγές πού λένε: Ἀσχοληθῆτε μαζί μας σωστά. Τό ἔχουμε ἀνάγκη. Παραδῶστε μας κάτι! Μιλῆστε μας γιά κάτι πιό πάνω ἀπό τήν κοιλιά! Εἰπέτε μας, πῶς γεμίζει ἡ καρδιά; πῶς νά ἀγαπᾶμε; τί νά κυττᾶμε;

Δυστυχῶς ὅμως, καί ἐμεῖς οἱ ἀρχιερεῖς, καί οἱ ἱερεῖς, πνευματικοί πατέρες, ἀλλά καί σεῖς, ἀδελφοί, βρισκόμαστε φοβερά ἀποπροσανα-τολισμένοι. Σέ λάθος θέση καί στάση. Πάψαμε νά εἴμαστε τό ἁλάτι, ὅπως μᾶς τό ζητάει ὁ Χριστός. Μά ὅταν τό ἁλάτι γίνεται ἄναλο, εἴτε γιατί ἐμεῖς δέν τό βλέπομε πιά (τό ἔργο μας) σάν ἁλάτι τῆς γῆς, εἴτε γιατί ἐμεῖς δέν τό χρησιμοποιοῦμε σάν ἁλάτι τῆς γῆς, τότε ἀντί γιά παρηγορία καί ἐλπίδα, γινόμαστε θλίψη καί ἀπογοήτευση. Καί σάν ἁλάτι ἄναλο, καταντᾶμε χωρίς λόγο ὕπαρξης· ἁλάτι ἄναλο· ἄξιοιβληθῆναι ἔξω καί καταπατεῖσθαι ὑπό τῶν ἀνθρώπων (Ματθ. 5, 13)· σέ ἀμφισβήτηση καί σέ ἀπόρριψη.

*        *        *

Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε,

Μακαριώτατε,

πατέρες, ἀδελφοί.

Λέγει ἕνας σύγχρονος ποιητής-τροβαδοῦρος τῆς ἀνθρωπιᾶς:

«Τό ξέρω, πώς ὅλα χάθηκαν τώρα.

Τό ξέρω, τό κάστρο σου ἔχει καεῖ.

Τό ξέρω, πώς ψάχνεις μιά ἄγνωστη χώρα,

μιά χώρα καινούργια, πού κρύβεται ἐκεῖ,

μετά τό σκοτάδι, μετά τήν σιωπή!…

Καί ὅπως πάλι ἀνοίγει ἡ παλιά πληγή,

ὁ θυμός σέ πνίγει γιά τά χρόνια, πού ἔχουν πιά χαθεῖ».

(Νίκος Πορτοκάλογλου)

Ἐμᾶς, πότε θά μᾶς πνίξει ὁ ἅγιος αὐτός ὁ θυμός γιά τά χρόνια πού ἔχουν χαθῆ;

Πρέπει νά μᾶς πνίξει! Ἀλλοίμονο, ἄν δέν μᾶς πνίξει!

Λέει ἕνας σοφός πρόγονός μας, ὁ μεγάλος φιλόφοφος Πλάτων:

Ὁ ἄνθρωπος, πού δέν ἔχει διάθεση νά κάμει κάτι γιά τίς ἰδέες του, δείχνει ἕνα ἀπό τά δύο: ἤ ὅτι οἱ ἰδέες του δέν ἀξίζουν δεκάρα· ἤ ὅτι ὁ ἴδιος δέν ἀξίζει δεκάρα.

Κάτι δέν πάει καλά. Κάτι πρέπει νά κάμωμε!

Ἀσφαλῶς.

Ἡ συνειδητοποίηση τοῦ προβλήματος εἶναι δεῖγμα γνησιότητας.

Καί ἡ βούληση γιά ἀγώνα γιά ὀρθοπόδηση, εἶναι ζῆλος ἀποστολικός, φρόνημα ἀποστολικό.

Μακαριώτατε,

Καλά ξεκινήσατε τήν ἀρχιεπισκοπική Σας διακονία, μέ τήν βούληση νά εἶσθε, ὄχι ὀργίλος ἐπιτιμητής, ἀλλά πράος ὁμολογητής.

Συνεχίστε. Καί δῶστε τίς κατευθύνσεις, πού χρειάζονται, νά ξαναγίνωμε τό ἁλάτι τῆς γῆς· γιά τήν πίστη στόν Χριστό· γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.