Η ιστορία του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος,η λειτουργική του χρήση και τα χαρακτηριστικά του.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Ο Ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα(Μ.Π.Κ)

Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.

Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.

Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας

Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.

Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.

Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας , του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.

Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨..

Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)

Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.

Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας , ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας .Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.

Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.

Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος  παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, δπου καί έγινε  μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. «Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.

Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.

Ό Κανόνας  γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των  γύρω  Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.

Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου ή Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά  προς ίασή  του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι  ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν   καθημερινά  μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε  συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο  σε μνήμη του ποιητή της.

Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )

Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.

«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»

. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»

Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη  γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.

Ό Αυτοκράτορας  για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.

Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν  στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν  και   ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘

Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε  μπροστά στο εξής δίλλημα.

ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν  σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.

Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου  Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.

Ό  Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε  έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).

Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε  ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν  εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.

ΟΙ δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.
Β.Χαρακτηριστικά του Μ.Π.Κ.
Ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικὸ χαρακτήρα καὶ «αναφέρεται ειδικά στὰ παθήματα καὶ στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς αὐτοῦ βασιλέως, ὁ ὁποίος έπασχε απὸ ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Ἀναφέρει δὲ ὁ Τωμαδάκης ὅτι: «εαν ἡ περίπτωσις τοῦ Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται πρὸς την κατάθλιψη καὶ τὶς διακυμάνσεις της οργιζομένης καὶ αμαρτανούσης καὶ νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴ ακριβώς είναι καὶ η αιτία της κατὰ τὰ τελευταία έτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση.
Η ποίηση του Μ.Π.Κανόνος ειναι έκφραση πόνου καὶ κραυγὴ αγωνίας πρὸς την Παναγία, που αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελοῦν ένδειξη μεγάλου ποιητή, ὅπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.
Εὰν συγκρίνωμε τώρα τὴν ποιητικὴ έκφραση του πόνου, της αγωνίας, της θλίψεως καὶ της κραυγαλέας οδύνης του Μ.Π.Κ. πρὸς την σύγχρονη εξομολογητικὴ ποίηση τῶν καιρών μας, θα διαπιστώσωμε τα εξής: ότι στην εξομολογητικὴ ποίηση του συγχρόνου κόσμου, ο ποιητής εκχέει προς τὸ κενό τον σπαραγμό της καρδίας του, το ἐσωτερικό του άλγος, χωρὶς να περιμένει από κανένα την διόρθωση της καταστάσεώς του, εφ΄ όσον δεν πιστεύει, ούτε ελπίζει σὲ κάτι. ‘Ετσι, ὁ ποιητής αυτὸς αφήνει ανοικτές τις πληγὲς της ψυχής του μὲ απόγνωση καὶ απογοήτευση, χωρὶς τὴν ελπίδα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ασθενείας του. Ενώ ἀντίθετα η ποίηση του Μ.Π.Κ., όπως καὶ όλων των ύμνων της Εκκλησίας μας, παρὰ την έκφραση του πόνου, της θλίψεως, της ασθενείας, των πειρασμών καὶ των βασάνων, δεν κυριεύεται απὸ απόγνωση καὶ απελπισία, αλλὰ μὲ πίστη καὶ ελπίδα εκλιπαρεί την ευσπλαχνία καὶ την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ θείο έλεος τοῦ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μὲ θάρρος καὶ αισιοδοξία για να συνεχίσει τον ἀγώνα, με την βοήθεια εκείνων, για την διόρθωση όλων των δεινών του.

Η Ιστορία του Μικρού Παρακλητικού Κανόνα και ο ποιητής του

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

 Γενικά.

Ο Μικρός και Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας στην Υπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιo λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ονομάζονται «Παρακλητικοί» οι δύο κανόνες στην Υπεραγία Θεοτόκο, επειδὴ οι πιστοί, τα αισθήματα των οποίων εκφράζουν οι κανόνες, ικετεύουν και παρακαλούν την Παναγία με τις μεσιτείες και πρεσβείες της προς τον φιλάνθρωπο Θεό και Υιό της (»πολλὰ γὰρ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου») να ικανοποιήσει και να εκπληρώσει τα φλέγοντα αιτήματα των προσευχών των προς αυτήν (»τάχυνον εἰς πρεσβείαν καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν…»).

Όπως αναφέρει ο καθηγητής  Ιωάννης Φουντούλης, οι δύο κανόνες ονομάζονται «Μικρὸς» ο α´ και «Μέγας» ο β´, ή Μικρὰ καὶ Μεγάλη Παράκλησις, αν καὶ έχουν ίσο  αριθμὸ τροπαρίων, τριάντα δύο συνολικά ο καθένας , τέσσερα σε κάθε ωδή. Όμως τα τροπάρια και οι ειρμοὶ του Μεγάλου Κανόνος είναι εμφανώς εκτενέστερα.  Ἀλλ᾿ αυτό, καθώς αναφέρει ο ίδιος καθηγητής, δεν είναι αρκετὸ για να αιτιολογήσει το επίθετο «Μέγας» σ᾿ αυτόν. Ο σπουδαιότερος λόγος είναι άτι ο Μέγας αυτός Κανόνας  ψέλνεται  πανηγυρικώτερα, ιδιαιτέρως κατὰ την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου, όπως δείχνουν και τα εξαποστειλάρια: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱέ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση των δύο κανόνων όσο και  στην τελική μορφολογία των δύο Παρακλήσεων.

Το  σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανόνας  της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα  της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως. Ο τίτλος του δούκα μας δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την ανάρρησή του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.

Η ιστορία του μικρού Παρακλητικού Κανόνα και ο ποιητής του.

Ο Μικρός παρακλητικός κανόνας, που είναι και ο πιο παλιός, αποδίδεται από ορισμένους στο μοναχό Θεοστήρικτο, που έζησε τον έννατο αιώνα, ενώ κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι είναι έργο του Μητροπολίτη Νικαίας Θεοφάνη του Ομολογητή,του Γραπτού, που έζησε τον ίδιο αιώνα.

Αλλοι πάλιν τον αποδίδουν στον Αγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.

Στο εκκλησιαστικό  βιβλίο ΩΡΟΛΟΓΙΟ γράφεται ότι ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας είναι «Ποίημα Θεοστηρίκτου Μοναχού. Οι δε (υποστηρίζουν) Θεοφάνους».Τα δύο αυτά ονόματα είναι ενδεχόμενο να συμπίπτουν στο ένα και το αυτό πρόσωπο, με την έννοια ότι ο Θεοφάνης ήταν ο μετέπειτα μοναχός Θεοστήρικτος.

Σύγχρονοι ειδικοὶ ερευνητές, (Νικόλαος Τωμαδάκης – Καθηγητὴς Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών – και Ιωάννης Φουντούλης – Καθηγητής της Λειτουργικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης –) διατυπώνουν τη γνώμη, ότι πρόκειται για ένα και το αυτὸ πρόσωπο, που φέρει δύο ονόματα, το κοσμικόν του όνομα Θεοφάνης και το μοναχικό του όνομα Θεοστήρικτος.

Νεώτερες έρευνες στο θέμα συγκλίνουν στην άποψη ότι ποιητής του Μικρού Παρακλητικού κανόνος είναι ο Άγιος Θεοστήρικτος ο  Ομολογητής. Αυτός  χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα,  Ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος. Ο Κανόνας του Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί  σαν  πρώτος κανών του όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων. Ο Θεοφάνης με  την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα του Ιωάννου Δαμασκηνού στην έγερση του Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανεισθεί τους ειρμούς της α’, γ’, ζ καί η’ ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό. Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα

Ο Άγιος Θεοστήρικτος ο Ομολογητής και οι αγώνες του υπέρ των ιερών εικόνων.

Γεννημένος στις αρχές του 8ου αιώνος στην Τριγλία της Βιθυνίας, ο όσιος Θεοστήρικτος έγινε  μοναχός από νεαρή ηλικία στην Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, την αποκαλούμενη Πελεκητή, όπου αργότερα εκλέχθηκε ηγούμενος. Όταν κατά την διαταγή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄του Κοπρώνυμου (741-775) ο περιβόητος και αιμοσταγής κυβερνήτης της Μικράς Ασίας Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας άρχισε να καταδιώκει τους ομολογητές των ιερών και σεπτών εικόνων ,εισέβαλλε στην μονή την νύχτα της Μεγάλης  Πέμπτης  του 763 μ.Χ.την ώρα της Θείας Λειτουργίας .

Ο  Ηγούμενος της Μονής Πελεκητής,  ο Θεοστήρικτος τελούσε την Θεία Λειτουργία με τους 780 υποτακτικούς του, εκ των οποίων οι 70 ήταν Ιερομόναχοι.

Η κατανυκτική ατμόσφαιρα, διακόπηκε ξαφνικά από άγρια χτυπήματα που σείουν την Πύλη του Μοναστηριού και άγριες φωνές δυο χιλιάδων στρατιωτών ,που προξενούν ρίγος και τρόμο.

Η Πύλη θραύεται από τα τσεκούρια και όλος αυτός ο συρφετός μπαίνει στην αυλή.Ο Αρχηγός Ηγεμόνας Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας εισορμά μέσα στον Ναό μαζί με τον στρατό του, πλησιάζει τον Ηγούμενο κι’ αφού πετά κάτω  το Άγιο Δισκοπότηρο, του δίνει δυό δυνατές γροθιές στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να γίνει συμπλοκή στρατιωτών με τους Μοναχούς.

Μετά από αυτά ο Ηγούμενος,  αφού πρόσταξε τα τέκνα του να υποχωρήσουν, ο Ηγεμόνας Λαχανοδράκοντας, δίνει ένα χαρτί στον Ηγούμενο και του λέγει άγρια.

-Πάρε και υπόγραψε αμέσως εναντίον των ειδώλων που τα λέτε εικόνες, γιατί θα σας σφάξουμε όλους. Είναι πρόσταγμα του Ευσεβούς Βασιλέως μας Κωνσταντίνου του Πέμπτου.

-Κοπρωνύμου να λες καλύτερα, λέγει ο Ηγούμενος Θεοστήρικτος .Δεν υπογράφομε ποτέ εναντίον των Ιερών Εικόνων, τις οποίες τιμητικά προσκυνούμε.

Αυτά αφού είπε  ο Άγιος Ηγούμενος, ο Λαχανοδράκοντας αγριεμένος προστάζει ν’ αρχίσουν οι στρατιώτες την σφαγή.

Σε λίγα λεπτά της ώρας, τετρακόσιοι (400) Μοναχοί πέφτουν  νεκροί.

Ο  Ηγεμόνας Λαχανοδράκοντας, δίνει τώρα άλλη προσταγή. Να δέσουν με αλυσίδες τους υπόλοιπους και να τους βγάλουν στην αυλή. Έπειτα βάζουν φωτιά από όλες τις πλευρές του Μοναστηριού για να γίνουν  όλα στάχτη. Το ωραίο Μοναστήρι τυλίγεται στις φλόγες του πυρός.

Οι αιχμάλωτοι μοναχοί οδηγούνται  μπροστά στον Κοπρώνυμο τον ανάξιο Αυτοκράτορα του Βυζαντινού Κράτους.

-Πόσοι είναι; ρωτά ο Κοπρώνυμος τον Λαχανοδράκοντα κι’ εκείνος απαντά.

-Ιερομόναχοι 40 Μοναχοί 342 και ο Ηγούμενος.

Ο Κοπρώνυμος λυσσά από οργή. Απευθυνόμενος πρώτα-πρώτα στο πλήθος των Μοναχών τους προστάζει άγρια.

-Παλιοκαλόγηροι! Απειθείς και αντιδραστικοί στα Βασίλεια, ελάτε εδώ μπροστά μου. Είμαι ο Κωνσταντίνος ο Πέμπτος και εγώ δεν χορατεύω.

Στο πρόσταγμα του Κοπρωνύμου, κανένας δεν σαλεύει. Ένας μόνο με χαμογελαστό πρόσωπο Σινέσιος στο όνομα, Παλικάρι στο σώμα και στην ψυχή, πλησιάζει τον Κοπρώνυμο και του λέγει.

-Κοπρώνυμε! Εμείς είμαστε τέκνα ενός Θεοστηρίκτου και μάθαμε από τον Γέροντά μας να καταπατούμε την κεφαλή του Διαβόλου και των Εικονομάχων.

Ο Κοπρώνυμος κιτρινίζει και γνέφοντας στον υπασπιστή του, του λέγει. -Υπασπιστή μου, κόψε την αυθάδη κεφαλή του. Η κεφαλή του Οσίου υποτακτικού πέφτει.

Μετά ταύτα εξετάζει έναν – έναν όλους τους Μοναχούς. Βλέποντας όμως το ανδρείο φρόνημα της πίστεώς τους, προστάζει να τους αποκεφαλίσουν εκείνη την στιγμή.

Το αίμα τόσων Οσίων Μοναχών τρέχει σαν ποτάμι, η δε καρδιά του Κοπρωνύμου ευφραίνεται διπλά.

Μετά από την ομαδική αυτή σφαγή, ο Κοπρώνυμος προστάζει να φέρουν μπροστά του τον Ηγούμενο.

Ο Άγιος Ηγούμενος πλησιάζει με καρδιά, που από το ήμισυ χαίρει και απ’ το άλλο ήμισυ κλαίει.

Ο Κοπρώνυμος με πολύ σκληρή φωνή του λέγει.

-Φονιά. Δήμιε. που θανάτωσες τα 780 τέκνα σου για ένα καπρίτσο σου, να μη πετάξεις στον βόθρο τα είδωλα που λέτε Εικόνες. Φονιά που θα σε γράψει η Ιστορία ως παιδοκτόνο.

Ο Όσιος Ηγούμενος δεν απαντά. Κάνει λίγα βήματα, ξεκρεμά από τον τοίχο μια ζωγραφιά του Κοπρωνύμου, την ρίχνει στο πάτωμα, την πατά και λέγει.

-Αυτή η ατιμία σου αξίζει Κοπρώνυμε. Εγώ είμαι προσκυνητής των Σεβασμίων Εικόνων και διψώ τον υπέρ αυτών θάνατο. Βιάζομαι μάλιστα για να προλάβω τα χρυσά και ευλογημένα τέκνα μου, τον στέφανο και το καύχημά μου.

Ο Κοπρώνυμος αφρίζει. Όμως αλλόκοτος θόρυβος που ακούγεται μέσα στο Παλάτι, τον κάνει να τρέμει. Νομίζει πως τον έχουν εγκαταλείψει όλοι οι δικοί του και ότι όλοι έγιναν εχθροί του.

Να τώρα ! Στρατηγοί, τουρμάχες, παρακοιμώμενοι, Συγκλητικοί και όλοι, πράγματι σηκώνονται εναντίον του.

-Αυλάρχη μου ! Αυλάρχη μου ! αρχίζει να φωνάζει ο Κοπρώνυμος, σώσε με. σώσε με.

Ο Αυλάρχης υψώνει το ξίφος και αρχίζει να κόβει κεφάλια. Ένα χέρι του αρπάζει το ξίφος και τον αφοπλίζει. Αυτός είναι ο Στρατηγός Αιμίλιος Τεραβίνος.Ο Στρατηγός Αιμίλιος αφού κάνει το σημείον του Σταυρού, βγάζει μια Εικόνα  του Χριστού μας από το στήθος του και φωνάζει δυνατά.

-Καταραμένε Αιρετικέ Κοπρώνυμε, είμαι προσκυνητής των Σεβασμίων Εικόνων, σφάξε με.

Η Τίμια κεφαλή του Στρατηγού πέφτει στο δάπεδο, ενώ ο Κοπρώνυμος τρέμοντας και τρικλίζοντας αποτραβιέται στο Τρίκλινο.

Την άλλη μέρα ο θηριόψυχος Κοπρώνυμος, καλεί μπροστά του τον Ηγούμενο κι αφού παίρνει απ’ αυτόν τις ίδιες απαντήσεις προστάζει να κόψουν την μύτη, τα αυτιά και τα δάχτυλα των χεριών του. Έπειτα με τανάλιες τραβούν λουρίδες του δέρματος από όλο το σώμα του, και ενώ τα αίματα βάφουν ξανά το πάτωμα, προστάζει να τον κλείσουν σε σκοτεινή φυλακή, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, ώσπου να ξεψυχήσει.

Η προσταγή του αιμοσταγούς Αιρετικού Κοπρωνύμου εκτελείται.

Μέσα σ’ αυτή την απαίσια φυλακή μένει ο Άγιος Ηγούμενος Θεοστήρικτος επί ένα ολόκληρον χρόνο. Η ευσπλαχνία του Θεού αποστέλλει καλούς φρουρούς, οι οποίοι κρυφά-κρυφά του δίνουν λίγο ψωμί και λίγο νερό.

Στον χρόνο επάνω πεθαίνει ο Κοπρώνυμος από Άνθρακα και ανεβαίνει στον θρόνο του Βυζαντίου Λέων Δ’ γυιός του Κοπρωνύμου, φυματικός και ασθενικός στο σώμα, εύσπλαγχνος  όμως στην ψυχή.

Ο Λέων Δ΄ δίνει πάλι ελευθερία στους προσκυνητές των Σεβασμίων Εικόνων, και ελευθερώνει  από τις φυλακές όλους τους ευσεβείς.

Ο Ηγούμενος, Άγιος Θεοστήρικτος, ελευθερώνεται κι’ αυτός και μεταφέρεται στα ερείπια του Μοναστηριού του.

Τον μεταφέρουν στα χέρια προσκυνητές  των σεβασμίων εικόνων.

Φθάνει κάποτε στον τόπο, όπου άλλοτε κατοικούσαν τα 780 λατρευτά του πνευματικά τέκνα.

Στο Μοναστήρι, που βασίλευε χαρά πνευματική, σωστή αγκαλιά Αγγέλων.

Παρ’ ότι τα γύρω Μοναστήρια με στοργή και δάκρυα ζητούν να τον πάρουν κοντά τους, εκείνος αρνείται. Θέλει να μείνει εκεί, που γεύτηκε μαζί με τα άγια τέκνα του, τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της Καλογερικής του αγίας ζωής. Εκεί, σε μια άκρη των ερειπίων, φτιάχνει μια ξύλινη καλύβα για να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του, μόνος και έρημος με τις εικόνες των αναμνήσεων, επαναλαμβάνοντας τον θρηνητικό λόγο.«Εμνήσθην ημερών αρχαίων»

Εκεί, μέσα στα ερείπια ο Στρατηγέτης του Κοινοβιακού Μοναχισμού, συνθέτει έναν εκ των ωραιοτέρων ύμνων της Εκκλησίας. Την Μικρή Παράκλησι της Θεοτόκου.

«Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς Σε καταφεύγω σωτηρίαν επιζητών, ω Μήτερ του Λόγου και Παρθένε των δυσχερών και δεινών με διάσωσον».

Εκεί όμως και ένα θαύμα φοβερό και πρωτάκουστο γίνεται:

Μετά από τρία χρόνια, σμήνος νέων συμπυκνώνεται γύρω από τον Άγιο Θεοστήρικτο, ράκος σωστό χωρίς δάχτυλα, χωρίς μύτη, χωρίς αυτιά.

Το πλήθος των νέων ζητά από τον Ηγούμενο να τους κρατήσει κοντά του για να γίνουν Μοναχοί.

Ο Ηγούμενος δεν τολμά να αντισταθεί στη Βουλή του Θεού, γι’ αυτό και τους δέχεται. Σε λίγο άλλοι και άλλοι προσθέτονται στην Συνοδία, μέχρις ότου μέσα σε λίγους μήνες, φθάνουν στον αριθμό των 800 οκτακοσίων Μοναχών, με Προεστώτα τον Ηγούμενον Θεοστήρικτο.

Έτσι αναστήνεται και πάλι το Μοναστήρι της Πελεκητής. Σε όλων των Μοναχών τα στήθη καίει η φλόγα της υπακοής και η φλόγα υπέρ της προσκυνήσεως των σεβασμίων Εικόνων. Ο Ηγούμενος προάγει αυτούς εις την τελειότητα, ζώντας μαζί τους πάνω από 25 χρόνια.

Είναι πολύ ειρηνική η ψυχή του, γιατί με την Βοήθεια της Θεοτόκου και την ανάμνησι, ότι τα 780 πρώτα τέκνα του, θυσιάστηκαν στον βωμό της πίστεως και της αρετής, κερδίζοντας έναν αιώνιο Παράδεισο, αναχωρεί με μεγάλη χαρά προς συνάντησί τους. Η μέρα της Οσίας Κοιμήσεως του υπήρξε η 17η Μαρτίου του έτους807 μ.Χ. τα τελευταία λόγια του Οσίου πατρός ημών Θεοστηρίκτου

«Την Άχραντον εικόναν Σου προσκυνούμεν Αγαθέ αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών Χριστέ ο Θεός….

Τύπος και ουσία.(Β. Π. Σστογιάννου)


Αρχίζει αύριο, η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου. Είναι οι δυο νηστείες, της Μεταμορφώσεως η πρώτη και της Παναγίας η δεύτερη, που εδώ και αιώνες έχουν ενωθεί, τόσο πρακτικά όσο και στη συνείδηση του λαού σε μια ενότητα, θεωρητικά όμως πρόκειται για δύο νηστείες. Η πρώτη αρχίζει την 1η και τελειώνει την 5η Αυγούστου, και η δεύτερη αρχίζει στις 7 και τελειώνει στις 14 Αυγούστου.

Στο άκουσμα της νηστείας οι αντιδράσεις πολλών  που απηχούν στο σημείο αυτό τη ζωντανή πραγματικότητα των πιστών μας, είναι διαμετρικά αντίθετες. Πολλοί θα πουν: «Δυστυχώς ο σημερινός άνθρωπος έχει ξεχάσει τη νηστεία, δεν την τηρεί πια. Οι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από το δρόμο του Θεού». Άλλοι αντιθέτως θα σκεφθούν αμέσως: «Τί χρειάζεται η νηστεία; Εδώ δεν τηρούμε άλλα, ουσιώδη πράγματα, η νηστεία είναι το πρόβλημά μας;» Ίσως υπάρξει και μια τρίτη άποψη: «Καλή η νηστεία, δεν λέει κανείς, αλλά δεν πρέπει να πιστεύομε ότι ο Θεός ενδιαφέρεται για το τι θα φάμε. Αυτό που ζητά ο Θεός είναι αγάπη και νηστεία από τις αμαρτίες μας». Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε και την πράξη των υποστηρικτών των διαφόρων απόψεων, τότε θα μπερδεύονταν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, γιατί η θεωρία δεν συμβαδίζει, όπως ξέρομε από την πείρα μας, πάντα με την πράξη.

Το θέμα μας όμως δεν είναι η νηστεία. Είναι η αντιπαράθεση τύπου και ουσίας, που είδαμε με το παράδειγμα της νηστείας. Ό,τι συμβαίνει με τη νηστεία, συμβαίνει σχεδόν με κάθε πτυχή του χριστιανισμού. Πάντα χωρίζονται σε παρατάξεις οι άνθρωποι, θεωρητικά και πρακτικά. Έτσι γίνεται με τον εκκλησιασμό.

Έτσι γίνεται ακόμη και με τα βασικά χριστιανικά μυστήρια, τη θεία Ευχαριστία και την Εξομολόγηση, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα πλήθος από παραδείγματα, αλλά δεν είναι απαραίτητο, γιατί όλοι ξέρουμε από πείρα το πρόβλημα.

Βασικά υποστηρίχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου δυο απόψεις για τη σχέση τύπου και ουσίας. Πολλοί θεολόγοι και πιστοί υποστήριξαν ότι ο τύπος δεν έχει καμιά θεωρητική ή πρακτική αξία. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν πολλοί από τους αρχαίους αιρετικούς, που δεν δέχθηκαν κανένα τύπο ως αναγκαίο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Πολλοί από αυτούς έφθασαν στο σημείο να απορρίπτουν και τα βασικά μυστήρια, όπως το βάπτισμα. Φυσικά πολύ πιό εύκολα απέρριψαν τις εκκλησίες, τα άμφια και την ύπαρξη κληρικών γενικότερα, τις διάφορες τελετές. Μερικοί έφθασαν στο σημείο να αντιτίθενται και στην εξωτερική διάκριση των δύο φύλων. Χωρίς να φθάνουν σ’ αυτές τις ακρότητες, τους τύπους περιόρισαν και οι προτεστάντες στα νεώτερα χρόνια, κυρίως αμέσως μετά τη Μεταρρύθμιση. Και γι’ αυτούς οι τύποι δεν έχουν αξία, αν δεν εκφράζουν την αναγκαία ουσία, που δεν είναι άλλη από τη σώζουσα πίστη για τους προτεστάντες. Έτσι οι πρώτοι προτεστάντες πάνω στο ζήλο τους για το καινούριο δόγμα, έσπευσαν να καταργήσουν τα άμφια, τις εικόνες, τις νηστείες και τις τελετές, τη διακόσμηση των ναών και ό,τι άλλο νόμισαν απλό τύπο. Το πόσο κράτησε βέβαια στη πράξη αυτή η άποψη είναι άλλο ζήτημα. Τελικά η έμφυτη στον άνθρωπο τάση να τυποποιεί την πίστη του, οδήγησε τον προτεσταντισμό στη δημιουργία ένας νέου τυπικού, μιας νέας σειράς τύπων, που διαφέρουν από τους παλιούς μόνο στα εξωτερικά σημεία. Ωστόσο η θεωρία εξακολουθεί να ισχύει, και σε προτεσταντικές εκκλησίες που βρίσκονται μέσα σε καθολικό ή ορθόδοξο περιβάλλον εξακολουθεί να ισχύει και πρακτικά, μέχρις ένα βαθμό τουλάχιστον.

Στους αντίποδες αυτής της τάσεως που απορρίπτει τον τύπο, βρίσκονται όσοι θεωρητικά και πρακτικά υποστηρίζουν την προσκόλληση στους τύπους ως αναγκαία για τη σωτηρία και γενικότερα την πνευματική ζωή των πιοτών. Εδώ δεν θα βρούμε θεολόγους, αλλά θεολογούντες πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς, που αρνούνται να ξεχωρίσουν τύπο και ουσία. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να χωρίσουν την έκφραση ενός πράγματος ή μιας αλήθειας από το ίδιο το πράγμα ή την ίδια την αλήθεια. Άνθρωποι ζηλωτές τις περισσότερες φορές βλέπουν παγίδες του σατανά σε κάθε αλλαγή των εξωτερικών γνωρισμάτων της πίστεως. Έτσι στην αρχαία Εκκλησία έχουμε ολόκληρο σχίσμα με αφορμή την αλλαγή της ημερομηνίας του Πάσχα. Στα νεώτερα χρόνια η ελληνική Εκκλησία ταλαιπωρήθηκε επί δεκαετίες από το ανάλογο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την εισαγωγή του νέου ημερολογίου. Τελευταία μάλιστα, με την αλλαγή της ώρας κατά τους θερινούς μήνες παρουσιάστηκαν και παλαιο-ωρολογίτες, πιστοί που αρνούνται να αλλάξουν ακόμη και την ώρα. Σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που θεωρητικά και πρακτικά προσκολλιούνται στους τύπους, πρέπει να αναγνωρίσουμε μια καλή πρόθεση. Δεν αδιαφορούν για την ουσία, αλλά και δεν μπορούν να την ξεχωρίσουν από τον τύπο. Οι αιτίες είναι πολλές και διάφορες. Συνήθως υπάρχει μια άγνοια, ηθελημένη ή όχι δεν έχει σημασία, γύρω από τα ιστορικά περιστατικά που γέννησαν τους τύπους. Κοντά στην άγνοια της ιστορίας μπαίνει στη μέση πολλές φορές και μία φοβία για κάθε αλλαγή στη ζωή τους, άσχετο σε ποιόν τομέα θα σημειωθεί. Έτσι δημιουργείται μια απέχθεια για κάθε τι το νέο και μια ταυτόχρονη προσκόλληση στη σιγουριά του παλιού. Το αποτέλεσμα είναι η προσκόλληση στα καθιερωμένα μέχρι και των τελευταίων λεπτομερειών.

Οι δυο τάσεις που αναφέραμε είναι βέβαια τα ακραία παραδείγματα της εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι οι άνθρωποι που τελικά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξέφυγαν από τα γενικώς αποδεκτά και δημιούργησαν δικές τους εκκλησίες. Δεν θα είχε πρακτικά κανένα νόημα να ασχοληθούμε με τις περιπτώσεις αυτές, γιατί δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια διαλόγου. Η συζήτηση μας απευθύνεται όχι σ’ αυτούς, αλλά σ’ όσους βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία και δεν έχουν σαφή και ξεκαθαρισμένη άποψη για το θέμα.

Μια λύση μπορεί να δώσει στο πρόβλημα καθένας μόνος του, με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση του πνευματικού του φυσικά. Αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε. Μόνον ο πνευματικός που ξέρει την πνευματική κατάστασή μας, που γνωρίζει την πνευματική δύναμή μας και τις αδυναμίες μας, μόνον αυτός μπορεί και πρέπει να μας δώσει την τελική λύση. Έτσι όσα θα πούμε στη συνέχεια δεν έχουν το νόημα να υποκαταστήσουν τον πνευματικό, αλλά να θυμίσουν μερικές γενικές αρχές της χριστιανικής πίστεως, σχετικές με το θέμα «τύπος και ουσία» στη χριστιανική ζωή.

Θεολογικά, θεωρητικά το θέμα παρουσιάζεται ως εξής. Κριτήριο για την εμμονή στον τύπο ή για την ελαστικότερη αντιμετώπισή του είναι η οικοδομή της Εκκλησίας. Αν η άκαμπτη εμμονή στον τύπο προξενεί σχίσμα στην Εκκλησία, τότε ο τύπος δεν είναι πια έκφραση της αγάπης, αλλά μέσο για την απομάκρυνση από το σωστό δρόμο. Σε μια τέτοια περίπτωση ο πιστός που βάζει ως κριτήριο έναν οποιοδήποτε τύπο για την πορεία του μέσα στην Εκκλησία, σφάλλει και βρίσκεται σ’ επικίνδυνο δρόμο. Και είναι επικίνδυνος ο δρόμος, γιατί καταργεί την ενότητα της Εκκλησίας και καταλύει την ιεραρχική δομή της, αφού πρακτικά κάθε πιστός αποφασίζει ο ίδιος για την αναγκαιότητα αυτού ή εκείνου του σημείου.

Πέρα από αυτό το σημείο, και στη συνέχειά του δεύτερο κριτήριο είναι η σωτηρία του αδελφού, «δι’ ον Χριστός απέθανε». Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται ο Απ. Παύλος στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους. Την αφορμή  έδωσε η διαμάχη γύρω από τη νηστεία. Οι πιό συντηρητικοί επέκριναν όσους δε νήστευαν. Οι πιό φιλελεύθεροι θεωρούσαν τη νηστεία ως ένα τύπο χωρίς βαθύτερο νόημα και περιφρονούσαν τους άλλους. Ο Παύλος τονίζει ότι δεν είναι η τήρηση ή η μη τήρηση του τύπου, της νηστείας εν προκει­μένω, που σώζει τον άνθρωπο. Σοβαρότερο και αποφασιστικότερο είναι το θέμα της σωστής στάσεως απέναντι στους αδελφούς. Αντί για κατάκριση ή περιφρόνηση, ορθότερο θα ήταν να θυμούνται και οι δυο παρατάξεις ότι και όσοι έχουν διαφορετική γνώμη για το επίμαχο θέμα είναι και αυτοί αδελφοί για τους οποίους σταυρώθηκε και απέθανε ο Χριστός. Κι αυτό σημαίνει πρακτικά ότι κριτήριο για τη στάση μας δεν είναι οι τύποι, οι οποιοιδήποτε τύποι, αλλά οι αδελφοί, αυτοί που έχουν άλλη άποψη από τη δική μας.

Φυσικά αυτό το τελευταίο δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια υποκριτική στάση σε θέματα που έχουμε διαφορετική άποψη. Δεν θα υποκριθούμε λ.χ. πως νηστεύομε για να κάνομε το χατίρι αυτών που νηστεύουν. Κάτι παρόμοιο δεν θα ήταν χριστιανικό ούτε δείγμα αγάπης. Αγάπη σημαίνει να κάνουμε μια θυσία, με τη θέλησή μας, χωρίς ενδοιασμούς. Αυτό λέει ο Απόστολος και αυτό είναι χριστιανική στάση στο θέμα.

Για να δούμε όμως και την κάπως πιό πρακτική πλευρά του ζητήματος. Δεν υπάρχει σε καμιά εκδήλωση της ζωής μας τύπος χωρίς ουσία. Πάντα στο βάθος κρύβεται κάποια πίστη για την αξία του τύπου για τη ζωή μας. Στην περίπτωση των θρησκευτικών τύπων, αν αναζητήσουμε την ουσία, μπορούμε να την βρούμε εύκολα. Αν δεν το κάνουμε και αν απορρίπταμε τον τύπο, είναι συνήθως γιατί η ουσία απαιτεί θυσίες. Έτσι συμβαίνει και με τη νηστεία, έτσι συμβαίνει και με πολλούς άλλους τύπους. Βιαζόμαστε να τα χαρακτηρίσουμε ως τύπους, για να μη χαλάσουμε την ησυχία μας. Το ίδιο δεν υπάρχει ουσία χωρίς κάποιο τύπο που την εκφράζει, Όσοι μιλούν για ουσία χωρίς τύπο, έχουν πρακτικά καταργήσει πιό πριν την ουσία από την καθημερινή πρακτική τους, γιατί απαιτεί —τί άλλο;— θυσίες από τον άνθρωπο. Σε τελευταία ανάλυση το όλο θέμα είναι πόσο πρόθυμος είναι ο άνθρωπος να αναλάβει το σταυρό του Χριστού, θυσιάζοντας τον εγωισμό του. Εδώ είναι το κέντρο του προβλήματος.

Σ’ ένα παλιό ελληνολατινικό χειρόγραφο της Κ. Διαθήκης σώζεται στο Ευαγγέλιο του Λουκά ένα λόγιο του Χριστού, που δεν υπάρχει στις σημερινές έντυπες εκδόσεις: «Ο Ιησούς είδε κάποιον που εργαζόταν το Σάββατο και του είπε· «Άνθρωπέ μου, αν ξέρεις τι κάνεις, είσαι μακάριος. Αν όμως δεν ξέρεις τι κάνεις, είσαι καταραμένος, γιατί παραβαίνεις τον Νόμο». Αν η παράβαση του τύπου, της αργίας δηλ. του Σαββάτου, προέρχεται από μια  ελεύθερη και ώριμη θρησκευτική συνείδηση, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως η πράξη είναι αποτέλεσμα άγνοιας και περιφρονήσεως του θείου Νόμου, τότε πρόκειται για αμαρτία. Αυτό ισχύει για όλους τους τύπους.

(Β. Π. Σστογιάννος, «Η Εκκλησία στην Ιστορία και το παρόν». Εκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νίκη)

Παράδοξο σημείο (Aπό τον βίο του Αγίου Σάββα του εν Καλύμνω)



Ο σύγχρονός  μας άγιος Σάββας (1862-1948), προστάτης και πολιούχος της Καλύμνου, τελούσε τη θεία λειτουργία με τέλεια προσήλωση στο μυστήριο.
Πολλές φορές συλλειτουργούσε και συνομιλούσε με αγίους, κάποτε μάλιστα με τους τρεις Ιεράρχες, ενώ συγχρόνως τον περιέβαλλαν χοροί αγγέλων.
Την ώρα της θείας μεταλήψεως, όπως είχαν παρατηρήσει συλλειτουργοί του η και άλλοι πιστοί, φούσκωνε και ξεχείλιζε το άγιο ποτήριο, χωρίς όμως να χύνεται η θεία Κοινωνία.

Η Νίκη Κουτελαίνα, αργότερα μοναχή Σαλώμη, είδε κάποτε τον όσιο στην προσκομιδή πολύ υψωμένο, ενώ τριγύρω παραστέκονταν αγγελικά τάγματα. Παρατήρησε μάλιστα κι αυτή ότι το άγιο ποτήριο φούσκωνε.
Φοβήθηκε η γυναίκα, αλλά δεν μίλησε. Αργότερα φανέρωσε στον άγιο Σάββα αυτά που είδε. Εκείνος όμως της είπε: Ω, παιδί μου, μη προς Θεού! μην τα πεις πουθενά!

 

(Παπανικολάου Βασ.,«Ο Άγιος Σάββας ο νέος, ο εν Καλύμνω»)