Γιὰ τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς

Του Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἕνας νέος χρόνος πλησιάζει.
Ὅταν εἴμαστε νέοι ὑποδεχόμαστε τὸν καινούριο χρόνο μὲ ἀνοιχτὲς καρδιές, νομίζοντας πὼς ὅλα θὰ μᾶς εἶναι δυνατὰ κατὰ τὴ διάρκειά του. Τὸν βλέπουμε ν’ ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν μία ἀτέλειωτη πεδιάδα καλυμμένη μὲ παρθένο χιόνι, ποὺ οὔτε μιὰ πατημασιὰ δὲν ἔχει ἀκόμη σημαδέψει τὴ λευκότητά της, τὰ πάντα εἶναι δυνατά, τὰ πάντα εἶναι ἁγνὰ καὶ φωτεινά. Στὴν προχωρημένη ἡλικία περιμένουμε τὸ νέο χρόνο μὲ ἕνα εἶδος ἐσωτερικῆς ὑπομονῆς, μὲ τὴν αἴσθηση πὼς θὰ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη τοῦ παρελθόντος ἴσως νὰ μᾶς συμβοῦν ἄφθονα καινούρια περιστατικά, θὰ εἶναι ὅμως γνωστά, γήινα περιστατικὰ μὲ τὰ ὁποῖα γνωρίζουμε πῶς νὰ ζήσουμε. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἴμαστε λανθασμένοι.

Ἡ νέα χρονιὰ πράγματι ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν ἕνα ἀπάτητο ἀκόμη μονοπάτι, μιὰ πλατειὰ παρθένα πεδιάδα ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀνθίσει μ’ ἕνα πλοῦτο καλῶν ἀνθρώπινων πράξεων. Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἡλικία μας ἕνα μονοπάτι ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἂν θὰ τὸ κάνουμε «ὁδὸν Κυρίου» ἢ ὄχι. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται τὸ ἂν γιὰ τοὺς γύρω μας καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς θὰ φτιάξουμε δρόμο γιὰ τὸν Οὐρανὸ ἢ τὴν Κόλαση – τὴν αἰώνια Κόλαση, ἢ ἁπλῶς τὴ σκληρὴ ἀνθρώπινη κόλαση τῆς γῆς.

Ταυτόχρονα, αὐτὸ ποὺ ἁπλώνεται μπροστὰ μας εἶναι, ὅπως τὸ βλέπει ἡ γεροντικὴ ἡλικία, τὸ συνηθισμένο καὶ τὸ οἰκεῖο, μόνο ποὺ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτὲ πρὶν σ’ ἐμᾶς. Ἡ ζωὴ ἴσως νὰ μὴ φέρνει τὸ διαφορετικό, μπορεῖ ὅμως ἐμεῖς νὰ εἴμαστε διαφορετικοί, τὰ ἴδια περιστατικὰ μπορεῖ νὰ ξανασυμβοῦν καὶ νὰ εἶναι τελείως καινούρια, διότι ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἀλλάξει.

Μποροῦμε νὰ μποῦμε στὴ χρονιὰ αὐτὴ δημιουργικά, μόνο ὅμως μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ μποῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται στὴ χρονιὰ αὐτή, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Κύριος καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ σωστὸ μέρος, μὲ τὴν πίστη ὅτι τίποτα δὲ θὰ συμβεῖ χωρὶς τὴ θέληση ἤ τὴ συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἡ στάση μας εἶναι τέτοια θὰ δοῦμε πὼς τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο (αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὴν τύχη δὲν πιστεύει στὸ Θεό), πὼς δὲν ὑπάρχουν ἄσκοπες συναντήσεις καὶ πὼς τὸ κάθε πρόσωπο μᾶς ἔχει σταλεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἂν μποῦμε στὴ χρονιὰ αὐτὴ γνωρίζοντας ὅτι τὸ κάθε τι -φωτεινὸ καὶ σκοτεινό, καλὸ καὶ τρομακτικὸ – εἶναι ἕνα δῶρο ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται ὥστε μέσα ἀπὸ μᾶς ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη, ἡ χαρὰ καὶ ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου νὰ ἔλθουν στὸν κόσμο, ἂν ἔχουμε σταθερὴ πίστη πὼς τὸ κάθε πρόσωπο ποὺ ἔρχεται στὸ δρόμο μας μᾶς ἔχει σταλεῖ γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουμε τὸ λόγο ἢ τὴν πράξη τοῦ Κυρίου ἢ γιὰ νὰ τὰ δεχτοῦμε ἀπὸ ἐκεῖνο, τότε ἡ ζωὴ θὰ εἶναι πλούσια καὶ θὰ ἔχει νόημα -διαφορετικὰ θὰ παραμείνει ἕνα παιγνίδι τῆς τύχης, μιὰ ἀτέλειωτη ἁλυσίδα τυχαίων περιστατικῶν.

Ἂς μποῦμε στὸν καινούριο χρόνο μ’ αὐτὴ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ μὲ τέτοια πνευματικὴ φλόγα, ἂς δεχτοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὁποιονδήποτε ὁ Θεὸς μᾶς στείλει, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Κύριος δέχεται ἐμᾶς στὴν πορεία μας κι ἂς δεχτοῦμε ὅ,τι καὶ ἂν μᾶς συμβεῖ σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ σ’ ὅλες τὶς περιστάσεις ἂς συμπεριφερόμαστε σὰν Χριστιανοί· τότε ὅλα θὰ πᾶνε καλά.

Ὁ παλιὸς χρόνος ἔχει φύγει καὶ πολλοὶ περιμένουν τώρα τὸν ἐρχομὸ τοῦ νέου χρόνου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιὰ κείνους ἔχει τελειώσει ὁ ἀγώνας, ἐνῶ ἐμεῖς ζοῦμε ἀκόμα πάνω στὴ γῆ. Ἂς θυμηθοῦμε ὅσους ἔζησαν ἀνάμεσά μας, ἐκείνους ποὺ γνωρίζαμε κι ἀγαπούσαμε κι ἐκείνους ποὺ ἀπὸ ἀπροσεξία οὔτε κἄν παρατηρήσαμε. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς ἀμέτρητους ἀνθρώπους ποὺ πέθαναν φέτος δυστυχισμένοι ἀπὸ ἀρρώστιες, σὲ δυστυχήματα, σὲ πολέμους. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς πάντες χωρὶς ν’ ἀφήσουμε κανέναν ἔξω κι ἂς μποῦμε στὴν καινούρια χρονιὰ μὲ καρδιὰ ἀνοιχτὴ γιὰ τοὺς πάντες. Ἂς ψάλουμε «αἰωνία ἡ μνήμη» γιὰ ὅλους τοὺς κεκοιμημένους πρὶν χωριστοῦμε καὶ ἂς διατηρήσουμε αὐτὴ τὴν αἰωνία μνήμη στὶς καρδιές μας μὲ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε νὰ συναντήσουμε ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους μπορέσαμε ν’ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ σεβαστοῦμε, ἀνθρώπους τῶν ὀποίων τὸ παράδειγμα μπόρεσε νὰ μᾶς ἐμπνεύσει.

Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει τὸ Νέο Ἔτος. Σᾶς εὔχομαι ἕναν εὐτυχισμένο καινούριο χρόνο, νὰ ζήσετε, ν’ ἀγαπᾶτε τὸ Θεό, ν’ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ ἐξυπηρετεῖτε τοὺς ἀνθρώπους.

Πηγή: Αγία Ζώνη
ΑΒΕΡΩΦ 

Παύλος Νιρβάνας -Το μοιρασμένο φλουρί .

αρχείο λήψης

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε – ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο. Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε» είπε «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να’ ρθει ύστερ’ απ’ τους αγίους. Ας είναι όμως……θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».
Κατέβασε το μαχαίρι. «Του φτωχού…» ονομάτισε. Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας. «Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου». Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε. «Ούτε του ζητιάνου είναι» είπε ο πατέρας μου «ούτε του Πέτρου». Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.» «Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου. «Τι θα γίνει; …» συλλογιζόμαστε κι εμείς. « Μην πονοκεφαλάτε …» είπε ο πατέρας.
Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι: «Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου». Και μου την έδωκε. «Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;» Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ. «Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα. Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «Ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε: «Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».
Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο. «Πάρε, παππού …» του είπα. Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα. «Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισή λίρα είναι, παππού …» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ‘χεις».
Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.
ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Μέγας Βασίλειος ως παιδαγωγός

Εισήγησις Γενομένη Την 16ην Οκτωβρίου 1979 Εις Το Επί Τη 1600ή Επετείω Από Του Θανάτου Του Μεγάλου Βασιλείου Συγκληθέν Εν Αθήναις Διορθόδοξον Θεολογικόν Συνέδριον.

 

Εις τον Επιτάφιον αυτού εις τον Μέγαν Βασίλειον μεταξύ των άλλων χαρακτηρισμών τους οποίους αποδίδει εις αυτόν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι και το «παιδαγωγός της νεότητος»(1). Και εξ όσων εις άλλο σημείον του Επιταφίου του αναφέρει συνάγεται, ότι χρησιμοποιεί τον όρoν όχι μόνον υπό την έννοιαν της χριστιανικής παιδαγωγίας, αλλά και της θύραθεν, την οποίαν «πολλοί των Χριστιανών διαπτύουσι ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακώς ειδότες»(2).

Και όντως ο τίτλος του «παιδαγωγού» περισσότερον των δύο άλλων Καππαδοκών προσιδιάζει εις τον Βασίλειον. Όχι διότι οι άλλοι δεν είχον φοιτήσει εις ανωτέρας σχολάς, και δεν είχον διδαχθεί τας βασικάς παιδαγωγικάς αρχάς. Το υπό του υμνογράφου του Βασιλείου αναγραφόμενον

«Παιδείας γεγονώς απάσης έμπλεως/ου μόνον της κάτω και πατουμένης /πολλώ δε μάλλον της κρείττονος» (κανών, ωδή γ’) θα ηδύνατο κάλλιστα να αποδοθή και εις τους ετέρους δύο Καππαδόκας. Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε παιδαγωγός διότι ήτο πρακτικώτερος των δύο άλλων. Και οι τρεις υπήρξαν μεγάλοι θεολόγοι, oι δύο άλλοι όμως ήσαν περισσότερον θεωρητικοί. Ας μη λησμονώμεν ότι ο Βασίλειος ουδέποτε έγραψε προς ικανοποίησιν προσωπικής ανάγκης. Ήτο κατ’ εξοχήν ο ποιμήν και πάντοτε απέβλεπε εις την οικοδομήν του ποιμνίου του. Δεν είναι δε τυχαίον το γεγονός ότι τας ομιλίας του ήρχοντο να ακούσουν και αυτοί oι τεχνίται και χειρόναχτες, οπως ο ίδιος παρατηρεί προκειμένου περί των ομιλιών του εις την Εξαήμερον(3).

Εάν θα ηθέλομεν να ομιλήσωμεν περί του Μ.Βασιλείου ως παιδαγωγού υπό την ευρείαν έννοιαν θα έπρεπε να περιλάβωμεν την καθόλου δραστηριότητα αυτού ιδία δε την κηρυκτικήν. Τούτο όμως είναι αδύνατον εις τα στενά όρια της παρούσης συντόμου ομιλίας. Διά τούτο θα ομιλήσωμεν περί του Μ.Βασιλείου κυρίως ως παιδαγωγού υπό την ειδικήν έννοιαν, δηλ. ως διδασκάλου των παίδων, δεδομένου μάλιστα οτι το τρέχον έτος είναι διεθνώς αφιερωμένον εις το παιδι.

Παρ’ ότι δύο μόνον εκ των έργων του μεγάλου Πατρός χαρακτηρίζονται συνήθως ως παιδαγωγικά, ο «Πρός τους νέους» λόγος του «όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» και η ομιλία τoυ «Eις την αρχήν των Παροιμιών»-υπάρχει και το λατινιστί σωζόμενον έργον Aοmonitio aο filium spiritualem, το οποίον όμως είναι αμφιβόλου γνησιότητος(4) – παιδαγωγικάς ιδέας ευρίσκομεν εγκατεσπαρμένας εις πλείστα όσα άλλα έργα του. Αύται διαπνέονται από την βαθείαν προς τον Θεόν πίστιν του και την απέραντον αγάπην του προς τον άνθρωπον, ως δημιουργήματος του Θεού(5). Ως γνωστόν δεν ηδυνήθη μεν ούτος να συμπληρώση τας εις την Εξαήμερον ομιλίας του διαπραγματευόμενος ειδικώς τα αναφερόμενα εις την δημιουργίαν του ανθρώπου, εις άλλα όμως έργα του ομιλεί περί αυτού υπογραμμίζων την διάκρισιν ψυχής και σώματος(6) και επισημαίνων ότι μόνος εξ όλης της δημιουργίας ο άνθρωπος επλάσθη «κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν και της εαυτού γνώσεως ηξιώθη, και λόγω παρά πάντα τα ζώα κατεκοσμήθη»(7) . Εις το «Περί του Αγίου Πνεύματος» έργον του ταυτίζει το «καθ’ ομοίωσιν» προς τον σκοπόν της κλήσεως του ανθρώπου και υπογραμμίζει:

«Tο γαρ μη παρέργως ακούειν των θεολογικών φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη λέξει και εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν εξιχνεύειν, ουκ αργών εις ευσέβειαν, αλλά γνωριζόντων τον σκοπόν της κλήσεως ημών· ότι πρόκειται ημίν ομοιωθήναι Θεώ, κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως· η δε γνώσις εκ διδαγμάτων»(8).

Ήδη εκ του χωρίου τούτου γίνεται εμφανής η σημασία την οποίαν ο μέγας Πατήρ αποδίδει εις την χριστιανικήν παιδείαν, συγχρόνως δε και ο άρρηκτος σύνδεσμος δόγματος και ζωής, πίστεως και πράξεως. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν ότι αληθής άνθρωπος είναι ο έσω άνθρωπος, η παιδεία αποβλέπει εις την καλλιέργειαν αυτού.

Ωραιότατα διακρίνει ο Μέγας Πατήρ μεταξύ «ημών αυτών», «των ημετέρων» και των «περί ημάς». «Ημείς αυτοί είμεθα η ψυχή και ο νους, ημέτερον είναι το σώμα και αι αισθήσεις του, περί ημάς δε χρήματα, τέχναι και λοιπή του βίου κατασκευή»(9).

Εις την καλλιέργειαν της ψυχής λοιπόν αποβλέπει η παιδεία, η οποία χαρακτηρίζεται υπό του Μ. Βασιλείου ως «αγωγή τις ωφέλιμος τη ψυχή, επιπόνως πολλάκις των από κακίας κηλίδων αυτήν εκκαθαίρουσα, ήτις ‘προς μεν το παρόν ου δοκεί χαράς είναι αλλά λύπης, ύστερον δε καρπόν ειρηνικόν τοις δι’ αυτής γεγυμνασμένοις αποδίδωσιν εις σωτηρίαν’»(10), συμφώνως προς όσα γράφονται και εις την προς Εβραίους επιστολήν (ιβ’ 11 ).

Εις την ομιλίαν του «Εις την αρχήν των Παροιμιών», εκ της οποίας είναι ειλημμένον και το ανωτέρω χωρίον, παρατηρεί ο Μ.Βασίλειος ότι ο όρος χρησιμοποιείται και υπό την έννοιαν της «των μαθημάτων αναλήψεως»(11). Εις την περίπτωσιν όμως αυτήν ποιείται διάκρισιν μεταξύ ωφελίμου και βλαβεράς παιδείας. Εκείνο, λέγει, το οποίον απαιτείται είναι «η της παιδείας επίγνωσις»(12)

Προκειμένου περί της αληθούς παιδείας παρατηρεί ότι είναι «πολλών χρημάτων τιμιωτέρα»(13). Αύτη «νουθετεί τον άτακτον», «τoν αφηνιαστήν επανάγει». «Αναγκαίον γνώναι της παιδείας την δύναμιν προς όσα εστί λυσιτελής»(14).Τούτο όμως δεν επιτυγχάνεται ευκόλως, «oυ της τυχούσης έστι διανοίας». «Πολλοί το της εκβάσεως ωφέλιμον υπό αμαθίας ουκ αναμένουσιν, αλλά δυσανασχετούντες… τοις της αμαθίας αρρωστήμασιν εναπέμειναν»(15).

Το βιβλίον των Παροιμιών, το πρώτον τής τριλογίας (Παροιμίαι, ‘Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων), αντιστοιχεί προς το πρώτον στάδιον της πνευματικής πορείας της ψυχής. «Ο τας Παροιμίας πεπαιδευμένος» λέγει ο Αγ. Βασίλειος εις την ομιλίαν του «Εις την αρχήν των Παροιμιών», «γνώσεται τις η κίβδηλος και νενοθευμένη και τις η αληθινή και άδολος δικαιοσύνη»(16). Και εις άλλο σημείον παρατηρεί: «Ο δε την αληθή δικαιοσύνην μη έχων προεναποκειμένην αυτού τη ψυχή, αλλ’ ή χρήμασι διεφθαρμένος, ή φιλία χαριζόμενος ή έχθραν αμυνόμενος ή δυναστείαν δυσωπούμενος, το κρίμα κατευθύνειν ου δύναται…Έλεγχος γαρ της του δικαίου διαθέσεως η περί το κρίνειν ορθότης»(17).

Προς τούτο όμως είναι απαραίτητος η παιδεία. «Αμήχανον γαρ τον μη προπαιδευθέντα περί του δικαίου δύνασθαι τας αμφισβητήσεις ορθώς διακρίναι»(18) λέγει εις την ιδίαν ομιλίαν.

Πριν όμως έλθωμεν εις το θέμα των μέσων διά των οποίων καλλιεργείται η εύπλαστος ψυχή του ανθρώπου και ειδικώτερον των νέων ας ίδωμεν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκεται αύτη.

Εις την Θ’ ομιλίαν του εις την Εξαήμερον ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί: «Ορεκτική του οικείου κάλλους και κατά φύσιν αυτή αδιδάκτως εστίν η ψυχή»(19). Και εις τους » Όρους κατά πλάτος» αναγράφει: «Toυ θείου πόθου ουκ έξωθέν εστιν η μάθησις· αλλ’ ομού τη συστάσει του ζώου, του ανθρώπου φημί, σπερματικός τις λόγος ημίν εγκαταβέβληται οίκοθεν έχων τας αφoρμάς της προς το αγαθόν οικειώσεως»(20). Αι αρεταί δε ως η «σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ανδρεία και φρόνησις είναι οικειότερα τη ψυχή μάλλον ή τω σώματι η υγεία»(21). Και εις την «Εις την αρχήν των Παροιμιών» ομιλίαν του παρατηρεί ότι «έχομεν παρ’ εαυτοίς κριτήριον φυσικόν, δι’ου τα καλά των πονηρών διακρίνομεν»(22). Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η πραγματοποίησις της αρετής είναι ευχερής. Εις την ομιλίαν του «Εις τον Α’ ψαλμόν» αναγράφει ο Μ.Βασίλειος· «δυσάγωγον προς αρετήν το γένος των ανθρώπων»(23). Και εις την «Εις το Άγιον Βάπτισμα» ομιλίαν του ερωτά: «Tι δε των αγαθών εύκολον; Τις καθεύδων τρόπαιον έστησε; Τις τρυφών και καταυλούμενος τοις της καρτερίας στεφάνοις κατεκοσμήθη; Ουδείς μη δραμών ανείλετο το βραβείον. Πόνοι γεννώσι δόξαν, κάματοι προξενούσι στεφάνους»(24).

Εις τα ανωτέρω λεχθέντα δεν υπάρχει αντίθεσις. Διότι ναι μεν φυσική κατάστασις της ψυχής είναι η «υπερφυσική» θα ελέγομεν σήμερον, η παρά τω Θεώ, η πτώσις όμως είχε τας συνεπείας αυτής. «Εκακώθη η ψυχή παρατραπείσα του ‘κατά φύσιν’» λέγει εις την ομιλίαν του «Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός»(25). Διά τον μεταπτωτικόν άνθρωπον ισχύει το ότι «η ημετέρα φύσις ίσην έχει την εφ’ εκάτερα ροπήν και πολλάκις μεν προς το πονηρόν πολλάκις δε προς το αγαθόν αποκλίνει»(26). Εκ του ανθρώπου εξαρτάται εάν ο θυμός θα κινηθή προς ανδρείαν και υπομονήν και εγκράτειαν ή «παρά τον ορθόν λόγον ενεργών» θα γίνη «μανία»(27).

Εις το έργον «Ερμηνεία εις τον προφήτην Ησαΐαν», του οποίου η γνησιότης υπό πολλών αμφισβητείται, η ψυχή παρομοιάζεται προς αμπελώνα, ο οποίος πρέπει να δώση καρποφορίαν «αξίαν της εξ αρχής φυτείας και της του Θεού γεωργίας»(28). Kαι συνεχίζει: «Εφυτεύθη γαρ αληθινή κατ’ εικόνα του αληθινού Θεού γενομένη· γεωργείται δε ταις κατά μέρος επιμελείαις του κτίσαντος, ος τον καρπόν καθαίρει, ίνα πλείονα καρπόν φέρη»(29).

Ήδη εις το χωρίον αυτό υπογραμμίζεται ο θείος παράγων. Όπως παρατηρεί και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εις το δεύτερον έργον της τριλογίας του, τον «Παιδαγωγόν», κατ’ εξοχήν παιδαγωγός είναι ο Λόγος, «o διά παραινέσεων θεραπεύων τα παρά φύσιν της ψυχής πάθη»(30).

Η θεία παιδαγωγία χρησιμοποιεί και αυτά ακόμη τα άψυχα αντικείμενα προς τον σκοπόν όπως διδάξη τον άνθρωπον. Εις την Α’ ομιλίαν του εις την Εξαήμερον παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος ότι ο κόσμος είναι «ψυχών λογικών διδασκαλείον και θεογνωσίας παιδευτήριον, διά των ορωμένων και αισθητών χειραγωγίων τω νω παρεχόμενος προς την θεωρίαν των αοράτων»(31).

Περί του πρωταρχικού ρόλου του θείου παράγοντος εν τω έργω της αγωγής θα επανέλθωμεν όταν ευθύς κατωτέρω θά κάμωμεν λόγον διά τα μέσα της αγωγής.

Πάντως και ο ανθρώπινος παράγων υπογραμμίζεται υπό του» μεγάλου Πατρός επαρκώς, η όλη δε προσπάθεια του ανθρώπου παρομοιάζεται προς την κλίμακα του Ιακώβ, την οποίαν «διά της κατ’ ολίγον προκοπής» είναι δυνατόν να ανέλθη ο άνθρωπος εις όσον ύψος είναι «έφικτόν τη ανθρωπίνη φύσει»(32).

Μετά ταύτα ας έλθωμεν εις τα μέσα και τας μεθόδους της αγωγής:

Και εν πρώτοις αναφέρομεν την διδασκαλίαν. Υπενθυμίζομεν το χωρίον συμφώνως προς το οποίον ο σκοπός της κλήσεως ημών δηλ. η ομοίωσίς μας προς τον Θεόν δεν επιτυγχάνεται «άνευ γνώσεως. Η δε γνώσις εκ διδαγμάτων»(33). Ευθύς δε εν συνεχεία προσθέτει: «Λόγος δε, διδασκαλίας αρχή»(34).

Από πού όμως θα αντλήση ο νέος και γενικώτερον ο άνθρωπος τα διδάγματα αυτά; Κατά πρώτον και κύριον λόγον από την Αγίαν Γραφήν, χωρίς όμως τούτο να σημαίνη απόρριψιν της θύραθεν παιδείας.

Εις το έργον του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων»(35) χαράσσεται η μέση και ορθή οδός μεταξύ της υπερεκτιμήσεως της θύραθεν παιδείας και της απορρίψεως αυτής. Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί την κλασσικήν παιδείαν ως προθάλαμον δια την είσοδον εις την αληθή σοφίαν, δηλ. την ευαγγελικήν αλήθειαν(36). Εις το έργον τούτο, το οποίον ως γνωστόν έχει γνωρίσει την μεγαλυτέραν κυκλοφορίαν από οιονδήποτε άλλο πατερικόν έργον, ο μέγας Πατήρ ομιλεί με πολλήν απλότητα και καλωσύνην, δημιουργεί μιαν ατμόσφαιραν οικειότητος, θραύει με άλλους λόγους το φράγμα, το οποίον χωρίζει τας γενεάς. Βεβαίως γεννάται το θέμα κατά πόσον εις τα σχολεία που υπήρχον μέσα εις τας μονάς προσεφέρετο η κλασσική παιδεία. Και είναι γεγονός ότι οι πλείστοι πατρολόγοι δέχονται ότι το προαναφερθέν έργον εγράφη προς νέους oι οποίοι εφοίτων ήδη εις εθνικάς σχολάς, ασχέτως του αν ούτοι ήσαν ανεψιοί του μεγάλου Πατρός ή όχι. Ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Κ. Μπόνης δι’ ανακοινώσεώς του προ τετραετίας εις το Ζ’ Διεθνές Πατρολογικόν Συνέδριον της Οξφόρδηs όχι μόνον ηρνήθη ότι το έργον εστάλη υπό του Μ. Βασιλείου προς ανεψιούς του φοιτώντας εις εθνικάς σχολάς, αλλ’ ισχυρίσθη ότι αποτελεί ομιλίαν εκφωνηθείσαν ενώπιον ακροατηρίου νέων, προτιθεμένων να ιερωθώσιν ή να επιδοθώσιν, εις την σώζουσαν άσκησιν(37). Εις επίρρωσιν της επόψεως ταύτης έρχεται και η γνώμη του J. Gribomont συμφώνως προς την οποίαν το έργον αποτελεί κατ’ ουσίαν «Απολογίαν» υπέρ της χριστιανικής ασκήσεως εν ευρυτέρα εννοία επί τη βάσει παραδειγμάτων εκ της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και Φιλοσοφίας (38).

Παρ’ ότι δεν γνωρίζομεν λεπτομερείας περί του προγράμματος σπουδών, των παρά τας μονάς σχολείων, πρέπει να δεχθώμεν ότι παραλλήλως προς το εκ της Αγ. Γραφής κατάλληλον διδακτικόν υλικόν προσεφέροντο και διδακτικαί ιστορίαι και εκ των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και εξ αυτής της φυσικής ιστορίας και μάλιστα της ζωολογίας. Ας μη λησμονώμεν ότι και αυτός ο Μέγας Βασίλειος χρησιμοποιεί εις τας ομιλίας του παραδείγματα εκ του φυσικού κόσμου κατάλληλα προς φρονιματισμόν των νέων.

Ιδιαιτέρως εξαίρεται υπό του μεγάλου Πατρός η σημασία των Ψαλμών. Εις την ομιλίαν του εις τον Α’ ψαλμόν αναγράφει ούτος τα εξής:

«Επειδή γαρ είδε το Πνεύμα το Άγιον δυσάγωγον προς αρετήν το γένος των ανθρώπων και διά το προς ηδονήν επιρρεπές του ορθού βίου καταμελούντας ημάς· τι ποιεί; Το εκ της μελωδίας τερπνόν τοις δόγμασιν εγκατέμιξεν, ίνα τω προσηνεί και λείω της ακοής το εκ των λόγων ωφέλιμον λανθανόντως υποδεξώμεθα· κατά τους σοφούς των ιατρών, οι, των φαρμάκων τα αυστηρότερα πίνειν διδόντες τοις κακοσίτοις, μέλιτι πολλάκις την κύλικα περιχρίουσι. Διά τούτο τα εναρμόνια ταύτα μέλη των ψαλμών ημίν επινενόηται, ίνα οι παίδες την ηλικίαν, ή και όλως οι νεαροί το ήθος, τω μεν δοκείν μελωδώσι, τη δε αληθεία, τας ψυχάς εκπαιδεύωνται. Ούτε γαρ αποστολικόν τις ούτε προφητικόν παράγγελμα των πολλών και ραθύμων ραδίως ποτέ τη μνήμη κατασχών απήλθε· τα δε των ψαλμών λόγια και κατ’ οίκον μελωδούσι και επί της αγοράς περιφέρουσι· και που τις των σφόδρα εκτεθηριωμένων υπό θυμού, επειδάν άρξηται τω ψαλμώ κατεπάδεσθαι, απήλθεν ευθύς, το αγριαίον της ψυχής τη μελωδία, κατακοιμίσας»(39).

Ωραιότατον χωρίον εκ του οποίου συνάγεται το δίδαγμα ότι ο άνθρωπος ως ψυχοσωματικόν ον έχει ανάγκην ικανοποιήσεως και αυτών των αισθητηρίων. Επίσης τονίζει ότι ό,τι λαμβάνεται κατά τρόπον ευχάριστον διατηρείται μονιμώτερον, ειδικώτερον δε προκειμένου περί των νέων, ότι η συχνή επανάληψις των λόγων των Ψαλμών και μάλιστα κατά μελωδικόν τρόπον συντελεί εις την «εντύπωσιν» αυτών εις τας ψυχάς των.

Ομιλούντες γενικώτερον περί της αγωγής η οποία δίδεται εις το σχολείον κατά τον Μέγαν Βασίλειον αναφέρομεν ότι χρονικώς αύτη συμπίπτει με την έναρξιν της δευτέρας εκ των τριών εβδομάδων ετών εις τας οποίας διαιρείται η ζωή του νέου, δηλ. την των παίδων (η πρώτη εβδομάς συνιστά την νηπιακήν και η τρίτη την εφηβικήν ηλικίαν ) (40).

Κατά τον Μέγαν Βασίλειον το διδασκαλείον πρέπει να ευρίσκεται εις ήσυχον μέρος (41), ο διδάσκων πρέπει να προσπαθή να ελκύση την εμπιστοσύνην των μαθητών του. «Αξιοπιστία του διδάσκοντος ευπαράδεκτον μεν τον λόγον καθίστησι, προσεχεστέρους δε τους διδασκομένους παρασκευάζει» λέγει εις την ομιλίαν του «Εις την αρχήν των Παροιμιών»(42). Πρέπει ούτος επίσης να είναι σαφής και σύντομος όχι όμως τόσον, ώστε να μη προλάβουν να συγκρατήσουν οι μαθηταί αυτά που λέγει. Να μη ομιλή συγχρόνως διά πολλά, να επαναλαμβάνη αυτά που λέγει, να μη προσπαθή να αποδείξη τα απλά και αυταπόδεικτα διότι θα καταστή καταγέλαστος, να στηρίζεται εις τα γνωστά, να χρησιμοποιή πολλά παραδείγματα και γενικώς να διδάσκη εποπτικώς, δεδομένου ότι τα πράγματα είναι των ονομάτων ισχυρότερα (43).

Ποίος δύναται να αρνηθή την παιδαγωγικήν αξίαν όλων όσα υπογραμμίζει ο Μέγας Βασίλειος;

Δεν πρέπει όμως να παραλείψωμεν να αναφέρωμεν ότι ο μέγας Πατήρ είναι και πρόδρομος του επαγγελματικού προσανατολισμού. Παρακινεί τους γονείς και διδασκάλους να στέλλουν όσα εκ των τέκνων των έχουν κλίσιν εις τας διαφόρους τέχνας (υφαντικήν, σκυτοτομικήν, οικοδομικήν, χαλκευτικήν κλπ.) εις τους καταλλήλους τεχνίτας (44). Εις τους » Όρους κατ’ επιτομήν» παρατηρεί: «Δει μέντοιγε μετά πολλής περισκέψεως δοκιμάζεσθαι προς τι έκαστος επιτηδείως έχει, και ούτως εγχειρίζεσθαι οτιούν έργον»(45). Τα όσα αναγράφει αναφέρονται ειδικώτερον εις τους νέους οι οποίοι ανετρέφοντο εις τας μονάς (46) χωρίς τούτο όμως να περιορίζη την σημασίαν των γραφομένων. Οι νέοι ούτοι έπρεπε να διαμένουν εις ίδιον οίκημα, να συμπροσεύχωνται όμως μετά των πρεσβυτέρων διότι τούτο ήτο δι’ αμφοτέρους ωφέλιμον(47). Είναι αξιοπρόσεκτον το ότι ενδιαφέρεται δι’ όλα, και ομιλεί και δι’ αυτήν ακόμη την τροφήν και την ανάπαυσιν των νέων(48). Επίσης ο μέγας Πατήρ τονίζει οτι η επιτήρησις προς αυτούς δεν έπρεπε να έχη την μορφήν καταπιέσεως(49).

Δεν πρέπει να παραλείψωμεν να υπογραμμίσωμεν και την σημασίαν την οποίαν αποδίδει ο Μέγας Βασίλειος τόσον εις τας ποινάς όσον και εις τας αμοιβάς.

Και προκειμένου περί των ποινών τονίζει ούτος ότι αύται πρέπει να είναι ανάλογοι του παραπτώματος.

Απαντών ο μέγας Πατήρ εις την ΙΕ’ ερώτησιν των «Κατά πλάτος» όρων του «Από ποίας ηλικίας επιτρέπειν χρη καθομολογείν εαυτούς τω Θεώ και την της παρθενίας ομολογίαν πότε βεβαίαν ηγείσθαι»(50), εκ της οποίας λαμβάνει αφορμήν και ομιλεί γενικώτερον περί της αγωγής των παίδων, λέγει ότι αι θεραπείαι πρέπει να είναι «οικείαι εκάστω πταίσματι, ώστε το αυτό και επιτίμησιν έχειν του αμαρτήματος, και γυμνάσιον απαθείας τη ψυχή γίνεσθαι»(51). Και συνεχίζει ολίγον κατωτέρω:

«Ήψατο βρωμάτων παρά καιρόν; επί πλείστον της ημέρας απρόσιτος έστω. Αμετρίαν ή άσχημοσύνην σιτούμενος κατεγνώσθη; κατά τον καιρόν της τροφής ειργόμενος των σιτίων, οράν τους άλλους κατ’ επιστήμην εσθίοντας αναγκαζέσθω, ωστε και κολάζεσθαι τη αποχή και διδάσκεσθαι την σεμνότητα. Λόγον αφήκεν αργόν, ύβριν εις τον πλησίον, ψεύδος, άλλο τι των απηγορευμένων; Τη τε γαστρί και τη σιωπή σωφρονιζέσθω»(52).

Ο μέγας Πατήρ δέχεται και αυτάς τας σωματικάς ποινάς. Εις την εις την αρχήν των Παροιμιών ομιλίαν του παρατηρεί ότι οι μαθηταί γίνονται προσεκτικώτεροι ύστερα από το ξύλον που τους δίδουν οι διδάσκαλοι(53). Και συνεχίζει: «Και ο αυτός λόγος προ μεν του πληγών ουκ ηκούετο, μετά δε τας εκ των μαστίγων οδύνας, ως άρτι των ώτων διανοιγέντων και παρεδέχθη τη ακοή και διεφυλάχθη τη μνήμη»(54).

Δεν πρέπει όμως να φαντασθώμεν ότι οι νέοι υφίσταντο βασανιστήρια. Τα συμφραζόμενα τα οποία τον κάμνουν να χρησιμοποιή αυτό το παράδειγμα είναι η τιμωρία των αμαρτωλών, οι οποίοι δεν δέχονται το θέλημα του Θεού(55). Ως βάσιν δε ο Μέγας Βασίλειος έχει το χωρίον του προφήτου Ησαΐου: «H παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»(56).

Παραλλήλως προς τας ποινάς ο Μέγας Βασίλειος υπογραμμίζει και την σημασίαν των αμοιβών. Πρέπει λέγει «άθλα μνήμης ονομάτων τε και πραγμάτων» να προτίθενται εις αυτούς «ώστε μετά τερπνότητος και ανέσεως αλύπως» να επιτυγχάνεται ο σκοπός(57).

Ο μέγας Πατήρ δεν κάμνει αξιολογικήν διάκρισιν αρρένων και θηλέων. «Mια γαρ αρετή ανδρός και γυναικός επειδή και η κτίσις αμφοτέροις ομότιμος και ο μισθός ο αυτός αμφοτέροις» λέγει εις την ομιλίαν του εις τον Α’ ψαλμόν(58). Όχι μόνον «στρατεύεται και το θήλυ παρά Χριστώ τη ψυχική ανδρεία καταλεγόμενον εις την στρατείαν»(59) αλλά και «πολλαί γυναίκες ηρίστευσαν ανδρών ουκ έλαττον. Εισί δε αι και μειζόνως ευδοκίμησαν»(60).

Ο Μέγας Βασίλειος δεν απαγορεύει την σωματικήν άσκησιν, παρ’ ότι βεβαίως καταδικάζει πάσαν υπέρμετρον απασχόλησιν με το σώμα, και υπογραμμίζει τον «νόμον της σωφροσύνης», εις τον οποίον πρέπει να υπακούουν οι αγωνιζόμενοι εις τας παλαίστρας(61). Σημειωτέον ότι εις την 74ην επιστολήν του εκφράζει την λύπην του διότι εις την πατρίδα του έκλεισαν τα γυμναστήρια (62).

Αναφερόμενος ούτος εις την πλατωνικήν εικόνα συμφώνως προς την ο ποίαν το σώμα είναι δεσμωτήριον της ψυχής παρατηρεί ότι δεν πρέπει να πληρούται τροφής υπέρ το μέτρον, διότι διά του τρόπου τούτου το δεσμωτήριον καθίσταται βαρύτερον(63).

Είναι αδύνατον ελλείψει χρόνου να ομιλήσωμεν διά τα μαθήματα, τα οποία συνιστά να διδάσκωνται (Ιστορία, Φυσική, Γεωμετρία, Αριθμητική, Αστρονομία(64) -όταν κατηγορεί την αστρονομίαν αναφέρεται εις την αστρολογίαν) και διά τον τρόπον της διδασκαλίας, ο οποίος και μέχρι πρό τινος εφηρμόζετο (δεικνύεται το σχήμα και ο τρόπος προφοράς των γραμμάτων και εν συνεχεία γίνεται ο σχηματισμός των συλλαβών και των λέξεων)(65). Υπενθυμίζομεν μόνον ότι ο Μ. Βασίλειος τονίζει ότι η διδασκαλία πρέπει να γίνεται «μετά τέρψεως»(66). Και το βιβλίον ακόμη πρέπει να είναι ευχάριστον, συγχρόνως όμως «απλούν και ακατάσκευον» έχον την δύναμιν «εν τοις πράγμασι» όπως αναγράφει εις την 135ην επιστολήν του προς τον πρεβύτερον Αντιοχείας Διόδωρον(67).

Διά να εκτιμήσωμεν καλύτερον τα όσα διδάσκει ο μέγας Βασίλειος περί των νέων, και τα οποία απορρέουν από την μεγάλην του προς αυτούς αγάπην πρέπει να σκεφθώμεν ποία γενικώτερον ήτο η θέσις αυτών εις τον αρχαίον κόσμον. Αυτός ο μέγας φιλόσοφος της αρχαιότητος Αριστοτέλης θέτει επί του αυτού επιπέδου τους δούλους, τας γυναίκας και τα τέκνα, διότι οι μεν πρώτοι εστερούντο βουλήσεως, αι δεύτεραι εστερούντο δυνάμεως και τα τέκνα ήσαν ατελή («ο μεν γαρ δούλος όλως ουκ έχει το βουλευτικόν, το δε θήλυ έχει μεν αλλ’ άκυρον, ο δε παις έχει μεν αλλ’ ατελές»(68).

Βεβαίως από της εποχής του Μ. Κωνσταντίνου η νομοθεσία περιώριζε την εξουσίαν του πατρός. Πάντως εάν δεν είχε δικαίωμα να φονεύση είχε δικαίωμα να πωλήση το παιδί του, όταν ευρίσκετο εις κατάστασιν ανάγκης. Είναι πολύ συγκινητικός ο μονόλογος του πατρός που ευρίσκεται εις αμηχανίαν ποίον εκ των τέκνων του να πωλήση και τον οποίον ωραιότατα διατυπώνει ο Μ. Βασίλειος εις την ομιλίαν του «Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω και περί πλεονεξίας»(69).

Βεβαίως εν διάταγμα των Ουαλεντινιανού, Ουάλεντος και Γρατιανού το 374 κατεδίκαζε την εγκατάλειψιν των τέκνων(70), την οποίαν αργότερον o Ιουστινιανός εχαρακτήρισεν ως φόνον(71). Πάντως ο νόμος δεν κατωχύρωνε τα δικαιώματα των τέκνων, αλλά μάλλον ετιμώρει ωρισμένα εγκλήματα. Πολλώ μάλλον δεν εξησφάλιζε μίαν ελευθέραν αγωγήν και παιδείαν.

Εις μίαν τοιαύτην εποχήν έρχεται ο Μ. Βασίλειος να υπογραμμίση τα δικαιώματα των τέκνων, το δικαίωμα της ζωής, το δικαίωμα της ελευθερίας, το δικαίωμα της εκ μέρους των γονέων ορθής ανατροφής.

Περί τούτων συνοπτικώτατα ομιλούμεν ευθύς αμέσως εις το τελευταίον τμήμα της ομιλίας μας όπου ο λόγος περί της θρησκευτικής αγωγής, η οποία αποτελεί το θεμέλιον και την προϋπόθεσιν πάσης άλλης αγωγής(72).

Η θρησκευτική αγωγή αρχίζει από τους γονείς πριν ή τα τέκνα των μεταβούν εις το σχολείον διά της αφηγήσεως βιβλικών ιστοριών, αργότερον δε και διά της αναγνώσεως αυτού του ιερού κειμένου, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τούτο ήτο τότε περισσότερον καταληπτόν από ότι σήμερον(73). Εις τα «Ηθικά» του και εις τον 76ον όρον καλεί τους γονείς να εκτρέφουν τα τέκνα των συμφώνως προς όσα λέγει και ο Απ.Παύλος εις την προς Εφεσίους επιστολήν του «μετά πραότητος και μακροθυμίας, μηδεμίαν πρόφασιν το όσον επ’ αυτοίς διδόναι οργής και λύπης»(74). Προ πάντων όμως πρέπει ούτοι να διδάσκουν διά του παραδείγματός των(75), το οποίον είναι η πλέον εύγλωτος διδασκαλία.

«Ευπλαστον ουν έτι ούσαν και απαλήν την ψυχήν και ως κηρόν ευεικτον, ταις των επιβαλλομένων μορφαίς ραδίως εκτυπουμένην, προς πάσαν αγαθών άσκησιν ευθύς εξ αρχής ενάγεσθαι χρη· ώστε του λόγου προσγενομένου και της διακριτικής έξεως προσελθούσης δρόμον υπάρχειν εκ των εξ αρχής στοιχείων και των παραδοθέντων της ευσεβείας τύπων, του μεν λόγου το χρήσιμον υποβάλλοντος του δε έθους ευμάρειαν προς το κατορθούν εμποιούντος»(76).

Εις την ερμηνείαν του εις τον ΜΔ’ ψαλμόν, αναπτύσσων το χωρίον του 6ου στίχου «τα βέλη σου ηκονημένα δυνατέ» παρατηρεί· «Βέλη του δυνατού ηκονημένα εστίν οι εύστοχοι λόγοι, οι καθικνούμενοι της καρδίας των ακροωμένων, βάλλοντες και τιτρώσκοντες τας ευαισθήτους ψυχάς»(77).

Η θρησκευτική αγωγή όμως είναι αγωγή ελευθερίας. Ο Μέγας Βασίλειος δεικνύει ιδιαίτερον σεβασμόν προς την προσωπικότητα και ελευθερίαν του παιδιού.

Εις τήν 276ην επιστολήν του απευθυνόμενος προς τον εθνικόν Αρμάτιον, του οποίου ο υιός είχε γίνει χριστιανός, και ο οποίος καταχρώμενος της πατρικής εξουσίας ήθελε να τον επαναφέρη εις την ειδωλολατρίαν, παρατηρεί ότι πρέπει να θαυμάση το γενναίον της ψυχής του «ότι και φόβου και θεραπείας πατρικής προτιμώτερον έθετο διά της αληθούς επιγνώσεως και του κατ’ αρετήν βίου οικειωθήναι Θεώ»(78).

Εις τους γονείς δε οι οποίοι έσπευδον να στείλουν τας θυγατέρας των εις τα μοναστήρια, ενίοτε μάλιστα αποβλέποντες και εις ίδιον όφελος, ο Μ.Βασίλειος χρησιμοποιεί ανάλογον γλώσσαν παρατηρεί δε ότι «τας ομολογίας τότε εγκρίνομεν, αφ’ ούπερ αν η ηλικία την του λόγου συμπλήρωσιν έχη»(79). Αναφερόμενος ο μέγας Πατήρ εις το θέμα της προετοιμασίας διά τον γάμον λέγει ότι ημπορούν οι νέοι να εκλέγουν σύζυγον πρέπει όμως να έχουν την συγκατάθεσιν των γονέων των(80). Ουδόλως όμως κατά τον Μ.Βασίλειον ηδύνατο ο πατέρας να επιβάλη διά της βίας εις την κόρην του να υπανδρευθή κάποιον, πράγμα το οποίον σημειωτέον ο νόμος δεν ημπόδιζε. Ας μη λησμονώμεν δε ότι την ιδίαν εποχήν εις την Δύσιν ο Άγ.Αμβρόσιος έλεγε ότι η κόρη έπρεπε να υπανδρευθή διά κλειστών οφθαλμών εκείνον τον οποίον οι γονείς θα της έδιδον(81).

Εθίξαμε το λίαν ενδιαφέρον θέμα της σχέσεως γονέων και τέκνων κατά τον Μ. Βασίλειον. Δυστυχώς ο χρόνος δεν επαρκεί διά να το αναπτύξωμεν. Δεν ημπορούμε όμως να μη αναφέρωμεν ωρισμένας από τας ωραίας εκείνας εικόνας που χρησιμοποιεί διά να κάμη φανεράν την σχέσιν αυτήν και να υπογραμμίση τα εξ αυτής απορρέοντα καθήκοντα. Αντλεί εκ του ζωικού βασιλείου παραδείγματα είτε προς μίμησιν είτε προς αποφυγήν. Οι γονείς, οι οποίοι εγκαταλείπουν τα τέκνα των, γράφει εις την Η’ ομιλίαν του εις την Εξαήμερον, ομοιάζουν με τους αετούς, οι οποίοι απομακρύνουν από κοντά των το εν από τα δύο νεογέννητα, διότι δεν ημπορούν να αναθρέψουν και τα δύο. «Αδικώτατος περί την των εκγόνων εκτροφήν ο αετός. Δύο γαρ εξαγαγών νεοσσούς, τον έτερον αυτού εις γην καταρρήγνυσι ταίς πληγαίς των πτερών απωθούμενος· τον δε έτερον μόνον αναλαβών, οικειούται, διά το της τροφής επίπονον αποποιούμενος, ον εγέννησεν»(82). Και προσθέτει· «Τοιούτοι των γονέων oι επί προφάσει πενίας εκτιθέμενοι τα νήπια»(83). Παραλλήλως όμως υπογραμμίζει και το παράδειγμα της φήνης, ενός είδους θαλασσίου αετού, η οποία «υπολαβούσα αυτόν (δηλ. τον εγκαταλειφθέντα νεοσσόν) τοις οικείοις εαυτής νεοσσοίς συνεκτρέφει»(84).

Οι γονείς επομένως πρέπει να σέβωνται και την ζωήν και την ελευθερίαν των τέκνων των, και αντιστοίχως βεβαίως τα τέκνα πρέπει να αγαπούν και να σέβωνται τους γονείς των.

Εις την Θ’ ομιλίαν του εις την Εξαήμερον λαμβάνων αφορμήν πάλιν εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Απ.Παύλου παρατηρεί: «Μη και η φύσις ταύτα ου λέγει; Ουδέν καινόν παραινεί Παύλος αλλά τα δεσμά της φύσεως επισφίγγει. Eι η λέαινα στέργει τα εξ αυτής και λύκος υπέρ σκυλάκων μέχεται, τι είπη άνθρωπος και της εντολής παρακούων και την φύσιν παραχαράσσων, όταν ή παις ατιμάζη γήρας πατρός, ή πατήρ διά δευτέρων γάμων των προτέρων παίδων επιλανθάνεται»(85). Αναφερόμενος δε εις τα καθήκοντα των τέκνων λέγει εις την ομιλίαν του «Εν λιμώ και αυχμώ». «Mη ποίει τα των ανοήτων παίδων, οι παρά διδασκάλου επιτιμηθέντες τας δέλτους εκείνου καταρηγνύουσιν· πατρός δε δι’ ωφέλειαν και τροφήν υπερθεμένου (όταν αναβάλη δηλ. να τους δώση την τροφήν) την εσθήτα κατασπαράττουσιν ή το της μητρός πρόσωπον τοις όνυξι καταξαίνουσι»(86). Και εις τα «Ηθικά» παρατηρεί «ότι δει τα τέκνα τιμάν τους γονείς και υπακούειν εν πάσιν αυτοίς, εν οις αν εντολή Θεού μη εμποδίζηται»(87) αναφέρεται δε εις το 2ον κεφ. του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, όπου αναγράφεται ότι ο Ιησούς κατέβη μετά των γονέων του εις Ναζαρέτ και ην υποτασσόμενος αυτοίς.

Ωραιότατον αλλά και αρκετά γνωστόν είναι και το εκ των πελαργών παράδειγμα, το οποίον δεικνύει την αγάπην των πτηνών αυτών προς τους γέροντας γονείς των. «Η δε περί τους γηράσαντας των πελαργών πρόνοια εξήρκει τους παίδας ημών ή προσέχειν εβούλοιντο, φιλοπάτορας καταστήσαι»(88). Και συνεχίζει υπογραμμίζων ότι δεν πρέπει να φανώμεν κατώτεροι των αλόγων αυτών πτηνών, τα οποία όταν γηράση και απωλέση ο πατήρ των τας πτέρυγας «παριστάντες εν κύκλω τοις οικείοις πτεροίς διαθάλπουσι, και τας τροφάς αφθόνως παρασκευάσαντες την δυνατήν και την εν πτήσει παρέχονται βοήθειαν»(89). Τούτο δε, λέγει εν τέλει είναι τόσον γνωστόν, ώστε μερικοί την ανταπόδοσιν των ευεργεσιών την ονομάζουν αντιπελάργωσιν(90).

Αλλά και άλλα παραδείγματα εκ του ζωικού βασιλείου αναφέρει ο Μ. Βασίλειος διά να καταλήξη εις το συμπέρασμα ότι ο λογικός άνθρωπος δεν πρέπει να αποδειχθή αλογώτερος και απανθρωπότερος των αλόγων ζώων(91).

Η θρησκευτική αγωγή, κατά τον Μ.Βασίλειον, η οποία αποβλέπει όχι απλώς εις την μόρφωσιν αλλά εις την μεταμόρφωσιν του ανθρώπου είναι έργον το οποίον ο άνθρωπος δεν δύναται να επιτελέση μόνος, δια των ιδίων αυτού δυνάμεων. Απαιτείται «η του Πνεύματος συνέργεια»(92). Διά του Αγ.Πνεύματος oι άνθρωποι γίνονται πνευματικοί. Είναι όμως απαραίτητος, ως είδομεν(93), και η θέλησις και η προσπάθεια του ανθρώπου.

Εις το «Περί του Αγίου Πνεύματος» έργον του ο μέγας Πατήρ αναγράφει: «Αναγκαία τοίνυν εστίν η προς τελείωσιν ζωής, η Χριστού μίμησις(94), ου μόνον εν τοις κατά τον βίον υποδείγμασιν αοργισίας και ταπεινοφροσύνης και μακροθυμίας, αλλά και αυτού του θανάτου, ως Παύλος φησιν μιμητής του Χριστού, ‘συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού, ει πως καταντήσω εις την εκ νεκρών εξανάστασιν’ »(95).

Σημαντικόν χωρίον διά του οποίου επισημαίνεται ο ρόλος των μυστηρίων της Εκκλησίας εις το έργον της αγωγής και της τελειώσεως καθόλου του ανθρώπου. Η μίμησις του Χριστού δεν είναι κατά τον Μ.Βασίλειον εξωτερική απομίμησις ωρισμένων τύπων αλλά «συμμόρφωσις τω θανάτω», βίωσις του μυστηρίου της σωτηρίας, συμμετοχή εις τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού(96).

Η αγωγή την οποίαν κηρύσσει ο Μ.Βασίλειος είναι χριστοκεντρική και διά τούτο πάντοτε επίκαιρος.

Αντί επιλόγου και δεδομένου ότι διά της εισηγήσεως ταύτης κλείει η σειρά των ομιλιών επί τη 16η εκατονταετηρίδι από του θανάτου του μεγάλου Πατρός ας μας επιτραπή να εκφράσωμεν μίαν ευχήν.

Η μορφή του Αγίου Βασιλείου, η οποία συνδέεται με τας ωραιοτέρας αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας μας, ας διατηρήται πάντοτε άσβεστος εις την καρδίαν μας κατευθύνουσα και παιδαγωγούσα ημάς εις παν έργον αγαθόν προς δόξαν του εν Τριάδι Θεοϋ.

Ηλίας Μουτσούλας

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ιδέ § ΠΑ’. Έκδ. F.Βοulenger, Grégoire de Nazianze, Discours funèbres en l’honneur de son frère Césaire et de Basile de Césarée, Ρaris 1908, σ. 228,

J. -Ρ. Μigne, ΡG 36,604 C.

2. Ένθ’ αν. § ΙΑ’, Έκδ. F. Βοulenger σ.78, ΡG 36, 508 Β. .

3. Ομιλία Γ’ § 1. ΒΕΠ 51, 205.

4. J. Quasten, Ρatrology, νοl. ΙΙΙ, Utrecht-Antwert 1963, pp. 215 – 216.

5. Σχετικώς ιδέ εν τη μελέτη του καθηγητού Ι. Μαρκαντώνη, Oι Τρεις Ιεράρχαι εξ επόψεως ανθρωπολογικής-υπαρξικής, Αθήναι 1969 σ. 15 εξ.

6. Ομιλία εις τον ΛΒ’ ψαλμόν § 6. ΒΕΠ 52, 69. Όροι κατ’ Επιτομήν, Ερώτησις Ρος’ ΒΕΠ 53, 301 κ.ά.

7. Όροι κατά πλάτος. Ερώτ. Β’ § 3. ΒΕΠ 53, 150. Πρβλ. Ομιλία εις τον ΜΗ’ ψαλμον § 8. ΒΕΠ 52, 122.

8. Κεφ. Α’. ΒΕΠ 52, 231-232.

9. Ομιλία εις το «Πρόσεχε σεαυτώ» § 3. ΒΕΙΙ 54, 30.

10. Ομιλία ΙΒ’ εις την αρχήν των Παροιμιών § 5. ΒΕΠ 54, 119-120.

11. Ένθ’ αν. § 6. ΒΕΠ 54, 121.

12. Ένθ’ αν.

13. Ένθ’ αν. § 5. ΒΕΠ 54, 120.

14. Ένθ’ αν.

15. Ένθ’ αν.

16. Ένθ’ αν. § 8. ΒΕΠ 54, 123.

17. Ομιλία ΙΒ’ εις την αρχήν των Παροιμιών § 9. ΒΕΠ 54, 124.

18. Ένθ’ άν.

19. § 4. ΒΕΠ 51, 267.

20. Ερώτησις Β’ ΒΕΠ 53, 148.

21. Εις την Εξαήμερον, ομιλία Θ’ § 4. ΒΕΠ 51, 267.

22. § 9. ΒΕΠ 54, 125.

23. § 1. ΒΕΠ 52, 11.

24. § 7. ΒΕΠ 54, 140.

25. § 6. ΒΕΠ 54, 94.

26. Ερμηνεία εις τον Ησαΐαν § 202. ΒΕΠ 56, 203. Παρ’ ότι το έργον κατατάσσεται μεταξύ των αμφιβαλλομένων έργων του Μ. Βασιλείου η ως άνω ιδέα απαντά και εις έτερα γνήσια έργα. Πρβλ. Ομιλία εις τον ΙΑ’ ψαλμόν § 4. ΒΕΠ 52, 135 – Ι36.

27. Ομιλία Ι’, Κατά Οργιζομένων § 6. ΒΕΠ 54, 106.

28. § 21. ΒΕΠ 56, 65.

29. Ένθ’ αν.

30. Λόγος Πρώτος, ΙΙ. ΒΕΠ 7, 82.

31. § 6. ΒΕΠ 51, 190.

32. Ομιλία εις τον Α’ ψαλμόν § 4. ΒΕΠ 52, 14-15.

33. Περί του Αγίου Πνεύματος Α’ 2. ΒΕΠ 52, 232.

34. Ένθ’ αν.

35. ΒΕΠ 54, 199-211.

36. Πρβλ. Π. Χρήστου, Ο Μέγας Βασίλειος, Βίος και πολιτεία, Συγγράμματα, Θεολογική σκέψις, Θεσσαλονίχη 1978 σ. 240, ένθα επισημαίνεται η υπό του μεγάλου Πατρός έξαρσις της χριστιανικής παιδείας υπέρ τήν θύραθεν διά του παραλληλισμού της μεν δευτέρας προς τα φύλλα της δε πρώτης προς τους καρπούς. Ως παρατηρεί ο καθηγητής Π.Χρήστου (μν. έργον, ένθ’ αν.) «η θύραθεν σοφία είναι δι’ αυτόν κάτι περισσότερον, είναι ουσιώδες στοιχείον της θεολογίας του». Διά να μη τύχη παρεξηγήσεως η τελευταία φράσις υπογραμμίζομεν το και υπό του ως άνω συγγραφέως σημειούμενον, ότι δηλ. η Θεολογία του Μ. Βασιλείου είναι εις την ουσίαν της καθαρώς χριστιανική (Πρβλ. ένθ’ αν. σ. 241).

37. Τα πρακτικά του Συνεδρίου δεν έχουν εισέτι δημοσιευθή. Σχετικως ιδέ και τα εν τη Εισαγωγή αυτού εις τον Μέγαν Βασίλειον αναγραφόμενα εν ΒΕΠ 51, 98-99.

38. Texte und Untersuchungen 64, 1957 S. 422.

39. § 1. ΒΕΠ 52, 11-12.

40. Ομιλία εις τον ΡΙΔ’ ψαλμόν § 5. ΒΕΠ 52, 141-142. Σχετικώς ιδέ και εν Β.Εξάρχου, Παιδαγωγικαί γνώμαι του Μ. Βασιλείου. Α’ Η φύσις του ανθρώπου και το μορφώσιμον αυτoύ. Εν Αθήναις 1938, σσ. 38-39.

41. Όροι κατά πλάτος, Ερώτησις ΙΕ’ 2 ΒΕΠ 53, 168.

42. § 2. ΒΕΠ 54, 117.

43. Το τελευταίον τούτο υπογραμμίζει ο Μ. Βασίλειος εις την κατά του Ευνομίου πολεμικήν του. Εις τον Β’ κατά Ευνομίου λόγον του αναγράφει:«Ου γαρ τοίς ονόμασιν η των πραγμάτων φύσις ακολουθεί, αλλ’ ύστερα των πραγμάτων εύρηται τα ονόματα» § 4. ΒΕΠ 52, 189-190. Αναλυτικώτερον περί της διδακτικής μεθόδου, διδακτέας ύλης κλπ. ιδέ Φ. Κουκουλέ, Βασιλείου του Μεγάλου, Δόξαι Παιδαγωγικαί, Εν Αθήναις 1907 σ. 14 έξ. Του αυτού, Οι Τρεις Ιεράρχαι ως παιδαγωγοί, Έκδ. Β’, Εν Αθήναις 1959.

44. Πρβλ. Όροι κατά πλάτος, Ερώτησις ΙΕ’ «… ότι διά το τινας των τεχνών ευθύς εκ νηπίου επιτηδεύεσθαι δείν, επειδάν ήδη τινές των παίδων επιτηδείως έχοντες φανώσι προς μάθησιν». ΒΕΠ 53, Ι70.

45. Ερώτησις ρνθ’ ΒΕΠ 53, 290.

46. Πρβλ. Π. Μπρατσιώτου, Η εργασία κατά τους Τρεις Ιεράρχας, Εν Αθήναις 1958, σ.21.

47. Όροι κατά πλάτος. Ερώτησις ΙΕ’ § 1 και 2. ΒΕΠ 53, 168-169.

48. Όροι κατά πλάτος. Ερώτησις ΙΕ’ § 1 και 2. ΒΕΠ 53, 168 – 169.

49. ΄Ενθ’ αν.

50. ΒΕΠ 53, 168.

51. § 2. ΒΕΠ 53, 169.

52. Ένθ’αν.

53. § 5. ΒΕΠ 54, 120.

54. Ένθ’ αν.

55. Ένθ’ αν.

56. Ησ. 50,5.

57. Όρoι και πλάτος. Ερώτησις ΙΕ’ § 3. ΒΕΠ 53, 169.

58. § 3. ΒΕΠ 52, 14.

59. Ασκητική προδιατύπωσις § 3. ΒΕΠ 53, 386.

60. Ένθ’ αν.

61. Ομιλία «Περί του μη προσηλώσθαι τοις βιωτικοίς» § 4. ΒΕΠ 54, 191.

62. § 3. ΒΕΠ 55, 108.

63. Ομιλία εις τον ΚΘ’ ψαλμόν § 6. ΒΕΠ 52, 60.

64. Σχετικώς ιδέ και εν Φ. Κουκουλέ, Βασιλείου του Μεγάλου, Δόξαι Παιδαγωγικαί, ενθ’ αν., σσ. 26-29.

65. Πρβλ. ένθ’ αν. σ. 17.

66. Ομιλία εις τον Α’ ψαλμόν § 2. ΒΕΠ 52, 12

67. ΒΕΠ 55, 161.

68. Αριστ. Πολ. Α’ 1260a, 12-14.

69. § 4. ΒΕΠ 54, 61-62.

70. Cod. Just. VΙΙΙ, 51, 2.

71. Νοv., 153, c. 1.

72. Αναλυτικώτερον ιδέ εν S. Giet, Les idées et l’action sociales de Saint Βasile, Ρaris 1941 pp.75-84. Ιδέ ωσαύτως Δ. Μωραΐτου, Παιδαγωγικαί ιδέαι των Τριών Ιεραρχών, Εν Αθήναις 1962, σ.16 εξ.

73. Εις τον «Βίον της οσίας Μακρίνης» ο «Άγ. Γρηγόριος ο Νύσσης αναγράφει ότι η Μακρίνα ανετράφη από την μητέρα των Εμμέλειαν με τα μαθήματα της θεοπνεύστου Γραφής και μάλιστα με την Σοφίαν Σολομώντος και το Ψαλτήριον (ΡG 46, 961 D-964 Α), η ιδία δε η Mακρίνα τον νεώτερον εκ των αδελφών των, τον Πέτρον, «επί πάσαν την υψηλοτέραν ήγαγε παίδευσιν, τοις ιεροίς των μαθημάτων εκ νηπίων αυτόν ενασκήσασα» (ΡG 46,972 C).

74. ΒΕΠ 53, 124.

75. Εις την «Κατά μεθυόντων» ομιλίαν του (§ 8) λέγει μεταξύ των άλλων εις τους ακροατάς του· «Πώς τους παίδας νουθετήσητε, ανουθέτητον ζωήν και αδιάτακτον ζώντες;». ΒΕΠ 54, 150.

76. Όροι κατά πλάτος. Ερώτησις ΙΕ’ § 4. ΒΕΠ 53, 169-170.

77. § 6. ΒΕΠ 52, 99.

78. ΒΕΠ 55, 343.

79. Επιστολή 199 § 18. ΒΕΠ 55, 224. Πρβλ. Όροι κατά πλάτος, Ερώτ. ΙΕ’ § 4. ΒΕΠ 53, 170.

80. Πρβλ. Επιστολή 199 § 42. ΒΕΠ 55, 227.

81. «Νοn est virginalis pudoris eligere maritum». De Abraham Ι, 9. J.-Ρ. Μigne, ΡL 14, 453. Σχετικώς ιδέ και εν S.Giet, Les idées…, μν. Εργ. σ.83.

82. § 6. ΒΕΠ 51, 259.

83. Ένθ’ αν.

84. Ένθ’ αν.

85. § 4. ΒΕΠ 51, 267.

86. § 5. ΒΕΠ 54, 82.

87. Όρος Ος’. ΒΕΠ 53, 124.

88. Ομιλία Η’ εις την Εξαήμερον § 5. ΒΕΠ 51, 258.

89. Ένθ’ αν.

90. Ένθ’ αν.

9Ι. Πρβλ. ιδία τα αναγραφόμενα εις την Θ’ ομιλίαν του εις την Εξαήμερον § 4. ΒΕΠ 51, 267 – 268.

92. Πρβλ. «Περί του Αγίου Πνεύματος» § 23. ΒΕΠ 52, 250. Σχετικώς ιδέ και την μελέτην του καθηγητού και ακαδημαϊκού Ι. Καρμίρη, «Η Εκκλησιολογία του Μ. Βασιλείου», Εν Αθήναις 1958 σ. 8, ένθα υπογραμμίζεται ότι το Άγιον Πνεύμα απεργάζεται ου μόνον τον αγιασμόν των μελών της Εκκλησίας, αλλά και την τελείαν εσωτερικήν και οργανικήν ενότητα των χριστιανών μελών εν τω ενί σώματι του Χριστού.

93. Εν σ. 9

94. Πρβλ. Ν. Μπρατσιώτου, ο Μέγας Βασίλειος πρότυπον πνευματικού ανθρώπου, Αθήναι 1974 σ. 26.

95. Κεφ. ΙΕ’ § 35. ΒΕΠ 52, 259.

96. Εις το σημείον τούτο διαφοροποιούμεν πως την θέσιν μας έναντι του Β. Εξάρχου, ο οποίος υπερτονίζων την φύσει υπάρχουσαν εις τον άνθρωπον ικανότητα να πράξη το καλόν θεωρεί την του Ιησού Χριστού έλευσιν «οιονεί μάλλον υποδειγματικήν διδακτικήν, ίνα μη παραπλανάται ο άνθρωπος» (Παιδαγωγικαί γνώμαι…, ενθ’ αν. σ.46). Ατυχώς το ως άνω σημαντικόν χωρίον εκ του «Περί Αγίου Πνεύματος» έργου παρατίθεται ημιτελές (ένθ’ αν. σσ. 45-46 εν υποσημειώσει).

 

Πηγή : http://www.vatopedi.gr/

Ο Γέροντας με τις βράκες. Ο γέρο Παναης της Λύσης (†30 Δεκεμβρίου 1989), μια αγιασμένη μορφή της σύγχρονης Κύπρου

Εκτύπωση
Συνέντευξη του Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στον κ.  Γιάννη Ν. Ζαννή για την εφ. «Η Ορθόδοξη Αλήθεια»

30 Δεκεμβρίου 1989. Στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, μια λυόμενη κατασκευή στον προσφυγικό συνοικισμό Αγίων Αναργύρων Λάρνακας, τελείται η Εξόδιος Ακολουθία ενός γέρου πρόσφυγα από την κατεχόμενη Λύση, από τους παλιούς εκείνους βρακοφόρους γέροντες της Κύπρου. Παρών και ο ηγούμενος του Σταυροβουνίου, του μοναστηριού που από πολλών   αιώνων διαδρομή,  είναι  η πνευματική ακρόπολη της μαρτυρικής Μεγαλονήσου.

 Ο Γέροντας Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης. Στέκεται προ της σορού του βρακοφόρου Γέροντα και αρχίζει τον επιμνημόσυνο λόγο του:

«Πάτερ Παναή, άνθρωπε του Θεού, εργάτα του Κυρίου, ψυχή του Παραδείσου, μακαρία ἡ ὁδὸς ᾖ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως!».

Ποιός ήταν αυτός ο γέροντας, προς τον οποίον  ο Ηγούμενος του Σταυροβουνίου απηύθηνε την προσφώνηση «Πάτερ Παναή»;

Γεννημένος στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Λύση της Αμμοχώστου στις 15 Αυγούστου του 1905 (γι’  αὐτό και τον βάφτισαν Παναή), ήταν ο τέταρτος από οκτώ αδέλφια , στα οποία οι γονείς τους Γεώργιος και Μηλιά Χατζηιωνά φρόντισαν εξ απαλών ονύχων να μεταγγίσουν τον θείο φόβο και την ευλάβεια.

Επρόκειτο για έναν μεγάλο ασκητή μέσα στον κόσμο, μια οσιακή πραγματικά μορφή, που ενώ ποτέ δεν έλαβε το μοναχικό σχήμα, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο τέτοιας τιμής, έζησε σαν πραγματικός μοναχός. Και με το παράδειγμα του βίου του, πολλούς συμπατριώτες του οδήγησε εις επίγνωσιν αληθείας, αποδεικνύοντας ότι το Ευαγγέλιο απευθύνεται σε όλους τους χριστιανούς, μοναχούς ή λαϊκούς, και όλοι καλούνται να το εφαρμόσουν. Γνώρισε την τραγωδία της προσφυγιάς μετά την εισβολή του 1974 και εν τέλει εκοιμήθη στην Λάρνακα στις 30 Δεκεμβρίου του 1989, πριν τριάντα δηλαδή έτη.

Συνομιλήσαμε με τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον γερο Παναή, και τα όσα μας είπε τα παραθέτουμε στην συνέντευξη που ακολουθεί.

Πανιερώτατε την ευχή σας, ευχαριστούμε πολύ για την καλοσύνη σας να μας αφιερώσετε από τον πολύτιμο χρόνο σας. Το θέμα μας είναι ο μακάριος εκείνος Γέροντας , ο Παναής Χατζηιωνάς, ο γερο Παναής της Λύσης, που τον γνωρίσατε και προσωπικά. Ας μιλήσουμε λίγο για τη ζωή του.   

Η Παναγία της Λύσης Ο γερο Παναής γεννήθηκε σ’ ένα κεφαλοχώρι της Μεσαωρίας, της μεγάλης πεδιάδας δηλαδή, που είναι στο κέντρο της Κύπρου, το οποίο ονομάζεται Λύση.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει Λύση, είναι το χωριό που γέννησε έναν τοπικό Όσιο, τον όσιο Συνέσιο. Φιλοξενεί-μόνον αυτό το χωριό- την τιμή ενός άλλου τοπικού Αγίου, με ιερό ναό πανάρχαιο, με ωραιότατες τοιχογραφίες που συλήθηκαν από τους Τούρκους και επιτέλους επαναπατρίστηκαν προ ολίγων ετών (από το Τέξας ήλθαν αυτές οι τοιχογραφίες). Εννοώ το εκκλησάκι του οσίου Ευφημιανού. Και επίσης, η Λύση είναι η κοινότητα που έχει την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Λυσιώτισσας, όπως την λέγαμε εμείς, με έναν θαυμάσιο ναό ιταλοβυζαντινό, μοναδικό  για τα κυπριακά δεδομένα, και σε μέγεθος και σε αρχιτεκτονική σύνθεση. Η Λύσις επίσης, είναι το χωριό όχι μόνο των Αγίων, αλλά και των ηρώων, με κορυφαίο τον Γρηγόρη Αυξεντίου.

Αυτό το χωριό λοιπόν, είναι η γενέτειρα αυτού του συγχρόνου οσίου ανδρός της Κύπρου, του γερο Παναή.  Και δεν είναι τυχαίο που για να τον διακρίνεις μέσα στα ιστορικά δεδομένα, λες «ο γερο Παναής της Λύσης». Όπως λέμε «ο όσιος Ιάκωβος της Εύβοιας, ή ο όσιος  Παΐσιος ο Αγιορείτης».  Αυτός λοιπόν, είναι ο όσιος Παναής της Λύσης. Με όλη την λυσιώτικη ευσέβεια, την ενδυμασία, χαρακτηριστική παραδοσιακή της Κύπρου και ιδιατέρως της Λύσης, με την μαύρη βράκα, με το μαντό επί της κεφαλής αυτού.

Τι είναι ο μαντός;

Όταν λέμε στην κυπριακή ιδιόλεκτο ο μαντός, εννοούμε το κεφαλομάντηλο το οποίο έφεραν οι άνδρες, μαύρου χρώματος, για να τους προστατεύσει από τον καυτερό ήλιο της Κύπρου  κατά τους θερινούς μήνες. Το φορούσε και ο Χατζηφλουρέντζος. Θυμάμαι και τον πατέρα μου που το φορούσε. Οι παλαιοί άνδρες της Κύπρου με αυτό κυκλοφορούσαν και πήγαιναν και στην εκκλησία ακόμα με αυτόν τον μαντό και την ώρα του Ευαγγελίου τον έβγαζαν. Όταν τους έβλεπες, νόμιζες πως βλέπεις τους αρχαίους ασκητές της Αιγύπτου, της Συρίας, της Παλαιστίνης, τον αββά Αντώνιο. Εγώ τα θυμάμαι γιατί ήμουν μικρό παιδί και στην εκκλησία έβλεπα τους γέρους με τον μαντό, μου δημιουργούσε μέσα μου η εικόνα αυτή αισθήματα μυσταγωγίας, μυστηρίου. Το ίδιο βέβαια και οι γυναίκες, οι οποίες μάλιστα είχαν διπλομάντηλο. Η λυσιώτικη ενδυμασία δε, είναι όλως ιδιατέρως χαρακτηριστική. Ακόμα και σήμερα την συναντάς σε ηλικιωμένες πρόσφυγες Λυσιώτισσες.

Τα λέω όλα αυτά διότι, όταν δείτε φωτογραφίες, θα σας ξενίσουν και ιδιατέρως τους Ελλαδίτες. Του γερο Παναή, του αδελφού του Βασίλη, της αδελφής τους Τρυφωνούς, της αδελφής τους Θεοδώρας…

Ήταν μια οικογένεια ασκητών μέσα στον κόσμο. Αυτός ο χρόνος δηλαδή που καθιερώθηκε εν υστέροις χρόνοις, « Ασκητές μέσα στον κόσμο», βρίσκει την πλήρη εφαρμογή του στο πρόσωπο του Παναή, του αδελφού του Βασίλη και της αδελφής τους Τρυφωνούς. Τρεις αδελφοί αφιερωμένοι στον Χριστό ενσυνείδητα. Ζούσαν ασκητικά, χωρίς να γίνουν μοναχοί.  Χωρίς να είναι ούτε έγγαμοι, ούτε μοναχοί. Και είχαν πνευματικό καθοδηγητή τον μεγάλο Πνευματικό της Κύπρου στην 10ετία του ’50, του  ’60 και νωρίτερα βεβαίως, τον Κυπριανό τον Σταυροβουνιώτη. Τον Γέροντα Κυπριανό του Σταυροβουνίου, αυτόν τον άνθρωπο με τα λαμπερά μάτια. Αν τον δεις στη φωτογραφία, εκπλήσσεσαι από την ακτινοβολία, το φως που εκπέμπουν τα μάτια του.      Άνθρωπος που πέρασε από το Άγιον Όρος   και επέστρεψε στην Κύπρο και στήριξε το νεώτερο Σταυροβούνι.

Αυτόν τον ασκητή, τον είχαν Πνευματικό όλοι οι παλαιοί Κύπριοι και ανάμεσα σ’ αυτούς και η οικογένεια που προανέφερα, του γερο Παναή. Αυτός τους συμβούλευσε να μείνουν στο χωριό τους, χωρίς να γίνουν μοναχοί, και να ζήσουν τον μοναχισμό στο σπίτι τους.

Ο Παναής είχε   το χάρισμα του λόγου, ήταν ο ἡγούμενος τοῦ λόγου,   ενώ ο άλλος αδελφός, ο Βασίλης, ήταν ψάλτης. Ο Παναής ήταν ο κανδηλανάπτης της Παναγίας της Λύσης. Και είχε όπως είπαμε, το χάρισμα του λόγου και της κατήχησης. Δηλαδή, αυτό που διαβάζουμε στα  δοξαστικά του αγίου Αντωνίου και όλων των Οσίων, ἔπεισας τοὺς ἀνθρώπους καταφρονεῖν τὰ ἡδέα, τα  ευχάριστα.   Τα ηδονιστικά περισσότερο εννοεί.

Λοιπόν, πραγματικά ο Παναής ήταν ένας άνθρωπος που όταν τον πλησίαζες και μιλούσες μαζί του με τα λαμπερά του μάτια τα ανοιχτόχρωμα, σε έπειθε να ασκητεύσεις. Να εγκρατευθείς. Σε έπειθε ότι ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου. Και αυτός ο φόβος δεν είναι για να φοβηθείς τον Θεό, αλλά για να τον σεβαστείς ως Δημιουργό σου και ότι πρέπει να έχεις σχέση μαζί Του, να μοιραστείς την Αγιότητά Του. Σε έπειθε. Για μένα το μεγαλύτερο χάρισμα του Παναή –και ήταν κάτι που το συνάντησα μετά και στον άγιο Πορφύριο και στον άγιο Παΐσιο, στον άγιο Ιάκωβο της Εύβοιας. Σε έπειθαν αυτοί οι άνθρωποι. Σε έπειθαν ότι η ζωή του Χριστού, το Ευαγγέλιο, οι εντολές Του είναι εφαρμόσιμες στις μέρες μας.  Οπότε, σε κείνα τα χρόνια, δηλαδή μετά τον Β΄Π. Π., όταν η Κύπρος ετοιμαζόταν για τον απελευθερωτικό της αγώνα που έγινε λίγο αργότερα, το    ’55-’59,      ο Παναής έκανε έναν άλλον αγώνα, πρώτα στον εαυτό του και απελευθερώθηκε από τα όποια πάθη είχε ο ίδιος, είτε κληρονομικά είτε επίκτητα. Βοήθησε και τα’ αδέλφια του να εισέλθουν σ’ αυτό το στάδιο και έτσι έκαναν μίαν κατ’ οἶκον ἐκκλησίαν και μιαν ασκητική παλαίστρα μέσα στο χωριό τους. Και στη συνέχεια, με ευλογία του Πνευματικού τους, του Κυπριανού του Σταυροβουνιώτη, έκαναν έναν σύλλογο. Κάτι που ήταν άγνωστο τότε στην Κύπρο. Και κει μαζεύονταν άνδρες και γυναίκες και ο Παναής τους εξηγούσε το Ευαγγέλιο, τους βίους των Αγίων, βρήκε τον Ευεργετινό και τους διάβαζε από μέσα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν αυτά στην Κύπρο μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Παναής, πριν δημιουργήσουν οι Μητροπόλεις Κατηχητικά, έκανε το έργο του κατηχητή. Και με τον παραδοσιακό τρόπο. Και τους οδηγούσε στην ασκητική και εκκλησιαστική ζωή. Αυτό ήταν το κύριο. Ο γερο Παναής, μ’ αυτόν τον σύλλογο δεν έφτιαχνε ανθρώπους που να κάνουν θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά εκκλησιαστικούς ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτή την συνοδεία λαϊκών ασκητών που συγκροτήθηκε γύρω από τον Παναή,   προέκυψε ένα μοναστήρι, η συνοδεία που μέχρι σήμερα προΐσταται η Γερόντισσα Καλλίστη, του Αγίου Παντελεήμονος στον Αχερά. Ήταν πνευματικά παιδιά του Παναή αυτές οι μοναχές. Μάλιστα τους έλεγε προφητικά «μάθετε να ψέλνετε, μάθετε να λέτε κανέναν Απόστολο, θα σας χρειαστούν».

Ο μεγάλος Πνευματικός της Λευκωσίας εν υστέροις χρόνοις, ο Γέροντας Γαβριήλ, προήλθε από αυτή τη συνοδεία. Και πήγε μετά και έγινε μοναχός στον Άγιο Απόστολο Βαρνάβα. Και πολλοί από αυτή τη συνοδεία έγιναν άλλοι ιερείς, άλλοι ιεροψάλτες και δημιούργησε ο Παναής στη Λύση, χωρίς τυμπανοκρουσίες, μία θαυμάσια εκκλησιαστική κίνηση.

Ήταν ο νεωκόρος του ναού και όταν τελείωναν οι ιερείς τον εσπερινό, ο Παναής με τα αδέλφια του και τη συνοδεία του παρέμεναν εντός του ναού, χωρίς ιερείς, και έκαναν (διάβαζαν, δηλαδή)  όλες τις ακολουθίες της ημέρας.     Συχνά-πυκνά ερχόταν και ο «ἕτερος Καππαδόκης», ο Χατζηφλουρέντζος, από την γειτονική Μηλιά Αμμοχώστου. Άλλος ασκητής αυτός, έγγαμος, με πέντε παιδιά. Αγιώτατος και μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Παναή, συνδεδεμένος και αυτός με το ασκητομονάστηρο του Σταυροβουνίου. Και μου διηγείτο μία από τις μαθήτριες του Παναή που ζει ακόμα, ότι μια βραδιά ο Χατζηφλουρέντζος ήρθε στις αγρυπνίες που έκαναν κάθε νύχτα εκεί στην Παναγία της Λύσης και ήταν γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Και έκλαιγε, μου είπε, τόσο δυνατά, που δεν ξαναείδαμε εμείς. Ο Παναής, μου είπε, είχε πάντα δάκρυα στην προσευχή του, αλλά ήταν πολύ διακριτικός και σιωπηλός. Ο Χατζηφλουρέντζος ήταν εκδηλωτικός. Δεν ήταν κλάμα, μου είπε, ήταν θρήνος. Και μας έκανε εντύπωση που όταν σηκώθηκε από την γονυκλισία, εκεί που είχε γονατίσει, ήταν σαν να είχε αδειάσει ένας κουβάς από νερό. Και είπαμε, μου λέει, όλες «μά, που είχε τούτα τα δάκρυα αυτός ο άνθρωπος; πόσα δάκρυα είχαν τα μάτια του   κι έκαμε τούτον τον κουβάν με το νερό μπροστά στην Παναγία;».

Εσείς τον είχατε γνωρίσει προσωπικά τον γερο Παναή;

ΧατζηφλουρέντζοςΒέβαια!  Τον ήξερα αρκετά! Και με αξίωσε ο Θεός και τον έντυσα όταν εκοιμήθη. Όταν έγινε η προσφυγιά, ο Παναής λίγο πριν   έλεγε προφητικά στους Λυσιώτες: «Χτίζετε μεγάλα σπίτια, Τούρκοι θα κατοικήσουν. Τότε δεν καταλάβαιναν  τον λόγο του. Ο δε Χατζηφλουρέντζος, ο οποίος εκοιμήθηκε   το ’69, επροφήτευε στα παιδιά του και στους οικείους του τα γεγονότα που ήλθαν αργότερα, το ’74. Το πραξικόπημα και την εισβολή των Τούρκων και την παρατεταμένη κατοχή, ως και την μελλοντική ελευθερία της Κύπρου. Αντιλαμβάνεσθε ότι υπήρχε μία παρέα ασκητών στην περιοχή αυτή. Και δεν ήταν μόνο στην περιοχή αυτή. Και στα μέρη τα δικά μας εδώ, της Μόρφου και στην Πάφο και αλλού, υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι με ασκητικό βίο, είτε έγγαμοι, είτε άγαμοι. Ασκητές μέσα στον κόσμο. Αυτό είναι κάτι που το βρίσκουμε και στην Μ. Ασία. Είναι ανατολικός τρόπος και είναι ορθόδοξος τρόπος ύπαρξης. Απλά διατήρησαν περισσότερο αυτά τα μέρη της Ανατολής τον τρόπο αυτόν. Διότι επηρεάστηκαν λιγότερο από το αθηναϊκό κράτος. Αυτή είναι η ερμηνεία που δίδω. Και όσο λιγότερη επιρροή από ευσεβιστικές καταβολές, τόσο μεγαλύτερη άσκηση και Αγιότητα.  Την περίοδο της  τουρκοκρατίας και της αγγλοκρατίας, ο τρόπος αυτός διαφυλάχθηκε όσο ήταν δυνατόν. Αργότερα, όταν γίναμε ανεξάρτητο κράτος και η Ελλάδα και η Κύπρος, τότε ξεκίνησε το πρόβλημα του εξευρωπαϊσμού μας και ιδού το χάλι μας.

Ας επανέλθουμε όμως στον γερο Παναή. Έγινε λοιπόν τότε πρόσφυγας, κατά τον προφητικό λόγο και του ιδίου και του Χατζηφλουρέντζου και άλλων. Κατοίκησε στην Λάρνακα, σε ένα συνοικισμό προσφύγων, σ’ ένα διαμέρισμα ισόγειο μιας πολυκατοικίας, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, η οποία ήταν λυόμενη κατασκευή. Τα περιγράφω αυτά για να δείτε τις συνθήκες. Ξέχασα να πω ένα ωραίο περιστατικό. Όταν πήγε ο Π. Τρεμπέλας, σημαίνον στέλεχος της «Ζωής» να κάνει κήρυγμα στη Λύση, του έκανε εντύπωση η βυζαντινή μουσική που είχαν οι ψάλτες, οι στολές που φορούσαν   άντρες και γυναίκες.  Νόμιζα ότι πήγα σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι, είπε χαρακτηριστικά.

Στην Αγία Θέκλα λοιπόν, λειτουργούσε ο τότε Τριμμυθούντος Γεώργιος. ο κατοπινός Νικαίας Γεώργιος. Και όταν έδωσε το θυμιατό στον δεσπότη ο κανδηλανάπτης,  έκανε εντύπωση στον επίσκοπο (και το έλεγε στον Τρεμπέλα) ότι βράχηκε το χέρι του από τα δάκρυα του γερο Παναή. Σκέψου, αυτοί οι άνθρωποι, που κατόπιν καθόρισαν την (εκκλησιαστική) ζωή της Ελλάδας, οσφράνθηκαν ότι κάτι συνέβαινε με αυτόν τον άνθρωπο.

Νομίζω παρευρίσκετο και στην εις διάκονον χειροτονία σας;

Ο Γέρο Παναής στη χειροτονία του Μητροπολίτη Μορφου σε διάκονοΝαι, βέβαια. Έχω και φωτογραφία από κει. Η γνωριμία μας λοιπόν έγινε το 1987.  Με την ευλογία του αγίου Ιακώβου, του αγίου Πορφυρίου  και του Γέροντα Ευμενίου φθάνω στην Κύπρο και γίνομαι μοναχός στο μοναστηράκι του Αγίου Γεωργίου του Κοντού, μέσα στη Λάρνακα, δίπλα από τον Γέροντά μου, τον π. Συμεών. Μόλις έβαλα τα ράσα και έγινα απλά αναγνώστης, ακόμα Όμηρος στο όνομα, η πρώτη επίσκεψη που μου έκανε ο Γέροντάς μου, ήταν να πάμε στον ασκητή της Λύσης. Τον γερο Παναή. Έκτοτε συνδεθήκαμε. Πηγαίναμε σε αγρυπνίες μαζί, σε διάφορους ναούς της Λάρνακας και των περιχώρων, πηγαίναμε τακτικά και τον επισκεπτόμεθα με τον Γέροντα, αλλά και με νέα παιδιά, τα οποία τώρα μας ευγνωμονούν που τους συνδέσαμε με αυτούς τους ασκητές εν τω κόσμω. Και, αντιλαμβάνεσαι, γίναμε φίλοι πλέον. Διότι στο πρόσωπο του Παναή, εγώ συνάντησα ξανά, το ομολογώ αυτό, τον έξυπνο οφθαλμό του αγίου Παϊσίου,      την διηγηματική αφηγηματική ικανότητα του αγίου Ιακώβου και την πάσχουσαν καρδίαν για τον συνάνθρωπο και την αγάπη στις ακολουθίες, που είχαν ο άγιος Πορφύριος και ο άγιος Γέρων Ευμένιος. Ανθρώπους  δηλαδή  που καθόρισαν τη δική μου ζωή στην Ελλάδα, τους εσυνάντησα σ’ αυτό το πρόσωπο ξανά. Σε ένα γέρο της Κύπρου. Και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι η Κύπρος δεν είναι φτωχός συγγενής της Ελλάδος στα πνευματικά, στα ασκητικά ,  αλλά έχει τον δικό της ορθόδοξο ανατολικό ασκητισμό, είτε εν τω κόσμω, είτε σε κάποιες μονές. Οφείλω να πω ότι ο Παναής ένας ήταν από αυτούς.  Και οφείλω επίσης να ομολογήσω ότι ο γερο Παναής με βοήθησε να εκτιμήσω τη ζωή της γιαγιάς μου   της Μυροφόρας, της μάνας μου, του πατέρα μου, του χωριού μου. Μέχρι τότε εμείς αισθανόμαστε ένα, ας πούμε «κόμπλεξ» γι’ αυτή την καταγωγή. Δεν τα εκτιμούσαμε αυτά, ότι αν είμαστε ό, τι είμαστε, το στηρίζουμε σ’ αυτούς τους θεμελίους, σ’ αυτή τη ζωή που ζήσαμε την παιδική, που  ο Παναής τότε μου αναβίωσε  Και μου ερμήνευσε μετά ο Γέροντάς μου, ο πάτερ Συμεών, τί σημαίνει αυτή η λαϊκή ευσέβεια της Κύπρου και τι προστασία είναι και τι «πολυβιταμινούχος».    Ιδιατέρως στην παιδική ηλικία, που είναι η πιο σημαντική, όταν διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου, η προσωπικότητά του.

Ήλθε και στην  εις διάκονον χειροτονία μου στο τέλος του   ’87. Εκεί έγινε κι αυτό το περιστατικό που περιγράφω, που μου λέει «Άξιος! Άξιος! Και εις ανώτερα» και μου έδειξε τον δεσπότη, τον Κιτίου Χρυσόστομο που ήταν δίπλα μου.

Πώς θα αξιολογούσατε τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων λαϊκών Αγίων και μάλιστα στις μέρες μας ;

Κατ’ αρχήν, είναι πολύ σημαντικό να κομίζουν λαϊκοί αυτό το ήθος, διότι στον Μοναχισμό   θεωρείται αυτονόητο. Και αν δεν υπάρχει, τότε δεν μιλάμε για ορθόδοξο Μοναχισμό. Στους λαϊκούς όταν συναντάς αυτό το ήθος, αντιλαμβάνεσαι ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Δεν υπάρχουν δύο Ευαγγέλια, ένα Ευαγγέλιο υπάρχει και για μοναχούς και για λαϊκούς , και για εγγάμους και για αγάμους. Επίσης, το μήνυμα αυτών των ανθρώπων είναι ότι  δεν υπάρχει ορθόδοξη Αγιότητα χωρίς άσκηση, χωρίς αγώνα κατά των παθών. Αυτό σημαίνει άσκηση. Δεν είναι μία δίαιτα. Είναι ένας τρόπος για να θεραπεύσω τα αρρωστήματα της ψυχής μου. Τις ασθένειες της ψυχής μου. Αυτό είναι τα πάθη. Ο γερο Παναής και όλοι οι όμοιοί του, που ήταν αρκετοί και που ακόμα υπάρχουν, δίδασκαν στον κόσμο την θεραπευτική αγωγή –ας το προσέξουμε αυτό-της Μετανοίας. Δηλαδή μάθαιναν τους ανθρώπους, στα χωριά τους, στις πόλεις τους, πώς να μετανοούν. Πώς να θεραπεύουν, δηλαδή, την ψυχή τους. Και το σώμα τους βέβαια. Δεν είναι μόνον η ψυχή. Και το σώμα. Την σύνολη προσωπικότητά τους. Δημιουργούσαν έτσι υγιείς εκκλησιαστικές προσωπικότητες. Και μάλιστα πότε! Στα πρώτα χρόνια του βίου. Διότι ο λαϊκός ασκητής, μπορεί να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σου. Να είναι μια γιαγιά σου, να είναι ένας παππούς σου, ο γονιός σου, ένας γείτονάς σου. Και επισημάναμε πόσο καθοριστικά είναι τα πρώτα χρόνια. Εγώ τα έχω ζήσει αυτά, γι’ αυτό και τα τονίζω και τα λέω. Και αν σήμερα πάσχει η κοινωνία, είναι γιατί δεν υπάρχουν πολλοί Παναήδες , πολλές γιαγιάδες, πολλοί παππούδες ασκητικόβιοι .     να διαβάζουν ακολουθίες, δεν είναι μόνον η νηστεία και η εγκράτεια. Να μάθεις να προσεύχεσαι, να μετανοείς, να ταπεινώνεσαι, δηλαδή να έχεις συνεχώς κατά νουν αυτό που μου έλεγε η μάνα μου: «πρόσεχε γιέ μου να μη γύρει ο νους σου». Αυτό είναι συμβουλή του Μεγάλου Αντωνίου! Και ο άνθρωποι είχαν να κάνουν με τον νου, ήξεραν πόσο σημαντική υπόθεση είναι ο οφθαλμός της ψυχής.

Δεν τα λένε πολλοί αυτά σήμερα. Παλαιότερα τα έλεγαν όμως. Ύστερα ήρθε το μπλέξιμο. Από τη μια ο ευσεβισμός, από την άλλη ο εθνικισμός, ο διεθνισμός των αριστερών  και γίναμε μια σαλάτα.

Πανιερώτατε, ευχαριστώ πολύ για όσα μας είπατε. Την ευχή σας.  

Επειδή για τους Αγίους μόνον Άγιοι μπορούν να μιλήσουν βιωματικά, θα αποφύγουμε να κλείσουμε το ευλαβικό μας αφιέρωμα στην μεγάλη αυτή αγιασμένη μορφή της σύγχρονης Κύπρου, αλλά και της καθ’ όλου Εκκλησίας με δικά μας λόγια. Και αντί επιλόγου, θα παραθέσουμε τα λόγια ενός άλλου αγιασμένου ανθρώπου, του οσίου Γέροντα Γαβριήλ του Αγιοβαρναβίτη, του μεγάλου αυτού πνευματικού της Λευκωσίας, συγχωριανού και φίλου του Γέροντα Παναή, όπως τα καταγράφει ο Κλείττος Ιωαννίδης στο βιβλίο  «Γεροντικό του 20ου αιώνος». Λέει λοιπόν ο Γέροντας Γαβριήλ:

«Μαρτυρίες της αγιότητας του Γέροντος Παναή έχουν να δώσουν πολλοί, που τον γνώρισαν, άκουσαν τις διδαχές του, φοίτησαν στο «σχολείο» του στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα. Ήτανε όντως ένσαρκος άγγελος στο βίωμά του. Είχε ενωθεί με τον Θεό. Ακόμα και η σιωπή του και το βλέμμα του μιλούσαν στις καρδιές των ανθρώπων που τον προσέγγιζαν και τους ενέπνεε αγάπη στον Θεό. Δεν αμφιβάλλω περί της Αγιότητός του και ότι μετά τη φυγή του από τον μάταιο αυτό κόσμο θα έχει παρρησία στον Θεό, δεόμενος για όλο τον κόσμο, όπως δεόταν στη ζωή αυτή».

Ι.Ν.Ζ.

ΠΗΓΗ.http://www.immorfou.org.cy/