Επιστολή Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη σε καρκινοπαθή μοναχό.

Την  27 η Φεβρουαρίου 1998 (ν.η) πριν 13 χρόνια έφυγε για τους ουρανούς ο παπα Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.

Η επιστολή που ακολουθεί δημοσιεύθηκε από τη συνοδεία του γέροντος στη βιογραφία του πoυ εκδόθηκε από το Περιβόλι της Παναγίας το 2000, και απευθύνεται σε ετοιμοθάνατο καρκινοπαθή μοναχό.

Ας έχουμε την αγία ευχή τού παπα Εφραίμ. Ο καλός Θεός ας τον έχει αναπαυμένο στη Βασιλεία Του που πόθησε από μικρό παιδί…

Κατουνάκια 4-2-1993

Eν Χριστώ αγαπητέ αδελφέ π.Ιερεμία 
Με πολλήν αγάπη σε ασπάζομαι αδελφικά , ευχόμενος όπως Κύριος ο Θεός εξαποστείλη τον Αγγελον Ααυτού και σού χαρίση πνεύμα υπομονής , πνεύμα πίστεως και εμπιστοσύνης προς τον Θεόν. 
Χθες έλαβα το γράμμα σου και σήμερα πρωΐ έρχομαι να σου απαντήσω. Προ τριών μηνών κατέβηκα στην Αθηνα και έκανα εγχείρηση καταρράκτου στα μάτια και δεν έχει αποκτασταθή ακόμα η όρασις μου και δεν βλέπω καλά , και βάζω τον Ν. να σου γράψη ό,τι υπαγορεύω εγώ.Γενού άξιος της κλήσεως σου της «Θεοκλήτου».Μετά αγίων η κλήσις σου, μετά μαρτύρων η μερίς σου. 
Να σου πω και την αλήθεια , και σε μακαρίζω και σε ζηλεύω, αποβλέποντας τον  καρπόν αυτής σου της δοκιμασίας.Η πολλή αγάπη του Θεού προς εσένα εκεί σε οδήγησε, εις αυτό τον Γολγοθά.Ο άγιος Χρυσόστομος πλέκει δύο εγκωμιαστικούς λόγους προς τον πολύαθλο Ιώβ.Δεν τον επαινεί εις το πρότερον του βίον , προ της δοκιμασίας που ήτο θεοσεβής-φιλόξενος-απεχόμενος παντός κακού, αλλά τον εγκωμιάζει εις την υπομονήν  όπου έκαμε εις αυτή την δοκιμασίαν όπου του έστειλε ο Θεός.Στον καιρό της κατοχής ένας πατέρας πτωχός, παπουτσής, έκανε πολλά παπούτσια, και τα έδινε στην κόρη του να τα πουλήση στα γύρω χωριά.Το κοριτσάκι με διαφόρους καιρούς και ξυπόλυτο πήγαινε στα χωριά και τα πωλούσε. Πότε πεινασμένο, πότε ξυπόλυτο, πότε ημάρα και πότε νύκτα, με αποτέλεσμα το κοριτσακι να χτικιάση (να πάρη φυματίωσιν). 
Προτού να πεθάνη πρόλαβαν και το έκαμαν καλογριούλα και το ονόμασαν Ανυσία μοναχή. 
Όταν της έκαμαν ανακομιδή ,ευωδίαζαν τα λείψανα της.Να , λοιπόν, τι αποτέλεσμα έφερε η υπομονή εις τας θλίψεις.

Στο χωριό μου μια ομοια ψυχή, Βασιλική την ονόμαζαν, επειδή ήταν γερό κοριτσάκι, την έπαιρνε ο πατέρας της στις εξωτερικές δουλειές μαζί του.Από τις πολλές κακουχίες κλονίστηκε σοβαρά η υγεία της και στο τέλος απέθανε.Ένας γείτονας της, πολύ ευλαβής άνθρωπος, προσευχόμενος μια φορά είδε πέντε έξι αγγέλους και υμνολογούσαν τον Θεόν. Και μέσα στη μέση ήταν και αυτή η ψυχή. Να, λοιπόν , η υπομονή τι την αξίωσε.

Και ο Γέροντας μας, ο παππούς σας, ο ΄γεροντας Ιωσήφ, μάς έλεγε συχνά ότι όλος ο βίος του ένα μαρτύριο  ήταν και να τι τον αξίωσε ο Θεός να ευωδιάσουν τα λείψανα του. 
Σού ευχόμεθα δι ευχών τού αγίου Γέροντος μας και σ΄εσένα «τα ίδια». 
Με αδελφική αγάπη 
παπα Εφραίμ Κατουνακιώτης.

ΠΗΓΗ.misha.pblogs.gr

Ο συκοφαντημένος επίσκοπος (Aπο το «Λειμωνάριον», Ιωάννου του Μόσχου)


Σε 30  μίλια απόσταση από τη Ρώμη βρισκόταν η μικρή πόλη Ρωμίλλα.
Κάποτε μερικοί κάτοικοι της Ρωμίλλας κατηγόρησαν τον ενάρετο επίσκοπό τους στον πάπα της Ρώμης Αγαπητό (535-536), λέγοντας ότι χρησιμοποιεί για το φαγητό του το άγιο δισκάριο.

Αμέσως ο πάπας, έκπληκτος απ’ αυτό που άκουσε, έστειλε κι έφεραν τον επίσκοπό δεμένο και πεζό στη Ρώμη και τον έκλεισε αμέσως στη φυλακή.
Πέρασαν έτσι τρεις μέρες. Τη νύχτα του Σαββάτου ο πάπας βλέπει κάποιον στον ύπνο του να του λέει: Αυτή την Κυριακή δεν θα λειτουργήσεις ούτε εσύ ούτε κανείς άλλος, αλλά ο φυλακισμένος επίσκοπος. Εκείνος θέλω να λειτουργήσει.
Επειδή ο πάπας δυσπιστούσε, η φωνή ακούστηκε για δεύτερη και για τρίτη φορά: «Σου είπα πως ο φυλακισμένος επίσκοπος θα λειτουργήσει»!
Όταν ξύπνησε ο πάπας, κάλεσε τον επίσκοπο και τον ρώτησε:
Ποιά είναι η πνευματική σου εργασία;

-Είμαι αμαρτωλός, απάντησε εκείνος.

Επειδή δεν φανέρωνε τίποτ’ άλλο, ο πάπας του είπε:

-Σήμερα εσύ θα λειτουργήσεις.

Ο επίσκοπος υπάκουσε.

Όταν λοιπόν παραστάθηκε στο ιερό θυσιαστήριο και συμπλήρωσε την ευχή της προσκομιδής, πριν να πει την τελική αγιαστική ευχή άρχισε για δεύτερη, για τρίτη και για τέταρτη φορά την αγία αναφορά.

Τί συμβαίνει; ρώτησε ο πάπας.

Γιατί άρχισες τέσσερις φορές την ευχή και δεν την ολοκλήρωσες;
-Συγχώρεσέ με, απάντησε ο επίσκοπος, αλλά δεν είδα, όπως συνήθως, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Αν θέλεις, απομάκρυνε από το θυσιαστήριο το διάκονο που κρατάει το ριπίδιο, γιατί εγώ δεν τολμώ να του το πω.
Όταν ο διάκονος απομακρύνθηκε, τότε και ο πάπας και ο επίσκοπος είδαν αμέσως την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.

Αλλά συνέβη και τούτο: Το καταπέτασμα, που βρισκόταν πάνω από το ιερό θυσιαστήριο, σηκώθηκε μόνο του και σκέπασε τον πάπα, τον επίσκοπο και όλους τους διακόνους μαζί με το άγιο θυσιαστήριο για τρεις ώρες!

Τότε κατάλαβε ο ιερός Αγαπητός πως ο επίσκοπος ήταν πολύ ενάρετος και πως είχε συκοφαντηθεί.

Προσευχή και ελευθερία (+π. Δ. Στανιλοάε)

Η προσευχή ελευθερώνει τον άνθρωπο, τον απαγκιστρώνει από την εξωτερική φύση κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Με τον τρόπο αυτό, κρατά τη ψυχή του ανοιχτή απέναντι στο πρόσωπο του Θεού. Αυτός που δεν προσεύχεται μένει δέσμιος, εγκλωβισμένος στον σύνθετο μηχανισμό της εξωτερικής φύσης και των εμπαθών ροπών· των ροπών που κυριαρχούν μέσα του ακόμα περισσότερο κι από τη φύση.

Η προσευχή, ως αίτημα-παράκληση, εξασφαλίζει την ελευθερία απέναντι στους σύνθετους μηχανισμούς του εξωτερικού κόσμου, οι οποίοι εναρμονίζουν τους νόμους της φύσης μεταξύ τους. Με το αίτημα-παράκλησή του ο άνθρωπος εκδηλώνει την πεποίθηση του πως αυτοί οι μηχανισμοί είναι απλά ενδεχόμενα και παράγονται από την ελεύθερη παρέμβαση του υπέρτατου προσώπου που τους δημιούργησε. Αυτή η πεποίθηση στηρίζεται πάνω στο γεγονός πως ακόμη και τα ανθρώπινα πρόσωπα μπορούν να συνθέσουν ελεύθερα κάποιους μηχανισμούς φυσικών νόμων και να τους κατευθύνουν προς συγκεκριμένες στοχεύσεις της επιλογής τους. Το πνεύμα του ανθρώπου έχει τη δύναμη να επιλέγει και να βάζει το σώμα να εκτελεί κινήσεις της επιλογής του· μέσα από αυτές τις κινήσεις και μέσα από τα εργαλεία που προεκτείνουν τη δράση τους, αποκτά εξουσία πάνω στα πράγματα και τις δυνάμεις της φύσης. Αυτή την εξουσία μοιράζονται εξίσου και οι άλλοι άνθρωποι. Μπορώ να απευθύνω ένα αίτημα στους άλλους προκειμένου να επιτύχω μια χρήσιμη για μένα παρέμβαση τους στους μηχανισμούς των φυσικών νόμων. Έτσι, μέσα από τα πράγματα και τις δυνάμεις της φύσης, μπορούν οι άνθρωποι να αναπτύξουν μεταξύ τους έναν ελεύθερο διάλογο. Κάθε άνθρωπος με τη δράση του πάνω στη φύση, εκδηλώνει τη δική του ελευθερία, και απευθύνοντας στους άλλους ένα αίτημα, κάνει τη δική τους να εκδηλωθεί. Όμως αιτούμενος μια ελεύθερη παρέμβαση του άλλου, ο άνθρωπος προσδοκά μία απελευθέρωση και για τον εαυτό του, μιας και χωρίς αυτή την παρέμβαση του άλλου δεν θα μπορούσε από μόνος του να διαχειριστεί κάποιους συγκεκριμένους μηχανισμούς της φύσης.

Συνεπώς, γιατί να μην πιστέψουμε και στη δυνατότητα παρέμβασης του υπέρτατου προσώπου που δημιούργησε τη φύση μαζί με τους νόμους της; Αν γενικά φαίνεται πως η φύση αποτελεί για τον άνθρωπο ένα ενδεχόμενο δράσης, τότε αυτό αποδεικνύει πως η φύση δημιουργήθηκε ως πεδίο ανοιχτό στις παρεμβάσεις των πρωτοβουλιών ως πεδίο ελεύθερου διαλόγου μεταξύ των ανθρώπων.

Αυτό σημαίνει πως η φύση δημιουργήθηκε ως θεραπαινίδα της ελευθερίας και συνεπώς εκ μέρους μιας Ελευθερίας. Γιατί λοιπόν αυτή η δημιουργός ελευθερία να μην μπορεί να επέμβει στους μηχανισμούς της φύσης, και μάλιστα με έναν τρόπο πιο αποτελεσματικό από τις ελευθερίες των ανθρώπων; Ο κόσμος δεν έχει νόημα παρά ως πεδίο διαλόγου μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Οι άνθρωποι, μέσα από τα έργα τους, αποκρίνονται στο δημιουργικό έργο του Θεού στον κόσμο. Και με την προσευχή τους αιτούνται των παρεμβάσεων Του. Με την προσευχή τους οι άνθρωποι εκδηλώνουν την πεποίθησή τους πως η ελευθερία του Θεού παρεμβαίνει στον κόσμο για το δικό τους καλό. Με την προσευχή τους εκδηλώνουν την πεποίθηση πως ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό γρανάζι στο μηχανισμό της φύσης. Με την προσευχή τους εκδηλώνουν την ιδιαίτερη φροντίδα του Θεού στον άνθρωπο.

Θα μπορούσε να αντιταχθεί πως ο άνθρωπος μπορεί να επέμβει στους μηχανισμούς της φύσης, επειδή το πνεύμα του είναι τόσο στενά συνυφασμένο με το σώμα του (και μέσω αυτού με τη φύση που το περιβάλλει), ώστε οι κινήσεις του αντανακλούν αναπόφευκτα στη φύση. Όμως γιατί να μην δεχτούμε επίσης πως μεταξύ του Θεού και του κόσμου υπάρχει μία αδιάρρηκτη συνάφεια; Γιατί να μην δεχτούμε πως Θεός και κόσμος είναι τόσο συνυφασμένοι, ώστε ο κόσμος να είναι ριζωμένος στο Θεό και οι κινήσεις Του, αν και ελεύθερες, να αφήνουν πάντα το αποτύπωμά τους στη φύση; Επομένως, όπως η συνάφεια μεταξύ του ανθρώπινου πνεύματος και του υλικού κόσμου είναι ένα μεγάλο και άλυτο μυστήριο, κατά τον ίδιο τρόπο, κι ακόμα περισσότερο , η συνάφεια του κόσμου με τον Θεό είναι ένα μυστήριο μεγάλο και απροσπέλαστο. Έξαλλου, δεν μπορούμε να διακρίνουμε «ατόφια» ύλη (ως ουσία ξεχωριστή) ούτε μέσα στο σώμα του ανθρώπου, ούτε μέσα σ’ όσα προσλαμβάνει ο άνθρωπος διά των αισθήσεων του. Κι ακόμα πιο δύσκολα θα μπορούσαμε να διακρίνουμε στον κόσμο συνολικά, ύλη κενή θείου πνεύματος. Αν μπορούσαμε να βρούμε κάτι τέτοιο, τότε ο κόσμος αυτός, σαν περίκλειστος μηχανισμός απόλυτα προσδιοριζόμενος από νόμους επιστημονικούς, θα ήταν άνευ νοήματος.

Με την προσευχή του ανθρώπου εκδηλώνεται και ενεργοποιείται αυτός ο ελεύθερος διάλογος μεταξύ Θεού και ανθρώπου, σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, αλλά και πέρα από αυτόν.

Όμως, με την προσευχή επίσης εκδηλώνεται και ενεργοποιείται η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα πάθη και τον εαυτό του.

Τα πάθη αλυσοδένουν τον άνθρωπο στην εξωτερική φύση, τον κάνουν δέσμιο της. Αν μέσα από την επιστήμη φανερώνεται η υποδούλωσή του στη φύση θεωρητικά, μέσα από τα πάθη συντελείται πρακτικά-ηθικά. Με τα πάθη ο άνθρωπος υποδουλώνεται σ’ αυτό που είναι η φύση: μια φύση μεταπτωτική. Εξαγριωμένη· κι αυτό δείχνει και πάλι πως η φύση δεν έχει τη δύναμη να αυτοπραγματωθεί. Τα πάθη είναι ένα κράμα φύσης και πνεύματος· ενός πνεύματος όμως αδυνατισμένου, που λειτουργεί πάνω στη φύση διαστροφικά· και μιας φύσης επομένως διεστραμμένης, που λειτουργεί πάνω στο πνεύμα κυριαρχικά.

Η προσευχή συμβάλλει στην υπέρβαση των παθών και προϋποθέτει μια ελευθερία από τα πάθη. Θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος πως κι αυτός που δεν προσεύχεται μπορεί, μέσα από την ελευθερία του, να κυριαρχήσει, στα πάθη του, και πως μπορεί επομένως να ανυψωθεί πάνω από τις ανελεύθερες ροπές της κατώτερης φύσης του. Όμως, αν ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει τίποτα άλλο πέρα από την ελευθερία του, τότε παραμένει δέσμιος ενός άλλου πάθους του, της αλαζονείας, η οποία δεν είναι καθόλου μικρότερη από τα άλλα πάθη. Επιλέγει μόνος του το κριτήριο των πράξεων του. Και πού νομίζει πως μπορεί να φτάσει αν δεν αναγνωρίζει τον Θεό; Παραμένει τελικά εγκλωβισμένος στο πεδίο μιας τυφλής φύσης και αποσυντίθεται από τον θάνατο.

Η προσευχή είναι επίσης ανύψωση του ανθρώπου πάνω από τον εαυτό του. Μόνο υπερβαίνοντας τον εαυτό του, υπερβαίνοντας δηλαδή αυτό που θεωρείται ελευθερία επιλογής, μπορεί ο άνθρωπος να δραπετεύσει από τη φύση και τον θάνατο. Μόνο απελευθερούμενος από τον εαυτό του, καταφέρνει ο άνθρωπος να κατασταθεί ελεύθερος, με την πραγματική σημασία της λέξης, και να μην κυριαρχείται από κανένα πάθος.

Ο Όσιος Νείλος λέει κάπου: «Η κατάσταση της προσευχής

 

είναι μία απαθής έξις, που με ακρότατο έρωτα εξυψώνει σε ύψος νοητό τον πνευματικό νου που αγαπά τη σοφία»

Μόνο μία σχέση άδολης αγάπης με ένα πρόσωπο μας παρέχει ελευθερία από την εξωτερική φύση και τον ίδιο μας τον εαυτό. Και μονάχα ο Θεός μπορεί να μας χαρίσει και να μας εμπνεύσει μία τέτοια αγάπη για ένα άλλο πρόσωπο. Η σχέση μας με τον Θεό μπορεί πραγματικά να μας ελευθερώσει από τον εαυτό μας με ένα τρόπο διαρκή, διότι το πρόσωπο του Θεού είναι τόσο ελκυστικό εξαιτίας του πλούτου της απεραντοσύνης Του, και τόσο δοτικό στην αγάπη Του, που ξεχνάμε τον εαυτό μας. Κατά συνέπεια, μόνο η σχέση μας με τον Θεό μας παρέχει την πληρότητα της ελευθερίας απέναντι στη φύση και τον εαυτό μας, και μας καθιστά ικανούς να εκφράζουμε κι εμείς αυτή την ελευθερία στη σχέση μας με τους ανθρώπους.

Ο άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος λέει πως στη σχέση μας με τον Θεό αισθανόμαστε παιδιά Του·  και πως αυτή η σχέση ενεργοποιείται από την προσευχή εν Πνεύματι Αγίω. Και σε άλλο σημείο συνδέει στενά τον φόβο με την υπερηφάνεια και την ελευθερία με την ταπείνωση.

Επιτυγχάνοντας να μας ελευθερώσει από τη φύση και τον εαυτό μας, η προσευχή φανερώνεται ως η πιο σπουδαία ενέργεια του πνεύματος, διότι το πνεύμα έχει την τάση και την εγγενή δυνατότητα, να ανυψώνεται και να μας ανυψώνει ακόμα και πάνω από το είναι μας, να εισέρχεται και να ενδημεί σε μία κρυστάλλινη σχέση με ένα άλλο πρόσωπο. Αυτή η τάση και η δυνατότητα απορρέουν από τη σχέση που το πνεύμα αναπτύσσει με το υπέρτατο Πρόσωπο. Η αληθινή ελευθερία εκδηλώνεται και διατηρείται μέσα σε μια σχέση άδολης αγάπης με ένα άλλο πρόσωπο και τελικά με το υπέρτατο Πρόσωπο. Διότι το υπέρτατο Πρόσωπο δεν πρόκειται ποτέ να εξουσιαστεί από οποιασδήποτε φύσεως εξουσία, και συνεπώς δεν πρόκειται ποτέ να μπει στον πειρασμό να εξουσιάσει προκειμένου να μην εξουσιαστεί. Στη σχέση μας με τον Θεό είμαστε τελείως ελεύθεροι, διότι ο Θεός, μη εξουσιαζόμενος από τίποτα, δεν αναζητά να εξουσιάσει. Δεν έχει ανάγκη να υπερασπιστεί την ελευθερία Του εξουσιάζοντας. Μόνο μέσα στη σχέση των αυθεντικά ελεύθερων υπάρξεων, μπορεί να διασφαλιστεί η ελευθερία κάθε προσώπου: καμιά δεν εξουσιάζεται, καμιά δεν επιζητά την εξουσία.

Δεν διασφαλίζουμε ποτέ την ελευθερία μας εξουσιάζοντας. Δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία στην απομόνωση· ωθείται κανείς και παραμένει στην απομόνωση εξαιτίας μιας ανικανότητας να απελευθερωθεί από τον εαυτό του. Ο άνθρωπος τότε επιθυμεί να είναι κύριος του εαυτού του και εξουσιάζεται από τον εαυτό του· το ίδιο και με τη φύση: θέλοντας να είναι κύριος της φύσης, εξουσιάζεται απ’ αυτή. Σίγουρα, ο άνθρωπος πρέπει να στέκει υπεράνω της φύσης, όμως αυτό είναι άλλο πράγμα από το να θέλει να εξουσιάσει τη φύση με ένα τρόπο εμπαθή: είμαστε πραγματικά κύριοι της φύσης όταν είμαστε ελεύθεροι απέναντι της.

Μόνο μια άλλη αυθεντική ελευθερία, μια ελευθερία αδέσμευτη από πάθη και συνεπώς από εξουσιαστικές τάσεις, μπορεί να κάνει την ελευθερία μου να εκδηλωθεί και να συντηρηθεί. Μόνο η σχέση με το υπέρτατο Πρόσωπο, του οποίου η ελευθερία δεν μπορεί να απειληθεί, διασφαλίζει ακέραια την ελευθερία μου. Αυτό δεν σημαίνει πως αυτή η σχέση μεταξύ των ελεύθερων υπάρξεων είναι μια σχέση εξωτερική, μια σχέση που αφήνει τον καθένα απομονωμένο στην ελευθερία του. Η ελευθερία του ενός υποβαστάζει κατά κάποιο τρόπο την ελευθερία του άλλου. Η αυθεντική ελευθερία του ενός γεννά, ή καλύτερα, ενεργοποιεί την ελευθερία του άλλου. Αισθάνομαι μέσα στην ελευθερία μου την ελευθερία εκείνου με τον οποίο σχετίζομαι. Δεν είναι μια ελευθερία που αδιαφορεί για μένα, ή που θέλει να με εξουσιάσει: είναι μια ελευθερία που ενεργεί από αγάπη και σεβασμό στην ελευθερία μου και στον ίδιο μου τον εαυτό.

Όταν ζητώ από κάποιον άνθρωπο την προσοχή του, την αγάπη του, αυτή η προσοχή και αυτή η αγάπη έρχονται σε μένα επειδή τις θέλησα, επειδή προσκλήθηκαν από την ελευθερία μου. Κι αν αυτός ο άνθρωπος μου δίνει την αγάπη και την προσοχή του, χωρίς να θέλει να κυριαρχήσει πάνω μου, τότε με καθιστά ελεύθερο από τον εαυτό μου. Διότι, μη επιζητώντας να υπερασπιστώ την ελευθερία μου δώρο της αγάπης του, την ελευθερία του από κάθε επιθυμία κυριαρχίας του πάνω μου. Επομένως, η αληθινή ελευθερία ενός άλλου ανθρώπου υποβαστάζει τη δική μου. Μόνο μέσα στην ατμόσφαιρα της ελευθερίας ενός άλλου ανθρώπου, μπορεί και η δική μου ελευθερία να γίνει πραγματικότητα. Μόνο η ελευθερία ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να τροφοδοτήσει και να επιβεβαιώσει τη δική μου. Ταυτόχρονα όμως, μόνο μέσα στην ατμόσφαιρα της άκτιστης Ελευθερίας μπορούν να επιβεβαιωθούν όλες οι κτιστές ελευθερίες. Αυτές υποβαστάζουν η μία την άλλη διά της αγάπης, που επιζητείται και παρέχεται αμοιβαία.

Στη σχέση μου με τον Θεό βέβαια, η προσευχή δεν είναι αμφίδρομη: ο Θεός δεν προσεύχεται στον άνθρωπο·  ο άνθρωπος προσεύχεται στον Θεό. Υπάρχει ωστόσο, αμοιβαίο δόσιμο. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την ελευθερία του όχι μόνο καθώς την αποδέχεται από τον Θεό μέσω της προσευχής, αλλά και καθώς προσφέρει τον εαυτό του στον Θεό. Μόνο με αυτό τον τρόπο κερδίζει ο άνθρωπος τήν ελευθερία από τον εαυτό του. Αν επιχειρήσει να κρατήσει για τον εαυτό του την ύπαρξη που του δωρίθηκε από τον Θεό εν αγάπη, χάνει την ελευθερία του: θέλοντας να είναι κύριος της ύπαρξής του, γίνεται σκλάβος της. Αν θέλει να είναι ελεύθερος από τον εαυτό του. πρέπει να θελήσει να αποδέχεται πάντα τη ζωή ως δώρο του Θεού. Θα πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του και να τον προσφέρει στον Θεό, από τον οποίο και δέχεται όλα όσα έχει. Μπορεί να είναι ελεύθερος μόνο αν ζει για τον Θεό και εν Θεώ. Δεν μπορεί να κρατά ενάντια στον Θεό την ελευθερία του, που έχει προέλθει από τον Θεό·  πρέπει διαρκώς να γίνεται άξιος της ελευθερίας που του παρέχει ο Θεός, μέσω της προσευχής. Όσο ο άνθρωπος επιζητά να κυριαρχήσει καταπάνω σε ό,τι έχει, γίνεται σκλάβος του πάθους και συνεπώς του εαυτού του.

Πρέπει να δοθούμε σε μία άλλη αληθινή ελευθερία, προκειμένου να δεχτούμε το δώρο της ελευθερίας, και η μόνη ελευθερία που είναι εκ της φύσεως της ανεξάντλητη είναι αυτή του υπέρτατου Προσώπου.

Προσευχή είναι η αντιστροφή της κυριαρχικής επιθυμίας. Γι’ αυτό και εγγυάται την ελευθερία του ανθρώπου: καταφάσκει σε μία άλλη ελευθερία, η οποία διασφαλίζει την ελευθερία του ανθρώπου που προσεύχεται. Αληθινή προσευχή είναι αυτή που απευθύνεται στον Θεό· είναι η σχέση με την Ελευθερία την ίδια, τήν απέραντη Ελευθερία που τίποτα δεν μπορεί να την απειλήσει και που συνεπώς κι η ίδια δεν εκπροσωπεί καμία απειλή. Αυτή η Ελευθερία επιζητά να επιβεβαιώνει και να υποστηρίζει την ελευθερία κάθε προσευχόμενου ανθρώπου, κάθε ανθρώπου που θέλει να επιβεβαιώνεται από τον Θεό κι όχι από τον εαυτό του.

Ως έκφραση της ελεύθερης σχέσης με τον Θεό,  δηλαδή ως εκδήλωση του Αγίου Πνεύματος, η προσευχή διαθέτει ήδη αφ’ εαυτής τη δύναμη του Πνεύματος του Θεού, που δυναμώνει το πνεύμα του ανθρώπου και καθιστά τη σχέση του με τον Θεό πραγματικότητα.« Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις ημών το γαρ τί προσευξώμεθα καθ’ο δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ, 8, 26). Το Πνεύμα δημιουργεί μία τόσο στενή σχέση μεταξύ ημών και του Θεού, που αισθανόμαστε πως είμαστε υιοί του Θεού, και η εν προσευχή ενότητά μας με τον Θεό είναι τόσο τέλεια και ολοκληρωμένη, που δεν μπορούμε πλέον να πούμε πού τελειώνουν τα δικά μας έργα και πού ξεκινούν τα έργα του Θεού.

Η ενέργεια του Θεού γίνεται δική μας ενέργεια και συνεπώς δεν σωζόμαστε από τη δική μας δικαιοσύνη αλλά από τη δικαιοσύνη του Θεού. Εν Πνεύματι, λησμονούμε τον εαυτό μας τόσο βαθιά, αφήνουμε τον εαυτό μας πίσω τόσο ολοκληρωτικά, που δεν μπορούμε πλέον να ξεχωρίσουμε τη δική μας ενέργεια από την ενέργεια του Πνεύματος του Θεού. Η ελευθερία του Πνεύματος του Θεού έχει γίνει και δική μας ελευθερία, και η δική μας αδυναμία έχει γίνει η αδυναμία του Θεού. Δεν είμαστε πλέον εμείς που προσευχόμαστε και συνεπώς επιβεβαιώνουμε την ελευθερία μας, αλλά το Πνεύμα του Θεού. Μέσα στην αδυναμία της προσευχής επιβεβαιώνεται η δύναμη της ελευθερίας του Θεού -της ελευθερίας που έχει γίνει και δική μας ελευθερία. Η έξοδος του Θεοί προς συνάντησή μας, μας αποκαλύπτεται διά του Πνεύματος, όταν κι εμείς εξερχόμαστε από τον εαυτό μας προς συνάντησή Του. Η ένωση που προκύπτει (και που βιώνεται με τρόπο παράδοξο) εκφράζει επίσης, θα έλεγε κανείς, και την κατάστασή μας ως υιών του Θεού διά της θείας υιοθεσίας. Με την προσευχή προσφέρουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά στον Θεό και ο Θεός προσφέρει τον εαυτό Του ολοκληρωτικά σε μας, όπως ο πατέρας στα παιδιά του. Κι έτσι, έχουμε μέσα μας την ελευθερία των υιών του Θεού. Δεν αισθανόμαστε ότι εξουσιαζόμαστε σαν δούλοι από τον Θεό, αλλά ότι είμαστε ελεύθεροι, κληρονόμοι της δίκης Του ελευθερίας, γεννημένοι από τη δική Του ελευθερία, άνθρωποι που ζουν εν ελευθερία.

 

Ήξερε ότι θα πεθάνει αλλά προτίμησε να γεννήσει.

Μια 32χρονη γυναίκα, η Donna Blanks, αποφάσισε να γεννήσει το μωρό που κυοφορούσε, παρά το ότι οι γιατροί την είχαν προειδοποιήσει πως αν συνέχιζε την κύηση θα έχανε τη ζωή της. Η Blanks, υπέφερε από νεφρική ανεπάρκεια η οποία συνεχώς επιδεινωνόταν. Μάλιστα, προσπαθούσε εδώ και 13 χρόνια να μείνει έγκυος αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι λοιπόν όταν τα κατάφερε, οι γιατροί τη συμβούλεψαν να κάνει έκτρωση προκειμένου να σώσει τη ζωή της. Η Donna όμως, όχι μόνο δεν τους άκουσε αλλά αποφάσισε να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα και να γίνει μητέρα.

Η κύηση της ήταν δύσκολη και η Donna υπέφερε από αφόρητους πόνους καθώς παράλληλα υποβάλλονταν και σε αιμοκάθαρση. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι ούτε το μωρό θα κατάφερνε να επιβιώσει. Διαψεύστηκαν όμως καθώς έπειτα από 27 εβδομάδες γεννήθηκε ο μικρός Cade με σοβαρά προβλήματα στις βαλβίδες της καρδιάς του. Το νεογέννητο που ήταν πρώιμο, υπεβλήθη δυο φορές σε καρδιοχειρουργική επέμβαση ώστε να καταφέρει να επιβιώσει, και τελικά τα κατάφερε.

Ο μικρός Cade νοσηλεύτηκε για τρεισήμισι ολόκληρους μήνες, ενώ η κατάσταση της υγείας της Donna επιδεινωνόταν μέρα με την ημέρα. Οι γιατροί έκριναν πως ήταν απαραίτητη η μεταμόσχευση νεφρού στην νεαρή κοπέλα. Ωστόσο, αν και ο πατέρας και ο αδερφός της ήταν συμβατοί δότες, η εγχείρηση δεν μπορούσε να γίνει καθώς η 32χρονη απέκτησε παράλληλα και καρδιακά προβλήματα.
Η άτυχη γυναίκα, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο όπου και άφησε την τελευταία της πνοή από καρδιακή προσβολή έπειτα από 13 ολόκληρους μήνες που μαχόταν ηρωικά ώστε να κρατηθεί στη ζωή και να χαρεί το αγγελούδι της.

πηγή: http://exagorefsis.blogspot.com/