Εκκλησια-Σώμα Χριστού.(Ιω.Καρδάση)

Εισαγωγικά

Πολλές φορές πραγματοποιούνται συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου, όπου διάφοροι συζητητές επικαλούνται τη συμμετοχή τους στην Εκκλησία ως μέλη του Σώματος του Χριστού και επομένως ως τέτοιοι έχουν κάθε δικαίωμα να εκφέρουν τις απόψεις τους σε όλα τα αναφυόμενα εκκλησιαστικά θέματα. Αλλά και σε διάφορα έντυπα, ακόμη και εκκλησιαστικά, αναφέρονται οι απόψεις αυτές, το ίδιο δε ακούγεται από τον άμβωνα από αρκετούς ιεροκήρυκες κληρικούς και λαϊκούς. Για παράδειγμα κυκλοφορούν άρθρα, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρονται: «Διότι Εκκλησία είμεθα όλοι εμείς, ο Ιερός Κλήρος και ο πιστός λαός και βεβαίως και οι Μητροπολίται….». Εκείνο λοιπόν που παρατηρείται είναι ο ορισμός που δίδεται στον όρο Εκκλησία, για τον οποίο θεωρείται ότι δεν απηχεί τον ακριβή ορισμό, όπως η αγιογραφική και αγιοπατερική παράδοση παραθέτει και ο οποίος ορισμός πράγματι κυκλοφορεί στο ευρύ κοινό του εκκλησιάσματος. Ως εκ τούτου θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε κάποια πράγματα σχετικά με τον όρο «Εκκλησία» και να διευκρινίσουμε, το πώς ο Απ. Παύλος, αλλά και οι εξηγητές Πατέρες οριοθετούν τον όρο αυτό.

Πρωτίστως πρέπει να ξεκαθαρισθούν οι έννοιες Εκκλησία και Σώμα Χριστού, καθώς και το ποια είναι τα μέλη αυτού του Σώματος, ποια δεν είναι, ποια είναι στην περιφέρεια, ποιοι είναι οι πιστοί, ποιοι οι άπιστοι, ποιοι έχουν δικαίωμα λόγου ή διερμηνείας των ευαγγελικών ρημάτων, ποιοι μπορούν να ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας και να διδάσκουν το ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και ποιοι φθάνουν στον φωτισμό και τον δοξασμό, δηλ. στη θέα του ίδιου του Θεού.

Όπως θα καταδειχθεί στην ανάλυση που θα ακολουθήσει, μέλη του Σώματος του Χριστού είναι οι βαπτισμένοι «εν ύδατι και Πνεύματι», οι έχοντες τουλάχιστον το χάρισμα της νοεράς προσευχής και έχοντες συνεχή μνήμη Θεού, απολαμβάνοντες δε της απάθειας των αγίων και ευρισκόμενοι ήδη στην βασιλεία του Θεού, όπως σαφώς το καθορίζει ο ίδιος ο Χριστός: «αμήν, αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Ιω. 3.5).

Ως εκ τούτου κάθε κληρικός ή λαϊκός, η οποιοδήποτε εκκλησιαστικό σώμα ή Σύνοδος της οποίας τα μέλη δεν έχουν τις ανωτέρω ελάχιστες προϋποθέσεις, δεν είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, μπορούν δε να ονομάζονται με άλλες ονομασίες, όπως επί παραδείγματι πολύ προσεκτικά χρησιμοποιεί ο σεβαστός καθηγητής π. Γ. Μεταλληνός, χαρακτηρίζοντας τους ανωτέρω, ότι αποτελούν «μέλη του εκκλησιαστικού σώματος» ή ως «ο εκκλησιαστικός χώρος (κλήρος και λαός)» σε καμία δε περίπτωση ως «Εκκλησία» ή ως «Σώμα Χριστού».

————————————————————-

article_21721

ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πολλές φορές πραγματοποιούνται συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου, όπου διάφοροι συζητητές επικαλούνται τη συμμετοχή τους στην Εκκλησία, ως μέλη του σώματος του Χριστού και επομένως ως τέτοιοι έχουν κάθε δικαίωμα να εκφέρουν τις απόψεις τους σε όλα τα αναφυόμενα εκκλησιαστικά θέματα.

Ως εκ τούτου θα πρέπει να ξεκαθαρισθούν οι έννοιες Εκκλησία και Σώμα Χριστού, καθώς και το ποια είναι τα μέλη αυτού του Σώματος, ποια δεν είναι, ποια είναι στην περιφέρεια, ποιοι είναι οι πιστοί, ποιοι οι άπιστοι, ποιοι έχουν δικαίωμα λόγου ή διερμηνείας των ευαγγελικών ρημάτων, ποιοι μπορούν να ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας και να διδάσκουν το ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και ποιοι φθάνουν στον φωτισμό και τον δοξασμό, δηλ. στη θέα του ίδιου του Θεού.

Τη σύνδεση της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού πιστοποιεί ο Παύλος στις επιστολές του. Χαρακτηριστικά γράφοντας στους Κορινθίους, που αποτελούν την Εκκλησία της Κορίνθου λέγει: «Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Κορ. Α΄ 12.27). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι επιστολές του Παύλου απευθύνονται στους ήδη μυημένους στα μυστήρια της Εκκλησίας και σε πάρα πολλά σημεία τους επαναλαμβάνεται η σύνδεση των πιστών, ως μελών ενός και του αυτού σώματος, του Σώματος του Χριστού, του οποίου κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός.

Από τα Ευαγγέλια, τα τρία πρώτα, Ματθαίου, Mάρκου και Λουκά απευθύνονται σε κατηχούμενους προ του βαπτίσματος. Μόνο το κατά Ιωάννη απευθύνεται σε ήδη βαπτισμένους εν ύδατι και μάλιστα σε εκείνους που έχουν ήδη το άγιον Πνεύμα εντός αυτών.

Με το να γίνει κανείς μέλος του σώματος του Χριστού, γίνεται ναός του Θεού και ταυτοχρόνως μένει εν τω Θεώ, σαν να είναι στο ναό Του. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, ο Χριστός είπε στους μαθητές Του, ότι μετά από λίγο θα βαπτιζόντουσαν εν αγίω Πνεύματι (Πράξεις 1.5). Αυτή Του την υπόσχεση εκπλήρωσε κατά την Πεντηκοστή, όπου «…επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξεις 2. 3-4). Εδώ το «λαλείν εταίραις γλώσσαις» (γλωσσολαλείν) δεν συγχέεται με το «αποφθέγγεσθαι» (προφητεύειν). Πρώτα λαμβάνει κάποιος το χάρισμα της γλωσσολαλιάς στην καρδιά του και μετά το χάρισμα της προφητείας στη διάνοιά του.

Το χάρισμα της γλωσσολαλιάς είναι το βάπτισμα εν αγίω Πνεύματι, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση των Προφητών και του λόγου του Θεού με σκοπό την προφητεία, δηλ. τη διερμηνεία του λόγου του Θεού. Επομένως υπάρχουν δυο είδη βαπτισμάτων: α/ το βάπτισμα εν ύδατι και β/ το βάπτισμα εν Πνεύματι αγίω. Η σειρά βαπτισμάτων δεν έχει καμία σημασία. Σήμερα προηγείται κατά κύριο λόγο το βάπτισμα εν ύδατι και ακολουθεί (αν αυτό είναι δυνατό) το βάπτισμα εν Πνεύματι αγίω. Μπορεί να γίνει όμως και αντίστροφα.

Ο Παύλος πρώτα βαπτίσθηκε εν Πνεύματι αγίω (δοξάσθηκε) και μετά βαπτίσθηκε εν ύδατι. Είπε ο Ανανίας: «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος απέσταλκέ με Ιησούς ό οφθείς σοι εν τη οδώ ή ήρχου, όπως αναβλέψης και πλησθής Πνεύματος Αγίου, και ευθέως απέπεσον από των οφθαλμών αυτού ωσεί λεπίδες, ανέβλεψέ τε, και αναστάς εβαπτίσθη, και λαβών τροφήν ενίσχυσεν» (Πράξεις 9. 17-19). Βεβαίως έλαβε το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της διερμηνείας (προφητείας). Το ίδιο έγινε με τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και την ακολουθία του. Πρώτα βαπτίσθηκαν εν αγίω Πνεύματι, οπότε έλαβαν την δωρεά της γλωσσολαλιάς και κατόπιν βαπτίσθηκαν εν ύδατι, ο δε Πέτρος εξήγησε στους αμφισβητούντες, οι οποίοι δυσανασχέτησαν για το βάπτισμα των εθνικών, ότι αφού έλαβαν το Πνεύμα το άγιον, τίποτα δεν κωλύει αυτούς να βαπτισθούν, διότι ένα τέτοιο κώλυμα θα ήτανε αντίθετο με το θέλημα του Θεού, ο οποίος τους παρέσχε την δωρεά του αγίου Πνεύματος (Πράξεις 10. 44-47).

Το μυστήριο του Χρίσματος, δηλ. της σφραγίδας της δωρεάς του αγίου Πνεύματος είναι η απαρχή της δυνατότητας να γίνει ο πιστός μέλος του σώματος του Χριστού και ναός του Θεού. Η ελάχιστη προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέλος του σώματος του Χριστού είναι το βάπτισμα εν Πνεύματι αγίω, οπότε λαμβάνεται το χάρισμα της γλωσσολαλιάς. Όλα τα υπόλοιπα χαρίσματα (διερμηνείας, προφητείας, διδασκαλίας κλπ.) έπονται του χαρίσματος της γλωσσολαλιάς.

Το ποιοι είναι μέλη του σώματος του Χριστού καθορίζεται σαφώς από τον Παύλο: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Κορ. Α΄ 12.28). Δηλαδή ελάχιστη προϋπόθεση για να είναι κανείς μέλος του σώματος του Χριστού είναι να έχει το χάρισμα της γλωσσολαλιάς (δηλ. τη νοερά προσευχή), έπειτα δέχεται τα υψηλότερα χαρίσματα: διαχείριση, παροχή βοήθειας, θεραπεία, θαυματουργία, διδασκαλία, προφητεία, αποστολικότητα.

Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Αυτοί είναι αφ’ ενός οι ιδιώτες (Κορ. Α΄ 14.16), δηλ. ο πιστός λαός του Θεού, οι πιστοί (οι βαπτισμένοι εν ύδατι), αφ’ ετέρου δε οι άπιστοι (οι μη βαπτισμένοι) και οι κατηχούμενοι. Το όνομα «Χριστιανός» δίδεται σ’ όσους προσέρχονται προς κατήχηση, στους πιστούς, καθώς βέβαια και στα μέλη του σώματος του Χριστού (αγίους).

Έτσι οι άγιοι, μέλη του σώματος του Χριστού είναι βαπτισμένοι εν ύδατι και βαπτισμένοι εν αγίω Πνεύματι και επομένως είναι τα εν ενεργεία μέλη του σώματος του Χριστού. Ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι έχουν το χάρισμα της διδασκαλίας ή της διερμηνείας (προφητείας) πρέπει να εισακούονται με προσοχή από τους υπόλοιπους. Οι πιστοί, οι βαπτισμένοι εν ύδατι και όχι εν αγίω Πνεύματι (τα εν δυνάμει μέλη του σώματος του Χριστού) είναι αυτοί που μετέχουν της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας (όπως οι Απόστολοι προ της Πεντηκοστής) και κατέχουν ένα ειδικό τόπο στην εκκλησία και λέγουν το «αμήν» στις κατάλληλες στιγμές κατά τη διάρκεια των προσευχών (Κορ. Α΄ 14.16). Οι άπιστοι (κατηχούμενοι) μετέχουν στη θ. λατρεία μέχρι και τα αναγνώσματα και πριν από τη λειτουργία των πιστών, οπότε οφείλουν να αποχωρήσουν από την θ. λατρεία. Άπιστοι θεωρούνται οι εξ εθνών προερχόμενοι, ενώ οι Ιουδαίοι εθεωρούντο ακόμη ως πιστοί, εφ’ όσον δεν απέρριπταν πλέον εντελώς τον ενανθρωπήσαντα Κύριον της Δόξης.

Στους βαπτισμένους εν ύδατι δύναται να δοθεί το χάρισμα της γλωσσολαλιάς, μετά από κατάλληλη προετοιμασία από πνευματικό πατέρα. Ο Παύλος λέγει χαρακτηριστικά, ότι οι Κορίνθιοι ενώ έχουν πολλούς διδασκάλους εν Χριστώ, όχι όμως πολλούς (πνευματικούς) πατέρες (Κορ. Α΄ 4.15).

Όλα τα υψηλότερα χαρίσματα των βαπτισμένων εν αγίω Πνεύματι περιλαμβάνουν τα χαμηλότερα, με χαμηλότερο αυτό της γλωσσολαλιάς. Ο Παύλος όμως λέγει, ότι προτιμάει να λέγει πέντε λόγια (διδασκαλίες), κατανοητά για να καθοδηγήσει και άλλους στην πίστη, παρά μύρια λόγια (γλωσσολαλιές, νοερές προσευχές), που κανείς δεν θα τα καταλάβει (Κορ. Α΄ 14. 18-19). Επομένως ο βαπτισμένος εν αγίω Πνεύματι και επομένως έχων το χάρισμα της γλωσσολαλιάς (προσευχής με την καρδιά), δεν θα πρέπει να το κρατάει για τον εαυτό του, αλλά θα πρέπει να διδάσκει τους άλλους (προσευχή με τη διάνοια), ώστε να οικοδομεί και τους υπόλοιπους. Λέγει χαρακτηριστικά ο Παύλος: «Διόπερ ο λαλών γλώσση προσευχέσθω ίνα διερμηνεύη. εάν γαρ προσεύχωμαι γλώσση, το πνεύμα μου προσεύχεται, ο δε νους μου άκαρπος εστί. τι ουν εστι; προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε και τω νοϊ. ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοϊ. επεί εάν ευλογήσεις τω πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου πως ερεί το αμήν επί τη ση ευχαριστία, επειδή τι λέγεις ουκ οίδε; συ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ’ ο έτερος ουκ οικοδομείται»(Κορ. Α΄ 14. 13-17). Δηλαδή: Για τούτο, αυτός που έχει το χάρισμα της γλωσσολαλιάς, ας προσεύχεται για να μπορεί να διερμηνεύει. Διότι εάν προσεύχομαι με την καρδιά μου, ο νους μου προσεύχεται, αλλά η διάνοιά μου μένει άκαρπη. Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Θα προσεύχομαι με το νου μου, αλλά θα προσεύχομαι και με τη διάνοιά μου, θα ψάλλω με το νου μου αλλά θα ψάλλω και με τη διάνοιά μου. Διότι εάν με το νου δοξολογείς το Θεό, τότε πως εκείνος που είναι πιστός θα πει το αμήν για την ευχαριστία σου, αφού δεν ξέρει τι λες; εσύ καλώς ευχαριστείς, αλλά ο άλλος δεν οικοδομείται.

Αλλά ποια είναι η σημασία του «γέννη γλωσσών», του φωτισμού, του δοξασμού και της αγιότητας; Μήπως η γλωσσολαλιά είναι η ομιλία ξένης γλώσσας, όπως διατείνονται οι Πεντηκοστιανοί ή μήπως πράγματι υπήρξε, αλλά άπαξ και μόνον από τους Αποστόλους; Θα γίνει προσπάθεια να παρουσιασθούν, όσο γίνεται απλούστερα όλα αυτά σ’ εμάς τους ιδιώτες, δηλ. τους αποκαλούμενους πιστούς, οι οποίοι νομίζουμε ότι ήμαστε μέλη της Εκκλησίας, δηλ. του σώματος του Χριστού επειδή απλώς βαπτιστήκαμε, ενώ αυτή μας η ενέργεια μας δίνει τη δυνατότητα να γίνουμε μέλη Αυτού, εφόσον βαπτισθούμε και εν αγίω Πνεύματι και φθάσουμε στη θέα του ακτίστου φωτός, δηλ. στην αγιότητα. Οι αποκαλούμενοι πιστοί αποτελούν το εκκλησίασμα, δηλ. τη σύναξη των πιστών, όπου κάποιος ή κάποιοι χαρισματούχοι θα διερμηνεύουν τον λόγον της αληθείας και θα διδάσκουν το ευαγγέλιον της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η εκκλησία με την αρχική έννοια του όρου, ως σύναξη των πιστών και όχι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, που είναι η σύναξη των αγίων της.

Πως όμως θα πραγματοποιηθεί αυτό; Οι μόνοι αρμόδιοι να μας οδηγήσουν σ’ αυτό το δρόμο είναι οι πνευματικοί μας πατέρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι μας μεταδίδουν το βίωμά τους και την εμπειρία που είχαν φθάνοντας στη θέωση, δηλ. στη θέα του Θεού.

Έχει οριοθετηθεί, ότι ο νους είναι το κέντρο της καρδιάς και αποτελεί τον οφθαλμό της ψυχής. Ο άνθρωπος, ως εικόνα Θεού, έχει νου απαθή (χωρίς πάθη), όταν βρίσκεται στην φυσική του κατάσταση. Αυτή είναι η κατά φύση κατάσταση του νου, όπου βρίσκει τον εαυτό του ως αίτιο των πονηρών λογισμών, γνωρίζει τις αιτίες των παθών και εξομολογείται στον Θεό τις αμαρτίες του.

Όταν ο νους βρίσκεται σε παρά φύση κατάσταση, τότε λησμονεί την δικαιοσύνη του Θεού και μάχεται με τους ανθρώπους, θεωρώντας ότι αυτοί τον αδικούν.

Όταν ο νους βρίσκεται σε υπέρ φύση κατάσταση, τότε βρίσκει τους καρπούς του Αγ. Πνεύματος και βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό. Τότε θεωρείται ότι ενώνεται με τον Θεό, έχει ζωή και καθίσταται σοφός και αγαθός. Ο Απ. Παύλος διερωτάται: «τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ος συμβιβάσει αυτόν; ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α΄ Κορ. 2.16). Η ένωση του νου του ανθρώπου με τον νου του Χριστού λέγεται φωτισμός και έλλαμψη ή θέωση. Τον φωτισμό αυτό τον γεννάει η αγάπη προς τον Θεό, γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από την αγάπη προς τον Θεό. Η απομάκρυνση του νου από τον Θεό καλείται νέκρωση του νου.

Το σώμα για να ζήσει έχει ανάγκη της τροφής, η ψυχή για να ζήσει έχει ανάγκη της αρετής και ο νους για να ζήσει έχει ανάγκη της προσευχής. Μόνον ο υγιής νους πληροφορείται από τον Θεό. Ο Απ. Παύλος σαφώς το καθορίζει: «έκαστος εν τω ιδίω νοί πληροφορείσθω» (Ρωμ. 14.5).

Η θεραπεία του νου έχει σαν συνέπεια την θεραπεία της καρδιάς και της ψυχής και επομένως την θεραπεία της όλης ύπαρξης του ανθρώπου.

Θεραπεία του νου σημαίνει προφύλαξη του νου από την αμαρτία, την εγρήγορση του νου που λέγεται νήψη. Νήψη σημαίνει άσκηση, εγκράτεια ψυχής και σώματος από πονηρούς λογισμούς και βρώματα και ησυχία της ψυχής. Η τήρηση των θείων εντολών είναι προϋπόθεση για την ανάσταση του νου. Απαιτείται αγάπη προς τον Θεό, συνεχής μνήμη Θεού, μνήμη μαρτύρων και αγίων, υπέρβαση θανάτου, αυτομεμψία, ησυχία, μελέτη, προσευχή αδιάλειπτη και εγκράτεια, οπότε ο νους, αφού περάσει από το στάδιο της κάθαρσης, τελικά φωτίζεται από το Πνεύμα το Άγιον, οπότε ο πιστός γίνεται ενεργό μέλος του σώματος του Χριστού, δηλ. της Εκκλησίας.

Η έναρξη της θεραπείας ξεκινάει με την κάθαρση της καρδιάς, στην περίπτωσή μας του κέντρου της, που είναι ο νους, το ξεβρώμισμά της με το άδειασμα του οχετού των αμαρτημάτων στον πνευματικό πατέρα. Το ξεκίνημα λοιπόν της κάθαρσης του νου γίνεται με την μετάνοια, την αλλαγή δηλ. του νου. Η μετάνοια ολοκληρώνεται με την συναίσθηση της βρωμερής κατάστασης της ψυχής και η συναίσθηση αυτή οδηγεί στο πένθος της ψυχής για την κατάντια της. Η εξαγόρευση των παθών της ψυχής στον πνευματικό πατέρα-θεραπευτή ανοίγει τα μάτια της ψυχής στα μεγαλεία του Θεού.

Τελικά, ο νους με την αδιάλειπτη προσευχή στροβιλίζεται κυκλικά, συνεχώς επιταχυνόμενος. Αυτή η ενέργεια του στροβιλισμού έρχεται σε επαφή με την θεία ενέργεια και τότε ο νους φωτίζεται και στον άγιο (το μέλος του σώματος του Χριστού) παραμένει συνεχώς φωτισμένος. Ορισμένες φορές αυτή η ενέργεια του στροβιλισμού του νου φθάνει σε τόσο υψηλά επίπεδα επιτάχυνσης, ώστε υπάρχει έκρηξη ενέργειας και σύζευξη προς την θεία ενέργεια, οπότε ο άγιος φθάνει στην θεωρία, δηλ. στην θέα της θ. μακαριότητας και εκεί πλέον διαπιστώνει, ότι δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Η κατάσταση αυτή της θεωρίας, δηλ. της θέας της θ. μακαριότητας δεν διαρκεί πολύ. Διαρκεί μόνον τόσο, όσο χρειάζεται για την πρόσληψη της αλήθειας, για την απόκτηση της οποίας ο άγιος βρίσκεται βυθισμένος στην νοερή προσευχή και στην απόλυτη αναισθησία και απάθεια. Μετά την έκρηξη αυτή της έλλαμψης, ο άγιος επανέρχεται στην κατάσταση του συνεχούς φωτισμού.

Ο θεραπευθείς βρίσκεται στην κατάσταση της απάθειας. Σ’ αυτήν κάθε θλίψη προκαλεί χαρά και κάθε χαρά γίνεται δεκτή με εγκράτεια. Ο νους, καθαρμένος από την αμαρτία, βλέπει τα πάντα με το καθαρό μάτι της ψυχής και διακρίνει όλες τις μεθοδείες του πονηρού, είτε βρίσκεται σε εγρήγορση, είτε υπνώτει. Τότε κατανοεί πλήρως και τις Γραφές: «Τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. 24.45).

Η γνώση αυτή του Θεού καθιστά τον άγιο, θεολόγο. Την θεολογία δεν την προσφέρει η γνώση και η παιδεία, αλλά η ενέργεια του Αγ. Πνεύματος, που ενυπάρχει σε μια καθαρή καρδιά. Ο καθαρμένος άνθρωπος γίνεται ολόκληρος σώμα και ψυχή θεολόγος. Η αληθινή γνώση του Θεού γίνεται με την κάθαρση και τον φωτισμό του νου και όχι με διαλογισμούς και συλλογισμούς ή ψυχαναλύσεις. Όπως για να ιδεί κανείς γύρω του καθαρά, χρειάζεται την ύπαρξη του φυσικού φωτός, έτσι και για να ιδεί κανείς το ίδιον φως του νου του, πρέπει να λάμψει το θείο Φως στο νου του, άλλως υπάρχει σκότος σ’ αυτόν: «Σκόπει ουν, μη το φως το εν σοι σκότος εστίν» (Λουκ. 11.35).

Αποτέλεσμα της θεραπείας του νου είναι και η ελευθερία, όταν γνωρίσει την αλήθεια του Θεού: «… και γνώσεσθαι την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. 8.32).

Η θεραπεία του νου έχει σαν συνέπεια, εκτός από την θεραπεία της ψυχής και την θεραπεία του σώματος. Θεραπεία του σώματος δεν σημαίνει απαλλαγή του από τις ασθένειες, αλλά απαλλαγή του από τα σωματικά πάθη που προκαλούν τις σωματικές ασθένειες.

Οι Πατριάρχες και οι Προφήτες της Π. Διαθήκης, οι Απόστολοι και οι Προφήτες της Κ. Διαθήκης και οι διάδοχοί τους γνωρίζουν, ότι η θρησκεία είναι νόσος και ο γενικός αρχίατρος της νόσου αυτής είναι ο Κύριος της Δόξης και της Μεγάλης Βουλής Άγγελος. Αυτός θεράπευσε και προ της ενσάρκωσής του και μετά από αυτήν.

Ποια είναι όμως η νόσος; Στον εγκέφαλο υπάρχει το κέντρο της λογικής, στην καρδιά το κέντρο του νου. Η ενέργεια του νου εντός της καρδιάς στροβιλίζεται κυκλικά μέσα στην καρδιά με την προσευχή (καρδιακή προσευχή). Όταν αυτός ο στροβιλισμός ξεφύγει προς το κέντρο του εγκεφάλου (την λογική), τότε δημιουργείται βραχυκύκλωμα μεταξύ καρδιάς και εγκεφάλου, οπότε τα νοήματα του εγκεφάλου, που προέρχονται από τον περιβάλλοντα χώρο και κόσμο, γίνονται νοήματα της καρδιάς και τότε εκδηλώνεται η ασθένεια της επίδρασης του περιβάλλοντος κόσμου στην καρδιά και ο ασθενής προσβάλλεται από την ασθένεια του περιβάλλοντος κόσμου, γίνεται δηλαδή δούλος του κόσμου και των παθών του.

Θρησκεία είναι η ταύτιση ακτίστου (Θεού) με το κτιστό δηλ. η ταύτιση παραστάσεων του ακτίστου με νοήματα της ανθρώπινης σκέψης, που είναι το θεμέλιο της λατρείας των ειδώλων, η ταύτιση δε των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων της Αγ. Γραφής με το άκτιστο ανήκει και αυτή στον κόσμο της ειδωλολατρίας και είναι το θεμέλιο όλων των αιρέσεων. Το να συγχέει λοιπόν κάποιος τις περί Θεού σκέψεις με τον Θεό, είναι από Ορθόδοξη άποψη ειδωλολατρία, αλλά και από επιστημονική άποψη αγραμματωσύνη.

Πίστη είναι η συνεργασία του πιστού με το Πνεύμα το Άγιον, που εγκαινιάζει την θεραπεία της ιδιοτελούς αγάπης στην καρδιά και την μεταβάλει σε ανιδιοτελή αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής». Η θεραπεία πραγματοποιείται λοιπόν σε τρία στάδια:

α/ της κάθαρσης της καρδιάς με την συντριβή της κατά την εξομολόγηση και την σταδιακή απομάκρυνσή της από κάθε ηδονή και οδύνη,

β/ του φωτισμού του νου, του κέντρου αυτού της καρδιάς, που επιτυγχάνεται με την συνεχή και αδιάκοπη μνήμη του Θεού, η θεραπεία δε κορυφώνεται με το στάδιο

γ/ της θέωσης (δοξασμού) και της απάθειας (μη επιρροής από πάθη) που συνοδεύει τους αγίους. Στο 3ο αυτό στάδιο ο παθών διαπιστώνει:

1/ ότι δεν υπάρχει ομοιότητα κτιστού και ακτίστου και

2/ τον «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον» (Άγ. Γρηγόριος Θεολόγος).

Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, κεφαλή δε είναι ο ίδιος ο Χριστός: «… ως και ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας» (Εφ. 5.23). Μέλη του σώματος είναι οι πιστοί: «Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α΄ Κορ. 12.27). Σκοπός του Χριστιανού είναι ή θέωσή του, η οποία προϋποθέτει την κάθαρση της καρδιάς (για τους ψυχικά άρρωστους), τον φωτισμό του νου (για τους θεραπευόμενους) και την απάθεια (για τους θεραπευμένους). Η θεραπεία του πάσχοντος μέλους ξεκινάει από την κάθαρση, η δε Εκκλησία είναι το νοσοκομείο στο οποίον γίνεται η κάθαρση αυτή. Γενικός Αρχίατρος στο νοσοκομείο αυτό είναι ο Χριστός: «Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς διδάσκων … και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» (Ματθ. 4.23), ιατροί-θεραπευτές δε είναι οι επίσκοποι και οι ιερείς-πνευματικοί. Το στάδιο της θέωσης είναι το στάδιο της απάθειας (της μη προσβολής από τα πάθη), στο οποίον φθάνουν μόνον οι άγιοι. Κατά την διάρκεια αυτή του δοξασμού, τα περί Θεού νοήματα και ρήματα καταργούνται: «… ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα» (Β΄ Κορ. 12.4). Η κατάσταση αυτή δεν διαρκεί πολύ και μετά την θέωση και την επιστροφή στην κατάσταση του φωτισμού επιστρέφουν γνώση, προφητεία, πίστη, ελπίδα και επανενώνονται με την αγάπη, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄ Κορ. 13.8). Ο θεούμενος ούτε τρώγει, ούτε πίνει, ούτε κοιμάται, ούτε κουράζεται, δεν επηρεάζεται από ζέστη ή κρύο και εάν κοιμηθεί (αποθάνει) ευρισκόμενος στην κατάσταση αυτή, τότε το λείψανό του διατηρείται αιωνίως άφθαρτο. Όταν ο άγιος κοιμηθεί ευρισκόμενος στην κατάσταση του φωτισμού, τότε το λείψανό του (τα οστά του) ευωδιάζει.

Όπως ειπώθηκε, στον θεούμενο υπάρχει στροβιλισμός της νοεράς προσευχής στην καρδιά του και όσο ο στροβιλισμός αυξάνει, φθάνει σε ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ρουφώντας τον νου σαν σε μαύρη τρύπα. Φαίνεται ότι έχουν δίκαιο εκείνοι, που πιστεύουν, ότι οι μαύρες τρύπες βρίσκονται όχι μόνον στα κέντρα των Γαλαξιών, δίνοντας σ’ αυτούς την κυκλική τους κίνηση, αλλά και σε μικροσκοπικά μεγέθη παντού στο σύμπαν και ανάμεσά μας και μέσα μας.

Αυτοί οι αυτόπτες μάρτυρες της δόξας του Θεού είναι οι μόνες αυθεντίες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί διατυπώνουν τους όρους της Πίστης, που οδηγούν στην θεραπεία του «έσω ανθρώπου» και χρησιμεύουν ως σήματα κινδύνου να αποφεύγουν οι πιστοί τους κομπογιαννίτες, που βουλιάζοντας στο τέλμα της ηθικολογίας, υπόσχονται πολλά και δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν στην προετοιμασία για την εμπειρία της δόξας του Θεού, που όλοι θα ιδούν, είτε σαν παράδεισο, είτε σαν κόλαση. Σημειώνεται πάντως εδώ, ότι άγιοι θεωρούνται όχι οι αναμάρτητοι ή οι αλάνθαστοι, αλλά οι πλέον θεραπευμένοι.

Η Θεολογία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα, αλλά θεραπευτική επιστήμη, εφαρμόζει δε μια συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή. Ο εφαρμοστής αυτής της αγωγής (θεολόγος) πρέπει να είναι ειδικός στις μεθοδείες του διαβόλου και πρέπει να έχει γνώση περί Θεού, η οποία γίνεται μόνο με την θεωρία (θέα) του Θεού, θεολογεί δε, όχι διανοητικώς, αλλά αλιευτικώς δηλ. με την ενέργεια του Αγ. Πνεύματος, καθότι: «Νους φανταζόμενος είναι ανίκανος δια την θεολογίαν». Επίσης: εκείνος που έχει πάθη είναι αδύνατον «θεολογίας άπτεσθαι» (Αγ. Ιω. Σιναϊτης), η δε προσευχή έχει άμεση σχέση με την θεολογία: «Ει θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς. Και ει αληθώς προσεύχη θεολόγος ει» (Άγ. Νείλος).

Η θεραπευτική αγωγή προϋποθέτει τα εξής: ύπαρξη ορθής πίστης, αίσθηση της ασθένειας και αυτογνωσία, θεραπευτή ιερέα-πνευματικό, ορθόδοξη μέθοδο θεραπείας, άσκηση, αγάπη και εγκράτεια και τήρηση των εντολών. Ο δρόμος προς τη θ. μακαριότητα περνάει μέσα από τα 9 ορόσημα-μακαρισμούς: ταπεινοφροσύνη, πένθος, πραότητα, ενάρετη ζωή, ελεημοσύνη, κάθαρση καρδιάς, ειρήνευση, ομολογία της πίστης και καταδίωξη λόγω αυτής της ομολογίας.

Τα θεραπευτικά μέσα είναι: Η προσευχή και η νηστεία, η νήψη (δηλ. η κάθαρση της καρδιάς), η αγρυπνία και η εγρήγορση και η θ. ευχαριστία.

Στα ανωτέρω οριοθετήθηκε, ποιος είναι μέλος του σώματος του Χριστού και πως μπορεί αυτό να επιτευχθεί. Στα επόμενα θα οριοθετηθεί πιο είναι το χαμηλότερο χάρισμα που απαιτείται για την κατάταξη ενός καθαρμένου πιστού σε μέλος του σώματος του Χριστού (άγιος), οπότε έχει λάβει το βάπτισμα του αγίου Πνεύματος και αποκαλείται φωτισμένος (βλέποντας τον Χριστό «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», δηλ. θαμπά σε καθρέπτη) ή δοξασμένος (βλέποντας Αυτόν «πρόσωπον προς πρόσωπον»).

Το χαμηλότερο χάρισμα, όπως αυτά κατατάσσονται και οριοθετούνται από τον Παύλο είναι «τα γένη γλωσσών», η γλωσσολαλιά. Τι σημαίνει όμως γλωσσολαλιά και πως αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί από τον φωτισμένο για την οικοδομή των πιστών;

Με το «γένη γλωσσών» ο απόστολος Παύλος προφανώς εννοεί προσευχή, απαγγελία ψαλμών και ψαλμωδία πνευματικών ύμνων και ωδών: «….. αλλά πληρούσθαι εν Πνεύματι, λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Εφεσ. 5. 18-19). Έτσι, άλλοι έχουν το χάρισμα στο «γένη γλωσσών», ενώ άλλοι έχουν επιπλέον το χάρισμα στην «ερμηνεία γλωσσών» : «μη πάντες διδάσκαλοι;» (Κορ. Α΄ 12.29). «Ζηλούτε δε τα πνευματικά, μάλλον δε ίνα προφητεύητε….. Θέλω δε πάντας υμάς λαλείν γλώσσαις, μάλλον δε ίνα προφητεύητε. μείζων γαρ ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει μη διερμηνεύη, ίνα η εκκλησία οικοδομήν λάβη» (14. 1,5). Από αυτό το χωρίο φαίνεται, ότι η προφητεία υπάρχει εξ αιτίας του χαρίσματος της γλωσσολαλιάς, αυτό όμως το χάρισμα δεν μπορεί πάντα να οδηγεί στην προφητεία. Παράδειγμα ο Κορνήλιος και η ακολουθία του, οι οποίοι δεν προφήτευαν, αν και γλωσσολαλούσαν, που ήταν αποτέλεσμα του δοξασμού τους.

Όταν ο Παύλος αναφέρει την επιθυμία του στο προηγούμενο χωρίο (Κορ. Α΄ 14.5) εννοεί ότι αυτός, ο οποίος μόνο «λαλεί γλώσσαις», πρέπει να μάθει να διερμηνεύει τους ψαλμούς και την καρδιακή προσευχή, δηλ. να τα μεταφέρει στη διάνοιά του (λογικό, κέντρο του εγκεφάλου) και να τα αποδίδει δια του λόγου του, για να εισακουσθούν. «Διόπερ ο λαλών γλώσση προσευχέσθω ίνα διερμηνεύη, εάν γαρ προσεύχομαι γλώσση, το πνεύμα μου προσεύχεται, ο δε νους μου άκαρπός εστι. τι ουν εστι; προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε και τω νοϊ. ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοϊ. επεί εάν ευλογήσης τω πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου πως ερεί το αμήν επι τη ευχαριστία; επειδή τι λέγεις ουκ είδε. συ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ’ ο έτερος ουκ οικοδομείται. ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλών. αλλ’ εν τη εκκλησία θέλω πέντε λόγους δια του νοός μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω ή μυρίους λόγους εν γλώσση» (Κορ. Α΄ 14. 13-19). Πουθενά ο Παύλος δεν λέγει ότι κάποιος διερμηνεύει αυτό το οποίον ο άλλος «λαλεί γλώσσαις». Διερμηνεύει κάποιος αυτά τα οποία ο ίδιος «λαλεί γλώσσαις» στην καρδιά του. Παρακάτω ο Παύλος λέγει «είτε γλώσση τις λαλεί, κατά δυο ή το πλείστον τρεις, και ανά μέρος, και εις διερμηνευέτω. εάν δε μη ή διερμηνευτής, σιγάτω εν εκκλησία, εαυτώ δε λαλείτω και τω Θεώ» (Κορ. Α΄ 14. 27-28). Προφανώς ο διερμηνευτής είναι εκείνος που έχει τη χάρη να μεταφέρει την καρδιακή του προσευχή (νοερά προσευχή) στη διάνοιά του (το λογικό του) για να γίνει ακουστή από τους άλλους για την οικοδομή τους.

Ο Παύλος λυπήθηκε, γιατί μια ομάδα Κορίνθιων χαρισματούχων ασκούσαν την γλωσσολαλιά (καρδιακή προσευχή), χωρίς να μεταφέρουν αυτή την προσευχή από την καρδιά προς τη διάνοια (λογική), οπότε οι υπόλοιποι πιστοί δεν άκουγαν τίποτε. Γι’ αυτούς ο Παύλος λέγει: «συ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ’ έτερος ουκ οικοδομείται» (Κορ. Α΄ 14.17), «επεί εάν ευλογήσης τω πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου πως ερεί το αμήν επί τη ση ευχαριστία; επειδή τι λέγεις ουκ οίδε» (Κορ. Α΄ 14.16). Εάν προσεύχεσαι με το νου (κέντρου της καρδιάς), δηλ. γλωσσολαλείς, πως θα πει το αμήν ο απλός πιστός, αφού δεν ξέρει τι λέγει ο προσευχόμενος; Επίσης ο Παύλος διακρίνει δυο είδη φωνών: αφανή φωνή, δηλ. φωνή που δεν ακούγεται («άδηλον φωνήν» Κορ. Α΄ 14.8) και φωνή ακουστή με την γλώσσα. Έτσι εάν σε μια σύναξη προσεύχεται ο φωτισμένος με άδηλη φωνή δεν οικοδομεί τους πιστούς, εάν η φωνή του δεν γίνεται ακουστή.

Όταν όλο το σώμα των χαρισματούχων (το Σώμα του Χριστού) ασχολείται με την διερμηνεία, την διδαχή και την προφητεία, τότε οι άπιστοι (κατηχούμενοι) και οι ιδιώτες (πιστοί βαπτισμένοι και Ιουδαίοι αναγνωρίζοντες τον Ιησού ως Υιό του Θεού) συνειδητοποιούν, ότι «τα κρυπτά της καρδίας των φανερά γίνεται, ελεγχόμενοι και ανακρινόμενοι υπό πάντων» (Κορ. Α΄ 14, 24-25). Αυτοί τότε διακρίνουν, ότι οι χαρισματούχοι αληθινά έχουν το Θεό μέσα τους. Η τελική εμπιστοσύνη και υποταγή στη θεραπεία αυτών των πνευματικών Πατέρων, οδηγεί στην εν αγίω Πνεύματι υιοθεσία και ένωση με το σώμα του Χριστού, δηλ. στην υποδοχή του χαρίσματος της γλωσσολαλιάς.

Επομένως το χάρισμα της γλωσσολαλιάς αποκτάται από εκείνους από τους πιστούς που δεν το έχουν, ενώ το χάρισμα της διερμηνείας και της προφητείας αποκτάται από εκείνους που έχουν ήδη το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και εποικοδομούν τους άλλους, ενώ οι ίδιοι με αυτό τον τρόπον έχουν άνοδο και ανέλιξη πνευματική, η οποία θα τους οδηγήσει τελικά στην αγάπη, «ήτις ου ζητεί τα εαυτής» (Κορ. Α΄ 13.5).

Για να είναι λοιπόν κανείς μέλος του σώματος του Χριστού (δηλ. της Εκκλησίας) και επομένως υιός του Θεού, πρέπει τουλάχιστον να έχει το χάρισμα της γλωσσολαλιάς: «Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν αυτού». Τώρα γίνεται κατανοητό, γιατί ο Ιωάννης αποκαλεί το άγιον Πνεύμα «άλλον Παράκλητον», που σημαίνει παρηγορητή, μεσολαβητή ή συνήγορο.

Τόσον οι προφήτες (Πατέρες της Εκκλησίας), όσο και το προφητεύειν που αναφέρονται στις επιστολές του Παύλου, δεν αφορούν τους Προφήτες της Π. Διαθήκης. Στην Κ. Διαθήκη οι προφήτες (δηλ. οι Πατέρες) κατέχουν στην Εκκλησία τη δεύτερη θέση μετά τους Αποστόλους (Κορ. Α΄ 12.28) και τούτο διότι όπως και σε αυτούς (τους Αποστόλους) απεκαλύφθη ο Χριστός και αυτοί (οι Πατέρες) έχουν φθάσει επίσης στον δοξασμό. Δεν έχουν απλώς το χάρισμα των γλωσσών, αλλά της διδαχής και της διερμηνείας και τούτο γιατί έχουν ήδη δοξασθεί.

«Τα γένη γλωσσών», η γλωσσολαλιά, δηλ. η καρδιακή προσευχή ή νοερά προσευχή ή αδιάλειπτη προσευχή, που είναι συνδεδεμένη με τη συνεχή μνήμη Θεού και προϋποθέτει τον φωτισμό, δηλ. το βάπτισμα στο άγιο Πνεύμα και επομένως την τοποθέτηση του πιστού στο σώμα του Χριστού ως μέλους αυτού (δηλ. ως μέλους της Εκκλησίας), αποτελεί το κέντρο της θεολογίας των μεγάλων Πατέρων, ασκητών και ησυχαστών και οδηγεί προς την οδό της θ. μακαριότητας και σωτηρίας και σε αντίθεση με εκείνους που υποβιβάζουν τη σωτηρία σε πίστη στο Θεό, εμπιστοσύνη στα δόγματα και στις αξιομισθίες των καλών έργων και της ηθικής.

Το σώμα του Χριστού δεν οικοδομείται απλώς δια του βαπτίσματος, του χρίσματος ή της θ. ευχαριστίας κλπ., αλλά δια των Αποστόλων και των Πατέρων (προφητών), οι οποίοι γεννούν πνευματικά τέκνα εν Χριστώ, τα οποία ετοιμάζουν για την αποδοχή της νοεράς και αδιάλειπτης προσευχής, βαπτίζοντες αυτούς στο Πνεύμα το άγιον. Μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα μυστήρια του βαπτίσματος, χρίσματος, θ. ευχαριστίας, ιερωσύνης, μετανοίας, εξομολογήσεως κλπ. δεν είναι μαγεία.

Μετά την περάτωση της ανωτέρω αναφοράς στην έννοια της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού παρατηρείται, ότι δεν υπάρχει άλλη ένωση με το Χριστό από αυτή που επιτυγχάνεται με την κάθαρση του νου, τον φωτισμό του με το άγιο Πνεύμα (το βάπτισμα εν αγίω Πνεύματι και έτσι την απόκτηση της ταυτότητας του μέλους της Εκκλησίας) και τον δοξασμό (την απόκτηση της υιοθεσίας και την μετατροπή της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή) στην παρούσα ζωή. Η ορατή δομή της Εκκλησίας είναι και η έκφραση της ενώσεως «ίνα πάντες εν ώσι» και ο εγγυητής, ότι όλοι αυτοί που επιθυμούν, μπορούν να προχωρήσουν στη θεραπεία του νου που προσφέρεται από τον Χριστό μέσω των αγίων Του. Εξ άλλου ο ίδιος ο Χριστός οριοθετεί την δυνατότητα να δει κάποιος τον ίδιο το Θεό: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5.8).

30.7.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ( τοῦ Φώτη Κόντογλου)

 

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς ὈρθοδοξίαςἈπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν ἈθηνῶνὙπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.

Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!

Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.

Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.

Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;

Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.

Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.

Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.

Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».

«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).

«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».

«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.

Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.

Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.

“Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες!!!”

Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.

Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;

Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».

Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.

Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.

Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες… Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.

Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.

Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».

Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.

Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.

Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.

Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός… Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.

Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:

Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!

Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;

Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»

Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.

Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες… Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»

Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!

Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;

Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;

“Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες… Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;”

Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;

Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;

Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;

Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.

Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!

Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.

Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.

Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.

Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

Φώτης Κόντογλου,
Μεγάλη Παρασκευή, 1960

 

Πηγή: agiazoni.gr

 

Ένα ξεχασμένο αλλά εκπληκτικό κείμενο για τους Κρυπτοχριστιανούς από τα νεοελληνικά αναγνώσματα

tzami-e1438100156776

Τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωίας τουρκιστί, δηλαδὴ περὶ τὴν τρίτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον, σπάνιοί τινες διαβάται, οἱ τελευταῖοι ἀπομείναντες εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς πρώτης Ἀναστάσεως, ἐπέστρεφαν σπεύδοντες εἰς τὰς οἰκὶας των. Μετ’ ὀλίγον οὔτε ἒν βῆμα ἀντήχει είς τὸν δρόμον, σιγὴ δὲ νεκρικὴ ἐβασίλευε καθ’ ὅλην τὴν τουρκικὴν συνοικίαν. ῎Εξαφνα ἡ θύρα τῆς αὐλῆς μεγάλης τινὸς οἰκίας ἠνοίχθη χωρὶς κρότον καὶ ἐφάνη προκύψασα κεφαλὴ ἀνθρώπου.

Ἡ κεφαλὴ ἐστράφη δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὡς νὰ ἐξήταζε μετὰ προσοχῆς εἰς τὸ μέσον τοῦ σκότους, ἔπειτα άπεσύρθη καὶ άνεφάνη πάλιν διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐξέτασιν.

-᾽Ελᾶτε, δὲν εἶναι κανείς, ἠκούσθη χαμηλὴ φωνή.

Ψιθυρισμὸς ἐλαφρὸς ἠκολούθησε, καὶ τρία σώματα, σκιαὶ μάλλον, ἡ μία μεγάλη, αἱ ἄλλαι μικρότεραι, ἐξῆλθον εἰς τὸν δρόμον.

Ἀλλὰ παρευθὺς βήματα ἀντήχησαν, κατ’ ἀρχὰς μόλις ἀκουόμενα, ἔπειτα δὲ βαρέα καὶ πλησιάζοντα. Αἱ τρεῖς σκιαὶ ἀπεσύρθησαν ἀμέσως ἐντὸς τῆς αὐλῆς, καὶ ἡ θύρα ἐπανεκλείσθη. Ὅτε ὁ διαβάτης ἐπέρασε καὶ ἔσβησεν ὁ κρότος τῶν βημάτων του, προέκυψεν ἐκ νέου ἡ κεφαλὴ ἐκ τῆς ἡμιανοιχθείσης θύρας, ἐστράφη, ἐξήτασε, καὶ τὰ τρία πρόσωπα ἐξῆλθον πάλιν.

– Πᾶμε γρὴγορα, ἐψιΘύρισεν ὁ ὑψηλὸς ἀνήρ· πᾶμε γρήγορα. Ἀργὴσαμε πολύ, καὶ θὰ μᾶς περιμένῃ… Βάλε καλύτερα τὸ γιασμάκι σου, ᾽Ελιφὲτ- Ρεσσίτ, δῶσε μου τὸ χέρι σου !

Καὶ οἱ τρεῖς ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ σκὸτος τοῦ μικροῦ δρόμου καὶ ἐπροχώρουν σιωπηλοί˙ ἀλλὰ μόλις ἔστρεψαν αὐτόν, εὑρέθησαν πρὸ γραίας γυναικός, κρατούσης εἰς τὴν χεῖρα λαμπάδα ἀναμμένην. ᾽Εβάδιζεν αὕτη μετὰ κόπου ἔνεκα τῆς ἡλικίας της, ἐσύρετο σχεδόν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸ σπίτι της τὸ «ἅγιον φῶς», ποὺ εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Εἰς τὴν θέαν του φωτὸς καὶ οἱ τρεῖς ἔστρεψαν τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθοῦν.

Ἀλλὰ ματαίως˙ ἡ γραῖα ὕψωσεν ὀλίγου τὸ φῶς, καὶ ἐφώτισεν αὐτοὺς περισσότερον διὰ τῶν ἀκτίνων του καὶ τῶν βλεμμάτων της. ῾Ο δρόμος ἦτο στενός. Τὰ πλατιὰ ἐνδύματα τῆς ᾽Ελιφέτ, μετατοπίζοντα τὸν ἀέρα, παρ’ ὀλίγον εἰς τὸ σκότος νὰ σβήσουν τὴν φλόγα τῆς λαμπάδος.

– Πολλὰ τὰ ἔτη σας, Μεχμὲτ μπέη, εἶπεν ἡ γραῖα χαιρετίζουσα.

– Καλημέρα, κερά˙ ἀπήντησεν ἐκεῖνος· καὶ τοῦ χρόνου. Καὶ ἐπροχώρησε μετὰ τῆς συνοδείας του.
Ἡ γραῖα στραφεῖσα τότε τοὺς παρηκολούθησεν ἐπ’ ὀλίγον διὰ τοῦ βλέμματος, ὅταν δὲ τοὺς ἔχασεν εἰς τὸ σκότος εἶπε μέσα της :

– Τέτοια ὥρα ὁ Μεχμὲτ μπέης μὲ μιὰ χανοὺμ καὶ τὸ γυιὸ του… Ποῦ νὰ πηγαίνουμε ; Χριστέ μου, μέρα πού’ ναι, δὲ ρίχνεις μιὰ φωτιὰ νὰ τόν κάψῃς, νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιαυοί ;

Εἰς σκότος ἦτο βυθισμένος καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Πρὸ μικροῦ χιλιάδες κηρίων κατεφώτιζον αὐτόν˙ πρὸ μικροῦ πλήθη εὐσεβῶν συνωθοῦντο καὶ εἰς τὰς αὐλάς του ἀκόμη, πρὸ μικροῦ χαρμόσυνοι ψαλμῳδίαι ἀντήχουυ ὑπὸ τοὺς θόλους του καὶ τὸ «Χριστὸς Ἁνέστη» ἀπὸ στόματος εἰς στόμα μετεδίδετο ὡς ὁ γλυκύτατος τῶν ἀσπασμῶν.

Τώρα ἀπέμεινε μόνον τὸ ἀνάμικτον ἄρωμα τῶν λιβανωτῶν καὶ τῶν κηρίων, γεμίζον τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ πρὸ τῆς ἐπαργύρου εἰκόνος τῆς Παναγίας κανδήλα, αύτὴ μόνον διατηροῦσα τὸ ἀμυδρόν φῶς της, καὶ σιγή, σιγὴ πανταχοῦ…
Δύο κτύποι ἀκούονται αἴφνης εἰς τὴν ἐσωτερικὴν θύραν, ἑξ ἑνὸς παρ’ αὐτὴν στασιδίου ἐγείρεταί τις καθήμενος, ἀναμένων, καὶ σπεύδει μὲ βῆμα ἀσταθές, ὑποτρέμων, ν’ ἀνοίξῃ. Ἦτο ὁ ἱερεύς.
Εἰσέρχεται εἰς, κλίνει τὸ σῶμα καὶ ἀσπάζεται τὴν δεξιάν του. Εἰσέρχεται ἄλλος, εἰσέρχεται τρίτος καὶ ἐπαναλαμβάνουν τὰ αυτά.
Ἔπειτα ἡ θύρα κλείεται οἱ δὲ εἰσελθόντες, προπορευομένου τοῦ ἱερέως, πλησιὰζουν ἀθορύβως πρὸ τοῦ τέμπλου καὶ γονατίζουν, κάμνοντες τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ.

Ὁ ἱερεύς Γρηγόριος, γέρων σεβάσμιος, μὲ μακρὰν ὁλόλευκον γενειά- δα, εἰσέρχεται διὰ τῆς πλαγίας θύρας εἰς τὸ Ἱερόν, ἀνοίγει τὴν Ὡραίαν Πύλην καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν μικρότερον τῶν γονυπετούντων :

– ῎Ελα, παιδί μου, ἐδῶ νὰ μὲ βοηθήσῃς. Καὶ παραδίδει εἰς τὰς τρεμούσας ἐκ συγκινήσεως χεῖρας τοῦ σπεύσαντος δεκαετοῦς μικροῦ παιδίου μικρὰν λαμπάδα, ἀφοῦ ἤναψεν αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου φωτός, ποὺ φυλάσσεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου.

῎Επειτα, μετά τινας στιγμάς, φορέσας τὸ χρυσοπράσινον αὐτοῦ πετραχήλιον καὶ λαβὼν διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ λιθοκόλλητον δισκοπότηρον τῆς Ἁγίας Κοινωνίας ἐπλησίασε πρὸς τὴν Ὡραίαν Πύλην ψιθυρίζων εὐχάς τινας μὲ χαμηλὴν φωνήν.

Πρὸ αὐτῆς ἐστέκετο ὁ λαμπαδοφόρος παῖς μὲ συμπαθῆ ὡραίαν ὅψιν, ὠχρός, συγκινημένος, μὴ τολμῶν νὰ ὑψώσῃ πρὸς τὸν ἱερέα τὰ ὄμματα.

– Πλησιάσατε, εἶπεν ὁ ἱερεὺς πρὸς τοὺς ἄλλους δύο.

Ἐν πρώτοις ἐπλησίασε γυνή, τριάντα ἕως τριανταπέντε ἐτῶν. Τὸ φῶς τῆς λαμπάδος ἔπιπτεν ὅλον ἐπὶ τῆς μορφῆς της, τῆς ὁποίας ἡ ἄπταιστος κανονικότης καὶ ἡ ἐρασμία αὐστηρότης παρουσίαζον τέλειον τύπον βυζαντινῆς ἁγιογραφίας. Ἦτο ἐπίσης ὠχρὰ καὶ βαθέως συγκινημένη.

Εχρειάσθη νὰ τὴν στηρίξῃ διὰ τῆς χειρὸς ὁ πλησίον ἱστάμενος, διὰ νὰ μὴ πέσῃ, ἀναβαίνουσα τὰς βαθμίδας, ποὺ τὴν ἐχώριζον ἀπὸ τοῦ ἱερέως.Οἱ μεγάλοι μαῦροι ὀφθαλμοί της ἦσαν δακρυσμένοι.

– «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία, εἰς τὸ ὀνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ταῦτα ἀπήγγειλε βραδέως καὶ μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπισημότητος ὁ ἱερεύς, πλησιάζων πρὸς τὸ στόμα της τὴν θείαν μετάληψιν.

Δύο μεγάλα δάκρυα ἐφάνησαν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἐκυλίσθησαν εἰς τὰς παρειὰς τῆς μεταλαβούσης.
– Μνήσθητί μου, Κύριε, εἶπεν μετὰ συντριβῆς, κάμνουσα τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ὀπισθοχωροῦσα. ῎

Επειτα, εἰς ἐν νεῦμα τοῦ ἱερέως, ἔλαβε τὴν λαμπάδα ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ παιδός, διὰ νὰ πλησιάσῃ καὶ οὖτος.

– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Νικόλαος, ἐπανέλαβει ὁ ἱερεύς, περιβάλλων τὸν παῖδα διὰ φιλοστόργου βλέμματος.

Ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ ἀνδρός. Ἀνέβη καὶ οὔτος μὲ θάρρος τὴν άνωτέραν πρὸς τὸ ἱερὸν βαθμίδα καὶ ἐπλησίασεν. Αἱ ἀκτῖνες τῆς λαμπάδος τρέμουν, διότι τρέμει καὶ ἡ χεὶρ τῆς κρατούσης αὐτὴν Μαρίας. Πρὸ τοῦ «σώματος καὶ τοῦ αἵματος» ἡ αυστηρὰ καὶ ἐπιβλητικὴ ὅψις του καθίσταται ἥμερος καὶ συμπαθής, ὡς μορφὴ μάρτυρος, τὸ δὲ κινούμενον φῶς δίδει ἀνέκφραστόν τινα γλυκύτητα εἰς τοὺς συγκινημένους χαρακτῆρας τοῦ προσώπου του, εἰς τοὺς ἀκτινοβολοῦντας ἐκ χαρᾶς ὀφθαλμούς του.

– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Μιχαήλ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐπανέλαβε διὰ τρίτην φορὰν μετ’ ἐπιταθείσης εἰς τὸ ἔπακρον συγκινήσεως ὁ ἱερεὺς καὶ ἐδάκρυσε καὶ οὗτος.

– Ἀμήν˙ εἶπε διὰ βραχνῆς φωνῆς ὁ μεταλαβών.

Ὅταν μετά τινα λεπτὰ αἱ τρεῖς σκιαί, διασχίζουσαι τὸ ἐπὶκρατοῦν ἔτι σκότος εἰς τὰς στενωποὺς τοῦ Ἡρακλείου, ἐπέστρεφαν βιαστικαὶ εἰς τὴν οἰκίαν των, γραῖά τις δὲν ἔτυχεν εἰς τὸν δρόμον, διὰ νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ κηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Ἂν εὑρίσκετο καὶ ἔβλεπε τὸν Μεχμὲτ μπέην, τὴν σύζυγόν του ᾽Ελιφὲτ καὶ τὸν υἱόν του Ρεσσίτ, θὰ τοὺς κατηρᾶτο καὶ αὕτη «νὰ ρίξῃ μιὰ φωτιὰ καὶ νὰ τοὺς κάψῃ ὁ Χριστὸς ἡμέρα πού’ ναι, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιανοί».

Διότι ὁ Μεχμὲτ ἔχαιρε φήμην σκληροῦ καὶ τυραννικοῦ μπέη, μόνος δὲ ὁ παπᾶ – Γρηγόρης ἐγνώριζε ποίους θησαυροὺς πίστεως, ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως περιεῖχον αἱ καρδίαι τοῦ Μανουήλ, τῆς Μαρίας καὶ τοῦ υἱοῦ των, οἱ ὁποῖοι, κακοὶ εἰς τὸ φανερὸν Τοῦρκοι, ἐξήσκουν κρυφὰ στὰ τῆς σεβασμίας χειρός του πᾶσαν χριστιανικὴν ἀρετήν, θύματα καὶ αὐτοὶ δυστυχισμένα τῆς κατακτήσεως καὶ τῆς βίας, διατηροῦντα ἄσβεστον, ἀλλὰ μυστικήν, εἰς τὰς ψυχάς των τὴν ἱερὰν παράδοσιν τῆς πίστεως,πτωχοὶ μάρτυρες, φέροντες ἀντὶ βαρέος σταυροῦ ἐλαφρὸν σαρίκιον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μόνον μετὰ τῆς κεφαλῆς των ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσπασθῇ.

Ματαίως θὰ κτυπήσετε τώρα τὴν θύραν τοῦ μεγάλου κονακίου. Κανεὶς δὲν θὰ. σᾶς ἀνοίξῃ. Αἱ σκλάβαι καὶ οἱ ὑπηρἑτ ὅλοι ἐστάλησαν ἀπὸ χθές εἰς τὸ μακρὰν τῆς πόλεως κείμενον μετόχι τοῦ Μεχμὲτ – μπέη,ὅπου θὰ ἐπήγαιναν τὴν ἐπαύριον καὶ οἱ κύριοί των. ῎Εμειναν οὗτοι μόνοι εἰς τὸ κονάκι, ἀλλὰ ματαίως θὰ κρούσετε.

Κανεὶς δὲν θὰ σᾶς ἀνοίξῃ, διότι κανεὶς δέν θὰ σᾶς ἀκούσῃ. Ὁ Μεχμὲτ, ἡ ᾽Ελιφὲτ καὶ ὁ μικρὸς Ρεσσὶτ δὲν εἶναι ἐδῶ. Τὸ κονάκι κατάκλειστον, κατασκότεινον. Μόνον εἰς τὸ ὑπὁγειον ἠδύνατο κανεὶς νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτοι γνωστοὶ εἰς κανένα. Εἶναι τρεῖς πτωχοὶ χριστιανοὶ, προσευχόμενοι πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ ᾽Εσταυρωμένου. ῾Ο τρίτος, ὁ υἱός, στέκεται πλησίον μικρᾶς τραπέζης, ἐπὶ τῆς ὁποίας κάνιστρον γεμᾶτον κόκκινα αὐγά, καὶ ἀναγιγνώσκει εἰς χρυσόδετον βιβλίον μὲ χαμηλὴν φωνήν :

«Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν».

Καὶ οἱ ἀκούοντες προσθέτουν μετὰ συντριβῆς :
– Κύριε, ἐλέησον…

Ἰωάννης Δαμβέργης
Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα, Β’ Γυμνασίου 1957
Επιμέλεια κειμένου Ν.Β

ΠΗΓΗ.ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ-ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ