Διδαχή για την σωματική άσκηση και υπακοή. (+Γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινού. 1/7/1921-1/7/2009)


 

 «Το σώμα, όταν μια φορά πυρωθεί στη φωτιά της ασκήσεως και βαφεί στο νερό των δακρύων, δεν αμβλύνεται πια από τους κόπους, γιατί καταπαύει τους πολλούς αγώνες, επειδή έγινε ανώτερο από την πρακτική άσκηση. Αλλά αφού δεχτεί μέσα του γαλήνη και σιωπή ειρήνης, γεμίζει μάλλον από μια άλλη δύναμη, άλλη ευτονία, άλλη ισχύ του Πνεύματος. Όταν τέτοιο σώμα αποκτήσει συνεργό η ψυχή και δει την κατάστασή του ότι είναι ανώτερη από τη σωματική άσκηση, αλλάζει τις φυσικές της κινήσεις και τις στρέφει σε νοητούς αγώνες και, εργαζόμενη με δύναμη τη νοερή εργασία, φυλάει για τον εαυτό της τους καρπούς των αθανάτων φυτών μέσα στο νοητό Παράδεισο. Απ’ όπου σαν ποταμοί τρέχουν οι πηγές των θεοπρεπών νοημάτων και μέσα στον οποίο βρίσκεται το δένδρο της γνώσεως του Θεού, που η χάρις, όταν επιδρά στη ψυχή του ανθρώπου μεταλάσσει τις ιδιότητες του όντος. Η επιπίπτουσα εις τον νουν και την ψυχήν χάρις επιδρά και στο σώμα, του οποίου, στα εισαγωγικά στάδια της πνευματικής ζωής, οι φυσικές λειτουργίες ενισχύονται και οι δυνάμεις πολλαπλασιάζονται».(Νικήτα Στηθάτου, Τρίτη γνωστικών κεφαλαίων εκατοντάς, λθ΄)

 

Το κείμενο αυτό είναι κείμενο θεωρητικό, αναφέρεται στην τελειότητα. Όταν η χάρις έρθει πέρα για πέρα στη ψυχή του ανθρώπου, τότε αλλοιώνεται και του σώματος η φύσις. Μέσα  στον γνόφο της καταπαύσεως η δύναμη του Πνεύματος γίνεται ενδημούσα στον άνθρωπο, ο οποίος χωρίς κόπο πλέον και προσπάθεια ευρίσκεται σε συνεχή θεωρία, και το σώμα, το οποίο μετέχει σε αυτή την κατάσταση, δεν ευρίσκεται πλέον  στην πρώτη θέση των φυσικών αναγκών. Ζει εκτός των φυσικών νόμων, τρέφεται από τη χάρη. Ο Αββάς Παμβώ, όταν ο μαθητής του τον προσκάλεσε να φάγουν απήντησε: «Ουκ εφάγομεν τέκνον; Ει ουκ εφάγομεν, δεύρο και εσθίομεν».

Η χάρη λειτουργούσε μέσα του και ως φυσική τροφή. Ευρισκόμεθα εδώ σε καταστάσεις τελειότητας, όπου το θνητό έχει καταποθεί από τη ζωή.

Ο Απόστολος Παύλος και οι άγιοι Πατέρες μιλούν για σώμα πνευματικό. Είναι το σώμα το οποίο μετέχει  στις πνευματικές κινήσεις της ψυχής. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε την εμπειρία του Αποστόλου Παύλου: «οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων —είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν— αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού» (Β’ Κορ. 12, 2). Αυτό μας δίνει να καταλάβουμε ότι το σώμα, αυτό το υλικό σώμα, κινούμενο από  Πνεύμα που ενδημεί σε αυτό,  γίνεται πνευματικό. Χωρίς να καταργείται η υλική σύστασή του υπερβαίνει τις συνθήκες στις οποίες είναι δεσμευμένη η υλη. Με τον τρόπο αυτό μεταλλάσσονται οι φυσικές κινήσεις του σώματος και εφόσον ενοικεί μέσα του το Πνεύμα, το σώμα ευρίσκεται αληθινά και πραγματικά στον νοητό παράδεισο. Με λίγα λόγια, αυτό είναι το νόημα του χωρίου.

 

 Πώς αυτό μπορεί να γίνει; Με ποιές μεθόδους, με ποιά ασκητική μπορεί κάνεις να μεταλλάξει τις φυσικές κινήσεις του σώματος;

 Η θεμελιώδης ασκητική είναι να νεκρώσει εντελώς ο άνθρωπος το θέλημά του. Εάν φθάσει στο σημείο να υποτάξει κάθε νόημα στην υπακοή του Χριστού, τότε το Πνεύμα τον οδηγεί στον σαββατισμό.

Η μεταλλαγή των φυσικών κινήσεων του ανθρώπου σε πνευματικές δεν είναι αποτέλεσμα ανθρωπινής προσπάθειας. Η πνευματική θεωρία π.χ. δεν είναι μία απλή μεταστροφή της ανθρώπινης σκέψεως, αυτό είναι πλάνη. Η θεωρία είναι δώρο του Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να συντονίσει το θέλημά του προς το θέλημα του Θεού.

Με τον τρόπο αυτό η πράξη του θα γίνει φιλάδελφη, ταπεινή, το σώμα του θα καθαρθεί και η σκέψη του θα αναχθεί στο Θεό. Η τήρηση των εντολών με την ελεύθερη θέληση του ανθρώπου  και η  υποταγή με αγάπη κάθε νοήματος στο θέλημα του Χριστού είναι η θεμελιώδης ασκητική μέθοδος για να έλθει εντός του ανθρώπου η χάρη, η οποία όταν μπει μέσα του τον μεταλλάσσει. Στην εισαγωγική κατάσταση η υπακοή είναι, κατά κάποιο τρόπο, παθητική, αλλά με την πάροδο του χρόνου αλλοιώνεται με την αγάπη και τον φωτισμό του Πνεύματος και γίνεται στον άνθρωπο κάτι σαν κυριότητα. Ο άνθρωπος ξαφνικά έρχεται σε αίσθηση Θεού. Με την  επιπίπτουσα χάρη γίνεται η είσοδος του ανθρώπου στο χώρο της Αποκαλύψεως, οπότε οι φυσικές κινήσεις του  υπερβαίνονται, μεταλλάσσονται, ο άνθρωπος γίνεται απελεύθερος Χριστού, ενεργεί και ομιλεί «ως εξουσίαν έχων».

Η υπακοή δεν είναι μόνο ψυχική αλλά και σωματική αρετή, διότι ο άνθρωπος κινείται και από την εμπαθή επιθυμία, η όποια είναι και σωματική. Ακόμη και οι αδιάβλητες ανάγκες του ανθρώπου, η τροφή, ο ύπνος, η ανάπαυση, μπορούν να μετατραπούν σε εμπαθείς επιθυμίες εάν δεν φυλάξουν το μέτρο της χρείας. Η υπακοή σε πρώτη φάση αναφέρεται στην τήρηση του μέτρου της χρείας. Όταν η εμπαθής επιθυμία ριζώσει στον άνθρωπο, μετατρέπεται σε φιληδονία, γι’ αυτό η υπακοή συμβαδίζει σωματικώς με τη φιλοπονία. Η φιληδονία έχει ως ρίζα τη φιλαυτία. Όπου υπάρχει φιλαυτία καώ εγωισμός φυτρώνει κάθε φαύλο πράγμα. Αυτή είναι η πεσούσα ανθρώπινη φύση η οποία υπόκειται στον νόμο της βαρύτητας, που οδηγείται προς την αμαρτία.

Η πε­σούσα φύση ως τυφλή δύναμη, ως βαρύτητα, ωθεί τον άνθρωπο προς τα κάτω. Γι’ αυτό οι Πατέρες αφαίρεσαν  την επιθυμία και αρκέσθηκαν στους νόμους της χρείας. Η άσκηση οδηγεί στη φυσική κάθαρση του σώματος. Η αποδέσμευση των αισθήσεων από τη φιληδονία καθαρίζει το σώμα. Ο άνθρωπος χωρίς την κάθαρση δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να πλησιάσει τη θεωρία. Ο νους πριν ατενίσει με παρρησία τη προσευχή και ανοίξει η θύρα της θεωρίας πρέπει να γίνει νοικοκύρης στον εαυτό του. Ο πρώτος βαθμός της νοικοκυροσύνης είναι η υποταγή των αισθήσεων στους νόμους της χρείας. Έτσι υποχωρούν τα πάθη, καταργείται η παρά φύσιν ζωή. Το σώμα του ανθρώπου και ολόκληρος ο άνθρωπος καθαρίζεται και επιστρέφει  στη φυσιολογική κατάσταση, την ανεκτή στο Θεό. Τότε έρχεται η Θεία Χάρις και ελκύει  στο υπέρ φύσιν, στον αγιασμό, στην υπέρβαση όχι μόνον της χρείας, αλλά και της ανάγκης. Είναι απλά τα πράγματα.

 

Αυτή η διαδικασία μπορεί να βιωθεί από τους πιστούς μέσα στον κόσμο;

Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πιστών που ζουν  στον κόσμο και μοναχών. Η μόνη διαφορά είναι το θέμα του γάμου και του πλουτισμού, δηλαδή της οικονομικής ευχέρειας που χρειάζεται ο άνθρωπος όταν έχει οικογένεια και κοινωνικές υποχρεώσεις. Φυσικά είναι δυσκολότερο μέσα στον κόσμο, κυρίως στη σημερινή κοινωνία, η οποία έχει παραφθαρεί και στα νοήματα και στα κινήματά της. Αλλά άλλο είναι το δύσκολο  και άλλο το αδύνατο. Ο άγωνας είναι ευκολότερος στον μοναχό διότι απέχει από τα αίτια. Έτσι έχει, εξαρχής, μία ελευθερία, στην οποίαν όμως μπορεί να φθάσει και ο πιστός μέσα  στον κόσμο με την τήρηση του μέτρου της χρείας. Αυτός είναι ο δρόμος, η αρχή και τα πρώτα στάδια της ασκητικής για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην ελευθερία και την αγάπη και μέσω αυτών διά της Θείας Χάριτος  στη θεωρία και τον «σαββατισμό», όπου πραγματοποιείται η μεταλλαγή των φυσικών κινήσεων του σώματος.

 

(Γέροντος Ιωσήφ, «Λόγοι Παρακλήσεως»)

 

 

 

 

 

 

Τι είναι η Ευρώπη;(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς (1880-1956), επισκόπου Αχρίδας)


Είναι η επιθυμία και ο πόθος της εξουσίας και της ηδονής, και η γνώση. Αμφότερα ανθρώπινα: η ανθρώπινη επιθυμία και πόθος, και η ανθρώπινη γνώση.

Και τα δύο προσωποποιούνται στον Πάπα και στον Λούθηρο.

Τι είναι λοιπόν η Ευρώπη;

Ο Πάπας και ο Λούθηρος.

Χορτασμένες οι ανθρώπινες επιθυμίες εις το έπακρον, και χορτασμένη η ανθρώπινη γνώση εις το έπακρον.

Ο ευρωπαϊκός Πάπας είναι η ανθρώπινη επιθυμία της εξουσίας.

Ο ευρωπαϊκός Λούθηρος, η πείσμων απόφαση του ανθρώπου τα πάντα να εξηγηθούν με το νου του.

Ο Παπισμός χρησιμοποιεί την πολιτική, επειδή μόνον δι’ αυτής αποκτά κάποιος την εξουσία.

Ο Λουθηρανισμός χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία και την επιστήμη, επειδή νομίζει ότι

αυτός είναι ο δρόμος, δια να απόκτηση κάποιος την σοφία.

Έτσι, η επιθυμία κήρυξε τον πόλεμο κατά της γνώσης και η γνώση κατά της

επιθυμίας.

Τούτο είναι η Ευρώπη.

Στην εποχή μας, όμως, ήλθε μία νέα γενιά Ευρωπαίων, η οποία νύμφευσε την

επιθυμία με τη γνώση και απέρριψε και τον Πάπα και τον Λούθηρο…

Η ανθρώπινη επιθυμία και η ανθρώπινη σοφία εστεφανώθησαν εις τας ημέρας μας

και ούτω συνήφθη γάμος, ο οποίος δεν είναι ούτε ρωμαιοκαθολικός ούτε

λουθηρανικός, αλλ’ οφθαλμοφανώς και δημοσίως σατανικός!

Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι πλέον ούτε Παπική ούτε Λουθηρανική.

Είναι υπεράνω και έκτος τούτων. Είναι ολότελα επίγειος, χωρίς έστω και τον πόθο

να ανεβαίνει εις τον ουρανό, είτε με το διαβατήριο του αλάθητου Πάπα είτε πάλι με

τη σκάλα της προτεσταντικής σοφίας.

Αρνείται εντελώς το ταξίδι από τον κόσμο τούτο.

Επιθυμεί να παραμείνει εδώ.

Επιθυμεί να είναι ο τάφος της όπου και το λίκνο της.

Δεν γνωρίζει περί άλλου κόσμου.

Δεν αισθάνεται την ουράνιο ευωδία. Δεν βλέπει στον ύπνο της τους Αγγέλους και

τους Αγίους. Για την Θεοτόκο δεν θέλει να ακούσει. Η ακολασία την στερεώνει εις το

μίσος κατά της παρθενίας. […]

Οι φίλαρχοι και υπερήφανοι λαοί της Ευρώπης δεν αναγνωρίζουν ποτέ το σφάλμα

των. Έχουν χάσει την έννοια της αμαρτίας και της μετανοίας. Για κάθε κακό στον

κόσμο την ευθύνη έχει άλλος, αυτοί ποτέ.

Πως θα μπορούσαν αυτοί να διαπράξουν αμαρτία, αφού κάθισαν πάνω στο

θρόνο του Θεού και ανακήρυξαν τους εαυτούς των αλάθητους θεούς!

Πρώτος ανακήρυξε τον εαυτό του αλάθητο ο θρησκευτικός των ηγέτης, ο Πάπας.

Το παράδειγμά του, και εις πείσμα του, το ακολούθησαν οι άρχοντες της Δύσης και

οι Βασιλείς. Όλοι ανακηρύχτηκαν αλάθητοι, και οι τον Σταυρόν φορούντες και οι την

μάχαιραν φέροντες. (Δηλ. εκκλησιαστικοί και κοσμικοί άρχοντες).

Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ



Ο Απόστολος Παύλος έναντι των αιρέσεων

 

μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη

 

Το στόμα του Χρυσορρήμονος Ιωάννου και η γραφίδα του θα χρειαζόταν για να εγκωμιάσουμε επαξίως τον μέγα Απόστολο Παύλο, το στόμα του Χριστού. Επειδή μας λείπουν και τα δύο αυτά, θα δανεισθούμε λόγους του ίδιου του Αποστόλου για να παρουσιάσουμε το θέμα μας. Φυσικά την αντιμετώπιση των αιρέσεων, θέμα τόσο σημαντικό στην ποιμαντική διακονία της Εκκλησίας, δεν θα μπορούσε να την αμελήσει αυτός που είχε την μέριμναν πασών των εκκλησιών1, ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

Ας ξεκινήσουμε όμως από το πως βλέπει ο Απόστολος την υγιαίνουσα διδασκαλία. Τι είναι, δηλαδή, αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ορθοδοξία, τι είναι η σωστή πίστη, για να την αντιδιαστείλουμε κατόπιν προς την αίρεση. Υιοί Θεού, λέγει ο Απόστολος, είναι όσοι κινούνται και καθοδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα (Ρωμ. 8, 14), οι πνευματέμφοροι, δηλαδή οι Άγιοι. Αυτοί είναι οι πραγματικοί Χριστιανοί.

H σωστή πίστη, η υγιαίνουσα διδασκαλία, όπως την ονομάζει ο Απόστολος, είναι αποτέλεσμα καθαράς συνειδήσεως, η οποία γεννιέται από τον καθαρό βίο. Η υγιής διδασκαλία της Εκκλησίας απευθύνεται στους πάντας. Έρωτα ο Απόστολος: Η Ιουδαίων ο Θεός μόνον; Ουχί δε και εθνών; Και απαντά: Ναι και εθνών2. Όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά σε όλους απευθύνεται ο Χριστός. Όλοι -αρκεί να το θέλουν- μπορούν να γίνουν κατά χάριν παιδιά του, να φθάσουν στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και στην κατά χάριν θέωση.

Όμως, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνονται όλοι σ’ αυτό το κάλεσμα του Χριστού. Μάλλον αυτοί που ανταποκρίνονται είναι σχετικώς λίγοι. Αυτοί που ανταποκρίνονται αγιάζονται και σώζονται με τη χάρη του Χριστού και όχι με τις δικές τους μόνο δυνάμεις. Στην Εκκλησία έχουμε Χριστοσωτηρία και όχι αυτοσωτηρία ή εργοσωτηρία.Χάριτι έστε σεσωσμένοι3 βροντοφωνάζει ο Απόστολος.

Η σωστή πίστη φαίνεται στην καθημερινή πράξη. Όπως λέμε στη θεολογική γλώσσα, το δόγμα (δηλ. το τι πιστεύουμε) έχει -θα πρέπει να έχει- άμεση σχέση με το πως ζούμε. Παράλληλα όμως και σε αντίθεση προς το μυστήριο της ευσεβείας, που είναι η Εκκλησία, υπάρχει και το μυστήριο της ανομίας, η αίρεση δηλαδή και η πλάνη.

Σε αντίθεση με την Εκκλησία που χαρακτηρίζεται από ενότητα, στην αίρεση και την πλάνη υπάρχει πολυδιάσπαση. Είναι οι άθεοι και άπιστοι, οι αιρετικοί, οι σχισματικοί, αυτοί που κάνουν δικές τους φατρίες, οι σκανδαλοποιοί, αυτοί που επιμένουν στην αμαρτία και δεν μετανοούν.

Βασική αιτία όλων αυτών των καταστάσεων είναι η υπερηφάνειαΕι τις ετεροδιδασκαλεί… γράφει στον μαθητή του Τιμόθεο ο Απόστολος Παύλος,τετύφωται4. Δηλαδή με απλά λόγια, όποιος φτιάχνει μία δική του θρησκεία, δηλ. μια αίρεση, τετύφωται, έχει μέσα του βουνό την υπερηφάνεια, γι’ αυτό και δεν υποτάσσεται στον αληθινό Θεό.

Η υπερηφάνεια και τα πάθη, που γεννώνται από αυτήν, ρίχνουν τον άνθρωπο στην αίρεση. Ρίζα γαρ πάντων των κακών έστιν η φιλαργυρία, γράφει πάλι στον μαθητή του Τιμόθεο ο θείος Παύλος, ης τινές ορεγόμενοι απεπλανήθησαν από της πίστεως5. Η αμαρτία και τα πάθη μιαίνουν, λερώνουν τον νου και την συνείδηση και έτσι ο άνθρωπος απορρίπτει την υγιά διδασκαλία και ακολουθεί το δρόμο της αυτονομίας δουλεύοντας στα πάθη του. Οι απωσάμενοι την πίστιν και την αγαθήν συνείδησιν, εναυάγησαν περί την πίστιν6.

Πίσω από τα πάθη φυσικά είναι ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους, που τα υποκινεί και παρασύρει τον άνθρωπο. Η αίρεση, η ετεροδιδασκαλία, όπως την ονομάζει ο Απόστολος, ξεκινά ως ένα ξένο σώμα μέσα στην Εκκλησία, το οποίο ο ζωντανός οργανισμός, που είναι η Εκκλησία, το αποβάλλει. Την αίρεση δημιουργεί ο θεός του αιώνος τούτου, δηλαδή το σαρκικό φρόνημα, το φρόνημα του παλαιού ανθρώπου, του ανθρώπου των παθών. Έτσι έχουμε μπροστά μας δύο αντίθετους κόσμους.

Την Εκκλησία από τη μία πλευρά και την αίρεση από την άλλη. Όπως το φως με το σκοτάδι δεν μπορούν να συνυπάρξουν, έτσι και η αλήθεια της Εκκλησίας με το ψέμα των αιρέσεων.

Να τι γράφει ο Απόστολος Παύλος στη Β’ προς Κορινθίους επιστολή του: κεφ. 6, 14

14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ, ἢ τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;. 15 τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελιάρ, ἢ τίς μέρις πιστῷ μετὰ ἀπίστου;. 16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ἡμεῖς γὰρ ναὸς θεοῦ ἐσμεν ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν θεὸς καὶ αὐτοὶ ἔσονται μου λαός. 17 διό ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς. 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθε μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει κύριος παντοκράτωρ.

Δηλαδή:

14 Μη συνάπτετε στενόν σύνδεσμον προς τους απίστους, με τους οποίους δεν ημπορείτε να αποτελέσετε ταιριαστό ζευγάρι, ώστε να εμβαίνετε εις τον ίδιον ζυγόν μαζί τους. Διότι ποίος συνεταιρισμός ημπορεί να υπάρχη μεταξύ δικαιοσύνης και ανομίας; Ποία δε επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους; 15 Ποία δε συμφωνία μπορεί να γίνη μεταξύ του Χριστού και του Σατανά; Ή ποίον μερίδιον δύναται να έχη ένας πιστός με ένα άπιστον; 16 Πως δε ημπορεί να ευρίσκωνται μαζί εις τον ίδιον τόπον ο ναός του Θεού και τα είδωλα; Ναι• δεν έχουν καμμίαν θέσιν τα είδωλα εις σας. Διότι σεις είσθε ναός του ζώντος Θεού, καθώς είπεν εις την Παλαιάν Διαθήκην ο Θεός• Ότι θα κατοικήσω μέσα των και θα περιπατήσω μεταξύ των και θα είμαι Θεός ιδικός των και αυτοί θα είναι λαός μου. 17 Δι’ αυτό εξέλθετε από μέσα από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς, λέγει ο Κύριος, και μη εγγίζετε οτιδήποτε ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν πατρικήν. 18 Και θα γίνω πατέρας σας και σεις θα είσθε παιδιά μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ7.

Η εμφάνιση των αιρέσεων δίνει την ευκαιρία να δοκιμασθεί και η αγάπη μας προς τον Χριστό, αν είναι γνήσια ή όχι. Αυτό το νόημα έχει ο λόγος του Αποστόλου δει γαρ και αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν8.

Είπαμε ότι στη βάση όλων των αιρέσεων βρίσκεται η υπερηφάνεια. Απ’ αυτήν ακριβώς γεννιέται και η υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον εαυτό του και στην προκειμένη περίπτωση η πίστη ότι με την κτιστή διάνοιά του ο άνθρωπος θα βρει μόνος του την αλήθεια. Βλέπετε, συνιστά στους Κολοσσαείς ο Απόστολος, μη τις υμάς εσταί ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής [=κούφιας] απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν9.

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τι κάνουν οι αιρέσεις. Οι αιρέσεις κηρύσσουν ένα άλλο Ευαγγέλιο (έτερον Ευαγγέλιον) και όχι το Ευαγγέλιο της εν Χριστώ σωτηρίας. Σήμερα κατ’ εξοχήν αυτό το έτερον Ευαγγέλιον συνοψίζεται στην εωσφορική πρόταση της αυτοσωτηρίας και αυτοθεώσεως του ανθρώπου χωρίς τον Θεό.

Οι αρχηγοί και διαφημιστές των αιρέσεων λένε στους ανθρώπους αυτά που τους αρέσουν, κολακεύουν τα πάθη τους, χαϊδεύουν τις ακοές των ανθρώπων10. Οι αιρέσεις σπρώχνουν τους ανθρώπους προσέχειν μύθοις11, να ασχολούνται με παραμύθια, θα λέγαμε στην απλή γλώσσα. Αυτό κι αν δεν γίνεται σήμερα! Βομβαρδίζονται οι άνθρωποι με ωροσκόπια, χαρτιά ταρώ και χίλια δύο άλλα παρόμοια. Τα υποψήφια θύματα εξαπατώνται με κούφια λόγια12.

Οι αιρετικοί είναι ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι13. Γι’ αυτό μη μας εκπλήσσει που και αυτοί μιλούν για Χριστό14 και υποκρίνονται ότι είναι ευσεβείς15. Στ’ αλήθεια είναι λύκοι με προβιά προβάτων! Το κρίσιμο σημείο είναι αν πιστεύει κανείς στον σταυρό και στην ανάσταση του Χριστού και στο ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός σωτήρας του ανθρώπου, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτία.

Το να δέχεται κάποιος τον Ιησού Χριστό ως ένα σπουδαίο πνευματικό δάσκαλο ή κοινωνικό επαναστάτη, δεν σημαίνει τίποτε. Αυτό που ξεχωρίζει την πίστη της Εκκλησίας από την πλάνη των αιρέσεων, είναι ότι η Εκκλησία ομολογεί και κηρύσσει Ιησούν Χριστόν σταυρωθέντα και αναστάντα, μοναδικό σωτήρα του ανθρώπου. Τίποτε λιγότερο από αυτό.

Η αντιμετώπιση των αιρέσεων

Ας δούμε τώρα τι λέγει ο Απόστολος Παύλος για την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Όπως ξέρουμε, η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Η γνώση και βίωση της πίστεως• η συνειδητή ένταξη στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού και η στερέωση στην πίστη• αυτή είναι η καλύτερη πρόληψη.

Για να μη φάει ο λύκος τα πρόβατα, θα πρέπει ο τσομπάνης (ο ποιμήν) να είναι καλός και τα σκυλιά να κάνουν σωστά τη δουλειά τους αλλά και τα ίδια τα πρόβατα να γνωρίζουν να προφυλάσσονται.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο.

Ο Απόστολος μας δίνει απλές, αποτελεσματικές αλλά και κατηγορηματικές οδηγίες στα λογικά πρόβατα: Επειδή οι αιρετικές διδασκαλίες προκαλούν κλυδωνισμούς και αναταράξεις στις συνειδήσεις16 γι’ αυτό, λέγει

α): μη διαβάζετε και μην ακούτε αιρετικά πράγματα (διδαχαίς ποικίλαις και ξέναις μη παραφέρεσθε17) και

β): απομακρυνθείτε από αιρετικούς ανθρώπους (μη ουν γίνεσθε συμμέτοχοι αυτών18 και μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μαλλον δε και έλέγχετε19) και

γ): Ακόμη και άγγελος εξ ουρανού να σας κηρύξει άλλο ευαγγέλιο, μην το δεχθείτε. Να τι γράφει ο Απόστολος στους Γαλάτες: Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα εστω20.

Δίνει δηλαδή ο Απόστολος ένα απόλυτο αλλά και ασφαλέστατο κριτήριο: Ό,τι δεν συμφωνεί με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας (εδώ συμπεριλαμβάνονται οι Ιεροί Κανόνες και η διδασκαλία των Αγίων), εσείς -λέγει- μην το δεχθείτε και μην το ακολουθήσετε, όποιος και αν είναι αυτός που θα σας το πει!

Ας έρθουμε τώρα και στους ποιμένες των λογικών προβάτων. Τι θα πρέπει να κάνουν αυτοί, ώστε με τη χάρη του Θεού να διαφυλάξουν τα πρόβατα από τους λύκους-αιρετικούς.

Κατ’ αρχήν ο καλός ποιμήν θα πρέπει να είναι πρόθυμος να θυσιασθεί για το ποίμνιο, κατά το πρότυπο του καλού ποιμένος Χριστού. Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος21, παραγγέλλει ο θείος Παύλος. Ο καλός ποιμήν γνωρίζει ότι εχθρός είναι ο διάβολος και η πλάνη. Τον διάβολο λοιπόν και την πλάνη αποστρέφεται. Τους πλανωμένους, τα θύματα των αιρέσεων, τα αντιμετωπίζει όπως ο γιατρός τους ασθενείς. Προσπαθεί να τους βοηθήσει, εάν φυσικά το θέλουν και το δέχονται.

Ο καλός ποιμήν αφήνει τα 99 πρόβατα της μάνδρας για να αναζητήσει το ένα χαμένο και πανηγυρίζει όταν το βρεί22. Ο καλός ποιμήν απευθύνεται σε όλους κηρύσσοντας το Ευαγγέλιον (=χαρμόσυνο άγγελμα) της σωτηρίας23, ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας24, ερμηνεύει σωστά το Ευαγγέλιο. Απευθύνεται κυρίως στην ελευθερία των προσώπων και προσπαθεί να κεντρίσει το φιλότιμό τους25.

Ο καλός ποιμήν μιλάει τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται. Χρησιμοποιεί τα μέσα που έχει στη διάθεσή του (σήμερα ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο-Internet) -υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι αυτά είναι συμβατά με το φρόνημα και το ήθος της Εκκλησίας- προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, να μεταδώσει δηλαδή το Ευαγγέλιο.

Να τι γράφει ό Απόστολος μας στους Κορινθίους 9,19 :

19 Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· 20 καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὕπο νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, μὴ ὢν αὐτὸς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· 21τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος θεοῦ ἀλλ’ ἔννομος Χριστοῦ, ἵνα κερδάνω τοὺς ἀνόμους· 22 ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσιν γέγονα πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω.26

Ο καλός ποιμήν χρησιμοποιεί διαφόρους τρόπους ποιμαντικής δράσεως, όπως ο καλός γιατρός διάφορα φάρμακα, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της αρρώστιας. Να τι υποδεικνύει στον μαθητή του Τιμόθεο: Κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον (=παρηγόρησον), εν πάση μακροθυμία και διδαχή27. Άλλοτε χρειάζεται πολλή αγάπη μήπως τη περισσοτέρα λύπη καταποθή ο τοιούτος28 και άλλοτε αυστηρότητα29 πάλι για το καλό του ασθενούντος πνευματικά ή πλανωμένου.

Μερικές φορές χρειάζεται και ο έλεγχος δημοσία και όχι μόνον κατ’ ιδίαν. …τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον εχωσι30 γράφει ο Απόστολος προς τον μαθητή του Τιμόθεο. Είναι περιπτώσεις που επιβάλλεται άμεση ενέργεια και αποστομωτική απάντηση, διότι οι ανυπότακτοι, ματαιολόγοι καιφρεναπάται (=που εξαπατούν τα μυαλά των άλλων)31, κάνουν μεγάλη ζημιά. Στο να έχουν καλό αποτέλεσμα οι λόγοι και οι ενέργειες του ποιμένος βοηθεί το να είναι αυτός ακατηγόρητος32, το να μη βαρύνεται, δηλαδή, με λόγους και πράξεις για τις οποίες μπορεί να κατηγορηθεί, ούτε, ακόμη περισσότερο, με σκάνδαλα.

Μερικές φορές η θεραπεία είναι δύσκολη, επειδή άργησε ο ασθενής να πάει στον γιατρό33. Άλλες φορές πάλι επιβάλλεται η αποκοπή του μέλους που νοσεί ανιάτωςκαι κινδυνεύει να μολύνει, σαν τη γάγγραινα, και τα υγιή μέλη34. Πάντως ο καλός ποιμήν ποτέ δεν απελπίζεται, αφού το ξυπνητήρι της συνειδήσεως μπορεί να λειτουργήσει μέχρι και την τελευταία στιγμή, που ο άνθρωπος έχει τα μάτια του ανοιχτά σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ας δούμε και ερμηνεία του γνωστού γραφικού χωρίου αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος35. Εδώ ο Απόστολος εννοεί τον αιρετικό που επιμένει να δημιουργεί σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία. Αυτόν πράγματι, αφού τον συμβουλεύσει ο ποιμήν μια-δυο φορές και δεν διορθώνεται, είναι καλύτερα να παύσει να ασχολείται μαζί του και να τον αποκόψει.

Εδώ φθάσαμε στο τέλος του σύντομου ταξιδιού με οδηγό τον μέγα Απόστολο των εθνών Παύλο. Ακούσαμε τι λέγει για τις αιρέσεις και τον τρόπο της αντιμετωπίσεώς των. Θα το συνοψίσουμε και θα το επαναλάβουμε: μόνον η συνειδητή ένταξή μας στη μάνδρα της Εκκλησίας μας παρέχει ασφάλεια από τους λύκους-αιρετικούς, οι οποίοι μάλιστα πολλές φορές εμφανίζονται με ένδυμα προβάτου.

Ας ευχηθούμε ο καλός Θεός, ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι, και εις επίγνωσιν αληθείας έλθείν36, να φωτίζει με τις ευχές των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και πάντων των αγίων εμάς μεν να φυλάξουμε τον θησαυρό της πίστεως αγωνιζόμενοι και αγιαζόμενοι, τους δε μακράν της ποίμνης αιρετικούς και πλανωμένους να φωτίζει, ώστε να επιστρέψουν εν μετανοία στην αγκαλιά του στοργικού πατέρα, που τους περιμένει υπομονετικά.

 

 

1. Β’ Κορ. 11, 28.

2. Ρωμ. 3, 29.

3. ‘Εφ. 2,5

4. Α’ Τιμ. 6, 3.

5. Α’ Τιμ. 6, 10.

6. Πρβλ. Α’ Τιμ. 1, 19.

7. Βλ. Καινή Διαθήκη, έκδ. Σωτήρ, 3-6-1993, σσ. 728

8. Α’ Κορ. 11, 12.

9. Κολ. 1, 8.

10. κνηθόμενοι την ακοήν, λέγει ο Απόστολος μας, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο (Β’ Τιμ. 4, 2).

11. Α’ Τιμ. 1, 3.

12. Εφ. 5, 6.

13. Β’ Κορ. 11, 13.

14. Φιλ. 1, 15.

15. Ρωμ. 16, 17-18.

16. Εφ. 4, 14.

17. Εβρ. 13, 9.

18. Εφ. 5, 7.

19. Εφ. 5, 11.

20. Γαλ. 1, 8.

21. Α’ Κορ. 10, 24).

22. Ματθ. 18, 12-13.

23. Κορ. 1, 28.

24. Β’ Τιμ. 2, 15.

25. Β’ Κορ. 8, 8.

26. Α’ Κορ. 9, 19-22.

27. Β’ Τιμ. 4, 2.

28. Β’ Κορ. 2, 6.

29. Α’ Κορ. 4, 18-21.

30. Α’ Τιμ. 5, 20.

31. Τίτ. 1, 10.

32. Τίτ. 2, 8.

33. Πρβλ. Εβρ. σ. 6.

34. Β’ Θεσσ. 3, 6.

35. Τίτ. 3, 10-11.

36. Πρβλ. Α’ Τιμ. 2,4

 

Περιοδικό ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ τεύχος 56

Γιατί ο Πέτρος αρνήθηκε το Χριστό;

 

γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού

Ερωτ.: Γέροντα, μας μιλήσατε προηγουμένως για το ατελές του Απ. Πέτρου, προ της Πεντηκοστής. Λόγω της ατέλειας του αρνήθηκε τον Κύριο μας;

Απαντ.: Το θέμα της αρνήσεως του Πέτρου, κατά τις κρίσεις των Πατέρων, είναι οικονομία. Διότι δεν ήτο δυνατό ο Πέτρος, ο οποίος εις όλη την περίοδο πού ήταν μαζί με τον Χριστό και έδειξε τόσο ζήλο και τόση ταπεινοφροσύνη, να πέση σε τόσο μεγάλο λάθος, να αρνηθή τρεις φορές τον Δεσπότη Χριστό. Δεν είναι λογικό αυτό. Θυμηθείτε την ομολογία του Πέτρου!

Όταν ο Ιησούς μας ερώτησε: «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» ο Πέτρος ωμολόγησε και είπε: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς μας εγύρισε και του είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψε σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).

Ο Πέτρος κατά φύσι ήταν πολύ ζηλωτής και ασυμβίβαστος. Μέσα στην πανσοφία Του ο Θεός, μετά την θερμή του ομολογία, τον έθεσε θεμέλιο Γης Εκκλησίας. Επειδή όμως η Εκκλησία θα αγκάλιαζε όλη την ανθρώπινη φύσι, όλους τους χαρακτήρες, όχι μόνο τους ζηλωτές και ισχυρούς αλλά και τους ασθενείς και αδυνάτους, επιτρέπει ο Κύριος την τριπλή άρνησι. Διότι, μην ξεχνάμε· οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ασθενείς και αδύνατοι. Ούτε στους πέντε ανά εκατό δεν θα εύρωμε ισχυρούς χαρακτήρας, οι όποιοι αγάπησαν τον Θεό εξ ολοκλήρου και με την ορμή της αγάπης τους έδειξαν αυταπάρνησι. Γι’ αυτούς λοιπόν τους υπολοίπους ασθενείς έγινε οικονομία. Ο Πέτρος όμως ως ζηλωτής και ισχυρός, πού δεν είχε μέσα του νόημα συγκαταβάσεως, δεν θα το καταλάβαινε αυτό.

Επομένως κάνει μια οικονομία ο Θεός και επιτρέπει να τον αρνηθή. Ύστερα τον θεραπεύει μόνος Του. Τον πλησιάζει και του λέει: «Πέτρε, φιλείς με; Πέτρε, αγαπάς με;» Ελυπήθη ο Πέτρος, δεν το κατάλαβε. Αλλά οι τρεις ερωτήσεις ήταν η θεραπεία της τρισσής αρνήσεως.

Με την τριπλή Ομολογία, ο Πέτρος, εξήλειψε την ενοχή. Έμαθε όμως εκ πείρας, ότι και οι ζηλωταί ακόμη έχουν ανάγκη επιεικείας.

Το ίδιο κάνει ο Θεός και στον Απ. Παύλο. Επειδή ήταν η σπονδυλική στήλη της Εκκλησίας, τον αφήνει στην αρχή να γίνη διώκτης, εχθρός· και ύστερα τον παίρνει· και αυτός με συναίσθησι βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης λέγει: «Ουκ ειμί ικανός καλείσθε Απόστολος, διότι έδιωξα την Εκκλησία του Χριστού». Έχω όμως ένα ελαφρυντικό, ότι «αγνοών εποίησα».

Βλέπετε με πόση πανσοφία ο Θεός οικονομεί για να δώση και σε μας παρηγοριά. Διότι αυτοί οι κορυφαίοι εάν έμπαιναν με την δύναμι της ορμής τους μέσα στην Εκκλησία, που θα ήξεραν ότι εμείς οι αδύνατοι δεν ημπορούμε τώρα να κρατήσωμε; Με αυτό τον τρόπο συγκαταβαίνει η θεία αγαθότης προς τις αδυναμίες των ανθρώπων, ώστε να ημπορέσωμε και εμείς να φθάσωμε εις αυτή. Κατεβαίνει ο Θεός για να σηκωθούμε εμείς.

Από το βιβλίο ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ

Αναδημοσίευση από:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον