ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ(Iω.Καρδάση)

 

ANEKROTAFEIO

– Γενικά περί θανάτου.

 

            Ο θάνατος δεν είναι κάτι υποστατικό. Ουσιαστικά δεν υπάρχει, είναι η άρνηση της ζωής, η μη ύπαρξη ζωής. Όπως το σκοτάδι είναι η ανυπαρξία φωτός, έτσι και ο θάνατος είναι η ανυπαρξία ζωής. Όταν μιλάμε στην θεολογία για τον θάνατο, εννοούμε κυρίως τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, την απομάκρυνση από τον Χριστό, που είναι η ζωή: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14. 6) και αλλού: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8. 12). Με αυτές τις προϋποθέσεις ο πρώτος νεκρός, πριν τη δημιουργία του ανθρώπου, είναι φυσικά ο διάβολος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ένας άνθρωπος μπορεί να περπατάει, αλλά να είναι νεκρός (ως προς τον Θεό) και ένας άλλος να είναι βιολογικά νεκρός, αλλά να είναι σε κοινωνία με τον Θεό!

 

Ο άνθρωπος προτίμησε την παρακοή και τον θάνατο που απορρέει από την αμαρτία  και έτσι: » … ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν … αλλ’ εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως …» (Ρωμ. 5. 12-14). Άρα ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας και αυτός κληρονομείται σ’ ολόκληρη την φύση και όχι το ίδιο το αμάρτημα. Όλοι οι μετέπειτα άνθρωποι φέρουν μέσα στην ύπαρξή τους το αποτέλεσμα αυτής της παρακοής, το σπέρμα του θανάτου. Επετράπη ο σωματικός θάνατος, για να μη μείνει ο άνθρωπος αιωνίως ζωντανός νεκρός και επομένως να μη μείνει και η αμαρτία αιώνια και αθάνατη.

 

– Η απομάκρυνση της ψυχής από το σώμα

 

            Ο θάνατος είναι ένα μυστήριο, που δεν μπορεί να τον συλλάβει η λογική του ανθρώπου. Και βέβαια εξετάζεται η συνήθης κατάσταση του ανθρώπου κατά την ώρα του βιολογικού του θανάτου, δηλ. την ώρα που αποχωρίζεται η ψυχή από την σύνδεσή της με το σώμα και δεν υπάρχει πλέον «πνοή ζωής» στο σώμα. Τούτο είναι πλέον νεκρό. Όσον αφορά την ψυχή αυτή δεν πεθαίνει, με την βιολογική έννοια του όρου, αλλά παραμένει αθάνατη, είτε ζώσα, είτε νεκρή (ως προς τον Θεό).

 

Η ένωση της ψυχής με το σώμα γίνεται με την δημιουργία του ανθρώπου, αμέσως με την σύλληψή του. Κατά την στιγμή του θανάτου, η ψυχή δεν θέλει να ζήσει χωρίς το σώμα, γιατί ποτέ δεν υπήρχε μόνη της χωρίς το σώμα. Έτσι η απομάκρυνσή της από το σώμα γίνεται με βίαιο τρόπο, χωρίς η ψυχή να το θέλει. Η αρμονική σχέση μεταξύ των δυο αυτών συστατικών της ανθρώπινης υπόστασης και ο φυσικότατος δεσμός τους διασπάται βίαια και αυτό συνιστά το φοβερό μυστήριο του θανάτου, ο δε ψαλμωδός το επισημαίνει χαρακτηριστικά: «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον«.

 

Για τον χριστιανό, εκείνον που βιώνει την Χάρη του Θεού, όλος ο βίος του είναι η προετοιμασία του γι’ αυτό τον χωρισμό. Αυτή η προετοιμασία δεν γίνεται με άγχος, αλλά τουναντίον με αισιοδοξία και χαρά, αφού εμπνέεται από την Χάρη του Θεού και κάνει ανθρωπινότερη την ζωή του, αυτός δε που προετοιμάζεται είναι ο πλέον κοινωνικός άνθρωπος, γιατί γνωρίζει να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή. Γι’ αυτούς ισχύει αυτό που είπε ο Χριστός: «έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. 14. 30). Αντίθετα, αυτός που δεν βιώνει την Χάρη του Θεού τρέμει στην ιδέα του θανάτου, δεν θέλει να τον σκέπτεται και η όλη βιωτή του είναι ένα άγχος που επιτείνεται όσο πλησιάζει το τέλος. Γι’ αυτούς τους ήδη πνευματικά νεκρούς ανθρώπους, ο Απόστολος αναφέρει: «Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αίς ποτε περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ. 2. 1-2).

 

– Τα μετά τον χωρισμό συμβαίνοντα.

 

            Η ψυχή μετά τον χωρισμό της από το σώμα και μέχρι την δεύτερη εμφάνιση του Χριστού ζει σε μια μεταβατική κατάσταση. Στο διάστημα αυτό το σώμα, αφού εκπλήρωσε τον προορισμό του σαν όργανο της ψυχής, διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» σύμφωνα με την εντολή του Θεού: «ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. 3. 19). Η κατάσταση αυτή δεν είναι φυσική για την ψυχή, αφού ζει χωρίς το σώμα με το οποίον είχε συνδεθεί αμέσως μετά την δημιουργία της. Χωρίς το σώμα είναι ανενεργής, δεν έχει πάθη, δεν έχει λογισμούς, δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση στην οποίαν ευρίσκεται: «εν τω Άδει ουκ έστι μετάνοια».

 

Εφ’ όσον η ψυχή δημιουργείται από τον Θεό μαζί με το σώμα, σημαίνει ότι είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και όταν η ψυχή αποχωριστεί του σώματος δεν παύει να υπάρχει η υπόσταση του ανθρώπου, δηλ. δεν παύει να υπάρχει ο άνθρωπος σαν πρόσωπο: «… ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. 16. 23). Ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, δεν είδε μόνο την ψυχή του. Παρ’ όλον ότι η ψυχή του Λάζαρου βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ, όμως ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο, του οποίου το σώμα έκειτο στον τάφο. Η ψυχή, καίτοι χωρίζεται από το σώμα, έχει γνώση και ενθύμηση των στοιχείων από τα οποία αποτελείτο το δικό της σώμα, έστω και αν τα μέλη του σώματος διασκορπίστηκαν με άλλα στοιχεία της όποιας ύλης. Η ψυχή πάντοτε γνωρίζει το σώμα της, γιατί είναι ενωμένη με αυτό, παρ’ ότι το σώμα βρίσκεται σε τάφο ή είναι διασκορπισμένο.

 

Έτσι ο άνθρωπος παραμένει ως υπόσταση και μετά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, ο δε χωρισμός αυτός είναι προσωρινός, αφού πάλι θα επανενωθούν τα δυο χωρισθέντα μέρη στην δεύτερη έλευση του Χριστού. Επομένως στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν γίνονται δεκτά: ο θάνατος της ψυχής και η μετενσάρκωση της ψυχής. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια ψυχή σε πολλά σώματα, δηλ. πολλά πρόσωπα με μια ψυχή. Ο Απ. Παύλος είναι σαφέστατος: «και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις, …» (Εβρ. 9. 27).

 

Αλλά που βρίσκονται οι ψυχές των κοιμηθέντων αδελφών; Στον Παράδεισο, στην Κόλαση, στην Βασιλεία των Ουρανών ή στον Άδη; Οι ψυχές των κοιμηθέντων ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο, όταν ήταν ενωμένες με τα αντίστοιχα σώματα. Εάν μια ψυχή εν ζωή ευρίσκετο στον Παράδεισο (δηλ. ήτανε σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα. Μετά την δεύτερη έλευση του Χριστού, οπότε θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, η τελική κρίση και θα καταργηθεί ο χώρος και ο χρόνος, τότε θα ενταχθεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα βρίσκεται σε αρραβώνα με αυτήν, τότε θα βρίσκεται σε γάμο διηνεκή και αδιάσπαστο. Αντίθετα, εάν μια ψυχή βρίσκεται εν ζωή στον Άδη (δηλ. δεν είναι σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, οπότε όταν θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων και η τελική κρίση, τότε θα ενταχθεί στην αιώνια Κόλαση.

 

Είναι αδύνατος ο προσδιορισμός ενός ιδιαίτερου τόπου κατοικίας των ψυχών. Χρησιμοποιείται ο όρος Παράδεισος για να δείξει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ψυχές των αγίων και φωτισμένων, όπου απολαμβάνουν την φωτιστική δόξα του θείου πυρός. Αντίστοιχα, Άδης ονομάζεται η κατάσταση εκείνη των ψυχών, στην οποίαν βρίσκονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, οι οποίοι δέχονται την καυστική δόξα του θείου πυρός.

 

Οι ψυχές των κοιμηθέντων θυμούνται τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκαν στη ζωή και ενδιαφέρονται γι’ αυτούς: «ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου. έχω γαρ πέντε αδελφούς. όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. 16. 27-28). Οι ψυχές των δικαίων, γνωρίζοντας την κατάστασή μας, δέχονται τις προσευχές μας και παρακαλούν τον Θεό για μας. Αυτές οι προσευχές εισακούονται από τον Θεό, γιατί οι ψυχές αυτές βρίσκονται σε κοινωνία με Αυτόν και όχι στην αντίπερα όχθη.

 

– Το σώμα του ανθρώπου στον τάφο.

 

            Όταν η ψυχή απομακρυνθεί από το σώμα, αυτό γίνεται πτώμα. Το πτώμα δεν έχει ούτε την ζεστασιά, ούτε την λαμπρότητα, ούτε την ωραιότητα του έμψυχου ανθρώπου. Είναι ένα άψυχο σώμα, ένα νεκρό σώμα. Ο ψαλμωδός το τονίζει χαρακτηριστικά: «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος …«. Παρ’ όλα αυτά ο θάνατος δεν αίρει την σχέση ανάμεσα στην στρατευομένη και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ο άνθρωπος διαχωρισμένος, με την ψυχή στον χώρο των ψυχών και το σώμα στον τάφο εξακολουθεί να είναι μέλος του σώματος του Χριστού (της θριαμβεύουσας Εκκλησίας) και γι’ αυτό πρέπει να εξακολουθούμε να σεβόμαστε και να προσευχόμαστε γι’ αυτόν.

 

Ο σεβασμός προς το νεκρό σώμα δείχνεται με την μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την ταφή του σώματος. Η μη κήδευση θεωρείται μεγάλη βεβήλωση, ενώ η κήδευση επιβάλλεται σε ένδειξη σεβασμού, τιμής και αγάπης προς τον κοιμηθέντα αδελφό, γίνεται δε κατά το πρότυπο της ταφής του Κυρίου με κάθε τιμή στον τόπο κατοικίας του νεκρού και με την παρουσία των οικείων του. Ο σεβασμός προς την ζώσα ψυχή δείχνεται με τις προσευχές για την ανάπαυσή της, τα μνημόσυνα και τις ελεημοσύνες.

 

Οι τρεις βασικές αλήθειες της ορθόδοξης διδασκαλίας σχετικά με τον άνθρωπο είναι: α/ ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα, β/ η ψυχή είναι αιώνια και γ/ το σώμα είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα. Η Εκκλησία δεν έχει μόνο την διδασκαλία της για την ψυχή, αλλά και βαθιά εμπειρία, δεν λέγει απλώς αυτό που ξέρει, αλλά μεταγγίζει αυτό που βιώνει και όταν βλέπει τον άνθρωπο, βλέπει την εικόνα του Θεού.

 

Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή ως μια οντότητα και επειδή η ψυχή μπορεί να μετέχει της θ. μακαριότητας, θεωρείται ιερό στοιχείο και επειδή αυτό είναι ιερό στοιχείο και κάθε τι συνδεδεμένο με αυτό, θεωρείται ιερό.

 

Το τελικό αποτέλεσμα της φυσικής αποσύνθεσης, τα λείψανα (οστά) προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε, όσο περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο και αυτό ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρήσουμε όσο περισσότερο το πρόσωπό του στον άλλο κόσμο. Ο σεβασμός στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, ότι οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι», αλλά «κεκοιμημένοι«, ο δε τόπος ταφής τους αποκαλείται: κοιμητήριο. Νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει), αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί), ο δε ιερέας εύχεται κατά την θ. λειτουργία: «… και υπέρ των εν πίστει τετελειωμένων«. Τα οστά αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσας ζωής, ενθύμηση της παρούσας κατάστασης και υπόμνηση της μελλοντικής προοπτικής. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα του, που δεν μας την θυμίζει μόνον όταν λειτουργεί, αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται- αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.

 

Το ότι η ψυχή του ανθρώπου ζει φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν και αυτά ζωή, όχι βέβαια από βιολογικής πλευράς, αλλά κάποιας μορφής πνευματικής, που όμως διαπιστώνεται. Πολλά από αυτά, που έχουν ζήσει την θ. μακαριότητα, εμφανίζουν μιαν ιδιάζουσα χάρη, π.χ. διατηρούν μιαν εντυπωσιακή ευκαμψία μετά την κοίμηση ή αποδεδειγμένη ευωδία ή ακόμη και αφθαρσία. Εξ άλλου στα λείψανα των αγίων της η Εκκλησία εδράζει το άγιο θυσιαστήριο της, θεωρώντας ότι είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει.

 

Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά την απομάκρυνσή της από αυτό. Η ίδια στην κατάσταση που βρίσκεται δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες, ούτε όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα. Η ασέβεια προς αυτήν φθείρει όμως εμάς και πιστοποιεί ότι αρνούμαστε την αθανασία της.

 

Είναι αδύνατον, όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο, να μην τιμάει και το σώμα. Το σώμα χρειάζεται μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον, απ’ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά την διάρκεια της ζωής του.

 

– Το κοιμητήριο

 

            Έτσι, ο τόπος ανάπαυσης των κεκοιμημένων, είναι ο τόπος όπου τα σώματα κείνται μέχρι την τελική αποσύνθεση, αλλά και ο τόπος όπου τα λείψανα (τα οστά) θα παραμείνουν μέχρις ότου κληθούν από τον Δημιουργό να επανασυντεθούν με την ψυχή στην κατάσταση που βρέθηκε το σώμα του Ιησού μετά την Ανάσταση. Γι’ αυτούς όλους τους προαναφερθέντες λόγους, το κοιμητήριο οφείλει να διατηρεί μια εικόνα τόπου ιερού, τόπου φιλικού και πολύ οικείου, τόπου ενθυμήσεων και χριστιανικής παιδείας, γι’ αυτό πρέπει να διατηρεί το χώρο του καθαρό, φιλικό, χώρο ανακούφισης και περισυλλογής.

 

Έχουν τα δικά μας κοιμητήρια αυτές τις απαραίτητες προδιαγραφές; Αποπνέουν ιερότητα, εμπνέουν το σεβασμό, διδάσκουν ή απωθούν; Μια απλή περιήγηση σε πολλά κοιμητήρια, ιδίως των επαρχιών, θα απογοητεύσει τον επισκέπτη. Τάφοι κατεστραμμένοι και χαίνοντες, χωροθεσία των τάφων ανύπαρκτη, σκουπίδια όλων των ειδών και ποιοτήτων, μια μικρή χωματερή, οστεοφυλάκιο βρωμερά και τρισάθλια με τα κιβώτια των λειψάνων ατάκτως ερημένα, πολλά μικρά οστεοφυλάκια καταρρεύσαντα ή υπό κατάρρευση, πλήρης ακαταστασία, πραγματική σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, απαράδεκτη εγκατάλειψη και ασέβεια προς τους κεκοιμημένους. Βέβαια αυτά συμβαίνουν σε λίγα κοιμητήρια, αλλά συμβαίνουν.

 

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εισχώρησε και στα μνήματα ο ΡΚαθολικισμός, νέα πρότυπα ήλθαν από την αμαρτωλή Δύση, τα αγάλματα αγγέλων, του Ιησού Χριστού και της Παναγίας. Ως προς μεν τα αγάλματα των αγγέλων, ίσως υπάρξει το κατ’ οικονομίαν, εάν πρόκειται για διακοσμητικούς λόγους, κατά το πρότυπο της Κιβωτού της Διαθήκης, αλλά ως προς τα αγάλματα του Ιησού και της Παναγίας, αυτό αποτελεί σαφή παράβαση του όρου της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, όπου: «….. ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς…..«. είναι δε γνωστό, ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν δέχεται την παρουσία αγαλμάτων σε Ι. Ναό ή εκκλησιαστικό χώρο, όπως είναι το κοιμητήριο, δια να αποφύγει παντελώς την ομοιότητα προς τα είδωλα και επομένως την προσκύνησή των.

 

Βέβαια, τόσο η αθλία κατάσταση ορισμένων κοιμητηρίων, ιδίως επαρχιακών, όσο και η ανοχή της τοποθέτησης και διατήρησης αγαλμάτων βαρύνει κατά κύριο λόγο το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αλλά και όλους εμάς, που ανεχόμαστε να συντηρούμε ένα τέτοιο άθλιο περιβάλλον, που προσβάλει πρώτα εμάς τους ίδιους, την πολιτιστική μας κληρονομιά, την ορθόδοξη πίστη μας, τη φύση που μας φιλοξενεί, αλλά το σοβαρότερο προσβάλει τους προσφιλείς ανθρώπους, που τα σώματά τους κείνται σε ένα αφύσικο περιβάλλον και που θα μας το καταλογήσουν  «εν εκείνη τη ημέρα».

 

30.4.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ     

Η ΑΓΙΑ ΤΟΛΜΗ ΤΩΝ  ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΑΠ’ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ

Θησαυρός Γνώσεων και ευσεβείας (II)

Αποκαθήλωσις-Άγ.-Ιωσ.-Αριμαθαίος

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

‘’Τι τα μύρα τοις δάκρυσι Μαθήτριαι κιρνάτε;  Ο λίθος κεκύλισται, ο τάφος κεκένωται, ίδετε την φθοράν, τη ζωή πατηθείσαν, τας σφραγίδας τηλαυγώς, υπνούντας δεινώς τους φύλακας των απειθών, το θνητόν σέσωσται σαρκί Θεού, ο Άδης θρηνεί, δραμούσα χαρά, είπατε τοις Αποστόλοις∙ ο νεκρώσας Χριστός τον θάνατον, πρωτότοκος εκ νεκρών, προάγει εις την Γαλιλαίαν’’ (Δοξαστικόν του Εσπερινού την Κυριακή των Αγίων Μυροφόρων).

Κατά τη Θεία Λειτουργία, την Κυριακή των Αγίων Μυροφόρων γυναικών και Ιωσήφ του Δικαίου, γίνεται ανάγνωση της σχετικής περικοπής από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον.  Η Ευαγγελική αυτή περικοπή αρχίζει με την τόλμη του Ιωσήφ του Δικαίου, οποία αναφέρει τα εξής : ‘’Tω καιρώ εκείνω, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον, και ητήσατο το σώμα του Ιησού’’ (Μαρκ. ιε΄, 43).

Η αγία εκείνη τόλμη του Ιωσήφ του Δικαίου, γίνεται η αιτία…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 287 επιπλέον λέξεις

«Το καψιμο του Ιούδα και η  ποιμαντική αντιμετώπισή του.

 Αναδημοσίευση απο τις εφημερίδες ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ και ΜΑΧΗΤΗΣ

 

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

«Προκάλεσε εντύπωση η έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2015 από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και υπό την αιγίδα της βρετανικής προεδρίας της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA). Η έρευνα διαπίστωνε ανησυχητική αύξηση του αντισημιτισμού και απόψεων που υποτιμούν ή αρνούνται το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 2014 είχε δημοσιευτεί παγκόσμια έρευνα της αμερικανικής οργάνωσης Anti Defamation League, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια σε αντισημιτισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με ποσοστό 69%.

Οι θλιβερές αυτές διαπιστώσεις εξηγούν πολλά για το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κατόρθωσε να ευδοκιμήσει μια ναζιστική και φυσικά κατά πρώτο λόγο αντισημιτική οργάνωση. Στην ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και η εμπειρική διαπίστωση ότι ένα από τα σπάνια έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας είναι και το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα (ή του Εβραίου), η τελετουργική δηλαδή διαπόμπευση ενός σκιάχτρου ή ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο προτού γίνει στάχτη γίνεται στόχος πυροβολισμών και πετροβολήματος ».(πηγή. http://www.efsyn.gr)

.(Σημείωση: Ως αντισημιτισμός χαρακτηρίζεται η συστηματική αντίθεση προς την Εβραϊκή φυλή, καθώς και η προσπάθεια περιορισμού της έκφρασής της, φθάνοντας πολύ συχνά στην εχθρότητα, αλλά και σε προσπάθειες ακόμη μέχρι και την εξόντωσή της)

 

Σε πολλά χωριά της ελληνικής επικράτειας οι κάτοικοι συνηθίζουν να κατασκευάζουν ένα ομοίωμα του Ιούδα, το οποίο γεμίζουν με άχυρα, εξυπηρετώντας έτσι τον συμβολισμό του ιστορικού προσώπου, ενώ στη θέση των ματιών βάζουν εκρηκτικά. Το συγκεκριμένο έθιμο χρονολογείται από τον Μεσαίωνα.

Η ημέρα που γίνεται το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιείται: σε μερικές περιοχές γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή κατά τη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου, ενώ σε άλλες μετά την Ανάσταση. Τον καίνε σε ψηλό σημείο του χωριού, κρεμασμένο από δέντρο, παρουσιάζοντας ένα εντυπωσιακό θέαμα στους παρισταμένους. Η αναβίωση του εθίμου λειτουργεί στην Ορθοδοξία ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας του προδότη, που δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, καθώς έγινε αυτόχειρας.
Φωτογραφία0098

 

Το έθιμο με το κάψιμο του Ιούδα στην Άρτα.

Το έθιμο του καψίματος του Ιούδα, αναβιώνει το Μεγάλο Σάββατο  και στην Άρτα,.

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.agia-theodora.gr (ιστοσελίδα της Ενορίας Αγίου Νικολάου-Αγίας Θεοδώρας) δημοσιεύονται τα εξής:

«Το απόγευμα του Μ. Σαββάτου οι νέοι και των δύο εκκλησιών της ενορίας, κατασκευάζουν ένα ομοίωμα ανθρώπου από άχυρο, που συμβολίζει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, το ντύνουν με ρούχα και το τοποθετούν σε αυτοσχέδια κρεμάλα. Την ώρα που ο ιερέας στις 12 τα μεσάνυχτα θα πει το «Χριστός ανέστη» το καίνε. Παλαιότερα τα παιδιά των δύο εκκλησιών συναγωνίζονταν ποιο θα έχει τον πιο καλό «Ιούδα». Και αυτό το έθιμο είναι αρκετά παλαιό και δεν γνωρίζουμε την απαρχή του».

Φωτογραφία0092

Παρόμοια πρακτική εφαρμόζεται και στην εκκλησία της Παρηγορήτισσας. Και εκεί σε αυτοσχέδια κρεμάλα τοποθετείται ομοίωμα ανθρώπου,(που καίγεται το βράδυ του Μ.Σαββάτου) αλλοιώνοντας πλήρως την ιεροπρέπεια του περιβάλλοντος χώρου του Βυζαντινού ναού.

Η λαογραφία του εθίμου.

Το έθιμο περιγράφει ως εξής ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Ως πνεύμα κακόν ο Ιούδας πρέπει να καή, να εξαφανισθή και πραγματικώς εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την Μεγ. Παρασκευήν ή κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα ή και την επομένην ανάπτονται πυραί (φανοί, οφανοί, ορφανοί, αρφανοί κ.τ.τ.) και παραδίδεται εις τας φλόγας το ομοίωμα του Ιούδα. Αλλ’ όπως ο διάβολος εις το πνεύμα του λαού μας έγινε πρόσωπον κωμικόν, το οποίον και πολλαχώς σατυρίζεται, ούτω και ο Ιούδας. Εις τα Σελλιά της Κρήτης παρά το Ρέθυμνον την Μεγάλην Εβδομάδα «κάνουνε τον οφανό και απάνω σταίνουνμε τον Ιούδα. Τόνε ντύνουνε με παλιόρουχα και του κρεμνούνε στη χέρα ένα σακκουλάκι με τριάντα χοχλιδόκουπες μέσα, δηλαδή τριάντα τσέφλια από σαλιαγκούς άδεια. Είναι τα τριάκοντα αργύρια απού πήρενε και πρόδωκεν το Χριστό». Και ως να μη ικανοποιούνται με το καύσιμον του ομοιώματός του, αι γυναίκες των Καρδαμύλων της Χίου λέγουν: «Ε, και να ’ταν αληθινός!», ενώ οι Ζακύνθιοι, οι Κορωναίοι, οι Θηβαίοι ίσως δε και άλλοι, κάμνουν τον Ιούδαν αληθινόν πυροτέχνημα».

Όσοι επιμένουν στη διατήρηση του  εθίμου επικαλούνται δύο επιχειρήματα. Αφενός, λένε, πρόκειται για παράδοση, για ένα παμπάλαιο έθιμο. Και κατά δεύτερο λόγο δεν πρόκειται εδώ για Εβραίους, αλλά για τον Ιούδα, ο οποίος έτυχε να είναι Εβραίος. Κατά συνέπεια, στο πρόσωπό του δεν τιμωρούνται οι ομοεθνείς του αλλά οι «προδότες», οι «αγνώμονες», οι «αμαρτωλοί», οι «αποστάτες».Εξ άλλου ο  καθηγητής της λαογραφίας Μέγας μιλά για Ιούδα και όχι για Εβραίο.

Όμως ους διαψεύδουν οι υποσημειώσεις της ίδιας λαογραφικής μελέτης του Μέγα. Εκεί αναφέρεται ότι στην περιφέρεια Μετρών και Αθύρων της Αν. Θράκης «τα παιδιά κατασκεύαζαν τον Οβριγιό από τσάτζαλα (=κουρέλια) παραγεμισμένα με άχυρα και τον περιέφεραν από θύραν εις θύραν, για να κατσβελέψ’ (=ζητιανέψη) προσανάμματα, με τα οποία να τον καύσουν την νύκτα της Μεγ. Παρασκευής κατά την περιφοράν του Επιταφίου», ενώ στην Πέτρα της Λέσβου «ανήμερα τη λαμπρή γυρίζουν τον Οβραίο: γεμίζουν έναν Οβραίο μ’ άχερα, του βάνουν μπροστά πανέρια κρεμασμένα με παλιοχτένια, παλιομπουκάλια, πατσαβούρις κι λένι, Οβριγιός μι τα πανέργια. Τον παγαίνουν απά στη Μπαναγιά, τον βάνουν σι μια γουνιά, τον βάνουν κι έναν τζιγάρου στο στόμα τ’ κι τουν ντουφεκούν, ύστιρα τον βάνουν και φουτιά». Στα Τελώνια της Λέσβου τη Μεγάλη Παρασκευή «καίγανε τα’ Οβριού τα γένεια».

Ας ληφθεί υπόψη και η ημερομηνία που γράφτηκε το κείμενο του Μέγα. Ηταν 18 Ιουνίου 1943, η στιγμή δηλαδή που κορυφωνόταν η εκτόπιση των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Αυτός που υφίσταται όλα αυτά είναι ο Εβραίος-Ιούδας. Ολα τα χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι αποδίδουν στον προδότη, φιλάργυρο και τιποτένιο Ιούδα είναι εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του Εβραίου στη πρακτική  του αντισημιτισμού.

Η αλήθεια είναι ότι όσοι μετέχουν στις σχετικές τελετές δεν συνειδητοποιούν ακριβώς τι κάνουν. Ακολουθούν αυτό που βλέπουν να πραγματοποιείται από άλλους και δεν έχουν, λέει, ιδέα για Εβραίους, Ιούδες, κ.λπ. Τους προσελκύουν μόνο το θέαμα και η φωτιά. Και επικαλούνται τη γνωστή φράση ότι «ο Ελληνας δεν είναι ρατσιστής» και ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντισημιτισμός. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης έχει παραθέσει ένα παρόμοιο επιχείρημα από μια εφημερίδα του τέλους του 19ου αιώνα. Με τίτλο «Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα», η «Εφημερίς» της 25.1.1891 αναφέρεται στο διεθνές φαινόμενο και δηλώνει ανακουφισμένη που αυτό το «αιμοβόρο και τρομακτικό θηρίο», δηλαδή ο αντισημιτισμός, δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί στην Ελλάδα: «Ευρίσκεται, δόξα τω Θεώ, και ένας ευλογημένος τόπος εις την ανατολήν όπου το θηρίον αυτό δεν το ευρίσκετε, ή, διά να είμαι ακριβέστερος, το ευρίσκετε υπό άλλην μορφήν, ακίνδυνον όλως. Ο τόπος αυτός είναι η Ελλάς».

Το πόσο «ακίνδυνο» ήταν αυτό το θηρίο φάνηκε μέσα σε λίγες βδομάδες. Στις 2.4.1891, και πάλι παραμονές του Πάσχα, ξέσπασαν αντιεβραϊκές ταραχές με πολλούς νεκρούς στην Κέρκυρα. Πολύ γρήγορα οι ταραχές εξαπλώθηκαν και σ’ άλλα νησιά του Ιουνίου. Αφορμή ήταν η διάδοση της φήμης ότι οι Εβραίοι είχαν απαγάγει και είχαν πάρει το αίμα ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Η γνωστή δηλαδή «συκοφαντία του αίματος» που ανασυρόταν μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου, προκειμένου να στοχοποιούνται οι Εβραίοι σε διάφορες χριστιανικές χώρες. Αυτό το επεισόδιο περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο τελευταίο του διήγημα («Ο αντίκτυπος του νου»), το οποίο δημοσιεύτηκε πλήρες μετά τον θάνατό του και είναι μια σπαρακτική άρνηση του αντισημιτισμού.

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία μπροστά στο φαινόμενο.

Για τη σχέση της «καύσης του Ιούδα» με τον αντισημιτισμό μαρτυρά το γεγονός ότι μόλις ξέσπασαν οι ταραχές στην Κέρκυρα έσπευσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να εκδώσει ειδική εγκύκλιο στις 12.4.1891 με παραινέσεις για κατάργηση του εθίμου:

«Από των χρόνων της δουλείας του Εθνους ημών επεκράτησε πολλαχού το βάρβαρον έθος, ίνα κατά την αγίαν εορτήν του Πάσχα πυρπολήται πομπωδώς έξω των ιερών ναών ομοίωμα του Ιούδα, του πλήθους αλαλάζοντος, τας χείρας κροτούντος, κραυγάς αναπέμποντος και το καιόμενον άμορφον ομοίωμα πυροβολούντος.

[…] Τούτο αντίκειται εις τας θεμελειώδεις αρχάς του Ευαγγελίου, το οποίον διδάσκει ημάς την προς πάντας αγάπην, και ανοχήν και ανεξικακίαν, και εντέλλεται να αγαπώμεν και αυτούς τους εχθρούς ημών, να ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και να ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκώντων ημάς. Διότι αντιβαίνει εις αυτό το παράδειγμα του πραοτάτου Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του αποκαλέσαντος ανεξικάκως εν αυτή τη ώρα της παραδόσεως τον Ιούδα φίλον, ειπών αυτώ: «εταίρε, εφ’ ω πάρει». Διότι αντιμάχεται τέλος την ανεξικακίαν, ην ο Ιησούς Χριστός έδειξε προς τους σταυρωτάς αυτού κρεμάμενος επί του σταυρού, ότε είπε τους θείους εκείνους λόγους, «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Συμφώνως λοιπόν προς τας αρχάς του ιερού Ευαγγελίου οφείλομεν ημείς ως γνήσιοι οπαδοί του Ιησού Χριστού να δεικνύωμεν ανοχήν προς τους Ιουδαίους, όντας πλάσματα του Θεού και τέκνα αυτού, τοσούτω δε μάλλον, καθ’ όσον συζώμεν μετ’ αυτών εν τω αυτώ Κράτει, και βαστάζουσι και ούτοι, άτε πολίται τυγχάνοντες, τα αυτά κοινά βάρη, οία και ημείς, επομένως δέον να απολαύσωσι των αγαθών της ησυχίας, της ειρήνης, της τάξεως, μηδενός έχοντος το δικαίωμα του παρενοχλείν αυτοίς.

Η δε πομπώδης και οχλαγωγική καύσις του ομοιώματος του Ιούδα κατά την επίσημον ημέραν του Πάσχα, είναι εσχάτη χλεύη προς τους συμπολίτας ημών Ιουδαίους και εξερεθίζει τα θρησκευτικά μίση, του λαού κατ’ αυτών, ώστε να πιστεύη ευκόλως ούτος και πάσαν κατ’ αυτών κατηγορίαν, και υποθάλπη την διχόνοιαν και τας έριδας μεταξύ ημών και εκείνων, τούτο δε δίδωσιν αφορμήν προς τους εχθροπαθώς διακειμένους προς τε την γεραράν ημών Εκκλησίαν και το θεοφρούρητον Ελληνικόν έθνος, ίνα εκτοξεύσωσι καθ’ ημών κατηγορίας επί φανατισμώ, επί αξενία, και επί μη ευνομία» (αρ. πρωτ. 1843).

Πριν περάσουν είκοσι χρόνια, η Ιερά Σύνοδος αισθάνεται υποχρεωμένη να επανέλθει στο ζήτημα, προφανώς επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση στις εντολές της. Σε νέα εγκύκλιό της στις 10.5.1910 που φέρει τον τίτλο «Περί ανάγκης εξαλείψεως του εθίμου της κατά το Αγιον Πάσχα περιφοράς και καύσεως ομοιώματος του προδότου Ιούδα», η Σύνοδος επαναλαμβάνει:

«Εν τη ημέρα της λαμπροφόρου Αναστάσεως, οπότε η μήτηρ ημών Εκκλησία επί μάλλον προτρέπεται και παρακελεύεται τα πιστά αυτής τέκνα επιδείξασθαι αγάπην και προς αυτούς τους μισούντας ημάς […] εν ταύτη τη πανευφροσύνω εορτή, ενιαχού του θεοφρουρήτου Βασιλείου, προς προσβολήν και ονειδισμόν των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, περιφέρεται ομοίωμα του προδότου Ιούδα, και εν μέσω ανοικείων και αξιομέμπτων αλαλαγμών και ατάκτων κραυγών και εκτρόπων σκηνών, πυροβολείται τούτο και καίεται, ει και η Σύνοδος διά της από 12 Απριλίου 1891 Εγκυκλίου ρητώς τον κατάκριτον τούτον αναχρονισμόν απηγόρευσεν, ως αντιβαίνοντα εις τα ιερά της αμωμήτου ημών πίστεως παραγγέλματος. […] Η διά πυροβολισμών και καύσεως ομοιώματος του προδότου διακωμώδησις και εξουθενισμός των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, προφανώς διεγείρει θρησκευτικόν μίσος και υποθάλπει κατ’ αυτών φανατισμόν, αμαυροί δε και την υπόληψιν των μερών, ων εν μέσω επισυμβαίνει το τοιούτον κακόν» (αρ. πρωτ. 2014).

Θα χρειαστεί και τρίτη εγκύκλιος στις 17.4.1918:

«Εις γνώσιν της Ιεράς Συνόδου περιήλθεν, ότι επικρατεί εις τινα εισέτι του Κράτους μέρη, έθιμον ξένον εντελώς προς την Εκκλησίαν, καθ’ ο κατά την Μ. Παρασκευήν γίνεται χρήσις λαϊκών ασμάτων, εν οις υπάρχουσι φράσεις καθαπτόμεναι του Εθνους των Εβραίων, ότι δεν κατά την ημέραν του Πάσχα εξακολουθεί ενιαχού να γίνηται η καύσις του λεγομένου «ομοιώματος του Ιούδα». Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρη εις γνώσιν πάντων των χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης εν γένει προς πάντα άνθρωπον. Πλην τούτο όμως, καθηκόντως υποδεικνύει άμα η Σύνοδος, ότι τα αντιχριστιανικά ταύτα έθιμα, συντελούσι τα μέγιστα και εις την δημιουργίαν ψυχρότητος μεταξύ του ορθοδόξου πληρώματος και των συμπολιτών ημών Ισραηλιτών, οι οποίοι κοινήν σήμερον μεθ’ ημών έχουσι την πατρίδα και τα αυτά προς αυτήν δικαιώματα και καθήκοντα, επ’ ουδενί δε λόγω επιτρέπεται να θίγηται η φιλοτιμία αυτών διά πράξεων και φράσεων, αίτινες ευκόλως δύνανται να εκληφθώσιν ως προσβλητικαί διά το Εθνος των Ισραηλιτών. Τούτων πάντων ένεκεν η Ιερά Σύνοδος έγνω, έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).

Από το 1918 δεν εκδόθηκε άλλη σχετική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου.

Η απαγόρευση του εθίμου και τα αποτελέσματα

Αυτό που δεν κατάφερε με τις εγκυκλίους της η Εκκλησία, επιχείρησε να το πραγματοποιήσει η πολιτεία, να εξαλείψει δηλαδή το έθιμο. Αλλά η απαγόρευση του εθίμου, που συνέβη μόνο μία φορά, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα.

Ηταν πριν από ενάμιση αιώνα και η απαγόρευση είχε αποτέλεσμα αντιεβραϊκές ταραχές στην Αθήνα, που κατέληξαν ακόμα και στον αποκλεισμό του Πειραιά και των άλλων ελληνικών λιμανιών από τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων.

Ηταν η γνωστή υπόθεση Πατσίφικο (1847-1850). Αλλά εκείνη την εποχή είχε μόλις ιδρυθεί το ελληνικό κράτος. Το τελετουργικό κάψιμο του Ιούδα ήταν εξαιρετικά διαδομένο κατά τον τελευταία αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας και όπως γράφει ο Γιώργος Μαργαρίτης «ήταν μια από τις πρακτικές που μεταβαλλόταν ενίοτε σε κανονική κήρυξη πολέμου, με τις επακόλουθες ταραχές ενάντια στους Εβραίους».

Εκείνη την περίοδο ο ανταγωνισμός Χριστιανών και Εβραίων υπηκόων του σουλτάνου είχε κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, με τις δύο εθνότητες να διεκδικούν καλύτερες θέσεις σε πολλούς εμπορικούς τομείς. Και οι αντιθέσεις αυτές έφταναν μέχρι πραγματικά πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, όπως συνέβη επανειλημμένα στην Οδησσό μέρες του Πάσχα με δράστες Ελληνες και Ρώσους.

Αλλά σήμερα πια, και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα, κανείς δεν μπορεί ανοιχτά να υποστηρίξει τη βαρβαρότητα. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο συνεχίζεται και μάλιστα αναβιώνει σε ορισμένες περιοχές ως τουριστικό αξιοθέατο, γεγονός που έχει προκαλέσει και διεθνές ενδιαφέρον.

Στις αρχές του 2005 περιλήφθηκε μάλιστα και στην έκθεση περί παγκόσμιου αντισημιτισμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: «Ο ΕΟΤ συνεχίζει να προβάλλει στον ιστότοπό του πασχαλινές παραδόσεις όπως η καύση ενός ομοιώματος του Ιούδα σε ορισμένα νησιά, κάτι που είναι γνωστό ως «κάψιμο του Εβραίου», με αποτέλεσμα να ενισχύονται το μίσος και ο φανατισμός εναντίον των Εβραίων» (U.S. Department of State, «Report on Global Anti-Semitism», 5.1.2005).

Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, δύο μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, έσπευσε στο κυριακάτικο κήρυγμά του να αντιδράσει, λέγοντας ότι «οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές» και προσθέτοντας: «Η έκθεση αυτή επικεντρώνεται στο κάψιμο του Ιούδα τις μέρες του Πάσχα, έθιμο το οποίο γίνεται σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας και δεν στρέφεται εναντίον όλων των Εβραίων, αλλά ενός προσώπου, του προδότη Ιούδα». Ήταν μια σαφής υποχώρηση από την αυστηρότητα των τριών εγκυκλίων.

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.

 

Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και η αντίδραση της Εκκλησίας.
Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, κατονομάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα στην οποία, κατά κάποιο τρόπο, θίγονται και προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα μιας μερίδας συμπολιτών μας, των Εβραίων Ελλήνων. Έτσι, η πατρίδα μας στιγματίζεται γιατί ένα από τα Πασχαλινά της έθιμα, στρέφεται, όπως λένε, κατά του Εβραϊκού λαού προκαλώντας κλίμα αντισημιτικό. Το έθιμο αυτό είναι το γνωστό «κάψιμο του Ιούδα».

Πέραν των γνωστών εξηγήσεων που έδωσε ο μακαριστός  Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, περί του θέματος, είναι καλό να θυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνικός λαός, με επικεφαλής την Εκκλησία του, αντιμετώπισε τους Εβραίους ομοεθνείς του, τα τελευταία 150 χρόνια. Η αναφορά μας αυτή δε γίνεται για να θυμίσει απλά την ιστορία ή να καλλιεργήσει την απολογητική μας διάθεση, έναντι οιουδήποτε ανιστόρητου κριτού, αλλά αποκαλύπτει την διαχρονική αντίσταση του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού κατά του ρατσισμού και εθνοφυλετισμού, αντίσταση της οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι ο Ορθόδοξος χαρακτήρας. Τα στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από τον περίφημο τόμο «Μνήμες από τα ΄40 και την κατοχή» που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, προ ολίγων ετών, ακριβώς για την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης και αλήθειας.

«… Η  Εκκλησία μας και ο πιστός λαός μας στάθηκαν στο πλευρό των Εβραίων, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπινων ζωών από τα στρατόπεδα θανάτου της ναζιστικής Γερμανίας, διδάσκοντας σ’ όλο τον κόσμο τις αξεπέραστες αρετές της αγάπης, του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας, της υπέρβασης θρησκευτικών και άλλων διαφορών. Αναφέρουμε επιγραμματικά μερικά μόνο χαρακτηριστικά γεγονότα:

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου, προκειμένου να σώσει τους Εβραίους της πρωτεύουσας από τη ναζιστική παράνοια, τους προμήθευε με πλαστά πιστοποιητικά και στη συνέχεια, ο τότε διοικητής της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ εξέδιδε πλαστές αστυνομικές ταυτότητες, με Ελληνορθόδοξα ονόματα κι ένδειξη στο θρήσκευμα «Χριστιανός Ορθόδοξος». Όταν δε απειλήθηκε από τον Γερμανό Στρατηγό Στρόπ με τυφεκισμό, για το ενδιαφέρον και την φροντίδα του για τους Εβραίους των Αθηνών, απάντησε θαρραλέα: «Οι Ιεράρχες της Ελλάδος δεν τυφεκίζονται, απαγχονίζονται. Σας παρακαλώ, σεβαστείτε αυτήν την παράδοσιν».

Ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ, σε συνεργασία με τον Αρχιραββίνο του Βόλου Μωυσή Συμεών Πέσαχ, φυγάδευσε στα χωριά του Πηλίου και έσωσε τη ζωή του 98% του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Στους Ναούς του Βόλου δε φυλάχτηκαν πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των διωκομένων Εβραίων τα οποία επεστράφησαν στο ακέραιο μετά την απελευθέρωση. Για την όλη δράση του ο Μητροπολίτης Ιωακείμ τιμήθηκε από το Ισραηλιτικό κράτος το οποίο τον συμπεριέλαβε στους «Δικαίους των εθνών».

Στη Ζάκυνθο ο Γερμανός φρούραρχος ζήτησε από τον Δήμαρχο τον κατάλογο των Εβραίων του νησιού προκειμένου να τους οδηγήσει στο θάνατο. Ο Δήμαρχος κατέφυγε στον Μητροπολίτη ζητώντας τη βοήθεια και τη συμβουλή του και από κοινού επέστρεψαν στον Γερμανό αξιωματικό επιδίδοντάς του κατάλογο με δύο ονόματα: Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος και Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ. Ο Μητροπολίτης δε διακήρυξε ότι «Αν εκτελεσθεί η εκτόπιση θα πάω με τους Εβραίους να μοιραστώ τη μοίρα τους». Αμέσως μετά οι Έλληνες Εβραίοι φυγαδεύτηκαν στα απομακρυσμένα χωριά του νησιού και σώθηκαν όλοι.
…Στις ανιστόρητες αιτιάσεις των Αμερικανών, οι οποίες, επειδή είναι επαναλαμβανόμενες, καθίστανται επικίνδυνες, θα αντιπαραβάλουμε μερικές αράδες από το συλλυπητήριο τηλεγράφημα του Ραβίνου της Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Μόλχο στις 23/5/1949, επί τω ακούσματι της θλιβερής είδησης του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού: «Μόνο όσοι ξέρουν την αγωνία του διωγμού μπορούν να νιώσουν τί σημαίνει ν’ ακούσεις, την ώρα που σε σκεπάζει η σκιά του θανάτου, τη φωνή ενός ανθρώπου που σου δίνει θάρρος και δε φοβάται τον εχθρό σου. Εμείς ακούσαμε μια τέτοια φωνή, τη φωνή του Δαμασκηνού, σε μια εποχή που μερικοί συνεργάζονταν με τον εχθρό και πολλοί σώπαιναν, πίσω από κλειδωμένες πόρτες. Ο Δαμασκηνός δε σώπασε και δε φοβήθηκε. Στις κρυψώνες μας αισθανόμασταν την παρουσία του και την ηθική του δύναμη. Μας ενεθάρρυνε το γεγονός πως στη συμφορά μας είχαμε ένα φίλο. Και το φίλο που στάθηκε δίπλα μας στις τραγικές στιγμές της κατοχής, τον άνθρωπο που μας αγκάλιασε σαν αδέλφια, τον παπά που ένιωσε την βαθύτερη έννοια της αποστολής του, χαιρετίζομε, σήμερα που μας αφήνει, με τη συναίσθηση ότι χάνουμε κάτι περισσότερο από έναν Αρχιεπίσκοπο».

(πηγή::http://www.ecclesia.gr/greek/HolySynod/commitees/press/epifanios/epifanios_text11.htm

 

Συμπεράσματα.

Α.  «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον η Ιερά Σύνοδος , έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).» (Εγκύκλιος 13/4/1918). 

Επομένως θα πρέπει να καταργηθεί το συγκεκριμένο έθιμο επειδή επι πλέον  σε τοπικό επίπεδο βεβηλώνει τους  λατρευτικούς χώρους  της Παρηγορήτισσας και της Αγίας Θεοδώρας.

Β.«Πρόκειται για μια εντελώς απαράδεκτο έθιμο που δηλητηριάζει και  εθίζει στο ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Μεταμορφωμένη σε τουριστική ατραξιόν, αυτή η ακραία αντιεβραϊκή παράσταση συνδυάζει την αναπαραγωγή του ρατσιστικού στερεότυπου με την απαραίτητη φαντασμαγορία. … Αν παραμένει σε κανέναν αμφιβολία για το πραγματικό περιεχόμενο του εθίμου, αρκεί να διαβάσει τα πολλά δημοσιεύματα των εντύπων πολιτικού κόμματος με τις ενθουσιώδεις περιγραφές της καύσης. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω κείμενο που προβάλλει στο προσωπικό του ιστολόγιο  βουλευτής του κόμματος αυτού  με τίτλο «Το «κάψιμο του Ιούδα» και η συμβολική του αξία για τον Ελληνα».

«Στην Ορθόδοξη Πίστη το συγκεκριμένο έθιμο λειτουργεί ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας της προδοσίας και του προδότη υπό την γενική έννοια, καθώς ο Ιούδας δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, κατά την ευαγγελική παράδοση, αφού ήταν αυτόχειρας. Η μεγαλύτερη όμως και πιο σημαντική, συμβολική αξία του εθίμου, παρά την αέναη προσπάθεια ΜΜΕ και επίσημης Εκκλησίας να καταργηθεί, είναι πως στο πρόσωπο του Ιούδα η Ορθοδοξία και κατ’ επέκταση ο Χριστιανισμός έστελνε στην πυρά το γένος των Εβραίων. Των θεοκτόνων όπως αναφέρουν τα Ευαγγέλια και τα εγκώμια. Ο Εβραίος Ιούδας αντιπροσωπεύει δύο αναίσχυντες ιδιότητες, τη φιλαργυρία και τη δειλία. Στην Ελλάδα η φυλετική ψυχή του λαού μας σε συνδυασμό με το θρησκευτικό του συναίσθημα αποστρέφονται μετά βδελυγμίας τις παραπάνω «αρετές» όντας πλήρως αντίθετες με τα φυλετικά του πρότυπα και είναι ένας από τους λόγους που παρά τη συνεχή προπαγάνδα το κάψιμο του Ιούδα παραμένει ένα έθιμο ζωντανό και με τεράστια απήχηση σε όλο το ηλικιακό φάσμα».

Δεν νομίζουμε ότι μένει καμιά αμφιβολία για την επικαιρότητα του μηνύματος μίσους που αποπνέει το έθιμο. «Αμφέβαλλα αν θα συμφιλιωνόμουνα ποτέ με τούτο το έθιμο», γράφει σε ένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά της η Ρέα Γαλανάκη, με την τόλμη που αντλεί από την τέχνη της. Και συνεχίζει: «Ασυνείδητα πλην σταθερά, θα ενίσχυε και στον εικοστό πρώτο αιώνα την αρχέγονη άκριτη σκέψη, την εκδίκηση μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μιας άλλης ομάδας, εν ονόματι του διαφορετικού. Με δυο λόγια, την τυφλή βία του ρατσισμού, του φανατισμού, των ακραίων αντιλήψεων».

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.(Τάσος ΚωστόπουλοςΑντα ΨαρράΔημήτρης Ψαρράς-ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ)