Πώς πρέπει να προσεύχεσαι;


 

     «Ζητάς να διδαχθείς, πώς πρέπει να προσεύχεσαι. Κι αυτό το δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος με τήν απαγγελία του «Πάτερ ημών» (Ματθ. 6,9). και με το να μη ζητούμε τίποτε το πρόσκαιρο, αλλά τη βασιλεία Του και την αιώνια δικαιοσύνη (Ματθ. 6,33).

Ωστόσο απ’ τους Πατέρες έχει οριστεί πρώτα η ευχαριστία στον Θεό, έπειτα η εξομολόγηση σ’ Αυτόν των αμαρτημάτων, κι έτσι ακολουθεί η αίτηση της άφεσης των αμαρτιών και η κατόρθωση των άλλων σωτηριωδών μέσων.

Όταν λοιπόν πρόκειται να προσευχηθείς…

Ευχαρίστησε τον Κύριο και Δεσπότη, γιατί σε έφερε στην ύπαρξη απ’ το μηδέν (Β΄ Μακ. 7, 28), γιατί σε γλύτωσε από κάθε πλάνη ειδωλολατρική κι αιρετική, καλώντάς σε να γίνεις μέτοχος της επιγνώσεώς Του. Έπειτα ευχαρίστησέ Τον γιατί σε προετοίμασε να βρεθείς μέσα στη μοναχική και ισάγγελη ζωή, μετά από την απόλαυση της κοινωνικής ζωής. Αυτών η σκέψη είναι ικανή να προετοιμάσει την ψυχή σου για κατάνυξη και ροή δακρύων, από τα οποία προκαλείται φωτισμός της καρδιάς, γλυκύτητα του πνεύματος, επιθυμία του Θεού. Κι όταν υπάρχει αυτή στην καρδιά, γίνεται απομάκρυνση κάθε κακίας.

     Αφού αναπέμψεις με τέτοιο τρόπο ευχαριστίες στον Θεό, εξομολογήσου σ’ αυτόν λέγοντας: «Εσύ, Δέσποτα, γνωρίζεις πόσο αμάρτησα σε Σένα και πόσο αμαρτάνω κάθε ώρα», αναλογιζόμενη αυτή την αμαρτία κι αυτό το πλημμέλημα κι όλα όσα γνωρίζεις σκι αγνοείς. Όμως να μην εξιστορείς έτσι στην τύχη όσα προκαλούν βλάβη στην ψυχή απ’ τη ζωντανή περιγραφή τους. Κι απ’ αυτά θα ανατείλει μέσα σου η χάρη της ταπεινοφροσύνης, με συντριβή της καρδιάς και φόβο ανταποδόσεως του Θεού.

Μετά απ’ αυτό ζήτησε, στέναξε, ικέτευσε τον Κύριο σου για τη συγχώρησή τους και την ενδυνάμωσή σου στο μέλλον, για να Τον ευχαριστείς λέγοντας «Ποτέ πια, Κύριε μου, Κύριε, δεν θα Σε εξοργίσω, ποτέ δεν θα αγαπήσω τίποτ’ άλλο, εκτός από Σένα τον μόνο αγαπητό. Κι αν σ’ εξοργίσω πάλι, προσπίπτω στην ευσπλαχνία Σου, να μου δοθεί δύναμη για να συνηθίσω να σου είμαι αρεστή».

Ακόμη ζήτησε με θέρμη ό,τι άλλο καλό σου έρχεται στο νου που πρέπει να επιτύχεις.

Και μετά απ’ αυτά επικαλέσου την άγια Θεοτόκο να σε ελεήσει, τους Αγίους Αγγέλους και τον Άγγελο που έχεις φύλακα της ζωής σου για να σε φρουρεί και να σε καλύπτει, τον Πρόδρομο, τους Αποστόλους, όλους τους Αγίους, κι εκείνους που συνηθίζεις να επικαλείσαι κατ’ εξαίρεση, και τον Άγιο που μνημονεύεται την ήμερα εκείνη.

     Αυτά λοιπόν νομίζω ότι έχουν τη δύναμη της προσευχής, έστω κι αν κάποιος άλλος προσεύχεται με άλλα λόγια κι όχι οπωσδήποτε με τα ίδια, γιατί ούτε ο ίδιος προσευχόμενος μέσα του λέγει τα ίδια πάντοτε. Όμως πιστεύω ότι η δύναμη είναι οπωσδήποτε ίδια σε όλους.

Είθε λοιπόν να συνεχίσεις να προσεύχεσαι αυτά που πρέπει και να βελτιώνεσαι κάθε φορά, παρουσιάζοντας όλο τον εαυτό σου, με την ακριβή και προσεκτική ζωή σου, αρεστό στον Κύριο».

 

(Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτη. Επιστολή  ΜΒ΄)

 

 

 

Advertisements

Για μια αγιότατη παρθένο.

        

     Επισκεφτήκαμε τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, το λεγόμενο Πυρρό, και μας διηγήθηκε τα εξής: «Άκουσα τον αββά  Ιωάννη το Μωαβίτη να λέει ότι ήταν κάποια μονάστρια στην αγία πόλη πολύ ευλαβής και προκομμένη κατά Θεό. Επειδή λοιπόν φθόνησε ο διάβολος την παρθένα, βάζει σε κάποιο νέο σατανικό έρωτα προς αυτήν. Η θαυμαστή όμως εκείνη παρθένα, βλέποντας τη σκευωρία του δαίμονα και τον κίνδυνο να χαθεί ο νέος, παίρνει σ’ ένα μαντήλι λίγα βρεγμένα όσπρια κι έρχεται στην έρημο προξενώντας και στο νέο την απαλλαγή από την ενόχληση και τη σωτηρία με την αναχώρηση και στον εαυτό της την ασφάλεια της ερημιάς. Μετά πολύ λοιπόν καιρό κατ’ οικονομία Θεού, για να μη μείνει άγνωστη η ενάρετή της ζωή, τη βλέπει κάποιος αναχωρητής στην έρημο του Ιορδάνη και της λέει: «Αμμά, τί κάνεις σ’ αυτή την έρημο;» Αυτή, θέλοντας να κρυφτεί από τον αναχωρητή, του λέει: «Συμπάθα με, γιατί έχασα το δρόμο· αλλά, κάνε αγάπη, πάτερ, για τον Κύριο, και δείξε μου τον». Αυτός, επειδή ήξερε από Θεού την υπόθεσή της, της λέει: «Σε διαβεβαιώνω, αμμά, ότι ούτε έχασες το δρόμο, ούτε δρόμο αναζητάς, αλλά μια και ξέρεις ότι το ψέμα είναι από το διάβολο, πες μου αληθινά την αίτια για την οποία ήρθες εδώ». Τότε λέει η παρθένα: «Συμπάθα με, αββά, κάποιος νέος σκανδαλίστηκε με μένα και γι’ αυτό ήρθα σ’ αυτήν την έρημο, προτιμώντας μάλλον να πεθάνω εδώ παρά να γίνω πρόσκομμα σε κάποιον, κατά το λόγο του  Αποστόλου».Της λέει ο γέροντας: «Και πόσο καιρό έχεις εδώ;». Αυτή του λέει: «Έχω, με τη χάρη του Χριστού, δεκαεφτά χρόνια». Της ξαναλέει ο αναχωρητής: «Και από πού τρως;» Αυτή βγάζει το μαντήλι με τα βρεγμένα όσπρια και λέει στον αναχωρητή: «Να, τούτο το πανί που βλέπεις βγήκε μαζί μου από τήν πόλη μ’ αυτά τα λίγα βρεγμένα όσπρια και τέτοια οικονομία έκανε ο Θεός σε μένα την ταπεινή, ώστε τόσο καιρό τρώω απ’ αυτά και δεν ελαττώθηκαν. Κι αυτό να ξέρεις, πάτερ, ότι τόσο με σκέπασε η αγαθότητά Του. ώστε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια δεν με είδε άνθρωπος, έκτος από σένα μόνο σήμερα· εγώ όμως τους έβλεπα όλους». Και μαθαίνοντας αυτά ο αναχωρητής δόξασε το Θεό».

 

(Ιωαν, Μόσχου «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος)

 

 

 

Μία ταπεινή απάντηση στους διορθωτές του Θεού

Την ιστορία αυτήν, μου την διηγήθηκε πριν αρκετά χρόνια, ένας πολύ καλός μου θείος, ο οποίος συγχωρέθηκε πρόωρα. Όταν μου την διηγήθηκε, την κατάλαβα μεν και με άγγιξε συναισθηματικά, δεν περίμενα όμως ότι θα είχε τόση μεγάλη πνευματική αξία. 
Θα ήθελα να αφιερώσω αυτή την ιστορία, στη σημερινή εποχή, στη σημερινή αγχωτική κοινωνία, σε όλους όσους με ανησυχία βλέπουν το μέλλον, αυτούς που σκύβουν το κεφάλι και υποτάσσονται στο θέλημα της νέας εποχής, του οικουμενισμού και της παγκόσμιας διακυβέρνησης. 
Θα γράψω αυτή την ιστορία, όπως την θυμάμαι, επειδή την γνωρίζω μόνο από εκείνη την φορά που μου την διηγήθηκε ο θείος μου. 

Κάποτε είπε ο Θεός σε έναν Άγγελό Του. 
– Πήγαινε κάτω στη Γη. Στο τάδε μέρος στο τάδε σπίτι, εκεί θα βρεις έναν ετοιμοθάνατο. Βρες τον και φέρε μου την ψυχή του! 
Ξεκίνησε ο Άγγελος και πήγε στο μέρος που του είπε ο Θεός. Ήταν ένα φτωχικό λιτό δωμάτιο, χωρίς πολλά έπιπλα, υγρό, κρύο και μουντό. Εκεί βρισκόταν ο ετοιμοθάνατος, ένας άντρας στο κρεβάτι και δίπλα του ήταν ένα παιδί που έκλαιγε με λυγμούς κρατώντας το χέρι του άντρα. Προφανώς ήταν ο γιος του ετοιμοθάνατου. Το θέαμα τραγικό. Δεν άντεξε ο Άγγελος και γύρισε στον Θεό με άδεια χέρια. 
– Που είναι η ψυχή που σου ζήτησα; Τον ρώτησε ο Θεός; 
– Δεν άντεξα να πάρω την ψυχή αυτού του ανθρώπου, απάντησε ο Άγγελος. Αυτός ο ετοιμοθάνατος, έχει έναν γιο και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει δίπλα του. Αν του πάρω τον πατέρα, τότε τί θα απογίνει ο μικρός; Ποιός θα τον φροντίζει; 
– Πολύ καλά λοιπόν. Πήγαινε στον ωκεανό, στο πιο βαθύ σημείο του. Εκεί θα δεις μία πέτρα. Σήκωσέ την και από κάτω θα βρεις ένα μικρό σκουλήκι. Πάρτο και φέρτο μου. 
Ξεκινάει ο Άγγελος και πηγαίνει στον βυθό του ωκεανού. Βρίσκει την πέτρα, βρίσκει το μικρό σκουλήκι, το παίρνει και το πηγαίνει στον Θεό. 
Το παίρνει ο Θεός και του λέει δείχνοντάς του το. 
– Ποιός νομίζεις ότι φροντίζει γιαυτή την μικρή ύπαρξη στο βυθό του ωκεανού;! Πήγαινε τώρα να μου φέρεις την ψυχή που σου ζήτησα. 

Αυτή η ιστορία, θίγει βασικά ζητήματα. Πίστη, ελπίδα, αγάπη, υπακοή, εμπιστοσύνη, αμφιβολία. 
Ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Δεν είναι μόνο εδώ ή εκεί. Ο Θεός φροντίζει για τα πάντα. Για όλη την πλάση, για όλον τον μακρόκοσμο και όλον τον μικρόκοσμο. Η βαθιά και χωρίς αμφιβολία πίστη στον Θεό είναι ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο. Η Ορθή πίστη είναι η βάση της σωτηρίας. Όχι η χλιαρή πίστη, όχι η θεωρία, ή η ιδεολογία, όχι η προσωπική ερμηνεία. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα, το θέλημα του Θεού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ούτε να κριθεί, ούτε να διορθωθεί, δεν μπορεί να συζητηθεί, ούτε μπορεί να μην εκπληρωθεί. 

Ο Άγγελος, στην ιστορία αυτήν, δεν υπακούει στο θέλημα του Θεού, βασιζόμενος στην προσωπική του κρίση. Αναλύει ο ίδιος την κατάσταση που αντικρύζει και αποφασίζει να παρακούσει το θέλημα Του, και στη συνέχεια επιδιώκει να διορθώσει την απόφαση Του, προφασιζόμενος το τραγικό της κατάστασης, προβάλλοντας την ανησυχία του για το μέλλον του παιδιού. 
Αυτή θα μπορούσε να ήταν η πλοκή μίας χολυγουντιανής ταινίας, ή μίας ιστορίας ανυπέρβλητου συναισθηματισμού της δυτικής κουλτούρας της νέας εποχής, μιας και η νέα εποχή, αρέσκεται στο να διορθώνει συνεχώς τον Θεό και να τον πλάθει στα μέτρα της. 
Σε μία τέτοια ιστορία δυτικού σεναρίου και συναισθηματικού ξεχειλίσματος, ο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ο Άγγελος, ο οποίος στο τέλος δικαιώνεται, αφού καταφέρνει να λυγίσει το (λανθασμένο) σκληρό θέλημα του απόλυτου Θεού, και να σώσει το κακόμοιρο παιδί (από την μοναξιά και την έλλειψη φροντίδας) καθώς και την ψυχή του ετοιμοθάνατου (από ποιον;). Στο τέλος μαζεύονται όλοι, κοιτάζουν ευτυχισμένοι και αγκαλιασμένοι στην κάμερα με πλατύ χαμόγελο και μεγάλη συγκίνηση και μας χαιρετάνε. Απαλή μουσική υπόκρουση από αρμόνιο συνοδεύει τους τίτλους τέλους, η κάμερα κάνει zoom-out σιγά σιγά και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλλίτερα. 

Θα μπορούσαμε επίσης να παραλληλίσουμε αυτή την ανησυχία του Αγγέλου για το μέλλον του παιδιού, με την δική μας ανησυχία για το μέλλον μας, για τις βιωτικές μας ανάγκες, σε σχέση με τις επιταγές της νέας εποχής και της διάθεσής (ή αδιαθεσίας) μας να αντισταθούμε  (βλ. ΑΜΚΑ). Κάνοντας τον παραλληλισμό αυτόν, μπορούμε να δούμε κατά κάποιον τρόπο, πόσο κοντά μας νιώθουμε την παρουσία του Θεού, πόσο βαθιά πιστεύουμε και κατά πόσο αυτή η πίστη μας είναι ορθή. Μπορούμε να μετρήσουμε την εμπιστοσύνη, που έχουμε στο Θεό, η οποία είναι αποτέλεσμα της πίστης μας. Άραγε γνωρίζουμε πραγματικά το θέλημά Του, και πόσο διατεθιμένοι είμαστε να το υπακούσουμε; 

Η ιστορία αυτή είναι μία πολύ καλή απάντηση στην οικουμενιστική διάθεση της εποχής, θίγοντας το θέμα της αληθινής εν Θεώ αγάπης. Ο Θεός είναι η αγάπη και η δικαιοσύνη. Στο τέλος τους δικαιώνει όλους. Από την μία τον ετοιμοθάνατο, αφού παίρνει την ψυχή του κοντά Του και από την άλλη τον γιο αφού αναλαμβάνει την κηδεμονία του. Ο Άγγελος ορμώμενος ίσως από τον αυθορμητισμό του και τον συναισθηματισμό του, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να δικαιώνει τον εαυτό του. Είναι μία επιπόλαια κίνηση, αφού ο Άγγελος ούτε σωτήρας είναι, ούτε κηδεμόνας μπορεί να γίνει, αλλά ούτε και τα μέλλοντα γνωρίζει. Ουσιαστικά δεν κινείται με αυθεντικά κριτήρια αγάπης, αλλά με εγωιστική διάθεση, με προσωπική κρίση αφού ερμηνεύει αυθαίρετα μία κατάσταση και πάει να επέμβει στο θέλημα του Θεού δείχνοντας να μην γνωρίζει πως ο παντοδύναμος Θεός είναι αυτός που θα αναλάβει πλέον την φροντίδα του παιδιού που θα μείνει ορφανό. 
Κάπως έτσι λειτουργούν και οι οικουμενιστές. Κάνουν στην άκρη τον Θεό (απορρίπτοντας σχεδόν όλη την Ιερά Παράδοση, μεταφράζοντας τα αρχαία λειτουργικά κείμενα στα νέα ελληνικά κτλ), ερμηνεύουν όπως θέλουν την κατάσταση (με αγαπολογίες και συναισθηματισμούς, με ποιηματάκια και χαμογελάκια.) και αντικαθιστούν διακριτικά και υποχθόνια το θέλημά Του με το δικό τους θέλημα (όλοι μας είμαστε μέρος μίας παγκόσμιας αλήθειας.)

Αναδημοσίευση απο το ιστολόγιο-ΑΓΑΠΗ-ΠΙΣΤΗ-ΕΛΠΙΔΑ

Όταν υπάρχει το όνομα του Θεού, όλα πάνε καλά.(Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)


 

Τίποτε δεν είναι ισάξιο με την προσευχή, διότι και τα αδύνατα τα κάνει δυνατά και τα δύσκολα εύκολα και κάθε δυσχέρεια την εξομαλύνει. Αυτήν κατόρθωσε και ο μακάριος Δαυίδ, γι’ αυτό κι έλεγε: «πολλές  φορές  κατά τη διάρκεια της  ημέρας σε δοξολόγησα για τις δίκαιες κρίσεις σου» (Ψαλμ. 118, 164). Κι εάν άνθρωπος βασιλιάς, βυθισμένος μέσα σε χιλιάδες φροντίδες που τον τραβούσαν από παντού, παρακαλούσε το Θεό τόσες φορές την ημέρα, ποιά απολογία ή συγχώρηση θα έχουμε εμείς, που αν και έχουμε τόσο ελεύθερο χρόνο, δεν Τον ικετεύουμε συνεχώς και μάλιστα όταν πρόκειται να καρπωθούμε τέτοιο κέρδος;

Τίποτε δεν μας βοηθά τόσο να επιδοθούμε στην αρετή, όσο το να μιλούμε συνεχώς στο Θεό και διαρκώς να τον ευχαριστούμε και να του ψάλλουμε. Χωρίς τη θεία συμπαράσταση κανένα αγαθό δεν θα έλθει στις ψυχές μας η δε βοήθεια του Θεού αγγίζει τους πόνους μας και τους ανακουφίζει πολύ, εάν δει ότι αγαπούμε την προσευχή και συνεχώς παρακαλούμε το Θεό και προσδοκούμε όλα τα αγαθά να μάς έλθουν από Εκείνον.

Όταν λοιπόν δω κάποιον που δεν αγαπά την προσευχή, ούτε έχει θερμό και μεγάλο έρωτα γι’ αυτήν, είναι ήδη σ’ έμενα φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε γενναίο στη ψυχή του. Αλλά όταν δώ κάποιον που αχόρταγα επιδίδεται στη λατρεία του Θεού και θεωρεί σαν μία από τις μεγαλύτερες ζημιές το να μην προσεύχεται συνεχώς, συμπεραίνω ότι αυτός ασκεί με βεβαιότητα κάθε αρετή και είναι ναός του Θεού.

Κανένα όφελος δεν θα προέλθει από την προσευχή, κι αν ακόμη διαρκέσει πολύ, όταν αυτός που προσεύχεται επιμένει στις αμαρτίες. Γι’ αυτό σε άφησε να πέσεις σ’ αυτό το απροσδόκητο κακό, για να Τον επικαλεσθείς. Αλλά οι πολλοί σε τέτοιες καταστάσεις αποβάλλουν και την ευλάβεια που είχαν, ενώ πρέπει να κάνουν το αντίθετο. Διότι, επειδή ο Θεός μας αγαπά πάρα πολύ, γι’ αυτό μας αφήνει να θλιβόμαστε, για να συνδεθούμε στενότερα μαζί του. Γιατί και οι μητέρες φοβερίζοντας τα ατίθασα παιδιά τους με διάφορες μάσκες τα αναγκάζουν να καταφεύγουν στην αγκαλιά τους, μη θέλοντας να τα στενοχωρήσουν, αλλά με αυτούς τους τρόπους να τα κρατήσουν κοντά τους.

Έτσι και ο Θεός, θέλοντας να μας έχει μόνιμα συνδεδεμένους μαζί Του, σαν κάποιος μανιώδης εραστής, ή μάλλον επειδή είναι πιο μανιώδης από κάθε εραστή, σε αφήνει να περιέλθεις σε τέτοιες ανάγκες, για να ασχολείσαι συνεχώς με την προσευχή και αφήνοντας τα άλλα, να Τον επικαλείσαι διαρκώς και να μεριμνάς για την σχέση σου με αυτόν.

Δεν εμποδιζόμαστε να προσευχηθούμε καρδιακά και περπατώντας, και ο νους μας να βρίσκεται ψηλά… Όταν υπάρχει το όνομα του Θεού, όλα πάνε καλά· όλα να τα κάνεις στο όνομα του Κυρίου και όλα θα ευοδωθούν τίποτε δεν είναι ίσο με το όνομα αυτό: «Το όνομά σου είναι σαν μύρο που άδειασε » λέγει (Άσμα 1,  2). Αυτός που το πρόφερε γέμισε αμέσως με ευωδία… Εάν πεις «στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» με πίστη, τα πέτυχες όλα. Με αυτό το όνομα επέστρεψαν στην πίστη όλη την οικουμένη, καταλύθηκε η τυραννία, απατήθηκε ο διάβολος, ανοίχθηκαν οι ουρανοί, εμείς αναγεννηθήκαμε. «Ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη…» (Ψαλμ. 8,  2). Φθάνει μόνο να επικαλεσθούμε το όνομα του Θεού και θα τα επιτύχουμε όλα σε υπερβολικό βαθμό.

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)