Η Αγία Οικογένεια.(Ιωάν.Καρδάση)

            Εισαγωγικά

 

    Μεγάλη είναι η γιορτή, που με τόση λαμπρότητα γιορτάζει ολόκληρη η Χριστιανοσύνη την περίοδο αυτή του χρόνου. Είναι ένας από τους τρεις μεγάλους σταθμούς στην εκκλησιαστική, αλλά και στην κοινωνική μας πορεία, που περιλαμβάνει: Γέννηση Χριστού, Ανάσταση Χριστού και Κοίμηση της Θεοτόκου.
            Πάνω σ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή της γέννησης του Θεανθρώπου έχουν γίνει πλήθος απεικονίσεων, άλλοτε Ορθόδοξων και άλλοτε Δυτικών παραστάσεων του μεγάλου αυτού γεγονότος. Στις Ορθόδοξες παραστάσεις ο μνήστορας Ιωσήφ φαίρεται να είναι εκτός του κάδρου της απεικόνισης. Στις Παπικές όμως βρίσκεται εντός, που μπορεί ακόμη και να δηλώνει την πολύ στενή σχέση Ιωσήφ – Μαρίας, όπου απεικονίζεται και ο (υποτίθεται) καρπός της σχέσης αυτής!
            Δυστυχώς, αυτή η διαστρεβλωμένη παπική απεικόνιση έχει παρεισφρήσει και στην καθ’ ημάς Ανατολή και την βλέπουμε κυρίως στις πολυποίκιλλες φάτνες, στις εικονίτσες, που μοιράζονται στα παιδιά των Κατηχητικών Σχολείων, αλλά ακόμη και σε αγιογραφίες.
            Ένα τέτοιο νοσηρό και αντορθόδοξο μήνυμα έρχεται να στηλιτεύσει η παρούσα μικρή συγγραφή, ώστε να μπορέσουμε να αντιληφθούμε ποιά είναι η πραγματική διάσταση του θέματος και ποιά η διαστρεβλωτική.

 img1530

Η «Αγία Οικογένεια Ιωσήφ και Μαρίας» είναι η απεικόνιση του «ζεύγους» Ιωσήφ και Μαρίας μαζί με τον μικρό Ιησού και προέρχεται, όπως όλα τα αιρετικά και οι πλάνες, από τον Παπισμό, πλην όμως έχει διεισδύσει και στην Ορθοδοξία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ιδίως διαδόθηκε και στα Κυριακά Σχολεία (τα «Κατηχητικά»), εμφανίζεται δε και στις διάφορες «φάτνες», που στήνονται, κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων, από διάφορους φορείς, αλλά και από Ενορίες και Μητροπόλεις.

Μετά την απόσχιση των Λατίνων από την Ορθοδοξία, δεν έμεινε τίποτε όρθιο στον Παπισμό. Η μεγαλύτερη βέβαια αιρετική απόκλιση, η βάση όλων των πλανών του Παπισμού, είναι η θεώρηση ενός δούλου Θεού, ενός Πατέρα του οποίου η γενεσιουργός αιτία ύπαρξής του είναι η φύση του και όχι το πρόσωπό του. Η βασική αυτή πλάνη, η γενεσιουργός αιτία όλων των πλανών του Παπισμού και ως επακόλουθο, η άρνηση της κοινής Θεολογίας και η παραδοχή μιας νέας ειδωλολατρικής θεολογίας, κατ’ απομίμηση του Πλάτωνα, με κύριο εκφραστή τον άγιο Αυγουστίνο, διαστρέφει την αγιογραφική και αγιοπατερική θεώρηση πάνω στα κύρια δόγματα της Ορθοδοξίας.

Η Αγιογραφία στην Ορθοδοξία είναι μια εικαστική Θεολογία, μια τέχνη υπερβατική, ποιητική, η οποία δεν απεικονίζει φωτογραφικά, νατουραλιστικά, κάποια σημαντικά γεγονότα. Φανερώνει το γεγονός μέσα στη διαχρονική του διάσταση, την ολική του αλήθεια. Η Γέννηση, η Ανάσταση, η Πεντηκοστή, για παράδειγμα, απεικονίζονται σαν πολυδιάστατα γεγονότα και όχι σαν χρονικές στιγμές.

Η Ορθοδοξία αρνείται την ύπαρξη την «Αγίας Οικογένειας του Ιωσήφ και της Μαρίας» σαν πρότυπο όλων των χριστιανικών οικογενειών. Τα πάντα ήταν υπερβατικά, υπερφυσικά στην οικογένεια του Ιωσήφ, της Μαρίας και του Ιησού. Όπως μαρτυρούν τα Ευαγγέλια, ο Ιησούς ποτέ δεν αποκάλεσε τη Θεοτόκο «Μητέρα», αλλά «Γυναίκα», γιατί η πρωτεύουσα σχέση του ήταν αυτή με τον Πατέρα και όχι με την μητέρα του, που ήταν η δευτερεύουσα σχέση.

Η σχέση παιδιού και μητέρας στην οικογένεια του Ιωσήφ ήταν υπερβατική, υπερφυσική. Η Θεοτόκος γνώριζε ότι το τέκνο της ήταν Θεός. Η υπερφυσική σύλληψη και η υπερφυσική γέννηση και το άφθορο της παρθενίας της, είχαν διαμορφώσει μια υπερβατική προσωπικότητα και στην Παναγία. Η στάση της απέναντι στο παιδί της είναι ακατανόητη για μας. Κυρίως η υπερβολική Χάρη του αγίου Πνεύματος, που σκήνωσε στη Θεοτόκο, της είχε δώσει μια προσωπικότητα ανώτερη από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Αυτό επηρέαζε και τη σχέση της Μαρίας και του Ιωσήφ. Αλλά και ο Ιωσήφ είχε δεχτεί και αυτός τον πλούτο της Χάρης για να διακονήσει σ’ αυτό το υπερβατικό και υπερφυσικό μυστήριο. Προφανώς, έβλεπε στη Θεοτόκο κάτι ιερό, κάτι Χερουβικό, στην ομιλία της, στο βλέμμα της. Μπορούμε δε να πάρουμε μια γνώση αυτής της συμβίωσης, από την άλλη σχέση της Παναγίας με την ξαδέλφη της Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου. Η σχέση του Ιωσήφ με τα άλλα δυο υπερβατικά Πρόσωπα της οικογένειάς του ήταν σχέση διακονίας, μια σχέση προστασίας και φροντίδας. Το άγιο Πνεύμα, που κατοικούσε στον Ιωσήφ, αυτό το Πνεύμα τον δίδασκε, πως η Μαρία είναι αειπάρθενος και πάντα, προ, κατά και μετά τον τόκο, Παρθένος. Ο Ιωσήφ, άχρι καιρού, θα ήταν ο προστάτης της οικογένειας του Χριστού.

Η οικογένεια του Χριστού δεν μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα για τις χριστιανικές οικογένειες, διότι στον κοινωνικό χώρο οι οικογένειες είναι τελείως φυσικές. Ασχολούνται με τη φροντίδα των παιδιών τους, έχουν φίλους και φίλες, με τους οποίους συζητούν την καθημερινότητα, εναγκαλίζονται οι σύζυγοι, οι γυναίκες συνουσιάζονται με τους συζύγους τους, υπακούοντες στο παύλειο: «Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό συνέρχησθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο Σατανάς δια την ακρασίαν υμών» (Κορ. Α΄ 7. 5). Αυτό είναι το φυσικό πλαίσιο της οικογένειας, που με εντελώς φυσικές διαδικασίες διαιωνίζει το ανθρώπινο είδος, πάντα με την ευλογία του Χριστού. Αν θα θέλαμε να δώσουμε υπόδειγμα χριστιανικής οικογένειας, θα χρησιμοποιούσαμε εκείνο αγίων οικογενειών, όπως του Μ. Βασιλείου, των αγίων Εσπέρου και Ζωής και των τέκνων αυτών Θεοδούλου και Κυριακού (2 Μαΐου), Τιμοθέου και Μαύρας και πολλών άλλων.

Δυστυχώς, ο Παπισμός περιέπεσε σε ακρότητες και στο θέμα αυτό. Από το ένα μέρος εξύψωσε τη Θεοτόκο, ώστε να λατρεύεται, με μια μαριολατρεία, που αρμόζει μόνο στο Θεό και από την άλλη υποτίμησε την υπερβατική οικογένεια του Ιωσήφ και την υποβίβασε σε πρότυπο της χριστιανικής οικογένειας του κοινωνικού χώρου. Διάφοροι ζωγράφοι απεικόνισαν την «Αγία Οικογένεια», κάθε ζωγράφος με τη δική του αντίληψη, φθάνοντας μέχρι του σημείου της απεικόνισης του Ιωσήφ, της Μαρίας και του Ιησού, εν μέσω γυμνών μορφών αμφιβόλου καθαρότητας του φύλου (Capella Sixtina).

Σ’ αυτή τη παπική πλάνη, δυστυχώς, έχουν περιπέσει και διάφοροι Ορθόδοξοι χώροι και φορείς, ακόμη και Μητροπόλεις, όπου αποδεικνύεται, ότι η διείσδυση του παπικού πνεύματος και νοοτροπίας είναι τόσο βαθειά και η αλλοτρίωση τόσο πλήρης, που τέτοια σοβαρά θέματα περνάνε στα ψιλά και δεν συγκινούν πλέον. Έτσι, βλέπουμε «αγιογραφίες» με θέμα την «Αγία Οικογένεια», όπου υπάρχει συζυγικός εναγκαλισμός του Ιωσήφ και της Μαρίας και βεβαίως υπονοείται, ότι ο συμπεριλαμβανόμενος Ιησούς αποτελεί τον καρπό της ευλογημένης σχέσης των γονιών του Ιωσήφ και Μαρίας και αυτό παρουσιάζεται σαν πρότυπο για κάθε χριστιανική οικογένεια. Τέτοιες παραστάσεις οφείλει η Εκκλησία μας να καταδικάσει και να λάβει τα δέοντα μέτρα, ώστε να αποσυρθούν  και να τονιστεί παράλληλα, ότι πρόκειται για βλάσφημες απεικονίσεις, που προσβάλλουν βάναυσα το Ορθόδοξο αίσθημα.

 

30.11.14

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

           

Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης. Ο μέγας πολέμιος της παναίρεσης του Παπισμού

[el]image1

 

Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης

Ο ΜΕΓΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Ο Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνός είναι εξέχουσα μορφή αγίου Ιεράρχου όχι μόνον του 16ου αιώνος μ.Χ., αλλά όλων των χρόνων της δουλείας, και ως εκ τούτου αποτελεί πνευματικό φάρο που κατέλαμψε το τότε πνευματικό σκότος του Γένους, δοξάζοντας και την περίφημη Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης, η οποία κατέστη παγκοσμίως γνωστή χάρις σε αυτόν.

Γεννημένος περί το 1520 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη όπου έλαβε άριστη μόρφωση, ο άγιός μας – κατά κόσμον ίσως Δημήτριος – μετέβη νέος στην Κωνσταντινούπολη, όπου πριν το 1546 μ.Χ. έγινε Μοναχός της Αδελφότητος «τῶν Στουδιτῶν», λαμβάνοντας το όνομα Δαμασκηνός και την προσωνυμία «Στουδίτης»· ήδη ως υποδιάκονος, σπουδάζοντας στην περίφημη Πατριαρχική Ακαδημία, υπήρξε και περιφανής ιεροκήρυκας της Βασιλεύουσας, σπείροντας λόγους πλήρεις ωφελείας, οι οποίοι αργότερα αποτέλεσαν το υλικό για το βιβλίο του «Θησαυρός».

Μεταξύ των ετών 1550 μ.Χ. και 1558 μ.Χ. ο Άγιος Δαμασκηνός δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή των Τρικάλων, πιθανότατα ως Διδάσκαλος της εκεί Σχολής, και πριν το 1558 μ.Χ. έλαβε την Ιερωσύνη. Στο ίδιο διάστημα μετέβη και στην Βενετία για να τυπώσει τον δημοφιλή «Θησαυρό».

Το 1560 μ.Χ. στο Ναό των Αρχαγγέλων («Ροτόντα») της Θεσσαλονίκης ο Ιερομόναχος Δαμασκηνόςχειροτονήθηκε Επίσκοπος «Λητῆς καὶ Ρενδίνης» από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεωνά (τον προ του 1560 – 65 μ.Χ.· δεν πρόκειται περί του γνωστού αγίου).

Παρά το ότι ο Άγιος Δαμασκηνός ήταν μόνον Επίσκοπος, ωστόσο δεν έπαυσε να διαλάμπει με τον συνδυασμό της λαμπρής παιδείας του και της άμετρης ταπεινοφροσύνης του. Ο Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ (1546 – 1612 μ.Χ.), μολονότι εχθρικός προς την Ορθοδοξία, επιβεβαιώνει ότι ο Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνόςήταν ένας από τους τρείς πιο μορφωμένους Ορθοδόξους Κληρικούς της εποχής του και από αυτούς ήταν ο πιο επαινετός «λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας μετριοφροσύνης, ὀλιγαρκείας καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν του».

Λόγω των χαρισμάτων του αυτών ο Άγιος απέλαυε της εμπιστοσύνης των Πατριαρχών για σημαίνουσες αποστολές ως Έξαρχος, όπως στο Άγιον Όρος (1567 μ.Χ.), αλλά και στη Μικρά Ρωσία (Ουκρανία), όπου στα έτη 1565 – 1572 μ.Χ. ο Δαμασκηνός συνετέλεσε αποφασιστικά στην κατανίκηση της αιρετικής ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας. Αργότερα, κατά την Πατριαρχία του Ιερεμίου Β΄ του Τρανού (†1595 μ.Χ.), ο οποίος ήταν μαθητής του Αγίου, ο Δαμασκηνός έλαβε μέρος στην σύνταξη της πατριαρχικής δογματικής απαντήσεως (1572 – 73) στους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Τυβίγγης, διετέλεσε δε και τοποτηρητής του Θρόνου στην Κωνσταντινούπολη επί αρκετούς μήνες, κατά την απουσία του Πατριάρχου.

Το 1574 μ.Χ., ο Άγιος μας προβιβάσθηκε σε «Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης καὶ Ἔξαρχον πάσης Αἰτωλίας» ως Δαμασκηνός Γ’ ο Στουδίτης, θρόνο που υπηρέτησε επί δύο περίπου έτη, μέχρι το 1576 μ.Χ., όταν συγκαταλέχθηκε μεταξύ των λογίων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Λίγο αργότερα, το σωτήριον έτος 1577 μ.Χ., εκοιμήθη εν Κυρίω και ετάφη στη μητροπολιτική του περιφέρεια, στη Ναύπακτο ή την Άρτα. Επίγραμμα αναφερόμενο στον Άγιο, πλέκει τον έπαινό του, χαρακτηρίζοντας τον Δαμασκηνό ως «σοφία τῶν Ἑλλήνων» και τον θάνατό του ως κακή στιγμή, η οποία άφησε τους φιλέλληνες ορφανούς: «Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών. Ὃς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν».

Στα συγγράμματά του, εκτός από το βιβλίο «Θησαυρός», το οποίο εκδόθηκε πάμπολλες φορές (51 περίπου φορές μέχρι το 1926 μ.Χ.) και που μαρτυρεί τα γνήσια μοναχικά του βιώματα και το σέβας στην Ορθοδοξία και τους Αγίους Πατέρες, συμπεριλαμβάνονται διάφορα κείμενα, όπως Κανόνες προς τιμή του Νεομάρτυρος Νικολάου (†1554 μ.Χ.), ποιήματα προς τιμήν της Παναγίας σε ομηρική γλώσσα, μία Παραίνεσις προς Μοναχούς, και άλλα, όπως σύγγραμμα ζωολογίας και έτερο μετεωρολογίας, που πιστοποιούν την ευρεία παιδεία του. Ο Άγιος Δαμασκηνός πρέπει να υπήρξε διδάσκαλος και ενός από τους τελευταίους Στουδίτες, του Οσίου Διονυσίου του «Ρήτορος» (†1606 μ.Χ.), μετέπειτα ασκητού στη Μικρά Αγία Άννα του Αγίου Όρους.

Παρά τη λιπαρή του παιδεία, χάρις στην οποία κατείχε άριστα την ομηρική και την αττική διάλεκτο, ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, έγραφε και σε απλή και καθαρή Ελληνική γλώσσα για τον απλό λαό της εποχής του, που είχε πολλή ανάγκη της «στερεᾶς τροφῆς» του λόγου του Θεού. Ο «Θησαυρός» του Δαμασκηνού υπήρξε το πιο διαδεδομένο στον τομέα του βιβλίο και ενίσχυσε το δούλο Γένος στις θλίψεις και τα μαρτύρια. Η προσφορά του επεκτάθηκε όταν μεταφράσθηκε και στα τουρκικά (1731 μ.Χ.), για τους τουρκόφωνους Ρωμηούς, στα σερβικά (1580 μ.Χ.) και τα ρωσικά (1656, 1715 μ.Χ.). Ιδιαιτέρως στη Βουλγαρία θεωρείται ότι η μετάφρασή του (Δαμασκηνάρια) απέτρεψε τον εκτουρκισμό των Ορθοδόξων Βουλγάρων.

Εορτάζει στις 27 Νοεμβρίου εκάστου έτους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τὸν Λητῆς καὶ Ρεντίνης χρυσολόγον ἐπίσκοπον, εἴτα δὲ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης θεοφόρητον πρόεδρον, τὸν θεῖον καὶ σοφὸν Δαμασκηνὸν, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς, τὸν διδάξαντα τῇ βίβλῳ αὐτοῦ λαούς, πρὸς ὅν καὶ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ σὲ σοφίσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ταμιεύσαντι ἐν σοί, χαρίτων θησαυρῶν Αὐτοῦ.

saint.gr

Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα

Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη (προεικονομαχικής περιόδου) της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα.
Παραδόθηκε από τον Θωμά Παλαιολόγο στον Πάπα Πίο Β΄ για να διασωθεί από τους Οθωμανούς Τούρκους.
Στο βιβλίο του θεολόγου Αριστείδη Γ. Πανώτη, Παύλος Στ’ – Αθηναγόρας Α’: Ειρηνοποιοί, Ίδρυμα Ευρώπης ΔΡΑΓΑΝ, Αθήναι 1971, σσ. 261, διαβάζουμε τα εξής ενδιαφέροντα σχετικά με την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτόκλητου από τη Ρώμη στην Πάτρα στις 26 Σεπτεμβρίου 1964:“Η ιστορία της επιστροφής της κάρας του Αγίου Ανδρέα άρχισε τον Φεβρουάριο του 1963 σε μια συνάντηση Ορθοδόξων και Καθολικών στην Αθήνα. Γίνονται οι σχετικές εισηγήσεις στη Ρώμη, με θετικά αποτελέσματα. Υποδεικνύεται στον Μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο από τον γράφοντα, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει το διάβημά του. Συντάσσεται το κείμενο και αποστέλλεται. Η απάντηση είναι αρίστη. Στα μέσα Μαΐου έρχεται στην Πάτρα ο Ιω. Βίλλεμπρανς για μυστικές συνεννοήσεις με τον Μητροπολίτη Κωνσταντίνο, ο οποίος και γράφει προσωπικό γράμμα στον Πάπα Παύλο ΣΤ’. Ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ απαντά καταφατικά στο αίτημα. Θέλει όμως να επιστραφεί η Κάρα “με νέα λειψανοθήκη ανταξία του περιεχομένου της” που τα έξοδά της θα κατέβαλε ο ίδιος, γιατί η αρχική λειψανοθήκη, με την οποία ο Θωμάς Παλαιολόγος παρέδωσε την κάρα στον Πάπα Πίο Β’, το 1462, είχε αντικατασταθεί με νεωτέρα και είχαν χαθεί τα ίχνη της παλαιάς σε κάποιο Σκευοφυλάκιο. Ζητούνται σχέδια λειψανοθήκης ορθοδόξου τεχνοτροπίας από την Αθήνα, αλλά παράλληλα γίνονται και έρευνες για την ανακάλυψη της αρχικής λειψανοθήκης. Ανακαλύπτεται. Ήταν στο μουσείο της πατρίδος του Πάπα Πίου Β’. Είναι χρυσή και η επιστημονική εξέτασή της από διαπρεπείς αρχαιολόγους και βυζαντινολόγους αποδεικνύει ότι είναι σπάνιο έργο τέχνης της προεικονομαχικής περιόδου (Ζ’ αιώνος) και έτσι έχει μεγάλη καλλιτεχνική αξία. Μετά την υπεύθυνη αυτή γνώμη, ο Πάπας αποφασίζει να κάνει διπλό δώρο στη Μητρόπολη Πατρών, την κάρα και την αρχαία λειψανοθήκη. Την επισκευάζουν και της προσθέτουν μόνο μία βάση από πολύτιμο λίθο “κύανο” (lapis lazuli) με την επιγραφή “εν πνεύματι ομονοίας και ως δείγμα μεγάλης αγάπης”. Μέσα στη μοναδική αυτή λειψανοθήκη, με σχετική τελετή, παρουσία των Ορθοδόξων Παρατηρητών, ο Πάπας κλείνει το ιερό λείψανο, σφραγίζει την λειψανοθήκη, η οποία παραδίδεται στον Μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο, στις 26 Σεπτεμβρίου 1964”.

Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Αρχιερατικό συλλείτουργο το 1967 στην Μονή του Αποστόλου Ανδρέα στην Καρπασία
προεξάρχοντος του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Η λειψανοθήκη συγκέντρωσε φωτογραφίες αρχείου με την αρχαία βυζαντινή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα, τις οποίες μπορείτε να δείτε παρακάτω. Δυστυχώς η χρυσή αυτή βυζαντινή λειψανοθήκη με την οποία ο Θωμάς Παλαιολόγος παρέδωσε την κάρα στον Πάπα Πίο Β’, το 1462, για να διασωθεί από τους Οθωμανούς καταστράφηκε στην Πάτρα λίγα χρόνια μετά την παράδοσή της. Αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει περισσότερα, παρακαλείτε θερμά να πληροφορήσει και τη λειψανοθήκη.

Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η ανάγνωση του επισήμου εγγράφου βεβαιώσεως της ταυτότητος του λειψάνου,
ενώ ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ προσβλέπει στο διασωθέν τεμάχιο της κάρας
που διαφυλάσσεται σε βάμβακα παρουσία κληρικών του οίκου του.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η σεπτή κάρα τοποθετείται εντός της αρχαίας λειψανοθήκης παρουσία του τότε παρατηρητή
στην Βατικανή Σύνοδο π. Παντελεήμονα Ροδόπουλου, μετέπειτα μητροπολίτη Τυρολόης και Σερεντίου,
και του καρδιναλίου Βίλλεμπρανς.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ μεταξύ της νεώτερης λειψανοθήκης της κάρας του Αποστόλου Ανδρέου
και της αρχαίας και πολυτιμότατης προεικονομαχικής λειψανοθήκης που την παρέδωσε στη Ρώμη
ο Θωμάς Παλαιολόγος και βρέθηκε και την όψη της γνωρίζουμε από σχέδια του ΙΕ’ αιώνα!
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ με συγκίνηση μεταφέρει την αρχαία λειψανοθήκη
επάνω στην πολύτιμη από κύανο βάση της που φέρει και το οικόσημό του.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η παράδοση στις 26 Σεπτεμβρίου 1964 της σεπτής κάρας στον μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο
από τον καρδινάλιο Μπέα, τον αρχιεπίσκοπο Βίλλεμπρανς και τον π. Πέτρο Ντυπρέ.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Ο Πατρών Κωνσταντίνος φέρει πλέον στον παλαιό ναό του Αποστόλου την σεπτή κάρα.
Την ιστορική στιγμή παρακολουθεί ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Λιτάνευση του σεπτού λειψάνου στην Πάτρα παρουσία πολλών ιεραρχών.
Πρώτοι είναι ο Χανίων Νικηφόρος και ο Λαρίσης Ιάκωβος.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Από την επανακομιδή της σεπτής κάρας του Αποστόλου Ανδρέα τον Σεπτέμβριο του 1964.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Από την επανακομιδή της σεπτής κάρας του Αποστόλου Ανδρέα τον Σεπτέμβριο του 1964.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Στιγμιότυπο από την έλευση της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα το 1967
στο λιμάνι της κατεχόμενης σήμερα Αμμοχώστου.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ’ εισέρχεται  με την κάρα του Αποστόλου Ανδρέα
στον ναό της ομώνυμης Μονής στην κατεχόμενη σήμερα Καρπασία.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Αρχιερατικό συλλείτουργο το 1967 στην Μονή του Αποστόλου Ανδρέα στην Καρπασία
προεξάρχοντος του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα http://leipsanothiki.blogspot.be/
Η σπάνια βυζαντινή χρυσή λειψανοθήκη (προεικονομαχικής περιόδου) της κάρας του Αποστόλου Ανδρέα.
Επιβίωσε των Οθωμανών, διατηρήθηκε από τους Λατίνους, καταστράφηκε από τους Νεοέλληνες.

 

Πηγές:

Προσωπικό αρχείο Αριστείδη Πανώτη.

Ιστολόγιο: Ιδιωτική Οδός – Παναγιώτης Ανδριόπουλος

Ιστολόγιο: Συλλεκτικό Παζάρι

Ιερά Μητρόπολις Πατρώς

Myriobiblos, Online Library of the Church of Greece

Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ .ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Ὁμιλία ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου ἐπί τῇ Θρονικῇ Ἑορτῇ (30/11/2007). (Μακαριστού Μητροπολίτου Ἰωαννίνων κυρού Θεοκλήτου.

 IMG_0139
«Ἄρτι δέ… ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς… ὁ Χριστός… τῇ ράβδῳ τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως, ἥτις ἐστί ὁ σταυρός, τήν ἄνικμόν μου πλήξει διάνοιαν… διά τῆς ἑαυτοῦ χάριτος προσκορεῖ τάς ἀκοάς ὑμῶν ἀπεργάσεται ὕδατα ἐκκρουνίσας εὐλογίας…. Ἀρξώμεθα δ’ οὖν ἐντεῦθεν…» .Παναγιώτατε καί Θειότατε Πάτερ καί Δέσποτα,«…Σήμερον γάρ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἐάν ἀκούσητε, καρδίας μή σκληρυνθῆτε, ὥς ποτέ ὁ Ἰσραήλ παρεπίκρανεν. Ἐπάγει οὖν τῷ ἑξῆς ψαλμῷ τῷ Κυρίῳ ἡ σύμπασα γῆ ἄσατε. Εὑρήκαμεν δεῦτε τόν ποθούμενον» .

Αὕτη ἡ φωνή τοῦ «μυστολέκτου τῆς Θείας οἰκονομίας Χριστοῦ» Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, «εὑρήκαμεν τόν ποθούμενον», πρός τόν ὅμαιμόν του Ἅγιον Ἀπόστολον Πέτρον, ἰδού ὁ ἀνά τούς αἰῶνας λόγος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγος προσκαλῶν εἰς τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, λόγος καταφάσκων τό νόημα τῆς εὐχαριστίας Της καί φανερώνων τήν ἀποκεκαλυμένην Ἀλήθειαν Αὐτῆς, ἥτις καθοδηγεῖ τήν παρρησίαν τοῦ κηρύγματος διά τόν «Λόγον τόν προάναρχον» καί «ὁδοποιεῖ» τούς ποθοῦντας «Χριστῷ συγγενέσθαι», «θείοις ῥεύμασιν», εἰς «ποταμούς Θεογνωσίας» .

Κατά τήν εὐχαριστηριακήν σύναξιν, τό μυστήριον τοῦτο τῆς ἑνότητος κτιστοῦ καί ἀκτίστου, εἰς τόν λειτουργούμενον χρόνον τῆς παρουσίας, μέ ἀνεῳγμένους τούς οὐρανούς, συλλειτουργοῦντες τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις, συμμετέχομεν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὑπό τόν θρόνον τοῦ Ἀμνοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων προεξαρχόντων καί δή τοῦ Πρωτοκλήτου, καί προσευχόμεθα ὑπέρ μιᾶς κοσμικῆς ἀποκαταστάσεως, μιᾶς κοσμικῆς Πεντηκοστῆς, ὑπέρ τῆς ὑπό πάντων μεταλήψεως τοῦ πληρώματος, τοὐτέστιν τῆς πληρότητος τῆς Θεοποιημένης ἀνθρωπότητος καί τοῦ μεταμεμορφωμένου σύμπαντος, κοινωνοῦντες καί μεταδίδοντες τόν Ὅλον τοῖς πᾶσιν.

Ἐντός αὐτοῦ τοῦ εὐχαριστηριακοῦ χρόνου τῆς φανερώσεως τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, «σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία τῶν υἱῶν τοῦ Βαπτίσματος», δοξολογοῦσα τόν ἐν Τριάδι Ἅγιον Θεόν δι’ ὅσα τήν Ἐκκλησίαν κατεκόσμησε ὁ «θεόληπτος ἀνήρ», ὁ «μυστοπόλος αὐτόπτης καί ῥήτωρ, τῆς ἀποῤῥήτου γνώσεως Χριστοῦ», ὁ «ἐθνῶν πνευματικός», ὁ «πρῶτος Χριστῷ καλοῦντι», τό «ἅλας τό τίμιον», τῶν «μαθητῶν ὁ πρώτιστος» .

Τῆς παρούσης πανηγύρεως τοῦ Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, «… ὁ μέγας οὗτος Ἀνδρέας τάς προφάσεις δέδωκεν…», «… ὁ πρῶτος διδάσκαλον τόν Δεσπότην ἐπιγραψάμενος…», «… ἡ πρώτη τῶν ἀποστόλων φυτεία, οὗτος ἠνέῳξε τῆς Χριστοῦ μαθητείας τάς πύλας…», «πρῶτος τῶν παρά πάντων προσδοκώμενον περιπτύσσεται…» , κατά τόν Μέγαν τῆς Ἀλεξανδρείας πατέρα καί διδάσκαλον. «… Θαῦμα ξένον καί φοβερόν! ἡ πηλώδης γλῶσσα, ἡ πηλίνη φύσις, τό σῶμα τό χοϊκόν, ὁ ‘’δεξάμενος ἄνωθεν Πνεῦμα Ἅγιον…‘’ τήν νοεράν καί ἄυλον ὑπεδέξατο γνῶσιν» .

Τό μέγιστον σημεῖον ἀναφορᾶς τῆς ἀποδιδομένης τιμῆς τῷ Πρωτοκλήτῳ, τῷ ἱδρυτῇ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, σημεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναβλύζει ἡ εὐφροσύνη σήμερον, ἐπικεντροῦται εἰς τό γεγονός ὅτι ἀπό τῆς πολιᾶς ἀρχῆς ὁ Θρόνος Σου, Παναγιώτατε, κατέστη Θρόνος διά τοῦ ὁποίου «… ὁ πάντας ἑλκύσας σταυρῷ τούς θεομύστας, ἐκληροδότησεν ὑμῖν, τοῖς θεολόγοις αὐτοῦ» , διά τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, καθέδραν τῆς περί τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὀρθοδόξου θεολογίας τῶν πρώτων αἰώνων. «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», «… ὅν προφητικαί βοῶσαι σάλπιγγες ἀναμένειν ἐκέλευον». Ὁ Ἀνδρέας «παραιτεῖται τόν νόμον τῷ νόμῳ πειθόμενος. Ἤκουσε Μωσέως λαλοῦντος ‘’Αὐτοῦ ἀκούετε‘’. Ἤκουσεν Ἰωάννου βοῶντος ‘’Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ‘’ καί γέγονεν πρός τήν δεῖξιν αὐτόμολος» . Καί ὁ Θρόνος Σου καί ἦν καί ἔστι καί ἔσται εἰς τούς αἰῶνας αὐτόμολος πρός τήν δεῖξιν τοῦ ἀναμενομένου, ἐν τε τῷ νῦν παρόντος καί ἐν ταὐτῷ ἐρχομένου.

Ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία δικαίως ἀγάλλεται ὅτι ἡ τοῦ Πρωτοκλήτου φωνή εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν κατέπηξε κατά τάς ἀπαρχάς Αὐτῆς μυστικόν θυσιαστήριον, ἐπί τοῦ ὁποίου ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρός κατέδειξε τό πρόσωπον τοῦ σεσαρκωμένου Υἱοῦ, τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, διά τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Εἰς τήν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, τήν νέαν Σιών, οἱ πατέρες, ἐν ἁγίαις καί οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, ἐκήρυξαν τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως, ἐλειτούργησαν τό θαῦμα τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου εἰς τήν βυζαντινήν λειτουργικήν θεολογίαν, ἀπεκάλυψαν τό μέγεθος τῆς θείας Οἰκονομίας, ἐδογμάτισαν τήν ἐλευθερίαν τῶν προσώπων ὡς βάσιν τῆς Τριαδολογίας, ἔφυγον τόν πειρασμόν τῆς κεχωρισμένης θεωρήσεως Τριαδολογίας, Χριστολογίας, Πνευματολογίας, καθώρισαν μέ σαφήνειαν τόν Χαλκηδόνιον χωροχρόνον τῆς σωτηριολογίας, ᾖραν τάς μεταβλητάς τῶν αἱρέσεων ὡς παραθεωρήσεις καί παραχαράξεις τῆς σωτηρίας ὁδοῦ καί, κατ’ ἀκρίβειαν ἐκκλησιολογοῦντες, κατέδειξαν λειτουργικόν τό μυστήριον τῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου, ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Οὕτως, ὁ Θρόνος Σου ἑορτάζει τόν τιμώμενον Πρωτόκλητον, ὡς Πρωτόθρονος ἐν τιμῇ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Πῶς, ὅμως, ἐνῶ πάντα ταῦτα μεταγενεστέρως ἐπισυνέβησαν, ἐν τούτοις εὑρίσκονται ἐν συμφωνίᾳ μετά τῆς πρός τόν Αἰγεάτην εὐχαριστηριακῆς μαρτυρίας τοῦ Πρωτοκλήτου «Ἐγώ τῷ παντοκράτορι Θεῷ τῷ μόνῳ ἀληθινῷ ὑπάρχοντι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θυσίαν προσκομίζω, οὗτινος τό σῶμα πᾶς ὁ τῶν πιστῶν λαός μεταλαμβάνων καί τό αἷμα αὐτοῦ πίνων, ὁ ἱερουργηθείς ἀμνός μετά τοῦτο ὁλόκληρος διαμένει καί ζῶν. Ἀληθῶς οὖν ἱερουργεῖται, καί ἀληθῶς τό σῶμα αὐτοῦ παρά τοῦ λαοῦ βιβρώσκεται καί τό αἷμα αὐτοῦ ὁμοίως πίνεται, ὅμως, καθώς ἔφην, ὁλόκληρος διαμένει καί ἀμώμητος καί ζῶν» ;

Ἰδού λοιπόν πῶς ἡ πίστις τῆς Ἐκκλησίας, «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», «τόν ποθούμενον», «ὡς κῦμα γαληνόν πραέῳ πνεύματι κινούμενον…» εἰσοικίζει, «πόθῳ πόθον προσθεῖσα…» , τά μέλη Της εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Θά ἦτο ὅμως ἐλλιπής ὁ λόγος σήμερον, ἐάν δέν ἀνεφέρετο εἰς τήν δήλωσιν τοῦ σημαίνοντος, τῆς εὑρέσεως δηλονότι, τοῦ Μεσσίου. Ἰδού τίνι τρόπῳ ὁ Μέγας Ἀλεξανδρινός Πατήρ σημαίνει τό σημαινόμενον: «… ἐπιγνούς δέ τόν προφητευθέντα…, χειραγωγεῖ τόν ἀδελφόν πρός τήν εὕρεσιν. Ἀγνοοῦντι τῷ Πέτρῳ τόν θησαυρόν, δείκνυσιν ‘’εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν‘’ ὅν ἐπιποθοῦμεν. Οὗ τήν παρουσίαν ἠλπίσαμεν, τούτου τήν θεωρίαν ἁρπάσωμεν… καί μερίζεται πρός αὐτόν τῆς θεωρίας τόν θησαυρόν. Χειραγωγεῖ πρός τόν Δεσπότην τόν Πέτρον… Οὕτω μαθητής Ἀνδρέας καί καθηγητής ἀνθρώπων καθίσταται. Ἀπό τοῦ διδάσκειν, τοῦ μανθάνειν ἀπήρξατο, ἁρπάζει τῆς ἀποστολῆς τήν ἀξίαν… Τοῦτο πρῶτον Ἀνδρέου κατόρθωμα. Ηὔξησε τῶν ἀποστόλων τόν ἀριθμόν, προσήνεγκε Πέτρον, ἵν’ εὕρῃ Χριστός τόν τῶν μαθητῶν κορυφαῖον. Ὥστε καί ἐν οἷς ὕστερον εὐδοκιμῶν ὁ Πέτρος εὑρίσκεται, παρά Ἀνδρέου τῆς εὐδοκιμήσεως ἔχει τά σπέρματα. Ἀλλ’ ἡ τῶν ἐπαίνων ἰσόρροπος ἐξ ἑκατέρων πρός ἀλλήλους ἀντίδοσις γίνεται…» . Τό θαυμαστόν τοῦ Μεγάλου Πατρός ἐγκωμιαστικόν ἀπόσπασμα ἐπαναφέρει εἰς τήν σήμερον τήν εὐλογίαν τῆς χθές.

Ἐν τούτοις ἡ χαρά ἀπομειοῦται, διότι ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία τῶν πρώτων δέκα αἰώνων ἀφίσταται τῆς κοινωνίας, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος. Ὁμιλοῦμεν περί τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας καί οὐχί περί τῶν ἱδρυτῶν ἀποστόλων. Λέγομεν ἅ λέγομεν ἐν διασταλτικῇ ἐννοίᾳ, σεβόμενοι καί τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τήν περί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῶν θεώρησιν. Πρός τιμήν καί οἰκονομίαν ὀνομάζομεν τήν ἀδελφήν ὡς τοῦ Κορυφαίου, ἔχοντες δι’ ἐλπίδος καί πίστεως τήν βεβαιότητα ὅτι πρός ὅν ἐπιποθοῦμεν ἡ χειραγώγησις γίνεται. Ὡς μαθηταί τῆς καθηγεσίας τοῦ Πρωτοκλήτου ὁμιλοῦμεν, ἀπό τοῦ μανθάνειν τήν σπουδήν τῆς ἑνότητος ἀρχόμεθα καί ἁρπάζομεν τῆς ἀποστολῆς τήν εὐθύνην διά τήν κοινωνίαν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Λαβόντες ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν τούς τοῦ Πέτρου ἀδελφούς, προσάγομεν τῷ Δεσπότῃ τούς μεριστάς τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, τοὐτέστιν τῆς παρ’ Αὐτοῦ δοθείσης ἑνότητος, κοινωνούς τῆς διδασκαλίας Ἀνδρέου συναπεργαζόμενοι.

Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν ἀναφωνεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερον, καί, ὡς παραγγέλλει ὁ χρυσοῤῥήμων τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας προκάτοχός Σου, Παναγιώτατε, «ἄκουσον δέ καί τούτου μετά τῆς ἄρθρου προσθήκης λέγοντος. Οὐ γάρ εἶπε, Μεσσίαν, ἀλλά, τόν Μεσσίαν, οὕτως ἕνα τινά Χριστόν προσεδόκων, οὐδέν κοινόν πρός τούς ἄλλους ἔχοντα. Θέα δέ μοι καί ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τήν εὐπειθῆ καί εὐήνιον τοῦ Πέτρου διάνοιαν. Εὐθέως γάρ ἐπέδραμε μηδέν μελλήσας. Ἤγαγε γάρ αὐτόν, φησί, πρός τόν Ἰησοῦν…» .

Αὐτόν τόν ἕνα καί μόνον Χριστόν, τόν Μεσσίαν, Ὅν εὑρήκαμεν καί παρά τῶν Ἀποστόλων ἐδιδάχθημεν, Αὐτόν ἐπαύσαμεν νά ὁμολογῶμεν ἐν Πνεύματι καί διά Πνεύματος ἁγίου. Ὁ μερισμός τῆς πίστεως θλίβει καί λυπεῖ, διότι ἀπουσιάζει ἡ κηρυττομένη ὑπό τοῦ Ἀποστόλου «ἑνότης τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» , ἑνότης, τοὐτέστιν, ὀντολογικῆς ὑφῆς καί κοινωνίας μετά τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὁποίου καί μόνον δύναται αὕτη νά ὑπάρξῃ ἀληθῶς.

Ἐδήλωσας, Παναγιώτατε, πρό ὀλίγων ἐτῶν, τήν αὐτήν μέ τήν σήμερον ἡμέραν, βασικήν τινα ἀρχήν ἐπί τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ σαφής ὀρθόδοξος θεώρησις τοῦ ὅλου προβλήματος. Εἶπας, «ἡ συμφωνία αὐτή προϋποθέτει ὀντολογικήν ἕνωσιν τῶν συνηγμένων πιστῶν μετά τοῦ Χριστοῦ, τό νά δύναται ἕκαστος αὐτῶν νά εἴπῃ: ‘’ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός‘’ (Γαλ. 2,20)» .

Τήν σημαίνουσαν ἀξίαν τῶν λόγων Σου ἑρμηνεύει εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων ἐπισκόπων τοῦ θρόνου Σου, λέγων: «… εἰς τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὑπερβαίνεται ἡ φθορά, ὑπερβαίνεται ὁ θάνατος. Ἀφοῦ συμβαίνουν ταῦτα εἰς τόν Χριστόν, τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ καθίσταται πλέον ἕν σῶμα ἐπί τοῦ ὁποίου πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης γίνεται μέτοχος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὕτως, ὁ Χριστός παύει νά εἶναι ἕν ἄτομον, γίνεται Καθολική ὕπαρξις, ἥτις λαμβάνει τήν μοῖραν τοῦ πεπτωκότος κτιστοῦ καί οὕτω λαμβάνει καί τήν μοῖραν τοῦ λελυτρωμένου κτιστοῦ, τοῦ ἀπηλευθερωμένου ἐκ τῶν ὁρίων του κτιστοῦ, διότι αὕτη εἶναι ἡ λύτρωσις ἐκ τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ. Αὕτη ἡ λύτρωσις, αὕτη ἡ ἀπελευθέρωσις εἶναι ἔργον τοῦ ἁγίου Πνεύματος συντελούμενον πρῶτον εἰς τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, καί ἐν συνεχείᾳ εἰς τούς ἀνθρώπους, πάλιν ὡς δωρεά καί ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διά τοῦτο ὁ Χριστός, ὡς τό Καθολικόν Ὄν εἰς τό ὁποῖον ὑπερβαίνονται τά ὅρια τοῦ κτιστοῦ, μεταδίδει ἤ πραγματοποιεῖ τήν ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ δι’ ὅλην τήν ἀνθρωπότητα, οὐχί ὡς ἄτομον Χριστός, ἀλλά διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χορηγῶν τό Ἅγιον Πνεῦμα» .

Τάς ἀρχάς αὐτάς τάς ὁποίας ἡ συνόλη, ὑπό τήν ἐν τιμῇ πρωτοκαθεδρίαν Σου, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀσπάζεται καί ἐν ἀσπασμῷ ἁγίῳ, συνεχομένη τῷ Θείῳ θελήματι, προσέρχεται εἰς τούς διαλόγους μετά τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τῆς Ρώμης, ὡς καί τῶν ἄλλων ὁμολογιῶν, τραυματίζουν ἐνίοτε ἐκ τῶν ἔσω πείσμονες ψευδαδελφοί, συγκροτοῦντες ὁμάδας φανατικῶν ὑποστηρικτῶν τῶν δῆθεν «θεσμίων», δέσμιοι ἐν πολλοῖς μιᾶς θρησκευτικῆς ἀπιστίας, ἑνός νεομανιχαϊστικοῦ φονταμεν-ταλισμοῦ, μιᾶς προβολικῆς μεταφυσικῆς ἐνοχῆς, ἑνός ἔργου εὐκόλου διά νά ζοῦν δίκην σεκτῶν οἱ μεταπράται τῆς «καθαρᾶς θρησκείας». Τό ἴδιον φαινόμενον ταλαιπωρεῖ καί τήν ἀδελφήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν.

Ἐν τούτοις, ἡ μή φωνασκοῦσα κοινοβλαβῶς ἀνθρωπότης, ἀλλά ἀναμένουσα θεοφρόνως, ὡς καί οἱ ἄνθρωποι καλῆς θελήσεως οἱ ἐνδιαφερόμενοι διά τήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος, τῆς ὁμονοίας καί τῆς καταλλαγῆς, ὅπου δεῖ, ἐπικροτεῖ, προσδοκᾶ καί προσεύχεται, ὅπως ἡ διάφανος πραγματικότης τῆς Ἐκκλησίας στήσῃ τόν κόσμον εἰς τήν θέαν τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ.

Τά μετανεωτερικά ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλους τούς τομεῖς καί τάς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του ἀρχίζουν νά ἀποκτοῦν χροιάν «τεχνογνωστικῆς ἐσχατολογίας» καί ἐπ’ αὐτοῦ αἱ Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι ὀφείλουν νά λειτουργοῦν βάσει τοῦ προφητικοῦ – ἐσχατολογικοῦ χαρίσματος, διότι ἡ εὐθύνη ἡμῶν ἔναντι τῶν ραγδαίων, ἀσαφῶν καί πολυσυνθέτων προβλημάτων καί ἐξελίξεων ἐγγράφει εἰς βάρος ἡμῶν πίστωσιν ἔναντι τοῦ Πατρός, τοῦ σεσαρκωμένου Υἱοῦ καί τοῦ ἐπιδημοῦντος Ἁγίου Πνεύματος.

Οὐδόλως ἀγνοεῖ ὁ θρόνος Σου ὅτι ὁ Χριστός «ἦλθεν ἁρμοσόμενος τήν Ἐκκλησίαν» , στήκει οὖν καί κράττει τῆς θελήσεως τοῦ Κυρίου Σου.

Κατά τόν δοθέντα μοι, δι’ εὐλογίας, λόγον σήμερον, ἐπιθυμοῦμεν, ἁδραῖς γραμμαῖς, νά σημειώσωμεν τήν ἀγαθήν καρδίαν τῶν ἀκολουθησάντων τόν Ἰησοῦν πρώην μαθητῶν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἐν οἷς καί ὁ Ἀνδρέας, θαυμάζοντες τήν πρό τῶν μακαρισμῶν μακαριότητά των. Λέγει ὁ χρυσοῤῥήμων Ἱερός Πατήρ: «… Οὐδέν γάρ οὐδέπω μαθόντες παρ’ αὐτοῦ, οὐδέ ἀκούσαντες, διδάσκαλον αὐτόν καλοῦσιν, εἰς τούς μαθητάς εἰσωθοῦντες ἑαυτούς, καί τήν αἰτίαν δεικνύντες, δι’ ἥν ἠκολούθουν, ὥς τι τῶν χρησίμων ἀκουσόμενοι. Θέα δέ μοι καί τήν σύνεσιν. Οὐκ εἶπον. Δίδαξον ἡμᾶς περί δογμάτων ἤ τινος ἑτέρου τῶν ἀναγκαίων, ἀλλά τί; ‘’Ποῦ μένεις;‘’ … Διά τοῦτο ὁ Χριστός οὐ λέγει τά σημεῖα τῆς οἰκίας, οὐδέ τόν τόπον, ἀλλ’ ἐπισπᾶται πλέον αὐτούς πρός τήν ἀκολούθησιν, δεικνύς ὅτι αὐτούς ἀπεδέξατο…» .

Ὁ Ἱερός Πατήρ ἑρμηνεύει στοχαστικῶς καί διευκρινίζει τόν ἱερόν ζῆλον καί τήν χαράν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί τοῦ ἄλλου μαθητοῦ, εἰς τό ἐρώτημά των πρός τόν Ἰησοῦν σχετικῶς μέ τόν τόπον τῆς διαμονῆς Του. Ἡμεῖς ὅμως ἐρωτῶμεν Σέ, τόν Πατριάρχην: Ποῦ μένεις; Ὅστις σπεύσει εἰς ἀπόκρισιν ἴσως διαμαρτήσῃ τῆς ἀληθείας. Οἱ ἐνταῦθα κατέναντί Σου ἐρωτοῦν «διατί μένεις;». Καί, ὤ τῆς παραλόγου συμφωνίας, συναντῶνται μετά τῶν ἐκτός «τῶν ὁρίων Τύρου καί Σιδῶνος» εἰς τό αὐτόν ἐρώτημα. Μέ διαφόρους τρόπους ἡ κακία, δι’ ὅσους ἀδίκως αἰσθάνονται ὅτι κινδυνεύουν ὑπό Σοῦ, καταφάσκει τούς κατεναντίους.

Ἀσχάλλουν, διότι παραμένεις ἐδῶ εἰς τήν ὑπό τήν φυλακτήριον σκέπην καί τό ἀπροσμάχητον κράτος τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ παναρχαίαν ἕδραν Σου, ἐνοχλοῦνται τόσον διά τήν πίστιν ὅσον καί διά τόν τόπον. Προσβλέπουν εἰς τήν φυγήν, ἐπιθυμοῦν τήν ἔξοδόν Σου δι’ ὅσα ἐκράτησας ἑρμητικῶς κεκλεισμένα, καί, εἰ δυνατόν, «διά τῆς μαρτυρικῆς τοιαύτης θύρας» νά μεταφέρῃς τήν καθέδραν Σου. Ὀνειρεύονται, ὅταν ἀπογοητεύωνται, νά ὑποκύψῃς εἰς τάς ἐπινοήσεις τοῦ νεοϊστορισμοῦ, νά συνδιαλλαγῇς, νά ἀπολέσῃς τήν ἀλήθειαν τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀποδεχθῇς νέας ἑρμηνείας, νά προσχωρήσῃς εἰς τόν παραλογισμόν τῆς δυνάμεως τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ὁποία κακοφρόνως ἑδράζεται εἰς τόν ἀριθμητικόν ὄγκον, προδίδων οὕτω καί ἀπορρίπτων τήν δύναμιν τοῦ λήμματος καί ἀφιστάμενος τοῦ μεγέθους τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἀδελφοί καί τέκνα ὁμογάλακτα ἐν τῇ πίστει τῶν Ὀρθοδόξων, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἑτερότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως, ἥτις ἀδυνατεῖ νά ἑρμηνεύσῃ καί νά ἀποδεχθῇ τό ἄ-λογον τῆς θεωρήσεως ταύτης –τιμή ἥπερ τῆς ἀναλογεῖ καί τῆς ἀναγνωρίζεται- ἐπιχειροῦν ματαίως νά συγγράψουν νέαν ἱστορίαν ἐρήμην τῶν πηγῶν, ἀποβλέποντες εἰς ἴδιον ὄφελος. Διαπιστοῦται ἐδῶ ἡ ἀπόκλισις ἐκ τοῦ Δόγματος τῆς Τριαδολογίας, δίδουν ἐπίφασιν δυνάμεως εἰς τήν ἐκτός προσώπων οὐσίαν, ἄγουν τήν οὐσίαν τῆς δυνάμεως ὡς κέντρον τῆς Ἐκκλησίας, ἐρειδόμενοι εἰς τήν δύναμιν τήν προερχομένην ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ἀγνοοῦν ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις τῆς Οἰκουμενικότητος τοῦ Θρόνου Σου θρυμματίζει τό Θυσιαστήριον πάσης τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται διά τῆς κενώσεως τῆς Οἰκουμενικῆς τοῦ Θρόνου Σου διακονίας.

Ἡ ἀπώλεια τῆς διορατικότητος, χαρίσματος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς καθιστᾶ εὐαλώτους εἰς τήν ἐπιδιωκομένην, ἀλλά καί ἀλυσιτελῆ μένουσαν παρ’ αὐτοῖς δυναμικήν τῆς ἀριθμήσεως. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως φανεροῖ εἰς τόν κόσμον τό «καινόν», τοὐτέστιν τό νέον, διά τοῦ ὁποίου κοσμεῖ τήν Οἰκουμενικότητα τῆς Ἐπισκοπῆς Σου. Ἀπότοκοι τοῦ «καινοῦ» εἶναι ὅλαι αἱ νέαι Ἐκκλησίαι, τά Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, αἱ Αὐτοκέφαλοι, Αὐτόνομοι καί Ἡμιαυτόνομοι Ἐκκλησίαι.

Τό θυσιαστήριον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι «πρεσβυγενές θυσιαστήριον», ἀλλά καί τό μόνον ἐκ τῶν πρεσβυγενῶν τό ὁποῖον ἅμα τῇ κλάσει τοῦ Ἄρτου ἔδωκεν τόν μελιζόμενον καί μηδέποτε διαιρούμενον, Θεοῦ εὐδοκίᾳ καί οἰκείᾳ βουλήσει πρός πῆξιν θυσιαστηρίων καί ἐν ἄλλοις τόποις καί εἰς πάντα τά ἔθνη, πιστόν εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὥστε μένειν Αὐτόν μηδέποτε δαπανώμενον ἐν τῇ ἀληθείᾳ ταύτῃ.

Οὐδεμία ἄλλη πρεσβυγενής Ἐκκλησία ἀπήλαυσεν τοιαύτης «εὐτεκνίας», ὡς ἡ πρεσβυγενής Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τήν ὁποίαν ὅμως δέν ἀντεπεδόθη καί «ἡ ἀκατάγνωστος διαγωγή». Ὅστις εἶναι μετά τῆς Ἐκκλησίας Σου ἡνωμένος, οὐδέν ἀπειλεῖται, διότι Σύ ἔδωκας ἅ κατέχει. Ἀντιθέτως, ὁ κίνδυνος ἐπικρέμαται, καθ’ ὅσον ὅτε τοῦ γεννήτορος ἡ φωνή οὐ βοᾷ, τότε καί τό τῆς υἱοθεσίας χάρισμα παύει.

Μένεις λοιπόν εἰς τό θυσιαστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργεῖς τό μυστήριον τῆς ἑνότητος πασῶν τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, διαμερίζων ἐν τῇ Οἰκουμένῃ κατά τόπους Ἐκκλησίας, συνδράμων Αὐτάς ἔκπαλαι, διά τῆς ἐξ ὕψους δυνάμεως, καί ἕως τάς προσφάτως δεινῶς δοκιμασθείσας καί δοκιμαζομένας τοιαύτας, παρ’ ὅ,τι ἡ δοκιμασία «μένει ἐν Σοί» ἐπί χρόνους τεσσάρους καί πεντήκοντα καί πεντακοσίους, καθ’ ὅν χρόνον ἤρχισεν ἡ Βαβυλώνιος δοκιμασία Σου, ἡ ὁποία ὅμως κατέστησεν τόν Θρόνον Σου μαρτυρικόν καί ἐν ταυτῷ Ἀναστάσιμον τῇ Οἰκουμένῃ, κατάστικτον τοῖς μώλωψιν καί πανσθενουργόν. Μένει ὁ Θρόνος Σου πιστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῶν Ἐθνῶν, Αὐτήν διακονεῖ εἰς τήν Οἰκουμένην καί τοῦτο ἀντιμάχεται ἐν τῷ προσώπῳ Σου ἡ αἵρεσις τοῦ νεοεθνοφυλετισμοῦ.

Μένεις ἐδῶ εἰς τήν Πόλιν τῶν Πόλεων ἐστερημένος ἐνίοτε τοῦ ὀφειλετικοῦ σεβασμοῦ καί τῆς στηρίξεως τῆς θυγατρικῆς ἀγάπης, παραδεδομένος ὅμως ἀπολύτως εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πιστός εἰς τήν Ἀποστολικήν εὐεργεσίαν καί χάριν. Οὕτω πως Σέ προσλαμβάνομεν καί διά τοῦτο ἀναφωνοῦμεν μετά τοῦ Ἁγίου πατρός τῆς Ἐκκλησίας καί προκατόχου Σου, ὅστις προφητικῶς ἀνεφώνησεν: «τίς ἴδε ποτέ νεκρούς ἁλιεύοντας, καί ζῶντας ἁλιευομένους;» .

Ἡ ἑορτάζουσα σήμερον τήν Θρονικήν Αὑτῆς Ἑορτήν ἐν τιμῇ, εὐθύνῃ καί διακονίᾳ Πρωτόθρονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων, πιστή εἰς τήν Ἀποστολικήν κλῆσιν τοῦ Πρωτοκλήτου ἱδρυτοῦ Της, ὑπηρετεῖ εἰς τόν νῦν αἰῶνα τόν Θεόν Λόγον. Αὕτη ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων «ἐψηλάφησε σαρκωθέντα τόν ἀσχημάτιστον», διά τῆς Θεολογίας τῶν Ἱερῶν Πατέρων Της «ἠκολούθησε βαδίζοντα τόν πανταχοῦ ὄντα», μετά τῶν ἡσυχαστῶν Της «ἤκουσε τῆς φωνῆς τοῦ ποιήσαντος λόγῳ τά πάντα», μετά τῶν Ἱεραποστόλων Της «ἐσαγήνευσε διά γλώττης τόν κόσμον καί περιῆλθεν διά τοῦ κηρύγματος πάντα τά πέρατα». Διά τῆς ἀνά τόν κόσμον διακονίας Της «συνήγαγε τήν Ἐκκλησίαν ὡς ποίμνιον καί ἐσώρευσε τούς Ὀρθοδόξους ὡς σῖτον», διά τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν Της «ἀπεσκυβάλισε τάς αἱρέσεις ὡς ἄχυρα» .

Ἐνταῦθα οὖν μένεις εἰς ὅλα, ὅσα παρέλαβες, διά τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις «ἠροτρίασεν τῷ σταυρῷ τήν φύσιν»  καί ἐφανέρωσεν τόν Θεόν εἰς τήν ἱστορίαν. Σύ δέ πορεύεσαι, ἀπ’ ἀρχῆς, μέ τήν Χάριν τοῦ Παρακλήτου εἰς χρόνους ἀποδεσμευμένους ἀπό τήν φθοράν καί τόν θάνατον, ἐκεῖθεν τῶν περί τοῦ κόσμου τούτου θεωρήσεων.

Ζεῖ ὁ Θρόνος Σου εἰς τούς χρόνους καθ’ οὕς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰσήγαγεν τά ἔσχατα εἰς τήν ἱστορίαν, καθ’ ὅτι οἱ καιροί Σου εἶναι ἐσχατολογικοί. Δι’ αὐτό καί δέν νοοῦν μήτε καταλαμβάνουν τό ἐν τῇ Βασιλίδι μυστήριον τῆς ζωῆς τοῦ Θρόνου Σου, οἱ θρησκευόμενοι ἀπίστως καί οἱ πιστῶς ἀντιθεΐζοντες. Ἐρευνοῦν, ἀναλύουν, ὑπολογίζουν καί ἀναμένουν θεοδικοῦντες. Ὅμως ὁ Θεός, Κύριος ὤν τῆς ἱστορίας, ἄλλα θέλει καί ἐκεῖνα μέλλει νά ἀποκαλύψῃ διά τήν Ἐκκλησίαν Σου. Ἐσύ μένεις πιστός εἰς τόν Κύριον καί Θεόν Σου «… ἵνα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πάθους δείξῃς τοῦ πόθου τό μέγεθος…» .

Οἱ στίχοι τοῦ Συναξαρίου τῆς ἑορτῆς τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἁγίου Ἀνδρέου ἀνέφερον σήμερον:
«Ἀντίστροφον σταύρωσιν Ἀνδρέας φέρει,
Φανείς ἀληθῶς οὐ σκιώδης ἀντίπους».

Ἡ ἀντίστροφος σταύρωσις τοῦ πάτρωνος τοῦ Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, ἐγένετο εἰς καιρούς και χρόνους ἀντιστροφῆς τοῦ ῥοῦ τῆς ἱστορίας διά τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ζῶμεν πλέον εἰς αὐτούς τούς καιρούς τῆς ἀντιστροφῆς, κατά τούς ὁποίους φαίνει ἀληθῶς ἡ δύναμις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν ζεῖς καί ὁμολογεῖς. Ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν εἰς τήν ἀντίστροφον φοράν τῆς ἱστορίας, οὐχί πρός τήν φθοράν καί τόν θάνατον, ἀλλά εἰς τήν εἴσοδον τῶν ἐσχάτων εἰς αὐτήν. Ταύτην τήν μαρτυρίαν καταθέτεις καί αὐτῆς τῆς μαρτυρίας ἐσμέν προσκυνηταί καί διά ταύτην στεῤῥῶς μένομεν ἐν Σοί.

Ζῆθι, Παναγιώτατε καί Θειότατε Πάτερ καί Δέσποτα, ἔτη πολλά ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἀντίστρεψον ταῦτα εἰς τό ἀεί τῆς ὄντως ζωῆς τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαρτυρῶν τῷ λαῷ Αὐτοῦ ὅτι εὗρες τόν ποθούμενον καί ἀναμενόμενον, Ὅν καί προσδοκῶμεν εἰς Ἀνάστασιν ζωῆς. Ἀμήν.