Η παρρησία του π. Ιακώβου στο Θεό.Σύγχρονες μαρτυρίες


του Αρχιμανδρίτη π. Κυρίλλου,

Καθηγουμένου  Ιεράς  Μονής  Οσίου  Δαυίδ Ευβοίας

Από το  περιοδικό  «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ»

1. Ο ιερεύς  π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού του Άγιου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι της Ευβοίας ανέφερε τα εξής: «Είχα ένα ογκίδιο στο δεξί μου χέρι. Έκτος των κινδύνων πού έκρυβε, ήταν και αντιαισθητικό. Γι’ αυτό, όταν οι χριστιανοί μου φιλούσαν το χέρι, το κάλυπτα με το ράσο μου. Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος Ιακώβου (22.11.1991) παρεκάλεσα το Γέροντα για το θέμα αυτό. Και καθώς ασπαζόμουν το ιερό σκήνωμα του, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο λείψανο του. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να υποχωρεί, ώσπου εξαφανίστηκε. Μεγά­λη ή χάρη του οσίου Γέροντα. Ας έχουμε την ευχή του!».

2. Η κ. Ανδρομάχη Πασχάλη, κάτοι­κος Λίμνης Ευβοίας, σε επιστολή πού έστειλε στη Μονή γράφει τα έξης:«Στις 18 Νοεμβρίου 1993 παρουσιά­στηκε στην άκρη της γλώσσας μου ένα μικρό κεράτινο ογκίδιο. Περνώντας οι μέρες αυτό μεγάλωσε, κρεμόταν μπρο­στά στη γλώσσα μου και με ενοχλούσε στην ομιλία, την ώρα πού έτρωγα και όταν έπινα νερό. Πέρασαν δυο μήνες από την ημέρα πού το πρωτοείδα, το ογκίδιο εξακολουθούσε να υπάρχει και ή ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Μέσα στη μεγάλη ψυχολογική ένταση πού βρισκόμουν, κι ενώ σκεπτόμουν ότι από Δευτέρα έπρεπε να πάω στην Αθήνα για γιατρό, άρχισα να λέω το πρόβλημα μου στον παππού Ίάκωβο κοιτάζοντας μία μικρή φωτογρα­φία του πού είχα απέναντι στο τραπέζι μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει, να μην αρχίσω τις ατέλειωτες εξετάσεις στους γιατρούς πού χρειάζονται για τέ­τοιου είδους περιστατικά και κατά τις δυο τα μεσάνυκτα ανέβηκα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Το πρωί πού σηκώθη­κα, την ώρα πού έπινα καφέ, διαπίστω­σα ότι δεν με ενοχλούσε τίποτα στη γλώσσα μου. Όλο αγωνία πήγα στον καθρέφτη και είδα ότι το ογκίδιο πού είχα εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε σημάδι. Έτσι απλά παρακάλεσα τον άγιο Ιάκωβο να με βοηθήσει, κι αυτός έτσι απλά με βοήθησε.»

3. Ο πανιερώτατος μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος σε μία από τις επι­σκέψεις του στη Μονή, ως αρχιμανδρί­της τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων θαυμά­των πού επιτελεί ο άγιος Γέροντας Ιά­κωβος σε Κυπρίους αδελφούς μας, τους οποίους αγαπούσε πολύ, και το εξής θαυμαστό:«Είχα φέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντα. Το 1993 με πήρε στο τηλέφωνο ο εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λάρνακος, ο π. Πανα­γιώτης Ζάρος, και μου είπε: «Πάτερ Νε­όφυτε, δεν είμαι καλά. Έχω ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, αλλά δεν το λέω. Έχω ραγάδες στο έντερο και έχω μεγά­λη αιμορραγία. Και αυτές τις ημέρες έχω έντονους πόνους και μεγάλη ροή αίματος, και σε παρακαλώ κάνε μια πα­ράκληση στον άγιο Γεώργιο, πού ζεις στο μοναστήρι του, και στον πατέρα Ιά­κωβο να μου δίνουν υπομονή, γιατί όταν πονώ υποφέρω πολύ και φωνάζω και στενοχωρούνται και ή παπαδιά και τα παιδιά μου».Λυπήθηκα πολύ και του είπα ότι θα κάμω παράκληση και θα του πήγαινα λαδάκι από το καντήλι του πατρός Ιακώβου, για να σταυρωθεί. Αυτά είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά από δέκα πέντε λεπτά ο π. Παναγιώτης ήρθε στο μοναστήρι και μου είπε: «Ήρθα να πάρω το λαδάκι του Γέροντα μόνος μου, γιατί πιστεύω πολύ σε αυτόν τον άνθρω­πο, ότι ο Θεός τον χαρίτωσε και θα με βοηθήσει». Του έδωσα λάδι και σταυ­ρώθηκε στο μέτωπο και έφυγε. Το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε χαίροντας και κλαίοντας ότι ή ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε έγινε τελείως καλά. Ό π. Παναγιώτης υπέφερε από αυτό από τα εφηβικά του χρόνια και τώρα ήταν περίπου 40 ετών. Όταν έγινε καλά υποσχέθηκε να τελεί θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στο Γέ­ροντα Ιάκωβο κάθε χρόνο σαν αυτή την ήμερα της θεραπείας του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος από το θαύμα αυτό ο π. Παναγιώτης ξέχασε την υπόσχεση του. Τη θυμήθηκε όταν εκείνη την ημέρα (στο χρόνο επάνω) του παρου­σιάσθηκε ελάχιστο αίμα. Εκπλήρωσε  την υπόσχεση του και η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε το θυμάται κάθε χρόνο και επιτελεί θεία Λειτουργία και μνημονεύει το Γέροντα ανάμεσα στους Άγιους.

4. Ο κ. Γιώργος Ιωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο, (προσωπικός τότε γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και τώρα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:«Φεύγοντας από τη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, οπού είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία να πάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ια­κώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος πού ξέχασε πίσω του κάτι πο­λύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει. Πραγματικά γύρισα με το γιο μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέ­ροντα βλέπω κάτω στη γη ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτι­κά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να ‘ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου πού μου έλεγε: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόστα­ση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά. Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την  υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρό­σωπο του, τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό, συ­γκλονίστηκα. Κυριολεκτικά αυτή η ζω­ντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιό­τητας της θείας παρουσίας».

5. Τις ημέρες πού γραφόταν αυτό το κείμενο και συγκεκριμένα στις 10 Οκτωβρίου 2001 ήρθε στη Μονή ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός, από την  Άνδρο και βουρκωμένος χωρίς καν να μπορεί να μιλήσει καλά-καλά από τη συγκίνη­ση και τα κλάματα ανέφερε τα έξης:«Ταξίδευα προ καιρού και ευρισκό­μουν στην Ινδία. Κάποια μέρα αντιμε­τώπισα σοβαρό πρόβλημα με την καρ­διά μου. Στο Νοσοκομείο εκεί πού με πήγαν οι γιατροί είπαν στους συναδέλ­φους μου ότι τελειώνω. Εγώ, παρ’ όλο πού ήμουν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθα ότι κάποια αόρατη θεία δύναμη με βοηθάει. Όταν αργότερα άνοιξα κά­ποια στιγμή τα μάτια μου τον πρώτο πού είδα μπροστά μου ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος πού είχα διαβάσει αρκετές φορές το βιβλίο του. Μου είπε: «Μη φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη, θα σε βοη­θήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξα­ναγυρίσεις στην πατρίδα». Και από εκείνης της ώρας πράγματι έγινα τελεί­ως καλά».Από τις υπάρχουσες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των πιστών διαπι­στώνεται ότι ο Γέροντας Ιάκωβος έχει μεγάλη παρρησία στο θεό και γι’ αυτό ευχόμεθα να πρεσβεύει υπέρ  υγείας  όλων  μας  στο  δωρεοδότη  Θεό.

O ποντικός και ο καλόγερος …

Μακάριοι οι ελεήμονες


red-temptation-ming-yeung.jpg
Κάποτε χριστιανοί μου κάποιος μοναχός, έφυγε από το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του ονόματος του Ιησού Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο της Τριαδικότητος του Αγίου Θεού.
Έτσι πίστευε ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας να ενωθεί με τον Θεόν χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου ;
Τι ήταν ; Ένα μικρό ποντίκι.
Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του.

Το είδε και είπε μέσα του, τι είπε μέσα του τώρα,
«Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεόν και να έρχεται τώρα να μου την χάλασε ένας ποντικός. Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα:
-«Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;»
-«Γιατί πεινάω, απάντησε το ποντίκι».
Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή,
-«Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πως θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου;» και φραπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.

Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα:


– «Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, αν δεν μπορέσεις με τους γύρω συνασκητάς σου και με τον γέρο Αββακούμ, που ψήνεται στον πυρετό, και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, που πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς, στα προβλήματά του, τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεόν της αγάπης και του ελέους. »
Και χάθηκε ο ποντικός.

πηγή: π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος (από το Γεροντικό)-misha

Στο φτωχό Λάζαρο και τον πλούσιο. – Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. (Κυριακή Ε΄ Λουκά)


 

       Αλλά για να γίνει σφοδρότερη η κατηγορία της τρυφής και να πειράξει περισσότερο αυτούς που ζουν μέσα σ’ αυτήν, ας ξαναφέρουμε το λόγο στο Λάζαρο. Έτσι η προτροπή κι η συμβουλή μου θα γίνει αληθινότερη και ζωηρότερη, όταν όχι με λόγια αλλά με πράγματα δείτε να βασανίζονται και να τιμωρούνται όσοι ενδιαφέρονται για την πολυφαγία. Ο πλούσιος λοιπόν σε τόση κακία μέσα ζούσε, μέσα σε καθημερινή τρυφή και ντυνόταν με πολυτέλεια ανάβοντας περισσότερο την κόλαση για τον εαυτό του, συδαυλίζοντας τη φωτιά, κάνοντας την καταδίκη του απαρηγόρητη και την τιμωρία του ασυγχώρητη.

Κι ο φτωχός; Ριγμένος στην εξώπορτά του ούτε απελπίστηκε, ούτε βλαστήμησε, ούτε αγανάκτησε. Δεν αναρωτήθηκε, όπως κάνουν πολλοί· τί σημαίνει αυτό τέλος πάντων; Τούτος που ζει μέσα στην κακία και στη σκληρότητα και την απανθρωπιά, και όλα τα περιττά απολαμβάνει και λύπη καμιά δεν υπομένει, και κανένα δυσάρεστο από τα πολλά που πολιορκούν τους ανθρώπους, αλλά χαίρεται ατόφια την ευχαρίστηση. Κι εγώ δεν έχω ούτε την απαραίτητη τροφή. Αλλά γι’ αυτόν που δαπανά την περιουσία του όλη σε παράσιτα και κόλακες και μεθύσια σαν από πηγές τρέχουν όλα στο σπίτι του. Εγώ όμως κείτομαι εδώ θέαμα σ’ αυτούς που με βλέπουν, ντροπή και περίγελος, κι από την πείνα λιώνω. Αυτό είναι η πρόνοια του Θεού; Παρακολουθεί τ’ ανθρώπινα η θεία δικαιοσύνη; Τίποτ’ απ’ αυτά ούτε είπε ούτε σκέφτηκε. Από πού είναι αυτό φανερό; Από το ότι τον πήραν οι άγγελοι και τον αποκατάστησαν στον κόλπο του Αβραάμ. Δε θα του γινόταν τέτοια τιμή, αν ήταν βλάσφημος. Οι πολλοί θαυμάζουν το Λάζαρο για τούτο μονάχα, ότι ζούσε στη φτώχεια. Εγώ όμως αποδεικνύω ότι αυτός είχε δοκιμάσει εννέα ειδών τιμωρίες, όχι για να τιμωρηθεί αλλά για να λάμψει περισσότερο·  πράγμα που έγινε.

    Είναι φοβερή στ’ αλήθεια η φτώχεια και το γνωρίζουν όλοι όσοι τη δοκίμασαν. Δεν μπορεί λόγος να παραστήσει τον πόνο που δοκιμάζουν όσοι ζουν μέσα στη φτώχεια και δε γνωρίζουν από πνευματική ζωή. Δεν είχε ο Λάζαρος το φοβερό αυτό μονάχα αλλά το συντρόφευε κι αρρώστια και μάλιστα πολύ βαριά. Προσέξετε πως δείχνει ότι κι οι δύο συμφορές είχαν φτάσει το άκρο. Ότι κάθε φτώχεια ξεπέρασε τότε η φτώχεια τού Λαζάρου, το έδειξε λέγοντας ότι μήτε τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου δεν μπορούσε να επωφεληθεί. Ότι πάλι και η αρρώστια του είχε φτάσει στο ίδιο σημείο με τη φτώχεια του και δεν μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο, αυτά το εφανέρωσε λέγοντας ότι τα σκυλιά έγλυφαν τις πληγές του. Τόσο είχε εξασθενήσει, ώστε δεν μπορούσε μήτε τα σκυλιά να διώξει αλλ’ ήταν πεσμένος κάτω,  ζωντανός νεκρός κι’ ενώ τα έβλεπε που πλησίαζαν, δεν είχε δύναμη να αμυνθεί. Τόσο είχαν παραλύσει τα μέλη του κι είχε αδυνατίσει από την αρρώστια κι εξαντληθεί από τη δοκιμασία. Βλέπετε πόσο δεινά η φτώχεια και η αρρώστια πολιορκούσαν το σώμα του; Κι αν το καθένα απ’ αυτά μόνο του είναι ανυπόφορο, όταν ενωθούν, πώς δεν πρέπει να είναι διαμάντι αυτός που τα υποφέρει; Πολλοί άνθρωποι αρρωσταίνουν πολλές φορές αλλά δεν στερούνται την απαραίτητη τροφή. Άλλοι πάλι έχουν για σύντροφο την πιο μεγάλη φτώχεια, έχουν όμως την υγεία τους και το ένα είναι μια ανακούφιση για το άλλο.

Εδώ ενεργούσαν και τα δύο μαζί. Έχεις όμως ίσως να μου πεις κάποιον που είναι και άρρωστος και φτωχός. Όχι όμως πως βρισκόταν και σε τόση εγκατάλειψη. Αν δεν μπορούσε να βρει κάποια βοήθεια από μόνος του ή από τους δικούς του, μπορούσαν να τον βοηθήσουν αυτοί που τον έβλεπαν, αφού ήταν πεσμένος στη μέση του δρόμου. Αλλά η απουσία βοηθών έκαμε τα δεινά του βαρύτερα κι αυτήν την ίδια τήν έκαμε να φαίνεται χειρότερη το πέσιμό του στην εξώπορτα του πλουσίου. Αν ήταν πεσμένος σ’ έρημο και ακατοίκητο μέρος δε θα υπέφερε τόσο από τον πόνο και την αδιαφορία που συναντούσε. Η απουσία ανθρώπων θα τον έκαμε να υποφέρει τα παθήματά του και χωρίς να θέλει. Αλλά να είναι πεσμένος ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που έπλεαν στη μέθη και την καλοπέραση και να μην του δείχνει κανένας την πιο μηδαμινή φροντίδα, τον έκαμε να νιώθει δριμύτερα τους πόνους του και άναβαν περισσότερο τη λύπη του. Γιατί πειράζει τον άνθρωπο μέσα στη συμφορά του όχι τόσο να του λείπουν οι βοηθοί, όσο να υπάρχουν και να μη θέλουν να του απλώσουν το χέρι. Αυτό υπέφερε κι’ εκείνος τότε.

      Ακόμη έκτος απ’ αυτό και κάτι άλλο πρόσθετε στην οδύνη του· έβλεπε τον άλλον να ευτυχεί. Όχι επειδή ήταν φθονερός και κακός αλλά γιατί η φύση όλων μας επιβάλλει να νοιώθουμε ακριβέστερη αίσθηση των συμφορών μας, όταν άλλοι ευτυχούν. Στην περίπτωση του πλουσίου ήταν και κάτι βαρύτερο που μπορούσε να τον πειράξει. Δεν είχε εντονότερη την εντύπωση των δεινών του, επειδή έκαμε σύγκριση της δυστυχίας του με την ευτυχία εκείνου αλλά επειδή έκαμε συνάμα τη σκέψη ότι αυτός που ζει με σκληρότητα και απανθρωπιά προκόβει σε όλα, ενώ ο ίδιος που ζούσε με αρετή και καλωσύνη υποφέρει τα βαρύτερα δεινά. Κι απ’ αυτά πάλι η λύπη του ήταν απαρηγόρητη. Να ήταν ο πλούσιος δίκαιος, να ήταν καλοσυνάτος, να ήταν άξιος για θαυμασμό, να ήταν γεμάτος από αρετή, δε θα του προξενούσε λύπη. Τώρα όμως ενώ ζούσε μέσα στην αμαρτία κι είχε φτάσει τα όρια της κακίας κι έδειχνε τόση απανθρωπιά, με συναισθήματα εχθρικά πέρα πέρα· κι ενώ σα να ήταν καμιά πέτρα τον προσπερνούσε αδιάντροπα κι’ άσπλαχνα, τώρα ύστερ’ απ’ όλα αυτά απολάμβανε τόση ευτυχία. Στοχαστείτε πώς ήταν φυσικό να βυθίζει την ψυχή του φτωχού μέσα σε αλλεπάλληλα κύματα; Φανταστείτε το Λάζαρο στην κατάσταση που βρισκόταν έβλεπε τα παράσιτα, τους κόλακες, τους υπηρέτες ν’ ανεβοκατεβαίνουν και να μπαινοβγαίνουν, να τρέχουν εδώ κι εκεί, να θορυβούν, να μεθούν, να χοροπηδούν, να κάνουν κάθε ακολασία. Σάμπως γι’ αυτό είχε ριχτεί στην εξώπορτα, για να γίνει μάρτυρας της ξένης ευτυχίας και ζούσε όσο να νοιώθει τα δεινά του μονάχα, ναυαγός μέσα στο λιμάνι, πεθαμένος στη δίψα δίπλα στην πηγή.

    Να αναφέρω έκτος απ’ αυτά κι άλλο κακό; Δεν μπορούσε να στρέψει το βλέμμα του σε κάποιο δεύτερο Λάζαρο. Εμείς κι συ υποφέρουμε αμέτρητα κακά, μπορούμε να κοιτάξουμε το διπλανό μας και να αισθανθούμε μεγάλη ανακούφιση και παρηγοριά. Να συναντά κανένας ή ν’ ακούσει να του μιλούν για ομοίους του στις συμφορές φέρνει μεγάλη ανακούφιση. Εκείνος όμως δεν μπορούσε κανένα να δει που να έχει πάθει τα ίδια. Μήτε είχε ακούσει κανέναν από τους πιο παλιούς να είχε τόσα υπομείνει. Αυτό φτάνει για να σκοτίσει την ψυχή. Αλλά μπορώ και τούτο να ισχυριστώ· δεν μπορούσε να υψωθεί στην έννοια της αναστάσεως αλλά πίστευε ότι η ζωή του είχε κλειστεί σ’ αυτόν μόνο τον κόσμο, αφού ζούσε πριν από τη χάρη. Κι αν στην εποχή τη δική μας ύστερα από τόση γνώση του Θεού, ύστερ’ από τις όμορφες ελπίδες για την ανάσταση, τις τιμωρίες για τους αμαρτωλούς, τα έτοιμα αγαθά για τους δίκαιους, υπάρχουν μερικοί τόσο μικρόψυχοι και τόσο κακομοίρηδες, ώστε μήτε με τέτοιες προσδοκίες να μη διορθώνονται, τί ήταν φυσικό να αισθάνεται εκείνος, αφού του έλειπε τέτοια άγκυρα; Αυτός δεν μπορούσε να υψωθεί σε τέτοιες σκέψεις, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα τέτοιων στοχασμών. Ήταν όμως και κάτι άλλο ακόμα είχε χάσει την υπόληψή του ανάμεσα σε όσους ήσαν ανόητοι. Γιατί οι πολλοί, όταν δουν μερικούς να βασανίζονται με αρρώστια που δεν τους αφήνει και με υπέρμετρα δεινά, τις περισσότερες φορές δεν έχουν καλή ιδέα γι’ αυτούς, αλλά κρίνουν τον άνθρωπο από τη συμφορά του και πιστεύουν ότι βασανίζεται έτσι εξαιτίας της κακίας του. Και πολλά άλλα παρόμοια ψιθυρίζουν μεταξύ τους, ανόητα βέβαια, λέγονται όμως· ότι τάχα, αν τον αγαπούσε ο Θεός, δε θα τον άφηνε να ταλαιπωρείται μέσα στην φτώχεια και σ’ άλλα δεινά. Το ίδιο έγινε και στον Ιώβ, το ίδιο και στον Παύλο. Έλεγαν στον Ιώβ. «Μήπως σού είπαμε πολλές φορές δυσάρεστα; Ποιός όμως θα μπορέσει να κρατηθεί και να μη μιλήσει; Συ πολλούς συμβούλεψες, αδύνατα χέρια ενίσχυσες, τους κλονισμένους κράτησες με τους λόγους σου, τα γόνατα που λύγιζαν στήριξες. Τώρα η συμφορά βρίσκει και σένα και συ ταράζεσαι. Δεν ήταν ανόητη η ευλάβεια σου;» Αυτά θέλουν να πουν τούτο· Αν είχες κάμει κάτι καλό, δε θα πάθαινες αυτά που παθαίνεις αλλά πληρώνεις τις αμαρτίες και τις παρανομίες σου. Αυτό πείραζε πιο πολύ τον μακάριο Ιώβ. Το ίδιο έλεγαν οι βάρβαροι και για τον Παύλο. Όταν είδαν την έχιδνα κρεμασμένη από το χέρι του, δεν σχημάτισαν καλή ιδέα γι’ αυτόν αλλά φαντάσθηκαν πως ήταν ο χειρότερος εγκληματίας. Φαίνεται από τα λόγια τους· Αυτόν, αν και σώθηκε από την θάλασσα, δεν τον άφησε να ζήσει η θεία δίκη. Δεν είναι τυχαίο που και τούτο συχνά μας ταράζει. Ενώ όμως αντιμετώπιζε τόσα κύματα, το ένα μετά το άλλο, δε βούλιαζε το σκάφος. Αλλά συμπεριφερόταν, σαν να βρισκόταν στη δροσοβόλο κάμινο, και να δοκίμαζε αναβρυστική δρόσο.

     Δεν είπε τίποτα τέτοιο, όπως είναι φυσικό να λένε οι πολλοί· αν αυτός ο πλούσιος μετά το θάνατο του κολαστεί και τιμωρηθεί, θα έρθει ένα με ένα, αν όμως απολαύσει κι εκεί τις ίδιες τιμές θα βγάλει δύο μηδέν. Ή μήπως δεν κυκλοφορείτε τέτοια σεις οι πολλοί μέσα στην αγορά, φέρνοντας μέσα στην εκκλησία το ιπποδρόμιο και τα θέατρα; Ντρέπομαι να αναφέρω τέτοια λόγια και κοκκινίζω. Είναι όμως ανάγκη να τα πω, για να απαλλαγείτε σεις από τα άτακτα γέλια και την ντροπή και τη βλάβη των λόγων αυτών. Αυτά πολλοί τα λένε γελώντας αλλά και τούτο είναι επινόημα της διαβολικής κακίας, να εισάγονται στη ζωή ανήθικες ιδέες με μορφή αστείων. Αυτά και στα εργαστήρια αδιάκοπα και στην αγορά και στα σπίτια πολλοί τα κυκλοφορούν, πράγμα που αποτελεί την πιο μεγάλη ανοησία και τρέλλα και κοροϊδία αληθινά και σκέψη παιδική.. Γιατί το να λέμε ότι θα τιμωρηθούν οι άδικοι, όταν πεθάνουν και να μην πιστεύουμε ακράδαντα ότι θα τιμωρηθούν, δείχνει όπως και νάχει ανθρώπους που απιστούν κι αμφιβάλλουν. Κι αν τύχει και τούτο, που θα τύχει, να νομίζουμε ότι αυτοί θα κερδίσουν την ίδια ανταπόδοση με τους δίκαιους, αυτό μαρτυρεί έσχατη ανοησία.

     Πέστε μου, τί λέτε; αν ο πλούσιος μετά το θάνατό του τιμωρείται εκεί, είναι ένα μ’ ένα; Τί νόημα έχει τούτο; Πόσα χρόνια θέλετε να υποθέσουμε ότι θ’ απολαύσει εδώ τ’ αγαθά του; Εκατό; Εγώ βάζω και διακόσια και τριακόσια και διπλάσια, κι αν θέλεις και χίλια, πράγμα αδύνατο. Ογδόντα χρόνια λέει, οι μέρες της ζωής μας. Αλλά ας είναι και χίλια. Εχομε να δείξουμε εδώ μια ζωή που τέλος δεν έχει και δε γνωρίζει όριο, όπως είναι εκεί η ζωή των δικαίων; Πέστε μου, αν κάποιος σε διάστημα εκατό ετών τύχει να δει ευχάριστο όνειρο και να δοκιμάσει πολλή απόλαυση μια νύχτα μόνο, ενώ περνά ατελείωτα μαρτύρια κατά τα εκατό χρόνια, θα μπορέσει τάχα να πει σ’ αυτήν την περίσταση ένα μ’ ένα και θα μπορέσει με τη μια εκείνη  νύχτα των ονείρων ν’ αντισταθμίσει τα εκατό χρόνια; Δεν μπορεί να το βεβαιώσει. Αυτό σκέψου και για τη μέλλουσα ζωή. Ό,τι είναι το ένα όνειρο μπροστά στα εκατό χρόνια, είναι και ή παρούσα ζωή μπροστά στη μέλλουσα. Κι ακόμα περισσότερο. Ό,τι είναι μια μικρή σταγόνα μπροστά στο απέραντο πέλαγος, είναι και τα χίλια χρόνια μπροστά σ’ αυτή τη μελλοντική δόξα και απόλαυση. Τί περισσότερο θα μπορούσε κανένας να πει από το ότι δεν έχει όριο και δε γνωρίζει τέλος κι όση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στα όνειρα και στην πραγματική αλήθεια τόση είναι η διαφορά αυτής κι εκείνης της καταστάσεως;

Εξάλλου και πριν από την εκεί τιμωρία, από δω τιμωρούνται όσοι ζουν στην πονηρία και στην αμαρτία. Μη μου αναφέρεις αυτόν μόνο που απολαμβάνει πλούσιο τραπέζι, που φορεί τα μεταξωτά, και διαθέτει κοπάδια δούλων και αλωνίζει μέσα στην αγορά. Ξεδίπλωσε τη συνείδησή του και θ’ αντικρίσεις μέσα πολύ πλήθος αμαρτημάτων, αδιάκοπο φόβο, χειμώνα και τρικυμία. Θα δεις όπως στο δικαστήριο ανεβασμένο στο βασιλικό θρόνο τον νου, να κάθεται σαν δικαστής, έχοντας δίπλα του τους στοχασμούς σαν δημίους, να κρεμάει την ψυχή και να την ξεσκίζει για τις αμαρτίες της και να φωνάζει δυνατά χωρίς να το γνωρίζει κανένας παρά μόνο ο Θεός που τα βλέπει όλα. Ο μοιχός λόγου χάρη κι αν είναι ζάπλουτος κι αν δεν τον κατηγορεί κανένας, δε σταματά να κατηγορεί μέσα του ο ίδιος τον εαυτό του. Η ευχαρίστηση είναι εφήμερη, παντοτινός όμως άπονος· φόβος και τρόμος από παντού, υποψία και αγωνία. Φοβάται τις στενωπούς, τρέμει τούς ίσκιους, τους υπηρέτες του, αυτούς που γνωρίζουν, αυτούς που δε γνωρίζουν, τη γυναίκα που αδικείται, τον άνδρα που εκτίθεται. Πηγαίνει κι έχει μαζί του πικρό κατήγορο τη συνείδησή του, αυτοκαταδικάζε­ται και δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει μια στάλα. Γιατί και στο κρεβάτι, και στο τραπέζι, στην αγορά και στο σπίτι, τη μέρα και τη νύχτα και στα όνειρά του, πολλές φορές, βλέπει τα φαντάσματα της αμαρτίας. Περνά τη ζωή του Κάιν, στενάζοντας και τρέμοντας πάνω στη γη, και ενώ δεν το γνωρίζει κανένας έχει πάντα μέσα του φωτιά αναμμένη. Το ίδιο παθαίνουν οι άρπαγες κι οι πλεονέκτες. Το ίδιο οι μέθυσοι και καθένας γενικά απ’ όσους ζουν στις αμαρτίες. Είναι ακατόρθωτο να δικαστεί το δικαστήριο εκείνο. Αλλά κι αν δεν επιδιώκουμε την αρετή, όμως υποφέρουμε, επειδή δεν την επιδιώκουμε, κι αν επιδιώκουμε την κακία, μόλις παύσει η ηδονή της αμαρτίας, αρχίζει η λύπη. Ας μη λέμε λοιπόν για τους έδώ πλούσιους και πονηρούς, και για τους δίκαιους που απολαμβάνουν εκεί ένα με ένα αλλά δύο μηδέν. Γιατί οι δίκαιοι δοκιμάζουν πολλή ευχαρίστηση κι από τα εδώ κι από τα εκεί. Οι πονηροί όμως κι οι πλεονέκτες κι εδώ κι εκεί τιμωρούνται. Κι εδώ βασανίζονται με την αγωνία της εκεί τιμωρίας και την υποψία των άλλων και με την ίδια την αμαρτία και την καταστροφή    της ψυχής τους. Και μετά την αποδημία τους από εδώ υπομένουν ανυπόφορες τιμωρίες. Απ’ το άλλο μέρος οι δίκαιοι, κι αν παθαίνουν εδώ μύρια δεινά, τους τρέφει η ελπίδα, και δοκιμάζουν καθαρή ευχαρίστηση, σταθερή και αμετακίνητη. Κι έπειτα, τους περιμένουν τ’ αμέτρητα αγαθά, όπως ακριβώς και το Λάζαρο. Μη μου πείτε ότι ήταν γεμάτος από πληγές σκεφτείτε πως είχε μέσα του ψυχή πολυτιμότερη από όλο το χρυσάφι. Κι όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα. Γιατί η αρετή του σώματος δεν είναι η παχυσαρκία και η υγεία αλλά να υποφέρει τόσα και τέτοια μαρτύρια. Δεν προκαλεί τη σιχασιά μας όποιος έχει τέτοιες πληγές, στο σώμα αλλά όποιος έχει αμέτρητες πληγές στην ψυχή και καθόλου ωστόσο γι’ αυτές δε φροντίζει. Τέτοιος ήταν ο πλούσιος εκείνος· γεμάτος έλκη εσωτερικά ολόκληρος. Κι όπως τα σκυλιά έγλυφαν τα τραύματα του Λαζάρου, έτσι γλύφουν οι δαίμονες τ’ αμαρτήματα εκείνου. Κι όπως ο ένας ζούσε πεινώντας  την τροφή, έτσι κι εκείνος πεινούσε κάθε αρετή.

Μ’ αυτές τις σκέψεις ας γινόμαστε πιο πνευματικοί κι ας μη λέμε, «αν τον τάδε τον αγαπούσε ο Θεός δε θα τον άφηνε να γίνει φτωχός». Αυτό ακριβώς είναι η πιο μεγάλη απόδειξη της αγάπης. Όποιον αγαπά παιδεύει ο Κύριος· μαστιγώνει καθέναν που τον παραδέχεται γιό του. Και πάλι· αν έρχεσαι τέκνο μου να υπηρετήσεις τον Κύριο ετοίμασε την ψυχή σου για να δεχτεί τον πειρασμό, ατσάλωσε την καρδιά σου και υπομόνεψε. Ας πετάξουμε λοιπόν, αγαπητοί, από πάνω μας τις περιττές αυτές προλήψεις και τα λόγια του κόσμου. Αισχροί και ανόητοι κι ευτράπελοι λόγοι, παραγγέλλει, ας μη βγαίνουν, από το στόμα σας. Μήτε οι ίδιοι λοιπόν να τα λέμε αλλά κι άλλους αν ακούσουμε, ας τους κλείσουμε το στόμα, κι ας εξαναστούμε με δύναμη, ας σταματήσουμε, την αναίσχυντη γλώσσα τους. Αν δήτε, πείτε μου, ένα λήσταρχο να τρέχει στους δρόμους, να παραφυλάει τούς περαστικούς, ν’ αρπάζει τα γεννήματα, σε σπηλιές και λάκκους να χώνει χρυσαφικά κι ασημικά και κολλά κοπάδια ν’ αποκλείει στο λημέρι του, ρουχισμό και δούλους να εξασφαλίζει από την επιδρομή του εκείνη, άραγε τον μακαρίζετε για τον πλούτο του ή τον ελεεινολογείτε για την τιμωρία που τον περιμένει; Βέβαια δεν έχει ακόμα συλληφθεί, ούτε έχει παραδοθεί στον δικαστή, ούτε στη φυλακή έχει κλειστεί, ούτε υπάρχει κατήγορός του. ούτε έχει καταδικαστεί αλλά διασκεδάζει και μεθά και τον πλούτο απολαμβάνει. Κι όμως δεν τον μακαρίζουμε για όσα έχει τώρα και τα βλέπουμε, αλλά τον ελεεινολογούμε για όσα του μέλλονται και τον περιμένουν.

    Το ίδιο σκέψου για όσους πλουτούν και πλεονεκτούν. Είναι ληστές που παραφυλάγουν στους δρόμους και ληστεύουν τους περαστικούς και καταχωνιάζουν τις ξένες περιουσίες στα σπίτια τους, όπως σε σπηλιές και σε λάκκους. Ας μην τους καλοτυχίζουμε για όσα έχουν, για όσα τους μέλλονται ας τους ελεεινολογούμε, για το φοβερό εκείνο δικαστήριο, για τις αναπόφευκτες ευθύνες, για το σκότος το εξώτερο που τους περιμένει. Και οι ληστές πολλές φορές ξεφεύγουν από τα χέρια των ανθρώπων μολαταύτα δε θα ευχόμαστε τη ζωή τους και τον καταραμένο πλούτο τους ούτε στον εαυτό μας ούτε και στους εχθρούς μας. Τούτο όμως δε γίνεται με το Θεό· κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την κρίση του, παρά όλοι που ζουν με πλεονεξίες και αρπαγές θα τραβήξουν επάνω τους από μέρους του την τιμωρία την αθάνατη, που δεν έχει τέλος, όπως εκείνος ο πλούσιος. Όλα αυτά ος τα φέρουμε μπροστά μας, αγαπητοί, κι ας μη μακαρίζουμε όσους κολυμπούνε μέσα στα πλούτη παρά όσους ζούνε μέσα στην αρετή· κι ας μην ελεεινολογούμε τους φτωχούς παρά τούς κακούς· ας μην παρατηρούμε τα τωρινά, παρά ας εξετάζουμε τα μελλοντικά· ας μην ερευνούμε το εξωτερικό αλλά τη συνείδηση καθενός. Ας επιδιώξουμε την αρετή και τη χαρά που δίνουν τα πνευματικά κατορθώματα, ζηλεύοντας το Λάζαρο, πλούσιοι και φτωχοί. Δεν έβγαλε πέρα τούτος έναν και δύο και τρεις άθλους μονάχα της αρετής αλλά πολύ περισσότερους, τη φτώχεια, την αρρώστια, την απουσία προστάτη, ότι υπέφερε σε σπίτι που μπορούσε να του σβήσει όλα εκείνα τα δεινά του κι όμως δεν αξιώθηκε ούτε ένα λόγο παρηγοριάς, ότι έβλεπε να δοκιμάζει τόση απόλαυση αυτός που τον περιφρονούσε κι όχι μόνο αυτό αλλά να ζει μέσα στην κακία και κανένα κακό να μην παθαίνει. Δεν είχε κι άλλο Λάζαρο να δει, δεν μπορούσε να υψωθεί σε σκέψεις για την ανάσταση, είχε την κακή υπόληψη που από τις συμφορές του σχημάτιζαν γι’ αυτόν οι πολλοί, σα να μην τον έφταναν τα πάθη του, ακόμα δεν έβλεπε τον εαυτό του δύο και τρεις μέρες αλλά ολόκληρη τη ζωή του σ’ αυτήν την κατάσταση και τον πλούσιο στην αντίθετη. Πώς λοιπόν θα μπορούσαμε ν’ απολογηθούμε, όταν εκείνος βαστούσε με τόση γενναιότητα όλα μαζί τα δεινά κι εμείς δεν αντέχουμε μήτε τα μισά; Δεν μπορείτε, δεν μπορείτε να παρουσιάσετε ούτε ν’ αναφέρετε κάποιον άλλον με τόσες και τέτοιες συμφορές. Γι’ αυτό ακριβώς τον παρουσίασε μπροστά μας ο Χριστός· σε όσο βάθος συμφοράς κι αν πέσουμε βλέποντας σ’ αυτόν το σύνολο των θλίψεων, ν’ αντλήσουμε παρηγοριά και στήριξη από τη σοφία εκείνου και την υπομονή. Είναι κοινός δάσκαλος της οικουμένης για όσους υποφέρουν οποιοδήποτε κακό, δίνει σ’ όλους την ευκαιρία να τον βλέπουν και υπερβάλλει όλους με τη συσσώρευση των δεινών του. Ας ευχαριστήσουμε για όλα αυτά τον φιλάνθρωπο Θεό κι ας οικειοποιηθούμε την ωφέλεια της παραβολής παίρνοντάς την αδιάκοπα μαζί μας παντού, στις συντροφιές, στα σπίτια μας, στην αγορά και μελετώντας προσεκτικά όλο τον πλούτο της. Έτσι και τα τωρινά δεινά μας θα προσπεράσουμε χωρίς λύπη και τα μελλοντικά αγαθά θα κερδίσουμε. Μακάρι να γίνουμε άξιοι γι’ αυτά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και σ’ αυτόν μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση τώρα και πάντα και στους αιώνες. Αμήν.

 

(+Μητροπ. Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου, «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον» τ. Β΄, σ.49-59)

 

 

 

 

Η χάρη της προσευχής φέρνει το νου σε επαφή με το Θεό.(Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού)


 

Η συνεχής προσευχή χωρίζει το νου απ’ όλα τα νοήματα και έτσι τον εμφανίζει γυμνό από περισπασμούς ενώ­πιον του Θεού·  διότι τα νοήματα προκαλούνται από διάφορα πράγματα. Τα δε πράγματα είναι άλλα αισθητά και άλλα νοητά. Εφ’ όσον λοιπόν ο νους διακινείται μέσα στην περιοχή των πραγμάτων αυτών, αυτά συλλαμβάνει και αυτά τα νοήματα περιφέρει. Η δε χάρη της προσευχής φέρνει τον νου σε επαφή με το Θεό. Αφού δε τον ενώσει με το Θεό, τον χωρίζει απ’ όλα τα νοήματα· τότε ο νους γυμνός πλέον επικοινωνεί μαζί Του και γίνεται θεοειδής. Αφού δε γίνει θεοειδής, ζητεί από το Θεό τα πρέποντα κι έτσι δεν σφάλλει ποτέ στα αιτήματά του, διότι πάντοτε η παράκλησή του πραγματοποιείται από το Θεό. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μας διατάσσει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε…», για να πετύχουμε με την διαρκή συνάφεια του νου μας με το Θεό, σιγά-σιγά την αποκοπή του από κάθε προσκόλληση στα υλικά.

Ερώτηση: Και πώς ο νους μπορεί να προσεύχεται συνεχώς, εφ’ όσον όταν ψάλλουμε ή διαβάζουμε ή συνομιλούμε ή διακονούμε, ο νους διαμοιράζεται σε πολλά νοήματα και θεωρήματα;

Απόκριση: Η Αγία Γραφή τίποτε το αδύνατον δεν προστάζει, αφού κι ο ίδιος ο Απόστολος και έψαλλε και διάβαζε και δίδασκε και διακονούσε και υπέφερε από τους διωγμούς, κι όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Διότι αδιάλειπτος προσευχή είναι το να έχουμε το νου πάντοτε προσηλωμένο με πολλή ευλάβεια και πόθο στο Θεό· να εξαρτάται πάντοτε ο άνθρωπος από την ελπίδα προς Αυτόν και να στηρίζει το θάρρος του για όλα τα έργα του σ’ Αυτόν όλα όσα συμβαίνουν να τα αντιμετωπίζει όπως ο Απόστολος, που έλεγε σ’ όλες τις περιστάσεις: «ποιός μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; θλίψη ή στενοχώρια ή πείνα…, ή μαχαίρι;» (Ρωμ. 8,  35). Και κατόπιν διαβεβαιώνει, συνεχίζοντας: «είμαι βέβαιος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε άλλες ουράνιες  δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μελλοντικά ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποιο άλλο δημιούργημα    θα μπορέσουν  να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, όπως φανερώθηκε στο πρόσωπο του  Ιησού Χριστού του   Κυρίου μας». Αυτή λοιπόν την εσωτερική εργασία είχε ο Απόστολος προσευχόμενος συνεχώς και αδιαλείπτως· διότι σε όλα του τα έργα, όπως είπαμε, και σε όλα όσα του συνέβαιναν είχε εξαρτήσει τον εαυτό του από την ελπίδα προς το Θεό. Γι’ αυτό και όλοι οι Άγιοι έχαιραν πάντοτε στις θλίψεις που τους συνέβαιναν­, για να συνηθίσουν να ελπίζουν στο Θεό. Έχω λοιπόν τη γνώμη, ότι αυτή είναι η ασύγκριτη και καθαρή κατάσταση της προσευχής. Να κατορθώσει δηλαδή ο νους να βρεθεί έξω από τη σάρκα και τον κόσμο και να προσεύχεται τελείως απαλλαγμένος από την ύλη και τις μορφές του κόσμου.

Αυτός λοιπόν που θα κατορθώσει να διατηρήσει ακέραιη αυτή την κατάσταση της ψυχής, αυτός πραγματικά προσεύχεται αδιαλείπτως.

 

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)