Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ(Ιω.Καρδάση)

 

diskopotiro

ΓΕΝΙΚΑ

Θεία Ευχαριστία, Θεία Κοινωνία, Αγία Κοινωνία, Θεία Μετάληψη ή Δείπνο του Κυρίου

Αποτελεί μυστήριο ή τελετή πολλών Χριστιανικών ομολογιών. Κατά την παράδοση αποτελεί μυστήριο, διότι ο ιδρυτής της εκκλησίας Χριστός, στο μυστικό δείπνο προεικόνισε το μυστήριο: «Εσθιόντων δε αυτών λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε: «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου» και λαβών το ποτήριον κει ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων: «πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών»» (Ματθ. 26. 26-28). Η Θεία Κοινωνία μεταλαμβάνεται συνήθως μετά άρτου και οίνου, τα οποία μεταβάλλονται κατά την Ορθοδοξία ή μετουσιώνονται κατά τον Δυτικό τρόπο σκέψης σε σώμα και αίμα Κυρίου. Ο μεταλαμβάνων τη Θεία Ευχαριστία συμμετέχοντας στο μυστήριο, συμμετέχει στο κοινό σώμα της εκάστοτε εκκλησίας.

          Ιστορική Αναδρομή

Εμφάνιση και ρόλος στη Χριστιανική κοινότητα

Στη χριστιανική εκκλησία του 1ου αιώνα ο όρος εχαριστία δεν είχε την ειδική έννοια που του αποδόθηκε αργότερα αλλά σήμαινε «απόδοση ευχαριστιών, ευγνωμοσύνη» αλλά και ευχαριστήρια προσευχή προς τον Θεό. (Ματθ. 15. 36). Στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται οι όροι «κυριακὸν δείπνον» («δείπνο του Κυρίου») και «κλάση του άρτου», για να περιγράψουν το τελετουργικό γεύμα που ο Ιησούς Χριστός έδωσε εντολή στους μαθητές του να τηρούν λέγοντας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22. 19). Από τα τέλη του 1ου αιώνα, σύμφωνα με τη Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, φαίνεται ότι άρχισε να καθιερώνεται η ονομασία «ευχαριστία» με την τεχνική αυτή σημασία (9. 1, 5). Προφανώς αυτό συνέβη καθώς οι προσευχές πριν από το αναμνηστικό δείπνο άρχιζαν συνήθως με τα λόγια: «Ευχαριστούμεν σοι, πάτερ ημών» (9. 2, 3).

Κατά τα πρώτα αποστολικά χρόνια, η Θεία Ευχαριστία αποτελούσε το κέντρο της λατρευτικής ζωής των Χριστιανών. Με αυτή συνδέονταν όλες οι άλλες λατρευτικές και πνευματικές εκδηλώσεις της εκκλησίας. Στη Θεία Ευχαριστία συμμετείχαν όσοι ήσαν βαπτισμένοι, ενώ συνδυαζόταν με κοινή εστίαση των πιστών, τις λεγόμενες «αγάπες». Με βάση την Καινή Διαθήκη (Κορ. Α΄, 16. 19), η Θεία Ευχαριστία τελείτο συνήθως σε ιδιωτικές κατοικίες. Το εκκλησιαστικό γεγονός τελούνταν με συμμετοχή όλων των πιστών της εκάστοτε τοπικής εκκλησίας, με εξαίρεση ορισμένων ιουδαιοχριστιανικών ομάδων τις Μικράς Ασίας. Η Θεία Ευχαριστία περιείχε «κλάση» του άρτου, την «ευλογία» του ποτηρίου αλλά και κατήχηση με ανάγνωση γραφών, προφητείες, προσευχές και ύμνους. Οι αγάπες κατά το β΄ αιώνα διαχωρίστηκαν από την Θεία Ευχαριστία λόγω καταχρήσεων που παρουσιάστηκαν.

Αρχικά τελείτο καθημερινώς τις απογευματινές ώρες. Ήδη όμως κατά τον 1ο αιώνα ξεχώριζε η τελούμενη Θεία Ευχαριστία της Κυριακής. Μάλιστα κατά την Κυριακή τελούνταν δύο συνάξεις μια «εωθινή» και μια «εσπερινή» κατά την οποία και τελείτο η Θεία Ευχαριστία. Ο λόγος για τον οποίο όμως μεταφέρθηκε πρωί η σύναξη, σήμερα δε βρίσκει πειστικές εξηγήσεις. Επικράτησε η άποψη πως η κατηγορία του Πλινίου κατά των Χριστιανών ως «μυστική εταιρία» και ο διωγμός που εξαπέλυσε οδήγησε την εκκλησία να μεταθέσει στην «εωθινή» σύναξη της Κυριακής τη Θεία Ευχαριστία και εν συνεχεία να καθιερωθεί. Αυτό όμως τελικά δε φαίνεται αρκετά πειστικό, αφού αυτή η μεταφορά τελικά δεν απάλλασσε από τις όποιες υποψίες τους χριστιανούς, που συνέχισαν την τέλεσή της.

Το λειτουργικό πλαίσιο της Θείας Ευχαριστίας

θεία λειτουργία

Ο τρόπος τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας κατά τον πρώτον αιώνα παραμένει σήμερα σχεδόν άγνωστος λόγω κυρίως «απόρρητης πειθαρχίας» (disciplina arcani) που επικρατούσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους της εποχής, που είχαν μάλιστα οδηγήσει τους αντιπάλους και πολέμιους του χριστιανισμού σε δαιμονοποίηση του Ευχαριστιακού γεγονότος. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέτουμε έχουν έμμεσο χαρακτήρα αναφορών, όπως ότι η λειτουργία που τελείτο είχε δυο μέρη: διδακτικό και μυστηριακό, εξ ου και οι κατηχούμενοι απαγορευόταν να παρακολουθήσουν. Σε μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα ο H. Lietzmann (Messe und Herrenmahl, Bohn), θεωρεί πως πρέπει να γίνει μια διάκριση του Κυριακού δείπνου σε δύο τύπους, εκ των οποίων ο ένας ήταν δείπνος συναδελφώσεως και ενότητας των χριστιανών μεταξύ τους και προς τον Κύριο, ο δε άλλος ήταν μυστηριακός δείπνος σε ανάμνηση της θυσίας του Κυρίου. Έτσι, ο πρώτος ταυτιζόταν προς τη συνεστίαση του Χριστού με του μαθητές του, που τελείτο από την πρώτη χριστιανική κοινότητα της Παλαιστίνης, ενώ ο δεύτερος με το μυστικό δείπνο και τελείτο από τις Ελληνικές κοινότητες των χριστιανών.

Κατά το 2ο αιώνα υπάρχει σχετική γραμματεία η οποία συνδυασμένα μας δίνει κάποιες πληροφορίες. Κατά το πρώτο μέρος απαγέλλονταν αναγνώσματα από προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ή τους Ψαλμούς, πραγμοτοποιείτο κήρυγμα του προεστώτα, αλλά και η ανάγνωση ευχών. Ο Τερτυλλιανός (De anima, 9) υπαινίσσεται και απαγγελία ψαλμών και ύμνων. Στο μυστηριακό μέρος κατά τον Ιουστίνο, έχουμε ασπασμό ειρήνης, προσφορά τιμίων δώρων και ολοκληρονώταν με την Θεία Ευχαριστία. Το «σώμα» το προσέφερε ο Επίσκοπος, ενώ το «αίμα» με το Άγιο ποτήριο ο Διάκονος. Το «σώμα» Κυρίου δύνατο να ληφθεί και μετά το πέρας της συνάξεως, όπως δύνατο να το λάβουν και όσοι δεν παρεβρίσκονταν στην ευχαριστιακή σύναξη. Επίσης ο Ιουστίνος αναφέρει «κράση» δηλαδή ανάμιξη ύδατος και οίνου. Οι πιστοί όταν λάμβαναν τον άρτο ήσαν ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε να μην πέσουν ψυχία, ενώ τηρείτο συγκεκριμένη στάση των χειρών κατά τη παράδοση, ήτοι το αριστερό χέρι σφιχτά κάτω από το δεξί.

            Νηστεία και θ. κοινωνία

 

Τόσο η αρχαία εκκλησιαστική πράξη όσο και οι ιεροί Κανόνες δεν προβλέπουν κάποια ειδική νηστεία για όσους πρόκειται να προσέλθουν στην Ευχαριστία. Στην αποστολική εποχή –και οπωσδήποτε και αρκετά μεταγενέστερα- οι πιστοί κοινωνούσαν μετά το δείπνο. Αυτό, βέβαια, αργότερα για πολλούς λόγους, έπαυσε να γίνεται και η ευλάβεια απέναντι στη θεία Κοινωνία οδήγησε την Εκκλησία να νομοθετήσει οι πιστοί να κοινωνούν νηστικοί, δηλαδή να απέχουν από κάθε είδους τροφή και το νερό από την ώρα του δείπνου ή, το αργότερο, το μεσονύκτιο της προηγούμενης ημέρας. Είναι η μόνη ευχαριστιακή νηστεία που ορίζουν οι Κανόνες της Εκκλησίας και καμιά άλλη (κθ’  Πενθέκτης Οικουμενικής).

 

Ότι δεν υπάρχει ειδική νηστεία, φαίνεται και από την πρακτική που ανέκαθεν ακολουθούν οι κληρικοί, οι οποίοι, όταν πρόκειται να λειτουργήσουν, τηρούν μόνο την αρχική ευχαριστιακή νηστεία, αποχή δηλαδή από τροφή και νερό από το μεσονύκτιο μέχρι το πέρας της Λειτουργίας.

 

Την μη ύπαρξη νηστείας προ της θ. κοινωνίας βρίσκουμε στην επιστολή του Παύλου στους Κορίνθιους (Κορ.  Α΄ 11. 20-26). Εκεί, ο απόστολος επιπλήττει τους προσερχόμενους στο Κυριακό δείπνο, όπου ορισμένοι ανυπόμονοι έτρωγαν μόλις κάθονταν στο τραπέζι και μετά κοινωνούσαν. Ο Παύλος τους συμβουλεύει να τρώνε στο σπίτι τους πριν έλθουν, αφού είναι τόσο βιαστικοί. Από το σημείο αυτό φαίνεται ότι οι προσερχόμενοι κοινωνούσαν το σώμα του Κυρίου, κατόπιν έτρωγαν και στο τέλος («μετά το δειπνήσαι») κοινωνούσαν το αίμα του Κυρίου.

 Η Θεολογία της Θείας Ευχαριστίας

Ορθόδοξη Εκκλησία

 

 

Θεία Ευχαριστία σε Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Θεία Ευχαριστία αποτελεί το σπουδαιότερο μυστήριο της Εκκλησίας. Θεωρείται ότι αποτελεί πρόγευση των εσχάτων, της Βασιλείας του Θεού. Στο παρελθόν όλα τα υπόλοιπα μυστήρια τελούνταν μέσα στη Θεία Ευχαριστία, από τον 12ο αιώνα και μετά όμως άρχισαν να τελούνται χωριστά (Περγάμου Ιωάννης, Εκκλησιολογία)..

Στη Θεία Ευχαριστία ο άρτος και ο οίνος, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μετατρέπονται-μεταβάλλονται σε «σώμα» και «αίμα» Κυρίου. Κατά τον Ιγνάτιο Φιλαδελφείας αποτελεί «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν αλλά ζην εν Χριστώ Ιησού δια παντός». Επίσης αναφέρει «την ευχαριστίαν σάρκα είναι του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ ημών των αμαρτιών παθούσαν, εν τη χρηστότητι ο Πατήρ έγειρε». Ο μεταλαμβάνων την θεία Ευχαριστία ενώνεται μυστικώς με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό (Ιεροσολύμων Κύριλλος, Κατήχηση Δ΄, 3). Ο λόγος που καλείται Θεία Ευχαριστία προκύπτει από δύο λόγους, αφενός διότι ο Ιησούς Χριστός πρωτού τα παραδόσει ευχαρίστησε τον Πατέρα και αφετέρου διότι είναι Ευχαριστία και εκ μέρους των πιστών (Ι. Χρυσόστομου, ευχή θ. αναφοράς θ. λειτουργίας). Η Θεία Ευχαριστία κατά το ρηθέν του Ευαγγελιστή Ιωάννη αποτελεί για έναν ορθόδοξο το κέντρον της ζωής του: «αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον και εγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη ημέρα. Η γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. 6. 53-56). Αυτή η λεγόμενη και «αναίμακτη» θυσία, προσφέρεται ως ιλαστήριος, ικετήριος, ευχαριστήριος θυσία προς την πραγματική αναίμακτη σταυρική θυσία του Χριστού, υπέρ πάντων των Αγίων, εξαιρέτως υπέρ της Υπεραγίας Θεοτόκου, των κεκοιμημένων και ζώντων και σε ασθένεια, των οδοιπορούντων, υπέρ πάντων και πασών. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός δε, χαρακτηρίζει τη μεταβολή ως ανερμήνευτον και ανεξερεύνητον (Έκδοση ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄ 13). Ο κάθε Ορθόδοξος δε δύναται να μετέχει κατά βούληση αν δεν έχει προηγηθεί κάθαρση. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει «…ο μεν γαρ εναγείς και ακάθαρτος ουδέ εν εορτή δίκαιος…ο δε καθαρός και δια μετανοίας ακριβούς αποσμηξάμενος και πλημμελήματα και εν εορτή και αεί δίκαιος…». Έτσι προ του «φοβερού βήματος του Χριστού» απαιτείται εξομολόγηση, μετάνοια και νηστεία.

Ρκαθολική «εκκλησία»

 

 

Τυπική Θεία Ευχαριστία σε Ρωμαιοκαθολική «εκκλησία»

Για την ΡΚαθολική «εκκλησία» η Θεία Ευχαριστία είναι η ίδια η θυσία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, την οποία Εκείνος σύστησε για να διαιωνίσει (έως ότου έλθει) τη θυσία του Σταυρού, εμπιστευόμενος έτσι στην Εκκλησία του την ανάμνηση του Θανάτου και της Ανάστασής του. Είναι το σημείο της ενότητας, ο σύνδεσμος της αγάπης, το πασχαλινό συμπόσιο κατά το οποίο οι πιστοί λαμβάνουν το Χριστό. Είναι η πηγή και το αποκορύφωμα όλης της Χριστιανικής ζωής. Η Θεία Ευχαριστία εκτυλίσσεται σε δύο μεγάλα μέρη, που αποτελούν μια μόνη πράξη της Θείας Λατρείας: την ακολουθία του Λόγου, η οποία περιλαμβάνει την αναγγελία και την ακρόαση του Λόγου του Θεού, και την Ευχαριστιακή Ακολουθία, η οποία περιλαμβάνει την προσφορά του άρτου και του οίνου, την Ευχαριστιακή ευχή ή αναφορά, που εμπεριέχει τις λέξεις της καθαγίασης και τη θεία κοινωνία. Λειτουργός της τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας είναι ο Ιερέας (Επίσκοπος ή πρεσβύτερος), έγκυρα χειροτονημένος, ο οποίος ενεργεί στο πρόσωπο του Χριστού ως Κεφαλή και στο όνομα της Εκκλησίας. Απαραίτητα στοιχεία είναι ο άρτος από σιτάρι (άζυμος βάσει του ότι η κλάση του άρτου έγινε την πρώτη ημέρα της εορτής των αζύμων Μκ 14:12-26 Λκ 22:7-23 Μτθ 26:6-21) και ο οίνος από σταφύλι.

Κατά την διάρκεια του μυστηρίου γίνεται μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Μετουσίωση σημαίνει την μετατροπή όλης της ουσίας του άρτου στην ουσία του Σώματος του Χριστού και όλης της ουσίας του οίνου στην ουσία του Αίματός του. Αυτή η μετατροπή πραγματοποιείται κατά την ευχαριστιακή ευχή, διαμέσου της αποτελεσματικότητας της δράσης του Λόγου του Χριστού και της δράσης του Αγίου Πνεύματος. Για να λάβουν οι πιστοί τη Θεία Κοινωνία επιβάλλεται να είναι πλήρως ενσωματωμένοι στην ΡΚαθολική «εκκλησία» και να βρίσκονται σε κατάσταση χάρης, δηλαδή χωρίς θανάσιμη αμαρτία στη συνείδησή τους. Όποιος συνειδητοποιεί, ότι έπραξε μια βαριά αμαρτία οφείλει να λάβει το Μυστήριο της Συμφιλίωσης πριν προσέλθει στη Θεία Κοινωνία. Είναι επίσης σημαντικό το πνεύμα της αυτοσυγκέντρωσης και της προσευχής, η τήρηση της νηστείας όπως καθορίζεται από την Εκκλησία και η ευπρέπεια του σώματος, ως σημείο σεβασμού προς τον Χριστό.

Προτεσταντικές «εκκλησίες»

 

 

Προετοιμασία για την Θεία Ευχαριστία σε μια Ελευθέρα Αποστολική «εκκλησία» Πεντηκοστής

Υπάρχουν διάφορες θεολογικές θεωρήσεις για την Θεία Ευχαριστία μέσα στις Προτεσταντικές «εκκλησίες». Κάποιες «εκκλησίες» τελούν την Θεία Ευχαριστία ως ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού και πιστεύουν πως ο oίνος και ο άρτος είναι σύμβολα του αίματος και του σώματός Του. Αντίθετα άλλες «εκκλησίες», πιστεύουν σε μια πιο μυστηριακή υπόσταση της τελετής. Η αντίθεση αυτή στην θεολογία των Προτεσταντικών εκκλησιών, έγινε η αιτία για την πρώτη βασική διαίρεση στο χώρο. Από νωρίς ο Μαρτίνος Λούθηρος, διαφώνησε με τους Ελβετούς ηγέτες της Μεταρρύθμισης, και ανέπτυξε το δόγμα της συμμετουσίωσης. Κατά το δόγμα της συμμετουσίωσης ο Ιησούς Χριστός, ως Θεάνθρωπος, λόγω της αδιάλυτης ένωσης των δύο φύσεων στο πρόσωπό του, είναι παρών στην τελετή της Θείας Ευχαριστίας, όχι με τη θεία μόνο φύση του, αλλά και με την ανθρώπινη, έτσι που ο άρτος και ο οίνος αποκτούν την ουσία του σώματος και του αίματος Του, χωρίς να αποβάλλουν τη δική τους ιδιαίτερη υπόσταση.

Σε πολλές «εκκλησίες», διανέμονται σε όλη τη συνάθροιση κομμάτια άρτου και μικρά ποτήρια με οίνο, από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Σε άλλες πάλι «εκκλησίες» οι πιστοί προσέρχονται για να λάβουν τον άρτο και τον οίνο από τον λειτουργό της «εκκλησίας».

Οι θεολογικές απόψεις των Ελληνικών «εκκλησιών» για την Θεία Ευχαριστία, διαφέρουν επίσης σε κάποια σημεία. Η Ελευθέρα Αποστολική «εκκλησία» Πεντηκοστής πιστεύει ότι ο οίνος και ο άρτος γίνονται σώμα και αίμα Χριστού πνευματικώς, δια της πίστεως και τελεί την Θεία Ευχαριστία κάθε Κυριακή με άζυμο άρτο (επίσημη ιστοσελίδα της ΕΑΕΠ). Η Ελληνική Ευαγγελική «εκκλησία» πιστεύει πως είναι η τελετή της κοινωνίας μετά του Χριστού και μετά του λαού Αυτού, εν η δίδεται και λαμβάνεται ο άρτος και ο οίνος προς ευγνώμονα ανάμνησιν Εκείνου και της επί του Σταυρού θυσίας Αυτού, και την τελεί κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, όπως κάνουν και οι υπόλοιπες Πρεσβυτεριανές «εκκλησίες» (Ομολογία Πίστης Ελληνικής Ευαγγελικής «εκκλησίας», άρθρο 22, περί των τελετών). Οι Ελεύθερες Ευαγγελικές «εκκλησίες» τελούν την Θεία Ευχαριστία κάθε Κυριακή και τονίζουν πως γίνεται σε ανάμνηση των παθημάτων του Ιησού Χριστού, και ότι δεν είναι μια μυστηριακή τελετή που σώζει ή αγιάζει, ούτε επανάληψη της θυσίας του Χριστού κατά την οποία γίνεται μετουσίωση, ενώ ο άρτος και το ποτήριο συμβολίζουν την ενότητα όλων των πιστών που μετέχουν σε σώμα Χριστού. Η Αποστολική «εκκλησία» του Χριστού μιλάει για συμβολική χρήση του άρτου και του οίνου (γνωριμία με τις αρχές της «εκκλησίας») και τελεί την Θεία Ευχαριστία κάθε πρώτη Κυριακή και κάθε τρίτη Πέμπτη του μήνα, στηριζόμενη στο γεγονός ότι κατά την Μεγάλη Πέμπτη ο Ιησούς Χριστός εγκαθίδρυσε την Θεία Ευχαριστία.

 

4η Μυσταγωγική Κατήχηση: Περι Σωματοσ και Αιματοσ του Χριστου

 

«Διότι εγώ παρέλαβα από τον Κύριο, αυτό που σας παράδωσα. Ότι δηλαδή, το βράδυ που παραδιδόταν έλαβε άρτον και αφού ευχαρίστησε τον έκοψε και είπε, Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Παρομοίως [έλαβε] και το ποτήριον, μετά το δείπνο, και είπε, Τούτο το ποτήριον είναι η καινή διαθήκη εν τ εμ αίματι· τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσάκις γαρ αν αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ού έλθη. Ώστε λοιπόν όποιος τρώει τον άρτον τούτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου ανάξια, θα είναι ένοχος για το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Ας δοκιμάζει λοιπόν ο κάθε άνθρωπος τον εαυτόν του, και έτσι ας τρώει από τον άρτο και ας πίνει από το ποτήριο· γιατί εκείνος που τρώει και πίνει ανάξια τρώει και πίνει κατάκριση για τον εαυτόν του, επειδή δεν διακρίνει το σώμα του Κυρίου. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και αρκετοί κεκοιμημένοι. Εάν είχαμε διάκριση δεν θα κρινόμαστε. Τώρα όμως που κρινόμαστε, παιδευόμαστε από τον Κύριο, για να μην κριθούμε [τελικά] μαζί με τους άλλους. Ώστε, αδελφοί μου, όταν συγκεντρώνεστε για να συν-φάγετε να δέχεσθε ο ένας τον άλλον. Εάν υπάρχει κανείς σας που πεινάει, ας τρώει στο σπίτι του, για να μην συν-βρισκόσαστε για καταδίκη. Όσον αφορά στα λοιπά, θα τα διευθετήσω όταν έλθω» (Α Κορ. 11:23-34).

  1. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού: Αυτή η διδασκαλία του μακαρίου Παύλου αρκεί για να σας πληροφορήσει για τα θεία μυστήρια στα οποία αξιωθήκατε να κοινωνήσετε και να γίνετε ένα σώμα («σύσσωμοι») και ένα αίμα («σύναιμοι») με τον Χριστό.  Γιατί μας λέει καθαρά, ότι το βράδυ που παραδιδόταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έλαβε άρτον και αφού ευχαρίστησε τον έκοψε και έδωσε στους μαθητές του λέγοντας, «Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα.» Και παίρνοντας το ποτήριο ευχαρίστησε και είπε, «Λάβετε, πίετε, τούτο μου εστί το Αίμα» (Α Κορ. 11:23-25). Αφού λοιπόν μίλησε ρητά και είπε για τον άρτο, «Τούτο μου εστί το Σώμα» (Α Κορ. 11:24), ποιος θα τολμήσει να αμφιβάλλει; Και αφού επίσης το διαβεβαίωσε ρητά και είπε, «Τούτο μου εστί το Αίμα» (Ματθ. 26:28), ποιος ποτέ δεν θα δειλιάσει να πει ότι δεν είναι αυτό το Αίμα του;
  2. Αυτός που έκανε στην Κανά το νερό οίνο δεν μπορεί να κάνει και τον οίνο αίμα; Κάποτε στην Κανά της Γαλιλαίας μετάβαλε με το νεύμα του το νερό σε οίνο. Πως λοιπόν δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος ότι μετάβαλε τον οίνο σε αίμα; Όταν προσκαλέστηκε σε σωματικό γάμο έκανε εκείνο το παράδοξο θαύμα. Πως λοιπόν είναι δυνατόν να μην ομολογηθεί με πολύ μεγαλύτερη έμφαση ότι χάρισε την απόλαυση του σώματός Του και του αίματός Του στους υιούς του νυμφώνα Του;
  3. Η μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού κάνει τον πιστό «χριστοφόρο:» Ώστε λοιπόν έχουμε πλήρη διαβεβαίωση ότι μεταλαβαίνουμε Σώμα και Αίμα Χριστού. Στον τύπο του άρτου σου δίνεται το Σώμα, και στον τύπο του οίνου σου δίνεται το Αίμα, για να γίνεις, με την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, σύσσωμος και σύναιμος με τον Χριστό. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε «χριστοφόροι,» γιατί το Σώμα Του και το Αίμα Του διαδίδεται σε όλα τα μέλη του σώματός μας. Όπως το θέτει ο μακάριος Πέτρος, γινόμαστε «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β Πέτ. 1:4).
  4. Η μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου δίνει ζωή: Κάποτε είπε ο Χριστός σε κάποια συνομιλία του με τους Ιουδαίους: «Εάν δεν φάγετε την σάρκα μου και πίητε το αίμα μου, δεν θα έχετε ζωή μέσα σας» (Ιωάν. 6:53). Εκείνοι όμως, επειδή δεν κατάλαβαν ότι τους μίλησε πνευματικά, σκανδαλίστηκαν και οπισθοχώρησαν, νομίζοντας ότι ο Σωτήρας τους πρότρεπε να γίνουν σαρκοφάγοι (Ιωάν. 6:61-63, 66).
  5. Ο άρτος της Π.Δ. διαφέρει από τον άρτο και το ποτήριο της Κ.Δ. Υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη άρτοι της προθέσεως (Α Παραλ. 9:32, 23:29), αλλά βρήκαν το τέλος τους (καταργήθηκαν) γιατί ανήκαν στην Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή Διαθήκη ο άρτος είναι ουράνιος και το ποτήριο, ποτήριο σωτηρίας (Ψαλ. 115:4) γιατί αγιάζουν την ψυχή και το σώμα. Όπως ο άρτος είναι κατάλληλος για το σώμα, έτσι και ο Λόγος είναι αρμόδιος για την ψυχή.
  6. Το πως άρτος και οίνος γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού είναι θέμα πίστεως: Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρείτε τον άρτο και τον οίνο σαν να είναι απλοί τύποι. Διότι σύμφωνα με την απόφαση του Δεσπότη γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού. Αν αυτό σου επιβάλλουν οι [σωματικές] αισθήσεις σου, η πίστη σου όμως σε διαβεβαιώνει διαφορετικά. Μη κρίνεις το πράγμα από την γεύση, αλλά πληροφορήσου από την πίστη, χωρίς να έχεις καμιά αμφιβολία ότι καταξιώθηκες να κοινωνήσεις Σώμα και Αίμα Χριστού.
  7. Ο Δαβίδ προβλέπει την [Αγία] Τράπεζα, την σφραγίδα του Χρίσματος και το Ποτήριο με το Αίμα του Χριστού: Την δυνατότητα αυτή την ανακηρύττει ο Δαυίδ όταν λέει, «Ετοίμασες ενώπιόν μου Τράπεζα έναντι εκείνων που με καταθλίβουν» (Ψαλ. 22:5). Αυτό που εννοεί είναι το εξής: Πριν από την παρουσία Σου στην γη οι δαίμονες ετοίμαζαν για τους ανθρώπους ένα τραπέζι που ήταν ρυπαρό, μολυσμένο και γεμάτο δαιμονική δυνατότητα. Ύστερα όμως από την παρουσία Σου, Δέσποτά μου, ετοίμασες ενώπιόν μου [την Αγία] Τράπεζα. Όταν ο άνθρωπος λέει στον Θεό, «ετοίμασες ενώπιόν μου Τράπεζα» (Ψαλ. 22:5), τι άλλο εννοεί παρά την μυστική και νοητή Τράπεζα, την οποίαν ετοίμασε ο Θεός για μας απέναντι, δηλ. ενάντια, στην αντίθετη τράπεζα των δαιμόνων; Είναι προφανές ότι εκείνη είχε κοινωνία με τους δαίμονες, ενώ ετούτη με τον Θεό. «Άλειψες με λάδι την κεφαλή μου» (Ψαλ. 22:5). Σου άλειψε με λάδι την κεφαλή σου όταν σε σφράγισε  στο μέτωπό σου την σφραγίδα [το μύρο], την οποίαν έλαβες από τον Θεό, για να γίνεις «αποτύπωμα της σφραγίδας, αγίασμα του Θεού» (Έξ. 28:36). «Και το ποτήριό σου με μεθάει σαν το πιο δυνατό κρασί» (Ψαλ. 22:5). Βλέπεις εδώ να αναφέρεται ένα ποτήριο το οποίο πήρε ο Χριστός στα χέρια Του και ευχαριστώντας [τον Θεό] είπε: «Τούτο μου εστί το Αίμα, το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26:28).
  8. Ο Σολομών προβλέπει την Θ. Ευχαριστία, το Χρίσμα και τα λευκά ενδύματα των νεοφώτιστων:  Για τον ίδιο λόγο υπαινίσσεται και ο Σολομών στον Εκκλησιαστή αυτή την χάρη, όταν λέει: «Έλα να φας τον άρτο σου με ευφροσύνη» (Εκκλ. 9:7). Αυτό το «Έλα» δηλώνει την πρόσκληση της σωτηρίας που καθιστά τον άνθρωπο μακάριο. [Και συνεχίζει], «και πιες τον οίνο σου με αγαθή καρδιά» (Εκκλ. 9:7), εννοώντας βεβαίως τον πνευματικό οίνο. [Και συνεχίζει], «και ας χυθεί λάδι επάνω στην κεφαλή σου» (Εκκλ. 9:8). Βλέπεις πως και αυτός υπαινίσσεται το μυστικό χρίσμα; [Επίσης λέει], «και ας είναι τα ενδύματά σου πάντοτε κάτασπρα με την έννοια ότι ευαρεστείται ο Κύριος με τα έργα σου» (Εκκλ. 8:7). [Μην ξεχνάς ότι] τώρα ευαρεστείται ο Κύριος με τα έργα σου, γιατί πριν προσέλθεις στην χάρη Του, τα έργα σου ήταν «ματαιότης ματαιοτήτων» (Εκκλ. 1:2). Τώρα όμως που απεκδύθηκες τα παλαιά σου ιμάτια και ενδύθηκες αυτά που είναι κάτασπρα με την πνευματική έννοια, πρέπει να φροντίσεις να τα διατηρείς κάτασπρα για πάντα. Βέβαια, δεν το λέμε αυτό, με την έννοια ότι πρέπει πάντοτε να φοράς λευκά ρούχα, αλλά με την έννοια ότι πρέπει να είσαι ντυμένος με τα πραγματικά λευκά και λαμπερά και πνευματικά ρούχα, για να μπορείς να λες μαζί με τον μακάριο Ησαΐα: «Ας αγαλλιάζει η ψυχή μου για τον Κύριο, γιατί με έντυσε με ένδυμα σωτηρίας, και μου φόρεσε χιτώνα ευφροσύνης» (Ησ. 61:10).
  9. Η μετάληψη του Αίματος και του Σώματος του Χριστού στηρίζει το σώμα και χαροποιεί την ψυχή του χριστιανού:  Αφού λοιπόν έμαθες και πληροφορήθηκες όλα αυτά, ότι δηλαδή ο άρτος που βλέπεις δεν είναι άρτος, αν και στην γεύση παραμένει άρτος, αλλά είναι Σώμα Χριστού· και ότι ο οίνος που βλέπεις δεν είναι οίνος, αν και η γεύση θέλει να είναι οίνος, αλλά είναι Αίμα Χριστού· και ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ο Δαβίδ, όταν έψελνε: «Ο άρτος στηρίζει την καρδία του ανθρώπου, ώστε να γίνει λαμπρό με χαρά το πρόσωπο που χρίστηκε με λάδι» (Ψαλ. 103:15). Στερέωσε λοιπόν την καρδία σου, μεταλαμβάνοντας αυτόν τον άρτο ως πνευματικό· και λάμπρυνε το πρόσωπο της ψυχής σου, το οποίο είθε να είναι ακάλυπτο με καθαρή συνείδηση, για να αντικατοπτρίζει την δόξα του Κυρίου και να προχωρεί από δόξα σε δόξα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών», εις τον οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων, ΑΜΗΝ.

Bιβλιογραφία

  • Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις Διήγηση, Αθήνα, 2002.
  • Ηλία Μηνιάτη, Οι Τρεις περί Πίστεως Λόγοι (Δογματική Ορθοδόξου Εκκλησίας), Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
  • The Anchor Bible Dictionary, Τόμος 4, 1992, Doubleday.
  • Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Εν Αθήναις, 1973/1999.
  • Β. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6η έκδ., 1959/1998, Εκδ. Παπαδημητρίου.
  • E.W. Bullinger, A Critical Lexicon and Concordance to the English and Greek New Testament, 1999, Kregel Publications.

 

Παράρτημα

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος σε πολλά σημεία της διδασκαλίας του κάνει λόγο για το Βάπτισμα του ύδατος και το βάπτισμα του Πνεύματος. Σε ένα κείμενό του γράφει: «ότι ουκ αρκεί μόνον ημίν προς σωτηρίαν το βάπτισμα, αλλά και της σαρκός του Ιησού και Θεού και του αίματος του τιμίου αυτού οικειοτέρα και αναγκαιοτέρα ημίν εστίν η μετάληψις… τούτου γαρ γεγονότος και πνευματικώς δια του Παναγίου Πνεύματος ημών βαπτισθέντων και τέκνων Θεού γεγονότων και του σαρκωθέντος Λόγου δια της του αχράντου σώματος και αίματος αυτού μεταλήψεως σκηνώσαντος ως φως εν ημίν, εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός».

            (Βασική ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια)

 

30.3.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Advertisements

Η ευθύνη τής διδασκαλίας στην αρχαία Εκκλησία και το είδος τής διδασκαλίας εκείνης

sarcophagus_domatilla

 

Ένα από τα βασικά έργα των Επισκόπων και των Πρεσβυτέρων είναι να καταρτίζουν τους Χριστιανούς, ώστε να διέρχονται από την κάθαρση, στον φωτισμό και την θέωση, για να κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και η θεία Κοινωνία να ενεργεί ως κάθαρση, φωτισμός και θέωση. Οι πιστοί έπρεπε να ζουν την νοερά λατρεία για να συμμετέχουν αξίως και στην λογική λατρεία. Αυτό είναι το έργο των Πνευματικών Πατέρων.

 π. Ιωάννη Ρωμανίδη

«Δεν εννοώ τον Πνευματικό των συγχρόνων ενοριών, που πάει ο καθένας για να πάρει κοινωνικο-οικογενειακές συμβουλές, και στο τέλος ο Πνευματικός του διαβάζει μια συγχωρητική ευχή και φεύγει κανείς ικανοποιημένος, ότι έχει συγχωρεθεί και μπορεί να πάει να κοινωνήσει, χωρίς ούτε ο παπάς να έχει ιδέα από νοερά προσευχή ούτε ο εξομολογούμενος. Στην αρχαία Εκκλησία ήταν αισθητό το γεγονός ότι κάποιος είχε φώτιση και ο άλλος δεν είχε. Ο ένας κοινωνούσε, ο άλλος δεν κοινωνούσε. Ήταν αισθητό στην αρχαία Εκκλησία. Τώρα, είναι αναίσθητα αυτά τα πράγματα. Και όλοι αισθάνονται μια ανακούφιση από την εξομολόγηση, από την θεία Κοινωνία μόνο».

Παλαιά στην Εκκλησία ο κατ’ εξοχήν Πνευματικός που προετοίμαζε τους πιστούς για την θεία Κοινωνία ήταν ο Επίσκοπος. Αυτός κατήρτιζε και τους Πρεσβυτέρους να γίνουν καλοί Πνευματικοί. Συνέβαινε ό,τι και στην ανθρώπινη γνώση.

«Διδάσκει ο καθηγητής της αστρονομίας τους υποψηφίους διδάκτορες να γίνουν και αυτοί όσο καλός είναι ο ίδιος ο καθηγητής. Γιατί; Για ν’ αφήσει διαδόχους, για να συνεχίζεται η παράδοση της αστρονομίας, διότι αν σταματήσει αυτή η διδασκαλία και η προετοιμασία διδακτόρων, υποψηφίων καθηγητών να διαδεχθούν τους τωρινούς αστρονόμους, τότε η αστρονομία ως επιστήμη θα σβήσει».

Αυτό γινόταν και στην Εκκλησία σχετικά με την μέθοδο θεραπείας για την προετοιμασία για την θεία Κοινωνία. Γι’ αυτό στην διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου η διδασκαλία-κατήχηση συνδέεται στενότατα με την εξομολόγηση-μετάνοια που ήταν έργο του Επισκόπου, σύμφωνα με το παράδειγμα του αστρονόμου που προαναφέρθηκε.

«Ακριβώς το ίδιο γινόταν στην Εκκλησία. Ο δεσπότης είναι ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και διδάσκει τους υποψηφίους διδάκτορες. Ποιοι είναι οι υποψήφιοι διδάκτορες; Οι καλόγεροι είναι, οι οποίοι θα διαδεχθούν τον δεσπότη. Γιατί θα διαδεχθούν τον δεσπότη; Όχι διότι είναι καλόγεροι με την σημερινή έννοια, αλλά διότι είναι εκείνοι που μανθάνουν την αέναη μνήμη του Θεού και πώς καθαρίζεται ο νους, πώς κανείς φθάνει στην φώτιση και πώς φθάνει κανείς στην θέωση. Γι’ αυτό είναι ο Επίσκοπος ο δάσκαλος των μοναχών.

Μετά, καταντήσαμε στην περίοδο που περιγράφει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο οποίος διαμάχεται και διαπληκτίζεται με πολλούς στην εποχή του, διότι οι καλόγεροι έγιναν διδάσκαλοι, ενώ πριν ο Επίσκοπος μόνον ήταν ο διδάσκαλος, τώρα έγιναν και οι καλόγεροι διδάσκαλοι. Λοιπόν, το επιχείρημα των Επισκόπων ήταν τι; Ότι το διδάσκειν είναι μόνον των Επισκόπων, ο μοναχός δεν είναι διδάσκαλος.

Τώρα, σημειώστε πολύ προσεκτικά αυτό το πράγμα. Ο Επίσκοπος είναι ο διδάσκαλος, ο μοναχός είναι ο μαθητής, δεν μπορεί ο μοναχός να κάνει τον δάσκαλο. Τι ήταν το θέμα; Αν δείτε προσεκτικά, η διαμάχη είναι για το Μυστήριο της εξομολογήσεως, το Μυστήριο της μετάνοιας, εάν επιτρέπεται σε μοναχούς να εξομολογούν. Διότι ο εξομολόγος στην αρχαία Εκκλησία είναι ο Επίσκοπος. Μετά όμως, επεκράτησε ο Επίσκοπος αυτός να δίδει άδεια να εξομολογεί και ο Πρεσβύτερος. Εδώ, όμως, έχουμε και μοναχούς που εξομολογούν. Και η διαμάχη γίνεται εναλλάξ. Άλλοτε λέγεται εξομολόγηση, άλλοτε λέγεται διδασκαλία.

Εάν διαβάσετε προσεκτικά, ταυτίζει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος την διδασκαλία με την εξομολόγηση, με το μυστήριο της μετάνοιας. Γιατί ταυτίζει τα δύο αυτά; Διότι ο Επίσκοπος στην αρχαία Εκκλησία είχε έργο να διδάσκει τους ανθρώπους να περνούν από το στάδιο της καθάρσεως, να φθάνουν στην φώτιση, το οποίο έκαναν οι Πνευματικοί παπάδες, Πρεσβύτεροι στην ενορία υπό τον έλεγχο του Επισκόπου. Διότι εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν ας πούμε πέντε-έξι οι κατηχούμενοι αλλά ήταν εκατοντάδες. Υπήρχε ολόκληρο σχολικό σύστημα μέσα στην Εκκλησία. Ήταν εκατοντάδες οι κατηχούμενοι κάθε χρόνο και τους βαπτίζανε συνήθως το Μέγα Σάββατο κ ο κ.

Για να οργανωθεί σωστά η κατήχηση, ο Πρεσβύτερος, υπό την καθοδήγηση του Επισκόπου, αναλάμβανε την διδασκαλία των νεοφώτιστων, των φωτισμένων, ορισμένων κατηχουμένων και μετά οι Διάκονοι τους κατηχουμένους κλπ. Αυτά τα περιγράφει με πολλή λεπτομέρεια ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Αν θέλετε να δείτε την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας, πάρετε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη να διαβάσετε, «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας»· είναι όλα εκεί μέσα.

Λοιπόν, ο Επίσκοπος, εθεωρείτο ότι είναι ο δάσκαλος των μοναχών. Γιατί: Διότι εκείνα τα χρόνια περνούσε κανείς την κατάσταση της καθάρσεως, έφθανε στον φωτισμό και είχε μια ισχυρά φύση κλπ. Δηλαδή τον νεοφώτιστο μετά τον ανελάμβανε ο δεσπότης και τον εδίδασκε τελευταίος. Γιατί; Για να τον τελειοποιήσει τον άνθρωπο, να τον κάνει διδάκτορα της θεολογίας. Διδάκτορας της θεολογίας τι σημαίνει; Αέναο του Θεού μνήμη, νοερά προσευχή κλπ., τα οποία είχαν περιορισθεί επί το πλείστον στους κύκλους των μοναχών, οι οποίοι προετοιμάζονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και μετά, από την τάξη των μοναχών εξελέγοντο, όχι πάντοτε, αλλά επί το πλείστον μπορούμε να πούμε, οι Επίσκοποι της Εκκλησίας».

Με την πάροδο του χρόνου χάθηκε αυτή η παράδοση, οπότε και οι μοναχοί δίδασκαν, δηλαδή δεν τελούσαν το Μυστήριο της Εξομολογήσεως, αλλά δίδασκαν-κατηχούσαν, με άλλα λόγια βοηθούσαν τους πιστούς να απαλλάσσονται από τους λογισμούς, να ξεχωρίζεται η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια και να γίνεται η νοερά προσευχή. Έτσι καταλαβαίνουμε τι είναι διδασκαλία, τι είναι μετάνοια και τι σχέση έχουν αυτά με την θεία Κοινωνία.

«Εάν πάρουμε του Συμεών του Νέου Θεολόγου τα συγγράμματα, όταν μιλάει για διδασκαλία, τι εννοεί, ποιος είναι ο δάσκαλος, δηλαδή, κάνει την ανάπτυξη, γιατί δάσκαλοι έγιναν και οι καλόγεροι, ενώ σε αρχαιότερη εποχή δεν επιτρεπόταν στους καλογέρους να είναι δάσκαλοι. Διότι ο καλόγερος είναι μαθητής, λένε οι παλιοί Πατέρες, και δάσκαλος είναι ο Επίσκοπος. Και εξηγεί γιατί έγιναν οι καλόγεροι δάσκαλοι στα χρόνια του και τι είναι η διδασκαλία. Εννοεί εξομολογήσεις και άφεση αμαρτιών.

Όταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος μιλάει για διδασκαλία και γιατί οι καλόγεροι έχουν το καθήκον να διδάσκουν, εννοεί το καθήκον να εξομολογούν. Διότι η εξομολόγηση είναι η διδασκαλία η κατ’ εξοχήν της Εκκλησίας, διότι στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως γινόταν η διδασκαλία για την κάθαρση και να φθάσει κανείς στον φωτισμό.

Ενώ όταν λέμε σήμερα δάσκαλο, είναι τελείως άσχετο με την εξομολόγηση. Ο δάσκαλος σήμερα είναι ένας κατηχητής, ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, ένας δάσκαλος στο γυμνάσιο κλπ. Άλλα όταν διδάσκει, διδάσκει την λογική του ανθρώπου, δεν γυμνάζει τον νουν πλέον, γι’ αυτό και η διδασκαλία δεν έχει σχέση με την πνευματική καθοδήγηση, έχει μόνο μια έμμεση σχέση σήμερα. Γι’ αυτό και ο καλόγερος έγινε δάσκαλος ή Πνευματικός Πατέρας, επειδή οι Επίσκοποι δεν κάνουν τα καθήκοντά τους επάνω σε αυτό το θέμα στην εποχή του Συμεών του Νέου Θεολόγου».

Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε και το κήρυγμα στην θεία Λειτουργία, που αναφέρεται στο πώς θα αποκτήσουμε σχέση με τον Θεό, πώς θα βιώσουμε την θέωση, πώς θα αποκτήσουμε την αγάπη. Το ότι σήμερα τα κηρύγματα στην Εκκλησία δεν αναφέρονται πολύ στο πως, αλλά κάνουν λόγο για το τι, αυτό δείχνει ότι δεν συντονίζονται στην προοπτική της θείας ευχαριστίας, δεν είναι ευχαριστιακά ούτε και εκκλησιαστικά, διότι δεν προϋποθέτουν τον ησυχασμό.

«Εδώ υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Χριστιανισμού σήμερα. Ωραία κηρύγματα ακούμε από τον άμβωνα, όλοι οι παπάδες ιεροκήρυκες μιλάνε για αγάπη, μιλάνε για το ένα και το άλλο.

Εγώ έχω γράψει ολόκληρο βιβλίο που λέγεται «Προπατορικόν αμάρτημα» και, όταν το έγραψα, ιδέα δεν είχα του πώς κανείς φθάνει σε αυτήν την ανιδιοτελή αγάπη. Εκεί είχα την περιγραφή, ας πούμε αναλυτικά, αλλά η μέθοδος για να φθάσουμε ποια είναι δηλαδή. Καθόμαστε μιλάμε για ανιδιοτελή αγάπη. Και ποιος μπορεί να γίνει ανιδιοτελής; Και ποιος έχει φθάσει στην ανιδιοτέλεια; Ποιος έχει φθάσει στην αγάπη; Και όταν καθόμαστε και λέμε ότι έχουμε αγάπη, τι είμαστε; Πραγματικά έχουμε την αγάπη ή0 υποκρινόμαστε ότι έχουμε την αγάπη; Αυτό είναι πρόβλημα.

Και ωραία τα κηρύγματα, τα κηρύγματα γεμίζουν τον άμβωνα, ωραία πράγματα, οι Χριστιανοί κάθονται και ενθουσιάζονται με αυτά τα κηρύγματα, αλλά ακούμε τα κηρύγματα, εγώ τουλάχιστον δεν έχω ακούσει το πώς· το τι, ναι· το πού, ναι· το πώς; Συνήθως το «πώς» είναι μην κάνεις τούτο, μην κάνεις αυτό, μην κάνεις εκείνο, αυτό είναι αμαρτία, εκείνο αμαρτία, να κάνης τούτο, να κάνης καλά έργα. Ναι, όλα αυτά είναι εντάξει, αλλά τα καλά έργα μπορεί κανείς να τα κάνει, και στο τέλος αντί να φθάσει στον Παράδεισο να πάει στην Κόλαση».

Στην αρχαία Εκκλησία, αντί να κάνουν ατομικά κηρύγματα, διάβαζαν πατερικούς λόγους.

«Στους Πατέρες της Εκκλησίας, αρκεί να διαβάσει κανείς τα κηρύγματα του Χρυσοστόμου, θα δει πόσο ανεπτυγμένο ήταν το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στον Χρυσόστομο, ο οποίος είναι από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ο οποίος διαβαζόταν αιώνες από όλους τους Ορθοδόξους.

Παλιά υπήρχε η ωραία συνήθεια, που αντί να ακούμε τον παπά να εξηγεί το ευαγγέλιο κάθε Κυριακή, αυτά τα ευσεβιστικά κηρύγματα, σε κάθε ευαγγέλιο διάβαζαν πατερικά κηρύγματα».

Τελικά, όλη η Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και όλα τα άλλα Μυστήρια και οι τελετές αφορούν τα μέλη της Εκκλησίας και αποβλέπουν στην μέθεξη του Μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, ώστε ο Χριστός να γίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Δεν υπάρχουν άλλοι σκοποί, δεν υπάρχουν Ιδιωτικά Μυστήρια, δεν μπορούν να ξεχωρισθούν όλες οι εκκλησιαστικές τελετές από την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Και όλα αυτά δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητα από το πραγματικό μυστήριο, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Υπάρχει σαφής ενότητα μεταξύ δόγματος, προσευχής, Μυστηρίων, ασκήσεως και θείας ευχαριστίας. Όλοι αυτοί είναι οι άξονες της εκκλησιαστικής ζωής.

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.-TΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Θεομητορικοί ναοί: H Παναγία στη Βασιλεύουσα ένα ευλαβικό οδοιπορικό στις Παναγιές της Πόλης μας…


Η Παναγία η Μουχλιώτισσα, ο μόνος ναός της Πόλης που παραμένει στα χέρια των χριστιανών


φωτο: Χριστός ένθρονος – Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος και ο γιος του Ανδρόνικος Β’ στεφόμενοι από το Χριστό

του Ακύλα Μήλλα, ιστορικού – συγγραφέα
Βαθιά μεσάνυχτα έφταναν τα νέα στο στρατόπεδο του κυρ Μιχαήλ Παλαιολόγου πέρα εκεί στο Μετεώριον. Ο Αλέξιος Κομνηνός ο Στρατηγόπουλος έλεγαν, από παραπυλίδα αφύλαχτη που βρήκαν οι θεληματάριοι στα πέριξ της Θεοτόκου της Πηγής, μπήκε στην Πόλη, κατέλαβε τους Πύργους και έδιωξε τους Φράγκους. Πρώτη έμαθε τα νέα η Ευλογία, η αδελφή του αυτοκράτορα, που έσπευσε στον κοιτώνα του αυτοκράτορα: “Κατέσχες ω! βασιλεύ την Κωνσταντινούπολιν”» του έκραξε. Ανάστηθι! Ο Χριστός σοι εχάρισε την Κωνσταντινούπολιν».

Λίγες μέρες αργότερα ο Μιχαήλ Παλαιολόγος με τους παλατιανούς και την κούρτη όλη εγγύς των Βλαχερνών, στρατοπέδευσε στη μονή Κοσμιδίου και την 15η Αυγούστου του 1261, ανήμερα της Παναγιάς, πραγματοποιήθηκε η όντως «θεοπρεπέστατη» και «βασιλικωτάτη» διά της χρυσής πύλης θριαμβική είσοδος των Βυζαντινών. Προτού ξεκινήσουν, «αφ΄υψηλού των πύργων» ο Γεώργιος Κλειδάς, μητροπολίτης Κυζίκου, εξεφώνησε «γεγωνύια η φωνή» ευχές που επ΄ευκαιρία είχε συνθέσει ο Γεώργιος Ακροπολίτης.
«Κατά την εκφώνησιν δ΄εκάστης, γινομένου διαλείμματος μικρού, ο αυτοκράτωρ αποβάλλων την καλύπτραν αυτού έπιπτε χαμαί γονυκλινής και μετ΄ αυτού όλον το παριστάμενον αναρίθμητον πλήθος. Ότε δε ο διάκονος εσήμαινε την ανέγερσιν, πάντες ανιστάμενοι εβόων εκατοντάκις ‘’ Κύριε ελέησον’’.
.
Της πομπής προπορευόταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας και ακολουθούσε ο βασιλεύς πεζός μετά της Αυγούστης και των μεγιστάνων και μετά αυτούς σύμπας ο συρρεύσας λαός. Βάδισαν έτσι μέχρι της Μονής του Στουδίου, όπου εναπόθεσαν την εικόνα στα χέρια του ηγουμένου και, έφιπποι πλέον, πορεύτηκαν στην Αγιά Σοφιά, όπου τέλεσαν δοξολογία.
Η μεγαλόπρεπη αυτή πομπή αποτυπώθηκε σε αυτοκρατορικό μολυβδόβουλο που εικονίζει τον Μιχαήλ ολόσωμο, με διβητήριο και λώρο, να υψώνει στα χέρια του την εικόνα της Παναγιάς, ενώ τα χρυσά υπέρπυρα που έκοψε λίγο αργότερα, έφερναν εγχάρακτη στη σκυφωτή τους όψη τη δεόμενη Θεοτόκο τη Βλαχερνίτισσα, περιστοιχισμένη από τα τείχη και τους πύργους της Βασιλεύουσας.
Η θαυμαστή εκείνη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας η ιστορημένη διά χειρός του Ευαγγελιστή Λουκά, φυλασσόταν στην ομώνυμη μονή των Οδηγών, που είχε ανεγείρει περίλαμπρη ο Μιχαήλ ο Μέθυσος, στη θέση παλαιότερου ναού στα χρόνια της Πουλχερίας. Τα ερείπια του καθολικού της, κτίσματος εξαγώνου, ήρθαν στο φως το 1923 από Γάλλους αρχαιολόγους και σώζονται πλάι στις στρατιωτικές αποθήκες και πλησίον των Μαγγάνων, μεταξύ της Αγίας Σοφίας και της Προποντίδας όπου και η ομώνυμη θαλάσσια, μοναστηριακή παραπυλίδα της Οδηγήτριας.
Την εικόνα, που μετά την απεγνωσμένη εκείνη λιτανεία που έγινε στα τείχη του Αγίου Ρωμανού είχαν εναποθέσει οι υπερασπιστές της Πόλης στην πλησίον μονή της Χώρας, κατατεμάχισαν οι στρατιές των Γενιτσάρων «χωρίσαντες εις τέσσερα» κατά τον Δούκα, «και γυμνώσαντες του πολλού αυτής κόσμου».
.

.
Εκατόν είκοσι Θεομητορικές εκκλησίες

Μιας άλλης ιστορικής Παναγίας το ερείπιο ορθώνεται λίγο χαμηλότερα και βορειότερα της Αγίας Σοφίας με ενσωματωμένη ως πρόσφατα την αψίδα της κόγχης του σε συνοικιακό κινηματογράφο. Στη παλαιοχριστιανική αυτή βασιλική της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων, που ανέγειρε τον 5ο αιώνα ο Θεοδόσιος ο Μικρός και ανακαίνισε ο Βασίλειος ο Μακεδών, κατερχόταν εκ του οίκου του ο Πατριάρχης και πάσα η Σύγκλητος πεζή, μάγιστροι, πατρίκιοι, ανθύπατοι και οι από σκαραμαγκίου του κουβικουλαρίου άρχοντες, πορευόταν πομπικώς και ο αυτοκράτωρ μέσω του εμβόλου προς τα Χαλκοπράτεια και τελούσαν με λαμπρότητα μεγάλη τη Θεία Λειτουργία κάθε 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, με τον πατριάρχη και τον αυτοκράτορα να προσεύχονται μπροστά στην Αγία Τράπεζα όπου υπήρχε «εν χρυσή σωρώ αποτεθησαυρισμένη» η Τιμία Ζώνη της Θεομήτορος.
Σε ελάχιστη απόσταση από την Παναγία των Χαλκοπρατείων και πλησίον πάντα της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας βρισκόταν το μονύδριο της Παναγίας της Ευουρανιτίσσηςπου στους χρόνους του πατριάρχου Νείλου (1379-1388) γνώρισε κτήτορα και ανακαινιστή τον Γεώργιο Κουνάλη. Εδώ, «όπισθεν του ιερού βήματος του παμμεγίστου και θειοτάτου ναού του Θεού Λόγου Σοφίας» βρισκόταν και η μονή της Αειπαρθένου Μαρίας της Βαραγγιωτίσσης που ανακαίνισε στους χρόνους των Παλαιολόγων ο Γυραιός ο Μυροκέφαλος.
Στην άλλη άκρη τώρα της Πόλης, τα ερείπια μιας ιστορικής εκκλησίας, καθολικού της Ιεράς Μονής των Αβραμιτών όπου φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα της Αχειροποιήτου, εξαφανίστηκαν στα πέριξ εκεί της Χρυσής Πύλης και του Επταπυργίου. Στη μεγάλη θριαμβευτική είσοδο που είχε προγραμματίσει ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς τον Αύγουστο του 963, αποβιβάστηκε εδώ στη αποβάθρα των Πηγών « διερχόμενος έξω του παρατειχίου» και «διά της πλακωτής στραφείς» ήλθε να προσκυνήσει στη Μονή των Αβραμιτών « την λεγόμενην Αχειροποίητον της Θεοτόκου».
.
Άλλα σημαντικά προσκυνήματα και μοναστήρια αφιερωμένα στη λατρεία της πολιούχου της Πόλης Θεοτόκου, υπήρξαν η Παναγία του Φάρου, πλησίον του Βουκολέοντος και του Ιερού Παλατίου, η Παναγία του Φόρου του Κωνσταντίνου, το ευκτήριο της Νικοποιού Θεοτόκουπου αναφέρει ο Νικηφόρος Γρηγοράς, τα προσκυνήματα της Παυσολύπης και τηςΓοργοεπηκόου, της Κυριωτίσσης, της Θεοτόκου της Παυσολυτρίας, της ΘεοσκεπάστουΘεοτόκου και της Παναχράντου. Ακόμα ονομαστά υπήρξαν τα ευκτήρια της ΘεοτόκουΔιακονίσσης, της Παναγίας Ευεργέτιδος, της Κεχαριτωμένης, η Μονή της Θεοτόκου Ψυχοσώστριας, της οποίας οι Σταυροφόροι άρπαξαν και μετέφεραν στη Δύση τα ιερά της κειμήλια.
Σε πατριαρχικά έγγραφα μνημονεύεται συχνά η εκκλησία της Καστελιώτισσας Παναγίας, η μονή της Κυρά Μαρίας, της Θεοτόκου της Μανδύλου, της Επουρανιωτίσσης, τηςΠαρακοιμωμένης, της Κυρίτου, της Κελλαραίας… Εκατόν είκοσι περίπου οι Θεομητορικές εκκλησίες που καταγράφονται από ιστορικούς και τοπογράφους της μεσαιωνικής Κωνσταντινουπόλεως και τους συναξαριστές. Από αυτές ελαχιστες επέζησαν μέχρι τα χρόνια της Αλώσεως και έτι λιγότερες θα παρέμεναν στα χέρια των ραγιάδων Γραικών, καθώς έσπευδαν κάθε τόσο οι Οθωμανοί και κατελάμβαναν τη μία μετά την άλλη τις σημαντικότερες εκκλησίας, τις κτισμένες συνήθως στις πλέον δεσπόζουσες και περίοπτες θέσεις της επτάλοφης πολιτείας.
.
Βλαχερνήτισσα, Παμμακάριστος


Η Μονή Παναγίας της Παμμακαρίστου, έδρα του Πατριαρχείου μετά την άλωση και μέχρι το 1591
.
Η Παναγία των Βλαχερνών, ένας από τους πιο επιφανείς θεομητορικούς ναούς της Βασιλεύουσας, που συχνά αναφέρεται από τους συγγραφείς και τους συναξαριστές, καθώς εδώ εκκλησιάζοντο κατά τους τελευταίους κυρίως αιώνες ο βασιλεύς και οι αυλικοί, πυρπολήθηκε κατά μαρτυρία του ιστορικού Φραντζή το 1434 « υπό τινών αρχοντοπούλων θεολόγων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών». Την εκκλησία αυτή, που υπεράνω της υψωνόταν τα υπερύψηλα ανάκτορα των Κομνηνών και των Παλαιολόγων είχε ανεγείρει το 435 η Αυγούστα Πουλγερία και σε αυτή φυλασσόταν το πάλαι η Τιμία Εσθής της Θεοτόκου που γνωρίζουμε ότι μετακόμισαν από τη Γαλιλαία οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος.
Ερειπωμένη βρήκαν τη Βλαχερνήτισσα και ουδέποτε την ορέχθησαν σε αντίθεση με τη Μονή της Παναχράντου που μετέβαλε σε τζαμί ο Φεναρή Ιησά στα τέλη του 15ου αιώνα και τη βασιλική Μονή του Μυρελαίου που κατέλαβε εκείνα τα χρόνια ο βεζίρης Μεσίχ Αλή Πασάς. Την μονή της Θεοτόκου του Λιβός, που «το πανταχόθεν της Πόλεως καταφανές» κτίσμα της εξαφάνισε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η μεγάλη φωτιά του Φατίχ, είχε μετατρέψει σε μεστζήτι, αμέσως μετά την Άλωση, ο αρχιερουργός του Μωάμεθ του Πορθητή Αλή Εφέντης. Παρέμεινε όμως στα χρόνια των Γραικών η Παμμακάριστος Παναγία, εκεί στα υψώματα του Διπλοφάναρου και του Ποτηρά, και σε αυτήν μετέφεραν οι ραγιάδες Γραικοί το πατριαρχείο μετά την άλωση «εκβάλλοντας εδώ ενδιαιτωμένας ολιγίστας μοναχάς εις την πλησίον εκκλησίαν του Ιωάννη Βαπτιστού του εν τωΤρούλω».
Η Παμμακάριστος θα παρέμενε στα χέρια των χριστιανών χρόνους 138. Επ΄ ευκαιρία του χιλιοστού έτους της Αιγείρας οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1591 μετατρέποντας το καθολικό της Φετχιέ τζαμί. Οι χριστιανοί μετέφεραν τότε όλα τα φυλασσόμενα λειψανα και την εικόνα της Παμμακαρίστου αλλά και την λάρνακα του κυρ Αλεξίου του Κομνηνού, και τα εναπόθεσαν ύστερα από περιπλανήσεις στο Διπλοφάναρο, εκεί στο κάστρον του Πετρίου, και έγινε προς στιγμή σκέψις και πάρθηκε απόφασις πατριαρχική και συνοδική «το εν τω νέω πατριαρχείω ναόν του Αγίου Γεωργίου εις τιμή της Αειπαρθένου Μαρίας να τιμάται, εις μνήμην δηλαδή του εν τω προτέρω Πατριαρχείω ναού της Παμμακαρίστου…»
.
Χάθηκαν τότε, στους μετά την Άλωσιν αιώνες, και άλλες εκκλησίες που είχαν παραμείνει στα χέρια των Ρωμιών, χάθηκε η παλιά εκείνη Θεοτόκος της Βλάγγας, έσβησε μαζί με την ενορία της η περατική Παναγία η Καστελιώτισσα, αγνοείται ως και η θέση της «μικράς» Παναγίας της Παλαιολογίνας, εκεί στα πέριξ του πατριαρχικού ναού, που τη λειτουργούσαν ακόμα στα 1669 και στην οποία φυλασσόταν η εικόνα της Παναγίας της Μαγκουριωτίσσης «ην επόθει να μετακομίση εις Κωνσταντινουπόλιν Άννα η Ασπιέτισσα», στα τελευταία δύσκολα χρόνια των Παλαιολόγων.
.
.
Εναπομείναντες ναοί

Από όσους θεομητορικούς ναούς και προσκυνήματα παρέμειναν στα χέρια της Ρωμιοσύνης ως σήμερα, δώδεκα σώζονται εντός των ορίων της παλαιάς περιτειχισμένης Πόλης και ασφαλώς έχουν βυζαντινή την καταγωγή. Τα κτίσματά τους, πλην ενός, είναι μεταγενέστερα, αρχιτεκτονήματα, κλασικά των πρόσφατων αιώνων. Αιτία των απωλειών οι σεισμοί και οι συνεχείς καταστροφικές πυρκαγιές που κατέκαιγαν κατά καιρούς από ακρη σ΄άκρη την επτάλοφη πολιτεία. Και «ευμενεία μεν των αρχόντων» δινόταν συνήθως άδεια ανοικοδομήσεως, καθώς όμως υπήρχε όρος ρητός να ολοκληρωθεί το έργο σε μέρες τεσσαράκοντα, «έτι δε τους επιτρόπους και τεχνίτας επι τω πλείστω αφιλοκαλίαν διέκρινεν ανεπίληπτος» ήταν επόμενο να αφανίζεται το παλιό των εκκλησιών κάλλος και «οι άλλοτε τρούλοι και διάκοσμοι μουσειακοί» να παραμένουν μόνο ζωντανοί στη μνήμη των παλιών τους ενοριτών.
Όλοι σχεδόν σήμερα οι ναοί είναι βασιλικές ξυλόστεγες, δείγματα χαρακτηριστικά μιας αρχιτεκτονικής των χρόνων της τουρκοκρατίας, και ασφαλώς νοσταλγική εξαίρεση αποτελεί η Θεοτόκος των Μουγουλίων ή των Μογγολίων, η γνωστή ως Παναγία η Μουχλιώτισσα, που συνεχίζει να ορθώνει πάνω από το Διπλοφάναρο τον βυζαντινό της τρούλο. Ονομαστή ως Παναγιώτισσα από τους χρόνους του Νικηφόρου Φωκά, ανακαινίστηκε και προικίστηκε πλουσιοπάροχα λήγοντος του 13ου αιώνος από τη Μαρία Παλαιολογίνα, νόθο κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Η΄,την οποία αποκαλούσαν οι Γραικορωμαίοι «Δέσποινα των Μογγολίων» από τον άτυχο εκείνο και για πολιτικούς λογούς γάμο της με τον χάνη των Μογγόλων Απαγάν.
.
Λίγο χαμηλότερα, πάνω από το αγιοταφικό μετόχι και εντός της πάλαι ποτέ «κούρτης» των ηγεμόνων της Βλαχίας βρίσκεται το ερείπιο της Θεοτόκου της Παραμυθίας, μιας εκκλησίας ευρύτερα γνωστής ως Βλαχ Σεράγι που κάηκε μόλις το 1972. Μια άλλη θεομητορική εκκλησία κατά μήκος των τειχών του Κεράτιου κόλπου και πλησίον της παλατιανής καστρόπορτας των Κυνήγων, η Παναγία του Μπαλίνου, διασώζει ίσως ακόμη τη μνήμη του άρχοντα μαγίστρου Παυλίνου, ενώ στην άκρα εκεί του Πενταπυργίου και της Ξυλοπόρτης, ψηλότερα από το ιστορικό λούσμα των Βλαχερνών, στον απόμακρο συνοικισμό των Καλλιγαρίων βρίσκεται η Παναγία της Σούδας, κτισμένη πάνω από αγίασμα τιμώμενο επ΄ ονόματι της Τιμίας Ζώνης Θεοτόκου.
Ακόμα ψηλότερα στα πέριξ της πύλης του Εδιρνέκαπου διασώζονται δύο άλλες θεομητορικές εκκλησίες, η Παναγία η Χαντζερλήδισσα και η κυρά των Ουρανών, που πιθανόν κατέχει τη θέση ή διαφυλάσσει τη μνήμη της Θεοτόκου του Καιουμά. Μια τρίτη, εξαφανισμένη σήμερα, η Θεοτόκος της Κελλαρίας ή Σακελλαρίας, στην περιοχή της Πέτρας, ταυτίζεται με το αναστηλωμένο πρόσφατα Odalar camii, στα ερείπια του οποίου και σε υπόγειο εκεί αγίασμα προσέτρεχαν οι χριστιανοί μέχρι και τις αρχές του αιώνα. Μια επίσης εξαφανισμένη εκκλησία στα πέριξ εδώ, η Παναγία του Αραμπατζή συνέχισε να λειτουργεί και να έχει τη δική της φτωχική ενορία, τουλάχιστον μέχρι το 1764.
.

Η πυρπολημένη κατά τα Σεπτεμβριανά Παναγία η Βελιγραδινή
.
Δυτικότερα και πολύ κοντά της έξω των τειχών θεμελιωμένης από τον Λέοντα τον Θράκα Σταυροπηγιακής Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, της γνωστής ως Παναγίας του Βαλουκλή, εκτεινόταν κατά μήκος του Θεοδοσιανού τείχους η ενορία της άτυχης εκείνης εκκλησίας της Παναγίας της Βελιγραδινής, που είχε παραχωρηθεί μετά την άλωση στους Σέρβους σουργούνηδες τους οποίους είχε μετοικήσει στην άκρα εδώ της Επτάλοφης ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Γειτόνευε με την ενορία μιας ακόμα πυρπολημένης κατά τα Σεπτεμβρινά εκκλησίας, της Παναγίας της Γοργοεπηκόου των Έξι Μαρμάρων που ταυτίζεται ως προς την θέση με τον αρχαίο εν Εξικιονίω ναό της Θεοτόκου του Κύρου. Μια άλλη εκκλησία στον έβδομο εδώ λόφο της Βασιλεύουσας, η Παναγία η Χρυσαληθινή, μετά τη θεομηνία εκείνη του 1782, όταν «εκ της Πόλεως τα τέσσερα τα μερτικά, τα τρία εκαήκαν» επανακτίζεται και παραμένει έκτοτε γνωστή ως Αγία Ανάληψις.
Πορευόμενοι τώρα κατά μήκος των παραλίων τειχών της Προποντίδας θα συναντήσουμε στο Κοντοσκάλι τον περίκομψο ναό της Παναγίας Ελπίδας, που διασώζει τη μνήμη της ιστορικής εκείνης μονής της Βεβαίας Ελπίδος, κατά το Επτάσκαλον, την οποίαν ανέγειρε η κόρη Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου Θεοδώρα, που μόνασε και ετάφη σε αυτήν ως μοναχή Θεοδούλη. Συνόρευε η ενορία Κοντοσκαλίου με τα Πεκιάρικα της πρώτης τη τάξει ενορίας της Αγιάς, στην επικράτεια της οποίας και στα πάλαι ποτε Σφωρακίου, βρίσκεται το Ιερό εν Βέφα αγίασμα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσκήνυμα πλουτοφόρο και ιστορικό που, όπως πιστεύεται προσδιορίζει τη θέση ευκτηρίου Οίκου της Θεοτόκου που ανήγειρε ο πολύς Σφωράκιος, ο οποίος άκμασε κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου του Β΄ και Μαρκιανού.
.
Απέναντι τώρα στην Περατία του Γαλάτου, εννέα υπήρξαν οι «Περατικές» εκκλησίες που παρέμειναν μετά την άλωση στα χέρια των Γραικών, ανάμεσα τους η Παναγία η Καστελιώτισσα, η Παναγία η Χρυσοπηγή και η Παναγία η Ελεούσα, εκκλησίες που αφάνισαν οι φοβεροί εκείνοι «εμπειρισμοί» που κατέκαψαν τις ενορίες των Γαλατιανών. Μια τέταρτη εδώ θεομητορική εκκλησία η Παναγία η Καφατιανή κτίστηκε αμέσως μετά την άλωση με διαταγή του Μωάμεθ του Πορθητή, όταν το 1462 μετοίκησε κατοίκους του Καφφά για να επανδρώσει του έρημους συνοικισμούς της περιοχής. Όριζε η Παναγία η Καφατιανή και όλα τα υψώματα της Περαίας, μέχρι το 1908, οπότε ανεγείρεται κατά το σταυροδρόμι η Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου.
.
πηγή: Βυζαντινών Ιστορικά                                                                                                                      https://antexoume.wordpress.com