Θεομητορικοί ναοί: H Παναγία στη Βασιλεύουσα ένα ευλαβικό οδοιπορικό στις Παναγιές της Πόλης μας…


Η Παναγία η Μουχλιώτισσα, ο μόνος ναός της Πόλης που παραμένει στα χέρια των χριστιανών


φωτο: Χριστός ένθρονος – Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος και ο γιος του Ανδρόνικος Β’ στεφόμενοι από το Χριστό

του Ακύλα Μήλλα, ιστορικού – συγγραφέα
Βαθιά μεσάνυχτα έφταναν τα νέα στο στρατόπεδο του κυρ Μιχαήλ Παλαιολόγου πέρα εκεί στο Μετεώριον. Ο Αλέξιος Κομνηνός ο Στρατηγόπουλος έλεγαν, από παραπυλίδα αφύλαχτη που βρήκαν οι θεληματάριοι στα πέριξ της Θεοτόκου της Πηγής, μπήκε στην Πόλη, κατέλαβε τους Πύργους και έδιωξε τους Φράγκους. Πρώτη έμαθε τα νέα η Ευλογία, η αδελφή του αυτοκράτορα, που έσπευσε στον κοιτώνα του αυτοκράτορα: “Κατέσχες ω! βασιλεύ την Κωνσταντινούπολιν”» του έκραξε. Ανάστηθι! Ο Χριστός σοι εχάρισε την Κωνσταντινούπολιν».

Λίγες μέρες αργότερα ο Μιχαήλ Παλαιολόγος με τους παλατιανούς και την κούρτη όλη εγγύς των Βλαχερνών, στρατοπέδευσε στη μονή Κοσμιδίου και την 15η Αυγούστου του 1261, ανήμερα της Παναγιάς, πραγματοποιήθηκε η όντως «θεοπρεπέστατη» και «βασιλικωτάτη» διά της χρυσής πύλης θριαμβική είσοδος των Βυζαντινών. Προτού ξεκινήσουν, «αφ΄υψηλού των πύργων» ο Γεώργιος Κλειδάς, μητροπολίτης Κυζίκου, εξεφώνησε «γεγωνύια η φωνή» ευχές που επ΄ευκαιρία είχε συνθέσει ο Γεώργιος Ακροπολίτης.
«Κατά την εκφώνησιν δ΄εκάστης, γινομένου διαλείμματος μικρού, ο αυτοκράτωρ αποβάλλων την καλύπτραν αυτού έπιπτε χαμαί γονυκλινής και μετ΄ αυτού όλον το παριστάμενον αναρίθμητον πλήθος. Ότε δε ο διάκονος εσήμαινε την ανέγερσιν, πάντες ανιστάμενοι εβόων εκατοντάκις ‘’ Κύριε ελέησον’’.
.
Της πομπής προπορευόταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας και ακολουθούσε ο βασιλεύς πεζός μετά της Αυγούστης και των μεγιστάνων και μετά αυτούς σύμπας ο συρρεύσας λαός. Βάδισαν έτσι μέχρι της Μονής του Στουδίου, όπου εναπόθεσαν την εικόνα στα χέρια του ηγουμένου και, έφιπποι πλέον, πορεύτηκαν στην Αγιά Σοφιά, όπου τέλεσαν δοξολογία.
Η μεγαλόπρεπη αυτή πομπή αποτυπώθηκε σε αυτοκρατορικό μολυβδόβουλο που εικονίζει τον Μιχαήλ ολόσωμο, με διβητήριο και λώρο, να υψώνει στα χέρια του την εικόνα της Παναγιάς, ενώ τα χρυσά υπέρπυρα που έκοψε λίγο αργότερα, έφερναν εγχάρακτη στη σκυφωτή τους όψη τη δεόμενη Θεοτόκο τη Βλαχερνίτισσα, περιστοιχισμένη από τα τείχη και τους πύργους της Βασιλεύουσας.
Η θαυμαστή εκείνη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας η ιστορημένη διά χειρός του Ευαγγελιστή Λουκά, φυλασσόταν στην ομώνυμη μονή των Οδηγών, που είχε ανεγείρει περίλαμπρη ο Μιχαήλ ο Μέθυσος, στη θέση παλαιότερου ναού στα χρόνια της Πουλχερίας. Τα ερείπια του καθολικού της, κτίσματος εξαγώνου, ήρθαν στο φως το 1923 από Γάλλους αρχαιολόγους και σώζονται πλάι στις στρατιωτικές αποθήκες και πλησίον των Μαγγάνων, μεταξύ της Αγίας Σοφίας και της Προποντίδας όπου και η ομώνυμη θαλάσσια, μοναστηριακή παραπυλίδα της Οδηγήτριας.
Την εικόνα, που μετά την απεγνωσμένη εκείνη λιτανεία που έγινε στα τείχη του Αγίου Ρωμανού είχαν εναποθέσει οι υπερασπιστές της Πόλης στην πλησίον μονή της Χώρας, κατατεμάχισαν οι στρατιές των Γενιτσάρων «χωρίσαντες εις τέσσερα» κατά τον Δούκα, «και γυμνώσαντες του πολλού αυτής κόσμου».
.

.
Εκατόν είκοσι Θεομητορικές εκκλησίες

Μιας άλλης ιστορικής Παναγίας το ερείπιο ορθώνεται λίγο χαμηλότερα και βορειότερα της Αγίας Σοφίας με ενσωματωμένη ως πρόσφατα την αψίδα της κόγχης του σε συνοικιακό κινηματογράφο. Στη παλαιοχριστιανική αυτή βασιλική της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων, που ανέγειρε τον 5ο αιώνα ο Θεοδόσιος ο Μικρός και ανακαίνισε ο Βασίλειος ο Μακεδών, κατερχόταν εκ του οίκου του ο Πατριάρχης και πάσα η Σύγκλητος πεζή, μάγιστροι, πατρίκιοι, ανθύπατοι και οι από σκαραμαγκίου του κουβικουλαρίου άρχοντες, πορευόταν πομπικώς και ο αυτοκράτωρ μέσω του εμβόλου προς τα Χαλκοπράτεια και τελούσαν με λαμπρότητα μεγάλη τη Θεία Λειτουργία κάθε 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, με τον πατριάρχη και τον αυτοκράτορα να προσεύχονται μπροστά στην Αγία Τράπεζα όπου υπήρχε «εν χρυσή σωρώ αποτεθησαυρισμένη» η Τιμία Ζώνη της Θεομήτορος.
Σε ελάχιστη απόσταση από την Παναγία των Χαλκοπρατείων και πλησίον πάντα της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας βρισκόταν το μονύδριο της Παναγίας της Ευουρανιτίσσηςπου στους χρόνους του πατριάρχου Νείλου (1379-1388) γνώρισε κτήτορα και ανακαινιστή τον Γεώργιο Κουνάλη. Εδώ, «όπισθεν του ιερού βήματος του παμμεγίστου και θειοτάτου ναού του Θεού Λόγου Σοφίας» βρισκόταν και η μονή της Αειπαρθένου Μαρίας της Βαραγγιωτίσσης που ανακαίνισε στους χρόνους των Παλαιολόγων ο Γυραιός ο Μυροκέφαλος.
Στην άλλη άκρη τώρα της Πόλης, τα ερείπια μιας ιστορικής εκκλησίας, καθολικού της Ιεράς Μονής των Αβραμιτών όπου φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα της Αχειροποιήτου, εξαφανίστηκαν στα πέριξ εκεί της Χρυσής Πύλης και του Επταπυργίου. Στη μεγάλη θριαμβευτική είσοδο που είχε προγραμματίσει ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς τον Αύγουστο του 963, αποβιβάστηκε εδώ στη αποβάθρα των Πηγών « διερχόμενος έξω του παρατειχίου» και «διά της πλακωτής στραφείς» ήλθε να προσκυνήσει στη Μονή των Αβραμιτών « την λεγόμενην Αχειροποίητον της Θεοτόκου».
.
Άλλα σημαντικά προσκυνήματα και μοναστήρια αφιερωμένα στη λατρεία της πολιούχου της Πόλης Θεοτόκου, υπήρξαν η Παναγία του Φάρου, πλησίον του Βουκολέοντος και του Ιερού Παλατίου, η Παναγία του Φόρου του Κωνσταντίνου, το ευκτήριο της Νικοποιού Θεοτόκουπου αναφέρει ο Νικηφόρος Γρηγοράς, τα προσκυνήματα της Παυσολύπης και τηςΓοργοεπηκόου, της Κυριωτίσσης, της Θεοτόκου της Παυσολυτρίας, της ΘεοσκεπάστουΘεοτόκου και της Παναχράντου. Ακόμα ονομαστά υπήρξαν τα ευκτήρια της ΘεοτόκουΔιακονίσσης, της Παναγίας Ευεργέτιδος, της Κεχαριτωμένης, η Μονή της Θεοτόκου Ψυχοσώστριας, της οποίας οι Σταυροφόροι άρπαξαν και μετέφεραν στη Δύση τα ιερά της κειμήλια.
Σε πατριαρχικά έγγραφα μνημονεύεται συχνά η εκκλησία της Καστελιώτισσας Παναγίας, η μονή της Κυρά Μαρίας, της Θεοτόκου της Μανδύλου, της Επουρανιωτίσσης, τηςΠαρακοιμωμένης, της Κυρίτου, της Κελλαραίας… Εκατόν είκοσι περίπου οι Θεομητορικές εκκλησίες που καταγράφονται από ιστορικούς και τοπογράφους της μεσαιωνικής Κωνσταντινουπόλεως και τους συναξαριστές. Από αυτές ελαχιστες επέζησαν μέχρι τα χρόνια της Αλώσεως και έτι λιγότερες θα παρέμεναν στα χέρια των ραγιάδων Γραικών, καθώς έσπευδαν κάθε τόσο οι Οθωμανοί και κατελάμβαναν τη μία μετά την άλλη τις σημαντικότερες εκκλησίας, τις κτισμένες συνήθως στις πλέον δεσπόζουσες και περίοπτες θέσεις της επτάλοφης πολιτείας.
.
Βλαχερνήτισσα, Παμμακάριστος


Η Μονή Παναγίας της Παμμακαρίστου, έδρα του Πατριαρχείου μετά την άλωση και μέχρι το 1591
.
Η Παναγία των Βλαχερνών, ένας από τους πιο επιφανείς θεομητορικούς ναούς της Βασιλεύουσας, που συχνά αναφέρεται από τους συγγραφείς και τους συναξαριστές, καθώς εδώ εκκλησιάζοντο κατά τους τελευταίους κυρίως αιώνες ο βασιλεύς και οι αυλικοί, πυρπολήθηκε κατά μαρτυρία του ιστορικού Φραντζή το 1434 « υπό τινών αρχοντοπούλων θεολόγων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών». Την εκκλησία αυτή, που υπεράνω της υψωνόταν τα υπερύψηλα ανάκτορα των Κομνηνών και των Παλαιολόγων είχε ανεγείρει το 435 η Αυγούστα Πουλγερία και σε αυτή φυλασσόταν το πάλαι η Τιμία Εσθής της Θεοτόκου που γνωρίζουμε ότι μετακόμισαν από τη Γαλιλαία οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος.
Ερειπωμένη βρήκαν τη Βλαχερνήτισσα και ουδέποτε την ορέχθησαν σε αντίθεση με τη Μονή της Παναχράντου που μετέβαλε σε τζαμί ο Φεναρή Ιησά στα τέλη του 15ου αιώνα και τη βασιλική Μονή του Μυρελαίου που κατέλαβε εκείνα τα χρόνια ο βεζίρης Μεσίχ Αλή Πασάς. Την μονή της Θεοτόκου του Λιβός, που «το πανταχόθεν της Πόλεως καταφανές» κτίσμα της εξαφάνισε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η μεγάλη φωτιά του Φατίχ, είχε μετατρέψει σε μεστζήτι, αμέσως μετά την Άλωση, ο αρχιερουργός του Μωάμεθ του Πορθητή Αλή Εφέντης. Παρέμεινε όμως στα χρόνια των Γραικών η Παμμακάριστος Παναγία, εκεί στα υψώματα του Διπλοφάναρου και του Ποτηρά, και σε αυτήν μετέφεραν οι ραγιάδες Γραικοί το πατριαρχείο μετά την άλωση «εκβάλλοντας εδώ ενδιαιτωμένας ολιγίστας μοναχάς εις την πλησίον εκκλησίαν του Ιωάννη Βαπτιστού του εν τωΤρούλω».
Η Παμμακάριστος θα παρέμενε στα χέρια των χριστιανών χρόνους 138. Επ΄ ευκαιρία του χιλιοστού έτους της Αιγείρας οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1591 μετατρέποντας το καθολικό της Φετχιέ τζαμί. Οι χριστιανοί μετέφεραν τότε όλα τα φυλασσόμενα λειψανα και την εικόνα της Παμμακαρίστου αλλά και την λάρνακα του κυρ Αλεξίου του Κομνηνού, και τα εναπόθεσαν ύστερα από περιπλανήσεις στο Διπλοφάναρο, εκεί στο κάστρον του Πετρίου, και έγινε προς στιγμή σκέψις και πάρθηκε απόφασις πατριαρχική και συνοδική «το εν τω νέω πατριαρχείω ναόν του Αγίου Γεωργίου εις τιμή της Αειπαρθένου Μαρίας να τιμάται, εις μνήμην δηλαδή του εν τω προτέρω Πατριαρχείω ναού της Παμμακαρίστου…»
.
Χάθηκαν τότε, στους μετά την Άλωσιν αιώνες, και άλλες εκκλησίες που είχαν παραμείνει στα χέρια των Ρωμιών, χάθηκε η παλιά εκείνη Θεοτόκος της Βλάγγας, έσβησε μαζί με την ενορία της η περατική Παναγία η Καστελιώτισσα, αγνοείται ως και η θέση της «μικράς» Παναγίας της Παλαιολογίνας, εκεί στα πέριξ του πατριαρχικού ναού, που τη λειτουργούσαν ακόμα στα 1669 και στην οποία φυλασσόταν η εικόνα της Παναγίας της Μαγκουριωτίσσης «ην επόθει να μετακομίση εις Κωνσταντινουπόλιν Άννα η Ασπιέτισσα», στα τελευταία δύσκολα χρόνια των Παλαιολόγων.
.
.
Εναπομείναντες ναοί

Από όσους θεομητορικούς ναούς και προσκυνήματα παρέμειναν στα χέρια της Ρωμιοσύνης ως σήμερα, δώδεκα σώζονται εντός των ορίων της παλαιάς περιτειχισμένης Πόλης και ασφαλώς έχουν βυζαντινή την καταγωγή. Τα κτίσματά τους, πλην ενός, είναι μεταγενέστερα, αρχιτεκτονήματα, κλασικά των πρόσφατων αιώνων. Αιτία των απωλειών οι σεισμοί και οι συνεχείς καταστροφικές πυρκαγιές που κατέκαιγαν κατά καιρούς από ακρη σ΄άκρη την επτάλοφη πολιτεία. Και «ευμενεία μεν των αρχόντων» δινόταν συνήθως άδεια ανοικοδομήσεως, καθώς όμως υπήρχε όρος ρητός να ολοκληρωθεί το έργο σε μέρες τεσσαράκοντα, «έτι δε τους επιτρόπους και τεχνίτας επι τω πλείστω αφιλοκαλίαν διέκρινεν ανεπίληπτος» ήταν επόμενο να αφανίζεται το παλιό των εκκλησιών κάλλος και «οι άλλοτε τρούλοι και διάκοσμοι μουσειακοί» να παραμένουν μόνο ζωντανοί στη μνήμη των παλιών τους ενοριτών.
Όλοι σχεδόν σήμερα οι ναοί είναι βασιλικές ξυλόστεγες, δείγματα χαρακτηριστικά μιας αρχιτεκτονικής των χρόνων της τουρκοκρατίας, και ασφαλώς νοσταλγική εξαίρεση αποτελεί η Θεοτόκος των Μουγουλίων ή των Μογγολίων, η γνωστή ως Παναγία η Μουχλιώτισσα, που συνεχίζει να ορθώνει πάνω από το Διπλοφάναρο τον βυζαντινό της τρούλο. Ονομαστή ως Παναγιώτισσα από τους χρόνους του Νικηφόρου Φωκά, ανακαινίστηκε και προικίστηκε πλουσιοπάροχα λήγοντος του 13ου αιώνος από τη Μαρία Παλαιολογίνα, νόθο κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Η΄,την οποία αποκαλούσαν οι Γραικορωμαίοι «Δέσποινα των Μογγολίων» από τον άτυχο εκείνο και για πολιτικούς λογούς γάμο της με τον χάνη των Μογγόλων Απαγάν.
.
Λίγο χαμηλότερα, πάνω από το αγιοταφικό μετόχι και εντός της πάλαι ποτέ «κούρτης» των ηγεμόνων της Βλαχίας βρίσκεται το ερείπιο της Θεοτόκου της Παραμυθίας, μιας εκκλησίας ευρύτερα γνωστής ως Βλαχ Σεράγι που κάηκε μόλις το 1972. Μια άλλη θεομητορική εκκλησία κατά μήκος των τειχών του Κεράτιου κόλπου και πλησίον της παλατιανής καστρόπορτας των Κυνήγων, η Παναγία του Μπαλίνου, διασώζει ίσως ακόμη τη μνήμη του άρχοντα μαγίστρου Παυλίνου, ενώ στην άκρα εκεί του Πενταπυργίου και της Ξυλοπόρτης, ψηλότερα από το ιστορικό λούσμα των Βλαχερνών, στον απόμακρο συνοικισμό των Καλλιγαρίων βρίσκεται η Παναγία της Σούδας, κτισμένη πάνω από αγίασμα τιμώμενο επ΄ ονόματι της Τιμίας Ζώνης Θεοτόκου.
Ακόμα ψηλότερα στα πέριξ της πύλης του Εδιρνέκαπου διασώζονται δύο άλλες θεομητορικές εκκλησίες, η Παναγία η Χαντζερλήδισσα και η κυρά των Ουρανών, που πιθανόν κατέχει τη θέση ή διαφυλάσσει τη μνήμη της Θεοτόκου του Καιουμά. Μια τρίτη, εξαφανισμένη σήμερα, η Θεοτόκος της Κελλαρίας ή Σακελλαρίας, στην περιοχή της Πέτρας, ταυτίζεται με το αναστηλωμένο πρόσφατα Odalar camii, στα ερείπια του οποίου και σε υπόγειο εκεί αγίασμα προσέτρεχαν οι χριστιανοί μέχρι και τις αρχές του αιώνα. Μια επίσης εξαφανισμένη εκκλησία στα πέριξ εδώ, η Παναγία του Αραμπατζή συνέχισε να λειτουργεί και να έχει τη δική της φτωχική ενορία, τουλάχιστον μέχρι το 1764.
.

Η πυρπολημένη κατά τα Σεπτεμβριανά Παναγία η Βελιγραδινή
.
Δυτικότερα και πολύ κοντά της έξω των τειχών θεμελιωμένης από τον Λέοντα τον Θράκα Σταυροπηγιακής Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, της γνωστής ως Παναγίας του Βαλουκλή, εκτεινόταν κατά μήκος του Θεοδοσιανού τείχους η ενορία της άτυχης εκείνης εκκλησίας της Παναγίας της Βελιγραδινής, που είχε παραχωρηθεί μετά την άλωση στους Σέρβους σουργούνηδες τους οποίους είχε μετοικήσει στην άκρα εδώ της Επτάλοφης ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Γειτόνευε με την ενορία μιας ακόμα πυρπολημένης κατά τα Σεπτεμβρινά εκκλησίας, της Παναγίας της Γοργοεπηκόου των Έξι Μαρμάρων που ταυτίζεται ως προς την θέση με τον αρχαίο εν Εξικιονίω ναό της Θεοτόκου του Κύρου. Μια άλλη εκκλησία στον έβδομο εδώ λόφο της Βασιλεύουσας, η Παναγία η Χρυσαληθινή, μετά τη θεομηνία εκείνη του 1782, όταν «εκ της Πόλεως τα τέσσερα τα μερτικά, τα τρία εκαήκαν» επανακτίζεται και παραμένει έκτοτε γνωστή ως Αγία Ανάληψις.
Πορευόμενοι τώρα κατά μήκος των παραλίων τειχών της Προποντίδας θα συναντήσουμε στο Κοντοσκάλι τον περίκομψο ναό της Παναγίας Ελπίδας, που διασώζει τη μνήμη της ιστορικής εκείνης μονής της Βεβαίας Ελπίδος, κατά το Επτάσκαλον, την οποίαν ανέγειρε η κόρη Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου Θεοδώρα, που μόνασε και ετάφη σε αυτήν ως μοναχή Θεοδούλη. Συνόρευε η ενορία Κοντοσκαλίου με τα Πεκιάρικα της πρώτης τη τάξει ενορίας της Αγιάς, στην επικράτεια της οποίας και στα πάλαι ποτε Σφωρακίου, βρίσκεται το Ιερό εν Βέφα αγίασμα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσκήνυμα πλουτοφόρο και ιστορικό που, όπως πιστεύεται προσδιορίζει τη θέση ευκτηρίου Οίκου της Θεοτόκου που ανήγειρε ο πολύς Σφωράκιος, ο οποίος άκμασε κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου του Β΄ και Μαρκιανού.
.
Απέναντι τώρα στην Περατία του Γαλάτου, εννέα υπήρξαν οι «Περατικές» εκκλησίες που παρέμειναν μετά την άλωση στα χέρια των Γραικών, ανάμεσα τους η Παναγία η Καστελιώτισσα, η Παναγία η Χρυσοπηγή και η Παναγία η Ελεούσα, εκκλησίες που αφάνισαν οι φοβεροί εκείνοι «εμπειρισμοί» που κατέκαψαν τις ενορίες των Γαλατιανών. Μια τέταρτη εδώ θεομητορική εκκλησία η Παναγία η Καφατιανή κτίστηκε αμέσως μετά την άλωση με διαταγή του Μωάμεθ του Πορθητή, όταν το 1462 μετοίκησε κατοίκους του Καφφά για να επανδρώσει του έρημους συνοικισμούς της περιοχής. Όριζε η Παναγία η Καφατιανή και όλα τα υψώματα της Περαίας, μέχρι το 1908, οπότε ανεγείρεται κατά το σταυροδρόμι η Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου.
.
πηγή: Βυζαντινών Ιστορικά                                                                                                                      https://antexoume.wordpress.com

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Ανάλυση στα Θεία Νοήματα των Ύμνων της Εορτής  

Θεομητορικό

17498823_1011107252323643_1963807642779394809_n

1) Απολυτίκιο

            «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ»
«Σήμερον της σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον», ψάλλει ο υμνωδός. Σήμερα, ανοίγει το πλέον μνημειώδες, κοσμοσωτήριο και κοσμοϊστορικό Κεφάλαιο στην ιστορία της ανθρωπότητας: Το Κεφάλαιο της Σωτηρίας του κόσμου! Και το «σήμερον» αυτό που προπορεύεται «της σωτηρίας», υποδηλώνει μεν την αφετηρία της, αντανακλά όμως δε και το αιώνιο προσκλητήριο για την Βασιλεία του Θεού στον καθένα από εμάς, το οποίο εκδίδεται στο καθημερινό μας «σήμερα»!
 Με άλλα λόγια, η σωτηρία της ψυχής μας δεν είναι κάτι που αφορά το αύριο, ή που έχει να κάνει πάντα με όσα πράξαμε στο χθες. Το σήμερα είναι αυτό που μας καθορίζει και που μας ανυψώνει ή μας καταβαραθρώνει στα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.813 επιπλέον λέξεις

  TO «ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΙΟΥΔΑ(Iω.Καρδάση)

 

 euaggelio-iouda

Το ευαγγέλιο του Ιούδα είναι ένα από τα λεγόμενα «απόκρυφα χριστιανικά κείμενα». Έτσι ονομάζονται διάφορα ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα χριστιανικά κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αιώνα και εξής, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον «Κανόνα» της Κ. Διαθήκης αλλά αναγινώσκονται απλώς ή απορρίπτονται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων. Σχετίζονται όμως με την Κ.Δ. τόσο από πλευράς φιλολογικού είδους, όσο και από πλευράς περιεχομένου, διότι τα κείμενα αυτά αναφέρονται σε γεγονότα ή πρόσωπα που περιέχονται στην Κ.Δ. συνήθως τροποποιώντας τα ή βρίσκονται στην προέκταση αυτών. Με τον όρο «Απόκρυφα» δηλώνονται βιβλία αμφίβολης αξίας και προέλευσης και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αιρετικά, πλην όμως δεν θεωρούνται όλα τα διασωθέντα απόκρυφα ως αιρετικά.

 

Ένα από τα απόκρυφα αυτά ευαγγέλια είναι και «Το Ευαγγέλιο του Ιούδα του Ισκαριώτη», για το οποίον αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας Λουγδούνου Ειρηναίος, Κύπρου Επιφάνιος και Κύρου Θεοδώρητος, καθώς και ο σύγχρονος του Επιφάνιου, Πορφύριος, μη χριστιανός, ο βιογράφος του Πλωτίνου και το οποίον ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1970 στο Nag Hammadi της Αιγύπτου στη Κοπτική γλώσσα και μόλις πρόσφατα κατορθώθηκε να αποκρυπτογραφηθεί το περιεχόμενό του.

 

Ο συγγραφέας του κειμένου είναι οπαδός της θεοσοφικής και φιλοσοφικής θρησκευτικής κίνησης του Γνωστικισμού, που απέκτησε ιδιαίτερη σπουδαιότητα στον 2ο μ.Χ. αιώνα και επηρέασε την ανάπτυξη του Χριστιανισμού, υποχρεώνοντας την Εκκλησία να αντιδράσει με την ανάπτυξη του «Κανόνα» της Αγίας Γραφής και της θεολογίας των βαπτιστηρίων συμβόλων και την ενίσχυση του επισκοπικού αξιώματος στις οργανωτικές δομές της τοπικής Εκκλησίας. Η έμφαση που έδινε στη Γνώση (εσωτερική εμπειρία) βρισκόταν σε οξεία αντίθεση προς τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, ο οποίος έδινε έμφαση στην Πίστη. Μπορεί να θεωρηθεί μια συγκρητιστική κίνηση, κάτι σαν την σημερινή «Νέα Εποχή».

 

Ο Γνωστικός, ο οπαδός του Γνωστικισμού, ό,τι γνωρίζει είναι γνώση του εσώτερου χαρακτήρα και συνδέει τη Γνώση με τη Σοφία ή την Επιστήμη. Βασικά οι διάφορες ομάδες των Γνωστικών πίστευαν ότι υπάρχει στον άνθρωπο θείος σπινθήρας, που προέρχεται από τη θεία πραγματικότητα και εξέπεσε στον κόσμο του πεπρωμένου, της γέννησης και του θανάτου. Ο σπινθήρας αυτός μπορεί να αφυπνιστεί από το θείο οργανικό σύνολο, στο οποίον ανήκε πριν από την πτώση, με την ενέργεια μιας θείας αποκαλύψεως και να επανενταχθεί έτσι πάλι στον πνευματικό κόσμο. Αυτή η θέση, που οπωσδήποτε έχει προηγούμενα στην ελληνική φιλοσοφία (Πλάτωνας, το σώμα φυλακή της ψυχής) και στις ιουδαιοχριστιανικές αναζητήσεις, αναδείχθηκε στην πληρότητά της μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Στοιχεία του Γνωστικισμού είναι παρμένα από τον Πλατωνισμό, Ορφισμό, Πυθαγορισμό, Περσικό δυαλισμό, Βουδδισμό κ.ά.

 

Ως πρώτοι Γνωστικοί αναφέρονται ο Σίμων ο Μάγος και ο μαθητής του Μένανδρος τον 1ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα ο Βασιλείδης και ο Ισίδωρος, αρχές του 2ου αιώνα. Η πιο εξέχουσα μορφή όμως υπήρξε ο Ουαλεντίνος, ο οποίος υποστήριζε, ότι στην παιδική του ηλικία του αποκαλύφθηκε ο Λόγος. Κατόπιν ο Πτολεμαίος, ο Μάρκος, ο Θεόδοτος, ο Ηρακλέων κ.ά. Μέσα στον 2ο αιώνα άνθησε η ανώνυμη ή και ψευδώνυμη γνωστική γραμματεία των Ευαγγελίων, Πράξεων, Επιστολών και Αποκαλύψεων. Η παρακμή των γνωστικών συστημάτων πραγματοποιήθηκε τον 3ο αιώνα και παρέμειναν κατάλοιπα ως γνώση πλέον και όχι ως γνωστικά συστήματα.

 

Οι Γνωστικοί πίστευαν, ότι το σύμπαν κατανοούνταν σχηματικά ως ομόκεντρες σφαίρες με κέντρο τη Γη. Ο Γνωστικός αποτελούσε μέρος της Υπέρτατης Δύναμης και μετά το θάνατό του επανερχόταν στη Δύναμη αυτή. Ο Θεός της Π. Διαθήκης θεωρούνταν ως ατελής και κατώτερος Δημιουργός του Υλικού κόσμου, ενώ ο Θεός της Κ. Διαθήκης ως ανώτερος και τέλειος Δημιουργός του Πνευματικού κόσμου. Ο Θεός της Π.Δ. φθονούσε το Θεό της Κ.Δ!! Ο άνθρωπος ήταν ουσιαστικά ένα πνεύμα που κατοικούσε σε ένα σώμα και έτσι το πνεύμα ήταν δέσμιο του σώματος. Η σωτηρία αφορούσε αποκλειστικά στο πνεύμα, η δε πτώση του Αδάμ δεν αφορά αυτόν, αλλά τον πρόγονό του που είναι η Σοφία. Υπήρχαν τρεις κατηγορίες ανθρώπων, οι πνευματικοί (Γνωστικοί), οι ψυχικοί (Χριστιανοί) και οι σαρκικοί (όλοι οι υπόλοιποι). Οι πνευματικοί είναι οι τέλειοι και μόνον αυτοί εκ φύσεως σώζονται, οι ψυχικοί είχαν ελεύθερη βούληση και μπορούσαν να σωθούν ή να απωλεσθούν και οι σαρκικοί δεν μπορούσαν να σωθούν γιατί ήταν τέκνα του Διαβόλου.

 

Έτσι στον Γνωστικισμό πιστεύεται, ότι το πνεύμα του ανθρώπου (ο θείος σπινθήρας) κατοικεί σ’ ένα ξένο σώμα, σ’ ένα ξένο κόσμο. Πως λοιπόν θα μπορούσε αυτός ο θείος σπινθήρας να επιστρέψει στον Αληθινό Θεό; Η σωτηρία διενεργείται δια μέσου της Γνώσης. Οι Γνωστικοί πίστευαν, ότι ο Ιησούς ήταν ένας άνθρωπος, στον οποίο κατήλθε ο πνευματικός Χριστός, που προερχόταν από τον πνευματικό κόσμο. Επειδή ο Χριστός κατήλθε εκ των άνω, μπορούσε να αποκαλύψει τα μυστήρια του κόσμου και να κάνει θαύματα. Ο Χριστός αποχωρίστηκε από τον Ιησού κατά τη σταύρωση («και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε. πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» Λουκ. 23. 46).

 

Ο συγγραφέας του «Ευαγγελίου του Ιούδα» ανήκει στους Γνωστικούς και μάλιστα στην ομάδα των Καϊνιτών. Οι Καϊνίτες (οι οπαδοί του δολοφόνου του Άβελ) θεωρούσαν τον Κάϊν ως όργανο της Σοφίας και εχθρό του Δημιουργού, ενώ παράλληλα τιμούσαν και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη ως ευεργέτη του ανθρωπίνου γένους και είχαν στην Αγία Γραφή τους ιδιαίτερο ευαγγέλιο, το κατά Ιούδα.

 

Μέσα στα ανωτέρω πλαίσια, μπορεί κάποιος να κατανοήσει το περιεχόμενο του κειμένου αυτού. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα διάλογο μεταξύ του Ιησού και του Ιούδα, όπου εκεί εμφανίζεται ένας άλλος Χριστός από αυτόν που γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Σ’ αυτά ο Χριστός εμφανίζεται να είναι ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού, ο οποίος ενανθρώπησε για να λυτρώσει την ανθρωπότητα από το κράτος του θανάτου και να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους, εάν βεβαίως το επιθυμούσαν, να σωθούν και έτσι να έχουν γεύση του Παραδείσου και πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών. Στην πορεία του Θεανθρώπου, ο Ιούδας με την προδοσία διευκόλυνε το έργο της θείας Οικονομίας, στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου. Αντίθετα στο κείμενο των Γνωστικών, ο Ιούδας εμφανίζεται να συνεργάζεται με τον Ιησού στην προδοσία, ώστε να μπορέσει ο Ιησούς με το θάνατό του να απαλλάξει το πνεύμα του, που ήταν φυλακισμένο στο σώμα του και έτσι να επιστρέψει ο θείος σπινθήρας (το πνεύμα) στο Απόλυτο Αγαθό. Έτσι εμφανίζεται εδώ ο Ιησούς όχι ως Σωτήρας της ανθρωπότητας, αλλά ως Σωτήρας του εαυτού του και χρησιμοποιεί τον Ιούδα δι’ ίδιον όφελος!!

 

Παρενθετικά αναφέρεται ως προς τον Ιούδα, αυτό που αναφέρει ο Πατέρας της Εκκλησίας, ο Ωριγένης. Αναφέρει λοιπόν, ότι ο Ιούδας γνώριζε το λυτρωτικό έργο του Ιησού και ότι κατά την κάθοδό του στον Άδη θα κήρυττε και σε όποιον μετανοούσε, θα υπήρχε η δυνατότητα της σωτηρίας. Εάν λοιπόν ο Ιούδας εν ζωή μεταμελήθηκε, αλλά δεν μετανόησε, θα είχε όμως τη δυνατότητα της μετανοίας στον Άδη και είναι γνωστό, ότι βρισκόταν εκεί πριν την κάθοδο του Ιησού!!

 

Πρόκειται λοιπόν για μια μεγάλη ανακάλυψη, που όμως αφορά τους ειδικούς, γιατί πλουτίζει τις γνώσεις μας για τους Γνωστικούς. Δεν έχει να κάνει με τα γνήσια Ευαγγέλια, με την Εκκλησία, με τη χριστιανική πίστη. Μιλάει για κάποια πρόσωπα, που τα ονομάζει Χριστό και Ιούδα, που όμως δεν έχουν καμία σχέση με τον Ιησού Χριστό και τον Ιούδα της ιστορίας και του χριστιανισμού. Δεν περιέχει κανένα ίχνος ιστορικότητας. Εντάσσεται στο πλαίσιο της μυθοπλασίας και χρησιμοποιείται πιθανόν από ορισμένους για άλλους σκοπούς, όπως συνέβη με την άλλη απίθανη μυθοπλασία, του «Κώδικα Da Vinci», ή παλαιότερα όταν βρέθηκαν τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, που ήταν όντως η ανακάλυψη του αιώνα, για την οποίαν είχαν πει τότε πολλοί ότι θίγεται ο Χριστιανισμός. Και τα μεν χειρόγραφα τα τοποθέτησε η επιστημονική έρευνα στη σωστή τους βάση, ο δε Χριστιανισμός παρέμεινε ακλόνητος. Με το ίδιο πρίσμα λοιπόν πρέπει να δει κανείς και το «Ευαγγέλιο του Ιούδα».

 

20.3.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ