Παναγία, ἡ μυρωμένη αὐγή (τοῦ Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη)

 

 kikodirectress1

Καί ἐγένετο ἑσπέρα καί ἐγένετο πρωί, ἡμέρα…».

Ἔτσι τελειώνει τό συμπλήρωμα κάθε ἡμέρας τῆς  δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γένεσης. Πρῶτα τό σκο τάδι καί ὕστερα τό φῶς. Πρῶτα ἡ νύχτα καί ὕστερα ἡ αὐγή,τό γλυκοχάραμα τῆς ἡμέρας. Ἡ ζωή ξεπή δησε μέσα ἀπό τό χάος. Τό πηχτό σκοτάδι τῆς  ἀβύσσου. Αὐτόἔγινε στήν ὑλική δημιουργία. Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί στήν πνευματική δημιουργία. Μέσα ἀπό τή βαθιά σκέψη τῆς ἄκτιστης οὐσίας ἀναδύεται ἡ κτιστή σοφία,ἡ προκαθορισμένη ἁρμονία τοῦ τέλους ὅλων τῶν πραγμάτων, πού εἶναι ἡ κοινωνία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὀμορφιά τοῦ κόσμου.

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπωάζει τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί ἀπό τό βαθύ σκοτάδι τῆς ἀβύσσου δημι-ουργεῖται τό πανόραμα τῆς δημιουργίας, ἡ ὀμορφιά τοῦ κτιστοῦ παραδείσου. Τό ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα, μετά τήν πτώση καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά μετέχει στή «θεία φύση» μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

Καί πάλιν τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς πίστεως γιά τόν Χριστόν: «γεννηθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου». Ἡ Παρθένος προβάλλει τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος στόν κό -σμο. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός κυοφορεῖται ἐν σιωπῇ μέσα στή γαστέρα τῆς Θεοτόκου. Καί ὅπως

«ἡ βιβλική διήγηση τῆς δημιουργίας δείχνει ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἤδη ἐπιτελοῦσε τή λειτουργία τῆς ἐπωάσεως τῆς ἀβύσσου, ἀπ’ ὅπου ξεπήδησεν ὁ κόσμος»(Εὐδοκίμοφ), κατά τόν ἴδιο σιωπηλό τρόπο τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται στήν Παρθένον καί συντε-λεῖται  ἡ κυοφορία καί ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ γέννηση τῆς  Ἐκκλησίας.

Σ’ αὐτό τό νέο ξημέρωμα, τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Παναγία ὀνομάζεται, στό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἆσμα Ἀσμά των», ὄρθρος. Καί ὅπως, ὕστερα ἀπό τήν βαθιά νύ -χτα, ἀρχίζει νά γλυκοχαράζει ἡ ροδαυγή καί ἀνα -τέλλει ἀπό τά σκοτεινά σπλάχνα τῆς νύχτας ὁ ὄρ θρος, ἔτσι καί ἀπό τήν ἀσέληνη νύχτα τοῦ κόσμου τῆς πτώσεως ἀρχίζει νά ἀχνοφέγγει ὁ ὄρθρος. Νά ροδίζει ἡ μυρωμένη αὐγή τῶν ἐλπίδων τοῦ νέου κόσμου στό πρόσωπο τῆς ἀειπαρθένου Θεοτόκου.

Εἶναι «ἡ ἐγκύπτουσα ὡσεί ὄρθρος», ὅπως τήν προορᾶται ὁ ἱερός συγγραφέας τοῦ «Ἄσματος».

Πολύ πρίν ἡ Παναγία φανερωθεῖ ὡς ὄρθρος καί ἡμερέψει ἡ  Ἱστορία μέ τό γλυκό της ξημέρωμα, ση μά δεψε τήν προπτωτική κατάσταση τῆς δημιουργίας τό βαρύ πέλμα τῆς Εὔας, μέ τήν εἴσοδο τοῦ ἀνθρω -πίνου γένους στήν ἀσέληνη νύκτα. Ἡ ἐλπίδα τῆς θεώσεως  ἔσβησε στήν ἀπελπισία τοῦ θανάτου. Ὁ ἐφιαλτικός κόσμος τῆς παρανομίας καί τῆς παρακοῆς  ὅδευε  γεμάτος  τρόμο,  ἀδιέξοδα  καί  βαθιά ὀδύνη στό σκοτεινό βασίλειο τοῦ θανάτου. Καί ὁ ἄνθρωπος δίχως φῶς, δίχως ἐλπίδα προχωροῦσε μέσ’ στό σκοτάδι τρικλίζοντας καί στούς δαιδάλους τῆς ἀβεβαιότητος  ἔντρομος,  δειλός  καί  φοβισμένος.

Σ’ αὐτή τή σκοτοδίνη, μέ ραγισμένη τήν ἐλπίδα τῆς ἀναζήτησης τοῦ φωτός  Ἐκείνου, πού θά τόν ὁδηγοῦσε ἄσφαλτα στόν προορισμό γιά τόν ὁποῖο πλάστηκε, σημάδεψαν οἱ Προφητικές φωνές τόν Ὄρθρο τῆς σωτηρίας. Τήν ἔξοδο ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς, ἀπό τόν θάνατο στή ζωή, ἀπό τήν ἀπελπισία στήν ἐλπίδα τῆς ἀνεξάντλητης φωτοχυσίας. Αὐτός ὁ χρυσοπόρφυρος  Ὄρθρος, ἡ σωτήρια Πύλη, ἡ ἀκα-ταίσχυντη  Ἐλπίδα, τό γλυκοχάραμα τῆς νέας Ζωῆς, ἡ  μυρωμένη  Αὐγή,  εἶναι  ἡ  Παναγία.  Ἡ  γλυκιά Παρθένος καί Μητέρα μαζί, ἡ Παναγία μας,  πού στέκεται μέ ἀνοικτή τήν ἀγκαλιά της αὐτές τίς ὄμορ-φες κατανυκτικές ἀκολουθίες τῶν Παρακλήσεων καί μᾶς περιμένει. Περιμένει τόν κάθε ἄνθρωπο, νά σμι-κρυνθεῖ, νά ταπεινωθεῖ, νά γονατίσει, νά γίνει βρέ -φος ἀμόλευτο ἀπό τίς κακίες τοῦ κόσμου, γιά νά μπορέσει νά κρατηθεῖ στήν ἀγκαλιά Της κι  Ἐκείνη, βρεφοτρόφος ὡς εἶναι, θά τόν  γαλακτοτροφήσει μέ τό ἄδολο γάλα τῆς οὐράνιας ἐλπίδος.

Τό στῆθος τῆς Παναγίας μας εἶναι γεμάτο ἐλπίδα.Ἐλπίδα πού θαυματουργεῖ, πού δίνει ζωή, πού φυγα-δεύει τόν θάνατο, πού φέρνει σέ ὅλες τίς πονεμένες καί νυχτωμένες καρδιές τόν ὄρθρο τῆς μυστικῆς πα-ρηγορίας. Οἱ καμπάνες τοῦ Δεκαπενταύγουστου ἄρχισαν τό ἀργυρόηχο κάλεσμά τους. Ἄς τό ἀκού -σουμε. Γιά νά γλυκοχαράξει μέσα μας τό θάμβος τῆς μυρωμένης Αὐγῆς…■

Αμαρτίες στα Κάστρα και στον Πύργο.

 

Untitled

 

Αμαρτίες στα Κάστρα και στον Πύργο

Του Χαράλαμπου Χαραλάμπους

(χαγπχ)

Πήγα σ’ ένα μοναστήρι στο άγιο όρος.

Το πρώτο πράγμα που με ρώτησε ένας μοναχός

αντί για το πατροπαράδοτο καλωσόρισμα

με λουκούμι και τσίπουροα

ήταν αν ήθελα να εξομολογηθώ.

Του είπα όχι, γιατί είχα τον πνευματικό μου στην Κύπρο.

Ήρθα, του απάντησα, να βγάλω φωτογραφίες τους αγίους

που είναι εξαϋλωμένοι πάνω στους τοίχους

για να τους δείχνω στους μαθητές μου

για να ξέρουν πως ήταν οι άνθρωποι του θεού παλιά.

Ο μοναχός δεν με είδε με καλό μάτι.

……………………………………………………………………..

Μαζί μου είχα πάρει και ένα γέρο φίλο μου.

Τον παππού το Φώτη.

Μου ζήτησε να τον πάρω να προσκυνήσει τα αγιασμένα χώματα του Άθωνα

πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του.

Διανυκτερεύσαμε ένα βράδυ στη Θεσσαλονίκη πριν πάμε στο όρος.

Είχε πολύ πλάκα ο παππούς.

Ήταν πρόσφατα εγχειρισμένος στο πόδι.

Με ένα κομμάτι πλατίνα στο γόνατο και έτσι οι κινήσεις μας ήταν πολύ αργές.

Χαραλάμπη μου αύριο το πρωί θα σηκωθούμε από τις 2

για να προσευχηθούμε να βοηθήσει η Παναγία να έχουμε καλό ταξίδι.

Εγώ αστειευόμενος, του είπα ότι θα βγω έξω τη νύχτα,

να πάω να κάνω λίγες αμαρτίες στα κάστρα και στον πύργο

και θα έρθω τα χαράματα να φύγουμε.

Σηκώθηκε με δυσκολία και μου έδωσε ένα κομποσκοίνι εκατοστάρι.

Σήκω μου είπε.

Παππού, πες μου τι θέλεις να σου φέρω να φας του είπα και θα φύγω.

Σήκω μου είπε με αυστηρή φωνή.

Ξεκίνησε τον εξάψαλμο.

Πήρε κι αυτός ένα κομποσκοίνι και προσευχόταν.

Ψάλλε, μου είπε, το απολυτίκιο του Γρηγόρη του Παλαμά.

Εγώ θα ψάλλω του Δημητρίου είπε αυστηρά.

Ψάλλε και του αγίου Χαραλάμπη μου ξαναείπε.

Εγώ θα ψάλλω του δικού μου του Φωτίου συνέχισε.

Τον έβλεπα να κλαίει σαν μωρό.

Σε κάποια στιγμή στάθηκα σε μια γωνιά και τον παρακολουθούσα.

Ο παππούς χάθηκε μέσα στην χάρη της προσευχής.

Δεν μιλούσε.

Μόνο δάκρυζε.

Μετά από ώρα τελείωσε.

Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε χαμογελώντας.

Θα με πάρεις μαζί σου να κάνουμε αμαρτίες;;;

Πήγαμε φάγαμε ένα σουβλάκι κοντά στην Καμάρα και πήγαμε για ύπνο.

………………………………………………………..

Ο μεγαλόσχημος μοναχός της Μεγίστης Μονής

ρώτησε και τον παππού το Φώτη αν ήθελε να εξομολογηθεί.

Ο παππούς του απάντησε:

Ήρθα να μιλήσω με τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν

και τη μάνα του την απάντων Κυρίαν την Θεοτόκον Μαρίαν.

Ο γέρος, ως γνήσιον τέκνον της Κύπρου έβαζε όλα τα ν στο τέλος των λέξεων.

Πάλι νευρίασε ο μοναχός.

Μας έβαλε να κοιμηθούμε σ’ ένα δωμάτιο.

Πριν προλάβω να κλείσω τα μάτια μου το βράδυ

ο παππούς, μου είπε, Χαραλάμπη μου σήκω γιατί χτύπησαν οι καμπάνες.

Του είπα να πέσει να κοιμηθεί γιατί δεν ήταν καμπάνες

αλλά τα κουδουνάκια από τα μουλάρια της μονής.

Επέμενε.

Μέσα μου είπα καλός είναι και άγιος ο παππούς

αλλά μου έσπασε τα νεύρα.

Σηκώθηκα.

Τον πήρα από το χέρι και κατεβήκαμε κάμποσα σκαλιά.

Ο ναός κλειστός.

Μοναχοί πουθενά.

Είδες, του είπα θυμωμένος.

Επέμενες να έρθουμε και τώρα τι θα κάνουμε μέσα στο κρύο.

Με κοίταξε στα μάτια.

Συγνώμη παιδί μου.

Νόμισα ότι μας φώναξε ο Χριστός και δεν ήθελα να αργήσουμε.

Συγχώραμε παιδί μου, μου ξαναείπε.

Του χαμογέλασα.

Θα με μάθεις να προσεύχομαι τον ρώτησα.

Μα δεν ξέρω μου απάντησε.

Εγώ μιλώ με τον Κύριο.

Αυτός με ακούει.

Και μου μιλά στην καρδιά μου.

Όμως κι εγώ τον ακούω.

Μετά από πολύ ώρα ήρθαν οι μοναχοί και άνοιξαν το ναό.

Είχαμε ξεπαγιάσει από το κρύο.

Η ψυχή μου όμως για παράξενο λόγο ήτανε θερμή.

Μπήκαμε 4 το πρωί.

Τελειώσαμε 8.30.

Τον έβλεπα που στεκόταν συνεχώς και ήξερα ότι πονούσε το πόδι του.

Εγώ βρήκα ένα στασίδι σε μια γωνιά και κοιμόμουνα.

Άκουγα τις ψαλμωδίες και νόμιζα πως ήμουν στον παράδεισο.

Κάποια στιγμή του είπα, παππού κάτσε λίγο.

Γύρισε και με είδε.

Ο Κύριος είναι σταυρωμένος μου είπε και βυθίστηκε πάλι στον κόσμο του.

Ο ηγούμενος που με ήξερε ζήτησε να μας δει.

Παρακολουθούσε τον παππού προσεχτικά.

Κατάλαβε ότι γέρος δεν ήτανε τυχαίος.

Τον ρώτησε:

Κύριε Φώτη θέλεις να μείνεις στο άγιο όρος και να σε κάνουμε μοναχό;

Ο παππούς σηκώθηκε και του είπε.

Άγιε καθηγούμενε ο Χριστός είναι και μέσα στο σπίτι μου.

Κοκάλωσε ο ηγούμενος.

Ήρθε ασπάστηκε το χέρι του παππού και φύγαμε.

Τελικά δεν εξομολογηθήκαμε.

Πήγαμε πίσω στη Θεσσαλονίκη.

Ο  παππούς φόρεσε τα καλά του ρούχα.

Ντύσου μου είπε.

Θα σε πάρω στα Κάστρα και στον Πύργο να κάνουμε αμαρτίες.

Καλά το κατάλαβα του είπα ότι τελικά θα υπέκυπτες.

Και πήγαμε στην Αριστοτέλους και φάγαμε γύρο.

Υ.Γ

Στην κηδεία κάποιου ιερομόναχου στην Κύπρο

που κοιμήθηκε πρόσφατα πήγαν χιλιάδες.

Στην κηδεία του παππού του Φώτη ήμασταν 12 άνθρωποι.

Παππού αιωνία σου η μνήμη.

*(Ο πίνακας ζωγραφίστηκε από τον Θεολόγο Βασίλη Χαραλάμπους)

ΠΗΓΗ.ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΝΤΟΣ

Ὁ ἀνήφορος τοῦ Αὐγούστου:(πρεσβυτέρου Αθανασίου Μηνά)

 Panagia_tou_Bolokolamsk

Παναγία του Βολοκολάμσκ

 

Πρόκειται για αντίγραφο της Παναγίας του Βλαδίμηρου, το οποίο αγιογραφήθηκε το 1572 στην Μόσχα. Δεξιά και αριστερά, στο πλάϊ της Θεοτόκου, εικονίζονται οι Άγιοι Ιεράρχες της Μόσχας Πέτρος και Ιωνάς και στον επάνω μέρος οι Άγιοι Αρχάγγελοι.

Από την αρχή κατατέθηκε στον Ναό της Κοιμήσεως, στη Μονή του Βολοκολάμσκ που ίδρυσε ο άγιος Ιωσήφ. Μετά την Επανάσταση του 1917 εκτέθηκε στο Μουσείο Ρουμπλιώφ (το οποίο στεγαζόταν στην Μονή Αντρονίκιεφ), όπου φυλάσσεται και σήμερα. Τον Ιούνιο του 1989 η Μονή Βολοκολάμσκ επιστράφηκε στην Ρωσική Εκκλησία και ελπίζεται να επιστραφεί και η Εικόνα.

Τιμάται την 3η Μαρτίου.

———————————————————————————————————————————————————-

 

Ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τῆς Παναγίας μεταμορφώνουν καί ἀνυψώνουν τόν ἄνθρωπο σέ κατά χάριν Θεό (Μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν ὑμνολογία μας )

                                     

του ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

 

¨Σταυρὸς ἁπάντων τῶν καλῶν, παρεκτικὸς καθορᾶται, προσκυνούμενος, καὶ πᾶσαἡ κτίσις, ἑορτάζει ἐν χαρᾷ, φωτιζομένη χάριτι, τοῦ ἐν αὐτῷ βουλήσει, ἀνυψωθέντος Θεοῦ ἡμῶν¨.( ζ΄ὠδή τῆς ἑορτῆς τῆς προόδου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ)

¨Παρθενικῆς ἐκ νεφέλης σε τεχθέντα, καὶ σάρκα γενόμενον, καὶ πρὸς τὸ ὄρος Θαβώρ, μεταμορφούμενον Κύριε, καὶ τῇ νεφέλῃ, τῇ φωτεινῇ σε περικυκλούμενον, φωνὴ τοῦΓεννήτορος, ἀγαπητὸν σὲ Υἱόν, τῶν μαθητῶν συμπαρόντων σοι, σαφῶς ἐδήλου, ὡςὁμοούσιον καὶ ὁμόθρονο¨.(Ἀπό τούς Αἴνους τῆς Μεταμορφώσεως)

Ἀπ΄ ἀρχῆς  τῆς περιόδου τῶν παρακλήσεων τοῦ  Δεκαπενταυγούστου πρός τήν Ἁγνήν καί Καλήν Παναγία μας, ὁ Υἱός της καί Μεσσίας Ἰησοῦς Χριστός στέλνει στούς πιστούς Ὀρθοδόξους ἁπλόχερα τήν Ἄκτιστη Χάρη Του[1]. Ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς[2], ἡ καθαρότητα τῶν λογισμῶν καί τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί εὐχαριστίας,  εἶναι τά πλέον χαρακτηριστικά  γνωρίσματα αὐτῆς τῆς πνευματικῆς εὐωχίας στήν διάρκεια τῶν παρακλήσεων.                                                                                                 

Ἐν τούτοις,  ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ ἀνθρωποκτόνος καί διώκτης Σατανάς  μέ τά ὄργανά του, προσπαθεῖ  λυσσαλέα νά ἀποπροσανατολίσει, εἰ δυνατόν, τούς πάντες. Ψευτογιορτές, παγκόσμιες φιέστες, βορβορώδεις συνεστιάσεις καί δῆθεν φιλοσοφικές συζητήσεις-ἀναζητήσεις, δημιουργοῦν τέτοια σύγχυση καί πλάνη, ὥστε κάποιοι δυστυχεῖς νά μήν ὁδηγοῦνται στήν Ἀλήθεια, βλασφημώντας τό Πανάγιον Πνεῦμα[3], ἀρνούμενοι τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί τήν Ἁγίαν  Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν Του.          Τί  κρῖμα!  Πόσο ἀδικοῦν τούς ἑαυτούς τους, ἀκολουθοῦντες τό ψεῦδος οἱ καϋμένοι. Προσκολλημένοι στό μεταπτωτικό θέλημά τους, στή γήϊνη λογική καί σαθρή γνώμη τους, δένονται ψυχοσωματικά μέ χονδρό παλαμάρι ἀπό πάθη ἀτιμίας καί κακίας  καί  στεροῦνται ἔτσι τοῦ θείου φωτισμοῦ καί τῆς ἐν Χριστῷἐλευθερίας. Ὄντως, φοβερή ἡ σκλαβιά αὐτή!

Ὁ Τριαδικός Θεός μας, ὅμως,  μέ περισσή ἀγάπη καί λεπτότητα, τούς ἐλέγχει καί τούς ὑπενθυμίζει, ὅτι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ξαναβρίσκουμε τόν χαμένο ἑαυτό μας[4], ἀλλά καί ὅτι αὐτοκαταστρέφονται ὅσοι τά βάζουν μέ τήν Ἐκκλησία. Ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς εἶναι ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή[5].  Ἀπ΄ Αὐτόν ἐξέρχεται καί καταβαίνει πρός τόν κόσμο κάθε καλό, ἀγαθό καί  ὡραῖο. Μέσα στίς ἅγιες ἐντολές Του κρύβεται μυστικά ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ τηρῶν αὐτές τίς ἐντολές καθίσταται κατοικητήριον τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

«᾿Εὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε»(Ἰω. ιδ΄, 15)· «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν…ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν»(Ἰω. ιδ΄, 21-23).

Ὁ Ἅγιος Θεός, ἀπ΄ἀρχῆς, δέν ἠθέλησε νά συμμαχήσει μέ τή σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, δηλαδή μέ τή Φύση αὐτῆς τῆς σοφίας πού προέρχεται ἀπό τούς ἀνθρώπους καί εἶναι ξένη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τουναντίον, εὐδόκησε νά σώσει τόν κόσμο μέ τή «μωρία» τοῦ κηρύγματος τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως[6], ὅπου καταγγέλλεται ἡ ἀτιμία, ἡ ὑποκρισία, καί ἡ σκληροκαρδία τῆς ψευδωνύμου γνώσεως καί φιλοσοφίας τοῦ κόσμου καί βεβαίως τῆς Νέας Ἐποχῆς. Τοῦτ᾿ ἔστιν, θά λέγαμε, ὅλων ἐκείνων πού εὑρίσκονται ἔξω καί πέρα ἀπό τή σφαῖρα τοῦ κηρύγματος τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Μεσσίου.

 

Ὑπάρχουν, βέβαια καί οἱ ἀντιλέγοντες, πού λένε:

Α) Πῶς νά βεβαιωθοῦμε ὅτι θά ζήσουμε αἰώνια, ἄν πιστέψουμε Αὐτόν πού πέθανε στόν Σταυρό;

Β) Πῶς θά λάβουμε εὐλογία ἀπό Ἐκεῖνον πού ἔγινε κατάρα;

Γ) Πῶς θά δικαιωθοῦμε αἰώνια, ὅταν ὁ Δικαιῶν Χριστός κατεκρίθη και θανατώθη ὡς κατάδικος;

 

Μία βασική πρώτη προϋπόθεση γιά νά κατανοήσει κάποιος τήν σταυροαναστάσιμη  ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ συγκεκριμένη παρακάτω ταπεινή προσευχή· Δέσποτα Χριστέ…χάρισαί μοι τῷ πολλά Σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως·…γλύκανόν μου τήν ψυχήν τῷ Σῷ τιμίῳ αἵματι, ἀπό τῆς πικρίας ἥν με ὁ ἀντίδικος ἐπότισεν.Ὕψωσόν μου τόν νοῦν πρός Σέ, κάτω ἑλκυσθέντα, καί ἀνάγαγέ  με ἀπό τοῦ χάσματος τῆς ἀπωλείας· ὅτι οὐκ ἔχω μετάνοιαν, οὐκ ἔχω κατάνυξιν, οὐκ ἔχω δάκρυον παρακλητικόν, τά ἐπανάγοντά με τέκνα πρός ἰδίαν κληρονομίαν.  Ἐσκότισμαι τόν νοῦν ἐν τοῖς βιωτικοῖς πάθεσι, καί οὐκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρός Σε ἐν ὀδύνῃ, οὐ δύναμαι θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρός Σέ ἀγάπης. Ἀλλά, Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καί καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν Σου· χάρισαί μοι τήν χάριν Σου καί ἀνακαίνισον ἐν ἐμοί τάς μορφάς τῆς Σῆς εἰκόνος.Κατέλιπόν Σε, μή μέ ἐγκαταλίπῃς· ἔξελθε  εἰς ἀναζήτησίν μου, ἐπανάγαγέ με πρός τήν νομήν Σου, συναρίθμησόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς Σου ποίμνης, καί διάθρεψόν με σύν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων Σου Μυστηρίων· πρεσβείαις τῆς Πανάγνου Μητρός Σου καί πάντων τῶν Ἁγίων Σου· Ἀμήν!”  (Ἱκετήριος κανών στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό).

Κατόπιν τούτου, χρειάζεται πίστη καί εἰλικρίνεια ὅταν προσκυνοῦμε τόν Τίμιο Σταυρό, ὥστε δι᾿ αὐτοῦ νά καθαγιάζεται ἡ ψυχή μας,  νά μή μᾶς παραξενεύει τό νόημά του,  ἀλλά καί νά μᾶς θεραπεύει πάσης φύσεως νοσήματα[7]. Τότε συνειδητοποιοῦμε τή σημασία του.

Γιά νά κατανοήσουμε τό Μυστήριο τῆς Ἑκούσιας «ἀτιμώσεως» τοῦ Μεσσίου, ὀφείλουμε πρώτιστα νά μελετήσουμε καί νά ἀποκτήσουμε μέ τή Χάρη, τή Θεϊκή θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Πατρός, πού φανερώνεται δι΄Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι στούς πιστούς μέ τή Σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ στόν Φρικτό Γολγοθά καί ἐφ᾿ ὅσον πιστέψουμε σ΄αὐτό τό Μέγα καί Φρικτό Μυστήριο, θά καυχώμεθα ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, χωρίς νά σκανδαλιζόμεθα καί νά σκανδαλίζουμε[8].

Αὐτή ἡ θυσία εἶναι τό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς τοῦ Μεσσίου πρός τόν Πατέρα. «Πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ» ( Ματθ. κστ΄, 39). Ὅλοι σχεδόν οἱ Ἅγιοι Προφῆτες ἔγραψαν γι΄αὐτήν τήν ἑκούσια ἀτίμωση τοῦ Σταυρικοῦ θανάτου καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Αὐτή ἡ Σταυρική θυσία ἔσχισε ὁριστικά τό χειρόγραφο τῆς παρακοῆς καί τῆς ἀτιμίας. Γκρέμισε τό μεσότοιχο πού χώριζε τόν Θεό ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἔδωσε στούς πάντες τήν δυνατότητα νά καταστοῦν τίμιοι καί φιλότιμοι.

 Ἡ γλυκειά μας ἡ Παναγία, διηκόνησε μέ τήν Ἁγιότητα καί τήν Παρθενία, καθώς καί μέ τήν ἀπόλυτη ὑπακοή καί ταπείνωσή της, – «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου·γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» ( Λουκ. α΄, 38) – αὐτό τό φοβερό Μυστήριο τῆς Σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἕτσι καθημερινά εὐχαριστώντας, Τήν παρακαλοῦμε νά μεσιτεύει γιά ἐμᾶς καί νά μᾶς συμπαρίσταται[9].

Τί καί ἄν κάποιοι, μικροί καί ἀνόητοι, παραμένουν στήν ἀτιμία τῆς ἀπιστίας τους καί διδάσκουν οὕτω τούς ἀνθρώπους; Μήπως θά καταργήσουν τήν Ἀλήθεια;  Ἰδού τί τούς ἀπαντᾶ στό πρόβλημά τους ὁ Μεσσίας, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μέ τή γραφίδα τοῦ προφητάνακτος Δαυΐδ: «Μή αἰσχυνθείησαν ἐπ᾿ ἑμέ οἱ ὑπομένοντές σε Κύριε, Κύριε, τῶν δυνάμεων, μηδέ ἐντραπείησαν ἐπ᾿ ἐμέ οἱ ζητοῦντες Σε ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ…ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με καί οἱ ὀνειδισμοί τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσαν ἐπ᾿ ἐμέ. (Ψαλμός 68)

 

Ἐν κατακλεῖδι,

  Ἰδού ἄνθρωποι τό μεγαλεῖον τῆς ὑπέρτατης θυσίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Υἱοῦ τῆς  Παρθένου: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται».(Ἀπολυτίκιο Εὐαγγελισμοῦ).                                                                                      

  Νά γίνουμε θεοί κατά χάριν καί νά ζήσουμε τήν Θεία Μεταμόρφωση.

¨Δεῦτέ μοι πείθεσθε λαοί, ἀναβάντες εἰς τὸ ὄρος τὸ Ἅγιον, τὸ ἐπουράνιον ἀΰλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος Θεοῦ, καὶ ἐποπτεύσωμεν νοῒ Θεότητα ἄϋλον, Πατρὸς καὶ Πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν¨.(θ΄ὠδή κανόνος Μεταμορφώσεως)

¨Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ  ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿  ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς¨(Ἰω. η΄, 12).

 

Ναί, Κύριε Ἰησοῦ. Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἦν, ὁ Ὤν καί ὁ Ἐρχόμενος[10]. Ἐσύ εἶσαι τό Πᾶν. Σέ σένα, Κύριε, ἡ Δόξα, ἡ Τιμή καί τό Κράτος εἰς τούς αἰῶνας.Ἀμήν.

[1] «καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. ιδ΄, 16)

[2] ¨Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον, ἡ τὸν κυβερνήτην τεκοῦσα Κύριον, καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνασον, τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεονύμφευτε¨,(Μικρός Παρακλητικός, Ὠδή δ΄, στ.2ος)

[3]  «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾿ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται» (Ἰω. ιδ΄,17)

[4]  ¨Ἁγίῳ Πνεύματι, πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται…¨(ἀναβαθμοί δ΄ἤχου)

 

[5] «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ΄,6)

[6] «τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ» (Α΄ Κορ. α΄, 27)

[7] ¨Πρόκειται ξένον τοῖς ὁρῶσι θέαμα, Σταυρὸς ὁ τίμιος, καὶ ὡς πηγὴ βρύει, ψυχικὰ χαρίσματα, καὶ παύει ἁμαρτήματα, καὶ νοσήματα λύει, καὶ τὰ φρονήματα ῥώννυσι, τῶν εἰλικρινῶς προσκυνούντων αὐτόν.¨( α΄ὠδή κανόνος τῆς προόδου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ).

[8] «Μακάριός ἐστιν ὅς ἐάν μή σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί»(Ματθ. ια΄,6)

[9] ¨Ὦ Δέσποινα, τοῦ κόσμου γενοῦ μεσίτρια¨ (παρακλητικός κανόνας)

[10] « ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καί ὁ ὤν καί ὁ ἐρχόμενος»(Ἀποκ. δ΄, 8).

ΠΗΓΗ.ΟΠΟΥ ΓΗΣ

Η Αγία Ε΄Οικουμενική Σύνοδος (Ι.Καρδάση)

Εισαγωγικά

Στις 25 Ιουλίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την σύναξη των 165 θεοφόρων Πατέρων της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος συνεκλήθη, για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Χαλκηδόνιων και αντιχαλκηδόνιων, πράγμα που τελικά δεν πέτυχε. Συνεκλήθη από τον Ιουστινιανό, που προσπάθησε να συμβιβάσει αντικρουόμενες απόψεις, προκαταλαμβάνοντας την Εκκλησία, με την προηγηθείσα έκδοση διαταγμάτων, που καταδίκαζαν τις τρεις κεφαλές (Θεόδωρο, Θεοδώρητο και Ίβα) και προσέκρουσε στη αντίδραση της Δύσης. Η Εκκλησία όμως ήταν ήδη δεσμευμένη με τις αντικρουόμενες θέσεις των Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικών Συνόδων και κάθε περαιτέρω διαμάχη θα τίναζε τα θεμέλιά της. Η Σύνοδος επευλόγησε τον μετά θάνατο αναθεματισμό, χωρίς βέβαια απολογία του ήδη κοιμηθέντα. Ο αυτοκράτορας αναγνώρισε το πρωτείο εξουσίας του Επισκόπου Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία, εξέδωσε δε και σχετική νεαρά, επενέβη δε δραστικά στην εκλογή των Παπών Ρώμης, αγνοώντας πλήρως τους σχετικούς Κανόνες της Εκκλησίας. Η Σύνοδος αυτή θεωρείται, ως θρίαμβος της θεολογίας της Ανατολής, έναντι εκείνης της Δύσης.

Ι.Κ.

αρχείο λήψης

          Ε΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

           

 Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην ΚΠολη το 553 (5 Μαΐου – 4 Ιουνίου) από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, με σκοπό την καταδίκη των λεγομένων «Τριών Καφαλαίων, που ευνοούν τον Νεστοριανισμό, δηλ. του προσώπου και των συγγραμμάτων του Μοψουεστίας Θεόδωρου, των συγγραμμάτων του Κύρου Θεοδώρητου κατά του Αλεξανδρείας Κυρίλλου και της Γ΄ Οικουμενικής και υπέρ του Νεστόριου και της επιστολής του Εδέσσης Ίβα προς Μάρη τον Πέρση. Καταδικάστηκαν επίσης οι κακοδοξίες του Ωριγένη και των Ωριγενιστών του Δίδυμου Τυφλού και του Ευάγριου Ποντικού       

 

            Μετά την σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) η αντίδραση εναντίον της, αλλά και εναντίον του Τόμου του Λέοντα εντάθηκε από τον Αλεξανδρείας Τιμόθεο Αίλουρο, τον Ιεραπόλεως Φιλόξενο και τον Πισιδίας Σεβήρο (Αντιοχείας από το 512), οι οποίοι θεωρούσαν, ότι η διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου είχε πληγεί και έπρεπε να αποκατασταθεί χωρίς συμβιβασμό. Ο Αλεξανδρείας Τιμόθεος απέρριψε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, ο Ιεραπόλεως Φιλόξενος υπήρξε σφοδρότατος αντίπαλός της, ενώ ο Αντιοχείας Σεβήρος πιο μετριοπαθής.

 

Ο Σεβήρος ανέπτυξε ένα τύπο Μονοφυσιτισμού πολύ κοντά στη Χριστολογία του αγίου Κυρίλλου. Απέρριψε, όπως και άλλοι τον όρο της Χαλκηδόνας, ως νεωτερισμό, αλλά ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει τη θεωρητική διάκριση μεταξύ των δυο φύσεων εν Χριστώ. Ο Σεβήρος ειδικά αναγνώριζε τις δύο φύσεις, αλλά έδιδε μεγάλη έμφαση στην ασύγχυτη ένωσή τους και στις συνέπειες της ένωσης, ιδιαίτερα «μιάς ενεργείας» της θέλησης του Χριστού, μια κοινή θεανδρική ενέργεια, μια έκφραση δανεισμένη από τον ψευδο-Διονύσιο. Στο Σεβήρο, ο χαλκηδόνιος όρος εμφανιζόταν να σημαίνει μια διπλή προσωπικότητα και μια διπλή θέληση, αλλά μολονότι αντιπαθούσε την έκφραση των δυο φύσεων, όπως τέθηκε στην Χαλκηδόνα και όπως είχε διατυπωθεί στον Τόμο, πλησίαζε αρκετά στην ορθόδοξη θέση. Έτσι, ο Σεβήρος επέμενε πολύ στη θεωρητική διάκριση των δυο φύσεων και στη μονιμότητα των χαρακτηριστικών κάθε μιάς, μετά την ένωση.

 

Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας είχε δεχτεί ως πλήρες μέλος της τον Κύρου Θεοδώρητο, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την επισκοπή του και καταδικαστεί από τον Διόσκορο στη Σύνοδο του 449 στην Έφεσο (ληστρική). Επί πλέον, η Σύνοδος αυτή αποκατέστησε τον Ίβα, επίσκοπο Εδέσσης (435-457), που είχε επίσης καταδικαστεί από τον Διόσκορο στην ίδια Σύνοδο, γιατί είχε αποκηρύξει τη Σύνοδο της Εφέσου του 431 (Γ΄ Οικ.) και τη θεολογία του αγίου Κυρίλλου, μαζί με την αλεξανδρινή διδασκαλία.

 

Λόγω του γεγονότος, ότι ο Θεοδώρητος και ο Ίβας έγιναν δεκτοί από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο Μοψουεστίας Θεόδωρος αφέθηκε ελεύθερος χωρίς καμιά επίκριση, ο Ρώμης πάπας Βιγίλιος (στην Ε΄ Οικ.) φοβήθηκε, πως η καταδίκη του μπορούσε να καταστρέψει την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Έτσι η μεγάλη και σοβαρή προσβολή για τους μονοφυσίτες, σε σχέση με τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας ήταν ότι οι: Ίβας και Θεοδώρητος ανακηρύχθηκαν ορθόδοξοι, ενώ τηρήθηκε σιγή για τον Θεόδωρο.

 

Η επίδραση της Συνόδου της Εφέσου (Γ΄ Οικ.) είχε πράγματι παραλύσει τις αποφάσεις της Χαλκηδόνας, αλλ’ ακόμη δεν υπήρχε ελπίδα για την αποτελεσματική παρέμβαση του Μονοφυσιτισμού, στον τύπο που είχε διδαχτεί από τον Κύριλλο, προς επίτευξη κυριαρχίας, εκτός εάν το λιγότερο επιζητείτο να κηρυχθούν επίσημα οι αποφάσεις της Εφέσου (431) άκυρες.

 

Γεγονός πάντως είναι, ότι η Σύνοδος της Εφέσου (431) είχε απομακρυνθεί πολύ από τις απόψεις του αγίου Κυρίλλου, ενώ η σύνοδος της Χαλκηδόνας (451) είχε απομακρυνθεί πολύ από την αντιοχειανή θεολογική σκέψη.  Η μεταχείριση δυο Οικουμενικών Συνόδων (Γ΄ και Δ΄) από την Ε΄ ως μη κολάσιμων ή ως μηδενικών και άκυρων, θα ήταν κατά την εκτίμηση της περιόδου εκείνης (553) ίσο προς εξίσωση του κλονισμού όλων των θεμελίων της Εκκλησίας. Αμφότερες, συνεπώς, συνέχισαν να δεσμεύουν, αλλ’ επειδή οι δυο αυτές Σύνοδοι εμψυχώνονταν από ένα πολύ διαφορετικό, αν όχι αντίπαλο πνεύμα, η Εκκλησία ήταν δεμένη με αντιτιθέμενες αποφάσεις. Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι φίλοι της Συνόδου της Χαλκηδόνας δεν τόλμησαν να αποκηρύξουν τη Ληστρική Σύνοδο της Εφέσου (449), κι’ ακόμη αποκηρύχθηκε ως ασυνεπής προς τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας από το Ενωτικό (του Ζήνωνα), του οποίου η κύρια πρόθεση ήταν να ενισχύσει τη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου. Πάλιν οι μονοφυσίτες αρνήθηκαν να ικανοποιηθούν, εκτός, κάπως, από τη Σύνοδο της Εφέσου (Γ΄ Οικ.) και το Ενωτικό. Καμία άλλη περίπτωση δεν υπήρχε, επομένως, για την Εκκλησία παρά να δεχτεί όχι μόνο τις δυο Συνόδους (Γ΄ και Δ΄) αλλά και τις συνέπειές τους.

 

Μετά από 100 χρόνια αντιπαλότητας μεταξύ Χαλκηδονίων και Αντιχαλκηδονίων, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε διάταγμα, στο οποίο καταδικάζονταν τα συγγράμματα των Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα αντικυρίλλεια του Κύρου Θεοδώρητου και μια επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς τον Μάρι. Το διάταγμα επικυρώθηκε από την ενδημούσα Σύνοδο της ΚΠολης το 543, υπό τον Πατριάρχη Μηνά. Το διάταγμα προκάλεσε την αγανάκτηση των Χαλκηδονίων, που θεώρησαν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μόνο των Μονοφυσιτών. Ουσιαστικά, η καταδίκη των τριών κεφαλαίων (κεφαλών) σημαίνει την αναθεώρηση του χαλκηδόνιου όρου. Με αυτήν ο Ιουστινιανός κατέστειλε τη δυτική επίδραση και έφερε το χαλκηδόνιο σύμβολο πίσω στον Κύριλλο. Αποκατέστησε έτσι τη δογματική σκέψη των δυο Συνόδων της Εφέσου (431 και 449), χωρίς μεγάλη πολυπραγμοσύνη, με το Σύμβολο της Χαλκηδόνας.

 

Ο Θεοδώρητος και ο Ίβας δεν εθίγηκαν προσωπικά, αφού είχαν καταδικάσει τον Νεστόριο και είχαν αποκατασταθεί στη Χαλκηδόνα. Η προσοχή του Ιουστινιανού υπήρξε προνοητική, γιατί χωρίς αυτή η Σχολή της Αντιόχειας θα είχε καταδικαστεί στο σύμβολό της και η παράδοση θα είχε στερηθεί για πάντα της αντιοχειανής ισορροπίας, από τον μεταθανάτιο θρίαμβο του Κυρίλλου.

 

Το διάταγμα του Ιουστινιανού έγινε δεκτό με δισταγμό από τους Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, Αλεξανδρείας Ζωίλο, Αντιοχείας Εφραίμ και Ιεροσολύμων Πέτρο, ενώ οι δυτικοί αντέδρασαν, νομίζοντες ότι η καταδίκη των τριών κεφαλαίων μείωνε την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Αντίθετα, οι Αφρικανοί επίσκοποι πίεζαν τον Ιουστινιανό να δημοσιεύσει το δεύτερο διάταγμα εναντίον των τριών κεφαλαίων. Οι επίσκοποι της Δαλματίας και του Ιλλυρικού δεν ήθελαν να δεχθούν το διάταγμα και εκείνοι της Β. Αφρικής αναθεμάτισαν τον πάπα Βιγίλιο για την προ και μετά τη Σύνοδο του 553 αξιοθρήνητη στάση του. Έτσι, ο πιο ανίσχυρος Πάπας συγκρούσθηκε με τον πιο ισχυρό βυζαντινό αυτοκράτορα. Ήταν ο Βιγίλιος, το δημιούργημα της Θεοδώρας.

 

Το διάταγμα αυτό συντάχθηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό και περιέχει κατά τον πιο εύγλωττο τρόπο την αυστηρή κυρίλλεια ερμηνεία του χαλκηδόνιου όρου. Έχει τον τύπο μακράς θεολογικής μελέτης (καθότι ο Ιουστινιανός θεολογούσε) με τον τίτλο: Confessio rectae fidei Justiniani imperatoris adversus tria capitula. Ο Ιουστινιανός βέβαια ήταν Ρωμαίος, αλλά έπαιζε διπλό παιχνίδι, έτσι στη Νουβία π.χ. στάλθηκαν δυο χριστιανικές αποστολές, εν αγνοία δήθεν εκατέρωθεν. Η επίσημη αποστολή προήρχετο από τον Ιουστινιανό, ενώ η μονοφυσιτική από τη Θεοδώρα, η οποία πρόσφερε καταφύγιο στ’ ανάκτορα της Κων/πολης στον Αντιοχείας Σεβήρο. Σ’ αυτή την ομολογία πίστεως (το διάταγμα) που απευθυνόταν σ’ όλη την Εκκλησία, ο Ιουστινιανός περιέγραψε το πρόγραμμα της επερχόμενης μεγάλης Συνόδου του 553.

 

Το πρώτο διάταγμα του Ιουστινιανού (543), κήρυξε ανάθεμα εναντίον των τριών κεφαλαίων, δηλ.: το πρόσωπο του Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα συγγράμματα του Κύρου Θεοδώρητου που στρέφονται κατά του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και της Συνόδου της Εφέσου (431) και την επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς τον Μάρη τον Πέρση.

 

Ο Μοψουεστίας Θεόδωρος πέθανε σε κοινωνία με την Εκκλησία. Την ατμόσφαιρα κατά του Θεόδωρου δημιούργησαν δύο πρόσωπα: ο Καισαρείας της Καππαδοκίας Θεόδωρος Ασκιδάς (537) αντίπαλος των κλασσικών Αντιοχειανών και ο θεολόγος Λεόντιος ο Βυζάντιος αντίπαλος των νεστοριανών και ευτυχιανών. Ειδικά ο τελευταίος (του οποίου τα θεολογικά γραπτά επηρέασαν τον Ιουστινιανό) προπαρασκεύασε το κλίμα για την καταδίκη του. Αντίθετα, ο Καισαρείας Θεόδωρος, ενώ ήταν θερμός οπαδός της Χαλκηδόνας, συμπαθούσε τους Μονοφυσίτες.

 

Ο Κύρου Θεοδώρητος (+458) ήταν ο τελευταίος και πιο πεπαιδευμένος μεταξύ των Αντιοχειανών, σεβόμενος τον Μοψουεστίας Θεόδωρο ως δάσκαλό του. Αποκαλούσε τα δώδεκα αναθέματα και τη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου «αίρεση» και δεν απεδέχετο την εκθρόνιση του Νεστόριου από τη Σύνοδο της Εφέσου (431).

 

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 553 στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Πρόεδρος της Συνόδου ήταν ο Πατριάρχης ΚΠόλεως Ευτύχιος και παρόντες 165 θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ των οποίων οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Απολλινάριος, Αντιοχείας Δομνίνος, τρεις επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ευστόχιου, οκτώ επίσκοποι από τη Β. Αφρική, ουδείς από τη Ρώμη, διότι ο πάπας Βιγίλιος δεν ήθελε να συγκρουστεί με τους Δυτικούς επισκόπους, που ήταν αντίθετοι με την καταδίκη των τριών κεφαλαίων. Πλην όμως παρευρέθησαν από το κλίμα του Πατριαρχείου Ρώμης οι: Ηρακλείας Πελαγονίας, Τύνιδος, Βυζακίου, Γορτύνης, Ρόδου, Τιπάσων, Κουϊκούλου, Χαλκίδος, Όββης, Ζαττάρων, Αμφιπόλεως, Μιλεύης, Αυλώνος, Μεγάρων, Οπούντος, Αιγίου, Τήνου, Πορθμού, Κνίδου, Καρπάθου. Ο Ιουστινιανός δεν έλαβε μέρος στη Σύνοδο, ούτε παρέστησαν αντιπρόσωποί του και έτσι η Σύνοδος εργάστηκε τελείως ανεξάρτητα από πολιτικούς εκπροσώπους. Η Σύνοδος εκτός της καταδίκης των τριών κεφαλαίων, αναθεμάτισε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Ωριγένη, καθώς και τα συγγράμματα Δίδυμου και Ευάγριου. Επίσης καθήρεσε τον πάπα Βιγίλιο, τον οποίον αποκατέστησε ο Ιουστινιανός, όταν το επόμενο έτος υπέγραψε τα πρακτικά της Συνόδου και τον απέστειλε στη Ρώμη, καθ’ όδόν όμως απεβίωσε. Τα πρακτικά της Συνόδου και τις αποφάσεις της ανεγνώρισε και ο διάδοχος του Βιγίλιου Πελάγιος Α΄, ως και οι μετά από αυτόν πάπες.

 

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να παρατεθούν οι επεμβάσεις του Ιουστινιανού προς τον θρόνο της Ρώμης, που σχετίζονται με την πολιτική την οποίαν σχεδίαζε, καθώς και οι παραχωρήσεις του προς την Εκκλησία της Ρώμης. Έτσι, έχουμε αρχικά την καθαίρεση του Πάπα Σιλβέριου: Με εντολή Ιουστινιανού, ο στρατηγός Βελισάριος επιχείρησε να πείσει τον Πάπα Σιλβέριο να υπογράψει ομολογία πίστεως, στην οποίαν διατυπώνονταν παραχωρήσεις στο μονοφυσιτικό δόγμα. Αν ο Σιλβέριος υπέγραφε, θα έχανε την εμπιστοσύνη των πολιτών της Ρώμης. Διέβλεψε όμως την παγίδα (ο Σιλβέριος) και αρνήθηκε. Τελικά, στις 27 Μαρτίου 538 ο Βελισάριος κάλεσε σε ακρόαση τον πάπα, τον καθήρεσε, τον έκειρε μοναχό και τον έστειλε με πλοίο στην Ανατολή. Μία βδομάδα αργότερα ο διάκονος Βιγίλιος, μέλος συγκλητικού γένους της Ρώμης, ο οποίος είχε ζήσει πολλά χρόνια στην ΚΠολη, χειροτονήθηκε πάπας παρά την αντίθεση του κλήρου και των πολιτών. Στην έκθεση των γεγονότων αυτών ο Προκόπιος υπογραμμίζει έντονα την προσωπική εχθρότητα της Θεοδώρας κατά του Σιλβέριου και την επιρροή της Αντωνίνας (συζύγου του Βελισάριου) επί του Βελισάριου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ζ΄, σελ. 176).

 

Οι παραχωρήσεις του Ιουστινιανού στην παπική εκκλησία ήταν: α/ ο αναθεματισμός του Ακακίου….. β/ η παραδοχή του δόγματος εξουσίας της εκκλησίας της Ρώμης, γ/ η συγκατάνευση ότι η ορθόδοξη Πίστη διατηρείται πάντα απαραβίαστη από την ρωμαϊκή Εκκλησία, δ/ η επικύρωση όλων των προηγουμένων αποφάσεων της ρωμαϊκής επισκοπής, ε/ η υπόσχεση, ότι δεν θα μνημονεύονται στη λειτουργία, αυτοί που η εκκλησία της Ρώμης καταδίκασε. (Ιστορία, ως ανωτέρω, σελ. 415). Αξίζει επίσης να γίνει λόγος για την επιστολή του Ιουστινιανού στον πάπα της Ρώμης Ιωάννη Β΄, που θεωρείται ενδεικτική της αποδοχής εκ μέρους του αυτοκράτορος της προτεραιότητας της παπικής Εκκλησίας. Στην αρχή της επιστολής αυτής, ο Ιουστινιανός με κατάλληλα λόγια προσφωνεί τον πάπα ως αρχηγό όλων των εκκλησιών και αναφέρει ότι πάντα τον ενημερώνει για τα εκκλησιαστικά θέματα….. και υπέγραψε λίβελλο με τον οποίον εξέφραζε σεβασμό στην παπική έδρα. (Ιστορία……….σελ. 416). Κατόπιν όμως ζητεί από τον πάπα να επικυρώσει τη θεοπασχιτική φράση. Μόνο έτσι θα διατηρηθεί η ενότητα των εκκλησιών, μόλις οι Επίσκοποι πληροφορηθούν την επικύρωσή της από τον πάπα……….. Ίδια πολιτική ακολούθησε ο Ιουστινιανός και απέναντι του πάπα Αγαπητού Α΄ (535-536), που βρισκόταν τότε στην ΚΠολη (και ο οποίος όπως και ο Ιωάννης Β΄, είχε επικυρώσει τη θεοπασχιτική φράση του αυτοκράτορος). Με εντολή του Αγαπητού απέπεμψε από το θρόνο της ΚΠολης τον πατριάρχη Άνθιμο και υπέγραψε λίβελο με τον οποίον εξέφραζε σεβασμό στην παπική έδρα (σελ. 416).

 

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης, ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ κατοχύρωσε νομοθετικά το πρωτείο του Πάπα Ρώμης, με την 131η νεαρά του: «Σύμφωνα με απόφαση των τεσσάρων Συνόδων, ορίζουμε όπως, ο άγιος Πάπας της αρχαίας Ρώμης να είναι πρώτος από τους Επισκόπους και ο αγιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης να είναι δεύτερος». Ο νόμος δηλώνει, ότι ο Πάπας Ρώμης είναι πρώτος από τους Επισκόπους και όχι πρώτος μεταξύ ίσων Επισκόπων ή ότι έχει τα πρεσβεία τιμής σύμφωνα με τον γ΄ της Β΄ και τον κη΄ της Δ΄. Ο Ιουστινιανός υπερέβη κάθε όριο όταν το 545 δημοσίευσε αυτή τη νεαρά, με την οποία αναγνώριζε το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας της Β. Αφρικής (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι, σελ. 70). Επίσης, ο Ιουστινιάνειος Κώδικας καταγράφει (Ι,Ι): «Θέλουμε να δούμε όλους τους λαούς που βρίσκονται υπό την τακτική δικαιοδοσία μας, να ζουν στην πίστη την οποία ο άγιος Απόστολος Πέτρος μετέδωσε στους Ρωμαίους ποντίφηκες…..».

 

Η Σύνοδος είχε κατεύθυνση προς την άποψη, ότι ο άγιος Κύριλλος δεν έκανε διάκριση μεταξύ φύσεως και υποστάσεως. Ο Χριστός είναι μια σύνθετη υπόσταση. Το ίδιο είχε ειπεί και ο Αντιοχείας Σεβήρος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ιουστινιανός αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ φύσης και υπόστασης, ακολουθόντας πιστά την Χαλκηδόνα, αλλά κάνει και σημαντικές παραχωρήσεις στους μονοφυσίτες. Ειδικά, αποδέχεται ότι οι φύσεις του Χριστού δύνανται να διακριθούν: «λόγω μόνω και θεωρία ου μεν αυτών των πραγμάτων έχει την διαίρεσιν». Ακριβώς με την ίδια έννοια ο Σεβήρος δέχθηκε «τις δυο φύσεις τη θεωρία».

.

Πρώτα απ’ όλα η αυτοκρατορική ομολογία πίστεως διακηρύσσει την εσωτερική ορθοδοξία της κυρίλλειας διδασκαλίας. Μετά από σύντομη έκθεση της Χριστολογίας των δυο φύσεων, ο αυτοκράτορας προχωρεί: «Ενώ ομολογούμε αυτές τις διδασκαλίες, αποδεχόμαστε την έκφραση του αγίου Κυρίλλου, ο οποίος είπε ότι υπάρχει μια μόνο φύση σεσαρκωμένη του Θεού Λόγου….. γιατί όταν ο Πατήρ μίλησε χρησιμοποίησε τη λέξη φύση αντί της λέξης υπόσταση».

 

Μολονότι οι Πατέρες της Συνόδου δεν είχαν την ευκαιρία για εμβριθείς μελέτες, αφού είχαν να προσέξουν το ενδιαφέρον της Εκκλησίας γύρω από τα αυτοκρατορικά διατάγματα, αποδέχθηκαν και ενέκριναν ένα σπουδαίο δογματικό έργο και μια σπουδαία θρησκευτική πολιτική. Παράλληλα, έφεραν μια ισορροπία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως στις εκκλησιαστικές υποθέσεις: Κατά κάποια έννοια, το κτύπημα που έδωσε η Δύση στην Ανατολή κατά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποκρούσθηκε όπως τούτο γίνεται σε θέματα δόγματος. Η Ρώμη έδωσε τον τύπο των δυο φύσεων στην Ανατολή, αλλ’ εκατό χρόνια αργότερα η Ανατολή υπαγόρευσε στη Δύση κατά ποιο τρόπο αυτός ο τύπος θα έπρεπε να γίνει κατανοητός, μια ερμηνεία αυτού, η οποία κατ’ ουδένα τρόπο αντιστοιχούσε προς την ακριβή διατύπωση του όρου. Η Ανατολή κατά την εποχή αυτή εκπροσωπούσε την Εκκλησία.

 

Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού απέβλεπε στην αποδοχή από τους μονοφυσίτες της Χαλκηδόνας, με την επικράτηση εκ νέου της πλήρους αυθεντίας του Κυρίλλου μεταξύ των Χαλκηδόνιων. Με αυτούς τους όρους το μόνο μέσο να κάνει και τις δυο πλευρές να δεχθούν την ένωση στην πίστη ήταν να πείσει αυτούς να αναγνωρίσουν, ότι η διαφορά μεταξύ Κυρίλλου και Χαλκηδόνας ήταν κυρίως προφορική. Το 553, αυτή η πολιτική επιβεβαιωνόταν από την καταδίκη αυτών οι οποίοι, όντες ήδη νεκροί, δεν μπορούσαν να αμυνθούν, αλλά τα συγγράμματά τους αντιπροσώπευαν ένα σοβαρό εμπόδιο στον τελικό θρίαμβο της αλεξανδρινής θεολογίας. Η αντιοχειανή θεολογία απορρίφθηκε.

 

Υπό την επίδραση του Καισαρείας Θεόδωρου, μάλλον πολιτικού παρά θεολόγου, οι Αλεξανδρινοί εκδικήθηκαν την ήττα που υπέστησαν δέκα χρόνια ενωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός αποφάνθηκε εναντίον των ωριγενιστών. Εκείνο όμως το οποίον είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι, ότι κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της αντιπαλότητας μεταξύ της σκέψης των Σχολών Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας, οι Αντιοχιανοί είχαν τώρα να υποστούν το μεγαλύτερό τους κτύπημα: η διδασκαλία τους καταδικάσθηκε από μια Οικουμενική Σύνοδο.

 

Η πολιτική του Ιουστινιανού προσπάθησε να γεφυρώσει τη δυτική με την αιγυπτοσυριακή δογματική. Για χάρη της Δύσης, ο αυτοκράτορας ενέμεινε στο σύμβολο της Χαλκηδόνας, αλλά προς χάριν των μονοφυσιτών δέχθηκε τον θεοπασχιτικό τύπο, δηλ. ότι «ο Θεός υπέφερε εν σαρκί» και την απόρριψη των τριών κεφαλαίων. Όλες αυτές οι προσπάθειες του Ιουστινιανού απέβλεπαν στην επιθυμία της Εκκλησίας να απομακρυνθεί από την αυστηρή προσήλωση στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας και να αντιμετωπίσει το θέμα της ένωσης με τους Αντιχαλκηδόνιους.

 

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος εξέδωσε 14 αναθέματα εναντίον των τριών κεφαλαίων, υπονοούσα την κυρίλλεια διδασκαλία ως προς την Χριστολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Από ορθόδοξη πλευρά είναι μια νίκη της αληθινής παράδοσης της Εκκλησίας, η οποία ερμήνευσε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αλεξάνδρειας. Η Σύνοδος επανειλημμένα επιμένει στην υποστατική ένωση και ότι υπάρχει μια υπόσταση και ένα πρόσωπο, όπως η Σύνοδος της Χαλκηδόνας ομολόγησε μια υπόσταση του Κυρίου. Η ένωση του Λόγου με τη σάρκα εμψυχώθηκε με μια λογική και νοήμονα ψυχή σύμφωνα με τη σύνθεση ή σύμφωνα με την υπόσταση: «αλλ’ ουχ ομολογεί (τις) την ένωσιν του Θεού Λόγου προς σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική και νοερά. κατά σύνθεσιν, ήγουν καθ’ υπόστασιν γεγενήσθαι, καθώς οι άγιοι Πατέρες εδίδαξαν. και δια τούτο μιαν αυτού την υπόστασιν, ο εστιν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εις της Αγίας Τριάδος».

 

Η Σύνοδος κατέστησε σαφές, ότι με τη λέξη ένωση εννοούσαν όχι τη σχετική ένωση των οπαδών Θεόδωρου και Νεστόριου, οι οποίοι έχαιραν χαράν αγαλλιάσεως «διαιρούντες» (τον ένα Χριστό), ούτε την ένωση σύμφωνα με τη σύγχυση των οπαδών των ασεβών Απολλιναρίου και Ευτυχή. Όπως βεβαιώνει σε άλλο ανάθεμα, μάλλον εκ της θείας και ανθρώπινης φύσεως έλαβε χώρα η υποστατική ένωση, ένας Χριστός απαρτίσθηκε. Πρέπει πράγματι να ομολογηθεί, ότι Ένας από την Αγία Τριάδα έγινε άνθρωπος και εσταυρώθη εν σαρκί και υπό την προϋπόθεση ότι ο όρος φύση ελήφθη με την έννοια της υπόστασης, τότε μόνο μπορεί να μιλήσει περί «μιάς σεσαρκωμένης φύσεως του θείου Λόγου».

 

Έτσι, έχοντες υπόψη ότι η ομολογία της μιάς υπόστασης του Ιησού Χριστού στον όρο της Χαλκηδόνας εννοούσε τη διδασκαλία της υποστατικής ένωσης και έχοντας υπόψη -όταν γινότανε κατάλληλα αντιληπτό- τον τύπο «μία σεσαρκωμένη φύσις του θείου Λόγου» ήταν σε πλήρη αρμονία με τη χαλκηδόνια διακήρυξη της πίστης, η Σύνοδος δύναται να λεχθεί ότι επκύρωσε αυτό που ήδη είχε διδαχθεί από πρωϊμότερους υπερασπιστές αυτής της διακήρυξης, είτε ήταν νέο-Αλεξανδρινοί ή υποστηρικτές της διδασκαλίας της Σχολής της Αντιόχειας.

 

Είναι εμφανές ότι η Σύνοδος κατέστησε δική της ολόκληρη τη Χριστολογία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, η οποία στηρίζεται στην προαίσθηση ότι ο Σωτήρας Χριστός ηδύνατο να είναι Ένας μόνο και αυτός ο Ένας είναι Θεός. Για να εκτιμηθεί αυτό πλήρως, είναι πάντοτε αναγκαίο ν’ αποκαλυφθεί αυτή η σωτηριολογική διάσταση της αλεξανδρινής θεολογίας, η οποία στην περίπτωση των Αθανασίου και Κυρίλλου, δεν ήταν καθόλου μια θεωρία, αλλά μια επιβεβαίωση ενός βιβλικού γεγονότος, ότι ο Θεός δύναται να σώσει.

 

Αναγνωρίζεται, ότι η χειρονομία της Συνόδου μέχρις ενός σημείου ικανοποίησε τους Μονοφυσίτες, αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα, ούτε αποσόβησε την κρίση. Μερικοί Χαλκηδόνιοι δεν ήταν ευτυχείς με τα αποτελέσματα και πολλοί Μη Χαλκηδόνιοι δεν ήταν ακόμη πεπεισμένοι για την ορθοδοξία της χαλκηδόνιας διδασκαλίας.

 

Οι αποφάσεις της Συνόδου δεν μπορούν να εκτιμηθούν σωστά εάν δεν μελετήσει κανείς προσεκτικά την πολιτική του Ιουστινιανού, ο οποίος ήταν ένας δυναμικός αυτοκράτορας και σπουδαίος θεολόγος. Αποκαλείται Διοκλητιανός της θεολογικής επιστήμης και Κωνσταντίνος του σχολαστικισμού. Η πολιτική του ήταν η αυστηρή συνέχιση της Χαλκηδόνας, δυτικού προσανατολισμού, με σκοπό τη συμφιλίωση των μονοφυσιτών με τους ορθόδοξους. Δεν αγνοούσε τα θρησκευτικά αισθήματα της πλειοψηφίας, αλλά συσχέτιζε τη χαλκηδόνια στάση προς το ελληνικό πνεύμα, γι’ αυτό έκλεισε τη φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, αλλά και εκείνες της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας.

 

Οι αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία με την υποταγή τους στον πάπα Λέοντα, ο Ιουστινιανός με την εχθρική στάση του προς το ελληνικό πνεύμα και ο Ηράκλειος με τη στάση του έναντι των μονοφυσιτών στη Μ. Ανατολή συνέβαλαν στην παρακμή του ελληνικού πνεύματος και γενικότερα της ελληνικής ακτινοβολίας, αλλά και στη συρρίκνωση του Βυζαντίου. Πάντως η Σύνοδος, μολονότι δεν αποτελεί το τελικό συμπέρασμα της Χριστολογίας (γιατί είναι μόνο η μια φάση της), προχώρησε περισσότερο ακόμη προς τις αντιχαλκηδόνιες «εκκλησίες».

 

Ο Ιουστινιανός το 547 είχε ουσιαστικά απαγάγει από την Ρώμη τον πάπα Βιγίλιο και τον είχε εγκαταστήσει στην ΚΠολη ήδη για μια 7ετία! Η σύλληψη έγινε στις 22.11.545 μετά τη θ. λειτουργία στο ναό της αγίας Καικιλίας και μεταφέρθηκε με πλοίο στην ΚΠολη τον Ιαν. 547. Η Θεοδώρα δεν έπαψε να πιέζει τον Βιγίλιο να αναγνωρίσει τον αιρετικό Άνθιμο, αλλά ο θάνατός της στις 12.6.548 απάλλαξε τον Βιγίλιο από την υποχρέωση αυτή. Ο αυτοκράτορας πίεζε αφόρητα τον Βιγίλιο, αλλά αυτός δεν συνηγορούσε στην καταδίκη των τριών κεφαλαίων. Το Μάϊο του 553 ο πάπας Βιγίλιος (που παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη) έστειλε στον Ιουστινιανό το Constitutum, το οποίο δεν έγινε δεκτό από τον αυτοκράτορα. Σ’ αυτό ο Βιγίλιος προσπάθησε να δώσει μια συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα των τριών κεφαλαίων, καταδικάζοντας εξήντα σημεία από τα συγγράμματα του Μοψουεστίας Θεόδωρου, αρνούμενος να καταδικάσει προσωπικά τον ίδιο, αφού είχε αποθάνει εν κοινωνία με την Εκκλησία. Αρνήθηκε επίσης την καταδίκη των άλλων δυο, θεωρώντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Η Σύνοδος ενημερώθηκε για το κείμενο αυτό, αλλά δεν το έλαβε υπόψη της.

 

Ο Ιουστινιανός, σε μια έκρηξη οργής ίσως, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη βία, για να αναγκάσει τον Βιγίλιο να δεχτεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Έτσι, απόσπασμα της ανακτορικής φρουράς υπό την ηγεσία του πραίτορα των δήμων στάλθηκε στην εκκλησία (του αγίου Πέτρου της ΚΠολης) με την εντολή να συλλάβει τον πάπα (Βιγίλιο) και τους διαφωνούντες επισκόπους. Ακολούθησε συμπλοκή, κατά την οποία μερικοί επίσκοποι τραυματίσθηκαν. Ο πραίτορας διέταξε τους άνδρες του να αποσπάσουν δια της βίας τον Βιγίλιο από την Αγία Τράπεζα, όπου είχε προσπέσει. Καθώς τον έσερναν από τα πόδια και τα γένια, η Τράπεζα ανατράπηκε και λίγο έλειψε να συντρίψει τον πάπα…..Τελικά ο πραίτορας αναγκάσθηκε να αποχωρήσει με τους άνδρες του, αφήνοντας τον πάπα και τους επισκόπους, καταπονημένους αλλά απτόητους, κύριους της εκκλησίας. (Ιστορία……….σελ. 197).

 

Εννέα μήνες αργότερα ο Βιγίλιος αποδέχτηκε την καταδίκη των τριών κεφαλαίων με το δεύτερο Constitutum του 554. Παρ’ όλον, ότι η Σύνοδος τον είχε καθαιρέσει, ο Ιουστινιανός τον αποκατέστησε στο θρόνο της Ρώμης! Καθ’ οδόν προς την Ιταλία πέθανε στη Σικελία. Ο Ρωμαίος αντιπρόσωπος στην Κωνσταντινούπολη (δηλ. ο αποκρισάριος του πάπα) διάκονος Πελάγιος ήταν και αυτός εναντίον της καταδίκης των τριών κεφαλαίων. Καταδικάστηκε σε απομόνωση σε μοναστήρι, οπότε άλλαξε γνώμη και υποστήριξε την καταδίκη. Ο Ιουστινιανός θεώρησε, ότι ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για την εισαγωγή των αποφάσεων της Συνόδου στην Ιταλία.

 

Με την βοήθεια του Ιουστινιανού και ειδικά του στρατηγού Ναρσή, επάρχου της Ρώμης «εξελέγη» διάδοχος του Βιγίλιου, ως πάπας Πελάγιος Α΄. Οι επίσκοποι της Ρώμης αρνήθηκαν να τον χειροτονήσουν και αναγκάστηκε να αναζητήσει επισκόπους εκτός Ρώμης προς τούτο. Τελικά χειροτονήθηκε, αλλά με μεγάλη δυσκολία μπόρεσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Απειλήθηκε σχίσμα στη Βόρειο Ιταλία που χωρίσθηκε από τη Ρώμη και τούτο διήρκεσε σε ορισμένες επαρχίες μέχρι το 689, δηλ. για 135 χρόνια!.

 

Ο Ιουστινιανός προσπάθησε απεγνωσμένα να φέρει τους Μονοφυσίτες στην Εκκλησία, πολλές φορές κάνοντας έκπτωση στην πίστη. Το 564 έκανε άλλη μια παραχώρηση και αυτή ήτανε η έκδοση ενός νέου διατάγματος σχετικά με τον «αφθαρτοδοκητισμό», αλλά δεν έγινε τούτο δεκτό από την Εκκλησία. Η διδασκαλία του «αφθαρτοδοκητισμού» εμφανίσθηκε στην Αίγυπτο το 518 και επέμενε στο ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν ήδη από τη γέννησή του «άφθαρτος», αλλά τέτοια διδασκαλία οδηγούσε στην αμφιβολία για το πραγματικό πάθος του Χριστού. Οι Πατέρες έλεγαν, ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν κατ’ οικονομίαν της σωτηρίας φθαρτή, αλλά με την ανάσταση κατέστη άφθαρτη.

 

Ο σκοπός του Ιουστινιανού απέτυχε. Οι μονοφυσίτες επέμειναν στις θέσεις και απόψεις τους. Οι αντιχαλκηδόνιοι είχαν αποπροσανατολιστεί από τους ηγέτες τους και δεν επιθυμούσαν στα σοβαρά να ενωθούν με την Εκκλησία, οργανώθηκαν δε σε χωριστό σώμα, που παραμένει μέχρι σήμερα χωρισμένο από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Η Σύνοδος έλυσε και το θέμα του μετά θάνατον αναθεματισμού, όπου στα πρακτικά της καταγράφεται: «Ανεγνώσθησαν ακόμη και διάφοραι επιστολαί του ιεράς μνήμης Αυγουστίνου, όστις διέπρεπε μεταξύ των επισκόπων της Αφρικής. Εις αυτάς είναι ολοφάνερο ότι οι αιρετικοί πρέπει να αναθεματίζονται και μετά το θάνατό τους. Ανάλογον παράδοσιν εφύλαττον και οι λοιποί σεβασμιότατοι επίσκοποι της Αφρικής. Αλλά και η αγία Εκκλησία της Ρώμης ανεθεμάτισεν επισκόπους της και μετά το θάνατό τους, παρ’ ότι κατά το διάστημα της ζωής τους δεν είχον κατηγορηθεί δια τίποτε. Και όλα αυτά τα επιβεβαιούν τα παρ’ ημίν τηρούμενα Αρχεία».

 

Πρακτικά της Συνόδου σώθηκαν μόνο στη λατινική γλώσσα. Η Εκκλησία εορτάζει την Ε΄ Οικουμενική στις 25 Ιουλίου.

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ Ε΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

                                   ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 553

 

Α΄. Ει τις ουχ ομολογεί Πατρός και Υιού και αγίου Πνεύματος μίαν φύσιν, ήτοι ουσίαν, μίαν τε δύναμιν και εξουσίαν, Τριάδα ομοούσιον, μίαν θεότητα εν τρισίν υποστάσεων, ήγουν προσώποις, προσκυνουμένην, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Εις γαρ Θεός και πατήρ, εξ ου τα πάντα, και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ου τα πάντα, και εν πνεύμα άγιον, εν ω τα πάντα.

 

Β΄. Ει τις ουχ ομολογεί, του Θεού Λόγου είναι τας δυο γεννήσεις, την τε προ αιώνων εκ του Πατρός αχρόνως και ασωμάτως, την τε επ’ εσχάτων των ημερών, του αυτού κατελθόντος εκ των ουρανών, και σαρκωθέντος εκ της αγίας ενδόξου Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, και γεννηθέντος εξ αυτής, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Γ΄. Ει τις λέγει, άλλον είναι του Θεού Λόγου τον θαυματουργήσαντα και άλλον τον Χριστόν τον παθόντα, ή τον Θεόν Λόγον συνείναι λέγει τω Χριστώ γεννωμένω εκ γυναικός, ή εν αυτώ είναι ως άλλον εν άλλω, αλλ’ ουχ ένα και τον αυτόν Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον του Θεού Λόγον, σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, και του αυτού τα τε θαύματα και τα πάθη άπερ εκουσίως υπέμεινε σαρκί, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Δ΄. Ει τις λέγει κατά χάριν ή κατά ενέργειαν ή κατά ισοτιμίαν ή κατά αυθεντίαν ή αναφοράν ή σχέσιν ή δύναμιν την ένωσιν του Θεού Λόγου προς άνθρωπον γεγενήσθαι. ή κατά ευδοκίαν, ως αρεσθέντος του Θεού Λόγου του ανθρώπου, από του ευ και καλώς δόξαι αυτώ περί αυτού, καθώς Θεόδωρος μαινόμενος λέγει. ή κατά ομωνυμίαν, καθ’ ην οι Νεστοριανοί τον Θεόν Λόγον Ιησούν και Χριστόν καλούντες, και τον άνθρωπον κεχωρισμένως Χριστόν και υιόν ονομάζοντες, και δυο πρόσωπα προφανώς λέγοντες, κατά μόνην την προσηγορίαν και τιμήν και αξίαν και προσκύνησιν, και εν πρόσωπον και ένα Χριστόν υποκρίνονται λέγειν. αλλ’ ουχ ομολογεί την ένωσιν του Θεού Λόγου προς σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική και νοερά κατά σύνθεσιν ήγουν καθ’ υπόστασιν γεγενήσθαι, καθώς οι άγιοι Πατέρες εδίδαξαν, και δια τούτο μίαν αυτού την υπόστασιν, ό εστίν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εις της αγίας Τριάδος, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Πολυτρόπως γαρ νοουμένης της ενώσεως, οι μεν τη ασεβεία Απολλιναρίου και Ευτυχούς ακολουθούντες, τω αφανισμώ των συνελθόντων προκειμένου, την κατά σύγχυσιν την ένωσιν πρεσβεύουσιν. οι δε τα Θεοδώρου και Νεστορίου φρονούντες, τη διαιρέσει χαίροντες, σχετικήν την ένωσιν επεισάγουσαν. Ή μέντοι αγίαν του θεού Εκκλησίαν, εκατέρας αιρέσεως την ασέβειαν αποβαλλομένη, την ένωσιν του Θεού Λόγου προς την σάρκα κατά σύνθεσιν ομολογεί, όπερ εστί καθ’ υπόστασιν. Η γαρ κατά σύνθεσιν ένωσις, επί του κατά Χριστόν μυστηρίου ου μόνον ασύγχυτα τα συνελθόντα διαφυλάττει, αλλ’ ουδέ διαίρεσιν επιδέχεται.

 

Ε΄. Ει τις μίαν υπόστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ούτως εκλαμβάνει, ως επιδεχομένην πολλών υποστάσεων σημασίαν, και δια τούτου εισάγειν επιχειρεί επί του κατά Χριστόν μυστηρίου δυο υποστάσεις, ήτοι δυο πρόσωπα, και των παρ’ αυτού εισαγομένων δυο προσώπων εν πρόσωπον λέγει κατά αξίαν και τιμήν και προσκύνησιν, καθάπερ Θεόδωρος και Νεστόριος μαινόμενοι συνεγράψαντο, και συκοφαντεί την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον, ως κατά ταύτην την ασεβή έννοιαν χρησαμένην τω της μιάς υποστάσεως ρήματι. αλλά μη ομολογεί τον του Θεού Λόγον σαρκί καθ’ υπόστασιν ενωθήναι, και δια τούτο μίαν αυτού την υπόστασιν, ήτοι εν πρόσωπον, ούτως τε και την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον μίαν υπόστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ομολογήσαι, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Ούτε γαρ προσθήκην προσώπου, ήγουν υποστάσεως, επεδέξατο η αγία Τριάς και σαρκωθέντος του ενός της αγίας Τριάδος Θεού Λόγου.

 

ΣΤ΄. Ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ένδοξον αειπάρθενον Μαρίαν ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής, αναφερομένης δε κατ’ εκείνους της του ανθρώπου γεννήσεως επί τον Θεόν Λόγον, ως συνόντα τω ανθρώπω γεννωμένω και συκοφαντεί την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον, ως κατά ταύτην την ασεβή επινοηθείσαν παρά Θεοδώρου έννοιαν Θεοτόκον την παρθένον ειπούσαν. ή ει τις ανθρωποτόκον αυτήν καλεί ή χριστοτόκον, ως του Χριστού μη όντος Θεού, αλλά μη κυρίως και κατά αλήθειαν Θεοτόκον αυτήν ομολογεί, δια το προ των αιώνων εκ του πατρός γεννηθέντα Θεόν Λόγον επ’ εσχάτων των ημερών εξ αυτής σαρκωθήναι, ούτω τε ευσεβώς και την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον Θεοτόκον αυτήν ομολογήσαι, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Ζ΄. Ει τις εν δυο φύσεσιν λέγων, μη ως εν θεότητι και ανθρωπότητι τον ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν γνωρίζεσθαι ομολογεί, ίνα δια τούτο σημάνη την διαφοράν των φύσεων, εξ ων ασυγχύτως η άφραστος ένωσις γέγονε, ούτε του Λόγου εις την της σαρκός μεταποιηθέντος φύσιν, ούτε της σαρκός προς την του Λόγου φύσιν μεταχωρησάσης (μένει γαρ εκάτερον, όπερ εστί τη φύσει, και γενομένης της ενώσεως καθ’ υπόστασιν), αλλ’ επί διαιρέσει τη ανά μέρος την τοιαύτην λαμβάνει φωνήν επί του κατά Χριστόν μυστηρίου. ή τον αριθμόν των φύσεων ομολογών επί του αυτού ενός Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Θεού Λόγου σαρκωθέντος, μη τη θεωρία μόνη την διαφοράν τούτων λαμβάνει, εξ ων και συνετέθη, ουκ αναιρουμένην δια την ένωσιν (εις γαρ εξ αμφοίν, και δι’ ενός αμφότερα), αλλ’ επί τούτω κέχρηται τω αριθμώ, ως κεχωρισμένας και ιδιοϋποστάτους έχει τας φύσεις, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Η΄. Ει τις εκ δυο φύσεων, θεότητος και ανθρωπότητος, ομολογών την ένωσιν γεγενήσθαι, ή μιαν φύσιν του Θεού Λόγου σεσαρκωμένην λέγων, μη ούτως αυτά λαμβάνη, καθάπερ και οι άγιοι πατέρες εδίδαξαν, ότι εκ της θείας φύσεως και της ανθρωπίνης της ενώσεως καθ’ υπόστασιν γενομένης εις Χριστός απετελέσθη, αλλ’ εκ της τοιούτων φωνών μίαν φύσιν, ήτοι ουσίαν, θεότητος και σαρκός του Χριστού εισάγειν επιχειρεί, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Καθ’ υπόστασιν γαρ λέγοντες τον μονογενή Λόγον ηνώσθαι, ουκ ανάχυσίν τινα την εις αλλήλας των φύσεων πεπράχθαι φαμέν, μενούσης δε μάλλον εκατέρας όπερ εστίν, ηνώσθαι σαρκί νοούμεν τον Λόγον. Διό και είς εστιν ο Χριστός, Θεός και άνθρωπος, ο αυτός ομούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν ο αυτός κατά την ανθρωπότητα. επίσης γαρ και τους ανά μέρος διαιρούντας, ήτοι τέμνοντας, και τους συγχέοντας το της θείας οικονομίας μυστήριον του Χριστού, αποστρέφεται και αναθεματίζει η του Θεού Εκκλησία.

 

Θ΄. Ει τις προσκυνείσθαι εν δυσί φύσεσι λέγει τον Χριστόν, εξ ου δυο προσκυνήσεις εισάγονται, ιδία τω Θεώ λόγω και ιδία τω ανθρώπω ή ει τις επί αναιρέσει της σαρκός, ή επί συγχύσει της θεότητος και της ανθρωπότητος, ή μίαν φύσιν ήγουν ουσίαν των συνελθόντων τερατευόμενος, ούτως προσκυνεί τον Χριστόν, αλλ’ ουχί μια προσκυνήσει τον Θεόν Λόγον σαρκωθέντα μετά της ιδίας αυτού σαρκός προσκυνεί, καθάπερ η του Θεού Εκκλησία παρέλαβεν εξ αρχής, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Ι΄. Ει τις ουχ ομολογεί τον εσταυρωμένον σαρκί Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν είναι αληθινόν και κύριον της δόξης και ένα της αγίας Τριάδος, ο τοιούτος ανάθεμα έστω,

 

ΙΑ΄. Ει τις μη αναθεματίζει Άρειον, Ευνόμιον, Μακεδόνιον, Απολλινάριον, Νεστόριον, Ευτυχέα και Ωριγένην, μετά των ασεβών αυτών συγγραμμάτων, και τους άλλους πάντας αιρετικούς τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αιρετικών φρονήσαντας ή φρονούντας και μέχρι τέλους τη οικεία ασεβεία εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

ΙΒ΄. Ει τις αντιποιείται Θεοδώρου του ασεβούς και Μοψουεστίας, του ειπόντος άλλον είναι τον Θεόν Λόγον και άλλον τον Χριστόν, υπό παθών ψυχής και των της σαρκός επιθυμιών ενοχλούμενον και των χειρόνων κατά μικρόν χωριζόμενον, και ούτως εκ προκοπής έργων βελτιωθέντα και εκ πολιτείας άμωμον καταστάντα, ως ψιλόν άνθρωπον βαπτισθήναι εις όνομα Πατρός και Υιού και αγίου Πνεύματος και δια του βαπτίσματος την χάριν του αγίου Πνεύματος λαβείν και υιοθεσίας αξιωθήναι, και κατ’ ισότητα βασιλικής εικόνος εις πρόσωπον του Θεού Λόγου προσκυνήσθαι, και μετά την ανάστασιν άτρεπτον ταις εννοίαις και αναμάρτητον παντελώς γενέσθαι. Και πάλιν ειρηκότος του αυτού ασεβούς Θεοδώρου, την ένωσιν του Θεού Λόγου προς τον Χριστόν τοιαύτην γεγενήσθαι, οίαν ο απόστολος επί ανδρός και γυναικός «έσονται οι δυο εις σάρκα μίαν». Και, προς ταις άλλαις αναριθμήτοις αυτού βλασφημίαις, τολμήσαντος ειπείν, ότι μετά την ανάστασιν εμφυσήσας ο Κύριος τοις μαθηταίς και ειπών «λάβετε Πνεύμα άγιον», ου δέδωκεν αυτοίς Πνεύμα άγιον, αλλά σχήματι μόνον ενεφύσησεν. Ούτος δε και την ομολογίαν του Θωμά, την επί τη ψηλαφήσει των χειρών και της πλευράς του Κυρίου μετά την ανάστασιν, το «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», είπε μη ειρήσθαι περί του Χριστού παρά του Θωμά, αλλ’ επί τω παραδόξω της αναστάσεως εκπλαγέντα τον Θωμάν υμνήσαι τον Θεόν τον εγείραντα τον Χριστόν. Το δε χείρον, και εν τη των Πράξεων των αποστόλων γενομένη παρ’ αυτού δήθεν ερμηνεία, συγκρίνων ο αυτός Θεόδωρος τον Χριστόν Πλάτωνι και Μανιχαίω και Επικούρω και Μαρκίωνι, λέγει, ότι ώσπερ εκείνων έκαστος ευράμενος οικείον δόγμα τους αυτώ μαθητεύσαντας πεποίηκε καλείσθαι Πλατωνικούς και Μανιχαίους και Επικουρείους και Μαρκιωνιστάς, τον όμοιον τρόπον και του Χριστού ευραμένου δόγμα, εξ αυτού χριστιανούς καλείσθαι. Ει τις τοίνυν αντιποιείται του ειρημένου ασεβεστάτου Θεοδώρου και των ασεβών αυτού συγγραμμάτων, εν οις τας τε ειρημένας και άλλας αναριθμήτους βλασφημίας εξέχεε κατά του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, αλλά μη αναθεματίζει αυτόν και τα ασεβή αυτού συγγράμματα, και πάντας τους δεχομένους ή και εκδικούντας αυτόν ή λέγοντας ορθοδόξως αυτόν εκθέσθαι, και τους γράψαντας υπέρ αυτού και των ασεβών αυτού συγγραμμάτων, και τους τα όμοια φρονούντας ή φρονήσαντας πώποτε και μέχρι τέλους εμμείναντας τη τοιαύτη αιρέσει, ανάθεμα έστω.

 

ΙΓ΄. Ει τις αντιποιείται των ασεβών συγγραμμάτων Θεοδωρήτου, των κατά της αληθούς πίστεως και της εν Εφέσω πρώτης και αγίας συνόδου και του εν αγίοις Κυρίλλου και των δώδεκα αυτού κεφαλαίων, και πάντων ων συνεγράψατο υπέρ Θεοδώρου και Νεστορίου των δυσσεβών, και υπέρ άλλων των τα αυτά τοις προειρημένοις Θεοδώρω Νεστορίω φρονούντων και δεχομένων αυτούς και την αυτών ασέβειαν, και δι’ αυτών ασεβείς καλεί τους της Εκκλησίας διδασκάλους, τους καθ’ υπόστασιν την ένωσιν του θεού Λόγου φρονούντας και ομολογούντας, και είπερ ουκ αναθεματίζει τα ειρημένα ασεβή συγγράμματα, και τους τα όμοια τούτοις φρονήσαντας ή φρονούντας, και πάντας δε τους γράψαντας κατά της ορθής πίστεως ή του εν αγίοις Κυρίλλου και των δώδεκα αυτού κεφαλαίων και εν τη τοιαύτη ασεβεία τελευτήσαντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

ΙΔ΄. Ει τις αντιποιείται της επιστολής της λεγομένης παρά Ίβα γεγράφθαι προς Μάρην τον Πέρσην, της αρνουμένης μεν τον Θεόν Λόγον εκ της αγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας σαρκωθέντας άνθρωπον γεγεννήσθαι, λεγούσης δε ψιλόν άνθρωπον εξ αυτής γεννηθήναι, ον ναόν αποκαλεί, ως άλλον είναι τον Θεόν Λόγον και άλλον τον άνθρωπον, και εν αγίοις Κύριλλον, την ορθήν των χριστιανών πίστιν κηρύξαντα, διαβαλλούσης ως αιρετικόν και ομοίως Απολλιναρίω τω δυσσεβεί γράψαντα, και μεμφομένης την εν Εφέσω πρώτην αγίαν σύνοδον, ως χωρίς κρίσεως και ζητήσεως Νεστόριον καθελούσαν, και τα δώδεκα κεφάλαια του εν αγίοις Κυρίλλου ασεβή και εναντία τη ορθή πίστει αποκαλεί η αυτή ασεβής επιστολή, και εκδίδει Θεόδωρον και Νεστόριον και τα ασεβή αυτών δόγματα και συγγράμματα. ει τις τοίνυν της ειρημένης ασεβούς επιστολής αντιποιείται και μη αναθεματίζει αυτήν, και τους αντιποιουμένης αυτής και λέγοντας αυτήν ορθήν είναι ή μέρος αυτής, και γράψαντας και γράφοντας υπέρ αυτής ή των περιεχομένων αυτή ασεβείας ονόματι των αγίων πατέρων ή της αγίας εν Χαλκηδόνι συνόδου, και τούτοις μέχρι τέλους εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.

 

Τούτων τοίνυν ούτως ομολογηθέντων, α και παρελάβομεν εκ της της θείας Γραφής και της των αγίων Πατέρων διδασκαλίας και των ορισθέντων περί της μιάς και της αυτής πίστεως παρά των προειρημένων αγίων τεσσάρων Συνόδων, γενομένης δε και παρ’ ημών της επί της αιρετικοίς και της αυτών ασεβείας, προς γε και της των εκδικησάντων ή εκδικούντων τη οικεία πλάνη, κατακρίσεως, ει τις επιχειρήσοι εναντία τοις παρ’ ημών ευσεβώς διατυπωθείσι παραδούναι ή διδάξαι ή γράψαι, ει μεν επίσκοπος είη ή εν κλήρω αναφερόμενος, ο τοιούτος αλλότρια ιερέων και της εκκλησιαστικής καταστάσεως πράττων, γυμνωθήσεται της επισκοπής ή του κλήρου, ει δε μοναχός ή λαϊκός αναθεματισθήσεται.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 

1.- Η Σύνοδος αναθεμάτισε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα συγγράμματα του Κύρου Θεοδώρητου κατά του Κυρίλλου και την επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς Μάρη, αντίθετα με την απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής, που έκανε τους ανωτέρω δεκτούς στη σύνοδο αυτή. Με την απόφαση αυτή η Ε΄ ακύρωσε την απόφαση της Δ΄.

2.- Η Σύνοδος καταδίκασε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Ωριγένη. Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει τα συγγράμματα Ωριγένη: «….. μεθ’ ων και τα Ωριγένους, Ευαγρίου τε και Διδύμου μυθεύματα αναθεματίζομεν, ως και η εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσα πέμπτη Σύνοδος». Παρατηρείται, ότι εδώ αναθεματίζονται τα συγγράμματα του Ωριγένη και όχι το πρόσωπό του. Επίσης, παρατηρείται, ότι έργα του Ωριγένη περιλαμβάνονται στην 1η Φιλοκαλία των Μ. Βασιλείου κ΄ Γρηγορίου Θεολόγου.

 

3.- Η πολιτική εξουσία εκδίδει διατάγματα σε καθαρώς δογματικά θέματα και κατόπιν καλεί την Εκκλησία να τα επικυρώσει, άλλοτε επιτυχώς (καταδίκη των τριών κεφαλαίων), άλλοτε ανεπιτυχώς (αφθαρτοδοκητισμός).

 

4.- Οι καταδικασθέντες από την Σύνοδο είχαν αποβιώσει σε κοινωνία με την Εκκλησία και δεν είχαν τη δυνατότητα να απολογηθούν και να υπερασπισθούν τον εαυτό τους και τη διδασκαλία τους.

 

5.- Η Σύνοδος αυτή θεωρήθηκε ως νίκη της Ανατολής έναντι της Δύσης, ενώ η Δ΄ ως νίκη της Δύσης έναντι της Ανατολής.

 

6.- Η αποκατάσταση του πάπα Βιγίλιου στη θέση του, ως πάπα της Ρώμης από τον Ιουστινιανό, παρ’ όλη την καθαίρεσή του από τη Σύνοδο, έγινε κατά παράβαση των κανόνων της Εκκλησίας.

 

7.- Η επιλογή και εκλογή του Πελάγιου ως πάπα της Ρώμης από τον Ιουστινιανό, κάθε άλλο σύμφωνη με τους κανόνες της Εκκλησίας υπήρξε.

 

8.- Ο Ιουστινιανός, οπαδός των αιρέσεων του μονοθελητισμού, θεοπασχιτισμού και αφθαρτοδοκητισμού, αναγνωρίσθηκε ως άγιος από την Εκκλησία και η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Αυγούστου.

 

  1. 14

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ