Κατάχρηση ή απάτη; Η αγυρτεία των λειψάνων στο ζενίθ. (του Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, ιεροκήρυκος)

ΘΑΥΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 Αυθεντικό λείψανο του αγίου Μεγαλομάρτυρος Ιωάννου του Χρυσοστόμου – η κάρα του – με τον χόνδρο του αυτιού του να διατηρείται επί 1700 χρόνια. Πρωτοφανές και μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της Εκκλησίας. Βρίσκεται στη μονή Βατοπεδίου.
Το ένα το θέλουμε ως υποκατάστατο. Το άλλο το επιδιώκουμε ως αυθεντική αναζήτηση. Το ένα είναι η διαρκής ενασχόληση πολλών λειτουργών (επισκόπων και πρεσβυτέρων) με μεταφορά λειψάνων και εικόνων. Μερικοί το κάνουν σχεδόν επί καθημερινής βάσης. Κάποιος π.χ: μητροπολίτης της Βορείου Ελλάδος φιγουράρει μέρα παρά μέρα σε ηλεκτρονική ιστοσελίδα, υποδεχόμενος ή μεταφέρων λείψανα ή εικόνες.
Για κάθε μετακίνηση καλούνται τοπικές αρχές, δίνουν υποχρεωτικά το «παρών» εν παρατάξει όλοι οι κληρικοί, επιστρατεύονται τα σχολιάρικα παιδιά και οι πρόσκοποι. Οπωσδήποτε δε και πάνω από πέντε δεσποτάδες λαμπρύνουν με την παρουσία τους το όλο «σόου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε έξοδα.
Διερωτάται κανείς: Πότε ο λειτουργός αυτός ασχολείται με την ιερουργία του λόγου, με την κατήχηση, με το κήρυγμα (όχι τις πομπώδεις προσφωνήσεις!), με την καλλιέργεια του λαού;
Κάποτε η Εκκλησία τιμούσε τα λείψανα των αγίων, και δη των μαρτύρων, εν σιγή. Προσέτρεχαν οι πιστοί με ευλάβεια στους τάφους τους και εκεί εντρυφούσαν στο πώς θα τους μιμηθούν.
Δεν έπαιρναν τα λείψανα να τα βγάλουν στους δρόμους και στις πλατείες. Δεν ξόδευαν για χρυσές λειψανοθήκες χρήματα, που κυρίως προορίζονται για τους φτωχούς. Δεν εκμεταλλεύονταν τα λείψανα. Και δεν επικεντρώνονταν όλο το ποιμαντικό τους ενδιαφέρον στην υποδοχή και την προσκύνηση λειψάνων.
Επειδή η παράδοση της σωστής τιμής των λειψάνων είναι αρχαιοτάτη, παραθέτουμε μαρτυρία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Τῆς πόλεως ἐξελθόντες, πολλά χαίρειν τοῑς θορύβοις τούτοις εἰπόντες ἀναχωρήσωμεν εἰς μαρτύριον,ἀπολαύσωμεν τῆς αὒρας ἐκείνης τῆς πνευματικῆς, ἐπιλαθώμεθα τῆς πολλῆς σχολῆς, ἐντρυφήσωμεν τῇ ἡσυχία, συγγενώμεθα τοῖςἁγίοις, παρακαλέσωμεν αὐτών τόν ἀγωνιθέτην ὑπέρ τῆς ἡμετέρας σωτηρίας, πολλάς ἱκετηρίας ἐκχέωμεν, διά τούτων πάντων ἀποθέμενοι τό βάρος τοῡ συνειδότος, μετά πολλῆς τῆς ψυχαγωγίας οἴκαδε πάλιν ἐπανέλθωμεν» (Ε.Π.Ε. 36,586-588). Μετάφραση: Ας βγαίνουμε έξω από την πόλη αποχαιρετώντας του θορύβους. Ας επισκεπτόμαστε τον τάφο κάποιου μάρτυρα. Ας απολαμβάνουμε την αύρα την πνευματική. Ας λησμονούμε τις ποικίλες ασχολίες. Ας χαιρόμαστε την ησυχία. Ας επικοινωνούμε με τους αγίους. Ας παρακαλούμε για την σωτηρία μας τον Θεό, που τους αξίωσε να διακριθούν στους πνευματικούς αγώνες. Ας αναπέμψουμε πολλές και θερμές ικεσίες. Και έτσι ανανεωμένοι και χαρούμενοι να επιστρέψουμε στα σπίτια μας.
Για την Εκκλησία σπουδαιότατο είναι το θέμα της εγκυρότητας των λειψάνων. Όπως είναι ανευλάβεια το να μην προσκυνήσεις με δέος γνήσια λείψανα, έτσι είναι ασέβεια να προβάλλονται ψεύτικα λείψανα, που η αγυρτεία ελαχίστων ευτυχώς ρασοφόρων… ανακάλυψε! Η διοίκηση της Εκκλησίας (η Σύνοδος) οφείλει να ασχοληθεί με το θέμα της γνησιότητας των λειψάνων.
Από ποιον π.χ: πήρε έγκριση ο τάδε ρασοφόρος, περιφέρων λείψανα αγίων παντός είδους και πάσης εποχής; Πού βρήκε πρώτος και μοναδικός αυτός λείψανα, παλαιού αγίου και ύστερα και… συγγενούς του, που δεν βρίσκεται στο αγιολόγιο της Εκκλησίας, και ύστερα πιο παλιά, του Προδρόμου, του οποίου περιφέρει τρίχες από τις …πλεξούδες του και τμήμα από τα οστά του, και ύστερα ακόμα πιο παλιά, λείψανα από το σκηνικό των Χριστουγέννων, ύστερα πιο σύγχρονα, κομματάκι από άμφιο ιερέως, και πιο σύγχρονα, λείψανα αγίων των ονείρων;

Σταματημό δεν έχουν οι ανακαλύψεις, ειδικά από μερικούς, νέων λειψάνων!

Γιατί οι επίσκοποι, που στην εκκλησιαστική τους περιφέρεια γίνεται ο γύρος «λειψάνων», δεν εξετάζουν την γνησιότητα των προβαλλομένων και μεταφερομένων, προς εκμετάλλευση ή προσωπική προβολή, λειψάνων;
Δεν γνωρίζουν οι σεβάσμιοι επίσκοποι, ότι η κατάχρηση θαυμάτων και ψευτοθαυμάτων, λειψάνων και ψευτολειψάνων, οδηγεί στον κλονισμό της πίστεως και στον αποπροσανατολισμό από το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού;
Advertisements

Ο πατήρ Πορφύριος, ο γέροντας της Πεντέλης (Μικρό αφιέρωμα)

Στο όρος των Άμωμων, στο πιο φιλικά βουνά της Αττικής, την Πεντέλη, γνωρίσαμε τον Γέροντα Πορφύριο. Αν και μας τον είχε συστήσει έμπειρος στην πνευματική ζωή, άλλα και γνώστης των πολύπλοκων προβλημάτων

της σύγχρονης ζωής στον κόσμο Αγιορείτης Ηγούμενος, ξεκινήσαμε να βρούμε τον γέροντα στην Πεντέλη έχοντας κάποιες επιφυλάξεις. Ό πατήρ Πορφύριος ζούσε σε κάτι προχειροφτιαγμένα ή μισοεπισκευασμένα κελλάκια στο μετόχι της Μονής της Αγ. Τριάδος Πεντέλης, τον Άγιο Νικόλαο στα Καλίσια.

Για να φτάσεις εκεί, έπρεπε να αφήσεις το αυτοκίνητο σε ένα ξέφωτο κι έπειτα να περπατήσεις κάτι λιγότερο από μισή ώρα. Το μονοπάτι που οδηγούσε στο μοναστηράκι ξεκινούσε αρχικά στο ίσιωμα. Έπειτα όμως στένευε και περπατούσες στο φρύδι σχεδόν του βράχου. Κυκλάμινα συμπαραστέκονταν στον οδοιπορούντα για το μοναστήρι. Παρακάτω, αφού κατέβαινες μια κατηφόρα και διάβαινες μικρό ρυάκι, έμπαινες σε σκιερό πευκοδάσος για να ανηφορίσεις πάλι και αφού περάσεις δίπλα από χαλάσματα να βρεθείς σε ξέφωτο, όπου είχε χτιστεί πριν από διακόσια περίπου χρόνια το μικρό αυτό μοναστηράκι με το ξεγυμνωμένο σήμερα από τους σοβάδες του τρουλλωτό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.
Βαδίζοντας στο στενό μονοπάτι ξέκοβες σιγά-σιγά από την πολύβουη πόλη της Αθήνας των μηχανών και των ρύπων και, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνεις, έμπαινες σ’ έναν άλλο κόσμο. Τη μέρα ή πόλη από κάτω ξαπλωνόταν στη θολή της νωχέλεια. Τη νύχτα συχνά λαμπύριζαν μακριά τα φώτα. Στα Καλίσια όμως δεν είχε ηλεκτρικό. Κεριά και λίγα καντήλια στο εκκλησάκι την ώρα του Εσπερινού αχνοφώτιζαν τις εξίτηλες μορφές των Αγίων και τις γυμνές πέτρες. Πετρόλαμπα φώτιζε τα λίγα κελιά και το μικρό «αρχονταρίκι», πού το ζέσταινε το χειμώνα αυτοσχέδια σόμπα για καυσόξυλα. Μόνη «τεχνολογική» παρουσία έξω από τα κελιά: τεντωμένο σύρμα για κεραία ραδιοφώνου.
Το χειμώνα ό παπούλης φώλιαζε δίπλα στη σόμπα. Το καλοκαίρι περπατούσε έξω στο μικρό υψίπεδο με τα βράχια ή στα κηπάκια πού καλλιεργούσε στα χαμηλότερα απάγγια της Μονής. Όταν ό καιρός ήταν καλός εξομολογούσε στην εκκλησία. Τότε, όπως όταν πρωτοπήγαμε, περιμέναμε έξω στην αυλή, κάνοντας γνωριμίες με ανθρώπους που βλέπαμε για πρώτη φορά αλλά γρήγορα νιώθαμε μιαν απροσδόκητη φιλία και τρυφερότητα στην καρδιά μας. Ίσως και σαν συνδετικό στοιχείο να λειτουργούσε ή εσωτερική ανάγκη και κάποιος πόνος, που μας οδηγούσε όλους στα όρη όπου περιμέναμε τη βοήθεια.
Ή πρώτη συνάντηση με τον πατέρα Πορφύριο ήταν πολύ ήρεμη και φιλική. Χωρίς καμιά βλοσυρότητα ή κατήφεια, πού θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ακούγοντας για γέροντα ασκητή.
Γαλήνιος και συγχαταβατικός, άκουγε αιχμηρές αποκαλύψεις των εσώτατων πτυχών της ψυχής, σαν να ήταν κοινές καθημερινές κουβέντες. Σαν να ήταν πράγματα πού ήξερε. Με την πρώτη γνωριμία όλες οι επιφυλάξεις διαλύθηκαν. Καμία απάνθρωπη αυστηρότητα. Μόνον φιλάδελφη αγάπη και συγχωρητικότητα.
Ακούει, προσεύχεται συνάμα με το κομποσκοίνι, ευλογεί και συγχωρεί. «Μεγάλο πράγμα ό πνευματικός», θα μας πει αργότερα. «Γι’ αυτό στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει απελπισία. Δεν υπάρχει αδιέξοδο. Γιατί υπάρχει ό πνευματικός, πού έχει τη χάρη να συγχωρεί. Να ελευθερώνει τους προστρέχοντες και εναποθέτοντες στο πετραχήλι του τα βάρη της ψυχής τους».
Το ιλαρό φως της δύσης μακριά στην Πειραϊκή μαζί με το λόγο του Πορφύριου γαληνεύουν τις τρικυμισμένες καρδιές.
Στις πολλές αναβάσεις πού ακολουθούν, δειλινά ή πρωινά, νύχτες και μεσημέρια, κάθε φορά πού σφίγγεται ή καρδιά και μοιάζει ό ορίζοντας κλειστός κι ό δρόμος αδιέξοδος, κάθε φορά πού παίρνουμε το μονοπάτι με τις αιχμηρές πέτρες και τα γλυκόχρωμα κυκλάμινα, κάθε φορά ό παπούλης μας περιμένει και μας υποδέχεται για να ξεφορτώσει τα βάρη από τις καρδιές.
Ένα απογευματινό ανοιξιάτικο τον βρίσκουμε να φροντίζει τις φράουλες ξαπλωμένος σχεδόν στη γη. Διαλέγει φράουλες και μας προσφέρει να γευτούμε τους καρπούς της γης. Και κει κουβεντιάζουμε. Χωρίς πολλές συμβουλές και ηθικολογίες, τέμνει βαθιά την ψυχή και ρίχνει το βάλσαμο της χάρης του Θεού. Ακτινοβολεί τέτοιες ώρες και λάμπει και χαίρεται σαν παιδί. Μας μιλάει έτσι απλά για την ευχή. Για την νοερά προσευχή. Άλλοτε, μας λέει και μας εξηγεί τη σημασία της Ευλογίας απ’ τον ιερέα. Για το χειροφίλημα.
«Το χέρι του ιερέα» λέει με θαυμασμό και εκτίμηση. «Τι σπουδαίο πράγμα. Ε! Τι μυστήριο!»
Μιλάει άπλα και ταπεινά, τονίζοντας και επαναλαμβάνοντας πώς ξέρει πολύ λίγα γράμματα. «Τετάρτης δημοτικού» Κάποια βραδιά είχαμε συγκεντρωθεί μια ομάδα μαζί με έναν αγιορείτη. Νύχτωσε. Ό καιρός ήταν ανταριασμένος και απειλητικός. Όμως κοντά στον γέροντα και όσοι ακόμη δεν ήταν μαθημένοι στη σκοτεινή νύχτα της φύσης δεν ταράζονταν. Ό γέροντας μιλούσε για τη διαφορά της ταπεινοφροσύνης από το πλέγμα της κατωτερότητος.
«Ό ταπεινός», έλεγε, «δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της κατάστασης του, άλλα δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητας του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, την μικρότητα του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του, των αδελφών του. Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, άλλα δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ό κυριευμένος από το πλέγμα κατωτερότητας εξωτερικά και στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. «Αν όμως λίγο τον θίξεις ή τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει». Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με τον μετανοούντα αμαρτωλό. «Ό μελαγχολικός περιστρέφεται και ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο. Ό αμαρτωλός πού μετανοεί κι εξομολογείται βγαίνει από τον εαυτό του. Λυτό το μεγάλο έχει ή πίστη μας: τον εξομολόγο. Τον πνευματικό. Έτσι και το ‘πες στο γέροντα κι έλαβες τη συγχώρεση, μην γυρνάς πίσω». Λυτό το τόνιζε πολύ. Να μην ξαναγυρνά κανείς στα προηγούμενα, αλλά να προχωρεί. Μεγάλη σημασία έδινε επίσης στη νηστεία χωρίς ακρότητες και υπερβολές, αλλά υπογραμμίζοντας την καθαρτική της σημασία.
Οι συζητήσεις, όμως, με τον π. Πορφύριο άγγιζαν ποικίλα θέματα. Μερικές φορές μάλιστα μας προκαλούσε έκπληξη με το πλάτος των ενδιαφερόντων του.
Ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα βιαζόμασταν να φύγουμε. Του είπα τον λόγο: θα πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε μια συναυλία στο Ηρώδειο. Το ανέφερα έτσι σχεδόν επίτηδες για να δω τις αντιδράσεις του. Έμεινα κατάπληκτος Όταν και τον μουσουργό ήξερε και τον ερμηνευτή και μου μίλησε με πολύ εύστοχες παρατηρήσεις.
Ό Παπούλης της τετάρτης δημοτικού! Ρώτησα επίσης αυτούς πού πήγαιναν παλαιότερα από εμένα και ήξεραν περισσότερες λεπτομέρειες για τον Γέροντα, τι χρειαζόταν εκεί ή κεραία. Κι έμαθα ότι ό Γέροντας κάποτε καταγινότανε με την κατασκευή κάποιου είδους δέκτου με γαληνήτη κι ακουστικά. Του άρεσε εκτός από την καλλιέργεια της γης —με την οποία άλλωστε ή μεγάλη ήδη ηλικία του και ή ευαίσθητη υγεία του δεν του επέτρεπαν να ασχολείται για πολύ— να καταπιάνεται με τα τεχνικά. Ανέφερα κι όλος την δικής του έμπνευσης ξυλόσομπα, πού μας μάζευε τις χειμωνιάτικες μέρες μετά την εκκλησία κι αρχίζαμε ατέρμονες συζητήσεις περιμένοντας την ώρα να μας δει έναν-έναν ο Γέροντας, ενώ ή κυρά-Χαρίκλεια (ή σημερινή γερόντισσα Πορφυρία), αδελφή του γέροντα, μας φρόντιζε με καφέ και κάθε άλλο κέρασμα. Μαζευόντουσαν εκεί αδελφωμένοι θεολόγοι, κληρικοί —Έλληνες και Σέρβοι— δικαστές, φιλόσοφοι, γιατροί, παιδαγωγοί, καθηγητές, φοιτητές και είχε μια ζεστασιά ή συντροφιά που και να έσβηνε ή σόμπα δεν θα το νοιώθαμε.
Συχνά ρωτούσαμε τον Γέροντα για αποφάσεις και επιλογές στη ζωή μας. Είχε πάντα μιαν απάντηση. Άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε αναπάντεχη. Δεν συνιστούσε παραίτηση και απομάκρυνση από τις δραστηριότητες. Κάθε άλλο. Επέμενε όμως, στον απλό και φυσικό τρόπο ζωής στην εξοχή. Έναν περίπατο στο βουνό το θεωρούσε σπουδαία ψυχαγωγία. Ό αείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας τον ρωτούσε συχνά για τη «Σύναξη» κι έπαιρνε τη σωστή απάντηση.
Είναι γνωστό ότι ό πατήρ Πορφύριος είχε διορατικό και προορατικό χάρισμα. Πολλοί πήγαιναν να εξομολογηθούν και τους αποκάλυπτε τις πράξεις τους. Όμως το χάρισμα αυτό το χρησιμοποιούσε με μεγάλη διάκριση και για λόγους ποιμαντικούς, όταν ήταν αναγκαίο. Σπάνια, όταν ήταν σε καλή διάθεση και έκανε τους μακρινούς περιπάτους του για να ξεκουραστεί λίγο, ρωτούσε με κείνο το καλοκάγαθο χαμόγελο του για διάφορες τοποθεσίες από την πατρίδα κάποιου της συντροφιάς. Κι ενώ δεν είχε πάει ό ίδιος, τον διέκοπτε και συνέχιζε την περιγραφή. Αυτό το χάρισμα του προκαλούσε πολλές στενοχώριες. Πολλοί το παρεξηγούσαν και πήγαιναν σ’ αυτόν χωρίς μετάνοια και πίστη στο Θεό, απλώς και μόνο από περιέργεια ή για να πληροφορηθούν τα μέλλοντα. Ό Γέροντας πολύ στενοχωριόταν σ’ αυτές τις περιπτώσεις και φυσικά τηρούσε την ανάλογη στάση. Κάποτε όμως κι άνθρωποι πού ξεκινούσαν από τέτοιες «πονηρές» προθέσεις έβρισκαν στον Γέροντα την πίστη και τη σωτηρία τους. Άλλος πάλι πειρασμός ήταν κάποιοι αιρετικοί ή και πλανεμένοι (γλωσσολαλιές κλπ.) Ό Γέροντας ήταν κατηγορηματικός και απόλυτος σ’ αυτές τις περιπτώσεις και διεχώριζε απερίφραστα τη θέση του, στηλιτεύοντας την πλάνη τους και καταδικάζοντας την αίρεση. Γιατί ό ίδιος τόνιζε πάντα την μόνη σωτήριο οδό, πού είναι ή Εκκλησία και όχι κάποιες «προσωπικές» ή άλλου ανάλογου είδους «κινήσεις».
Ό πατήρ Πορφύριος πρόσφερε το λόγο της σωτηρίας και έδινε την ανάπαυση στις ψυχές απλά, χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα, ομιλίες, «εκδηλώσεις» κλπ. Καθισμένος στα βράχια ή κατάχαμα μας αποκάλυπτε μυστήρια κι αλήθειες. Μιλώντας για τη μεγάλη σημασία πού έχουν οι μετάνοιες και δείχνοντας μας το σωστό τρόπο με τον όποιο πρέπει να γίνεται ή «μετάνοια», μας ερμήνευε τη σημασία της μετοχής του σώματος στην προσευχή και την ενότητα της ψυχοσωματικής υπόστασης του ανθρώπου. Μα εκείνο πού φυσικά τον έκαμε να λάμπει με παιδιάστικη χαρά ήταν να μιλάει για τη νοερά προσευχή. Με την καθαρή, λίγο αδύναμη, φωνή του και με χαριτωμένη χειρονομία, υπογραμμίζοντας, έλεγε αργά μιά-μιά τις λέξεις «Κύριε, ημών, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και πρόσθετε «Εμένα μου έδωσε τη χάρη ν’ ασχοληθώ πολύ με αυτή την εργασία». Εργασία ονόμαζε την άσκηση του στην καρδιακή προσευχή. «Αυτή ή εργασία είναι πολύ χρήσιμη για όλους τους πιστούς. Καθαρίζει την ψυχή και κρατάει τον νου». Στις περισσότερες συζητήσεις κάτι θα έλεγε για την ευχή. Αργότερα, όταν είχε πρόχειρα εγκαταβιώσει στο Μήλεσι του Ωρωπού (πριν ακόμα ανεγερθούν τα κτήρια του Ησυχαστηρίου) ονειρευόταν την δημιουργία ενός χώρου κατάλληλου, πού θα αφιερωνόταν στην «εργασία αυτή».
Το σπουδαιότερο Όμως Έργο ετελεσιουργείτο μέσα στον άδυτο χώρο της ψυχής του καθενός. Κι αυτό μένει ερμητικά κλεισμένο, γνωστό μόνο στον Θεό και σ’ αυτούς πού δέχονται την ευεργετική αύρα της θείας ενέργειας. Έτσι αυτά δεν λέγονται και δεν γράφονται. Όμως και οι άλλοι βλέπουν κάποτε συγκλονιστικές αλλαγές σε ανθρώπους πού μοιάζουν να έχουν φτάσει στο βάθος της αβύσσου• να μεταβάλλονται τώρα σε τέκνα φωτός.
Τα τελευταία χρόνια ήταν τις περισσότερες ώρες στο κρεβάτι. Άλλωστε, όλη τη ζωή του ήταν φιλάσθενος και αδύναμος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να πηγαίνει συχνά, συχνότατα στο Άγιο Όρος και κάλλιστα στο δυσπρόσιτο τόπο του κελιού του. Ούτε τον εμπόδιζε από το να παλεύει συχνά με τους δαίμονες σώμα με σώμα, για να ελευθερώσει από τη δυναστεία του πονηρού τις ψυχές βασανισμένων ανθρώπων, που προσέτρεχαν ζητώντας τη βοήθεια του. Γαλήνιος πάντα, όταν δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, ευλογούσε από το κρεβάτι του και ψιθύριζε πώς μας σκέφτεται και προσεύχεται για μας.
Ό πατήρ Πορφύριος τώρα έφυγε για τον Ουρανό, περνώντας από την πύλη του ουρανού, το Άγιον Όρος. Κι από κει μας ευλογεί. Και εμείς κρατάμε στην καρδιά μας την ιερή ανάμνηση του πολύτιμη παρακαταθήκη.
Γαληνεύει ή ψυχή μας με την εικόνα εκείνη της πραότητας και της ειρήνης του κοντόσωμου με τον μαύρο μάλλινο σκούφο Γερούλη, πού ό Θεός εχαρίτωσε στους έσχατους τούτους καιρούς για να στηρίξει τις ψυχές των σημερινών ορθοδόξων.
Νίκος Ζίας
– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – 
Στις 19-11 με το παλαιό
Αγαπητέ φίλε,
Με ρωτάς αν είναι αληθινό το νέο. Ναι, είναι. Ό γέροντας Εκοιμήθη στις 19-11 με το παλαιό. Τα τελευταία φύλλα του φθινοπώρου σκέπασαν τον τάφο, πού ό ίδιος είχε διαλέξει στα Καυσοκαλύβια. Ό φίλος πού μου τηλεφώνησε πρωί-πρωί μου είπε με λυγμούς:
«Ορφανέψαμε πάλι!».
Εσύ τώρα μπορεί να μου μιλήσεις για προσκόλληση ή εξάρτηση ψυχολογική. Φίλε, πιστεύω πώς ή εσωτερική ζωή κάθε ψυχής είναι κι ένα μυστήριο και ή σχέση της κάθε ψυχής με τον πνευματικό ή τον γέροντα ελέγχεται μόνο από τον Θεό και τον γέροντα.
Ό γέροντας εκοιμήθη. Μείναμε πράγματι ορφανοί. Ποιος θα μας καθοδηγεί τώρα; Ποιος θα προσανατολίζει το βλέμμα μας προς την «αλήθεια πού υπάρχει»; Εκοιμήθη ό γέροντας, πού του τηλεφωνούσες για να του πεις: «Πέσανε στίγματα στο αριστερό μου μάτι και δεν καλοβλέπω». Και σου ‘λεγε: «Ναι, το βλέπω. Είναι από στενοχώρια• επηρέασε το δεξί μέρος του κεφαλιού και αυτό επηρέασε το αριστερό μάτι. Το βλέπει, εύχομαι, θα περάσει». Και περνούσε.
Ό γέροντας πού πήγαινες στο κελλάκι του να ξεφορτώσεις το βάρος της ψυχής σου κι εκείνος κοίταζε να σε διασκεδάσει. Σόι έλεγε: «Άνοιξε το κλουβί και παραμέρισε». Και κάνοντας νεύμα στο μικρό παπαγαλάκι του έλεγε μαλακά: «Έλα, έλα» Κι αυτό πηδούσε στο πάτωμα και προχωρούσε σιγά-σιγά προς το μέρος του. Πιανόταν από το ράσο του κι ανέβαινε ως το στήθος του. Κι εκεί άρχιζε να «χτενίζει» με το ράμφος του τα γένια του. Κι άλλες φορές το έπιανε και το έβαζε κάτω από τα γένια του κι εκείνο καθόταν ήσυχο εκεί. Η χράπ!!! με μια κίνηση το τοποθετούσε στο κεφάλι σου και σου έλεγε: «Δες στο τζάμι τι ωραίο στολίδι είναι στα μαλλιά σου».
Ό μεγάλος παπαγάλος φώναζε: «Γέροντα, ευλόγησον» «Γερόντισσα ευλογείτε» Άλλα όταν τον ξεχνούσαν στο μπαλκόνι το βράδυ φώναζε: «Πάππου, πάππου!» Και ο γέροντας έλεγε: «Φέρτε μέσα το πουλί, κρυώνει».
Όνειρευόταν να φτιάσει έναν κήπο και να τον κλείσει με δίχτυ, να βάλει μέσα εκεί πολλά πουλιά, να τα προφυλάξει από τις ντουφεκιές των κυνηγών, πού τα τρόμαζαν κι έφευγαν μακριά. Ανάσταινε τα φυτά και τις καρδιές. Φύτευε δέντρα και λουλούδια. Γνώριζε πολύ καλά τις καμέλιες και τις ανάγκες τους. Έλεγε: «Εγώ δεν θα ζήσω να τα δω, αλλά αφού θα τα βλέπετε σεις και τα παιδιά σας, είναι το ίδιο, σαν να τα βλέπω εγώ». Κι όταν είδα μια γυναίκα να ξεχερσώνει με δύναμη ένα κομμάτι γης, ό γέροντας εξήγησε: «Της είπα κάτι για τη ζωή της, της φανέρωσα και κάτι πράγματα για το χωριό της, πού δεν έχω δει ποτέ, κι αυτή ενθουσιάστηκε. Την είδε ό άντρας της με το τσεκούρι στο χέρι και τη ρώτησε τί έπαθε. «Άσε με, του είπε, δεν με νοιάζει τίποτα• μ’ αυτά πού άκουσα σήμερα, δεν με νοιάζει σου λέω τίποτα»». Κι ό γέροντας συμπλήρωνε: «Μ’ αρέσει να ενθουσιάζω τους ανθρώπους». Στερέωνε το παραλελυμένα γόνατα. Σου έδινε συμβουλές για την υγεία. Σου έλεγε: «Να τρως γάλα με μέλι». «Η, «πες εκεί στο νοσοκομείο πού θα πας να εξετάσουν και το παχύ έντερο». Και αποδεικνυόταν πώς αυτό το σημείο έπασχε.
Μα απεκάλυπτε και άλλα λεπτά μυστικά και αθέατες πτυχές του πνευματικού κόσμου, με την ακρίβεια της εμπειρίας:
«Έ, παιδί μου, ξέρεις τι είναι ή αγάπη! Λυτά πού μπορεί να σου πει ό γέροντας, σου τα λένε και τα βιβλία. Όμως ο γέροντας, καθώς σου τα λέει, σου μεταδίδει και το βίωμα του• έτσι σε λίγο πας και συ κατά μόνας και προσεύχεσαι καθώς ό γέροντας. Ή πνευματική ζωή είναι μυστήριο. Όπως ένας ληστής μπορεί να σου κακοποιήσει το σώμα, έτσι κι ένας πού έχει κακία μπορεί να σε κακοποιήσει στην ψυχή. Έκτος κι αν έχεις εσύ πολλήν αγάπη. Ή αγάπη σε οχυρώνει, είναι σαν «μόνωση». Δεν αφήνει την κακή δύναμη να σε φτάσει. Το πείσμα όμως γεννάει το πείσμα. Όταν μια μητέρα έχει αδυναμίες, ό,τι και να πει στο παιδί της, εκείνο θα πάει και θα κάνει αυτό πού του απαγορεύει. *Αν όμως ή μητέρα έχει πραότητα και αγάπη, το παιδί δεν θα το κάνει».
«Απαλά, χωρίς βία!» Αυτό ήταν μια επίμονη συμβουλή. Τον πνευματικό αγώνα να τον κάνεις απαλά, χωρίς βία. Να μην πολεμάς τις αδυναμίες σου, άλλα να τις μεταμορφώνεις σε δυνάμεις. «Όταν είναι σκοτάδι στο δωμάτιο, τι κάνεις; Πολεμάς να το διώξεις; Διώχνεται το σκοτάδι; Ανάβεις το φως και φεύγει το σκοτάδι. Ή ψυχή εχει έναν ανθώνα κι έναν άγκαΟώνα. Μην καταγίνεσαι να ξεριζώνεις τ’ αγκάθια, μόνο να ποτίζεις τον ανθώνα• όλο το νερό να το κατευθύνεις εκεί και τ’ αγκάθια θα ξεραθούν».
«Αφήστε με να δω το γέροντα, να γλυτώσω από τα ναρκωτικά».
Το δεκαπεντάχρονο αγόρι ζητούσε τη λύτρωση του και τη βρήκε. Ή ευλογία του παππούλη ήταν δύναμη απτή με άμεσα αποτελέσματα. Ή κοπέλα πού ήλθε εκείνο το πρωί είχε φανερά τα σημάδια της ψυχασθένειας στην έκφραση και τη συμπεριφορά. Τη συνόδευε ή μητέρα της. Ό γέροντας καθιστός στο κρεβάτι του. 0ι δυο γυναίκες μπήκαν μέσα μαζί με άλλους, πού ζητούσαν την ευλογία του. Η κοπέλα γονάτισε μπροστά του κι ά γέροντας άπλωσε το χέρι του πάνω στο κεφάλι της. Ευθύς ή κοπέλα άρχισε να φωνάζει με ακράτητη χαρά κι ενθουσιασμό: «Πάτερ Πορφύριε! Πάτερ Πορφύριεί Άγιε Πορφύριε!» κι έκλαιγε. Αλλά κατάπληκτοι είδαμε πώς έκλαιγε κι ό γέροντας και οι δυο τους φαίνονταν αποτραβηγμένοι σε μια κατάσταση από την οποία εμεϊς οι άλλοι είμαστε έξω. Αργότερα ή κοπέλα έλεγε: «Εγώ σήμερα γεννήθηκα. Εσείς δεν μπορείτε να το καταλάβετε, αλλά εγώ είμαι μιας μέρας μωρό».
«Οι ψυχικές ασθένειες είναι οι πιο εύκολες να θεραπευθούν», έλεγε ό γέροντας.
«Αν όλα τα συναισθήματα σου τα στρέψεις προς το Άγιο Πνεύμα, αγιάζονται. Με την ίδια δύναμη ό άγιος θεραπεύει και ό κακός σκοτώνει. Κατάλαβες; Γι’ αυτά μιλάνε κι αυτοί οί θεόσοφοι. Λένε: «Άμα θέλεις, το κάνεις. Δυνάμωσε τη θέληση».
Μιλάνε όμως ανθρώπινα, στηρίζονται στις ανθρώπινες δυνάμεις. Δυναμώνουν τη θέληση, φορτσάρονται και κάποια στιγμή σπάζουν και ανισορροπούν. Ενώ εδώ, ό τρόπος πού διδάσκει ή πίστη μας να εξαγιάζεσαι είναι ό φυσικός• έτσι όπως ταιριάζει στον άνθρωπο, κατά τη φύση του. Είναι Όλα γραμμένα στην Αγία Γραφή, άλλα δεν τα καταλαβαίνουμε. Πρέπει να μάθουμε να καταλαβαίνουμε την Αγία Γραφή. Οι ψυχικές ασθένειες θεραπεύονται με το θρησκευτικό συναίσθημα. Οι περισσότεροι σου λένε: «Κανείς δεν με θέλει, είμαι άχρηστος. Δεν με καταλαβαίνουν, δεν μ’ αγαπούν». Αυτά είναι απ’ τον εγωισμό. Όταν στραφείς προς τον Θεό, δεν ζητάς τίποτα, δεν είσαι ό ανικανοποίητος άνθρωπος• είσαι με όλα ευχαριστημένος και με όλους. Αγαπάς τους άλλους και είσαι ευχάριστος».
Ξέρεις βέβαια, ότι ό γέροντας μιλούσε με κόπο και πόνους, λόγω των πολλών του ασθενειών. Γι’ αυτό μιλούσε επανειλημμένα για το Ίδιο θέμα• έτσι συμπλήρωνε και αποσαφήνιζε.
Κάποτε μας διηγήθηκε, στη διάρκεια ενός ταξιδιού, για την επίσκεψη του σ’ εκείνα τα χωριά της Στερεάς. Για το πηγάδι που άνοιξαν με την υπόδειξη του σε ορισμένο μέρος και τ’ ονόμασαν «Το πηγάδι του παπά». Για τον γέρο, που βγήκε από τη συζήτηση μαζί του και είπε στο συγκεντρωμένο κόσμο ανοίγοντας τα χέρια με απορία: «Μου τα ‘πε όλα!» Το τι έγινε όταν ξεκίνησε ο γέροντας να φύγει. Μας είπε: «Τότε, αν υπήρχε κει ένας παράλυτος και γονατίζαμε όλοι και παρακαλούσαμε τον Κύριο, ό παράλυτος θα σηκωνόταν να περπατήσει. Έτσι θα γινόταν, το αισθάνομαι». Κι ευχόταν: «Είθε να μπούμε όλοι στην επίγειο, άκτιστη Εκκλησία, γιατί, αν δεν μπούμε σ’ αυτήν, δεν θα μπούμε και στην ουράνια».
Θυμάμαι σ’ εκείνο το ταξίδι πόσο φάνηκε ότι στο φωτισμένο βλέμμα του ό χρόνος είναι μόνο παρόν. Βρισκόμαστε στη Δωδώνη. Ό γέροντας: «Τί είπες Θ.; Από τις κινήσεις των φύλλων της ιερής δρυός καταλάβαινε ή μάντις και μάντευε; «Όχι, δεν μου τα λες καλά. Πίστευαν ότι, επειδή ή δρυς ήταν ιερή, μιλούσε με τα φύλλα της ψιθυριστά και ή μάντις άκουγε. Άλλα έτσι το ‘λεγαν. Στην πραγματικότητα μέσα στην ψυχή της έβλεπε όσα έλεγε. Έλεγε λόγια του πονηρού πνεύματος, έλεγε κι από καμιά αλήθεια. Λυτό όμως ήταν μεγάλη παραμυθία για τους τότε ανθρώπους.
Αργότερα, στα Γιάννενα, στην αίθουσα βυζαντινών εκθεμάτων, μπροστά σε μια εικόνα του Κυρίου: «Αυτή είναι πολύ ωραία εικόνα. Δείχνει πόσο αυτός ό άνθρωπος είναι μυστικός. Γιατί ό Κύριος ήταν και τέλειος άνθρωπος. Πρέπει να ξέρεις για να καταλάβεις. Και πρέπει να είσαι μυστικός για να ζωγραφίσεις έτσι. Να, δες τη διαφορά της μυστικής τάσεως από της απλής». Και πήρε ό γέροντας με το σώμα του και το κεφάλι του την ανάλογη στάση πού έδειχνε την αντίστοιχη ψυχική και… δεν περιγράφεται. Κι αργότερα δήλωσε πώς ή θεολογία των αρχαίων έχει σχέση με τη δική μας σήμερα. Κι αν καταλάβεις εκείνη, καταλαβαίνεις και τούτη καλύτερα.
Στις αυθόρμητες συζητήσεις, Όπου δεν τον πιέζαμε με ερωτήσεις και προβλήματα ατομικά, ανέσυρε από μέσα του παλαιά και νέα. Ή Αγία Γραφή ήταν κείμενο μόνιμης αναφοράς του. Έλεγε: «Ή Παλαιά Διαθήκη έχει θησαυρούς κι αυτή. «Θρους βογγυσμών ούκ αποκρυβήσεται», λέει κάπου. Σκέπτομαι κάτι και το βρίσκω μετά γραμμένο. Μπορούμε να ενωθούμε, αν κάνουμε μυστική ζωή, χωρίς να λέμε αυτά που λένε γι’ αγάπη. Μπορούμε να ενωθούμε έτσι, αβίαστα, χωρίς προσπάθεια. Μπορούμε να ενωθούμε εδώ στην αλήθεια με τη μυστική ζωή, με έρωτα. Αυτός πού αγαπά στέλνει καλή δύναμη. Ή καλή δύναμη πάει πλούσια αλλά απαλά, σαν «Ορους», όπως το λέει ή Π.Δ. Γι’ αυτό, πολύ χάρηκα πού τη βρήκα αύτη τη λέξη. Μπορείς να στέλνεις δύναμη στον άλλο. Μπορείς να μάθεις να στέλνεις, είναι τέχνη». «Μάθετε τη μας!» «Μαθαίνετε αυτό;…
«Όταν κάποιος μπαίνει να εξομολογηθεί, τον «κοιτάζω». Όταν φεύγει, τον συνοδεύω με προσευχή, του στέλνω την αγάπη μου ως έξω, ώσπου να έλθει ό άλλος. Είναι καλύτερα να στέλνεις σιωπηλά την αγάπη σου, παρά να λες λόγια.
Τώρα θέλω να μου φέρετε το Άσμα Ασμάτων. Να το διαβάζουμε σιγά-σιγά και να λέμε. Έχεί πολύ βάθος. Είναι ή μυστική ζωή. Είναι ό έρωτας». «Κάποιος έχει κάνει τη μετάφραση του, γέροντα».
«Έχει πετύχει όμως τις λέξεις; Πρέπει να έχει μυστική ζωή αυτός πού θα μεταφράσει. Οι λέξεις εκείνες οι αρχαίες είχαν αξία. Είχαν βάρος. Τώρα τις ξεφτίσαμε, τις μικρύναμε…
Μια κοπελίτσα μου έλεγε με πόνο: «Να, προσπαθώ να συγκεντρωθώ, να διαβάσω, άλλα ο Νίκος είναι δω, στο κεφάλι μου». Και ό μοναχός τι κάνει; Κάθεται στο σκαμνί του σκύβει, σφίγγεται να συγκεντρωθεί και λέει την ευχή για ν’ αγαπήσει το Χριστό.
Αύτη την κοπελίτσα ποιος την έμαθε να βάζει το Νίκο στο κεφάλι; Ό έρωτας.
Είναι μοναχοί πού αρχίζουν νωθρά, με βία. Και άλλοι που αρχίζουν με έρωτα χωρίς βία κι όλοι είναι χαρά. Κι αυτό μπορεί να γίνει με όλους. Και μ’ αυτούς πού έχουν κληρονομική επιβάρυνση και πού έχουν εγκληματίσει ακόμη. «Άνθρωποι πού εμείς μπροστά τους είμαστε άγγελοι. Κι όμως αυτοί μπορεί να γίνουν άγιοι».
Θυμάμαι τώρα, καθώς σου τα γράφω αυτά, πού έλεγε επίμονα σε γονείς, πού ρωτούσαν τι να κάνουν με τα παιδιά τους: «Να γίνεσθε άγιοι, τίποτε άλλο».
Έλεγε πώς υπάρχει μια ζωή αόρατη πολύ ισχυρή.
Ό «θρους» της Σοφίας Σολομώντος. «Ό θρους του ενός επηρεάζει την ψυχή του άλλου», έλεγε. «Συμβουλεύεις μια μητέρα να μη μιλήσει στο παιδί της, όταν αντιδρά. Κι εκείνη το εφαρμόζει. Μέσα της όμως έχει «θρουν» αντιστάσεως και το παιδί αντιδρά. Αυτό πού δεν εκφράζεται έχει συχνά περισσότερη δύναμη από τα λόγια!»
«Είναι καλύτερα να στέλνεις σιωπηλά την αγάπη σου, παρά να λες λόγια». Κάποτε επίσης είχε πει: «Δεν υπάρχει απόσταση. Να, κι όταν δε με βλέπεις, έρχομαι, έτσι όπως τώρα, πού με βλέπεις και σ’ ευλογώ».
Κι έτσι ήταν, φίλε μου. Ποτέ δεν μας στέρησε την αγάπη του’ κι από κοντά κι από μακριά, τη νοιώθαμε να μας περιβάλλει. Και στο δωμάτιο του νοσοκομείου, τότε με το βαρύ έμφραγμα, μας την έστελνε σιωπηλά. Και χωρίς να ξέρει πώς είμαστε απ’ έξω, στο διάδρομο, έστελνε καμία φορά και μας παρήγγελε να φύγουμε, διότι «μας αισθάνεται» και ή καρδιά του δεν θα άντεχε. Μετά απ’ αυτό ήταν πολύ αδύναμος, ή φωνή του σωνόταν, δεν μπορούσε για πολύ να μιλά. Και τώρα πού ξέρω πώς δεν πονάει, δεν υποφέρει, αλλά είναι ελεύθερος από κάθε περιορισμό, πώς θα θελα να τον ρωτήσω όλ’ αυτά πού δεν τολμούσα να του θέσω, για να μην τον κουράσω. Αλλά σαν να τον ακούω: «Εγώ θα λέω κι από δώ, μα σεις θ’ ακούτε;»
»Άνοιξε, γέροντα, τις ακοές μας»
Σε χαιρετώ με αγάπη.
Λ. Μ.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΥΝΑΞΗ 1994

«Τόν κήρυκα τῆς πίστεως, καί ὑπηρέτην τοῦ Λόγου, Ἀνδρέαν εὐφημήσωμεν`….(Μητροπολίτου Χόνγκ-Κόνγκ κ.κ.Νεκταρίου)

 

st-andrew-the-first-called

Απόσπασμα ομιλίας τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χόνγκ – Κόνγκ  κ. Νεκταρίου
ἐπί τῇ Θρονικῇ Ἑορτῇ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
(Φανάριον, 30 Νοεμβρίου 2012).

 

«Τόν κήρυκα τῆς πίστεως, καί ὑπηρέτην τοῦ Λόγου, Ἀνδρέαν εὐφημήσωμεν` οὗτος γάρ τούς ἀνθρώπους, ἐκ τοῦ βυθοῦ ἁλιεύει, ἀντί καλάμου τόν σταυρόν, ἐν ταῖς χερσί διακρατῶν, καί ὡς σπαρτίον χαλῶν τήν δύναμιν, ἐπανάγει τάς ψυχάς, ἀπό τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ, καί προσκομίζει τῷ Θεῷ δῶρον εὐπρόσδεκτον. Ἀεί τοῦτον πιστοί, σύν τῇ χορείᾳ τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ εὐφημήσωμεν, ἵνα πρεσβεύῃ αὐτῷ, ὅπως ἵλεως γένηται ἡμῖν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως».
(Δοξαστικόν Ὄρθρου Λ᾽ Νοεμβρίου)

————————————————————————–
Ἔθεσα ὡς προοίμιον τῆς παρούσης ὁμιλίας τό Δοξαστικόν τοῦ Ὄρθρου τῆς 30ης Νοεμβρίου. Εἰς τόν ὑπέροχον αὐτόν ὕμνο, ὁ ἱερός ὑμνογράφος περιγράφει μέ περισσή δεξιοτεχνία τήν δρᾶσιν καί τό ἔργον τοῦ Πρωτοκλήτου. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν ἁλιέας. Ὡς Ἀπόστολος, ὅμως, ἀντί διά τό ἁλιευτικό καλάμι κρατᾶ εἰς τάς χεῖρας του τόν Σταυρόν καί μέ αὐτόν «τούς ἀνθρώπους ἐκ τοῦ βυθοῦ ἁλιεύει…καί ἐπανάγει τάς ψυχάς, ἀπό τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ, καί προσκομίζει τῷ Θεῷ δῶρον εὐπρόσδεκτον». Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό θεμέλιον τῆς ἁγίας βιοτῆς ἀλλά καί τοῦ γιγαντιαίου ἀποστολικοῦ ἔργου τοῦ Ἀνδρέου. Διά νά κατανοήσωμε τό σταυρικόν ἦθος πού μᾶς διδάσκῃ ὁ μέγας Ἀπόστολος, πρέπει νά μελετήσωμε μέ προσοχή τά ὅσα ἡ Ἁγία Γραφή  καί ἡ ἱερά Παράδοσις διασώζουν διά τό σεπτόν πρόσωπόν του.

Διά τήν πνευματικήν μας ὠφέλεια ἐπέλεξα τρεῖς σημαντικάς στιγμάς τῆς ζωῆς τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, τρεῖς μεγαλειώδεις σταθμούς.

Ὁ πρῶτος σταθμός εἶναι τά ρεῖθρα τοῦ Ἱορδάνου. Ὁ ἁλιέας ἀπό τήν Βηθσαϊδά, ἀφήνει τήν λίμνη τῆς Γαλιλαίας καί ἔρχεται εἰς τήν ἔρημον τοῦ Ἱορδάνου. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν ὀλιγογράμματος ἀλλά εὐσεβής καί πιστός καί ἡ καρδία του φλεγόταν ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό. Διά τοῦτο ἑλκύεται ἀπό τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ καί ἐντάσσεται μέ προθυμία εἰς τόν κύκλον τῶν στενότερων μαθητῶν του. Μαθητεύει πλησίον τοῦ ἀσκητοῦ Προφήτου καί διδάσκεται οὐχί μόνον διά τῶν λόγων ἀλλά καί διά τοῦ παραδείγματος ὅτι ἡ μετάνοια καί ἡ θεογνωσία εἶναι καρποί τῆς ἀσκήσεως καί τῆς ταπεινώσεως. Ὅταν ὁ τίμιος Πρόδρομος κατόπιν θεϊκῆς ἀποκαλύψεως ἀναγνωρίζει εἰς τό Πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ τόν ἀναμενόμενον Μεσσία καί Λυτρωτῆ, δέν διστάζει νά προτρέψῃ τούς μαθητάς του νά ἀφήσουν αὐτόν καί νά ἀκολουθήσουν Ἐκεῖνον: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α᾽ 36), «Ἐκεῖνος δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰωάν. γ᾽ 30).

Οἱ λόγοι τοῦ Προδρόμου δέν παρέμειναν ἀκατανόητοι διά τόν Ἀνδρέα. Ἡ καρδία του ζυμωμένη ἀπό τήν θεοποιόν ταπείνωσιν ἦταν πλέον ἕτοιμη νά θυσιάσῃ τά πάντα  καί νά ἀκολουθήσῃ τόν Σωτῆρα Χριστό. Αὐτή εἶναι ἡ θαυμαστή ἐνέργεια τῆς ἀληθοῦς ταπεινώσεως. Ὅλος ὁ πνευματικός ἀγῶνας καί ἡ ἄσκησις γίνεται οὐχί διά νά ἀνεβῇ πνευματικά ὁ ἄνθρωπος, νά φτάσῃ εἰς κάποια κορυφήν, ἀλλά διά νά κατεβῇ, νά ταπεινωθῇ. Νά θραύσῃ ὅλες τίς παράλογες καί παρά φύσιν καταστάσεις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τήν κενοδοξία, τήν ἀνθρωπαρέσκεια, τήν ὑποκρισία καί τήν ὑπερηφάνεια, τά πάθη πού παραμορφώνουν τόν ἄνθρωπον καί καταστρέφουν τόν προορισμόν του. Νά θραύσῃ ἰδιαιτέρως τήν ἑωσφορική ὑπερηφάνεια πού εἶναι «θείας καί ἀνθρωπίνης γνώσεως στέρησις», καί «νά κάμῃ τήν ταπείνωσιν μία ἀκλόνητον βᾶσιν τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, νά ἀφήσωμε τόν ἑαυτόν μας νά ἀλεσθῇ ἀνάμεσα ἀπό τάς μυλόπετρας τῆς ταπεινώσεως διά νά γίνῃ τό γλυκό καί εὐάρεστο ψωμί εἰς τόν Κύριόν του».

Ἡ ἁγιοπνευματική ἀσκητική ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι αὐτή ἡ ἀληθής ταπείνωσις εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀποκαλύψεως τῆς δόξας καί τῆς χάρης, τοῦ ἐλέους καί τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Ἰδού, λοιπόν, διατί ὁ Ἀνδρέας εὐθύς ἀμέσως κατενόησε τήν προτροπήν τοῦ Προδρόμου καί ἠκολούθησε τόν Ἰησοῦ. Ἡ πρώτη συνάντησις μαζί Του τόν συγκλονίζει καί ἔμεινε ἀλησμόνητος καί ζωηρότατα χαραγμένη εἰς τήν μνήμην του. Ἀλλά ὁ ταπεινός Ἀνδρέας δέν ἦταν δυνατόν νά κρατήσῃ μόνον διά τόν ἑαυτόν του αὐτήν τήν ἀνείπωτη χαρά καί εὐλογίαν τῆς θείας ἀποκαλύψεως. «Οὐ κατέσχε παρ᾽ ἑαυτῶ τόν θησαυρόν», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀλλά τρέχει ταχέως διά νά μεταδώσει αὐτόν εἰς τόν ἀδελφόν του Πέτρον. Δέν εἶναι δυνατόν νά κρατήσῃ τόν ἱερόν ἐνθουσιασμόν του καί φωνάζει: «Εὐρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Εὐρήκαμεν τόν πολύτιμον μαργαρίτην, ἐκεῖνον τόν ὁποῖον οἱ Γραφές προανήγγειλαν καί τόν ὁποῖον μέ τόσο πόθο ἐπερίμεναν ὅλοι. Καί ἀξιώνεται διπλῆς τιμῆς. Νά γίνῃ Πρωτόκλητος Μαθητής τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί Νυμφαγωγός τοῦ μετέπειτα κορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου, τόν ὁποῖον μέ χαρά καί ἱερόν ἐνθουσιασμόν προσάγῃ εἰς τόν Σωτῆρα.

Ὁ δεύτερος σημαντικός σταθμός εἰς τή ζωήν τοῦ Ἀνδρέου εἶναι τά παράλια τῆς λίμνης Γενησαρέτ. Ἐκεῖ εἶναι ὁ τόπος ὅπου ἐγεννήθη. Ὁ τόπος ὅπου ἐξασκῇ τό ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως ὁμοῦ μέ τόν ἀδελφόν του Πέτρον, καί τούς ἄλλους δύο ἀδελφούς, τόν Ἰωάννην καί τόν Ἰάκωβον. Ἐκεῖ κάπου πλησίον τῆς Καπερναούμ, ὁ Κύριος «περιπατῶν περί τήν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας», εἶδε τόν Ἀνδρέαν καί τόν Σίμωνα Πέτρον νά ρίπτουν τό δίκτυόν των εἰς τήν θάλασσαν. Καί τούς προσκαλεῖ νά καταταγοῦν εἰς τόν κύκλον τῶν μονίμων μαθητῶν καί ἀποστόλων Του: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Χωρίς δεύτερη σκέψη ἀφῆκαν ἀμέσως τά πάντα καί τόν ἠκολούθησαν. Ὁ Ἀνδρέας ὁμοῦ μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους μαθητεύει πλέον πλησίον τοῦ Ἰησοῦ. Μαθητεύει εἰς τό Μυστήριον τῆς Σταυρώσεως καί τῆς Ἀναστάσεως. Καί μετά τήν Πεντηκοστήν, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, δέν βραδύνει ἀλλά σπεύδει καί πάλιν μέ χαρά καί ἱερόν ἐνθουσιασμόν νά κηρύξῃ Χριστόν, νά ἱδρύσῃ Ἐκκλησίας, νά καταστήσῃ Ἐπισκόπους, Πρεσβυτέρους καί Διακόνους, νά θέσῃ κανόνας καί ὅρους ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας καί γνησίας χριστιανικῆς ζωῆς.

Ἡ παράδοσις φέρει τόν Ἀπόστολον Ἀνδρέα νά κηρύττῃ εἰς τά παράλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου καί τῆς Προποντίδος, τήν Νίκαια, τήν Νικομήδεια, τήν Βιθυνία, τή Γοτθία, τή Σκυθία, τήν Ἰβηρία, τήν Αμισό, τήν Τραπεζούντα, τήν Ηράκλεια, τήν Ἀμόστριδα, τήν Σινώπη, τό Βυζάντιο, τήν Θράκη, τήν Μακεδονία, τήν Θεσσαλία καί τέλος εἰς τήν Ἀχαΐα. Παρά τάς κακουχίας καί τούς διωγμούς δέν κάμπτεται ἀλλά συνεχίζει τάς περιοδείας του καί προσπαθεῖ νά στηρίξῃ τάς νέας Ἐκκλησίας: «…Διεπορεύετο τάς καθ᾽ ἕκαστον τόπον πόλεις περιερχόμενος, κηρύσσων, νουθετῶν, νοσοῦντας ἰώμενος, ἱερεῖς τελειῶν καί πολλούς πρός τήν σωτήριον τρίβον καθοδηγῶν».

Ἑκάστη Ἐκκλησία πού ἱδρύει δέν εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος κοσμικός ὀργανισμός ἀλλά εἶναι αὐτό τό ἴδιο τό θεανθρώπινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού οἰκοδομεῖ καί αὐξάνει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι ὁ νέος Παράδεισος, ὅπου εἰς τό ἑξῆς φυτεύεται, ἐργάζεται καί τελειώνεται ὁ ἄνθρωπος, ἡ «κατά Θεόν πατρίδα» τῶν ἀνθρώπων.

Ἐντός τῆς Ἐκκλησίας συντελεῖται ἡ νέα κοινωνία ζωῆς καί ἀγάπης ἀνάμεσα εἰς τόν Θεόν καί εἰς τήν ἀνθρωπότητά Του, λειτουργεῖται δηλαδή τό μυστήριον τῆς σωτηρίας καί τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος πού ἐντάσσεται εἰς τήν Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἐξέλθῃ ἀπό τήν ἐγωϊστικήν ἀπομόνωσίν του, νά ἀπαρνηθῇ κάθε ἐπιθυμία διά ἀτομικήν διάσωσίν του ἀπό τόν κακό κόσμο, καί νά ἀφήσῃ τόν ἑαυτόν του ἐλευθέρως νά «ἐκκλησιοποιηθῇ», νά ἀναγεννηθῇ καί νά μεταμορφωθῇ ἐν Χριστῷ.

Ἡ Ἐκκλησία χωρεῖ τά πάντα ἐνῶ δέν χωρεῖται ἀπό τίποτα. Προσλαμβάνει τά πάντα, τά μεταμορφώνει καί τά ἑνώνει μέ τόν Θεό, τά κάνει μετόχους τῆς Τριαδικῆς ζωῆς καί δόξας. Διά τοῦτο καί δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά ἀλλάξῃ ἤ νά τροποποιήσῃ τό κήρυγμά της. Διότι τότε θά ἠρνεῖτο καί θά ἀκύρωνε αὐτήν τήν ἴδια τήν ὕπαρξίν της. Μία Ἐκκλησία ἡ ὁποία συσχηματίζεται μέ τά ἁμαρτωλά σχήματα τοῦ κόσμου, πού ὑποκύπτῃ εἰς τούς ποικίλους πειρασμούς, ἀλλοτριώνει τό ὀντολογικό μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, παύει νά εἶναι χῶρος ἑνότητος καί ἁγιότητος, καί ὑποδουλώνεται εἰς τά ποικίλα εἴδωλα, τήν ἄρνησιν καί τόν παραλογισμόν, τήν ἀλογία, τή φθορά καί τόν θάνατον.

Ὁ τρίτος σταθμός τῆς ζωῆς τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου εἶναι τά παράλια τῶν Παλαιῶν Πατρῶν εἰς τήν Ἀχαΐα. Ἡ ἐπίγειος ζωή τοῦ Ἀνδρέου φθάνει εἰς τό τέλος της. Ὁ Ρωμαῖος Ἀνθύπατος Αἰγεάτης διατάσσει τήν καταδίκη του εἰς θάνατον καί μέ περισσή περιφρόνησιν καί εἰρωνεία πρός τό σεπτόν πρόσωπον τοῦ ἁλιέως μαθητοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, προστάζει νά θανατωθῇ διά σταυροῦ καί τό ξύλον τοῦ μαρτυρίου νά στηθῇ «πρός τό χεῖλος τῆς θαλάσσιας ψάμμου».

Ὁ Ἀνδρέας, κυρτωμένος ἀπό τό βάρος τῶν χρόνων, τῶν κόπων, καί τῶν κακουχιῶν, στέκεται ἐνώπιον τοῦ σταυροῦ τοῦ μαρτυρίου του ἀγέρωχος. Ὄπισθεν τοῦ σταυροῦ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα μέ τήν κρυφή φωνή τοῦ κύματός της καί τό τρυφερό τραγούδι τῆς ἁρμύρας της. Τόσο γνώριμα εἰς τόν γέροντα ἁλιέα. Μά ἡ καρδία τοῦ Ἀνδρέου δέν περιπλανᾶται εἰς στείρους συναισθηματισμούς. Τό καθάριο βλέμμα του δέν χάνεται εἰς τήν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, εἰς ἀλλοτινές μνῆμες καί θύμησες. Ἀπό τότε, ἐκεῖ εἰς τά ρεῖθρα τοῦ Ἱορδάνου, πού συνήντησε τόν Χριστόν, τό βλέμμα του μένει προσηλωμένον εἰς τόν Κύριόν του. Καί τώρα μέ τόν ἴδιο ἐνθουσιασμόν, μέ τόν ὁποῖον τότε ἔτρεχε νά συναντήσῃ τόν Χριστόν, πλησιάζει τόν σταυρόν καί ἀπευθύνεται εἰς αὐτόν μετά φωνῆς ἰσχυρᾶς: «Ὦ ἀγαθέ σταυρέ, ὁ εὐπρέπειαν καί ὡραιότητα ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κυρίου δεξάμενος, ἐπί πολύ ἐπιπόθητε καί σπουδαίως ἐπιθυμητέ καί ἐκτενῶς ἐπιζητούμενε, λάβε με ἀπό τῶν ἀνθρώπων καί ἀπόδος με τῷ διδασκάλῳ μου».

Ἐπί τρία ὁλόκληρα ἡμερονύκτια παρέμεινε ὁ θεῖος ἀπόστολος κρεμάμενος ἐπί τοῦ σταυροῦ χωρίς νά παύσῃ νά νουθετῇ τά συρρέοντα πρός αὐτόν πλήθη. Μάλιστα δέν ἐδίστασε νά ἐπιπλήξῃ τόν Ἐπίσκοπο Στρατοκλῆ, τόν ὁποῖον εἶχε χειροτονήσῃ πρό ὁλίγων ἡμερῶν ἐντός τῆς φυλακῆς, καί τούς λοιπούς χριστιανούς οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά τόν ἐλευθερώσουν: «Ἕως τίνος, ἔλεγε, τοῖς κοσμικοῖς καί προσκαίροις προσανέχετε; Ἕως πότε οὐ κατανοεῖτε τά ὑπέρ ἡμᾶς; Ἄφετέ με» νά ἀποθάνω ἐπί τοῦ σταυροῦ καί ἄς μή μέ λύσει κανείς, διότι μοῦ ἔχει δωθεῖ ἤδη ὡς κλῆρος νά ἐκδημήσω ἀπό τοῦ σώματος καί νά ἐνδημήσω πρός τόν Κύριον, μετά τοῦ ὁποίου ἔχω συσταυρωθῇ.

Τά τελευταῖα λόγια καί ἡ δυναμική ἐγκαρτέρησις εἰς τόν μαρτυρικόν θάνατον τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου καταδεικνύουν τό σταυρικόν ἦθος του. Ὅπως ἐπισημαίνῃ ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, «οἱ τέλειοι Χριστιανοί, οἱ καταξιωθέντες ἐλθεῖν εἰς μέτρα τελειότητος καί γενέσθαι ἐγγύτατοι βασιλέως, οὗτοι τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ πάντοτε ἀφιερωμένοι εἰσίν».

Ὁ Χριστιανός καθημερινά ὀφείλει νά ἔχῃ προσηλωμένο τό βλέμμα του εἰς τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ εἶναι καθημερινός σταυρός. Ἅς μήν ξεχνοῦμε πῶς ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν Ἀνάστασίν Του. Διά τοῦτο καί ἔχει τήν δύναμιν τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως. Ἡ πίστις διά τόν χριστιανόν δέν εἶναι μία ἀφηρημένη θρησκευτική πεποίθησις ἤ κάποια συναισθηματική πρᾶξις. Ἡ πίστις προϋποθέτει τόν δικόν μας θάνατο, τήν ἀποβολή τῆς φιλαυτίας καί τήν ἔξοδον ἀπό τά δικά μας ἐγωϊστικά ἀδιέξοδα, τήν ὀντολογικήν μεταβολήν καί ὕψωσιν τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τήν αὐτοεγκατάλειψίν μας εἰς τόν αὐτοπαραδιδόμενον εἰς ἡμᾶς καί δι᾽ ἡμᾶς Θεόν.

Συμφώνως καί πάλιν μέ τόν Ἅγιον Μακάριον τόν Αἰγύπτιον, «πίστις εἶναι ἡ πνεύματος πτωχεία καί ἡ πρός Θεόν ἄμετρος ἀγάπη». Εἶναι ἡ ἀνερχόμενη ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν κατερχόμενη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μία καθολική μεταμόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ὁ Θεός νά ζῇ ἐν ἡμῖν καί ἡμεῖς ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ συνεχής προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας εἰς τόν Θεόν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τήν συνεχῶς ἀποκαλυπτόμενη ἀγάπη καί τήν ἀτελείωτη ἐν Χριστῷ ἐλευθερία μας.

Ἄν σήμερα, εἰς τούς χαλεπούς καιρούς εἰς τούς ὁποίους ζοῦμε, παρατηροῦμε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή δέν ἐπηρεάζει καί δέν πείθει κανέναν εἶναι διότι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἀποστρέψαμε τό βλέμμα μας ἀπό τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστις μας ἀπογυμνώθηκε ἀπό τήν θυσία. Ἡ βιοτή μας ἀρνήθηκε τόν σταυρόν.

Ἡ ὀρθόδοξος πνευματική πείρα μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ σταυροῦ μαραίνει καί μωραίνει τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία, τήν ἐκκοσμικεύει, τήν ἀποξενώνει ἀπό τήν ἱερή ἀποστολήν της. Ἡ ζωή της τότε δέν εἶναι παρά πέτρες πού ἔγιναν ψωμί, ἡ ἄνεσις πού ἀρνεῖται τήν ἐλευθερία, ἡ ἐξουσία πού ἐξορίζῃ τήν ἀλήθεια. Τό κριτήριον τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἀποκτᾶται μέσα εἰς τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, εἰς τήν συνειδητήν περιπέτειαν τῶν πιστῶν, εἰς τήν τραγικότητα τῶν περιστάσεων. Ἐδῶ διαμορφώνεται καί διασώζεται τό ὀρθόδοξο ἦθος, διότι ἐδῶ μᾶς ἀποκαλύπτεται τό μυστήριον τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί ἐδῶ συναντᾶται ὁ δοκιμαζόμενος ἄνθρωπος μέ τόν πάσχοντα Θεό, πού ὑποφέρῃ μαζί μας καί σηκώνει τόν σταυρόν μας.

—————————————————–

Σήμερον, λοιπόν, ὁ εὐφρόσυνος καί σεμνός ἑορτασμός τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ πανσέπτου Ἀποστολικοῦ καί Πρωτοθρόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑπενθυμίζει εἰς ὅλους ἡμᾶς ὅτι ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία διηνεκῶς στοιχοῦσα τῷ παραδείγματι τοῦ ἱδρυτοῦ της, Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, «τούς ἀνθρώπους, ἐκ τοῦ βυθοῦ ἁλιεύει, ἀντί καλάμου τόν σταυρόν, ἐν ταῖς χερσί διακρατῶν, καί ὡς σπαρτίον χαλῶν τήν δύναμιν, ἐπανάγει τάς ψυχάς, ἀπό τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ, καί προσκομίζει τῷ Θεῷ δῶρον εὐπρόσδεκτον».

Καί τανῦν,
Δεῦρο Ἀνδρέα Πρωτόκλητε Ἀπόστολε καί στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν,
Δεῦρο Ἀνδρέα Ἱδρυτά καί Προστάτα τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν,
Δεῦρο Ἀνδρέα Τρισμάκαρ καί στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν,
ἐπισφραγίζων τόν λόγον, καί προεξάρχων τῆς πανηγύρεως. Ἀμήν.

Αγιοκατάταξη του Οσίου πατρός ημών Μελετίου του εν Υψένη

Μαζί με του Γέροντος Πορφύριου εχθές έλαβε μέρος και η αγιοκατάταξη του Οσίου πατρός ημών Μελετίου του εν Υψένη

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΙΒ´ (12)
Μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν ΜΕΛΕΤΙΟΥ τοῦ ἐκ Λάρδου, δομήτορος γενομένου τῆς ἱερᾶς καὶ σεβασμίας Μονῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὑψενῆς.
 
Στίχοι.
Μονὴν ἐγείρας τῇ Παρθένῳ Μαρίᾳ,
Μονὰς κατοικεῖς εὐκλεῶς τῶν Ἀγγέλων.
Δευτερίῃ δεκάτῃ Μελέτιος τιμάσθω ἀγλαῶς.
 
Ὁ  Ὅσιος καὶ θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν Μελέτιος, γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα στὸ χωριὸ Λάρδος τῆς Ρόδου καὶ ὀνομάστηκε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα Ἐμμανουήλ. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του Νικόλαος καὶ Σταματία1 τὸν ἀνέθρεψαν κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ρήση «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» καὶ ἐμφύτευσαν στὴν ψυχή του τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους. Ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία φαινόταν ὅτι ἦταν «σκεῦος ἐκλογῆς» ἀφοῦ ἀρνοῦνταν νὰ θηλάσει τὸ μητρικὸ γάλα κατὰ τὶς νηστίσιμες ἡμέρες τῆς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς. Ἀργότερα, ὅταν μεγάλωσε, μοίραζε ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἀποθήκη στοὺς φτωχοὺς χωρὶς αὐτὰ νὰ ἐλαττώνονται, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν ἔκπληξη τῶν γονέων του, ποὺ τὸν εἶχαν προηγουμένως ἐπιτιμήσει.
 
Ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τῆς γενέτειράς του διδάχθηκε ἀνάγνωση καὶ γραφὴ καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴ μελέτη τῶν βίων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ἀγῶνες τῶν ὁποίων προσπαθοῦσε νὰ μιμηθεῖ σχολάζοντας στὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Μέσα στὴν ψυχή του ἄναψε ὁ θεῖος πόθος καὶ προτιμοῦσε νὰ ἀποσύρεται στὸ δάσος γιὰ νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστος στὸν Θεό, μὲ θερμὰ δάκρυα, ὁλονύκτιες δεήσεις καὶ γονυκλισίες. Ὁ συνήθης τόπος ποὺ ἀποσυρόταν ἦταν ἕνα σπήλαιο στὴν περιοχὴ τῆς ἐρειπωμένης τότε ἀρχαίας Μονῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ὕψους. 
 
Κάποια νύκτα ἐνῶ βρισκόταν κοντὰ στὴ Μονὴ προσευχόμενος παρατήρησε στήλη ὑπέρλαμπρου φωτὸς νὰ κατέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ στέκεται πάνω ἀπὸ ἕνα αἰωνόβιο δένδρο ἐλιᾶς. Ἀπόρησε βλέποντας τὸ παράδοξο θέαμα, πλησίασε στὸ μέρος ἐκεῖνο ποὺ ὑποδείκνυε τὸ οὐράνιο φῶς καὶ βρῆκε μία παλαιὰ Εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γονάτισε μὲ δέος, τὴν σήκωσε στὰ χέρια του καὶ τὴν ἀσπάστηκε μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ψάλλοντας ὕμνους δοξολογίας στὸν Θεὸ καὶ ᾄσματα εὐγνωμοσύνης στὴ Θεομήτορα γιὰ τὴ θαυμαστὴ εὐδοκία τῆς χάριτός της. 
 
Μία ἀπὸ τὶς ἑπόμενες νύκτες τοῦ ἐμφανίστηκε σὲ ὅραμα ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου λέγοντάς του νὰ ἀνεγείρει στὸν τόπο τῆς εὑρέσεως ἱερὸ Ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματί της καὶ νὰ ἀνοικοδομήσει τὴν κατεστραμμένη Μονή. Παράλληλα τοῦ ὑπέδειξε τὸ μέρος ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ σκάψει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὸ ποσὸ ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ οἰκοδομή.  Ὁ Ὅσιος ὑπάκουσε καὶ σκάβοντας ἐκεῖ ποὺ τοῦ ὑπέδειξε ἡ Θεοτόκος ἀνακάλυψε κάποιο κρυμμένο θησαυρό. Ἔχοντας τὴ βεβαιότητα τῆς παρουσίας τῆς χάριτος τῆς Θεομήτορος ἐξασφάλισε τὴν ἀπαιτούμενη ἄδεια ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχές, οἰκοδόμησε τὸν ἱερὸ Ναὸ καὶ γύρω ἀπ᾿ αὐτὸν κελλιά. Ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, μετονομάστηκε Μελέτιος καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος μὲ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
 
Γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του καὶ τὴν καθαρότητα τῆς πολιτείας του ὁ Ἀρχιερεὺς2 τοῦ τόπου τὸν χειροτόνησε Διάκονο καὶ Πρεσβύτερο, τοῦ ἀνέθεσε τὸ διακόνημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας καὶ τὸν ἐγκατέστησε Ἡγούμενο τῆς ἐπανιδρυθείσας Μονῆς. Ἡ φήμη του ξαπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ νησὶ καὶ πολλοὶ τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὶς ἁμαρτίες τους καὶ νὰ ἀκούσουν τὶς πνευματικὲς νουθεσίες του. Συχνὰ ἐπισκεπτόταν ὁ ἴδιος τὰ χωριὰ  τοῦ νησιοῦ γιὰ νὰ λειτουργήσει, νὰ ἐξομολογήσει τοὺς κατοίκους, νὰ τοὺς στερεώσει στὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ στὰ ἔργα τῆς εὐσεβείας καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸ φρόνημά τους στὶς δοκιμασίες ποὺ ὑφίσταντο λόγῳ τῆς δουλείας. Ἔχοντας χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του θεράπευσε ἀσθενεῖς καὶ ἐλευθέρωσε πολλοὺς δαιμονιζομένους ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων3. Εἶχε στὸ ἔπακρον τὴν ἀρετὴ τῆς ἐλεημοσύνης καὶ κανεὶς ἀπ᾿ ὅσους ἐρχόταν καὶ ζητοῦσε τὴν ἀρωγή του δὲν ἔφευγε χωρὶς νὰ λάβει τὰ ἀναγκαῖα. Φιλοξενοῦσε μὲ ἀβραμιαία διάθεση τοὺς ἐπισκέπτες καὶ δεχόταν στὴ Μονὴ τοὺς καταδιωκομένους ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς προσφέροντάς τους ἀντίληψη καὶ προστασία. Προέτρεπε μὲ σθένος τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μένουν σταθεροὶ στὴν πίστη τῶν πατέρων τους καὶ νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
 
Ἰδιαίτερα ἐπέμενε ὁ μακάριος νὰ διδάσκει τὶς Χριστιανὲς γυναῖκες νὰ ἀποφεύγουν τὶς σαρκικὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ νὰ μὴ συνάπτουν γάμους μὲ αὐτούς. Οἱ διδαχές του ἐνοχλοῦσαν τοὺς ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι ἔψαχναν εὐκαιρία νὰ τὸν δολοφονήσουν. Ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὰ ἀσεβῆ σχέδιά τους στάθηκε ἡ περίπτωση τῆς ἀδελφῆς ἑνὸς Ἐπιτρόπου τῆς ἐκκλησίας τῆς Λάρδου, ἡ ὁποία εἶχε ἄνομες σχέσεις μὲ τοὺς ὀθωμανοὺς ζαπτιέδες τῆς Λίνδου. Ὁ Ὅσιος, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε, συνέστησε στὸν ἀδελφό της νὰ τὴν παροτρύνει νὰ σταματήσει τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα της. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ οἱ δημογέροντες τοῦ χωριοῦ. Οἱ συστάσεις τους ἔγιναν γνωστὲς στοὺς ὀθωμανοὺς καὶ προκάλεσαν τὴν ὀργή τους. Πῆγαν νύκτα στὴ Λάρδο, δολοφόνησαν δύο δημογέροντες4 καὶ ἔπειτα πῆραν τὸν δρόμο πρὸς τὴ Μονὴ γιὰ νὰ σκοτώσουν καὶ τὸν Ὅσιο. Ἀπέτυχαν ὅμως τοῦ σκοποῦ τους, γιατὶ αὐτὸς εἶχε πληροφορηθεῖ τὰ σχέδιά τους καὶ εἶχε ἀποχωρήσει ἔγκαιρα ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.
 
Ἔχοντας πόθο γιὰ ἡσυχαστικὴ ζωὴ ὁ Ὅσιος ἀποσυρόταν συχνὰ σὲ ἕνα κοντινὸ σπήλαιο, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποίου δὲν γνώριζαν οἱ ἀλλόθρησκοι. Ἐπιστρέφοντας κάποια ἡμέρα στὴ Μονὴ ἕνας τοῦρκος, ὀνόματι Ἀλῆς, εἶδε νὰ τὸν συνοδεύει κάποια ὡραία γυναίκα καὶ ἔκανε πονηρὲς σκέψεις γι᾿ αὐτόν. Τὸν ἀκολούθησε καὶ τὸν εἶδε νὰ εἰσέρχεται στὸν Ναό μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκα. Μετὰ ἀπὸ λίγο εἰσῆλθε καὶ αὐτὸς ἀλλὰ μέσα ὑπῆρχε μόνο ὁ Ὅσιος προσευχόμενος. Ἄρχισε νὰ τρέμει καὶ τὰ μέλη του παράλυσαν. Κατάλαβε ὅτι ἡ γυναίκα ἦταν ἡ Θεοτόκος καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του ζητώντας συγχώρηση γιὰ τὸν πονηρὸ λογισμό του. Ὁ Ὅσιος τὸν θεράπευσε καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀφιέρωσε στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τὸ μέχρι σήμερα σωζόμενο χρυσὸ περιλαίμιο. Ἄλλοτε πάλι ὁ Ὅσιος βρισκόταν στὴ Λάρδο καὶ θέλησε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Μονὴ μέσα στὴ νύκτα. Τὸ ποτάμι εἶχε πλημμυρίσει καὶ ἡ διάβαση ἦταν ἀδύνατη. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἐπέστρεψε, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω στὰ νερά, πέρασε μὲ θαυμαστὸ τρόπο χωρὶς νὰ βραχεῖ καὶ συνέχισε τὸ δρόμο του, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ ἕνα οὐράνιο φῶς ποὺ κινοῦνταν μπροστά του καθὼς πεζοποροῦσε, ὅπως μαρτύρησαν κάποιοι βοσκοὶ ποὺ ἔγιναν αὐτόπτες τοῦ παραδόξου πράγματος.
 
Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε ὁ Ὅσιος στὰ τέλη τῆς ἐπιγείου ζωῆς του νὰ δοκιμαστεῖ καὶ νὰ ἐπαληθευτεῖ στὸ πρόσωπό του τὸ ψαλμικό «Κύριε ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με». Ἕνας Τοῦρκος διέφθειρε καὶ κατέστησε ἔγκυο μία Χριστιανὴ ἀπὸ τὴ Λάρδο, ὀνόματι Πελαγία, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ νοητικὴ στέρηση. Ὅταν ἔγινε γνωστὴ ἡ ἐγκυμοσύνη της, οἱ τοῦρκοι τὴν ἀνάγκασαν νὰ ὑποδείξει τὸν Ὅσιο ὡς πατέρα τοῦ κυοφορουμένου βρέφους. Τὸν κατήγγειλαν στὸν Μητροπολίτη5 Ρόδου, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε σὲ ἀπολογία. Ὁ μακάριος Μελέτιος, ποὺ βρισκόταν ἤδη σὲ προχωρημένη ἡλικία, δὲν μπόρεσε νὰ ἀντέξει τὶς αἰτιάσεις καὶ ἐξέπνευσε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Ἀρχιερέως. Ἡ συκοφαντία ὅμως ἀποκαλύφθηκε ὅταν θέλησαν νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὴν ταφὴ τὸ σῶμά του καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κηδευθεῖ τὸ ἐξαϋλωμένο ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἐγκρατείας σκήνωμά του στὸν περίβολο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὅταν ἀργότερα ἀνοίχθηκε ὁ τάφος του βρέθηκαν εὐωδιάζοντα τὰ λείψανά του εἰς μαρτύριον τῆς ἁγιότητάς του. Σήμερα στὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ὑψενῆς φυλάσσεται ἡ τιμία κάρα καὶ μικρὸ μέρος τῶν τιμίων λειψάνων του.
 
Ὁ Ὅσιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ χάρη νὰ ἐνεργεῖ θαύματα σὲ ὅσους μὲ πίστη τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ζητοῦν τὴν ἀντίληψη καὶ προστασία του. Πολλὲς φορὲς ἔχει παρουσιαστεῖ σὲ ἀσθενεῖς δηλώνοντας τὸ ὄνομά του καὶ θεραπεύοντάς τους ἀπὸ ἀσθένειες. Συγκλονιστικὴ εἶναι ἡ μαρτυρία εὐσεβοῦς Χριστιανοῦ ἀπὸ τὴν Ἀρχάγγελο ὁ ὁποῖος τὸν συνάντησε καθ᾿ ὁδὸν ἔξω απὸ τὸ χωριὸ Πυλώνα, καὶ τὸν μετέφερε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του μέχρι ἔξω ἀπὸ τὴν Λάρδο, στὴ διασταύρωση τοῦ δρόμου ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Μοναστήρι. Ὅταν ἦλθε στὴ Μονὴ καὶ προσκύνησε τὴν Εἰκόνα του κατάλαβε ποιὸς ἦταν ὁ ἡλικιωμένος Κληρικὸς τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει καὶ ἔφυγε διακηρύσσοντας παντοῦ τὴ θαυμαστὴ ἐμφάνεια τοῦ Ὁσίου.
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
 
Τὸν φωστῆρα τῆς Λάρδου, Ῥοδονήσου τὸ καύχημα, καὶ τῆς Ὑψενῆς τοῦ σεμνείου, θεοφόρον δομήτορα, Μελέτιον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς σκεῦος οὐρανίων ἀρετῶν· πρυτανεύει γὰρ θαυμάτων τὰς δωρεάς, τοῖς πόθῳ ἀναβοῶσι· Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
 
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
 
Ω῾ς βιοτῆς ἀσκητικῆς ῥόδον μυρίπνοον,
καὶ ἀρετῶν θεοειδῶν σκεῦος πολύτιμον,
εὐφημοῦμέν σε Μελέτιε γηθοσύνως.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρὸς τὸν Κύριον,
ἐκ παντοίων συμφορῶν ἡμᾶς διάσωσον,
τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ ἰσάγγελε.
 
Μεγαλυνάριον.
 
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ ζωῆς ἁγίας, ὁ θεόπνους ὑφηγητής· χαίροις Θεοτόκου, ὁ γνήσιος θεράπων, Μελέτιε θεόφρον, Ἀγγέλων σύσκηνε.
ΠΗΓΗ.ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ