Παράκληση της Παναγίας της Γοργοεπηκόου

 

 

Advertisements

Η τελευταία εξομολόγηση.

Η επιθεώρηση τελείωσε. Οι κρατούμενοι οδηγήθηκαν με φωνές και βία πίσω στους θαλάμους τους, ο καθένας σύμφωνα με τον αριθμό του, και η πόρτα κλειδώθηκε. Υπήρχε ακόμη χρόνος πριν από τον ύπνο για να κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ανταλλάξουν εντυπώσεις από το στρατόπεδο, να πουν τα νέα της ημέρας, να νικήσουν κάποιον από ντόμινο ή να ξαπλώσουν στις σανίδες της κουκέτας τους και ν’ αναπολήσουν το παρελθόν. Δύο ώρες αργότερα ο ήχος των συνομιλιών ακουγόταν ακόμη, όμως σιγά-σιγά υποχώρησε και βασίλεψε η σιωπή, καθώς οι κρατούμενοι παραδόθηκαν στον ύπνο.

Αρκετή ώρα μετά το κλείδωμα του θαλάμου ο π. Αρσένιος στάθηκε πλάι στα ξύλινα κρεβάτια και προσευχήθηκε· έπειτα ξάπλωσε κι αυτός και συνεχίζοντας την προσευχή αποκοιμήθηκε.

Ως συνήθως, ήταν ένας ύπνος ανήσυχος. Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ένιωσε κάποιον να τον σκουντά. Ανακάθισε και αντίκρισε την ανήσυχη σιλουέτα ενός ανθρώπου που ψιθύριζε:

«Πάμε γρήγορα! Ό διπλανός μου πεθαίνει και σε ζητάει!».

Βρήκαν τον ετοιμοθάνατο στην άλλη άκρη του θαλάμου. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα· η αναπνοή του ήταν βαριά και ακανόνιστη, τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά κατά τρόπο αφύσικο.

«Με συγχωρείς… Σε χρειάζομαι… Πεθαίνω…». Κοίταξε τον π. Αρσένιο και πρόσθεσε σταθερά: «Κάθησε».

Ο π. Αρσένιος κάθησε στην άκρη του κρεβατιού. Το φως από τον διάδρομο παίρνοντας σχήμα ανάμεσα από τις κουκέτες φώτιζε αδύναμα το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου κρατουμένου, που καλυπτόταν από χονδρές σταγόνες ιδρώτα. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα, τα χείλη του σφιγμένα από τον πόνο. Ήταν εξαντλημένος και το πρόσωπό του είχε μια νεκρική χλωμάδα. Τα μάτια του όμως ήταν διάπλατα ανοιχτά και κοιτούσαν τον π. Αρσένιο σαν δύο αναμμένοι πυρσοί. Σ’ αυτά τα δύο μάτια αντικατοπτριζόταν τώρα όλη η πορεία της επίγειας ζωής του. Πέθαινε. Άφηνε αυτή τη ζωή κουρασμένος και γεμάτος πόνο. Αλλά κρατιόταν ακόμα από μια τελευταία επιθυμία: να δώσει λόγο για όλα στον θεό.

«Εξομολόγησέ με, συγχώρησε τις αμαρτίες μου. Είμαι μοναχός με μυστική κουρά».

Οι διπλανοί του κρατούμενοι πήγαν να κοιμηθούν αλλού. Όλοι έβλεπαν ότι ο θάνατος είχε φθάσει. Ακόμη και σ’ ένα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων υπήρχε ευσπλαχνία και συμπάθεια για τον ετοιμοθάνατο.

Πλησιάζοντας πιο κοντά στον μοναχό και χαϊδεύοντας τα κοντά, ανακατωμένα μαλλιά του ο π. Αρσένιος έσιαξε την τριμμένη κουβέρτα. Με το χέρι του πάνω στο κεφάλι του μονάχου διάβασε ψιθυριστά τις ευχές και συγκεντρώνοντας την προσοχή του ετοιμάστηκε ν’ ακούσει την εξομολόγηση.

«Η καρδιά μου… Δεν χτυπάει καλά…» ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος μοναχός και λέγοντας το μοναχικό του όνομα, «Μιχαήλ», άρχισε την εξομολόγησή του.

Σκύβοντας πάνω από την ξαπλωμένη σιλουέτα ο π. Αρσένιος παρακολουθούσε με προσοχή την φωνή που μόλις ακουγόταν, ενώ άθελά του κοίταζε μέσα στα μάτια του Μιχαήλ. Μερικές φορές ο ψίθυρος σταματούσε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το σφύριγμα από το στήθος του. Ο Μιχαήλ έπαιρνε απεγνωσμένα αέρα από το στόμα του. Άλλοτε πάλι σώπαινε εντελώς και φαινόταν σαν να είχε έρθει ο θάνατος. Τα μάτια του όμως, συνέχιζαν να κινούνται και κοιτάζοντας μέσα σ’ αυτά ο π. Αρσένιος διάβαζε όλα όσα ο ψίθυρος προσπαθούσε να εκφράσει.

Ο π. Αρσένιος είχε εξομολογήσει πολλούς στα τελευταία τους και αυτού του είδους οι εξομολογήσεις ήταν πάντα κάτι το βαθειά συγκινητικό. Τώρα όμως. ακούγοντας την εξομολόγηση του Μιχαήλ, ο π. Αρσένιος έβλεπε ξεκάθαρα ότι μπροστά του βρισκόταν ένας άνθρωπος που είχε φτάσει σε σπάνια επίπεδα πνευματικής τελειώσεως.

Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ένας άνθρωπος προσευχής, ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό και στον συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοής.

Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε και ο π. Αρσένιος άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο ιερέας Αρσένιος ήταν μικρός και ασήμαντος μπροστά του, ότι δεν ήταν καν άξιος να φιλήσει την άκρη των ενδυμάτων του.

Ο ψίθυρος διακοπτόταν όλο και πιο συχνά, αλλά τα μάτια έλαμπαν από ζωή και μέσα τους, μέσα σ’ αυτά τα δυο μάτια, ο π. Αρσένιος, όπως και πριν, τα διάβαζε όλα όσα ο ετοιμοθάνατος λαχταρούσε να εκφράσει.

Στην εξομολόγησή του ο Μιχαήλ έγινε δικαστής του εαυτού του και τον δίκασε αυστηρά, χωρίς έλεος. Μερικές φορές έμοιαζε σαν να απομακρυνόταν απ’ τον εαυτό του, σαν να έβλέπε κάποιον άλλον να πεθαίνει. Κι ήταν εκείνον τον άλλον που δίκαζαν τώρα μαζί με τον π. Αρσένιο.

Ο π. Αρσένιος έβλεπε την επίγεια ζωή του Μιχαήλ σαν ένα καράβι βαρυφορτωμένο με βάσανα και θλίψεις —παλιές και τωρινές— να απομακρύνεται πια απ’ αυτόν και να κατευθύνεται προς τη μακρινή χώρα της λησμοσύνης. Τώρα έμενε μόνο να πετάξει έξω όλα τα άχρηστα, όλα τα περιττά και επουσιώδη και να παραδώσει τα χρήσιμα στα χέρια του ιερέα, που ντυμένος με την δύναμι του Θεού θα του έδινε τη συγχώρηση και την άφεση όλων όσων είχε διαπράξει.

Στα λίγα λεπτά ζωής που του έμεναν ο μοναχός Μιχαήλ έπρεπε να τα παραδώσει όλα στον π. Αρσένιο, να τα απλώσει όλα ανοιχτά μπροστά στον Θεό. να αναγνωρίσει τις αμαρτίες του και έχοντας καθαρίσει τον εαυτό του στο δικαστήριο της δικής του συνειδήσεως, να σταθεί κατόπιν μπροστά στο Κριτήριο του Θεού.

Ένας κρατούμενος πέθαινε, όπως ακριβώς και τόσοι άλλοι είχαν πεθάνει μπροστά στα μάτια του π. Αρσενίου. Τούτος ο θάνατος όμως τον επηρέασε όσο ποτέ κανένας άλλος. Έτρεμε καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Κύριος με το πολύ έλεός Του τον είχε αξιώσει να εξομολογήσει κάποιον που άνηκε στη χορεία των δικαίων.

Τούτη τη φορά ο Κύριος απεκάλυπτε έναν μεγάλο Του θησαυρό, που τόσο καιρό και με τόση αγάπη είχε καλλιεργήσει. Έδειχνε σε ποιά ύψη πνευματικής τελειότητας μπορούν να φθάσουν όσοι αγαπούν τον Θεό με αγάπη ανεξάντλητη. Όσοι σηκώνουν τον ζυγό και το φορτίο του Χριστού και τα βαστάζουν μέχρι τέλους. Όλα αυτά ο π. Αρσένιος τα έβλεπε και τα καταλάβαινε.

Οι απίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις της σύγχρονης ζωής μόνο εμπόδια και προσκόμματα θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει στην κατά Θεόν πορεία κάποιου: επαναστατικές ζυμώσεις, προσωπολατρίες, πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις, επίσημη αθεΐα του κράτους, ποδοπάτημα της πίστεως, ηθική κατάπτωση, διαρκής αστυνόμευση και καταδόσεις, έλλειψη πνευματικού οδηγού. Η εξομολόγηση του ετοιμοθάνατου μοναχού ωστόσο έδειχνε ότι ένας άνθρωπος με βαθειά πίστη μπορεί όλα αυτά, κάθε τι που θα σταθεί στο δρόμο του, να τα υπερνικήσει και να είναι κοντά στον Θεό.

Δεν ήταν ούτε σκήτη ούτε απομονωμένο μοναστήρι ο χώρος που ο Μιχαήλ είχε διανύσει την κατά Θεόν πορεία του. Αντίθετα, ήταν ο θόρυβος της ζωής, η βρωμιά της, η σκληρή μάχη με τις γύρω δυνάμεις του κακού, την άρνηση και την στρατευμένη αθεΐα. Είχε δεχθεί πολύ λίγη πνευματική καθοδήγησα Υπήρξαν κατά διαστήματα κάποιες συναντήσεις με δύο-τρεις ιερείς και ένας σχεδόν ολόκληρος χρόνος που τον πέρασε χαρούμενα σε στενή επικοινωνία με τον επίσκοπο Θεόδωρο, ο οποίος και τον έκειρε μοναχό. Αλλά μετά από τα δύο-τρία σύντομα γράμματα του επισκόπου απέμεινε μόνο ο ακλόνητος και φλογερός πόθος του να προχωρεί μπροστά, όλο μπροστά, στο δρόμο προς τον Κύριο.

«Ακολούθησα άραγε τον δρόμο της πίστεως; Πήρα σωστά τον δρόμο του Θεού; Ή μήπως έχασα τον δρόμο; Δεν ξέρω», είπε ο Μιχαήλ. Ο π. Αρσένιος όμως έβλεπε ότι ο Μιχαήλ όχι μόνο δεν είχε παρεκκλίνει καθόλου από το δρόμο που του είχε δείξει ο επίσκοπος Θεόδωρος, αλλά είχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολύ σ’ αυτόν, έχοντας φθάσει και ξεπεράσει τους οδηγούς του.

Ολόκληρη η ζωή του Μιχαήλ ήταν μία μάχη «εν πορεία», μία μάχη για πνευματική και ηθική τελείωση μέσα στη βαναυσότητα της σύγχρονης ζωής. Και ο π. Αρσένιος καταλάβαινε ότι ο Μιχαήλ είχε κερδίσει αυτή τη μάχη, τη μάχη που έδωσε μόνος εναντίον του κακού που τον περικύκλωνε. Καθώς έζησε μέσα στον κόσμο, αφιερώθηκε στην επιτέλεση αγαθοεργιών στο όνομα του Κυρίου. Κράτησε μέσα στη καρδιά του σαν αναμμένο πυρσό τα λόγια του Αποστόλου: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού».

Ο π. Αρσένιος συνειδητοποιούσε το μεγαλείο, την τελειότητα του πνεύματος του Μιχαήλ. Με τον ίδιο τρόπο αναγνώριζε και τη δική του αθλιότητα και ικέτευε θερμά τον Κύριο να δώσει σ’ αυτόν, τον ιερέα Του Αρσένιο, τη δύναμη να ανακουφίσει τα βάσανα του μοναχού σ’ αυτές τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του. Ήταν στιγμές που ο π. Αρσένιος αισθανόταν εντελώς ανήμπορος. Την ίδια ώρα όμως ένιωθε να εμψυχώνεται από την παρουσία του Μιχαήλ, του οποίου η επιθανάτια εξομολόγηση απεκάλυπτε μπροστά του τους θαυμαστούς δρόμους του Κυρίου, διδάσκοντας και οδηγώντας τον στο δρόμο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως.

Έφτασε και η ώρα που ο Μιχαήλ είχε πια παραδώσει στον ιερέα -και διά μέσου εκείνου στον Θεό- όλα όσα βάραιναν την καρδιά του. Τα μάτια του κοίταζαν ερωτηματικά τον π. Αρσένιο. Σαν ιερέας, παίρνοντας από τον ετοιμοθάνατο μοναχό το φορτίο των αμαρτιών του και κρατώντας το στα χέρια του, ο π. Αρσένιος έτρεμε· έτρεμε πάλι με την επίγνωση της αναξιότητας και ανθρώπινης αδυναμίας του. Απαγγέλλοντας την συγχωρητική ευχή στο δούλο του Θεού Μιχαήλ μοναχό, ο π. Αρσένιος από μέσα του έκλαιγε. Κατόπιν, μη μπορώντας να κρατηθεί, ξέσπασε σε δάκρυα.

Ο Μιχαήλ σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς τον π. Αρσένιο. «Ευχαριστώ… Ειρήνευε… Ήρθε η ώρα… Προσεύχου για μένα όσο πατάς σ’ αυτή τη γη· έχεις ακόμη πολύ δρόμο μπροστά σου… Σε παρακαλώ, πάρε το κασκέτο μου. Εκεί μέσα είναι ένα σημείωμα προς δύο ανθρώπους με μεγάλη ψυχή και μεγάλη πίστη. Πολύ μεγάλη. Όταν αφεθείς ελεύθερος, πήγαινέ τους το σημείωμα αυτό. Σε χρειάζονται και τους χρειάζεσαι… Ράψε πάλι τον αριθμό στο κασκέτο. Και προσεύχου στον Κύριο για τον μοναχό Μιχαήλ».

Σ’ όλη τη διάρκεια της εξομολογήσεως έμοιαζε σαν να ήταν μόνοι τους· σαν τάχα ο θάλαμος και οι ένοικοί του, όλη η ατμόσφαιρα της φυλακής, όλα να είχαν γίνει πολύ απόμακρα· όλα να είχαν περιέλθει σ’ ένα είδος ανυπαρξίας. Παρέμενε μόνο η παρουσία του Θεού, η προσευχή των καρδιών τους και η σιωπηλή πνευματική ένωση που τους έδενε και τους έφερνε ενώπιον του Κυρίου.

Κάθε αγωνία και ταραχή σταμάτησε κάθε τι γήινο χάθηκε. Υπήρχε ο Θεός. Και τώρα η μία ψυχή πήγαινε να Τον συναντήσει, ενώ η άλλη αξιωνόταν να παρακολουθήσει ένα μεγάλο μυστήριο: το θάνατο, την αναχώρηση από τη ζωή.

Ο ετοιμοθάνατος μοναχός κράτησε σφιχτά το χέρι του π. Αρσενίου και προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε με τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε αποξενώθηκε εντελώς από το περιβάλλον. Εσωτερικά ο π. Αρσένιος πλησίασε ακόμα πιο πολύ κοντά του. Με ευλάβεια και χωρίς διαλογισμούς πάλευε ν’ ακολουθήσει τον μοναχό στην προσευχή του.

Έπειτα ήρθε η στιγμή του θανάτου. Τα μάτια του ετοιμοθάνατου φωτίσθηκαν έντονα με μια ήρεμη έκσταση. Τα λόγια του μόλις ακούγονταν: «Κύριε, μη με απορρίψεις!».

Ανασηκώνοντας το κορμί του από το κρεβάτι, ο Μιχαήλ άνοιξε τα χέρια και επανέλαβε δυνατά: «Κύριε! Κύριε!». Άδραξε πάλι μπροστά, αλλά την επόμενη στιγμή έπεσε πίσω ανάσκελα και το κορμί του αμέσως χαλάρωσε.

Συγκλονισμένος ο π. Αρσένιος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται όχι για την ψυχή και τη σωτηρία του κοιμηθέντος μοναχού, αλλά για να ευχαριστήσει. Να ευχαριστήσει για το μεγάλο άωρο, να αξιωθεί εκείνο που είναι αθέατο στα μάτια και ακατανόητο στο νου, εκείνο που είναι το πιό κρυφό απ’ όλα τα μυστήρια: τον θάνατο του δικαίου.

Όταν σηκώθηκε ο π. Αρσένιος, έσκυψε πάνω στο σώμα του νεκρού Μιχαήλ. Τα μάτια του ήταν ακόμη ανοιχτά, ακόμη γεμάτα φως. Όμως το φως σιγά-σιγά χλώμιαζε και τη θέση του έπαιρνε μια ανεπαίσθητη καταχνιά. Τα βλέφαρα έκλεισαν αργά, μια σκιά διέτρεξε το πρόσωπο, και στο πέρασμά της εκείνο έγινε αμέσως επιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.

Σκυμμένος πάνω στο λείψανο ο π. Αρσένιος προσευχόταν. Αν και μόλις είχε γίνει μάρτυρα του θανάτου αυτού του νέου μοναχού, δεν ένιωθε λύπη. Αντίθετα, ήταν γεμάτος από ειρήνη και εσωτερική αγαλλίαση. Είχε γνωρίσει έναν δίκαιο του Θεού, είχε γευθεί το έλεος Του, είχε δει τη δόξα Του.

Προσεκτικά ο π. Αρσένιος τακτοποίησε τα ρούχα στο σώμα του νεκρού, έκανε βαθειά υπόκλιση μπροστά του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμη στο θάλαμο ενός στρατοπέδου «με αυστηρό καθεστώς κρατήσεως». Σαν αστραπή πέρασε η σκέψη από το μυαλό του: Αυτό το στρατόπεδο είχε μόλις δεχθεί μια επίσκεψη του Θεού, τον ίδιο τον Κύριο, που είχε έρθει να παραλάβει την ψυχή του δικαίου Μιχαήλ.

Μόνο λίγη ώρα απόμενε μέχρι το εγερτήριο. Ο π. Αρσένιος πήρε το κασκέτο του Μιχαήλ, τύπωσε στη μνήμη τον αριθμό και πήγε να ενημερώσει το θαλαμάρχη για το θάνατο. Ο θαλαμάρχης, ο αρχαιότερος των καταδίκων, ρώτησε τον αριθμό του νεκρού και εξέφρασε τη συμπάθειά του.

Οι θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οι κρατούμενοι έτρεξαν έξω για την επιθεώρηση και μπήκαν γρήγορα σε σειρές. Ο θαλαμάρχης πλησίασε τους επιθεωρητές που στέκονταν στην είσοδο του θαλάμου και ανέφερε: «Έχουμε ένα νεκρό, αριθμός Β 382″.

Ένας από τους επιθεωρητές μπήκε στο θάλαμο, κοίταξε τον νεκρό, σκούντησε το λείψανο με τη μύτη της μπότας του και έφυγε. Δύο ώρες αργότερα έφθασε ένα έλκηθρα για να πάρει το πτώμα. Ένας γιατρός των φυλακών, από τους καλούμενους «εθελοντές εργασίας», μπήκε μέσα, κοίταξε απρόσεκτα το νεκρό σώμα, σήκωσε λίγο το ένα βλέφαρο με το κλεισμένο σε γάντι χέρι του και μ’ ένα τόνο απαρέσκειας είπε στην ομάδα υπηρεσίας: «Γρήγορα, βάλτε το στο κάρο».

Διάφορα πτώματα κοίτονταν ήδη πάνω στο έλκηθρο. Το σώμα του Μιχαήλ μεταφέρθηκε έξω και τοποθετήθηκε πάνω στα άλλα. Ο οδηγός πήρε θέση ισορροπώντας τα πόδια του επάνω στα πτώματα, που είχαν ήδη ξυλιάσει από το κρύο,

Έπεφτε ψιλό χιόνι και καθώς ακουμπούσε στα πρόσωπα των νεκρών, έλιωνε αργά. Ήταν σαν να έκλαιγαν. Κοντά στους θαλάμους στέκονταν ακόμα οι επιθεωρητές, που συζητούσαν με τον γιατρό, οι κρατούμενοι υπηρεσίας και ο π. Αρσένιος που έσφιγγε τα χέρια του στο στήθος και προσευχόταν σιωπηλά.

Το έλκηθρο άρχισε να κινείται. Κάνοντας μια βαθειά υπόκλιση ο π. Αρσένιος ευλόγησε τα άψυχα σώματα και γύρισε πίσω στο θάλαμο. Ο οδηγός τίναξε τα χαλινάρια και έκανε τα άλογα να ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μια βρισιά. Το έλκηθρο απομακρύνθηκε αργά και χάθηκε από τα μάτια μας.

(Αυτό κείμενο είναι μια αληθινή ιστορία μεταφρασμένη από το παράνομο ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό Ελπίδα («Ναντιέζντα») αρ. 9. Αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που περιγράφει τη ζωή του π. Αρσενίου, ενός αγίου ιερέα που έδρασε μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.)

Ἀναζητώντας τὸ ἀληθινὸ φῶς (Μιὰ ἀληθινὴ ἱστορία)

.      Ἕνας λαϊκὸς ἱεροκήρυκας, θεολόγος, ταξίδεψε κάποτε ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ γιὰ ἕνα νησάκι τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ. Θὰ μιλοῦσε στὸν κεντρικὸ ἱερὸ Ναὸ τῆς πόλεως τὸ βράδυ στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸ πρωὶ στὴν θεία Λειτουργία.

.      Ὁ Ναὸς ἦταν φροντισμένος, περικαλλὴς ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικά, εἶχε πολὺ ὡραῖες βυζαντινὲς εἰκόνες, τέμπλο, ὅλα ὅλα ὡραῖα. Τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ ἱεροκήρυκας ἀφοῦ προσκύνησε τὶς εἰκόνες, χαιρέτησε τὸν χορὸ τῶν ἱεροψαλτῶν καὶ πρόσεξε ὅτι κάποιος ἦταν τυφλὸς στὸ χορό. Προχώρησε πρὸς τὸ Ἱερό, ὁ κόσμος ἦταν λίγος. Ὁ ἱερέας τὸν ἀνέμενε, τὸν καλοδέχτηκε, κι ἐκεῖνος ἀφοῦ ἀσπάστηκε τὸ χέρι του, ἀσπάστηκε καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ κάθισε σὲ μιὰ ἄκρη τοῦ Ἱεροῦ.

.      Ὁ Ἑσπερινὸς ἔχει ἀρχίσει. Ὅλα εἶναι σεβαστικά, ὁ ἱερέας ψάλλει μὲ τὴν ἁπαλὴ καὶ φυσικὴ φωνή του, οἱ ψάλτες σὲ χαμηλοὺς τόνους, τὸ θυμιατὸ γλυκά-γλυκὰ ἀντιφωνεῖ στοὺς ἱεροψάλτες. Ὅλα μοιάζουν μὲ τὸν ὕμνο τοῦ Ἑσπερινοῦ, «Φῶς ἱλαρόν». Ὁ ἥλιος στὴν δύση του χύνει τὸ γλυκό του φῶς, σὲ λίγο θὰ δώσει τόπο στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ καὶ τῶν ἄστρων. Ὁ βασιλεύων ἥλιος εἶναι σὰν νὰ ἀγκαλιάζει τὸ μεσοπέλαγο νησάκι.

.      Ὁ Ἑσπερινὸς προχωρεῖ, καὶ στὴν ὥρα του ὁ ἱεροκήρυκας κάνει τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀρχίζει τὸ κήρυγμα: «Θὰ δοῦμε ἀπόψε ἕνα στίχο τοῦ Ψαλτηρίου», λέει ἀρχίζοντας. «“Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς”. Μὲ τὸ δικό σου δηλαδὴ Φῶς, Θεέ μου, θὰ βλέπουμε. Βλέπουμε μὲ τὸ φυσικὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Βλέπουμε μὲ τὸ φῶς τῶν κεριῶν, τῶν λυχναριῶν, τῶν καντηλιῶν. Βλέπουμε καὶ μὲ τὸ ἠλεκτρικὸ φῶς.

.    Μὴν ἀμφιβάλλετε ὅτι τὸ παλάτι τοῦ Δαβὶδ εἶχε τὸν τελειότερο φωτισμὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ὅμως γιατί ζητᾶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ; Ὁ Δαβὶδ ζητοῦσε πάντοτε τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ τί νὰ κάνει, πῶς νὰ διοικεῖ τὸν στρατό, πῶς νὰ φροντίζει γιὰ τὸν λαό του, πῶς νὰ καθοδηγεῖ τὸ σπίτι του. Αὐτὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τώρα νὰ ἔλθουμε στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὴν ἐποχή μας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς Τρεῖς μεγάλους Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, γράφει: Ὁ Δαβὶδ ἦταν καὶ προφήτης· μὲ τὸν στίχο αὐτὸ προανήγγειλε ἀπὸ τότε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ στείλει ὡς φῶς πνευματικὸ τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ πήραμε ὅλοι μας μὲ τὸ Χρῖσμα μετὰ τὴν Βάπτισή μας καί σὲ κάθε Λειτουργία μετὰ τὴν θεία Κοινωνία ψάλλουν οἱ ψάλτες «Εἴδομεν τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν», δηλαδὴ τὸν Χριστό, «ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον».

.      Τελείωσε τὸ κήρυγμα καὶ ὁ ἱεροκήρυκας μπῆκε στὸ ἱερό. Μπῆκε καὶ ἕνας ἐπίτροπος καὶ εἶπε στὸν ἱερέα κάτι. Ὁ Ἑσπερινὸς τελείωσε καὶ ὁ ἱερέας λέει στὸν ἱεροκήρυκα: «Θὰ ἔλθει ἕνας κύριος τυφλός, ποὺ θέλει νὰ σᾶς μιλήσει· σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ἀκούσετε. Ἐγὼ θὰ πάω στὸ γραφεῖο· ὅταν τελειώσετε, θὰ σᾶς δῶ».

.      Σὲ λίγο μπαίνει μέσα ὁ τυφλός, συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα ἀγόρι τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, ἀνεψιό του ἀπὸ ἀδελφή. «Θεῖε», τοῦ λέει, «θὰ περιμένω ἔξω». «Ναί», τοῦ λέει, «νὰ περιμένεις νὰ πᾶμε σπίτι». Ἄρχισε ὁ τυφλός:

.      «Θὰ σᾶς πῶ κοντολογὶς τὴν ἱστορία μου. Ἐδῶ γεννήθηκα, ἐδῶ βαπτίστηκα, ἐδῶ πῆρα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως εἴπατε. Ὅταν τελείωσα τὸ σχολεῖο καὶ μπῆκα στὸ Πολυτεχνεῖο, μὲ ἔπιασε κάτι. Ἡ γνώση ἡ γνώση, ἔλεγα, τί ἄλλο ὑπάρχει; Ἄρχισα δειλὰ στὴν ἀρχὴ νὰ νυχτοπερπατῶ στοὺς δρόμους τῆς ἁμαρτίας. Ἔφυγα γιὰ τὴν Ἀγγλία καὶ Γερμανία, ἐκεῖ περπατοῦσα ἄφοβα αὐτοὺς τοὺς δρόμους.

.      Μιὰ μέρα πῆγα ἀπὸ περιέργεια στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Λονδίνου. Ἦταν Κυριακή, ἦταν ἡ στιγμὴ τοῦ κηρύγματος. Μιλοῦσε στὸν ἄμβωνα τοῦ Ναοῦ ἕνας κήρυκας ἱερέας, σεμνός. Ὁ λόγος του ἦταν σὰν τὴν ψιλὴ σιγανὴ βροχούλα, ἔπεφτε εἰρηνική, σταθερή. Τὰ λόγια του μὲ συντάραξαν. Μιλοῦσε γιὰ τὸν Ἄσωτο, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ τελικὰ ζοῦσε μὲ τοὺς χοίρους, ἔτρωγε τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄ… σωτος, τί σημαίνει αὐτό; ὅτι ὁ ἄσωτος δὲν ἔχει σωτηρία, δὲν ἔχει τόπο στὸν Παράδεισο. Ὅμως ὁ νέος ἄφησε τοὺς χοίρους, γύρισε στὸ σπίτι του, τὸν καλοδέχτηκε ὁ πατέρας του. Τὸν ἔβαλε πάλι στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ κεῖ στὸν Παράδεισο.

.      Δὲν ἄντεξα νὰ καθίσω στό Ναὸ περισσότερο, πῆρα δρόμο καὶ ἔφυγα κλαίγοντας. Γύρισα στὴν Ἑλλάδα, ἀγκάλιασα τὴ μάννα μου, τῆς λέω «μάννα, πήγαινέ με στὸν Πνευματικὸ τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Γύρισα, σοῦ λέω, δὲν εἶμαι ἄσωτος!» Μὲ πῆγε κλαίγοντας καὶ αὐτὴ καὶ ἐγώ. Ὁ Πνευματικὸς μὲ ἄκουσε, ἔκλαψε κι αὐτός. Κάποτε μὲ ἄφησε καὶ κοινώνησα, τώρα κοινωνῶ καὶ ψάλλω.

.      Ἔπιασα δουλειά. Κάποια στιγμὴ ἔπεσε, λές, κεραυνὸς στὸ κεφάλι μου, πονοκέφαλος φοβερός, πῆγα παντοῦ, Ἑλλάδα ἐξωτερικό. Διαπίστωσαν ὅτι ἔχω ὄγκο στὸ κεφάλι. Ἄρχισα νὰ χάνω τὸ φῶς μου, τέλος τὸ ἔχασα. Κανεὶς ἀπ’ τοὺς γιατροὺς δὲν ἤθελε νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν θεραπεία μου». Ἔκλαιγε ὁ τυφλὸς καὶ ὁ ἱεροκήρυκας. «Ἀκοῦστε», μοῦ λέει, «πήγαινα μὲ τὰ δυό μου μάτια στὸν γκρεμὸ καὶ εἶπε ὁ Θεὸς νὰ τοῦ πάρω τὰ μάτια μήπως ἀρχίσει νὰ βλέπει. Ναί, τώρα βλέπω, δὲν εἶμαι ἄσωτος, βλέπω, βλέπει ἡ ψυχή μου».

.      Πέρασαν χρόνια. Πόσα; Ὁ ἱεροκήρυκας βρέθηκε σὲ ἕνα νησὶ στὸ Ἰόνιο Πέλαγος. Τώρα ἔχει λίγες ψιχάλες ἄσπρες στὸ κεφάλι του. Θὰ μιλήσει στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς πρωτεύουσας τοῦ νησιοῦ τὸ βράδυ. Εἶπε τὰ ἴδια ποὺ εἶχε πεῖ κάποιο Σάββατο στὸν Ἀργοσαρωνικό, μὲ προσθήκη τὴν συζήτηση μὲ τὸν τυφλό. Δὲν εἶπε τὸ ὄνομα τοῦ τυφλοῦ στὸ κήρυγμα. Τὸ κήρυγμα τελείωσε. Ὁ κόσμος φεύγει χαιρετώντας. Ἕνα ζευγάρι περιμένει διακριτικὰ νὰ φύγει ὁ κόσμος, πλησιάζουν τὸν ἱεροκήρυκα.

.  «Καλησπέρα σας», λέει ὁ σύζυγος, «ἡ σύζυγός μου σᾶς γνωρίζει. Εἶναι ἀπὸ τὸ νησάκι τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ ὅπου πήγατε κάποιο Σάββατο καὶ μιλήσατε. Εἶναι τὸ μικρότερο παιδὶ τοῦ ξενοδόχου ποὺ σᾶς φιλοξένησε, καὶ τὸ μεσημέρι σᾶς πῆρε ὁ πατέρας γιὰ φαγητὸ στὸ σπίτι τους.

.      Πῆρε ἀμέσως τὸ λόγο ἡ σύζυγος: «Ἤμουν κι ἐγὼ στὴν ὁμιλία τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς. Χαρήκαμε τότε ποὺ ὁ πατέρας μου σᾶς ἔφερε στὸ τραπέζι. Τώρα ὅλοι φύγαμε ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔχουμε παντρευτεῖ. Ἔμεινε μόνο ὁ μικρὸς ἀδελφός μου καὶ ἀνέλαβε τὰ ξενοδοχεῖα. Αὔριο φεύγω μὲ τὸν σύζυγό μου γιὰ τὸ νησάκι μας. Στὸν Ναὸ ποὺ μιλήσατε τότε, θὰ γίνει τὸ τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ Σωτήρη. Πέθανε κοινωνημένος καὶ λέγοντας: “Πήγαινα μὲ τὰ δυό μου μάτια στὸ χοιροστάσιο τῆς ἁμαρτίας. Εἶπε ὁ Θεός, θὰ τοῦ πάρω τὰ μάτια μήπως ἀρχίσει νὰ βλέπει. Ναί, τώρα δὲν εἶμαι ἄσωτος. Τώρα βλέπω. Βλέπω! Ὁ Θεὸς μὲ παίρνει στὸ σπίτι του, στὴν Βασιλεία του”».

.      Ἔκλαιγε τὸ ζευγάρι καὶ ὁ ἱεροκήρυκας. Χρόνια, χρόνια στὴν θύμησή του ἦταν ἡ ἱστορία αύτή. «Κύριε», λέει ἡ σύζυγος, «μᾶς ἄφησε ὁ Σωτήρης ἕνα ἴχνος ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Νὰ μᾶς φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἀκολουθήσουμε». «Ναί», εἶπε ὁ ἱεροκήρυκας, «νὰ τὸ ἀκολουθήσουμε».

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ» τ. 2027, 15.07.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Μιά καλή πράξη για την αιωνιότητα.

  • (Σχόλιο «Χ.Β.») Γιὰ πολλὰ πολλὰ χρόνια ἡ λεγόμενη «καλὴ πράξη» ἔχει χλευασθεῖ ἀνηλεῶς ἀπὸ θεολόγους, κληρικούς, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους καὶ  ἄλλους εἰδικοὺς στὰ πλαίσια τῆς ἀποβολῆς παραμορφώσεων τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς, ὅπως ἡ εὐσεβοφάνεια καὶ ὁ στεῖρος ἠθικισμός. Ἔτσι ὅμως διασύρθηκε καὶ ἀπαξιώθηκε πλήρως τὸ ὄνομα τῆς «καλῆς πράξεως» καὶ συμπαρασύρθηκε καὶ τὸ ὑγιὲς περιεχόμενό της. Μιὰ ἄλλη ὄψη λοιπὸν τῆς «καλῆς πράξεως» παρουσιάζεται στὴν κατωτέρω διήγηση. Αὐτὴ ἀμφισβητεῖ τὰ στεγανὰ ποὺ δημιούργησαν οἱ «παλαιότερες ἀμφισβητήσεις», καθὼς κάθε νέο παλιώνει μὲ τὴ σειρά του σύντομα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «νέο» τῆς Ἁγίας Παραδόσεως. Κάθε τι καινούργιο, ποὺ γυαλίζει στὰ μάτια τῶν ὁρκισμένων ρεφορμιστῶν, ἐξυπηρετεῖ τὶς περισσότερες φορὲς κάποια κοντόθωρη σκοπιμότητα ἢ κάποια μεγαλόπνοη ἰδιοτέλεια, κάποια ἐποχικὴ συναισθηματικὴ ἔξαρση, κάποια συμπλεγματικὴ φόρτιση. Κι ἔρχεται ὥρα ποὺ οἱ δυσμορφίες ξεσκεπάζονται. Ἡ «Χ.Β.» ἔδωσε τίτλο στὴν διήγηση: “Μιὰ καλὴ πράξη γιὰ τὴν αἰωνιότητα”.
Καλοκαίρι τοῦ 1988. Στὸν δρόμο ἀπὸ τὴν Λαύρα στὴν Κερασιά συνάντησα ἕνα γεροντάκι, ποὺ ἔσκαβε στὸν κῆπο του.
—Καλῶς τον, μοῦ εἶπε. Ἔλα νὰ πιεῖς νερό.
Παίρνω τὸ νερό. Τὸν εὐχαριστῶ. Δοξάζω τὸν Θεό. Πιάνουμε κουβέντα.
—Πῶς σὲ λένε;
—Σπύρο.
—Ἀπό ποῦ εἶσαι;
—Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
—Ποῦ πᾶς;
—Στόν π. Θεολόγο.
—Τί δουλειά κάνεις;
—Δικηγόρος.
—Δέν πειράζει!
—Ἄκου παιδί μου, νὰ σοῦ πῶ μία ἱστορία. Ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος, γεμᾶτος πάθη, ἐγωισμό, φιλοχρηματία, φθόνο, ὀργή. Μία μέρα, ἐκεῖ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα φοῦρνο φορτωμένος μέ ψωμιά, ἕνας φτωχούλης τοῦ ζήτησε ἐλεημοσύνη.Ὅμως, ὁ πλούσιος θύμωσε καὶ στὸν θυμό του πέταξε ἕνα καρβέλι ψωμί στὸν φτωχό. Αὐτὸς τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔφαγε στὸ σπίτι του μὲ τὰ παιδάκια του. Ἔφτασε ὁ καιρὸς καὶ ὁ πλούσιος κοιμήθηκε.Ἦρθαν τότε οἱ δαίμονες καὶ τοῦ τραβοῦσαν τὴν ψυχή του νὰ τὴν πᾶνε στὴν κόλαση. Μπῆκαν τὰ πάθη του στὴν μία πλευρά τῆς ζυγαριὰς καὶ ἡ ζυγαριά ἔγερνε πρὸς τὴν κόλαση. Ἔβαλε τότε, παιδί μου, καί ὁ φύλακας ἄγγελός του ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τὸ καρβέλι, πού ὁ πλούσιος εἶχε πετάξει μὲ θυμὸ ἀλλὰ ὁ φτωχὸς τὸ ἔφαγε μὲ τὰ παιδιά του καὶ ὠφελήθηκε, καὶ ἀμέσως ἡ ζυγαριά ἰσορρόπησε καὶ ἡ ψυχὴ σώθηκε. Βλέπεις, παιδί μου, τί ἀξία ἔχει καὶ ἡ πιὸ μικρὴ καλὴ πράξη ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν προαίρεση αὐτοῦ ποὺ τὴν κάνει; Ἄντε στὸ καλό, παιδί μου καὶ νὰ θυμᾶσαι, πρὶν βάλεις τὸ κεφάλι σου στὸ μαξιλάρι κάθε βράδυ, νὰ κοιτᾶς νὰ ἔχεις κάνει τουλάχιστον μία καλὴ πράξη. Αὐτό μπορεῖ νὰ σὲ σώσει.

Σπῦρος Β. Μπαζίνας, περιοδ. “ΠΡΩΤΑΤΟ”, τ.118, Ἀπρ. -Ἰούν. 201