Ο κύρ-Μανώλης ο νεωκόρος

Προδημοσίευση: «Όσο μπορείς» Μικρό Γεροντικό πόλεων του Βασίλη Αργυριάδη (Νέα κυκλοφορία από τις εκδόσεις «ΕΝ ΠΛΩ» στις 26 Μαρτίου!)

Ὁ κυρ Μανώλης ἦταν ἤσυχος ἄνθρωπος. ἀγαθός καί λιγάκι ἀφελής. Εἶχε δέκα τέσσερα χρόνια νεωκόρος στούς Ἁγίους Ταξιάρχες. Πρίν ἦταν σέ ἄλλη ἐπαρχία κι ἦταν κι ἐκεῖ νεωκόρος, ἔτσι εἶχε πεῖ. Ὄχι πώς ἔνοιαζε καί κανένα… Ἦταν κι ὁ ἐφημέριος πού τόν προσέλαβε, ὁ παπα-Θεοδόσης, ἄνθρωπος ἄδολος.
Κάποια Κυριακή, ξεκίνησε ὁ νεωκόρος πρωί-πρωί γιά τόν ναό. Θά εἶχαν μουσαφιραίους παπάδες ἀπό ἄλλη Μητρόπολη. Ὁ Δεσπότης εἶχε ζητήσει ἀπό τόν παπα-Θεοδόση νά τούς φιλοξενήσει συλλειτουργούς στόν ναό του.
Ὁ ἀγαθός νεωκόρος ἔφτασε ἀξημέρωτα στόν ναό. Τό κρύο τσουχτερό. Καθώς ἔκανε νά βάλει τό κλειδί στήν εἴσοδο, διέκρινε λίγο ἀπόμερα στό σκοτάδι κάτι νά κινεῖται. Τόν πλησίασε ἕνα παλληκάρι στό μπόι του. Ἦταν διπλωμένος ἀπό τή στέρηση καί μελανιασμένος ἀπό τό κρύο. Φοροῦσε μονάχα τά ἐσώρουχά του! Κύριος οἶδε σέ τί εἶχε μπλεχτεῖ ἤ ἀπό τί εἶχε ξεμπλέξει…
Ὁ κύρ Μανώλης τρόμαξε ἀρχικά, ἀλλά μετά σάστισε.
«Τί συνέβη ρέ παιδί; Γιατί εἶσαι ἔτσι;».
«Ἄστα μπάρμπα… Ἔχεις τίποτα νά μοῦ δώσεις νά φορέσω;».
«Ποῦ νά βρῶ ρέ παιδί;… Κάτσε, στάσου. Ἔλα μέσα…».
Μπῆκαν στόν πρόναο. Ὁ κύρ Μανώλης, χωρίς δεύτερη κουβέντα, βγάζει πανωφόρι, πουλόβερ, πουκάμισο, παντελόνι καί τοῦ τά δίνει. Σάστισε τώρα ὁ νεαρός.
«Τί κάνεις ἐκεῖ ρέ μπάρμπα;».
«Μή σέ νοιάζει… Ἐγώ φοράω τό ρασάκι μου πάνω ἀπό τά ροῦχα κι εἶναι μακρύ, δέν θά φαίνεται… Κι ὕστερα ἐδῶ μέσα θά ἔχει ζέστη σέ λίγο… Μή σέ νοιάζει… Δέν κάθεσαι κι ἐσύ; Θά ζεσταθεῖς…».
Ὁ νεαρός εἶχε ἤδη γυρίσει τήν πλάτη του καί κατέβαινε τά σκαλιά μέ τά ξένα ροῦχα φορεμένα.
Ἡ Λειτουργία προχωροῦσε. Ὁ παπα-Θεοδόσης καί ἄλλοι τρεῖς ἱερεῖς, μέ τά ἄμφιά τους, συλλειτουργοῦσαν ὄρθιοι γύρω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα. Κάποια στιγμή, ἐκεῖ γύρω ἀπό τό «πρόσχωμεν τά ἅγια τοῖς ἁγίοις…», ὁ παπα-Θεοδόσης σήκωσε τό κεφάλι καί πρόσεξε σέ μιά γωνιά τοῦ ἱεροῦ τόν κύρ Μανώλη, πού μόλις εἶχε μπεῖ, ἐμπερίστατος καί ἀγχωμένος ὅπως πάντα, γιά νά τά προλάβει ὅλα.
«Βρέ σέ καλό του… », εἶπε ἀπό μέσα του ὁ καλόβουλος ἱερέας, «σήμερα βρῆκε ὁ εὐλογημένος νά κάνει τίς κορδέλες του; Σήμερα πού ἔχουμε κόσμο;… Ἀντί νά βάλει τό κλασικό του μαῦρο ρασάκι, πῆγε κι ἔβαλε αὐτή τή λευκή κελεμπία; Σήμερα βρῆκε;… Ἴσα δηλαδή νά τόν δοῦν οἱ ξένοι καί νά βροῦμε κάνα μπελά μέ τέτοια καμώματα… Θές νά φτάσει καί στ’ αὐτιά τοῦ Δεσπότη κάνα τέτοιο: “Στούς Ταξιάρχες τό ρίξανε στά παρδαλά…”».
Μέχρι τό τέλος τῆς ἀκολουθίας, ὁ παπα-Θεοδόσης δέν μποροῦσε νά ἠρεμήσει. «Ρέ πειρασμός πού μᾶς βρῆκε Κυριακάτικα… Κι ἀπό κεῖ πού δέν τό περιμέναμε…».
Κήρυξε ἕνας ἀπό τούς φιλοξενούμενους ἱερεῖς. Κοινώνησαν τόν κόσμο. Ἔβαλαν ἀπόλυση.
Ὁ παπα-Θεοδόσης πήγαινε νά σκάσει. Κάθε πού ἔβλεπε τόν κύρ Μανώλη νά πηγαινοέρχεται μπροστά στούς ξένους παπάδες, δαγκωνόταν…
Οἱ ἱερεῖς ἔβγαλαν τά ἄμφιά τους, ἑτοιμάστηκαν.
«Πατέρες, θέλετε νά κατεβεῖτε στό ὑπόγειο; Θά ᾽χουμε καφέδες καί κέρασμα. Θά χαροῦμε νά μείνετε… Νά, κύρ Μανώλη», ἔκανε νά φωνάξει τόν νεωκόρο, «ἤ μᾶλλον ἄσε», μουρμούρισε μέσα ἀπό τά δόντια του. «Ἀντώνη, Ἀντώνη», φώναξε τόν ψάλτη, «πάρε τούς πατέρες κάτω, μέχρι νά τελειώσω κι ἐγώ ἐδῶ… Πατέρες, τελειώνω κι ἔρχομαι… ».
Οἱ ἱερεῖς φύγανε. Ἔμεινε στό ἱερό μονάχος του. Καί νά σου κι ὁ κύρ Μανώλης, φουριόζος, μέ χέρια φορτωμένα.
«Ἔλα δῶ, βρέ Μανώλη, ἔλα δῶ… Τί σοῦ ᾽ρθε βρέ εὐλογημένε καί μοῦ σημαιοστολίστηκες σήμερα;».
«Πῶς;», ἔκανε ὁ κύρ Μανώλης μέ τό χαρακτηριστικό βλέμμα τοῦ ἀνθρώπου πού σέ κοιτάει ἀπό τό βάθος τῆς ἀφέλειας.
«Ποῦ πῆγες καί τό βρῆκες βρέ ἄνθρωπέ μου αὐτό τό ράσο; Μά ρεζίλι θέλεις νά μᾶς κάνεις;».
«Πάτερ μου ἐσεῖς μοῦ τό δώσατε… Εἶναι λίγο ἄπλυτο βέβαια… ἀλλά κεριά εἶναι, μή νομίζετε ὅτι φεύγουν καί εὔκολα…».
«Ἐγώ σοῦ τό ᾽δωσα; Πότε μωρέ σοῦ τό ᾽δωσα ἐγώ;».
«Ὅταν πρωτοῆρθα βρέ πάτερ μου, πρίν δεκατέσσερα χρόνια… Μπάααα, τί πάθατε σήμερα;».
Θόλωσε ὁ παπα-Θεοδόσης. «Θά μέ τρελάνεις μωρέ; Δέν σοῦ μιλάω γιά τό μαῦρο σου τό ράσο… Γιά τοῦτο ᾽δῶ σοῦ μιλάω… », καί κάνει μιά μέ θυμό καί ἁρπάζει τό ράσο τοῦ κύρ Μανώλη…
Σάν λέπι ἔπεσε ἀπ’ τά μάτια του ἡ ἀστραφτερή λευκάδα κι εἶδε στά χέρια του ἕνα μαῦρο τριμμένο ρασάκι, θαμπό ἀπό τή χρήση καί τά κεριά. Κι ἔτσι ὅπως τό ἀνασήκωσε, βλέπει γυμνά τά πόδια τοῦ κύρ Μανώλη, σάν νά φοροῦσε ἀπό μέσα κοντό παντελονάκι.
«Τί ἔγινε βρέ Μανώλη;», ρώτησε μέ φωνή ξεψυχισμένη, σάν νά τοῦ ᾽χε ἔρθει ζαλάδα.
Ὁ ἀφελής νεωκόρος τοῦ τά εἶπε ὅλα μέ ἁπλότητα.
Ὁ παπα-Θεοδόσης εἶχε καταπιεῖ τή γλώσσα του. Ἔνιωθε μέσα του κάτι σάν ταπείνωση πού ἐντούτοις τόν γλύκαινε…

ΠΗΓΗ.ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

Ο Άγιος Σύζυγός της Πόρνης

Pencil vs Camera - 61

Ζούσε στην Αθήνα πρό ετών κάποιος άνθρωπος πού τον έλεγαν Νικόλαο.
Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «Θεϊκές καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του.

Είχε μάλιστα και την αρετή της ελεημοσύνης, όπως εδώ σε μιά παρόμοια σκηνή βλέπουμε…

Στα 35 χρόνια του, εφόσον τακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε κι΄ αυτός να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, εφόσον ήταν και ευσεβής, θα έπρεπε να ψάξει να βρεί μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε αλλού υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.

Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο…

Πήγε λοιπόν στην πλατεία Βάθης και πήγε σε ένα σπίτι της αμαρτίας. Και την πρώτη κοπέλα που τον υποδέχτηκε, της είπε :
—«Σήκω και έλα μαζί μου. Έταξα στο Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε βγάλω από δω μέσα. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Βέβαια κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι εκείνης τής κοπέλας, δεν θα ξαφνιάζονταν τόσο πολύ, όπως ξαφνιάστηκε εκείνη τη στιγμή. Την ευκαιρία βέβαια δεν την έχασε και έτσι δέχτηκε. Την δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι θα εξομολογείτο και θα άρχιζαν μία καινούργια ζωή, όπως και πράγματι έγινε.

Η πρώην άσωτη γυναίκα ήταν πλέον στο πλευρό του Νικόλα σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και σιωπηλή με τα νεανικά της χρόνια φωτεινά πλέον, απ’ τη μετάνοια και την εξομολόγηση στο καθαρό της πρόσωπο.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός. Αλλά η αμαρτία όμως είναι δυνατή, και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε γι’ αυτήν, και για το μεγάλο αφεντικό της αμαρτίας που λέγεται διάβολος.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα του Νικόλα, κύλισε ξαφνικά στην παλιά αμαρτία, και έγινε τώρα πλέον μοιχαλίδα. Σαν να την έπιασε βέβαια ένα είδος τρέλας.

Της μίλησε ο Νικόλας, ο καλός εκείνος σύζυγος,
–«Κοίταξε», της είπε, «δεν σου κρατάω καμιά κακία. Θα σ’ αφήσω όσα λεφτά έχω και το σπίτι ακόμα, και εγώ θα πάω στο Άγιο Όρος. Και αν με κρατήσουν εκεί θα γίνω μοναχός, αν όχι, θα γυρίσω πίσω, και θα δούμε τι θα κάνουμε.»
Και έφυγε…
Φτάνοντας ο Νικόλας στο Άγιο Όρος, έψαξε και έμαθε για έναν περίφημο και άγιο πνευματικό, ας τον πούμε παπα-Σάββα, και πήγε να τον συμβουλευτεί. Σαν τον άκουσε εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του είπε:
—«Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Αμαρτάνεις μόνον που το σκέπτεσαι. Έταξες να σώσεις την γυναίκα σου. Να πας πίσω να την ξαναπάρεις κοντά σου. Και προσπάθησε με τη ζωή σου, με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και ελεημοσύνη να την σώσεις…»

Αποσβολώθηκε ο Νικόλας, κοντοστάθηκε, του φάνηκε πολύ βαριά αυτή η εντολή του πνευματικού, κατάλαβε όμως ύστερα από προσευχή που έκαμε κατά την διάρκεια της αγρυπνίας εκεί στο κελάκι εκείνου του αγιασμένου γέροντος και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω.
Άνοιξε την αγκαλιά του, άνοιξε το σπιτικό του και την ξαναπήρε μέσα. Εκείνη ύστερα από την όλη αυτή διαδικασία, συγκινήθηκε, εξομολογήθηκε και έβαλε καινούργια αρχή.
Μα η αμαρτία είναι και γλυκιά και δυνατή και ισχυρή. Και η γυναίκα ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε…
Ο Νικόλας υπέμενε, καρτερούσε, αγρυπνούσε ώρες, γονατιστός προσευχόταν γι’ αυτήν, σιωπούσε και νήστευε, νήστευε εξαντλητικά.

Ερεθισμένη από αυτήν την ανοχή πρόσθεσε στην ντροπή και κάτι άλλο πλέον, την άσχημη συμπεριφορά της. Άρχισε να τον φωνάξει, να τον ξεφτιλίζει, να τον βρίζει, να τον ματώνει καθημερινά με την θηριώδη εκείνη συμπεριφορά της, την διαβολική.

Πόσο θα μπορούσε αλήθεια να βαστάξει ο ανεξίκακος εκείνος άγιος άνθρωπος του αιώνος μας;
Περνούσαν τα χρόνια και ο Σταυρός γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος. Έδειχνε σιγά σιγά να λυγίζει.

Και ξημέρωνε ημέρα της Καθαράς Δευτέρας.

Την πέρασε γονατιστός, λύγισε μπροστά στην σιωπή του Θεού που έδειχνε πως δεν νοιαζόταν πλέον για το πλάσμα του. Έπεσε μπροστά στο εικονοστάσι και με λυγμούς φώναξε:
—«Θεέ μου, ή φώτισέ την και δώσε της μετάνοια αληθινή, ή πάρε με. Δεν αντέχω άλλο τούτο το βάσανο 15 ολόκληρα χρόνια».
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!
Η γυναίκα του που ήλθε απέξω από την αμαρτία, γιατί είπαμε ήτανε νύχτα και ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, ήταν μια τέτοια ημέρα, που τον βρήκε γονατιστό και άκουσε και τα λόγια που έλεγε κλαίγοντας τούτος ο άνθρωπος, τη συγκλόνισε κυριολεκτικά, την πήραν τα κλάματα, … κατάλαβε την άβυσσο των κριμάτων της, … ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αλλά η μετανοημένη πλέον.
Κεραυνοχτυπημένη λοιπόν από την θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και φώναξε:

«Συγχώρεσέ με, δεν είμαι μόνο τιποτένια, αλλά για τελευταία φορά. Για τελευταία και μοναδική φορά συγχώρεσέ με».
Και κείνος πάλι την συγχώρεσε.
Και ακολούθησαν μετά από κείνην την βραδιά που ξημέρωνε η Μεγάλη Σαρακοστή και η Καθαρά Δευτέρα, ακολούθησαν χρόνια ευτυχίας, και με παιδιά μέσα στην οικογένεια, δύο αγγελούδια που τους χάρισε ο Πανάγιος Θεός, και ευλογία ήλθε μια για πάντα σε αυτό το σπιτικό, χάρις στην αγία υπομονή, τη μεγάλη καρδιά και την συγχωρητικότητα αυτού του ανθρώπου του Νικολάου, χάρις στην προσευχή του, χάρις στην υπομονή του, την ματωμένη υπομονή του, την πολλή του προσευχή και τα πολλά του τα δάκρυα.

Τελικά έσωσε έναν άνθρωπο !

Τώρα εγώ και σεις, αν ήμασταν στη θέση του, τι θα κάναμε; Γιατί αυτός ο άνθρωπος, όταν αύριο μεθαύριο κοιμηθεί, θα μας κρίνει επάνω στην Βασιλεία των Ουρανών για το πόσο υπήρξαμε ανεκτικοί στα σφάλματα του πλησίον μας. Δεν λέω του συντρόφου μας, λέω του πλησίον μας, του οποιουδήποτε πλησίον μας.

Και πόση προσευχή κάναμε γι’ αυτόν, και πόση νηστεία, και πόσα δάκρυα χύσαμε για να αλλάξει ζωή, για να αλλάξει διαγωγή.
Αυτή είναι η αληθινή ζωή του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πράξις των Πράξεων των Αποστόλων, των συμβουλών των Αποστόλων, των εντολών του Αγίου Θεού, αυτή είναι η πράξις, την οποία πρέπει να την δείχνουμε με την ζωή μας κάθε μέρα.
Πάντως εκείνο που θέλω να παρακαλέσω όλους σας, είναι να ενθυμούμεθα ότι την αρετήν θα την διαπράττουμε όσο το δυνατόν δύναται στα κρυφά, μέσα στο ταμείον της καρδιάς μας, όπου θα θησαυρίζουμε τις αρετές του Αγίου Θεού, για να ωφεληθούμε…

Να ωφεληθούμε όχι μόνον εμείς προσωπικά, αλλά για να ωφεληθεί και ο σύντροφος της ζωής μας, να ωφεληθούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και να δημιουργήσουμε με την δική μας αγιασμένη ζωή, με τη δική μας ανεξικακία, με την δική μας συγχωρητικότητα, με τη δική μας ολόθερμη αγάπη, όχι την ψεύτικη, όχι την φαινομενική, όχι των χειλέων, την καρδιακή αγάπη, να δημιουργήσουμε μία ασπίδα, ένα προπέτασμα πως θα το πώ, μια ασφάλεια, γύρω από την οικογένειά μας…

Έτσι ώστε χάριν ημών και χάριν των προσωπικών μας αγώνων, και της αγάπης που θα έχομε προς τον Θεόν και τον πλησίον, όταν θα έρθουν οι δύσκολες ώρες, -και έρχονται, δεν καθορίζουμε είπαμε ημερομηνίες, αλλά έρχονται,- να μας ασφαλίσει ο Θεός.

Να πιάνουμε το σάπιο δένδρο και να ζωντανεύει, το ξερό και να βγάζει καρπούς, να σταυρώνουμε το άδειο μπουκάλι και να γεμίζει από λάδι. Θα το κάνει το θαύμα αυτό ο Θεός στούς δικούς Του ανθρώπους, αφού το έκανε και στον άπιστο τον αχάριστο εκείνον Ισραηλιτικό λαό, για σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο.

Θα το κάνει και σε μας ο Χριστός όταν έρθουν οι δύσκολες αυτές ώρες, αρκεί να είμεθα από σήμερα και από τούτη τη στιγμή κοντά εις τον Πανάγιο Θεόν.
Η αγάπη του Αγίου Θεού, εύχομαι νάναι πάντοτε μαζί σας,

Αμήν.

Πηγή: Patrablog

http://istologio.org/?p=4855

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές

Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου – εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. ………………………………………………….
Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…
Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».
Και τώρα που τα σκ….ς στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.
Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…
Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…
Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.
Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.
Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν – το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.
Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.
Να σε κεράσω ένα παγωτό;
Χρήστος Χωμενίδης 

ΠΗΓΗ.AΣΜΑ-ΑΣΜΑΤΩΝ

Άλλο ένα θύμα της ισλαμικής μισαλλοδοξίας.Δολοφονήθηκε ρώσος ορθόδοξος ιερέας μέσα στον ναό στην ορθόδοξη κοινότητα του Καμπαρντίνο-Βαλκαρίας στον Καύκασο

 

Η στυγνή δολοφονία ενός Ρώσου ιερέα μέσα στον ναό έχει σκορπίσει τον τρόμο στην ορθόδοξη κοινότητα του Καμπαρντίνο-Βαλκαρίας.Μέχρι την λήξη των εχθροπαξιών στην Τστσενία το 1999,η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά μήκος του Καυκάσου ήταην σαν μία πόλη υπό πολιορκία.
Ήρθε τώρα ο θάνατος του π.Ιγκόρ Ρόζιν στην πόλη Τύρνγιάουζε, για να κάνει επαναφέρει το αίσθημα απομόνωσης και ανησυχίας μέσα σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία είναι μουσουλμάνοι.
Η Βαλεντίνα Βαπαράεβα καθάριζε τον ναό νωρίς το πρωί,όταν μπήκε μέσα ένας νεαρός και την ρώτησε πού είναι ο π.Ιγκόρ.Του είπε πως θα έρθει νωρίς το απόγευμα.

Πράγματι το απογευματάκι ξαναήρθε,ο π.Ιγκόρ τον χαιρέτησε και προς έκπληξη της Βαπαράεβα τον κάλεσε στο κελάκι του.
«’Οσα χρόνια τον ξέρω ποτέ δεν κάλεσε έναν ξένο στο κελάκι του»είπε η Βαπαράεβα αργότερα στην αστυνομία.
Οι δύο άντρες μίλησαν ήρεμα για αρκετή ώρα όταν η Βαπαράεβα άκουσε τον π.Ιγκόρ να λέει:«Εαν ήρθες να πάρεις την ψυχή μου,πάρτην»!
«’Ορμησα μέσα και είδα τον δολοφόνο να στέκεται πάνω από το  γεμάτο αίματα σώμα του π.Ιγκόρ κρατώντας ένα μαχαίρι.»Μη με σκοτώσεις,έχω παιδιά»φώναξε η Βαπαράεβα και έτρεξε έξω στον δρόμο.

Ο π.Ιγκόρ που είχε δεχθεί δυο μαχαιριές στο στήθος πέθανε καθ’οδον για το νοσοκομείο.
Μία ώρα αργότερα ο Ibragim Khapaev παραδόθηκε στην αστυνομία ομολογώντας τον φόνο.Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν πώς είχε λάβει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών με αναστολή για επίθεση με μαχαίρι κατά του ξαδέλφου του.

Οι ενορίτες λένε πως ήταν μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου ενάντια στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Βορείου Καυκάσου.
Ο ιερέας είχε εγκατασταθεί στο  Τύρνγιάουζε το καλοκαίρι και ήταν πολύ αγαπητός στους ενορίτες του.Οι ενορίτες του λένε πως ο πρώην πρωταθλητής στην ορειβασία,ο οποίος είχε σχεδόν δύο μέτρα ύψος θα μπορούσε να αντισταθεί στον δολοφόνο.

Στην κηδεία του π.Ιγκόρ συμμετείχαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί κάτοικοι του Τύρνγιάουζε.Απευθυνόμενη στο πλήθος η γυναίκα του είπε:«Συγχώρησα τον δολοφόνο και εσείς πρέπει να κάνετε το ίδιο,αυτή είναι η θέληση του Θεού.

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ:Μετάφραση π.Γεωργίου Κονισπολιάτη

ΠΗΓΗ.

Facing Islam Blog

The Seed of Christianity: New Priest-Martyr Igor Rozin

This is my second post on New Priest-Martyr Igor Rozin, from an article at Pravoslavie.ru, which presents his life in a somewhat journalistic manner, yet with great reverence and feeling. There are vignettes into the dangerous situation in the Caucasus, but also descriptions of the unique beauty of this region.Above all, this is a rare, astonishing glimpse into the making of a saint. Heed the words of Archimandrite Lev Akhidov in his sermon reported at the end of the article:

Who killed Fr. Igor? Satan himself. He is the adversary: the adversary of Christ and the adversary of faith. He is the adversary of truth. But the blood of martyrs is the seed of the Church. Here, on an empty place, Fr. Igor began his ministry. He was successful, for which reason the envier of the human race could not stand it and decided to eliminate him, so that Christian singing and the preaching of the Gospel would die down here… A beautiful church has been erected on this place. I repeat Tertullian’s maxim: «The blood of martyrs is the seed of Christianity.»

I sense that a new ‘cloud of witnesses’ is being assembled in the early years of the 21st century. This calls for faith, vigilance, and patient endurance from us all. May the adversary of Christ and His Church, the adversary of Truth, not find us unprepared.

Fr.Igor serving a Moleben
May 13, 2013, marks the twelfth anniversary of the martyric death of Priest Igor Rozin on the feast day of St. Ignatius, Bishop of the Caucasus, in the city of Tyrnyauz in the North Caucasus.
 
One cannot drive to the foot of Mount Elbrus except through Tyrnyauz. The road from the city takes a rapid turn upwards until it reaches Terskol. There it ends: above that, one can proceed only by cable or on foot.
There is, however, one more way: from the north, from Kislovodsk, on a mountain road. That is the way that stubborn mountain climbers took when the road through Tyrnyauz was closed for nearly an entire year, from February to November 2011, when a counter-terrorist operation was underway here. Today this operation is often still declared, but not for long: usually for a day or two, during which the news shows stories of how a cache of explosives was located or an apartment in which militants were entrenched was stormed. Few people outside of Tyrnyauz pay attention to this news: today television shows too much of it. But it is another story when you live here. People entering the city encounter roadblocks. Resting his elbow on the butt of a machinegun hanging from his chest, a solider in body armor smokes next to an armored personnel carrier. A black mask covers his face. Other gunmen beside him check the Soviet-era cars parked at the roadside.
In the distance one can see the empty-eyed skeletons of buildings belonging to the Tyrnyauz Mining and Ore-Dressing Integrated Plant, which was once famous throughout the entire Soviet Union. In the beginning of the 1930s tungsten-molybdenum ore was discovered and the city was built, but the plant began to fade in the early 1990s and has since completely shut down. This once flourishing garden city has been plunged into poverty and desolate chaos. But what has not been taken away from this place is the beauty of God’s world, which shows through the distorted features of modernity.
The unusual, almost radiant air gives the landscape a certain unreality – perhaps this is a quality of the mountain, or perhaps of this place. The velvet sides of the mountain, the ragged cliffs, the grey peak of Totur, looking down on Tyrnyauz, the eagles pumping their wings in the air currents – everything is so beautiful that it is as if you were in one of the fabulous countries you read about as a child.
To the right, on the mountain slope, one can see the city cemetery. Over one of the graves is a tall canopy topped by a cross. It was installed recently, a couple of years ago, as was the black marble cross, now hugged by a viburnum bush. Before this, the grave of Priest Igor Rozin looked like almost all the others, with the exception that beyond its fence, both then as now, one could often see people praying.
A pilgrim prays at the grave of Fr. Igor, 2012.
Despite the fact that getting to Tyrnyauz is not easy, and not always without danger, people come to Fr. Igor’s grave constantly: from the Caucasus, from Moscow, from St. Petersburg. We drive into the city. The winding road, making its way through the new region, finally becomes an avenue that is straight as an arrow.
+++
 
In the Soviet years, as it still is today, it was called Elbrus Avenue. Commander Igor Rozin of the avalanche squad, a rescuer and mountain climber, travelled on it more than once. Priest Igor hurried the same way from Terskol to services. He was ordained in 1999, being given the only surviving building from 1937 as a church. “Once I happened to meet him—I hadn’t seen him in a long time. He asked if I could restore an old Bible for him. I was surprised,” related Dmitry, a neighbor of the Rozin family in Terskol and a colleague from the Vysokogorny Institute. “And he said: ‘I’ve become a priest.’ ‘Where?’ ‘In Tyrnyauz. We were given the dirtiest place in the city.’” Is that what he really said: the dirtiest place? “That’s what he said. In fact, it was dirty: a bacteriological laboratory. It couldn’t have been any dirtier: they brought all the diseases there. But he said: ‘We’ll pray away this dirtiest of places: nothing’s impossible.’”
I still think that he put it differently: all things are possible to him that believeth[Mark 9:23].
They did indeed clean and pray away. The entire community took care of the repairs: there was neither a window, nor a door, nor a floor. There is a photograph in which the first rector of the first church in the history of Tyrnyauz, Fr. Igor Rozin, is captured along with the dean, Fr. Leonid, and his daughter.
Fr. Igor in front of his church. Photo described in the paragraph below
Behind their backs is an icy metal porch, painted blue, the same color as the decrepit door with its homemade cross welded together from thin pipes, and a gray and peeling wall. The word “church” is written in large, solemn letters on the nameplate. Fr. Igor is just barely smiling under his moustache. The inscription on the photo reads: “Tyrnyauz, ‘cathedral,’ Fr. Igor.”
Not many photographs of him are left. But if one puts them in chronological order, the dramatic change he underwent towards the end of his life of forty-five years becomes obvious. Mind you, the term “dramatic change” comes from the other, worldly vocabulary of his first, pre-Christian half of life.
For the second, short, but utterly beautiful part, an entirely different word is appropriate: Transfiguration.
+++
 
He served out his entire, short priestly life—less than two years—in this church. “It was very hard for him spiritually, because this was an unsanctified, unconsecrated place. This was a demonic area,” says Hieromonk Igor (Vasiliev), then Fr. Igor Rozin’s altar-server who, twenty days after the death of his spiritual father, replaced him at his post (there is no other way of putting it) as rector of St. George’s Church. He shows me a video: an interview with Fr. Igor (Rozin) for local television.
Standing in front of the modest iconostas in his little church, where a week after this was recorded he would accept his martyr’s death, Fr. Igor tells of the distant Christian past of his region.
“According to historical records, the local inhabitants—the Balkars—were Christians before their forced conversion to Islam.” Unaccustomed to giving interviews, he staidly pronounces each word somewhat like a child.
He then remembers the most important thing and lights up: “Here, by the way— somewhere in this place where the church is now—was a church dedicated to St. Theodore. We have two Saint Theodores: the Stratelates and the Tyro. I don’t know to which Theodore that church was dedicated, but it’s indeed the case that there’s good historical evidence that there was an Orthodox church of Byzantine construction here. The old people—the very old people—remember its ruins from before the city was built. The location of the Christian church was passed on from generation to generation.”
Fr. Igor, Little Entrance with the Gospel, in the humble church where he
served his entire period as a priest.
When and who built and consecrated a church in honor of the Great-Martyr Theodore on this land is not known and not overly important. The most important thing here is something else: signs of Divine Providence. Above Tyrnyauz towers Mount Totur, whose name is a distortion of the Greek name “Theodore.” Christ, as it were, left us a note, right on top of the peak of Totur, terrible and joyful to read. On the screen is a soldier of Christ from the last times, witnessing to his loyalty and love for Christ by his blood, shed at the foot of this mountain at the dawn of the third millennium.
It is strange to catch his gaze now, as he occasionally looks at the camera: still a simple person in whom, however, one can make out much more than in the usual human gaze.
It is rather gloomy in the tiny church: either the old Betacam film is distorting the color or else the day really was outstandingly dreary. But behind the walls an invisible spring is gathering in the lungs: the house’s windows are open and breathing, a ball is somewhere evenly striking the asphalt, and life seems as comfortable and cozy as the clothes one wears at home, which have long since taken on the body’s shape. Many parishioners now remember that in the sermons of his final months he spoke constantly about death and the Heavenly Kingdom. “I was still unchurched and rarely went to services. I didn’t understand it. I thought that the Heavenly Kingdom is somewhere far away and I have no plans to die… I have children and a husband here… There are material deficiencies that need to be addressed… But now the time’s come that I do think about the Heavenly Kingdom.” This is Valentina, one of God’s people, whom the Lord found fit to be in church when Fr. Igor was murdered.
+++
 
He knew what would happen to him at least a week ahead of time. The person who killed him on the feast day of St. Ignatius (Brianchaninov), Bishop of the Caucasus—whose sermon on death Fr. Igor cited in nearly every one of his final sermons—first visited the church on May 6. It was the parish feast day of St. George the Trophy-Bearer. Fr. Igor did not speak with the visitor in the overflowing church, asking him to come back in a week. Did he know that this man would kill him? Of course he knew, and he was exceedingly sorrowful, even unto death [Matthew 26:38]. He lit up after serving the Liturgy, after receiving Holy Communion. The service came to an end. Firmly sending home his altar-server who normally accompanied him on pastoral visits and, having dismissed everyone, Fr. Igor went to take Holy Communion to a sick parishioner.
Valentina tells the story of how it all happened. “I remained alone and began to clean up the church. I was about to get ready to leave when a young man appeared at the door and asked for the priest. I said that Batiushka had left, and asked where he was from. He replied that he was from Nalchik and wanted to attend the service. Balkars frequently visited us to speak with Batiushka, so this didn’t surprise me.”
Fr. Igor soon returned. He went into the altar to place the tabernacle containing the Holy Gifts on the Holy Table. When he exited, his killer met him on the threshold of the altar. Valentina heard how Fr. Igor led him into the sacristy—a room adjacent to the altar—and how he said: “have a seat.” A short time passed, and then there was a noise. She lifted her head and saw, in the open door, how Fr. Igor fell down and the other man stood over him with a knife. Just like the New Martyrs of Optina—Vasily, Fr. Trophim, and Fr. Ferapont—as well as like St. Seraphim of Sarov, Fr. Igor was a man of great physical strength; he was, no joke, a rescuer and master mountain climber who scaled the highest peaks and lifted people out of crevices, but he did not resist. This was conscious suffering for Christ: this person had come to kill Fr. Igor for being a priest.
“This was incomprehensible. This was impossible. I screamed ‘Batiushka!’ and ran to him through the church. I began to open the door. This man bent down over Batiushka and I couldn’t understand that he’d come to kill him. I pushed him toward the door and said: ‘What do you need from Batiushka? Leave Batiushka alone! Leave!’ He again bent down, I again pushed him toward the door, and he turned toward me with the knife, but I had nothing in my hands and so had no way of helping Batiushka. It seems that he struck him twice with a knife in my presence. I began to scream terribly. He stepped over Batiushka, who was lying down with his right hand lifted: he wanted to cross himself, and he did not resist. I heard how he said: ‘Into Thy hands, O Lord, I commit my soul.’”
She remembers the rest vaguely: how the killer ran away (“He ran like a demon,” says Valentina, and for some reason I know just what she means) and how she called someone. She called Andrei the altar-server. When Andrei came running, Fr. Igor’s soul had only just departed.
Today this former altar-server, who carries out his ministry here as before, again remembers this day. When Hieromonk Igor talks about this, his voice becomes very quiet.
“There was, of course, the smell. I’ll probably never forget the smell of his blood. The blood of a martyr. There was a special smell… For some reason a lot of blood was shed… The floors are uneven… We had a font – we still have it, it’s just in a different place – and almost all the blood flowed under the baptismal font.”
The shrine to Fr Igor in the church. This shrine occupies the place where the baptismal font
had been. On the right is the shirt Fr Igor was wearing when he was killed;
the blood-stains are clearly visible.
Then, twelve years ago, Metropolitan Gideon (Dokukin) of Stavropol and Vladikavkaz blessed the altar-server Andrei to be tonsured to monasticism and ordained to the priesthood in order to replace Fr. Igor Rozin in the place of his ministry. Andrei was tonsured in honor of the Holy Right-Believing Prince Igor of Chernigov. “They killed one Fr. Igor—so here is another Fr. Igor for you” Vladyka said then.
Twelve years have since passed. The community decided not to leave the place where the blood of the new witness to Truth had been shed. The ramshackle church was rebuilt. Today, by God’s mercy, this small flock still lives and carries out its ministry here.
The Church of Greatmartyr George, as it appears today.
We are sitting in the same apartment in which Fr. Igor Rozin lived during the last months of his earthly life. We are watching an archival video on which the former dean of churches in Kabardino-Balkaria, Fr. Leonid Akhidov—now Archimandrite Lev—is giving a sermon in the Church of St. George the Trophy-Bearer:
“Christ is Risen! In the Name of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit! Seven years have passed since Fr. Igor’s tragic death. This is a church-on-the-blood. There is a great deal of red here. The Lord said: they drove Me away, and they will persecute you. It is said that, at the Mystical Supper, Satan entered Judas. Who killed Fr. Igor? Satan himself. He is the adversary: the adversary of Christ and the adversary of faith. He is the adversary of truth.” Fr. Lev keeps silent for a long time, looking somewhere off to the side. When he turns back around, one can see that he is weeping. “But the blood of martyrs is the seed of the Church. Here, on an empty place, Fr. Igor began his ministry. He was successful, for which reason the envier of the human race could not stand it and decided to eliminate him, so that Christian singing and the preaching of the Gospel would die down here… A beautiful church has been erected on this place. I repeat Tertullian’s maxim: ‘The blood of martyrs is the seed of Christianity.’”
New Priest-Martyr Igor Rozin