ΤΡΙΩΔΙΟ

 

KALO-TRIODIO

ΤΡΙΩΔΙΟ

Μιά φωνή ἐξόδου ἀπό τά ἀδιέξοδα.

Ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα γιά ἀφύπνιση.

Μιά εὐκαιρία γιά πνευματική ζωή.

Ἕνα χαρούμενο καί ἐλπιδοφόρο μήνυμα γιά ἐγρήγορση καί πνευματική ἀνάταση.

Ἕνα κάλεσμα γιά ὁριστικό τερματισμό τῆς ἁμαρτωλῆς μας ζωῆς.

Μιά χαρούμενη νότα ἐν μέσῳ θλιβερῶν καί γοερῶν θρήνων.

Μιά φωτεινή πύλη πού μᾶς ἐξάγει ἀπό τόν λαβύρινθο τῆς ζωῆς.

 Περί της υποθέσεως Τελώνου και Φαρισαίου (Αγίου Ανδρέου Κρήτης)

telonis1
Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου εἶναι σάν προάσκηση καί προετοιμασία, γιά ὅσους θέλουν νά κατακτήσουν τήν ἱερή ταπείνωση -πού εἶναι ὅλων τῶν ἀρετῶν ἡ βάση, ὅσων ἡ ἀπόκτηση θεμελιώνει τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν- καί νά ἀποφύγουν τή θεομίσητη ἀλαζονεία, πού ἐκτρέπει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὅλες τίς φιλόχριστες ἀρετές. Ποιός λοιπόν, δέν θά ζηλέψει τόν Τελώνη, τήν ἐπιστροφή καί τή μετάνοιά του καί δέν θά ἀποτινάξει τήν ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ ταπείνωση συνδέεται μέ τόν Χριστό καί ἡ ἀλαζονεία μέ τόν φαντασμένο καί γεμᾶτο ὑπερηφάνεια δαίμονα;

Ἡ ἀλαζονεία τόν πρῶτο ἀπό τούς ἀγγέλους, πού τό ὄνομά του ἧταν Ἑωσφόρος, τόν ἔκαμε διάβολο. Αὐτή ἔδιωξε τόν γενάρχη μας Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. «Γκρέμισε ἀπό τό θρόνο τούς δυνατούς καί ἀνέβασε τούς ταπεινούς». «Ὁ Κύριος ἀντιμάχεται τούς ὑπερήφανους καί δίνει τή Χάρη Του στούς ταπεινούς». Αὐτή καταβάλλει τόν Φαραώ∙ «Εἶπε μέσα του ὁ ἀνόητος, δέν ὑπάρχει Θεός». Αὐτή νικᾶ τό Ναβουχοδονόσορα∙ «τόν Κύριο τόν Θεό σου θά προσκυνήσεις καί Αὐτόν μόνο θά λατρεύσεις». Καί «δέν θά κάμεις κανένα εἴδωλο». Καί σέ ἄλλον ἡ ἀρρώστια περνᾶ, ἐνῶ σέ ἄλλον τό πάθος γίνεται συνήθεια. Πράγματι, ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι πυρετός, πού ἀμβλύνει τά πνευματικά αἰσθητήρια τοῦ ἀνθρώπου, φοβερή παράκρουση, πού ἐρεθίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν σπρώχνει στήν πτώση, εἶναι ὑδρώπικας γεμᾶτος ἀέρα καί νερό.

«Ποιός θά ἀνεβεῖ στό βουνό τοῦ Κυρίου; Καθαρός στά χέρια καί ἀθῶος στήν καρδιά, πού δέν ἔλαβε μάταια τήν ψυχή του». Τέτοια ἦταν ἡ ματαιότητα καί ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, πού εἶχε ἀποδιώξει τή δροσιά τῆς Χάρης∙ γῆ κατάξερη. Τό γνωρίζετε τοῦτο βέβαια καί ἀπό λόγους καί ἀπό τήν πεῖρα σας∙ ὁ ὑπερήφανος δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τελειοποιεῖ καί γι᾿ αὐτό εἶναι ξηρός καί σκληρός, τοῦ λείπει ἡ ζωογόνα θερμότητα καί ἡ ζωτική ὑγρασία. Σ᾿ αὐτόν πού εἶναι σάν τό ξερό δέντρο, φτιάχνει τή φωλιά του ὁ νυκτοκόρακας διάβολος.

Μέ ἕνα λόγο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ τροφή τῶν ἀρετῶν τῆς Χριστιανικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ βάση τῆς εὐσεβείας καί ἀρχή καί τέλος. Εἶναι ἡ ἀναίρεση τῶν παθῶν, ἡ συντήρηση τῆς ὑγρασίας στή ρίζα τῆς πίστης. Ἡ ταπείνωση συνυπάρχει μαζί μέ τό φόβο τοῦ Θεοῦ πού διώχνει τήν ἀνομία, ὅπως εἶπε ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καί ὁ σοφός Σολομώντας. Γιατί ἀληθινά, «ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου». Αὐτή κάνει τόν Τελώνη κήρυκα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἀλαζονεία μεταβάλλει τό Φαρισαῖο σέ ἄδειο κύμβαλο πού θορυβεῖ. Ἀληθινά, ὁ ὑποκριτής εἶναι ρόδι τῶν Σοδόμων, πεπόνι ὡραῖο ἀπό ἔξω καί μέσα σάπιο καί ἀνούσιο.

Ἀνέβηκε ὁ Τελώνης στό ἱερό καί ἀνέβηκε σωματικά καί ψυχικά. Ἀνέβηκε στό ἱερό καί ὁ Φαρισαῖος σωματικά καί ψυχικά. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε ἐνῶ ἡ ψυχή του κατέβαινε μέ τήν ταπείνωση. Ὁ ἄλλος κατέβηκε, ἐπειδή ἡ ψυχή του ψήλωνε ἀπό ὑπερηφάνεια. Ὁ ἕνας ἔκαμε τίς ἀναβάσεις τοῦ Δαυΐδ, βάδισε τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο. Ὁ ἄλλος κατέβηκε τό δρόμο πού πηγαίνει στόν Ἑωσφόρο, τόν ἀρχηγό τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε μέ τήν ἄνοδο καί τήν προκοπή στίς ἀρετές∙ ὁ ἄλλος κατέβηκε ἀπό τίς ἀρετές καί πλησίασε στίς κακίες.

Πολλοί μπαίνουν στό ἱερό, λίγοι ὅμως μετέχουν στά τελούμενα σ᾿ αὐτό, ἐπειδή δέν εἶναι ἄξιοι γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑπερήφανος δέν μένει μέσα στό κλῖμα τῆς ἀγάπης. Καί ὅποιος, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, δέν μένει μέσα στήν ἀγάπη, δέν μένει μέσα στόν κόλπο τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος πάλι μένει μέσα στήν ἀγάπη, μένει μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μέσα σ᾿ αὐτόν. Καί, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, αὐτός εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι μόνο μπαίνουν στό ἱερό καί στό ναό τοῦ Θεοῦ, στούς ὁποίους ἐνεργεῖ ἰδιαίτερα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ, ὁ Θεός φωτίζει μόνον ὅσους εἶναι νήπιοι καί μικροί. «Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση», λέει ὁ σοφός Σολομώντας, «ἐκεῖ βρίσκεται ἡ σοφία»∙ σοφία γιά τήν πίστη καί σοφία γιά τήν πράξη.

Αὐτή ἡ σοφία ἔλειπε ἀπό τόν Φαρισαῖο. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή ἦταν ὑποκριτής, μόνο ἐξωτερικά εὐχαριστεῖ τόν Θεό, ἐσωτερικά δέ γίνεται ἀχάριστος πρός τόν Θεό. Δέν τηρεῖ τήν ἐντολή «θά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου καθώς τόν ἑαυτό σου». Ἐπιδοκιμάζουμε ἀσφαλῶς τή λέξη «εὐχαριστῶ», γιατί ὁ Φαρισαῖος δέν ἀπέδιδε τήν ἀρετή στόν ἑαυτό του, ὅπως νόμιζε ὁ Ναβουχοδονόσορας καί ὁ Σεμεΐας καί ὁ Πέτρος. Σ᾿ αὐτήν τήν ὑπερηφάνεια ἔπεσε ὁ Ἑωσφόρος καί ὁ Ἀδάμ. Καυχιόταν ὅμως ὅτι εἶχε ἐκεῖνο πού στήν πραγματικότητα δέν εἶχε. Γιατί καί ἄν τό εἶχε, τό εἶχε ἤδη χάσει ἀπό τήν ὑπερηφάνειά του. Ἔχει χρέος αὐτός πού ἔχει κάτι ἀγαθό νά ὁμολογεῖ ὅτι δέν τό ἔχει καί νά λέει «εἶμαι τιποτένιος δοῦλος». Γιατί «κανένας θνητός δέν εἶναι δίκαιος μπροστά σ᾿ Ἐσένα».

Αὐτός πού δέν ταπεινώνεται πετᾶ τήν ἀγάπη καί ὅποιος δέν ἀγαπᾶ περιφρονεῖ. Ἀληθινά, εἶναι ἀρχή κάθε ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφάνεια. Τήν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τό φθόνο ὁ φόνος. Ἐξ αἰτίας της ὁ Ἀβεσαλώμ βλέπει σάν ἐχθρό τόν πατέρα του καί παρακινεῖται νά τόν σκοτώσει. Ὁ κρυφός ἐχθρός εἶναι πιό ἐπικίνδυνος ἀπό τό φανερό καί δέ διαφέρει ἀπό τό διάβολο, πού μέ τή μορφή τοῦ φιδιοῦ ξεγέλασε τόν Πρωτόπλαστο. Γι᾿ αὐτό ὁ φανερός ἁμαρτωλός δικαιώνεται καί ὁ κρυφός καταδικάζεται. Ὁ ἕνας ἔχει τή φαυλότητά του μόνο, ὁ ἄλλος ἔχει ἀκόμα τό ψέμα καί τήν ἀπάτη. Καί γι᾿ αὐτό ἀποδιώχνεται ἀπό τήν ὑπέρτατη ἀλήθεια. Γιατί μέ τήν ἀγάπη του ὁ ἐκλεκτός προορίζεται γιά τή σωτηρία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στή δεύτερη Ἐπιστολή του καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη πρός Ἐφεσίους καί στήν τρίτη πρός Κολασσαεῖς Ἐπιστολή του∙ ἡ ἔχθρα ὅμως ἀποδοκιμάζεται.

Κατάλαβε ὁ Τελώνης τήν ἁμαρτία του, συγχωρέθηκε καί ἐλευθερώθηκε ἀπό αὐτήν. Γι᾿ αὐτό καί ζεῖ, κατά τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ. Αὐτή τή ζωή κέρδισε καί ὁ Δαυΐδ, ὅπως ἔλεγε ὁ Νάθαν. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, δέν κατάλαβε τήν ἁμαρτία του καί ἔμεινε μακριά ἀπό τή ζωή.

Πρόσεξε καλά γιά δεύτερη φορά τόν Εὐαγγελικό λόγο. «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στό ἱερό νά προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος Τελώνης». Παράδειγμα καί πρότυπο τῶν ἀνθρώπων πού δικαιολογοῦν τόν ἑαυτό τους καί ἐξουθενώνουν ὅσους ἁμαρτάνουν ἔβαλε ὁ Κύριος τό Φαρισαῖο καί δεῖγμα τῶν ὑπερηφάνων. Τόν Τελώνη τόν χρησιμοποίησε ὡς παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων πού ἁμαρτάνουν καί κάνουν τήν προσευχή καί τήν ἐξομολόγησή τους μέ καρδιά γεμάτη συντριβή. Γιά νά διδάξει ἔτσι ὁ Κύριος ὅλους νά μισοῦν τήν ὑπερηφάνεια καί νά ἀγαποῦν τήν ταπείνωση.

Καί δείχνει καθαρά ὁ Χριστός μέ αὐτήν τήν Παραβολή ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι μεγάλη ἀρετή καί φέρνει κοντά στόν Θεό τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὅμως δεχθεῖ κοντά της τήν ὑπερηφάνεια, πετάει σάν σκουπίδι τόν ἄνθρωπο στόν ἄπατο βυθό. Αὐτό ἀκριβῶς ἔπαθε καί ὁ Φαρισαῖος καί γι᾿ αὐτό τό λόγο δέχθηκε τήν κατάκριση καί ἔπεσε στήν ἀπώλεια. Ἡ ἀδικία καί ἡ ἁμαρτία εἶναι σιχαμερή καί μισητή καί, βαρύτερη ἀπό κάθε κακία, ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά ἡ ταπείνωση μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση τόν δικαιώνει καί τόν κάνει ἄξιο τῆς σωτηρίας καί τόν ὁδηγεῖ κοντά στόν Θεό. Αὐτό βρῆκε ὁ Τελώνης καί γι᾿αὐτόν τό λόγο δικαιώθηκε καί ἔγινε ἄξιος τῆς σωτηρίας.

«Ὁ Φαρισαῖος ἀφοῦ στάθηκε κάπου, εἶπε στήν προσευχή του∙ ”Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού δέν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες καί ἄδικοι”». Ἀλοίμονο στήν ὑπρηφάνεια. Ὁ Κύριος καί ὁ Προφήτης Ἡσαΐας τήν περιφρονοῦν, γιατί ὁδηγεῖ στήν Αἴγυπτο, δηλαδή στήν πνευματική δουλεία. Ἔχει τήν ἔπαρση τοῦ Φαραώ καί τό σκοτάδι τῆς Αἰγύπτου. Ἦταν ἡ αἰτία νά χαθεῖ ἡ ἐνθύμηση τοῦ ὀνόματός του σέ μιά στιγμή παταγωδῶς, ὄπως λέει ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ καί νά μή διαιωνισθεῖ ἡ μνήμη του. Ἀλοίμονο στό φιλοκατήγορο στόμα, κατά τό ἕκτο κεφάλαιο τῶν Παροιμιῶν. «Δέν εἶμαι», λέει, «ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί ἤ καί καθώς αὐτός ὁ Τελώνης». Ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας φαίνεται πώς εἶναι ἡ περιφρόνηση. Αὐτός πού περιφρονεῖ τούς ἄλλους καί τούς θεωρεῖ μηδενικά, τὀν ἕνα φτωχό, καί τόν ἄλλον παρακατιανό, ἄλλον ἀμαθῆ καί ἄλλον ἀσήμαντο, ἄλλον ἄδικο καί ἄλλον ἁμαρτωλό, παρασύρεται ἀπό τήν περιφρόνηση αὐτή καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του μονάχα σοφό καί φρόνιμο καί ἀριστοκράτη καί πλούσιο καί δυνατό καί δίκαιο καί ἀνώτερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἡ περιφρόνηση εἶναι ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας καί ἡ ὑπερηφάνεια πάλι εἶναι κακό γέννημα τῆς περιφρόνησης. Γι᾿ αὐτό καί ἡ περιλάλητη ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά προκαλέσει τήν ἐκδίκηση σέ κάθε περιφρονητή καί ὑπερήφανο. Γιατί οἱ ὅμοιες ἁμαρτίες μέ ὅμοιο τρόπο τιμωροῦνται.

Ὁ Φαρισαῖος μέ τό ντύσιμο καί μέ τή στάση του, ἔδειξε τήν ἔπαρση πού εἶχε καί τήν ἀλαζονεία. Καί οἱ λόγοι του μαρτυροῦσαν στήν ἀρχή εὐγνωμοσύνη. Γιατί ἔλεγε «Θεέ μου, Σ᾿ εὐχαριστῶ». Ἔπειτα ὅμως, ὅσα εἶπε εἶναι γεμᾶτα ἀπό ἀλαζονεία καί ὑπερηφάνεια. Δέν εἶπε∙ Σύ μέ ἔπλασες Κύριε, καί μέ τή δική Σου βοήθεια ἐλευθερώνομαι ἀπό κάθε ἀδικία καί ἁρπαγή καί τά ἄλλα κακά. «Τί ἔχεις», μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «πού δέν τό ἔλαβες;» Ἀλλά ὁ Φαρισαῖος ὅ,τι εἶχε πετύχει, τό λογάριαζε σάν κατόρθωμα τῆς δύναμής του. Ἄς μάθει λοιπόν ὁ καθένας μας ὅτι χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει τή δυνατότητα καί τήν ἰσχύ νά πραγματοποιήσει κάτι καλό. «Χωρίς Ἐμένα», λέει ὁ Χριστός, «δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα». Καί ὁ Προφήτης Δαυΐδ ἐπίσης λέει∙ «Ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκοδομήσει σπίτι, μάταια κοπιάζουν αὐτοί πού τό οἰκοδομοῦν»∙ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος∙ «Δέν εἶναι στό χέρι ἐκείνου πού θέλει, οὔτε αὐτοῦ πού κοπιάζει ἀλλά ὅλα ἐξαρτώνται ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐλεεῖ». Καί ὁ ἵδιος ἀλλοῦ λέει∙ «Ὄχι ὅμως ἐγώ, ἀλλά ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μαζί μου». Καί, «ὁ Θεός εἶναι πού κινεῖ μέσα μας καί τή θέληση καί τή δυνατότητα τῆς ἐνέργειας».

Καί γι᾿ αὐτό ἐνῶ ὁ Τελώνης ἦταν κῆπος ποτισμένος ἀπό τά πνευματικά νερά, ὁ Φαρισαῖος ἦταν γυμνόφυλλη δρῦς, ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας καί ὁ σοφός Σολομώντας. Γιατί καί ἄν ἔχουμε τιμηθεῖ μέ τήν ἐλευθερία τῆς προαιρέσεως, χωρίς τή συμμαχία τοῦ Θεοῦ κανένα ἀνδραγάθημα στό δρόμο τῆς ζωῆς δέν μποροῦμε νά πραγματοποιήσουμε. «Γνωρίζω», λέει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, «ὅτι ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἴδιο, οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φέρει σέ τέλος τό δρόμο του». Ἄς μή προσγράφουμε λοιπόν, στόν ἑαυτό μας τά τρόπαια τῶν ἀγώνων μας. Δικά μας μόνο εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ καλύτερου καί ὁ ζῆλος∙ ὁ Θεός ὅμως θά ὁδηγήσει στήν πραγματοποίηση τήν ἀγαθή ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἔχει ἀπό φυσικοῦ του τήν ἱκανότητα νά λέγει ὅτι «μπορῶ», ἀλλά ἀντλεῖ τή δυνατότητα αὐτή ἀπό τή Θεία Χάρη». Ἄν λοιπόν καυχιόμαστε γιά τίς ἐπιτυχίες μας, αὐτό θά ἦταν κομπορρημοσύνη καί καύχηση∙ «Τί ἔχεις», μᾶς λέει, «πού δέν τό ἔλαβες; καί ἀφοῦ τό ἔλαβες, γιατί καυχιέσαι σά νά μήν τό ἔχεις λάβει;».

«Νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα καί βγάζω τό δέκατο ἀπό ὅσα κερδίζω», λέει ὁ Φαρισαῖος. Ἐπειδή λοιπόν ὁ Φαρισαῖος κατηγόρησε τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί τόν Τελώνη, ὅτι εἶναι μοιχοί καί ἅρπαγες, ὁ ἴδιος ἀντιτάσσει στή μοιχεία τήν ἀλαζονεία τῆς νηστείας του. Γιατί ἀπό τήν καλοπέραση προέρχεται ἡ πορνεία. Ὁ παραχορτασμός εἶναι πατέρας τῆς περιφρονήσεως καί ἡ πορνεία βγαίνει ἀπό τήν ἀφθονία. Καί ὁ Φαρισαῖος πού βασάνιζε μέ τή νηστεία τό σῶμα του, καυχιόταν ὅτι βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό αὐτά τά πάθη. Οἱ Φαρισαῖοι νήστευαν δύο μέρες τήν ἑβδομάδα, Δευτέρα καί Πέμπτη.

Σέ ἀντίθεση μέ τό «ἅρπαγες καί ἄδικοι», ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος , «βγάζω τό δέκατο ἀπό ὅσα κερδίζω». Σέ τόσο βαθμό ἔφτανε ἡ καύχησή του ὥστε γιά νά ἀποφύγει τήν ἁρπαγή καί τήν ἀδικία, ἔδινε στούς ἄλλους ἀκόμα καί τά δικά του. Οἱ Ἑβραῖοι ἔδιναν γιά ὅλα τά ὑπάρχοντά τους «ἕνα δέκατο» καί ἔπειτα τά τρία δέκατα. Καί τά τρία ἑνωμένα μαζί δείχνουν ὅτι οἱ Ἑβραῖοι μοίραζαν τό τρίτο τῆς περιουσίας τους. Ἀλλά ἔδιναν καί τίς ἀπαρχές καί τά πρωτογέννητα καί πολλά ἄλλα ἀπό τά εἰσοδήματά τους, γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους∙ ἦταν ὅσα ἔδιναν γιά τόν ἐξαγνισμό, ὅσα κατά τίς ἑορτές, κατά τίς μειώσεις τῶν χρεῶν καί τίς ἀπελευθερώσεις τῶν δούλων καί στά δάνεια πού ἦταν ἐλεύθερα ἀπό τόκο. Αὐτά δέ συγκεντρωμένα καί ὑπολογισμένα μαζί δείχνουν ὅτι ὁ Φαρισαῖος καί ἐάν ἀκόμη ἔδινε τό μισό τῆς περιουσίας του στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἔκανε τίποτα σπουδαῖο, ὥστε νά καυχιέται γι᾿ αὐτό καί νά ὑπερηφανεύεται, ὅταν μάλιστα τό Εὐαγγέλιο ὁρίζει∙ «Ἄν ἡ δικαιοσύνη σας δέν γίνει περισσότερη ἀπό τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, δέ θά μπεῖτε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

«Ὁ Τελώνης στεκόταν μακριά καί δέν ἤθελε μήτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του λέγοντας∙ “Θεέ μου λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό”. Σᾶς λέγω ὅτι κατέβηκε τοῦτος στό σπίτι του συγχωρημένος. Γιατί ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ καί θά ὑψωθεῖ ὅποιος ταπεινώνεται». Προσευχόταν ὁ Τελώνης καί ἀφοῦ δέν εἶχε ἔργα ἀγαθά, οὔτε νά τά ἀπαριθμήσει μποροῦσε, καθώς ὁ Φαρισαῖος, ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του καί μαστίγωνε τήν καρδιά του καί ἔλεγε μέ πολλή συντριβή καί κατάνυξη∙ «Θεέ μου, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό». Γι᾿ αὐτό καί συνάντησε σπλαχνικό τόν ἐλεήμονα καί εὐδιάλλακτο Κύριο. Ἡ ταπεινοφροσύνη ρίχνει ὅλα τά ἁμαρτήματα, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια ἀφανίζει ὅλες τίς ἀρετές, ἐπειδή αὐτή εἶναι πιό μεγάλη καί πιό βαριά ἀπό κάθε ἁμαρτία καί κακία. Εἶναι προτιμότερο, ἀφοῦ ἁμαρτήσουμε, νά ἐπιστρέψουμε καί νά ταπεινωθοῦμε παρά νά πράττουμε τό ὀρθό καί νά καυχιόμαστε. Ὁ Τελώνης ἔβγαλε τό ἔνδυμα τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀφοῦ δέχθηκε τήν κατηγορία τοῦ Φαρισαίου μέ πραότητα καί ὑπομονή. Καί ὁ Φαρισαῖος ἀπό τή δόξα κατέπεσε στό βάραθρο τῆς ἀνομίας, ἐπειδή ἔδωσε δίκαιο στόν ἑαυτό του καί κατηγόρησε τόν Τελώνη καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Τελώνης ἀπό τή ζωή τῆς ντροπῆς καί τῆς ἁμαρτίας γύρισε στή μακαριστή ζωή καί κατάσταση. Ὁ Φαρισαῖος ταπεινώθηκε ἀπό τόν ἐγωισμό καί τήν ἔπαρσή του.

Δύο πράγματα ζητοῦνται ἀπό ὅλους μας, νά καταδικάζουμε τά ἁμαρτήματά μας καί νά συγχωροῦμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Γιατί ὅποιος βλέπει τά ἁμαρτήματά του γίνεται πιό συγχωρητικός ἀπέναντι στούς ἄλλους. Καί ὅποιος κατακρίνει τούς ἄλλους, κατακρίνει καί καταδικάζει τόν ἑαυτό του, ἀκόμα καί ἐάν ἔχει πολλές ἀρετές. Εἶναι στ᾿ ἀλήθεια μεγάλο πράγμα, ἀδελφοί μου, νά μήν κατακρίνεις τούς ἄλλους ἀλλά τόν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς ὅμως παραβλέποντας τά δικά μας ἁμαρτήματα, κατακρίνουμε καί ἐξετάζουμε πιό πολύ τούς ἄλλους καί δέν ξέρουμε ὅτι καί ἄν ἀκόμα εἴμαστε πιό δίκαιοι ἀπό ὅλους, ὅταν κατακρίνουμε τούς ἄλλους, γινόμαστε ἔνοχοι καί εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν ἵδια τιμωρία καί κόλαση, πού ἀξίζει ἐκεῖνος πού ἐμεῖς κρίνουμε∙ «Μέ ὅποιο μέτρο κρίνετε, μέ αὐτό καί θά κριθεῖτε». Ὅποιος πορνεύει παραβαίνει ἐντολή, καθώς καί αὐτός πού κρίνει τόν πορνεύοντα. Ἑπομένως καί οἱ δύο παραβαίνουν Θεία ἐντολή καί ὅποιος πορνεύει καί ὅποιος τόν κατακρίνει.

Ἄς μεταστρέψουμε τήν ἐξέταση καί τήν ἐνασχόλησή μας μέ τούς ἄλλους στόν ἑαυτό μας, ἀγαπητοί. Καί ἄν δοῦμε κάποιους νά ἁμαρτάνουν, ἄς ἔχουμε μπροστά στά μάτια μας τά δικά μας ἁμαρτήματα καί ἄς λογαριάζουμε ὅτι τά δικά μας εἶναι χειρότερα ἀπό τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Γιατί ὅποιος ἁμάρτησε ἴσως μετάνιωσε κατά τήν ὥρα τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε ἀδιόρθωτοι πάντα, κατακρίνοντας καί ἐξετάζοντας τούς ἄλλους. Ὁ Λώτ, ἄν καί κατοικοῦσε στά Σόδομα, κανένα δέν κατέκρινε καί δέν κατηγόρησε κανέναν. Γι᾿ αὐτό δικαιώθηκε καί διασώθηκε ἀπό τή φωτιά καί τή γενική καταστροφή, στήν ὁποία καταδικάστηκαν οἱ Σοδομῖτες. Μέ ταπείνωση λοιπόν καί ἐμεῖς ἄς κατακρίνουμε τόν ἑαυτό μας, ἄς ἐξευτελίσουμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά ὑψωθοῦμε ἀκατάκριτοι στόν οὐρανό. Ἀς ἀγαπήσουμε τήν ταπεινοφροσύνη. Μέ αὐτήν δικαιώθηκε ὁ Τελώνης καί πέταξε τό φόρτωμα τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἄς μισήσουμε τήν ἔπαρση, γιατί μέ αὐτήν ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε καί ἔχασε τίς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε, ἐπειδή ἔπραξε τό καλό ὄχι καλά. Ὁ Τελώνης δικαιώθηκε, ἐπειδή μέ καλό τρόπο ἀποτίναξε τά ἁμαρτωλά ἔργα του. Πρόσεξε ὁ Θεός τούς στεναγμούς τοῦ Τελώνη καί τή συντριβή του καί τά χτυπήματα στό στῆθος καί ἀφοῦ δέχθηκε τό «Λυπήσου με» τόν ἔβαλε μαζί μέ τόν δίκαιο Ἄβελ. Τίς θυσίες ὅμως, τίς ἀρετές καί τά κατορθώματα τοῦ Φαρισαίου, τοῦ μεγαλόστομου καί ὑπερήφανου, τά μίσησε καί τά ἀπώθησε. Καί γι᾿ αὐτήν τήν αἰτία τόν κατεδίκασε, ὅπως τόν ἀδελφοκτόνο Κάιν.

Ἄς μάθουμε, ἀδελφοί μου, ἄς διδαχθοῦμε καί ἄς πράξουμε μεγάλα κατορθώματα. Καί γι᾿ αὐτά ἄς μήν ἐπαιρώμαστε. Καί ἄν γίνουμε ἀγαθοί καί δίκαιοι καί καλοσυνάτοι καί σπλαχνικοί καί ἐλεητικοί, ἄς ἔχουμε ταπείνωση καί ὄχι ὑπεροψία καί ὑπερηφάνεια, γιά νά μή χάσουμε τόν ἱδρώτα καί τόν κόπο μας. «Ὅταν ὅλα αὐτά τά πράξετε», λέγει ὁ Κύριος, «νά λέτε πώς εἶσαστε ἄχρηστοι δοῦλοι. Κάναμε μονάχα τό χρέος μας». Γιατί εἶναι ἀνάγκη καί χρέος ἀναπόφευκτο, νά προσφέρουμε στόν Θεό τῶν ὅλων τή δουλική μας ταπείνωση, τήν ὑπομονή, τήν ὑποταγή, τήν ὑπακοή, τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν εὐχαριστία. Χρέος μας νά δοξάζουμε καί νά προσκυνοῦμε τό Θέλημά Του τό πανάγιο καί νά μή μᾶς πειράζουν οἱ κατηγορίες τῶν ἄλλων καί οἱ ἐξευτελισμοί, μήτε νά στενοχωρούμαστε μέ τούς πειρασμούς, οὔτε νά θυμώνουμε ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, γιατί καί ἀπό αὐτό πολλή ὠφέλεια ἀποκομίζουμε. Ἄς ἐννοήσουμε καί ἄς αἰσθανθοῦμε τή δύναμη τῆς ταπείνωσης καί τή βοήθειά της. Ἄς πληροφορηθοῦμε τήν καταδίκη τῆς ἐπάρσης, τή ζημία καί τήν ἀπώλεια -τόν ἴσκιο τοῦ Βεεμώθ κατά τόν Ἰώβ, στούς ὑγρούς τόπους καί στόν καλαμιῶνα, τό παραστράτισμα ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί τοῦ φωτός τῆς δικαιοσύνης.

Καί ἐπειδή εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση, ἡ συντριβή, τά δάκρυα, οἱ βαθεῖς στεναγμοί καί ἡ κατάνυξη, γι᾿ αὐτό, παρακαλῶ, νά ἐξομολογεῖσθε συνεχῶς στόν Θεό καί νά Τοῦ φανερώνετε τά ἁμαρτήματά σας. Ἄν Τοῦ ξεδιπλώνουμε τή συνείδησή μας καί Τοῦ δείχνουμε τά τραύματα τῶν ψυχῶν μας, ἄν δέν κρίνουμε τούς ἄλλους καί δέν ἀποθηριωνόμαστε μέ τίς βρισιές τῶν ἄλλων, οὔτε λυπούμαστε ἀπό τίς κατηγορίες καί τίς ἀδικίες τους, θά γίνει σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος σπλαχνικός καί φιλάνθρωπος. Θά ἀναμείξει τά φάρμακα τῆς συμπόνιας καί τῆς εὐσπλαχνίας Του, θά μᾶς τά βάλει σάν ἐπιθέματα καί θά μᾶς θεραπεύσει. Ἄς φανερώσουμε τά ἁμαρτήματά μας στόν Δεσπότην Χριστόν, πού δέν κατηγορεῖ ἀλλά θεραπεύει. Ἄν σιγήσουμε ἐμεῖς, Ἐκεῖνος τά γνωρίζει ὅλα. Ἄς ἀναφέρουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, τίς ἁμαρτίες μας καί ἄς ἐξομολογηθοῦμε μέ εἰλικρίνεια στόν Κύριο, γιά νά κερδίσουμε τήν ἀγάπη Του. Ἄς ἀφήσουμε ἐδῶ τά ἁμαρτήματά μας γιά νά καθαριστοῦμε, καί νά ἑτοιμαστοῦμε νά φύγουμε γιά ἐκεῖ καί νά ὁδηγηθοῦμε ἀπό τόν δίκαιο Κριτή στή Βασιλεία Του τήν ἀτελείωτη καί αἰώνια. Νά κληρονομήσουμε τή μελλοντική ἐκείνη ἄφθαρτη κατοικία καί τήν ἀδαπάνητη τρυφή καί ἀπόλαυση. Αὐτά ὅλα νά τά ἐπιτύχουμε μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τοῦ Ὁποίου ἡ δόξα καί δύναμή Του εἶναι αἰώνια. Ἀμήν

Πηγή:ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Οι Τρείς Ιεράρχες-Οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας.(Ιω.Καρδάση)

                                                

                       αρχείο λήψης

 

«Οι Τρεις Μέγιστοι Φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος» Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος δικαίως αποκαλούνται Μέγιστοι Φωστήρες-περίλαμπρα αστέρια, τόσο από την Εκκλησία μας, όσο και από την Πολιτεία, ως προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας.

 

Για την Εκκλησία απετέλεσαν τους θεμελιωτές της Ορθόδοξης Πίστης, τους εκφραστές της δύσκολης έννοιας της Τριαδικότητας του Θεού (δηλ. του ομοουσίου Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος), της Υϊκότητας του Χριστού (δηλ. ότι ο Ιησούς είναι υιός του Θεού), της αποκατάστασης του Αγίου Πνεύματος μέσα στο τρίθρονο της θείας μακαριότητας, του διαχωρισμού των εννοιών της φύσεως και της υποστάσεως στο τριπρόσωπο (Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος), του διαχωρισμού φύσεως και ενεργειών του Θεού, αλλά και της υποβοήθησης του ανθρώπου με μεταφορά στην πράξη του θείου νόμου, της διερμηνείας των θείων γραφών και της καθοδήγησης του ποιμνίου στην ορθή μαρτυρία της πίστης.

 

Το μεγαλειώδες αυτό έργο τους το πέτυχαν, αφού πρώτα πέρασαν οι ίδιοι από τις βαθμίδες της πνευματικής ανέλιξης δηλ. της κάθαρσης της καρδιάς (με αποβολή κάθε ηδονής και οδύνης), του φωτισμού του νου (με την συνεχή μνήμη του Θεού) και τελικά της θεοπτείας (δηλ. της θέωσης στην οποία μόνον οι άγιοι μπορούν να φθάσουν). Πέρασαν όλα τα σκαλοπάτια προς τη θεία μακαριότητα με την ταπεινοφροσύνη τους, την πραότητά τους, το πένθος για τα αμαρτήματά τους, την ενάρετη ζωή που έζησαν, την ελεημοσύνη που άφθονα παρείχαν, την κάθαρση της ψυχής στην οποία υποβλήθηκαν, την ειρήνη με τον εαυτό τους και με το Θεό που πέτυχαν, την μαρτυρία της πίστης με τους διωγμούς και τους προπηλακισμούς και τέλος τις διώξεις που υπέστησαν, ένεκα της μαρτυρίας της πίστης αυτής. Κατέστησαν κυριολεκτικά δοχεία του Αγίου Πνεύματος γενόμενοι φωτοδότες προς τους πιστούς και κυματοθραύστες προς τους αιρετικούς και με το παράδειγμά τους έθεσαν τον εαυτό τους, ως υπόδειγμα πορείας προς την αγιότητα.

 

Έκαναν πράξη τις ευαγγελικές ρήσεις, διερμήνευσαν τους λόγους του Κυρίου και των Αποστόλων, προσέφεραν στο πλήρωμα της Εκκλησίας ό,τι ο ίδιος ο Θεός τους αποκάλυψε με την αδιάλειπτη προσευχή τους και δόθηκαν στην πολύπλευρη αποστολή τους με όλες τους τις δυνάμεις από την ανώτατη έπαλξη της Αρχιερωσύνης στην οποία η ίδια η Εκκλησία τους τοποθέτησε και όλα αυτά με κόπο και μόχθο, με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, με στερήσεις και περιπέτειες. Έδωσαν προτεραιότητα στις τρεις βασικές αρχές που διέπουν την Ορθόδοξη Εκκλησία: πίστη, ελπίδα και αγάπη και εργάστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για το στέριωμα των τριών αυτών αρχών.

 

Έτσι, οι τρεις μεγάλοι αυτοί Ιεράρχες ξεκινώντας από την γνώση που απέκτησαν στις τότε φιλοσοφικές σχολές, πέρασαν στην επίγνωση των όντων και των καταστάσεων, από εκεί στο βίωμα της Ορθόδοξης πίστης, για να φθάσουν τελικά στη θεοπτεία, την «ενόραση» δηλαδή του Θεού, ο οποίος τους αποκάλυψε το θέλημά του και αυτή την αποκάλυψη την έκαναν γνωστή στους πιστούς, είτε με θεσπέσια συγγραφικά έργα που χρησιμοποιούμε σήμερα για να θεολογήσουμε, είτε με κηρύγματα, είτε με επιστολές.

 

Ασχολήθηκαν με επιμέλεια, για την στήριξη των πιστών στην ορθή πίστη, ενάντια στις αιρετικές διδασκαλίες των ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων (Αρείου κ.ά.). Η προσφορά τους αυτή κατέστη σωτήρια, γι’ αυτό και αποκαλούνται «κήρυκες της Ορθοδοξίας, ακραιφνέστατοι θεολόγοι, σεπτά δοχεία του Πνεύματος, στερροί της πίστης προμάχοι, στύλοι της Εκκλησίας και στήριγμα των πιστών».

 

Ονομάστηκαν μεγάλοι, όχι τόσο επειδή ήτανε σοφοί και χαρισματούχοι, αλλά γιατί συνδύασαν στη ζωή τους τη θεωρία με την πράξη. Δεν ήταν μεγάλοι μόνο στον κόσμο τούτο, αλλά παραμένουν και θα παραμένουν στην αιωνιότητα μεγάλοι, όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5.19)

 

Ο κοινός εορτασμός τους καθιερώθηκε τον 11ο αιώνα, για να προβληθεί η αρμονική και ισόρροπη σύνθεση της κλασσικής ελληνικής σοφίας με τη χριστιανική πίστη και παράδοση, που χάρη σ’ αυτούς τους τρεις μεγάλους, κατέστη δυνατόν με θαυμαστή αρμονία να επιτευχθεί. Και οι τρεις υπήρξαν οι υπέρμαχοι και οι δημιουργοί της σύνθεσης αυτής, γι’ αυτό και κατά την αναγέννηση των κλασσικών σπουδών στο Βυζάντιο κατά τον 11ο αιώνα κατέστη αναγκαία η προβολή τους, ως προστατών των γραμμάτων με την καθιέρωση του κοινού εορτασμού τους.

 

Ο κοινός αυτός εορτασμός καθιερώθηκε και στη χώρα μας, μετά την ίδρυση του νεώτερου ελληνικού κράτους, ως εορτή των γραμμάτων όλης της εκπαίδευσης, από δε το 1842 και με επίσημη απόφαση της συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

30.1.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 

 

Ὁ Ὅσιος Γέροντας ΣΑΒΒΑΣ Σταυροβουνιώτης (Κ. Παπαγεωργίου) -Βιβλιοπαρουσίασις

Stavrovouni_Monastery

Κώστα Παπαγεωργίου

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΑΒΒΑΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (+ 1985)

Ἕνας ἐπιφανής Κύπριος Ἅγιος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ὁ ἀγαπητός συνεργάτης τοῦ Κέντρου μας (Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής») κ. Κώστας Παπαγεωργίου, Πολιτικός Ἐπιστήμων καί πολύ γνωστός συγγραφέας στήν Κύπρο, προσφέρει στό  κοινό ἕνα νέο του πόνημα, ἀναφερόμενο στόν μακαριστό Γέροντα Σάββα Σταυροβουνιώτη. Ὅμως, πρίν ἀναφερθοῦμε στο βιβλίο, ἄς δοῦμε τόν συγγραφέα.

Ὁ Κώστας Παπαγεωργίου γεννήθηκε στό Τσέρι τῆς Λευκωσίας τό 1951. Σπούδασε στό Πολιτικό Τμῆμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανε-πιστημίου  Ἀθηνῶν. Πολυγραφώτατος συγγαφέας, ἔχει μέχρι σήμερα συγγράψει καί ἐκδόσει πλέον τῶν 40 βιβλίων. Μεταξύ τῶν ἔργων του περιλαμβάνονται: «Οἱ Ἐκκλησίες καί τά Παρεκκλήσια  τοῦ Στροβόλου» (2004), «Τό Μοναστήρι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ στόν Ἀναλιόντα» (2005), «Κόρνος – Μία Σταυροφρούρητη περιοχή» (2007), «Σιά – Στά μέρη ὅπου ἀσκήτεψε ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Σπηλαιώτης» (2007), «Κυπριακά Μοναστήρια – Τ’ ἀγκωνάρια τῆς πίστης μας» (2007), «Ἡ Παναγία τῆς Κύπρου – Ἡ δική μας Παναγία» (2008), «Ἡ εὕρεση τοῦ Ναοῦ τῆς Θεομήτορος ἁγ. Ἄννας στήν Ἀλέκτορα» (2010), «Ἡ Ἀναγεννησιακή Ἁγιογραφία στήν Κύπρο· τέλη 19ου – 20ος αἰώνας» (2010), «Κυπριακά Μοναστήρια ἀπό τόν 4ο μέχρι τόν 21οαἰώνα» (2011), «Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος στήν Κύπρο» (2011), «Κύπριον Πατερικόν τοῦ Ἄθωνος» (2011) καί «Ὁ Ὀρθόδοξος γυναικεῖος Μοναχισμός στήν Κύπρο – Ἰσαγγελικός Βίος» (2014).

Τό βιβλίο (τό  ὁποῖο συνεγράφη μέ πρωτοβουλία τῆς Συνοδείας τῶν Θεοφιλαίων, ἡ ὁποία ἐνασκεῖται στήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, Ἁγίου Ὄρους καί τῆς ὁποίας ὁ Γέροντας ἀρχιμ. Χερουβείμ Ἀποστόλου ὑπῆρξε πνευματικό τέκνο τοῦ π. Σάββα καί ἐκδόθηκε  ἀπό τήν ἴδια), προλογίζει ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Τριμυθοῦντος κ. Βαρνάβας. «Ἡ προσφορά τοῦ παπᾶ Σάββα – γράφει –στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου, ἦταν πολύ μεγάλη  καί ἀφοροῦσε κυρίως στό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ἡ ἀγαπῶσα καρδία του ἐδέχετο ἅπαντας  καί  κάθε ἄνθρωπος πού τόν πλησίαζε, εὕρισκε παρηγοριά  καί ἐλάμβανε ψυχικό σθένος, ὥστε νά ἀκολουθήσει τοῖς ἴχνεσι τοῦ Κυρίου. Ἀνεδείχθη σπουδαῖος Πνευματικός, ὄχι μόνον γιά μοναχές, ἀλλά καί γιά λαϊκούς. Περιερχόμενος ἄοκνα ὅλο τό νησί τῆς Κύπρου, ἀνέπαυε κάτω ἀπό τό πετραχήλι του καί καθοδηγοῦσε στήν ἐν Χριστῷ ζωή πλήθη Χριστιανῶν».

Τό βιβλίο εἶναι ἐξαιρετικά καλαίσθητο, μία ἔκδοση ὑψηλῆς αἰσθη-τικῆς, 350 σελίδων, διανθισμένη μέ πολλές καί ἀξιόλογες φωτογραφίες, τόσο τοῦ Γέροντος Σάββα, ὅσο καί τῶν τόπων στήν Κύπρο καί τήν Ἑλλάδα  πού συνδέονται μαζί του. Στό ἐξώφυλλο δημοσιεύεται μία ἐλαιογραφία τοῦ Γέροντα, ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας, ἔργο τοῦ  πολύ γνωστοῦ πορτετίστα Κων. Δημητρέλου, ἐνῶ στήν ἀρχή τοῦ κειμένου εἰκόνα του, Βυζαντινῆς τεχνοτροποίας, ἔργο τοῦ Ἁγιογράφου Μάριου Πελέλη.

Ἡ διάταξη τοῦ κειμένου ἀπό τόν συγγραφέα διαθέτει πολύ χῶρο σέ σχετικά μέ τόν Γέροντα θέματα (ἡ Κύπρος κατά τήν ἐποχή τοῦ Γέροντα, ἡ Μονή Σταυροβουνίου, τό Ἡμερολογιακό Ζήτημα, κ.ἄ.).  Ἡ παρουσίαση τῆς ζωῆς, τῆς ἀσκήσεως, τῆς διακονίας τοῦ λαοῦ, τῶν πειρασμῶν, τῶν ἀσθενειῶν, τῆς πολύχρονης παρουσίας του στούς Ἁγίους Τόπους  καί τήν Ἑλλάδα, τοῦ ὁσιακοῦ τέλους, τῶν σημείων ἐν ζωῇ καί μετά θάνατον, παρουσιάζονται μέ ἐξαιρετική ἐπιτυχία ἀπό τόν συγγραφέα. Τό κείμενό του εἶναι μεστό νοημάτων, ἄριστα δομημένο, γραμμένο μέ εὐαισθησία καί πολύ ἀγάπη, διανθισμένο μέ πολλά καλολογικά στοιχεῖα (ἐπίθετα, ἐκφράσεις τιμῆς καί εὐλαβείας κ.λ.π.). Ἡ προσωπικότητα τοῦ μακαρίου Πατρός Σάββα, ὅπως περιγράφεται στό ἔργο, ἀναπαύει ὅσους τόν γνώρισαν  καί  παρηγορεῖ ὅσους δέν τόν γνώρισαν  μέ τήν  ἰδέα, ὅτι  καί στόν ταλαίπωρο 20ο αἰ. ἀναδείχθηκαν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

Τό βιβλίο κλείνει μέ δύο ὑμνογραφικά ἔργα πρός τιμήν τοῦ μακαρίου Γέροντος, Παρακλητικό Κανόνα καί Χαιρετισμούς, ποιήματα τοῦ Πρυτάνεως τῶν Ἑλλήνων Ὑμνογράφων Δρ. Χαραλάμπους Μπούσια, Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Εκκλησίας.

Τό νέο βιβλίο τοῦ κ. Παπαγεωργίου εἶναι «πρός οἰκοδομήν τοῦ πληρώματος», τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό συνιστοῦμε ἐκθύμως πρός ὅλους. Καί στόν ἀγαπητό συγγραφέα εὐχόμεθα κάθε εὐλογία παρά τοῦ Πατρός τῶν φώτων καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νά παράγει ἔργα ἐκλεκτά, πρός δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας καί τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας.