Η Παναγία στο Ισλάμ

Η Παναγία στο Ισλάμ

24grammata.com/ θρησκεία

Το Κοράνι αποδίδει ξεχωριστή Τιμή στην Παναγία και στον Χριστό (η μισαλλοδοξία θα έρθει αργότερα από τους ανθρώπους και όχι από τις  Ιερά Κείμενα)

Άχμαντ Ελντίν

Στην ιερά παράδοση(χαντιθ) του Προφήτη Μωάμεθ αναφέρεται ότι η Παναγία ήταν από τις λίγες γυναίκες που πέτυχε την τελειότητα σαν άνθρωπος.(Al-Bukhari- τόμος 5 βιβλίο 62)

Πραγματικά η Παρθένος Μαρία, η όπως αποκαλείται στο Κοράνι Μάριαμ, που είναι και η σωστή προφορά του ονόματος της, έχει μια ιδιαίτερη θέση στο Ισλάμ και συγκεκριμένα στο Ιερό Κοράνι. Το 19ο κεφάλαιο του Κορανίου είναι αφιερωμένο στην Παρθένο Μαρία με τον τίτλο «Σουρα Μαριαμ» δηλαδή το «Κεφάλαιο της Μάριαμ» Και είναι ακόμα πιο εκπληκτικό όταν αναλογιστεί κανείς(ιδιαίτερα ένας Χριστιανός) ότι σε ολόκληρη την Αγία Γραφή η μητέρα του Ιησού δεν πολύ αναφέρεται στα ιερά κείμενα, ενώ την ίδια ώρα το Κοράνι κάνει συχνές αναφορές στο όνομα της, την ιστορία της, και την παρουσιάζει στους Μουσουλμάνους ως ένα παράδειγμα πίστης και τελειότητας. Και όλα αυτά πέρα από το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην μνήμη της.

Σε αυτήν εδώ την έκθεση θα δούμε την ιστορία της πως περιγράφεται στο Κοράνι και πως τιμάται σαν άνθρωπος. Θα προσθέτω και κάποια προσωπικά σχόλια για την καλύτερη κατανόηση από τον αναγνώστη.

Η γέννηση της

Το Κοράνι αναφέρει:

Κοίτα! Η γυναίκα του Ιμράν είπε: Ώ! Κύριε μου! Σου αφιέρωσα εκείνο που βρίσκεται στη κοιλιά μου, για δική Σου έκτακτη εξυπηρέτηση. Δέξου λοιπόν τούτο από εμένα γιατί Εσύ ακούς και γνωρίζεις τα πάντα”.

Κι όταν την γέννησε είπε: “Ω! Κύριε μου! Κοίτα! Λευτερώθηκα από μια κόρη”. Ο ΑΛΛΑΧ βέβαια γνώριζε τι γέννησε. Και με κανένα τρόπο το αγόρι δεν εξισώνεται με το κορίτσι. “Την ονόμασα Μαριάμ, και την εμπιστεύομαι καθώς και τους απογόνους της, στη δική Σου προστασία απ’ τον Σατανά τον απόβλητο”. ( Κοράνι 3:35-36)

Η γυναίκα του Ιμραν όπου είναι η μητέρα της Παναγίας, εξαιτίας της αφοσίωσης που είχε στον Θεό υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί της προς την εξυπηρέτηση Του όπου ζήτησε από τον Θεό να δεχθεί το τάμα της αυτό. Είχε ελπίδα να κάνει αγόρι μιας και τότε ήταν η πρακτική των αγοριών να εξυπηρετούν και να είναι υπεύθυνοι για τους ναούς του Θεού. Κάνοντας όμως κόρη πίστεψε ότι το τάμα της δεν πήγαινε σύμφωνα με το σχέδιο της. Ωστόσο αποφάσισε να ολοκληρώσει το τάμα της, και ονόμασε το κοριτσάκι Μάριαμ. Προσευχήθηκε στο Θεό και ευχήθηκε για το κοριτσάκι της να την προστατεύει ο Θεός, αυτή και τα μελλοντικά της παιδιά από τον Σατανά. Στο παρακάτω χωρίο του Κορανίου βλέπουμε και την αποδοχή του τάματος και της ευχής της από τον Θεό

Και τη δέχτηκε ο Κύριος της με ευμενή υποδοχή κι έκαμε ώστε να μεγαλώσει με καλό τρόπο ( Κοράνι 3:37)

Η ανατροφή της

Συνεχίζοντας τον στίχο 37 του Κορανίου από το κεφάλαιο 3 διαβάζουμε:

Και τη δέχτηκε ο Κύριος της με ευμενή υποδοχή κι έκαμε ώστε να μεγαλώσει με καλό τρόπο, και την άφησε στις φροντίδες του Ζαχαρία. Όσες φορές ο Ζαχαρίας επισκεπτόταν το κελλί της, έβρισκε να υπάρχουν εκεί αρκετά τρόφιμα, κι είπε: “Ω! Μαριάμ! Από πού έρχονται αυτά σε σένα;!” Κι εκείνη απάντησε: “Από τον ΑΛΛΑΧ, γιατί ο ΑΛΛΑΧ προμηθεύει τα προς συντήρηση σ’ όποιον θέλει, χωρίς λογαριασμό.

Εδώ βλέπουμε ότι ο Θεός κυριολεκτικά φρόντιζε την Παναγία, και άκουσε την ευχή της Μητέρας της για προστασία και για μια καλή ανατροφή βάζοντας την έτσι υπό την προστασία του Προφήτη Ζαχαρία. Μέσα από την αφοσίωση της, την καλή ανατροφή της, και πάνω από όλα να την ακολουθεί η ευχή της μητέρας της, η Μάριαμ έγινε αυτό που την χαρακτηρίζει το Ιερό Κοράνι, η καλύτερη από όλες τις γυναίκες του κόσμου:

Κοίτα! Οι άγγελοι είπαν: “Ω! Μάριαμ! Ο ΑΛΛΑΧ σε διάλεξε και σ’ εξάγνισε, προτιμώντας σε ανάμεσα απ’ όλες τις γυναίκες των εθνών. ( Κοράνι 3:42)

Ο Ευαγγελισμός

Στο κεφάλαιο του Κορανίου «Μάριαμ» η Παναγία δέχεται μια επίσκεψη από έναν αγγελιοφόρο του Θεού:

Και να διηγηθείς στο Βιβλίο (το Κοράνιο) (την ιστορία) της Μαριάμ, όταν αποσύρθηκε – από την οικογένεια της – σε ένα τόπο στα Ανατολικά. Είχε τοποθετηθεί ένα προπέτασμα (για να προφυλάξει τον εαυτόν της) απ’ αυτούς. Τότε στείλαμε σ’ αυτήν το πνεύμα μας (έναν άγγελο) που παρουσιάστηκε μπροστά της – σαν ένα τέλειο ανθρώπινο πλάσμα. Εκείνη είπε: Αναζητώ καταφύγιο, από σένα, στον Οικτίρμονα (ΑΛΛΑΧ) αν (Τον) φοβάσαι (μη με πλησιάζεις)”. Εκείνος είπε: “Είμαι μόνο ένας απεσταλμένος από τον Κύριο σου, (να χαρίσω) σε σένα ένα άγιο υιό”. Εκείνη είπε: “Πώς θα έχω γιο, εφ’ όσον κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μ’ έχει αγγίξει, κι ούτε είμαι ακόλαστη;” Εκείνος είπε: “Έτσι (θα γίνει), είπε ο Κύριος σου, αυτό για Μένα είναι εύκολο. Και (επιθυμία Μας είναι) να τον προσδιορίσουμε σαν ένα Θεϊκό Σημείο για τους ανθρώπους και Έλεος από Μας. Είναι μια υπόθεση που (έτσι) έχει θεσπιστεί.” (Κοράνι 19:16-21)

Σε αυτούς τους στίχους περιγράφεται πως η Παναγία δέχτηκε επίσκεψη από τον άγγελο Γαβριήλ ο οποίος της παρουσιάστηκε με αντρική μορφή. Μη γνωρίζοντας ποιος είναι φοβήθηκε για τον εαυτό της. Ο άγγελος την βεβαίωσε ότι είναι αγγελιοφόρος του Θεού και ένας άγγελος για να της ανακοινώσει τα «καλά νέα» για την απόκτηση ενός υιού. Σοκαρισμένη κάνει ερωτήσεις για το πώς θα γίνει αυτό, πράγμα που επιβεβαιώνει την αγνότητα της. Ο Άγγελος της εξηγεί ότι μια τέτοια σύλληψη η οποία είναι θαυματουργή είναι εύκολη για τον Θεό, το μόνο που έχει να κάνει είναι να πει «Γενηθήτω» και γίνεται. Και όλα αυτά είναι θέματα που έχουν θεσπιστεί από Αυτόν για μεγάλους σκοπούς ως προς το όφελος της ανθρωπότητας.

Το Θαύμα

Έπειτα με θαυματουργό τρόπο η Παναγία μένει έγκυος. Η ιστορία της εγκυμοσύνης της είναι πραγματικά όμορφη και συγκινητική όπως την περιγραφή το Κοράνι.

Έτσι τον σήκωσε (στη κοιλιά της) συνέλαβε – και αποσύρθηκε μαζί του σ’ ένα απόμακρο μέρος. Και την οδήγησαν οι πόνοι του τοκετού στον κορμό μιας χουρμαδιάς, και είπε (μέσα στην αγωνία της): ” Αλίμονο μου! Μακάρι να πέθαινα πριν απ’ αυτό και να ήμουν ένα πράγμα ξεχασμένο κι αόρατο”! Αλλά (μια φωνή) την κάλεσε από κάτω της (απ’ την χουρμαδιά) “Μην λυπάσαι! γιατί ο Κύριος σου έχει προβλέψει ένα ποταμάκι κάτω από σένα”. “Και κούνησε – προς τη μεριά σου τον κορμό της χουρμαδιάς, και θα
πέσουν πάνω σου φρέσκοι – ώριμοιχουρμάδες”. “Κι έτσι τρώγε και πίνε και δρόσισετο μάτι (σου να ησυχάσεις), Κι αν δεις κανένα ανθρώπινο πλάσμα (και σε ρωτάει) να του πεις: Έχω, πραγματικά, υποσχεθεί
νηστεία  στο  Φιλεύσπλαχνο  (ΑΛΛΑΧ) ( Κοράνι 19:22-26)

Έχουμε λοιπόν την Παναγία να πηγαίνει έξω από την πόλη απόμακρα από την βηθλεέμ περίπου 4 με 6 μίλια από την Ιερουσαλήμ, με πόνους τοκετού, και με φόβο στο τι πρόκειται να της συμβεί. Είναι το πρώτο της παιδί, και δεν έχει άντρα. Τι θα έλεγε ο λαός της οι Ιουδαίοι; Τι θα κάνουν; Πως θα αντιδράσει η μικρή Μάριαμ; Με όλα αυτά στο μυαλό της να την αγχώνουν εύχεται να ήταν νεκρή.

Ο Θεός όμως που της έδωσε αυτό το θαύμα και τον όποιο λάτρευε η ίδια, και αφιέρωσε όλη της την ζωή δεν θα την εγκαταλείψει. Μια φωνή ήρθε και ακούστηκε από κάτω της με σκοπό να την ηρεμήσει, να την γαληνέψει και να την καθοδηγήσει τι να κάνει. Και όταν γέννησε, η φωνή την συμβούλεψε να μην μιλήσει σε κανέναν και να μην προσπαθήσει να εξηγήσει τίποτα σε κανέναν ( όσον αφορά το παιδί της). Να μείνει σιωπηλή και όλα θα πάνε καλά.

Τέλος, ήλθε μαζί (με το μωρό της) στη γενιά της σηκώνοντας το (στα χέρια της). Κι (εκείνοι) είπαν: “Ω! Μαριάμ! Πραγματικά έφερες ένα καταπληκτικό πράγμα! “Ω! αδελφή του Ααρών!(αδέλφια στην πίστη όχι βιολογικά) Ο πατέρας σου δεν ήταν ένας άνδρας του πονηρού, κι ούτε η μητέρα σου μια γυναίκα ακόλαστη!” Εκείνη όμως έδειξε προς το μωρό. Είπαν: “Πώς – είναι δυνατό – να μιλήσουμε με ένα παιδί που είναι στην κούνια”; ( Κοράνι 19:27-29)

Και η στιγμή όπου η Παρθένος Μαρία φοβόταν έφτασε. Αφού γέννησε τον Ιησού γύρισε μαζί με το παιδί πίσω στο λαό της. Εκεί έρχεται αντιμέτωπη με τους Ιουδαίους. Όταν την είδαν με το μωρό έμειναν άφωνοι και κατάπληκτοι. Στα μάτια τους ήταν ένα έγκλημα, το έγκλημα ενός παράνομου παιδιού (έμεινε έγκυος χωρίς να παντρευτεί – έτσι πίστευαν) Το «επιχείρημα» τους ήταν ότι πως μπόρεσε να κάνει κάτι τόσο κακό και αμαρτωλό όταν την θεωρούσαν μοντέλο αγνότητας, και προερχόταν από μια ενάρετη, σεβάσμια και αγνή οικογένεια. Όμως η μικρή Μάριαμ έμενε σιωπηλή όπως η θεϊκή φωνή την είχε συμβουλέψει λίγο πιο πριν. Μένει σιωπηλή και κάνει μια παράξενη κίνηση προς αυτούς.

Δείχνει κάνοντας νόημα προς το μωρό, τον Ιησού. Το πλήθος εξοργίστηκε με αυτήν την κίνηση της, λέγοντας της τι είδους απάντηση είναι αυτή; Μας παραπέμπεις στο μωρό για την υπεράσπιση σου; Και είχαν δίκιο. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες δεν είναι λογικό να απαντάς με τέτοιον τρόπο σε κατηγορίες. Όμως η κατάσταση δεν ήταν φυσιολογική και καθόλου συνηθισμένη. Και τότε έγινε το πρώτο θαύμα του Ιησού.

Εκείνη όμως έδειξε προς το μωρό. Είπαν: “Πώς – είναι δυνατό – να μιλήσουμε με ένα παιδί που είναι στην κούνια”; Είπε (το παιδί): “Είμαι στ’ αλήθεια -ένας δούλος του ΑΛΛΑΧ. Μου έδωσε το Βιβλίο (την αποκάλυψη) και με έκανε ένα προφήτη. “Και με έχει κάνει ευλογημένο
οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι, και έχει επιτάξει σε μένα την Προσευχή και τη φιλανθρωπία εφ’ όσον βρίσκομαι στη ζωή. “Και (Αυτός) μ’ έχει κάνει καλοκάγαθο στη μητέρα μου, και όχι υπεροπτικό ή άθλιο,”(Γι’ αυτό) η Ειρήνη είναι πάνω μου κατά την ήμερα, που γεννήθηκα, και την ήμερα που θα πεθάνω, και την ήμερα που θα εγερθώ για (μια άλλη, την ημέρα της κρίσης) ζωή”! (Κοράνι 19:29-33)

Και όλοι πάγωσαν στην θέα και στο άκουσμα ενός μωρού, μόλις ημερών να μιλά και να αντικρούει τους κατήγορους της μητέρας του. Αυτό είναι το πρώτο του θαύμα η υπεράσπιση της αγνής του και άγιας μητέρας από τις άθλιες συκοφαντίες των Ιουδαίων. Τονίζοντας επίσης ότι είναι ο Προφήτης και Απόστολος του Θεού που τον έκανε ο δημιουργός του καλοκάγαθο στην σπουδαία μητέρα του. Ειρήνη τον συνοδεύει από την ημέρα της γέννησης του, την ημέρα του θανάτου του, και την ημέρα της ανάστασης του, στην ημέρα τις κρίσης οπού θα αναστηθούμε και όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

Ο Θεός επίσης σε ένα άλλο μέρος του Κορανίου κατηγορεί τους Ιουδαίους που πρόσβαλαν την Παναγία. Τους αποκαλεί συκοφάντες γιατί είπαν ότι απόκτησε μωρό με άνδρα ενώ δεν ήταν παντρεμένη.

Γιατί κι αρνήθηκαν την Πίστη κι είπαν για τη Μαριάμ (τη μητέρα του Ιησού) μια σοβαρή ψεύτικη κατηγορία. (συκοφαντία), ( Κοράνι 4:156)

Αν κάποιος κάνει μια προσεκτική μελέτη στο πρώτο θαύμα του Ιησού που κάνει αναφορά η Καινή Διαθήκη και στο πρώτο θαύμα του Ιησού κατά το Κοράνι θα διαπίστωση ενδιαφέροντα πράγματα. Στην Καινή Διαθήκη το πρώτο θαύμα του Ιησού είναι να μετατρέψει το νερό σε κρασί. Στο Κοράνι το πρώτο θαύμα του Ιησού είναι να υπερασπιστεί την μητέρα του από τις συκοφαντίες και τις κατηγορίες.

Όπως είδαμε λοιπόν η Παρθένος Μαρία έχει μια ξεχωριστή θέση στο Ισλάμ, και όχι μόνο αυτή αλλά και ο υιός της ο Ιησούς. Μέσα από τις ιστορίες τους βλέπουμε μια τρομερή πιστή και εμπιστοσύνη που είχαν στον Θεό, που σαν Μουσουλμάνοι μπορούμε να μάθουμε πολλά. Οι φίλοι μας οι Χριστιανοί από την άλλη πρέπει να αναρωτηθούν για ποιο λόγο το Ισλάμ κάνει τέτοια τιμητική αναφορά στον Ιησού και στην Παναγία; Γιατί ο Μωάμεθ αφού είναι ένας ψευδοπροφήτης για αυτούς κάνει τέτοιες δηλώσεις για την Παναγία και τον Ιησού; Γιατί το Κοράνι εξυψώνει τόσο πολύ αυτά τα άτομα όταν θεωρείτε ένα «σατανικό» βιβλίο; Πολλές τέτοιες ερωτήσεις μπορούν να γίνουν δείχνοντας την ανακολουθία των Χριστιανών που αρνούνται να δεχτούν την αλήθεια του Κορανίου και την Προφητική ιδιότητα του Μωάμεθ. islamforgreeks.org

Advertisements

Περί της παρθένου που εξέπεσε.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΠΟΥ ΕΞΕΠΕΣΕ

Πρεσβυτέρου Χαραλάμπους Νεοφύτου

 

Έτυχε να δω, στα Ιεροσόλυμα, μία παρθένα, η οποία φόρεσε στο σώμα της σιδερένια αλυσίδα και την είχε για έξη χρόνια χωρίς να τη βγάλει μένοντας κατάκλειστη με πολλή σκληραγωγία και εγκράτεια. Όμως η δυστυχής, υπερηφανεύτηκε ότι τάχα έγιναν αγία και έφτασε στα μέτρα της τελειότητας. Από το συλλογισμό αυτόν, παραχώρησαν η Χάρη εκείνου πού βδελύσσεται τους υπερήφανους, για να πέσει η ταλαίπωρη στο λάκκο της ανομίας.

Μία μέρα έπεσε σε πορνεία με τον υπηρέτη πού την προμήθευε τα χρειαζούμενα για να ζήσει και έμεινε στην αμαρτία της φθοράς της παρθενίας της. Αυτό σίγουρα το έπαθε, επειδή έκανε την αρετή για να την επαινούν οι άνθρωποι και όχι για την αγάπη του Θεού και τη σωτηρία της, και έτσι κατάντησε στην καταφρόνηση των ανθρώπων. Έφυγε ο φύλακας της σωφροσύνης και παραδόθηκε η άθλια στο βυθό της ακαθαρσίας.

Το παράδειγμα της παρθένας αυτής θα πρέπει να μας διδάξει, να προσέχει ο καθένας να κάνει εκείνο που μπορεί για τη δόξα του Θεού και προπάντων όσο μπορεί κρυφά από τους ανθρώπους, γιατί εκείνο που γίνεται για ανθρωπαρέσκεια, είναι μισητό στο Θεό. Ας το προσέξουμε αυτό, γιατί ως συνήθως τα περισσότερα των έργων μας είναι μολυσμένα με την αυτοπροβολή και ανθρωπαρέσκεια και για τούτο δεν έχουμε τη θεία βοήθεια που περιμένουμε.

Η ανθρωπαρέσκεια είναι τείχος που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό και τον αφήνει στο έλεος του πονηρού για να δοκιμάζεται.

Από το βιβλίο: ΒΙΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΔΟΔΕΙΧΤΗΣ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

10   ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 

Ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις (αναμνήσεις από τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη)

 

Οι περιπέτειες ενός ανίδεου προσκυνητή

Πρωτοδιάβασα το βιβλίο οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού όταν ήμουν δεκαέξι, δεκαεπτά χρονών. Δεν πίστευα ποτέ πώς το διάβασμά του θα μου αποκάλυπτε έναν εσωτερικό κόσμο για τον οποίον ήμουν εντελώς ανυποψίαστος. Αμέσως με γοήτευσε ο κόσμος των ρώσων προσκυνητών που περιέτρεχαν με τα πόδια τις ατέλειωτες εκτάσεις της τσαρικής Ρωσίας, βέρτσια επί βερτσίων, με ένα δισάκι στον ώμο, μόνο και μόνο για να προσκυνήσουν θαυματουργές εικόνες, λείψανα αγίων και να γνωρίσουν πνευματικούς στάρετς. Και το σπουδαιότερο, η εσωτερική προσευχή, η αδιάλειπτη νηπτική ευχή, η φιλοκαλία, όπως περιγράφονται στις αναζητήσεις αυτού του ρώσου προσκυνητού του βιβλίου, συνάρπαζε με την ένταση, το βάθος και την ποιότητά της έναν έφηβο, όπως ήμουν τότε εγώ. Τι κεκρυμμένος θησαυρός ξεπηδούσε από τις σελίδες αυτού του βιβλίου!
 
 
 
Υπήρχαν άραγε έλληνες γέροντες που να έχουν αναπτύξει την νηπτική ευχή και την πνευματικότητά τους σ’ αυτό το επίπεδο που έγραφε το βιβλίο; Και που άραγε βρίσκονταν;
 
 

Ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις

Τότε καθώς άρχιζα να ταξιδεύω στον Άγιον Όρος, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ένα όνομα άκουγα συνέχεια να επανέρχεται στις συζητήσεις των προσκυνητών, το όνομα ενός προορατικού, πνευματικού έλληνα στάρετς, του παπά Εφραίμ από τα Κατουνάκια. Αποφάσισα να πάω να τον γνωρίσω. Μην πας, μου έλεγαν, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις. Είναι άρρωστος, πάνε τόσοι να τον δουν, που έχει χάσει την ησυχία του, και αναγκάστηκε να μην δέχεται πια επισκέψεις προσκυνητών στο κελλί του. Μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, έλεγαν οι προσκυνητές, μην πας, έλεγαν κι οι μοναχοί, μην πας, αντηχούσαν και τα αρχονταρίκια των μονών του Αγίου Όρους.

Το ταξίδι αρχίζει

Και που μένει ο π. Εφραίμ, ρωτούσα. Στα Κατουνάκια. Και που είναι αυτά τα Κατουνάκια, συνέχιζα. Είναι περιοχή στην έρημο του Αγίου Όρους που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην οποία βρίσκονται ησυχαστήρια της. Η περιοχή είναι βραχώδης και απόκρημνη και βρίσκεται μεταξύ Μικρής Αγίας Άννας, Καρουλιών και Αγίου Βασιλείου.
Έρημος; Έρημος από βράχια; Όσο άκουγα τόσο πιο πολύ ήθελα να πάω. Έτσι φορτώθηκα το μικρό μου σακίδιο, τους αποχαιρέτησα όλους και έφυγα κατά κει, μόνος. Με συνάρπασε η ιδέα να ζήσω κι εγώ περιπέτειες προσκυνητού κατά το μέτρο βέβαια του δυνατού.
Στην Αγία Άννα, μού έκαναν ένα γενικό σκαρίφημα του τόπου που βρισκόταν το κελλί του πατρός Εφραίμ, αλλά μού τόνισαν, μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, και το μονοπάτι δεν είναι καλό και μπορεί να χαθείς. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές σημάνσεις των μονοπατιών και οι μοναχοί έκαναν πρόχειρα σχέδια και  έδιναν οδηγίες όπως, θα βρεις δύο κυπαρίσσια, συνέχισε προς τα δεξιά, πιο κάτω το μονοπάτι χάνεται για λίγο, διασχίζει μια σάρα, περπατάς πάνω σε πέτρες, πρόσεχε γιατί οι πέτρες φεύγουν από τα πόδια σου, μετά θα δεις έναν σταυρό σιδερένιο στα δεξιά, εσύ προχώρησε προς τα αριστερά και ρώτα πιο κάτω στους Δανιηλαίους για περισσότερες λεπτομέρειες κτλ.
Το ταξίδι μου άρχισε. Ξεκίνησα πρωί, αποφασισμένος να πάω να επισκεφθώ τον πατέρα Εφραίμ, με το σκαρίφημα στο χέρι, όπου είχα γράψει και άλλες συμπληρωματικές οδηγίες.
 
 
 

Χάνομαι και σώζομαι

Στο ενδιάμεσο της διαδρομής χάθηκα, παρόλο που ακολουθούσα όσο γινόταν πιστά τις οδηγίες και αφού κάθε τόσο ανανέωνα την πιστότητά τους με πληροφορίες άλλων μοναχών που βρίσκονταν ενδιάμεσα και τούς επισκεπτόμουν, όπως των Δανιηλαίων.
Χάθηκα σε εκείνη την απίστευτη πέτρινη ερημιά. Ο βραχίονες του Άθωνα πέφτουν απότομα στο πέλαγος και στα ενδιάμεσα σχηματίζονται χαράδρες και σάρες με πέτρες που κατρακυλούν από ψηλά, ψηλά από τις κορυφές, και το σαθρό, εκείνο αεικίνητο σχεδόν έδαφος, με τις πέτρες που κατρακυλούν, εξαφανίζει τα ίχνη των μονοπατιών. Πιο πέρα μπλέχτηκα σε βάτα, σε θάμνους, και προσπαθώντας να καταλάβω πού υπάρχει μονοπάτι, κατέβαινα άθελά μου προς τη θάλασσα, σε έδαφος που έμοιαζε γκρεμός, τόσο ήταν κατηφορικό. Ίδρωσα, κουράστηκα, δίψασα, και άρχισα να σκέφτομαι ότι πραγματικά χάθηκα. Η ώρα περνούσε και το απόγευμα πλησίαζε. Παναγιά μου βοήθησέ με, είπα, πού’ χω χαθεί εδώ στην ερημιά, βλέποντας μπροστά μου δύο τεράστιους αγκαθωτούς θάμνους να μου κλείνουν τον δρόμο. Με κόπο άνοιξα τους θάμνους, που με φιλοδώρησαν με μερικά αγκάθια, και εκεί που ανέμενα να δω μπροστά μου μία πυκνή έκταση αγκαθωτών θάμνων και βάτων που θα ήταν αδύνατον να την διασχίσω πια, πέφτω μπροστά σε δρόμο, σε μονοπάτι που ανέβαινε κάτω από τη θάλασσα, μέσα σε ανηφορική χαράδρα. Βγαίνω στο μονοπάτι, σηκώνω τα μάτια ψηλά και εκεί στα είκοσι μέτρα, βλέπω μία χαμηλή περίφραξη και μία μικρή χαμηλή πορτούλα, έναν σταυρό, και πιο πάνω, αρκετά προς τα πάνω, ένα κελλί.
Πλησιάζω στη χαμηλή πορτούλα και βλέπω μια επιγραφή με άσπρα γράμματα, καρφωμένη μπροστά στην πορτούλα που έγραφε “Αγαπητοί προσκυνητές, να μας συγχωρείτε, ο π. Εφραίμ είναι άρρωστος και δεν δέχεται επισκέπτες. Ο Θεός μαζί σας” ή κάτι παρόμοιο. Είχα λοιπόν φτάσει! Είχα σωθεί!

Θα με δεχθεί ο πατήρ Εφραίμ;

Κοιτάζω και βλέπω ένα μικρό σιδερένιο κουδουνάκι πάνω στην πόρτα. Το χτυπώ. Τίποτα. Το ξαναχτυπώ. Πάλι τίποτα. Καμιά κίνηση από το κελί.  Όπως ήμουν κουρασμένος, κάθησα χάμω και περίμενα. Σηκώνομαι μετά από λίγα λεπτά. Ξαναχτυπώ το κουδουνάκι. Πάλι τίποτα. Σκεφτόμουν την αδάμαστη θέληση όλων εκείνων των αρχαίων προσκυνητών στην άνω Αίγυπτο και στη Θηβαίδα που έμεναν έξω από τα κελιά των αββάδων για δυο και τρεις μέρες περιμένοντας να τους ανοίξουν για ν’ ακούσουν κάτι πνευματικό και αναθαρρούσα. Τι θα έκανα άραγε εγώ εάν δεν άνοιγε ο πατήρ Εφραίμ, αναλογιζόμουν. Πόσο άραγε θα μπορούσα να περιμένω στην κατάσταση που ήμουν; Μια μέρα; Να κοιμηθώ άραγε εδώ μπροστά σ’ αυτή τη σιδερένια πορτούλα; Και που νά’ χει νερό τριγύρω;
Τότε ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του κελιού και κατηφόρισε προς το μέρος μου κάποιος σα μοναχός. Μόλις έφτασε κοντά στην εσωτερική πλευρά της εξωτερικής πορτούλας, χωρίς να με ρωτήσει τι θέλω, μου λέει:
– Ευλόγησον, με συγχωρείς πολύ, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις.
– Ευλόγησον, γιατί;
– Εεε, είναι άρρωστος, το έγραψε και στην πινακίδα.
– Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αν είναι άρρωστος, αφήστε με να τον βοηθήσω!
Το είπα παρακαλετά, αλλά δεν ξέρω γιατί ή πώς μου ήρθε να το πω αυτό.  Ήμουνα βλέπετε έφηβος τότε και η εφηβεία, το ξέρετε, είναι ανδρεία και τολμηρή. Αυτός με κοίταξε άναυδος, του επανέλαβα το ίδιο, και, χωρίς να μου πει τίποτα, επέστρεψε βιαστικά πίσω στο κελλί.
Μετά από λίγο ήρθε τρέχοντας πίσω. Άνοιξε την πόρτα και είπε ότι ο πατήρ Εφραίμ ήθελε να με δει. Ανέβηκα κάτι σαν αυλή και έφτασα στο σπιτάκι. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα.
Είδα τον πατέρα Εφραίμ. Χαμογελούσε, πιστέψτε με, γελούσαν τα μάτια του. Ώστε ήρθες να με βοηθήσεις είπε. Έσκυψα να του φιλήσω το χέρι χωρίς να πω τίποτα. Κάθησε, παιδί μου, κάθησε. Με περιεργαζόταν με μάτια που γελούσαν. Αφού ήρθες να με βοηθήσεις, τότε μείνε. Αυτές τις ημέρες θα κάνουμε την κουρά του δόκιμου από εδώ, του πατρός Ιωσήφ, θα έρθουνε συγγενείς του από τον κόσμο, μείνε να μας βοηθήσεις. Αλλά ξέρεις, παιδί μου, εμείς εδώ είμαστε μοναχοί και ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Νηστεύουμε, προσευχόμαστε, υπακούμε στον γέροντα μας. Αν θα μείνεις εδώ, θα πρέπει να ακολουθείς και εσύ τον ίδιο τρόπο ζωής. Μάλιστα η μεγαλύτερη αρετή για μας είναι η υπακοή. Εγώ είμαι ο γέροντας του κελλιού αυτού. Θα μπορούσες να με υπακούς ως γέροντα, για όσο καιρό θα μείνεις εδώ; Ναι, γέροντα, απάντησα.

Η κουζίνα

Εκεί που καθόμασταν υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, μερικές καρέκλες και ένας πάγκος. Απέναντι υπήρχε ένας καπνισμένος, μαύρος τοίχος και μπροστά ένας πάγκος με σκονισμένα, καπνισμένα γυάλινα μπουκάλια σε διάφορα χρώματα και μερικές ξύλινες τάβλες καρφωμένες στον τοίχο με διάφορα σκεύη. Ήταν η κουζίνα. Μαύρη και γκρίζα σκόνη παντού. Προφανώς η καύση των ξύλων για την παρασκευή φαγητού είχε καπνίσει όλο το χώρο.
Όταν καίγονταν τα ξύλα, οι ανταύγειες της φωτιάς πάνω στα καπνισμένα χρωματιστά γυάλινα μπουκάλια δημιουργούσαν την εντύπωση ενός μεσαιωνικού αλχημικού εργαστηρίου, όπου, έτσι μου φαινόταν, ο δόκιμος τότε Ιωσήφ πάλευε εκεί να μετασχηματίσει ταπεινά υλικά σε χρυσό φαγητό. Αλλά μήπως αυτό δεν ήταν το κελλί; Ένα εργαστήρι ψυχών, όπου με την βοήθεια του γέροντα αμαρτωλές, ανάξιες ψυχές, μετασχηματίζονταν σε ναούς του Αγίου Πνεύματος;

Τι τρώγαμε

Ο δόκιμος ήταν επιφορτισμένος με την παρασκευή του φαγητού. Η παρασκευή ήταν η εξής. Σε ένα φθαρμένο εμαγιέ τσουκάλι, έβραζε με ελάχιστο νερό πατάτες μαζί με τη φλούδα τους, έτσι όπως ήταν άπλυτες. Εκεί προσέθετε και ένα, δύο κρεμμύδια, μερικά σκόρδα, όλα με τις φλούδες τους. Όταν έλιωναν όλα αυτά, προσέθετε και τυχόν φαγητό που είχε περισσέψει. Την πρώτη φορά που έφαγα εκεί, είχε ρίξει μέσα παλιά ξινισμένη φακή. Αυτός ο, πώς να το πω, ανάλατος πολτός, μοιραζόταν στα τρία, σε μικρές μερίδες. Ο γέροντας έβγαζε και από ένα κουτί στάχτη και το έριχνε στο φαγητό του. Μάλιστα, ένα κουτάλι στάχτη! Ο πατήρ Εφραίμ ανακάτευε στο φαγητό του μια μεγάλη, γερή κουταλιά στάχτη. Το φαγητό εκείνο φυσικά ήταν αδύνατον να με χορτάσει. Την πρώτη φορά τούς ρώτησα αν αυτό ήταν μόνο. Φαίνεται ότι η απορία στα μάτια μου θα ήταν τόσο αθώα που ο πατήρ Εφραίμ, χαμογελώντας, με προέτρεψε να πάω έξω στην αυλή, όπου υπήρχε μια μουριά, να κόψω μούρα σε ένα τσίγκινο πιάτο και να τα φέρω να τα φάμε. Πήγα πράγματι έξω, βρήκα την μουριά, έκοψα όσο γινόταν περισσότερα μούρα και τα πήγα στο τραπέζι. Μόλις τα έφερα, άρχισαν να τα τρώνε έτσι όπως ήταν, άπλυτα, με τα μυγάκια και τα άλλα πλάσματα του Θεού. Να τα πλύνω, πάτερ; Τότε μου εξήγησε ο πατήρ Εφραίμ ότι το νερό ήταν βρόχινο, λιγοστό, το μάζευαν σε μια δεξαμενή και έπρεπε να μην το σπαταλούν. Υπάκουσα. Αλλά ο πάτερ Εφραίμ μού είπε ότι θα μπορούσα να πηγαίνω κάθε μέρα στην μουριά και να κόβω όσα μούρα θέλω και να τα φέρνω να τα τρώμε.
 

Που κοιμόμουν

Μου έδωσαν το καλό δωμάτιο, πάνω στον πρώτο όροφο. Είχε μια τάβλα ξύλινη, σχηματισμένη από δύο σανίδες, για κρεβάτι. Στον απέναντι τοίχο εικόνες και μια μικρή βιβλιοθήκη και πάνω από το κρεβάτι τη φωτογραφία μέσα σε κορνίζα ενός γέρου καταβεβλημένου μοναχού που κρατούσε στα χέρια του ένα κομποσκοίνι. Ο πατήρ Εφραίμ μού είπε ότι σε εκείνο το κρεβάτι κοιμόταν εκείνος ο γέρων μοναχός και ότι θα μπορούσα να λέω την ευχή, αν ήθελα, με το δικό του κομποσκοίνι. Και μού το έδωσε. Ήταν τρακοσάρι, χιλιάρι θα σας γελάσω. Πέρασαν τα χρόνια. Αλλά θυμάμαι ότι εκείνο το κομποσκοίνι είχε τόσο πολύ δουλευτεί στην προσευχή που το χρώμα του είχε φύγει και έμενε μόνο η ίνα.
 
 
Που να ξέρω τότε, ο ανίδεος, ότι κοιμόμουν στο κρεβάτι του γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, ότι προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του και ότι διάβαζα τα βιβλία που και ο ίδιος διάβαζε!
Εκεί κάθε φορά που προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του γέροντος Ιωσήφ έβλεπα στον νου μου την μάνα μου να με κοιτά λυπημένη. Τα χείλη της έτρεμαν σε ένα βουβό παράπονο και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ στον λογισμό, ο οποίος με έπληττε με σφοδρή δύναμη, όσο και αν προσπαθούσα. Έφτασα να κουνώ το κεφάλι δεξιά κι αριστερά για να τον αποδιώξω, αλλά η μάνα μου εκεί στεκόταν λυπημένη, με βουβά δάκρυα, και χείλη να τρέμουν.

Τα τάπερ της μάνας

Η μέρα της κουράς του δόκιμου έφτασε. Οι άρρενες συγγενείς του κατέφθασαν όλοι. Δύο από αυτούς ανέβηκαν μέχρι το κελλί και μας ρώτησαν αν υπήρχαν μουλάρια για να ανεβάσουν τις προμήθειες πάνω στο κελλί. Μουλάρια δεν υπήρχαν. Ο πατήρ Εφραίμ με ρώτησε αν μπορούσα να βοηθήσω στο κουβάλημα μαζί με τον δόκιμο. Είπα ναι.
Το κελλί βρισκόταν πάνω σε μια απότομη, ανηφορική χαράδρα ανάμεσα σε δύο γιγάντιους βραχίονες του Άθωνα που κατέβαιναν απότομα στη θάλασσα.
Πήγα μέχρι το καΐκι, κάτω στη θάλασσα. Όπως οι επισκέπτες ξεφόρτωναν το καΐκι, παρατήρησα ότι ανάμεσα στα πράγματα υπήρχαν μεγάλα τετράγωνα ημιδιαφανή άσπρα τάπερ με φαγητά. Το μέγεθός τους φαινόταν να είναι σχεδόν ένα μέτρο επί ένα. Πρώτη φορά έβλεπα τάπερ τέτοιου μεγέθους και δεν ματαξαναείδα. Ρώτησα τι ήταν αυτά και αν μπορούσα να τα κουβαλήσω. Μου είπαν ότι ήταν όλα φαγητά που έφτιαξε η μητέρα του δόκιμου. Και, ναι, μπορούσα να τα κουβαλήσω. Ήταν δεκάδες! Και ακόμα είχε λάδια, μέλια, όσπρια σε τσουβαλάκια, κρασιά, μέχρι και δεσμίδες με τσάι του βουνού τυλιγμένες σε λεπτά υφάσματα. Το καΐκι μεγάλο και γεμάτο μέχρι πάνω! Και όλα αυτά τα είχε ετοιμάσει η μητέρα του δόκιμου με τα χέρια της. Νομίζω ήταν μοναχοπαίδι και η μάνα του τού είχε αδυναμία.
Φορτώθηκα μερικά τάπερ. Τι ωραία που φαινόντουσαν όλα αυτά τα φαγητά! Όσο και να έτρωγαν οι επισκέπτες, πόσα ακόμα θα περίσσευαν για μας! Με αυτή τη σκέψη, άρχισα να ανεβαίνω την ανηφόρα και το ζιγκ ζακ μονοπάτι τρέχοντας. Άφησα τα τάπερ που κουβαλούσα πάνω στο κελλί και κατέβηκα κάτω. Τρέχοντας.
Πιστέψτε με, ποτέ μου ξανά δεν έτρεξα τόσο πολύ ανεβαίνοντας σε ανωφερές μονοπάτι και μάλιστα των Κατουνακίων για όσους ξέρουν για τι πράγμα μιλάμε. Πήγαινα και ερχόμουν τρέχοντας χωρίς να λαχανιάζω. Κατέβαινα και ανέβαινα προσπαθώντας να μαντέψω το φαγητό που μισοδιακρινόταν σε εκείνο το γιγάντιο τάπερ. Τι είχε φτιάξει εκείνη η μανούλα μέσα σ’ αυτά!

Το βράδυ της κουράς

Παιδί, μου, εμείς πρέπει να περιποιηθούμε τους ξένους που φιλοξενούμε. Από σένα, παιδί μου, περιμένω τα περισσότερα, επειδή ο δόκιμος πρέπει να προετοιμασθεί. Να περιποιηθείς τους ξένους! Ευλόγησον, πάτερ, είπα δυνατά και με χαρά.
Το δωμάτιό μου δόθηκε στον πατέρα και στον θείο του δόκιμου. Δεξιά και αριστερά βολεύτηκαν όλοι. Το βράδυ θα ερχόντουσαν μοναχοί και γέροντες από άλλα κελλιά για την κουρά του δόκιμου. Θα έπρεπε να ετοιμάσουμε το πρωί εορταστική τράπεζα για όλους αυτούς. Το βράδυ έπεσε. Όλοι πήγαν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν λίγο. Ο πάτερ και ο δόκιμος θα περνούσαν το βράδυ προσευχόμενοι.
Ο δόκιμος ήρθε και μου είπε ότι μπορούσα να ξαπλώσω λίγο σε έναν πάγκο που υπήρχε σε έναν διάδρομο. Πράγματι πήγα εκεί και προσπάθησα να ξαπλώσω, αλλά ήταν στενός και δεν αναπαυόμουν. Σηκώθηκα και πήγα έξω. Ο δόκιμος κάποια στιγμή βγήκε από το κελλί και με ρώτησε αν είχα βολευτεί στο στενό παγκάκι. Του είπα όχι. Μπορείς να κοιμηθείς στο υπόγειο αν θέλεις. Πήγα στο υπόγειο. Στο υπόγειο μόνο σκυμμένος μπορούσες να πας. Στη μέση είχε ένα μπαούλο με ένα τσουβάλι απλωμένο πάνω. Πάνω στο μπαούλο θα μπορούσα να κοιμηθώ. Ο δόκιμος μού είπε να μην φοβηθώ από τα ποντίκια, γιατί το υπόγειο είχε ποντίκια και μια φορά μάλιστα τον είχαν δαγκάσει όταν κοιμόταν, εκεί στο υπόγειο. Θεέ μου, ποντίκια! Πώς θα κοιμόμουν εκεί να με τρώνε τα ποντίκια, στο σκοτάδι;
Βγήκα έξω και καθόμουν σε ένα χαμηλό παγκάκι χαζεύοντας τον έναστρο ουρανό. Ο δόκιμος πήγε στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Μετά από κάποιες ώρες μοναχοί από διπλανά κελλιά ήρθαν στο κελλί. Ένας από αυτούς με ρώτησε αν ήμουν συγγενής του δόκιμου. Είπα πως όχι. Ο ίδιος αργότερα έφυγε από το κελλί και πήγε κάπου στην ερημιά, μακριά, σε ένα βράχο να προσευχηθεί, μέσα στο σκοτάδι, μόνος.
Η κουρά λαμπρή. Ο πατήρ Εφραίμ ήταν ο ιερέας. Είναι αδύνατον να περιγράψω την μόνη φορά μέχρι τώρα που συμμετείχα σε κουρά μοναχού και μάλιστα στα Κατουνάκια. Δεν μπορώ να βρω τα λόγια.
Το πρωί μετά την τράπεζα και τις ευχές, οι επισκέπτες έφυγαν. Νομίζω ότι οι συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έμειναν ακόμα μια μέρα, αλλά δεν θυμάμαι καλά. Αλλά είτε την ίδια μέρα είτε την επόμενη, έφυγαν κι αυτοί.

Τα φαγητά ρίχνονται στο βάθος της χαράδρας

Έφυγαν όλοι, επιστροφή στην ησυχία. Οι άρρενες συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έφυγαν. Ήρθε το καΐκι και τους πήρε. Ο πατήρ Εφραίμ και ο πατήρ Ιωσήφ μοίρασαν στους επισκέπτες μοναχούς πολλά τρόφιμα και προμήθειες. Έστειλαν ακόμα και ευλογία σε αλλα κελλιά. Πολλά από τα τρόφιμα, αν όχι τα περισσότερα, εξαφανίστηκαν. Αλλά και πάλι είχαν μείνει μαζί μας όλα αυτά τα ατελείωτα τάπερ της μάνας. Σκεφτόμουν ότι θα τρώγαμε, τώρα που ησυχάσαμε, σπιτικό φαγητό και σε μια ατελείωτη ποικιλία, έτσι μου φαινόταν.
Ο πατήρ Εφραίμ με φώναξε. Παιδί μου, μού είπε, εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να τρώμε και να απολαμβάνουμε. Το ξέρεις αυτό, παιδί μου, έτσι δεν είναι; Ναι, πάτερ είπα. Τότε πάρε όλα αυτά τα τάπερ και πήγαινε πέτα τα στη χαράδρα που βρίσκεται μετά τη μουριά. Έτσι όπως είναι με τα τάπερ. Όλα τα τρόφιμα. Και μετά μάζεψε μούρα και φέρε να φάμε. Θα πω κι εγώ τον πατέρα Ιωσήφ να φτιάξει κάτι να φάμε.
Κατάλαβα, θα επιστρέφαμε πάλι σε εκείνο τον, ας πούμε, πολτό, τον νοστιμισμένο με νιφάδες στάχτης.
Έχε το νου σου, παιδί μου, μου είπε σοβαρά ο πατήρ Εφραίμ κοιτώντας με στα μάτια. Έχε το νου σου να μην φας, να μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Υποσχέθηκες να με υπακούς, το θυμάσαι; Ναι, πάτερ, είπα εγώ. Άντε, τράβα, παιδί μου, και να θυμάσαι, μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Ότι φάγαμε, φάγαμε. Τώρα κάνε υπακοή, κι εγώ θα κάνω προσευχή. Και με κοίταξε σοβαρά και διερευνητικά.
Πήγα στη χαράδρα κουβαλώντας στα χέρια όλα αυτά τα τετράγωνα μεγάλα τάπερ με τα φαγητά. Είχε εκεί στην άκρη μια μεγάλη πλατιά πέτρα που μπορούσα να κάτσω ακριβώς πάνω από τη χαράδρα. Άνοιξα το ένα τάπερ να δω το φαγητό. Αγκινάρες αλά πολίτα. Όπως ήταν τις πέταξα μαζί με το τάπερ κάτω στην χαράδρα.
Άνοιγα και πέταγα. Πατατοσαλάτα. Καλαμάρια γεμιστά με πλιγούρι και λαχανικά. Πικάντικη μελιτζανοσαλάτα. Χταπόδι με παντζάρια. Γίγαντες με μυρωδικά. Ρεβίθια σαλάτα. Ψητές πιπεριές και κάπαρη. Άνοιγα και πέταγα. Φακές σαλάτα. Σουπιές με σπανάκι. Πατάτες γιαχνί. Φασόλια μαυρομάτικα. Άνοιγα και πέταγα. Άσπρη ταραμοσαλάτα. Φασόλια πιαζ. Πράσα με ρύζι. Μακαρονάκι κοφτό με ελιές. Μα πόσο καιρό μαγείρευε αυτή η μάνα; Ξαναπήγα πίσω στο κελλί και πήρα και τα υπόλοιπα. Ριζότο με λαχανικά και μανιτάρια. Κολοκυθάκια. Άγρια χόρτα στον ατμό. Αγκινάρες τηγανιτές. Τα πέταξα όλα. Τελευταίο έμεινε ένα πλαστικό άσπρο δοχείο με μέλι, νομίζω των δύο κιλών.

Το μέλι της αμαρτίας

Το κρατούσα και το κοιτούσα εκεί στη χαράδρα. Άνοιξα το καπάκι. Αρώματα ξεπήδησαν από μέσα. Αρώματα καραμελωμένων φρούτων, λευκών λουλουδιών και εσπεριδοειδών. Χρώμα λαμπερό σκούρο μελί με χρυσές ανταύγειες. Το ξανακοίταξα. Έβαλα λίγο το δείκτη του δεξιού μου χεριού μέσα. Μόνο λίγο, σε μια άκρη. Στάθηκα για μια στιγμή. Πήρα μια ανάσα, έβγαλα το δάκτυλο από το βάζο και το δοκίμασα.
 
 
Ήταν γλυκό, γλυκό πολύ.
Πλατάγισα τη γλώσσα και σηκώθηκα. Τότε αμέσως τύψεις επέδραμαν πάνω μου. Πέταξα το μέλι κάτω απότομα με μια κίνηση. Λυπόμουν πολύ. Παράκουσα τον γέροντά μου. Είχα παραβεί την υπακοή. Ο κόπος μου τόσες μέρες ζώντας εκεί πήγε χαμένος. Όλος μου αυτός ο κόπος, ο κόπος του καλού χάθηκε για λίγο μέλι, μέλι στην άκρη ενός δάχτυλου, τόσο μόνον.
Η γλώσσα μου φούσκωσε και πρήστηκε. Αργοκουνούσα τη γλώσσα μου χωρίς να έχω σάλιο. Πίκρα πικρή, πίκρα κατάπικρη, σα χολή, ανέβαινε, ερχόταν από το μέλι πού’ χα γευτεί.
Πήγα προς τη μουριά να μαζέψω μούρα στεναχωρημένος. Μούρα δεν υπήρχαν στα κάτω κλαδιά, μόνον στα πάνω που δεν τα έφτανα. Ακούμπησα στην μουριά. Το ζωντανό αυτό όν, το δέντρο, ο σύντροφός μου τόσες μέρες, είχε γίνει ένα ξένο, άψυχο ξύλο. Σκόνταψα και χτύπησα σε ένα κλαδί. Η ίδια η φύση μ’ αποστρεφόταν. Μάζεψα μερικά μούρα από κάτω. Προχώρησα προς το κελλί. Μπήκα μέσα και έβαλα το πιάτο με τα μούρα στη μέση. Κάθισα.
Ο πατήρ Εφραίμ με κοιτούσε, αλλά εγώ δεν αντιγύρισα το βλέμμα του. Κοιτούσα μπροστά μου το πιάτο αμίλητος. Τότε ο πατήρ Εφραίμ έσκυψε προς το μέρος μου, ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου, και μου είπε πολύ ψιθυριστά:
– Είδες παιδί μου πόσο πικρό είναι το μέλι της αμαρτίας;
Και ο τρόπος που τό’ πε, σαν στοργικός πατέρας, μού’ σκισε την καρδιά.
 

 
ΠΗΓΗ.ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Συνομιλία του αββά Κασσιανού με τον αββά Ισαάκ για την προσευχή

Πρέπει να τηρείται μια τάξη στα διάφορα είδη της προσευχής;

Άς δούμε αρχικά τί ακριβώς σημαίνουν αυτοί οι όροι. Ποιά δηλαδή είναι ή διαφορά, ανάμεσα στις προσευχές στις παρακλήσεις και στις δεήσεις;

Έπειτα, πρέπει να ασκούνται αυτοί οι τρόποι προσευχής ένας- ένας χωριστά, ή όλοι μαζί; Έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα για τους πιστούς ή σειρά με την οποία ό Απόστολος Παύλος έχει παραθέσει καθέναν από αυτούς τούς τρόπους προσευχής;

Η απλώς αυτός ό διαχωρισμός δεν έχει και τόση σημασία και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ό Απόστολος τα παρέθεσε έτσι χωρίς ιδιαίτερη σκοπιμότητα;

Αυτή ή δεύτερη υπόθεση είναι, κατά την γνώμη μου, τελείως παράλογη. Δεν είναι ποτέ δυνατόν να έβαλε το Άγιο Πνεύμα στο στόμα τού Αποστόλου κάτι πού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα ξαναπάρουμε λοιπόν αυτά τα είδη προσευχής ένα-ένα, με την σειρά πού δόθηκαν, ώστε με την Χάρη τού Θεού να τα αναλύσουμε διεξοδικά.

 Τί είναι δέηση.

 Ό Απόστολος λέει: «Σας παρακαλώ, πρώτα από’ όλα, να κάνετε δεήσεις» (Α’ Τιμ. 2, 1). Δέηση είναι ή κραυγή, ή προσευχή τού αμαρτωλού, ό όποιος με συντριβή καρδιάς εκλιπαρεί για την συγχώρηση των σφαλμάτων πού έχει διαπράξει στο παρελθόν, αλλά και για τις πρόσφατες αμαρτίες του.

 Τι είναι προσευχή.

 Ή προσευχή είναι ή πράξη με την οποία προσφέρουμε ή αφιερώνουμε κάτι στον Θεό. Οι Έλληνες την αποκαλούν «ευχή». Εκεί πού στα Ελληνικά λέει «τας εύχάς μου τω Κυρίω αποδώσω» (Ψαλμ .115, 9), στα Λατινικά λέμε «θα εκπληρώσω τις ευχές πού έκανα προς τον Κύριο», το όποιο σε ακριβή μετάφραση, θα μπορούσε να εκφρασθεί ως έξης: «Θα κάνω τις προσευχές, τις όποιες υποσχέθηκα στον Κύριο». Διαβάζουμε επίσης στο βιβλίο του Εκκλησιαστή: «Όταν τάξεις κάτι στον Θεό, μην αργήσεις να Του το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 3). Ας δούμε λοιπόν, πώς θα πραγματώσουμε αυτή την εντολή.

Προσευχόμαστε λοιπόν, όταν αρνούμαστε τον κόσμο και δεσμευόμαστε επίσημα απέναντι του Θεού, να νεκρώσουμε τον εαυτό μας για καθετί κοσμικό, για ότι δηλαδή άφορα τις πράξεις και τον τρόπο ζωής. Κι αυτός το κάνουμε για να υπηρετήσουμε τον Κύριο με όλη την θέρμη της ψυχής μας. Προσευχόμαστε, όταν περιφρονούμε την δόξα τού κόσμου και τα επίγεια πλούτη, για να προσκολληθούμε ανεμπόδιστα στον Κύριο, με συντριβή καρδιάς και με ταπεινό φρόνημα. Προσευχόμαστε, όταν αφιερώνουμε οριστικά και αμετάκλητα την αγνότητα τού σώματος μας και όταν υποσχόμαστε να ξεριζώσουμε εντελώς από την καρδιά μας τις ρίζες τού θυμού και της λύπης, οι όποιες οδηγούν στο θάνατο. Αν δεν τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας, αν αμελήσουμε και αν παραδοθούμε στο θυμό, στα πάθη και στις παλιές ελλείψεις μας, θα δώσουμε λόγο στον Θεό για τις υποσχέσεις και για τούς όρκους μας. Δίκαια τότε θα ακούσουμε: «Καλύτερα να μην τάξεις, παρά να τάξεις κάτι και να μην το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 4).

 Για τις έντεύξεις.

 Έχουμε επίσης και τις έντεύξεις. Έντεύξεις λέμε τις γεμάτες θέρμη προσευχές που κάνουμε προς τον Θεό για χάρη των συνανθρώπων μας, είτε αυτοί είναι γνώριμοι και αγαπημένα μας πρόσωπα, είτε αυτές οι ικεσίες μας έχουν σαν αίτημα την ειρήνη του κόσμου, καθώς λέει ο Απόστολος Παύλος « Να προσευχόμαστε για όλους τους ανθρώπους για τους κυβερνήτες και για όλους εκείνους που ασκούν την εξουσία» (Α Τιμ.2 , 1-2).

 Κατόπιν, στην τέταρτη θέση, έχουμε τις ευχαριστίες.

 Καθώς ή ψυχή αναλογίζεται τις πλουσιοπάροχες ευεργεσίες πού έχει δεχθεί στο παρελθόν από τον Θεό και καθώς ατενίζει αυτές πού την κατακλύζουν στο παρόν ή καθώς στρέφει τον βλέμμα της στο μέλλον, στα αιώνια αγαθά πού ό Θεός επιφυλάσσει σ’ αυτούς πού Τον αγαπούν, ξεχειλίζει από απέραντη ευγνωμοσύνη και Τον ευχαριστεί με όλη της τη δύναμη. Συμβαίνει πολλές φορές αύτη ή ενασχόληση τού νου με τη θεωρία των μελλόντων αγαθών, να διεγείρει την ψυχή, ώστε αυτή να προσεύχεται με μεγαλύτερη θέρμη. Γιατί βλέπει πολύ καθαρά τα αιώνια αγαθά, πού ετοιμάζει ό Θεός στη μέλλουσα ζωή για τούς Αγίους και αυτό την κάνει να ξεχύνεται σε πέλαγος ανείπωτης χαράς και σε ατέρμονες προς Αυτόν ευχαριστίες.

Κατά πόσο είναι απαραίτητο αυτά τα τέσσερα είδη προσευχής να τα κάνουμε όλα συγχρόνως η χωριστά ή και εναλλάξ.

Αυτές οι τέσσερες μορφές προσευχής φέρνουν πλούσιους καρπούς. Είναι γνωστό από την μακρόχρονη εμπειρία ότι ή δέηση πού είναι θυγατέρα τής μετάνοιας, ή προσευχή πού γεννιέται από την καθαρή συνείδηση, ή οποία τηρεί τις μοναχικές υποσχέσεις, ή ικεσία πού πηγάζει από την θέρμη τής Χάρης και ή ευχαριστία την οποία γεννά ή θεωρία των αγαθών τής Μεγαλοσύνης και τής Αγαθότητας τού Θεού, αυτές όλες οι μορφές αναφοράς τής ψυχής στον Θεό, ξεχύνονται συχνά σε ολόθερμες και πύρινες προσευχές.

ΒΙΒΛ. ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ . ΤΟΜΟΣ Α