Syria’s heritage in ruins: before-and-after pictures

The war in Syria has claimed more than 130,000 lives and, as these images reveal, it is also laying waste to its historic buildings and Unesco-listed sites
Umayyad mosque

Umayyad mosque, Aleppo – pictured in 2012, before fighting destroyed it in 2013. Photograph: Alamy

They were sleepy tree-lined boulevards where people lived and worked, time-worn markets where they came to trade and exquisitely detailed mosques where, throughout the ages, they prayed.

All now stand in ruins, ravaged by a war that is not only killing generations of Syrians but also eradicating all around them, including sites that have stood since the dawn of civilisation. Across Syria, where a seemingly unstoppable war is about to enter a third year, a heritage built over 5,000 years or more is being steadily buried under rubble.

The Old Souk in AleppoThe Old Souk, Aleppo. Above in 2007 and below in 2013. Photographs: Corbis, Stanley Greene/Noor/EyevineThe destruction of towns and villages is regularly revealed by raw, and often revolting, videos uploaded to the web, which many people stopped watching long ago. Only seldomly do the shaky images reveal the damage being done beyond the battle – to ancient churches, stone Crusader fortresses and ruins that have stood firm during several millennia of insurrection and purge but are being withered away by this unforgiving war.

Syria’s war has claimed more than 130,000 lives. At least two million of its citizens have fled into neighbouring states and more than two million others have been displaced within its borders. Industry and economy has long ground to a halt. Hope too has been on a relentless slide. Syria has six Unesco sites, representing at least 2,000 years of history. All have been damaged.

Al-Kindi hospital in Aleppoal-Kindi hospital, Aleppo. Above in 2012 and below in 2013. Photographs: GettyThese before and after pictures show the old world order of Syria reflected for decades in history books; where people bought wares in marketplaces or mingled in mosque courtyards. They also reveal the shocking scale of devastation in all corners of the country and the damage done to Syria’s soul and identity.

In Aleppo, one of the oldest covered marketplaces in the world is now in ruins; its maze of stone streets has been one of the most intense battlefields in the country for the past 18 months, bombed from above by air force jets and chipped away at ground level by close quarter battles that show no sentiment towards heritage. Those who dare raise their heads above the ruins, towards the ancient citadel that stands at the centre of the city, can also see damage to several of its walls.

A street in Homs, Syria in 2011 and 2014

A street in Homs, in 2011 (above) and 2014 (below)Several hundred miles south, just west of Syria’s third city, Homs, one of the most important medieval castles in the world, Krak des Chevaliers, has taken an even heavier toll. Directly struck by shells fired from jets and artillery, the hilltop fortress now stands in partial ruin.

Homs itself has fared even worse. A residential street, where cars not long ago parked under gum trees, has been destroyed. Life has ceased to function all around this part of the city, as it has in much of the heartland of the country. In one shot, a destroyed tank stands in the centre of a street. The old minaret next to it has also been blown up. This photograph is thought to have been taken in the countryside near Hama, to the north of Homs. But it could just as easily encapsulate the damage done in parts of the capital, Damascus, or in towns and villages from Idlib in the north to Deraa in the south, where the first stirrings of insurrection in March 2011 sparked the war.

Omari Mosque in DeraaOmari mosque in Deraa. Above in 2011 and below in 2013. Photographs: ReutersIn May 2012, Emma Cunliffe, a Durham University PhD student, and member of the Global Heritage Network, prepared a report on the damage done to Syria’s heritage sites, detailing the tapestry of civilisations that helped build contemporary Syria.

«Numerous bronze-age civilisations left their successive marks, including the Babylonians, the Assyrians and the Hittites,» she said. «They, in turn, were replaced by the Greeks, the Sasanians, the Persians, the Romans and the Arabs, many of whom chose Syrian cities as their capitals. The European Crusaders came and left some of the most impressive castles known and the Ottoman Empire also made its mark. All these cultures co-existed and conflicted, forming something new and special and found nowhere else in the world.»

Souk Bab Antakya in AleppoSouq Bab Antakya, Aleppo. Above in 2009 and below after an attack in 2012. Photographs: Alamy, ReutersSpeaking this week, she said the threat to Syria’s heritage was now greater than ever. «Archaeological sites in Syria are often on the front lines of conflict and are experiencing heavy damage. Economic hardship and decreased security mean even sites away from the fighting are looted. This is denying not only Syrians but the world a rich heritage which can provide a source of income and inspiration in the future.»

With little or no access to the country, satellite imagery is being used to track the destruction. The Global Heritage Fund’s director of Global Projects, Dan Thompson said: «All of the country’s world heritage sites have sustained damage, including the Unesco site cities, and a great many of the other monuments in the country have been damaged, destroyed or have been subject to severe looting.

Umayyad Mosque in Aleppo

Umayyad mosque, Aleppo, pictured in 2012 (above) and 2013 (below). Photographs: Alamy, Corbis»Shelling, shooting, heavy machinery installed in sites, and major looting are the leading causes of damage and destruction to the sites, although I would not discount that vandalism is also playing a part. As far as we know, no concrete action is being taken to combat the damage in the present moment.»


Ο Άγιος Τρύφων,ως προστάτης των αμπελουργών και η ευχή του σε κήπους,αμπελώνες και χωράφια

Ο Άγιος Τρύφωνας

Την πρώτη Φεβρουαρίου τιμά η Εκκλησία μας τη μνήμη του Αγίου Τρύφωνα, που έχει καθιερωθεί στην εθιμική λατρεία ως ο προστάτης των αμπελουργών. Ο Άγιος παρουσιάζεται μάλιστα στις νεώτερες λαϊκές αγιογραφίες ως “νέος, αγένειος, σγουρομάλλης, κρατών κλαδευτήρι”, εργαλείο δηλαδή με το οποίο γίνεται η κύρια αμπελουργική εργασία της χρονικής αυτής περιόδου. Πουθενά στο Συναξάριό του δεν αναφέρονται επεισόδια από το βίο ή τα θαύματά του, που να συνδέουν τον Άγιο με το αμπέλι και το κρασί. Πώς συσχετίσθηκε λοιπόν ο Μεγαλομάρτυρας Τρύφωνας με την άμπελο και το μεθυστικό της προϊόν;


Ο Άγιος Τρύφωνας γεννήθηκε στη Λάμψακο, παραλιακή πόλη της Φρυγίας, και μαρτύρησε το 249 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Ρωμαϊκού κράτους ήταν ο Δέκιος, στη Νίκαια της φρυγικής Βιθυνίας. Η περιοχή ήταν ξακουστή για τους αμπελώνες της όπως και όλα τα παράλια της Προποντίδας. Εκεί βρίσκονταν πόλεις που φημίζονταν για την αφθονία των κρασιών τους:
η Ραιδεστός, η Κύζικος και η περιοχή της Βιθυνίας με τα κρασιά της Τρίγλειας, της Κίου, της Νίκαιας.
Ο Άγιος πολιούχος της Νίκαιας συνδέεται λοιπόν καταρχήν με την άμπελο και τον οίνο λόγω …προέλευσης από περιοχή παραγωγής οίνων ποιότητος, αφού λίγες ήταν οι βυζαντινές επαρχίες, που μπορούσαν να καυχηθούν για τον οίνο τους τόσο όσο οι περιοχές της Προποντίδας.

Η θέση της γιορτής του στον ετήσιο κύκλο πρέπει να έπαιξε επίσης ρόλο στην καθιέρωση του Αγίου ως προστάτη των αμπελουργών. Παρόλο που το αμπέλι “κοιμάται”, γυμνό από τσαμπιά, άνθη, φύλλα και χλωρούς βλαστούς, ο Φεβρουάριος αποτελεί κρίσιμη καμπή στο βλαστικό του κύκλο. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία αρχίζει παραδοσιακά η σημαντικότερη ίσως αμπελουργική φροντίδα, το κλάδεμα.
Το κλάδεμα είναι τεχνική εργασία για την οποία οι αμπελουργοί δηλώνουν ότι χρειάζεται πείρα, μαστοριά και γνώση του συγκεκριμένου αμπελώνα. Κλαδεύοντας, ο αμπελουργός επεμβαίνει δυναμικά στο αμπέλι του και ρυθμίζει την ποσότητα άρα και την ποιότητα της παραγωγής του, ενώ καθορίζει αναπόφευκτα τη διάρκεια της ζωής αλλά και την υγιεινή κατάσταση των κλημάτων.

Πανάρχαιες αντιλήψεις για τη βλάστηση και τη γονιμότητα βρήκαν πιθανότατα στέγη στον εορτασμό του Μεγαλομάρτυρα Τρύφωνα, την πρώτη του Φεβρουαρίου. Οι γεωργοί και ειδικά οι αμπελουργοί προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την προστασία των θεϊκών δυνάμεων πριν αρχίσουν το κλάδεμα. Όταν επεκράτησε ο Χριστιανισμός και τα παλιά λατρευτικά στοιχεία απαγορεύτηκαν, εκείνα επιβίωσαν …κουκουλωμένα κάτω από το μανδύα της νέας θρησκείας. Ο Άγιος, εξειδικευόμενος, επωμίσθηκε το ρόλο του προστάτη των αμπελουργών κατά κύριο λόγο. Δέχεται όλες τις ευχές, τις επικλήσεις και τις ιδιαίτερες φροντίδες με τις οποίες προσπαθούν να εξασφαλίσουν την ευετηρία, την καλή χρονιά, και να προστατέψουν το αμπέλι από τις λογής καταστροφές, που μπορεί να φέρει μια όψιμη παγωνιά, το χαλάζι, ο άνεμος, η δυνατή ή άκαιρη βροχή, κάποια ασθένεια.
Δε φαίνεται πάντως τυχαίο το γεγονός ότι και ο βασικός Γάλλος ομόλογος του Αγίου, ο saint Vincent, εορτάζεται στους γαλλικούς αμπελότοπους την ίδια χρονική περίοδο, στις 22 Ιανουαρίου.


Η τιμή του Αγίου Τρύφωνα

Ο Άγιος Τρύφωνας λοιπόν, από τη Λάμψακο της Φρυγίας, καθιερώθηκε ως Άγιος προστάτης των αμπελουργών, κρατά κλαδευτήρι και έχει σημαντικές αποτρεπτικές δυνάμεις κατά των ποικίλων εχθρών που ενεργούν βλαπτικά στα αμπέλια, στα δενδροκηπευτικά και τους αγρούς:
αντίξοες καιρικές συνθήκες, ασθένειες, έντομα, κάμπιες αλλά και ποντικοί υποχωρούν μπροστά του, εφόσον βέβαια του αποδοθούν οι προσήκουσες τιμές.
Ονομαστικά αναφέρονται στον Εξορκισμό του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος μεταξύ των …“κακούργων θηρίων των αδικούντων την άμπελον, την χώραν τε και τον κήπον : Κάμπη, Σκώληξ, Σκωληκοκάμπη, Σκάνθαρος, Βρούχος, Ακρίς, Επίμαλος, Καλιγάρις, Μακρόπους, Μύρμηξ, Φθειρ, Ρυγίτης, Ψυλλίτης, Καυσοκόπος, Ερυσίβη, Κοχλοί, Ψαλίτης και ει τι άλλο προσφυσούν και μαραίνον τον καρπόν της σταφυλής και των λοιπών ειδών και λαχάνων”.

Η λαϊκή παράδοση συνδέει τον Άγιο με τα αμπέλια και τους αμπελουργούς μέσω ευρύτατα διαδεδομένης στο βαλκανικό χώρο αφήγησης. Σύμφωνα με μια παραλλαγή ο Άγιος Τρύφωνας κλάδευε το αμπέλι του αδιαφορώντας για τις αντίθετες υποδείξεις της Παναγίας και έκοψε τη μύτη του. Η φράση – κλειδί “κλαδεύω έτσι κι όχι έτσι, είπε κι έκοψε τη μύτη του” συνοδεύεται από χειρονομία χαρακτηριστική της τεχνικής του κλαδέματος, χωρίς την οποία ο ακροατής αδυνατεί να αντιληφθεί πώς ακριβώς ακρωτηριάσθηκε ο Άγιος. Με αυτήν την “τεχνολογική αφήγηση” εξηγείται η λατρευτική αποχή από την εργασία στ’ αμπέλια που τηρούν όλοι οι αμπελουργικοί πληθυσμοί.
Την απαγόρευση εκφράζουν ρητά οι Στενημαχίτες: “Ας έρθ’ τ’ Αϊ Τρύφου η μέρα πρώτα, κι απέει πιάν’ς του σβανά στου χέρι σ’”. Η πρώτη του Φεβρουαρίου αποτελεί στη λαΪκή συνείδηση το θεσμοθετημένο χρονικό ορόσημο που σηματοδοτεί την αρχή του κλαδέματος και το οποίο ακολουθούν διαδοχικές αμπελουργικές φροντίδες. Είναι λοιπόν φυσικό να προσπαθούν οι αμπελουργοί να προστατέψουν με κάθε τρόπο το ευαίσθητο αμπέλι τους κατά την τόσο κρίσιμη αυτή χρονική στιγμή.


Ευχή του άγίου Τρύφωνος

Ο Άγιος Τρύφωνας έχει καθιερωθεί ως ο Άγιος προστάτης των αμπελουργών, παρουσιάζεται μάλιστα στις νεώτερες αγιογραφίες να κρατά κλαδευτήρι.
Οι αμπελουργοί της Βόρειας Ελλάδας τιμούν τον Άγιο με πλήθος εθιμικών πρακτικών και γιορτών, τις οποίες επιθυμούν να καταγράψουν οι Δρόμοι του Κρασιού.


Ο εξορκισμός του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος εις κήπους, αμπελώνας και χωράφια

Ὄντός μου ἐν Λαμψάκου κώμη καί τάς χήνας ἐπιμελουμένου καί βόσκοντος, ὀργή κατῆλθεν ἀπό Θεοῦ παντοκράτορος, οὐκ εἰς τόν τόπον ἐκεῖνον μόνον,  ἀλλά καί εἰς τάς κύκλω περιχώρους, τουτέστιν ὀργή πρός πάσαν ἄμπελον, χώραν τέ καί κῆπον, ἀθρόως τῶν φύλλων καί τῶν καρπῶν βριθομένων, μαραινομένων  καί ἀφανιζομένων. Ὁρῶν οὔν ἐγώ ὁ ἐλάχιστος Τρύφων, οὕτω τηκομένους τούς καρπούς, καί διά ταύτην τήν αἰτίαν δαπανωμένους τούς ἀνθρώπους, τῷ παντελεῖ  ἀφανισμῶ τῶν καρπῶν τῆς γής τῶν τέ χωραφίων, ἀμπέλων, κήπων καί λαχάνων καί παντοίων δένδρων τῷ τοιούτω ὀλέθρω παραδιδόμενων, διά πονηθεῖς ἐδεήθην  πρός τόν Κύριον καί Θεόν μου, τοῦ γενέσθαι ἀφανῆ πάντα τά θηρία, τά πρός ἀδικίαν καί φθοράν ὑπάρχοντα τῶν τέ κήπων καί χωραφίων, καί ἀμπέλων,  καί παντοίων δένδρων τέ καί λαχάνων καί μάλιστα τῶν τήν κώμην ἔκεινην οἰκούντων τῆς παρακείμενης λίμνης, καί πρός ὑπόκλησιν, καί προόσκλησίν μου παραγενομένων.
Καί δή εἰς προσευχήν κλίναντός μου τό γόνυ, καί τάς χείρας πρός τόν Θεόν ἐκπετάσαντος, ὁ εἰσακούων τῶν εἰς αὐτόν πεποιθότων Θεός, αὐτός ἑξαπέστειλεν  ἐξ ἑτοίμου κατοικητιρίου αὐτοῦ Ἄγγελον, τοῦ πατάξαι πᾶν φύλον καί πᾶν γένος κακούργων θηρίων τούτων τά ὀνόματα σαφῶς ἐπιστάμενος, οἴα κάμπη, σκώληξ,  σκωληκοκάμπη, σκάνθαρος, βροῦχος, ἀκρίς, ἐπιμέλος καλιγάρις, μακροπούς, μύρμηγξ, φθείρ, ρυγίτης, ψυλλίτης καυλοκόπος, ἐρυσίβη, κοχλοί, ψαλίτης,  καί εἴτε ἄλλο προσφυσῶν καί μαραῖνον τόν καρπόν τῆς σταφυλῆς, καί τῶν λοιπῶν εἰδῶν καί λαχάνων, οὐ μήν δέ, ἀλλά καί αὐτός ἐγώ ὄρκω ταῦτα ἐδέσμουν,  τοῦ μηκέτι τούς τόπους τῶν ἐμέ προσκαλουμένων ἐπιβαίνειν τούτοις καί διατρίβειν, ἀλλ’ ἐπί ἀβάτων τόπων ἐπέταξα ἀπελθεῖν.

Ὁ δέ ὅρκος τοιοῦτος ἔστιν.
Ὁρκίζω ὑμᾶς κατά τῶν ἅγιων πολυομμάτων Χερουβίμ, καί τῶν ἑξαπτερύγων Σεραφίμ, τῶν ἱπταμένων κύκλω τοῦ θρόνου, καί κραζόντων τό Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ,  εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, Ἀμήν. Ὁρκίζω ὑμᾶς κατά τῶν ἅγιων Ἀγγέλων, καί πάσης Δυνάμεως, καί τῶν μυρίων μυριάδων, καί χιλίων χιλιάδων, τῶν φόβω πολλῶ ἱσταμένων  κατενώπιόν της δόξης Κυρίου, μή ἀδικήσητε τήν ἄμπελον, μήτε τήν χώραν, μήτε τόν κῆπον τῶν δένδρων τέ καί λαχάνων τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ (δεῖνος), ἀλλά ἀπέλθετε  εἰς τά ἄγρια ὅρη, εἰς τά ἄκαρπα ξύλα, εἰς ἅ ἐχαρίσατο ὑμίν ὁ Θεός τήν καθημερινήν τροφήν. Ὁρκίζω ὑμᾶς κατά τοῦ Τιμίου Σώματος καί Αἵματος Χρίστου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ
καί Σωτηρός ἠμῶν, δί’ οὗ καί ἡ σωτηρία ἐδόθη ἠμίν καί ἀπολύτρωσις καί ὑπέρ οὗ μέλλομεν ἀποθνήσκειν, μή ἀδικήσητε μήτε τήν χώραν μήτε τήν ἄμπελον, μήτε τόν κῆπον,  μήτε πᾶν δένδρον κάρπιμον τέ καί ἄκαρπον, ἤ φύλλον λαχάνων ἀδικήσητε, ἐκ τοῦ περιορισμοῦ καί τόπου τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ (δεῖνος), εἰ δέ παρακούσητέ μου,  καί παραβῆτε τόν ὅρκον, ὄν ὤρκισα ὑμᾶς, οὐκ ἔχετε πρός ἐμέ τόν ταπεινόν καί ἐλάχιστον Τρύφωνα, ἀλλά πρός τόν Θεόν τοῦ Ἀβραάμ, καί Ἰσαάκ, καί Ἰακώβ,
τόν ἐρχόμενον κρίναι ζώντας καί νεκρούς.

Διό, καθώς προεῖπον ὑμίν, ὑπάγεται εἰς τά ἄγρια ὅρη καί εἰς τά ἄκαρπα ξύλα. Εἰ δέ μή ἀκούσητέ μου, ἰκετεύειν μέλλω τόν φιλάνθρωπον Θεόν, τοῦ ἀποστεῖλαι  τόν Ἄγγελον αὐτοῦ τόν ἐπί τῶν θηρίων, καί σιδήρω καί μολύβδω δήσει ὑμᾶς καί ἀποκτενεῖ, ἀνθ’ ὧν τούς ὅρκους καί τήν προσευχήν ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ ἠθετήσατε Τρύφωνος, ἀλλά καί οἱ στρουθοί, πεμπόμενοι δί’ ἐμῆς προσευχῆς καταφάγονται ὑμᾶς.

Ἔτσι ὁρκίζω ὑμᾶς κατά τοῦ μεγάλου Ὀνόματος, τοῦ ἐπί τῆς πέτρας ἐπιγραφέντος, καί μή βαστασάσης, ἀλλά διαρραγείσης, ὡσεί κηρός ἀπό προσώπου πυρός.
Ἐξέλθετε ἐκ τῶν καθ’ ἠμᾶς, εἰς οὖς προεῖπον ὑμίν τόπους ἀβάτους καί ἀνύδρους, καί ἀκάρπους, ἐξέλθετε ἀπό τοῦ τόπου καί περιορισμοῦ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ,  τῶν κάμε προσκαλουμένων εἰς βοήθειαν αὐτῶν καί ἀντίληψιν καί σωτηρίαν, ἴνα καί ἐν τούτοις δοξασθῆ τό πανάγιον ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  καί αἵ προσευχαί, καί αἵ αἰτήσεις τοῦ ταπεινοῦ Τρύφωνος ἐκπληρωθῶσιν. Ὅτι τῷ Θεῶ πρέπει δόξα, κράτος, εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ο έξορκισμός ούτος είναι τμήμα του εν τώ Εύχολογίω έξορκισμού του Αγίου Τρύφωνος, του oποίου παραλλαγήν έδημοσίευσεν ό Pradel, ενθ. άν. 11, 15 κέ. καί δύο άλλας παραλλαγές ό Almazov έν Jahrbuch. der Hist.-Phil. Gesellschaft bei der k. Neurussischen Univ. zuOdessa VI Byzant Abt. Ill Odessa 1896 σ. 380-432, περί ών καί ό Kurz έν τη βιβλιοκρισία αύτού ΒΖ VII 206, όστις θεωρεί τον έξορκισμόν απόκρυφον ώς καί ό εκδότης του Ευχολογίου Goar.

Πηγή: Στίλπ. Κυριακίδου. Κυπριακαί επωδαί

Πηγή: «Ο Άγιος Τρύφων», Εκδόσεις «Ορθόδοξου Τύπου»