Η οσία Μαρία η Αιγυπτία, υπόδειγμα μετανοίας. (Ε΄Κυριακή των Νηστειών) -(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Τον βίο της θαυμαστής αυτής όσιας έγραψε ο άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Κάποτε, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ένας ιερομόναχος, ο Γέρων Ζωσιμάς, αποσύρθηκε μέσα στην έρημο πέραν του Ιορδάνου. Οδοιπορούσε επί είκοσι ημέρες, χωρίς να δει ψυχή, όταν, ξαφνικά, μια ανθρώπινη φιγούρα με ζαρωμένο γυμνό σώμα και κατάλευκα σαν χιόνι μαλλιά πέρασε φευγαλέα από μπροστά του κι έγινε άφαντη. Ο Γέροντας έτρεχε ξοπίσω της για αρκετή ώρα, μέχρι που η φιγούρα στάθηκε σε ένα ρυάκι και τον κάλεσε με το όνομά του: «Αββά Ζωσιμά», του είπε, «συγχώρεσέ με χάριν του Κυρίου· δεν μπορώ να εμφανιστώ σε σένα, διότι είμαι μια γυναίκα γυμνή».

Ο Ζωσιμάς της πέταξε το εξώρασό του κι εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και εμφανίστηκε μπροστά του. Στο άκουσμα του ονόματός του, από το στόμα της άγνωστης γυναίκας, ο Γέροντας φοβήθηκε. Ύστερα από παρατεταμένη επιμονή του, η γυναίκα διηγήθηκε την ιστορία της.

Γεννήθηκε στην Αίγυπτο και σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών άρχισε να ζει ακόλαστο βίο στην Αλεξάνδρεια επί δεκαεπτά χρόνια ακολουθούσε διεστραμμένο τρόπο ζωής. Η Μαρία, οιστρηλατημένη απ’ το σαρκικό πάθος της πορνείας, ακολούθησε κάποιους νέους και επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο με προορισμό τα Ιεροσόλυμα. Φθάνοντας στην Αγία Πόλη, θέλησε να επισκεφθεί την εκκλησία για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό. Όμως μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να εισέλθει στον Ναό της Αναστάσεως. Έντρομη, τότε, στήλωσε το βλέμμα της στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου στον νάρθηκα και προσευχήθηκε θερμά να της επιτραπεί να ασπαστεί τον Τίμιο Σταυρό, ομολογώντας την αμαρτωλότητά της και εμπιστευό­μενη τα βήματά της στην Πανάχραντο Θεοτόκο.

Τότε πράγματι, της επετράπη η είσοδος μέσα στην εκκλησία. Αφού προσκύνησε τον Σταυρό, επέστρεψε στον νάρθηκα γονάτισε μπροστά στην εικόνα και ευχαρίστησε θερμά τη Θεοτόκο. Την ίδια στιγμή άκουσε μια φωνή να της λέει: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις την αληθινή ειρήνη!». Η Μαρία βγήκε και, αφού αγόρασε τρία καρβέλια ψωμί, ξεκίνησε για τον Ιορδάνη ποταμό.

Την επομένη μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και πέρασε τον Ιορδάνη πόταμο. Παρέμεινε σαράντα οκτώ χρόνια στην έρημο ολομόναχη, υπομένοντας αγόγγυστα πολλές δοκιμασίες, με ακρότατη άσκηση, «πυκτεύουσα», παλεύοντας με τα άλογα πάθη της και τους εμπαθείς λογισμούς σαν με άγρια θηρία. Τρεφόταν μόνο με αγριόχορτα.

Αφού τελείωσε την αφήγησή της, στάθηκε όρθια σε στάση προσευχής· τότε ο Ζωσιμάς την είδε να αιωρείται πάνω από το έδαφος. Η Μαρία τον παρακάλεσε να έλθει ξανά τον επόμενο χρόνο να της φέρει τη Θεία Ευχαριστία· εκεί, στις όχθες του Ιορδάνη, θα ερχόταν να τον συναντήσει για να κοινωνήσει.

Πράγματι, ένα χρόνο αργότερα, ο αββάς Ζωσιμάς κατέφθασε με τη Θεία Κοινωνία στις όχθες του Ιορδάνη· ήταν ήδη βράδυ. Έμεινε να αναρωτιέται πώς εκείνη θα διέσχιζε τον Ιορδάνη ποταμό; Τότε, μέσα στο φεγγαρόφωτο διέκρινε τη μορφή της να πλησιάζει το ποτάμι, να κάνει το σημείο του Σταυρού επάνω του και κατόπιν να βαδίζει επάνω στο νερό σαν να ήταν ξηρά! Αφού την κοινώνησε, η οσία τον παρακάλεσε να ξανάρθει μετά από ένα χρόνο στην ίδια εκείνη πηγή όπου συναντήθηκαν την πρώτη φορά.

Ο καιρός πέρασε, ο αββάς επέστρεψε σ’ εκείνο το σημείο και ανακάλυψε εκεί το άψυχο σώμα της. Πάνω απ’ το κεφάλι της ήταν γραμμένο στην άμμο: «Αββά Ζωσιμά, θάψε εδώ το σώμα της ταπεινής Μαρίας, απόδος χουν εις χουν. Απεβίωσα την 1η Απριλίου, το ίδιο βράδυ του σωτηρίου μαρτυρίου του Χριστού, αφού κοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων». Από την επιγραφή αυτή πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο Ζωσιμάς το όνομα της οσίας και ερμήνευσε το άλλο φοβερό θαύμα που είχε συντελεστεί: το γεγονός ότι τον προηγούμενο χρόνο, όταν της μετέδωσε τη Θεία Κοινωνία, εκείνη είχε φθάσει μέσα σε λίγες ώρες το ίδιο βράδυ στο σημείο συνάντησής τους, ενώ εκείνος πεζοπορούσε είκοσι ημέρες για να μεταβεί εκεί. Ο άγιος Ζωσιμάς έθαψε το σώμα της μεγάλης αυτής οσίας, της Μαρίας της Αιγύπτιας. Επιστρέφοντας στο μοναστήρι του, διηγήθηκε όλο τον βίο της και τα θαύματα στα οποία ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς.

Έτσι δοξάζει ο Κύριός μας τους μετανοημένους αμαρτωλούς. Η οσία Μαρία μνημονεύεται επίσης την Ε΄ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Εκκλησία την έχει ως υπόδειγμα μετανοίας για τους πιστούς, τις ημέρες αυτές της αγίας Νηστείας . Αναπαύθηκε περί το έτος 530.

Ύμνος στην οσία Μαρία την Αιγυπτία

Η Μαρία, πρότυπο μετανοίας και αυτομεμψίας, έκρυβε τον εαυτό της από το πρόσωπο των ανθρώπων:

Οίμοι, εμέ την αμαρτωλή, τη σκοτισμένη από τα πάθη!

Θεριά είναι τα πάθη,  κατασπαράξουν την καρδιά μας· έρποντας σαν φίδια φωλιάζουν μέσα μας.

Οίμοι, εμέ την αμαρτωλή,

την καταποθείσα από τα πάθη!

Εκουσίως έπαθες, Χριστέ μου,

για να σώσεις τους αμαρτωλούς. Μη βδελύξεις εμέ την ακάθαρτη!

Εισάκουσε την κραυγή της Μαρίας, Κύριε,

της πιο αχρείας αμαρτωλής!

Ο Κύριος έδειξε την ευσπλαχνία Του. θεράπευσε τη Μαρία·

τη σκοτισμένη ψυχή της Εκείνος σαν χιόνι τη λευκανε. Ευχαριστώ Σε Πανάγαθε, παμπόθητε Κύριε!

Συ κατελάμπρυνες ένα σκεύος ακάθαρτο.

με χρυσάφι το κατακόσμησες·

Συ το υπερχείλισες με την Χάρη Σου.

Ιδού το έλεος το αληθινό!

Σοι δόξα πρέπει. Κύριε!

Η Μαρία διέλαμψε διά του Πνεύματος περισωσμένη δύναμιν, ως άγγελος Θεού. χάρις στη Δύναμή Σου,  Χριστέ, χάρις στο Έλεός Σου. Πάναγνε!

Τί είναι αυτή η ευωδία που απλώνεται στη φοβερή έρημο,

σαν πυρίπνου θυμίαμα σε μυροδοχείο;

Η Μαρία ευωδιάζει,

η αγιότητα της μυροβλύζει!

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδος» – Απρίλιος, εκδ. Ἀθως),

Advertisements

Οι από τον Φυσικό κόσμο χρησιμοποιούμενοι συμβολισμοί στον Ακάθιστο Ύμνο και η θεολογική τους ερμηνεία.

            

 Απόσπασμα.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

1.H AMΠΕΛΟΣ.


Η Θεοτόκος η Άμπελος η Αληθινή.

Ανυμνούμέν σε, βοώντες Χαίρε όχημα, Ηλίου του νοητού, άμπελος αληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον, η γεωργήσασα, οίνον στάζρντα, τον τας ψυχάς ευφραίνοντα, των πιστώς σε δοξαζόντων.

Η Παναγία παρομοιάζεται με την άμπελο, από την οποία βλάστησε το τσαμπί με το ώριμο σταφύλι, ο Χριστός, που πήρε  τα αγνά της αίματα, για να φτιάξει την δική του   ανθρώπινη  σκηνή την δική του άμπελο και να μαζέψει σ’ αυτή τα λογικά κλήματα, τους πιστούς, να τα περιποιηθεί και να  τα συνάψει  στο μυστικό σώμα της Εκκλησίας του,τον Νέο Ισραήλ της Χάριτος. Να τους δώσει να πιούν το αίμα του, το πιοτό της Αθανασίας και της αιώνιας ζωής, που μεθάει τον άνθρωπο  και τον κάνει να χάνεται στην απειρία του Θεού .                                                                                           Βότρυν τον παμπέπειρον Αγνή, όν αγεωργήτως εν μήτρα εκυοφόρησας, ξύλω ως εώρακας, τούτον κρεμάμενον, θρηνωδούσα ηλάλαζες, και έκραζες. Τέκνον, γλεύκος εναπόσταξον,  δι’ ού η μέθη αρθή, πάσα των παθών Ευεργέτα, δι’ εμού της σε τετοκυίας, σου την ευσπλαγχνίαν ενδεικνύμενος

2.ΒΑΤΟΣ.

Κατά την ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας η Αγία Βάτος προεικόνισε τη Θεοτόκο, η οποία αν και συνέλαβε στα σπλάχνα της το πυρ της Θεότητος δεν κατεκάη, αλλά γέννησε το Κύριο και Θεάνθρωπο παραμένοντας Παρθένος.

3.ΚΡΙΝΟΣ.

Ο κρίνος (Lilium candidum) αναφέρεται σαν θρησκευτικό σύμβολο εδώ και 3000 χρόνια. Οι αναφορές δείχνουν ότι ο λευκός κρίνος είχε εξέχουσα θέση μεταξύ των θρησκευτικών συμβόλων.

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το λευκό χρώμα υπήρξε ανέκαθεν το χρώμα που συμβόλιζε την αγνότητα γι’ αυτό και τα διάφορα λευκά λουλούδια είχαν ξεχωριστή σημασία σε όλες τις θρησκείες. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού οι αρχαίες θρησκευτικές αναφορές ενσωματώθηκαν στην Χριστιανική παράδοση και πολλοί πολιτισμοί προσάρμοσαν όπως ήταν φυσικό τους θρύλους και τις παραδόσεις τους στη νέα επικρατούσα θρησκεία

Η σύνδεση του λευκού κρίνου με την Παναγία πιθανότατα να έγινε επειδή οι βοτανολόγοι τοποθετούν την καταγωγή του φυτού στην περιοχή της Παλαιστίνης. Στην Βόρεια Παλαιστίνη βρέθηκαν αποικίες του φυτού το οποίο είναι φανερό ότι ήταν άγριο και αυτοφυές γιατί βρέθηκε μακριά από κατοικημένες περιοχές κοντά σε βουνά και σε ποτάμια.

Ο κρίνος ήταν το σύμβολο της αθωότητας, της αγνότητας και της παρθενίας, σωφροσύνης, ωραιότητας και εν γένει αρετής.

Αγνείας θησαύρισμα, χαίρε δι’ ης εκ του πτώματος ημών εξανέστημεν ˙ χαίρε, ηδύπνοον κρίνον, Δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον ˙ θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον.

 

Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «κρίνον ηδύπνοον», ως λουλούδι που σκορπίζει γλυκειά κι ευχάριστη ευωδιά, που οι μυρουδιές του κατακλύζουν και ομορφαίνουν τις ψυχές των πιστών ως «θυμίαμα εύοσμον» και «μύρον πολύτιμον», που ευφραίνουν μυστικά τις καρδιές εκείνων, που έχουν κλείσει μέσα τους το θαύμα της Παρθένου και ανυμνούν εν σιγή τα άφθαρτα μεγαλεία της·  εκείνων, που λαμβάνουν στα χείλη τους το όνομα της περίσεμνης Κόρης, όχι για να το κατακλύσουν με το βορβορώδη οχετό της βρωμερής και αναίσχυντης ακαθαρσίας τους, αλλά να το τιμήσουν και να το δοξάσουν, να μεγαλύνουν το πάνσεπτο όνομα της πανακήρατης Κόρης, που είναι τιμιότερο του ονόματος των Χερουβίμ και ασυγκρίτως ενδοξότερο της λαμπρότητος και αίγλης των Σεραφείμ!

4.Ρόδον-Μήλο.

«Ρόδον το αμάραντον, χαίρε, η μόνη βλαστήσασα· το μήλον το εύοσμον, χαίρε η τέξασα, το οσφάδιον του πάντων Βασιλέως».

 

Εδώ ο υμνογράφος χρησιμοποιεί σαν εικόνες ένα λουλούδι και ένα δένδρο· το λουλούδι με το ωραιότερο άρωμα, και το δένδρο με το γλυκύτερο καρπό. Το λουλούδι είναι το ρόδο, η τριανταφυλλιά. Ο καρπός είναι το μήλο.

Με ρόδο και με μήλο ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει και τον Υιό και τη Μητέρα, και τον Ιησού Χριστό και την Παναγία Παρθένο.

Οι ύμνοι των Χαιρετισμών φαίνεται πως τιμούν την Παναγία. Κατ’ ουσίαν τιμάται ο Σωτήρας και Λυτρωτής και Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός. Γι’ αυτό το «ρόδον το αμάραντον» και «το μήλον το εύοσμον» είναι κατ’ αρχάς ο Χριστός. Τί λέγει άλλωστε ο ύμνος; «Χαίρε η βλαστήσασα ρόδον το αμάραντον» – «Χαίρε η τέξασα το μήλον το εύοσμον». Στη συνέχεια σε δεύτερο, πλάνο μπορούμε να πούμε, ότι και η Παναγία είναι «ρόδον το αμάραντον» και «μήλον το εύοσμον».

Υπάρχει τριαντάφυλλο χωρίς τριανταφυλλιά; Υπάρχει μήλο χωρίς μηλιά; Η Παναγία είναι η Τριανταφυλλιά, απ’ όπου βλάστησε το τριαντάφυλλο που λέγεται Χριστός. Είναι η μηλιά, απ’ όπου προήλθε το μήλο, η γλυκύτατη τροφή, που λέγεται Χριστός.

Άρα και η Παρθένος Μητέρα είναι «ρόδον το αμάραντον» και «το μήλον το εύοσμον». Δύο έννοιες, δύο αλήθειες για την Παρθένο κρύβουν οι δύο αυτές εικόνες.

Η μία: Το αμόλυντον και καθαρόν της Παρθένου. Μοναδικός άνθρωπος η Παναγία  στον κόσμο χωρίς μολυσμό, καθαρή, πεντακάθαρη.

Η άλλη: Το αμάραντον της Παρθένου. Όλα τα λουλούδια κάποτε μαραίνονται. Και μάλιστα γρήγορα, Και η ζωή του ανθρωπου ένα λουλούδι είναι που μαραίνεται. Και η επίγεια δόξα ένα άνθος είναι, που μαραίνεται (Ιακ. 1,10. Α’ Πέτρ. 1,24). Και το κάλλος του σώματος και αυτό μαραίνεται. Ένα λουλούδι δύο χιλιάδες τώρα χρόνια παραμένει αμάραντο και θα παραμένει στους αιώνες: η Αειπάρθενος Παναγία. Ούτε ο χρόνος μπορεί να την μαράνει. Ούτε οι βλασφημίες των άσεβών μπορούν να την μολύνουν.

5.Ράβδος.

Είναι το μόσχυμα που ριζοβολεί από μόνο του. Στην Π.Δ.το ξερό ραβδί του Ααρών βλάστησε θαυματουργικά  «εξήνεγκεν βλαστόν και εξήνθησεν άνθη»(Αριθ.ιζ 23). Με αυτό τον τρόπο ο Θεός έδειξε στους Εβραίους ότι επιτρέπει μόνο στους απογόνους του Λευί να τον υπηρετούν. Και αυτό το θαύμα είναι προτύπωση της γεννήσεως του Κυρίου από την Παναγία, η οποία ενώ ήταν παρθένος γέννησε τον Υιό του Θεού.

6.Δένδρο.Είναι η εξέχουσα μορφή του φυτικού κόσμου που υπερβάλλει σε ύψος, σε μεγαλοπρέπεια και διάρκεια ζωής και είναι πολυτιμότατο λόγω των παροχών του.

Η Παναγία χαρακτηρίζεται «Δένδρον αγλαόκαρπον»

 

7.Κλήμα.

Είναι η κληματαριά, που σκιάζει και φιλοξενεί, που στολίζει και απλώνει τις κληματίδες της με τους γλυκύτατους βότρυες (τα τσαμπιά). Που αυτή μεν παράγει επίγειο κρασί, που ευφραίνει τους ανθρώπους, ενώ Εκείνη (η Θεοτόκος) γεώργησε και ωρίμασε τον « βότρυν» που τας «ψυχάς ευφραίνει».

8.Στάχυς.

Ο ποιητής  βλέπει την Παναγία σαν ένα κομμάτι γης, στο οποίο βλάστησε το στάχυ του Θεού, χωρίς να δεχτεί σπορά, καλλιέργεια και φυσική περιποίηση και βροχή. Και φυσικά δεν ήταν αναίτια η βλάστηση εκείνη. Ήταν βλάστηση υπερφυσική που υπερέβαινε όλους τους νόμους και τους κανόνες, που παρατηρούνται στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Εκείνο που έλειπε από την ανήροτη γη, το αλέτρι και οι λοιπές άλλες συνθήκες, αναπλήρωσε με την παντοδύναμη χάρη του το Πνεύμα του Θεού, από το οποίο βγήκε και η φυσική τάξη των πραγμάτων. Έτσι συντελέστηκε η παράδοξη σοδειά του Θεού, ο διφυής στάχυς της Παρθένου και του Υιού του Πα­τρός, για να γίνει ψωμί που βαστάχθηκε στο τραπέζι της Παρθένου, ψωμί ζωής που έφαγε και χόρτασε το πεινασμένο γένος των ανθρώπων, που πεινούσε στη μακρινή χώρα της αποστασίας του, στα σκοτάδια της θανατερής λιμοκτονίας του.

9.Δένδρο.

Είναι η εξέχουσα μορφή του φυτικού κόσμου που υπερβάλλει σε ύψος, σε μεγαλοπρέπεια και διάρκεια ζωής και είναι πολυτιμότατο λόγω των παροχών του.

Η Παναγία χαρακτηρίζεται «δένδρον αγλαόκαρπον, ως παραγαγούσα τον αγλαόν καρπόν τον Κύριον ημών, εξ ου τρέφονται οι πιστοί..»

Β.Από τον κόσμο ζώων-πτηνών.

 1.Αμνάς. Eίναι το θηλυκό νεογέννητο πρόβατο. Είναι ζώο με αθωότητα, άκακο, άδολο και ήρεμο. Αυτά είχε υπόψιν του ο υμνωδός για να μπορέσει να τονίσει ότι η «Θεία Αμνάς» εκύησε τον «αμνό του Θεού τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου».

2.Περιστερά..Το περιστέρι είναι σύμβολο της αγνότητας και της αθωότητας, μετέφερε την ελιά, το σύμβολο της «καταλαγής» μεταξύ Θεού και ανθρώπων μετά τον κατακλυσμό.(Γεν.8,8-22). Η Θεοτόκος «η περιστερά, η τον ελεήμονα αποκυήσασα» έφερε στον κόσμο την συμφιλίωση, αφού γέννησε τον «Ελεήμονα», την τέλεια και μοναδική ειρήνη στον κόσμο και την «καταλαγή ημών προς τον Θεό¨.(Ρωμ.ε,11)

«Δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα, τον άμωμον, χαίρε, τοις πιστοίς· χαίρε αμνάς κυήσασα, Θεού αμνόν τον αίροντα, κόσμου παντός τα πταίσματα· χαίρε θερμόν ιλαστήριον».

 

3.ΔάμαλιςΜόσχος.

Η δάμαλιςείναι η μοσχίδα το θηλυκό νεογνό του είδους «βούς».

Η Θεοτόκος παρομοιάζεται με δάμαλι και αμνάδα, που έφερε στον κόσμο τον μόσχο τον άμωμο και τον αμνό του Θεού, που σήκωσε στους ώμους του τις αμαρτίες όλου του κόσμου.

Η δάμαλις και ο μόσχος ήταν δύο ζώα που προσφέρονταν σαν εξιλαστήρια θυσια στο Θεό. Οι αρχαίοι Ισραηλίτες πίστευαν ότι στα ζώα αυτά που προορίζονταν για θυσία ( ο αμνός το Πάσχα και η δάμαλις στην εορτή του Εξιλασμού), μεταφέρονταν οι αμαρτίες εκείνων που τα πρόσφεραν στον Θεό, και έτσι οι αμαρτωλοί να συγχωρούνται. Όμως οι ζωοθυσίες αυτές, δήλωναν την ανάγκη αφέσεως των αμαρτιών, χωρίς στην πραγματικότητα να την παρέχουν. Ήταν προτυπώσεις μιας μεγάλης θυσίας, που πραγματικά θα αφαιρούσε τις αμαρτίες του κόσμου και θα απάλλασσε τους ανθρώπους από τις αθροισμένες ενοχές του. Αυτό το μεγάλο Θύμα έφερε στον κόσμο η Παναγία, που με την θεληματική θυσία του επλυνε με το αίμα του τις ψυχές όλων των ανθρώπων από τις πολλές τους ενοχές, έδωσε άφεση αμαρτιών και εξιλέωσε τον αποστάτη άνθρωπο ενώπιον του Πατέρα, από τον οποίο τόσο αλόγιστα ξεμάκρυνε στα όρη και τους γκρεμούςτης αμαρτίας.

Γ.Από τον γεωργο-ποιμενικό βίο.

 

1.Λειμών.Είναι ο υγρός και ποώδης τόπος, κατάλληλος για την βοσκή των ζώων. Είναι το λιβάδι,τόπος γόνιμος με υπέροχη βλάστηση. Η Παναγία  «αναθάλλει τον λειμώνα της τρυφής» δηλαδή ξαναβλάστησε τον Παράδεισο, αφού κυοφόρησε τον «νέο λειμώνα» του Χριστού

2.Ανήροτος χώρα.( =αγρός που δεν οργώθηκε ποτέ).Με την φράση αυτή ο ποιητής μας μεταφέρει στην αγεώργητον γη, στην αρχή της δημιουργίας, που χωρίς όργωμα και σπορά και μόνο με το πρόσταγμα του Θεού, εβλάστησε. Έτσι και η Αειπάρθενος , χωρίς ανθρωπίνη μεσολάβηση, με μόνη την επίσκεψη του Παναγίου Πνεύματος, βλαστάνει το Θείο Φυτό, τον Κύριό μας και Σωτήρα μας.

3.Πόκος. Ο Γεδεών ήταν κριτής και ηγέτης του Ισραήλ.΄Οταν κλίθηκε από τον Θεό να σώσει τους Ισραηλίτες από τους Μαδιανίτες και Αμαληκίτες, που είχαν συνταχθεί στην κοιλάδα του Ισραήλ εναντίον των Ιουδαίων, ζήτησε από τον Θεό ένα Θαύμα σαν απόδειξη ότι θα σωζόταν ο Ισραήλ. Το θαύμα που ζήτησε ήταν το εξής. «Ο πόκος ερίου(τούφα ακατέργαστου μαλλιού), που ο ίδιος θα τοποθετούσε στην ύπαιθρο, το πρωί της επόμενης μέρας να έχει δροσιά και υγρασία,  ενώ παντού θα υπήρχε ξηρασία.Πράγματι την επόμενη μέρα ο Θεός συγκατέβει και επιτέλεσε το θαύμα. Το ποκάρι είχε τόση δροσιά, ενώ όλα γύρω έμειναν στεγνά, ώστε έστιψε ο Γεδεών τον πόκο και γέμισε μια λεκάνη με νερό.(Κριτ.στ 37-38) Ονομάζεται η Παναγία «πόκος ένδροσος »,διότι θαυματουργικά και υπερφυσικά συνέλαβε και γέννησε τον Χριστό, ο οποίος σαν ουράνια δροσιά κατέβηκε σ’ αυτήν ήσυχα και αθόρυβα χωρίς να προξενήσει φθορά στην παρθενία της. Απο τον πόκο αυτόν (Παρθένο) υφάνθηκε το ένδυμα της αφθαρσίας του Αδάμ, που γυμνώθηκε με την παρακοή, και των απογόνων του. Ο προφήτης Δαυίδ  σε Μεσσιακό ψαλμό λέει :

«Και καταβήσεται ως υετός επι πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα  επί την γην».

«Προϊστορεί ο Γεδεών, την σύλληψιν,  και ερμηνεύει ο Δαυϊδ, τον τόκον σου Θεοτόκε, κατέβη γάρ ως υετός επί πόκον, ο Λόγος εν τη γαστρί σου, και εβλάστησας άνευ σποράς, γη αγία, του κόσμου την σωτηρίαν, Χριστόν τον Θεόν, η Κεχαριτωμένη

Από τον κόσμο της κτίσεως.

 

1.Θάλασσα.

Κατά τον Άγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων, το όνομα Μαρία σημαίνει «πέλαγος» και λατινικά Maria σημαίνει «θάλασσα». Και τούτο είναι συμβολικό, διότι, όπως η θάλασσα περιέχει το σύνολο των υδάτων και όλοι οι ποταμοί χύνονται σε αυτή, έτσι και η πάναγνος κόρη της Ναζαρέτ ονομάσθηκε Μαρία, διότι αναδείχθηκε ταμείο των χαρισμάτων του Θεού και χώρεσε όλους τους ποταμούς των δωρεών του Θεού

Αλλά το πέλαγος και η θάλασσα είναι σύμβολα της αγαθότητας και της Χάριτος του Θεού, την οποία είχε η Θεοτόκος, συμπληρώνει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Και συνεχίζει ο Άγιος, ο οποίος πολύ ευλαβείτο την Κυρία των Αγγέλων: «καθώς γάρ ἡ θάλασσα καί τό πέλαγος περιέχει ἐν ἑαυτῷ πλῆθος ὑδάτων καί δέχεται ὅλους τούς ποταμούς, κατά παρόμοιο τρόπο καί ἡ Θεοτόκος περιέχει ἐν  Ἑαυτῇ πλῆθος χαρίτων καί ἐδέχθη ὅλους τούς ποταμούς τῶν δωρεῶν» (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Κήπος Χαρίτων, ερμηνεία εις την ενάτην ωδήν).

2.Νεφέλη κούφη ,δηλαδή νεφέλη ελαφρά.

Ο προφήτης Ησαΐας (ιθ΄) είδε σε όραμα, ότι ο Κύριος κάθεται «επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον και σεισθήσεται τα χειροποίητα (είδωλα) Αιγύπτου». Αυτό είναι προτύπωση της Παναγίας, η οποία ονομάζεται νεφέλη ελαφρά, σαν ελεύθερη από κάθε βάρος προαιρετικής αμαρτίας μέχρι και ψιλής προσβολής εμπαθούς λογισμού. Πάνω σ’ αυτήν την εξαϋλωμένη νεφέλη «ήλθεν ο υπέρθεος Ιησούς» στη γη, η οποία ήταν γεμάτη από είδωλα, όπως η παλαιά Αίγυπτος, και κατέλυσε την πλάνη και το σκοτάδι, και οδήγησε τους ανθρώπους προς το φως της αληθινής θεογνωσίας και τους έσωσε.

3.Όρθρος φαεινός.

«Η αυγή για να σκοτώσει την νύχτα και να φέρει στον κόσμο το φως, χρησιμοποιεί τον όρθρο. Ο όρθρος είναι ο θάνατος της νύχτας, ο προάγγελος της αυγής.

….Πέντε είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του όρθρου.

Πρώτον είναι υπόσχεση φωτός, μέσα στον όρθρο υπάρχει η υπόσχεση της αυγής και η έλευση της ημέρας. Μέσα στον όρθρο μυστικά κυοφορείται ο ήλιος.

Δεύτερον, είναι ώρα νίκης, το σκοτάδι νικιέται, το φως νικάει.

Το τρίτο είναι ότι είναι ώρα ελπίδος.  Το φως που αχνολάμπει κουβαλάει την ελπίδα για την έλευση της ημέρας. Φως και ελπίδα συννοούνται. Το σκοτάδι είναι η απελπισία. Φως είναι η ελπίδα.

Τέταρτον, είναι ώρα ηρεμίας και ομορφιάς, είναι η ώρα που μπορείς ν’ ακούσεις τον σπόρο μες την γη, πως σκάει και πως ριζώνει. Είναι ώρα μυστικής ομορφιάς, είναι η ομορφιά της ασάφειας των σχημάτων.

Σε λίγο η αυγή θα μετατρέπει τους ψιθύρους σε κελαϊδισμούς και την ασάφεια σε καθαρή εικόνα.

Το πέμπτο είναι ότι είναι ώρα θανάτου της νύχτας, ο όρθρος. Ο όρθρος έρχεται μες τα βαθιά χαράματα και σακατεύει τις βεβαιότητες της νύχτας.

Έρχεται κατά της νύχτας και την οδηγεί σε οδυνηρό θάνατο, μέσα σε απέραντη θάλασσα από φως.

Αυτοί είναι συσχετισμοί με την Παναγιά γιατί όρθρος είναι η Παναγία. Ο όρθρος διαλύει μαζί με την νύχτα και τους φόβους της. Η νύχτα, η ώρα των λύκων, καταλύεται μαζί με τους φόβους της.

Ο όρθρος φέρνει μαζί του την αυγή, η αυγή φέρνει την ημέρα, η ημέρα φέρνει τον ήλιο, ο ήλιος φέρνει την ζωή.

Αυτή που μπαίνει στην ζωή μας σαν γλυκοχάραμα είναι η Παναγιά. Η Παναγιά είναι ο όρθρος όπως λέει το Άσμα των Ασμάτων. Αυτή εμφανίζεται μέσα στην νύχτα της ιστορίας, ως γλυκοχάραμα. Πριν από την Παναγιά υπάρχει η νύχτα της Εύας, το σκοτάδι της αμαρτίας. Υπάρχει ο πένθιμος και σκοτεινός κόσμος της παρακοής του Αδάμ. Ο προ της Παναγίας άνθρωπος πορεύεται ψηλαφητά μέσα στις υπόγειες σήραγγες του χρόνου ολοσκότεινος, αναζητώντας κάποιο φως. Κάθε τόσο κάποιες φωτεινές στήλες υψώνονται στον ουρανό. Γράφουν, προτυπώνουν, προεικονίζουν το φως. Είναι οι προφητείες.

Οι προφήτες γράφουν, έρχεται φως, και η ελπίδα υποβόσκει και η προσδοκία αγρυπνεί. Φως όμως δεν έρχεται, απλώς ελπίδα για φως κυοφορείται.

Και ξαφνικά μπαίνει μέσα στην νύχτα του κόσμου η Παναγιά. Μπαίνει σαν όρθρος, σαν γλυκοχάραμα.

Έρχεται και αρχίζουν να γίνονται γαλακτεροί οι ορίζοντες του κόσμου. Αρχίζει να εμφανίζεται το φως, γκρίζο σκούρο ορθρινό, αλλά φως. Όλος ο όρθρος είναι προφωτική υπόσχεση φωτός. Είναι ο προάγγελος της αυγής.

Πριν απ’ τον όρθρο υπάρχει νύχτα. Αιώνες βουτηγμένοι στο σκοτάδι. Η ιστορία αρχίζει και συνεχίζεται με σκοτάδι, και με την Παναγιά, τον όρθρο, πνίγεται στο φως.

Ο απολογισμός της νύχτας γίνεται κάποιο χάραμα στις όχθες της Γεννησαρέτ. Εκεί ο Χριστός ναυτολογεί τους στρατιώτες του φωτός. Καλεί κοντά του κάποιους ψαράδες και τους υποδεικνύει να ξαναρίξουν τα δίχτυα τους.

Κατάκοποι εκείνοι λένε κάτι καταπληκτικό:

«Κύριε, δι΄ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν» μιλάμε για όλη την νύχτα της ανθρώπινης ιστορίας «δι’  όλης της νυκτός» και για τα αποτελέσματά της, «ουδέν ελάβομεν» ουδεμία καρποφορία, κανένα φως. Ολονύκτια μακραίωνα προσπάθεια όπου κοπίασαν οι άνθρωποι, με απόληξη το μηδέν.

Ολόκληρος ο ανθρώπινος μόχθος είναι μια απελπιστική, μια οδυνηρή διαπίστωση: Μηδέν.

Νύχτα κι μηδέν ο κόσμος πριν από τον όρθρο, ο κόσμος πριν από την Παναγιά.

Και τότε μπαίνει μέσα στην ιστορία ο όρθρος.

Μία νεαρή κοπελίτσα από την Ναζαρέτ, που θ’ ανατρέψει όλες τις νύχτες, θα κατεδαφίσει όλες τις σκιές, θ’ αναποδογυρίσει όλες τις βεβαιότητες της νύχτας και θ’ ανοίξει τους ορίζοντες στην αυγή, στο φως, στον ήλιο Χριστό στο καθαιρέτη κάθε ανθρώπινης νύχτας.

Μπαίνει μέσα στην ιστορία του κόσμου η Παναγιά, έχοντας όλα τα γνωρίσματα του όρθρου που είπαμε.

Μπαίνει στην ιστορία του κόσμου σαν ήρεμο γλυκοχάραμα, αλλά και νικήτρια γιατί στην αγκαλιά της κουβαλάει τον ήλιο που θα προκαλέσει τον οριστικό και αμετάκλητο θάνατο της νύχτας.

Το γνώρισμα του όρθρου είναι και γνωρίσματα της Παναγιάς. Πρώτον η Παναγιά είναι υπόσχεση φωτός, είναι το προσάναμα της αυγής της σωτηρίας του κόσμου. Μέσα στα σπλάχνα της κυοφορεί τον ήλιο, τον ήλιο Χριστό. Η Παναγία είναι ο όρθρος, η αυγή από την οποία θ’ ανατείλει ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός ο Θεός ημών, δηλαδή το φως. «Εγώ ειμί το Φως».

Η Παναγιά – όρθρος είναι ο αστήρ ο εμφαίνων τον ήλιον, είναι η αυγή της μυστικής ημέρας, είναι η το φως αρρήτως γεννήσασα, η φωτοδόχος λαμπάδα τοις εν σκότει φανείσα, είναι η ακτίς του νοητού ηλίου, η αστραπή η τας ψυχάς καταλάμπουσα, είναι η τον πολύφωτον ανατέλουσα φωτισμόν. Όλα αυτά είναι από τον Ακάθιστο ύμνο παρμένα, που φανερώνουν ότι πράγματι η Παναγία είναι υπόσχεση φωτός.

Η Παναγία όμως υπερβαίνει τον όρθρο, γιατί την ώρα του ήλιου, ο όρθρος έχει πεθάνει ενώ η Παναγιά μπαίνει μέσα στην αυγή και γίνεται ένα με τον ήλιο.

Είναι η ίδια φως. Ο ποιητής του Άσματος των Ασμάτων δεν λέει ότι η Παναγιά είναι όρθρος αλλά «εκύπτουσα ωσεί όρθρος» δηλαδή κάτι σαν όρθρος.

Ο όρθρος έχει αρχή και τέλος, ενώ η Παναγιά μόνο αρχή.

Δεύτερον, η Παναγιά δεν είναι μόνο υπόσχεση φωτός και φως η ίδια, είναι και καταλύτρα του σκοταδιού.

Η Παναγιά είναι εκείνη «δι’ ης εγείρονται τρόπαια» τρόπαια κατά των δυνάμεων του σκότους «Χαίρε δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι» είναι η νικήτρια του σκότους. Μέσα στο σκοτάδι της ψυχής έρχεται η Παναγιά και την βοηθάει να νικήσει τους Αβάρους. «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια» δηλαδή τους πειρασμούς τις σκοτεινές δυνάμεις που την πολιορκούν.

Έτσι η ψυχή καταβάλει τους εχθρούς, και εν συνεχεία αναγράφει στην Θεοτόκο «τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Πρέπει να υπάρχει βαθιά μέσα μας η βεβαιότητα ότι η Παναγιά νικάει τα σκοτάδια, τα νικάει πάντοτε και με απόλυτη υπεροχή, όπως η αυγή νικάει την νύχτα. Η Παναγία είναι ένας συμπαραστάτης στον αγώνα μας κατά των σκοτεινών δυνάμεων.

Τρίτον, η Παναγιά είναι και η μεγάλη μας ελπίδα.

Ο όρθρος με το φως ανοίγει τα παράθυρα στην ελπίδα. Η Παναγιά με τον Χριστό ανοίγει την ελπίδα της σωτηρίας. Είναι η «των απηλπισμένων μόνη ελπίς», είναι η «ετοίμη αντίληψις» δηλαδή η πρόθυμη κατανόησις. Είναι πάντων των Χριστιανών το καταφύγιο»(Γ.Σουρέλης)

 

4.Όρος αλατόμητον.

Λέγεται έτσι η Θεοτόκος, επειδή όπως το βουνό δεν οργώνεται, ούτε γεωργείται, ούτε σπέρνεται από ανθρώπους, αλλά αυτοφυώς και αγεωργήτως βλαστάνει δένδρα, θάμνους, χορτάρι έτσι και η Παναγία «ασπόρως» εβλάστησε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό .

Επίσης η  προφητική ρήση του βιβλίου του Δανιήλ «εθεώρεις έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών» αναφέρεται στην Υπεραγία Θεοτόκο. Το βουνό, από το οποίο είδε ο Ναβουχοδονόσωρ να κόβεται το λιθάρι χωρίς χέρι ανθρώπου, προτυπώνει την Παναγία, η οποία ως όρος αλάξευτο έδωσε την καθαρή σάρκα της για να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος. Αναφερόμενος στο περιστατικό αυτό ο Γερμανός Κων/λεως γράφει: «Χαίροις, το εκ Θεού πιότατον και κατάσκιον όρος, εν ώ λογικός αμνός εκτραφείς τας ημών αμαρτίας και τας νόσους εβάστασεν, εξού ο αχειρότμητος λίθος κυλισθείς, βωμούς ειδωλικούς συνέθλασεν και εις κεφαλήν γωνίας εν οφθαλμοίς ημών θαυμαστούμενος γέγονε». Η Θεοτόκος γέννησε το Σωτήρα του κόσμου, χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ρήξη. Τόσον η σύλληψη όσον και η κύηση υπήρξεν άφθορη.

5.Το Κοχύλι.

«Ουρανών υψηλότερα, χαίρε γης το θεμέλιον, εν τη ση νηδύϊ, Άχραντε, ακόπως βαστάσασα· χαίρε κογχύλη, πορφύραν θείαν βαψασα, εξ αιμάτων σου τω βασιλεί των δυνάμεων».

 

Αν μελετήσει κανείς το ρόλο που έπαιξε και παίζει το κοχύλι στη ζωή του ανθρώπου, θα διαπιστώσει εύκολα ότι αυτό υπήρξε κοντά του σε κάθε στιγμή της πορείας του, από τη μακρινή αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το όστρακο πέρασε κυρίως σαν σύμβολο ομορφιάς στην αρχαία Ελλάδα, σαν υλικό επεξεργασίας στη ρωμαϊκή εποχή, σαν θρησκευτικό σύμβολο στη βυζαντινή αυτοκρατορία, σαν οικονομική μονάδα στην προ-κολομβιανή περίοδο στην Αμερική και την Αφρική, σαν αντικείμενο Τέχνης και Αρχιτεκτονικής στην Αναγέννηση, (συμπεριλαμβανομένων και των εποχών Baroque και Rococo) και τέλος σαν βασιλικό και αριστοκρατικό προνόμιο στη βικτωριανή εποχή. Το κοχύλι βρέθηκε να παίζει ουσιαστικούς ρόλους στην ιστορία, στην οικονομία, στην αρχιτεκτονική, στις καλές τέχνες, στη θρησκεία, στη μουσική και το χορό, στη διακόσμηση, στη διαφήμιση, καθώς και στη μαγειρική.

Τον 15ο π.X. αιώνα στην Τύρο και τη Σιδώνα, ένα είδος οστράκου χρησίμευε για την πορφυρή βαφή των ενδυμάτων και αργότερα των χιτώνων των Ρωμαίων και Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Oι Τύριοι το ονόμασαν Murex purpura και η οικογένεια των oστράκων αυτών ονομάσθηκε Muricidae. Κατά τον Πλίνιο Γάιο η διαδικασία αφορούσε το βράσιμο κατακερματισμένων οστράκων και την εκχύλιση του χρώματος, σε συγκεκριμένους χώρους, τα «Πορφυρεία».

Στην χριστιανική θρησκεία συμβόλιζε την αγνότητα, την ανάσταση, τη λύτρωση και τη συγχώρεση,

Η Παναγία χαρακτηρίζεται σαν κογχύλη που με το χρώμα της – τα αγνά της παρθενικά αίματα – έβαψε την πορφύρα, το βασιλικό φόρεμα του Υιού του Θεού, που φόρεσε φανείς άνθρωπος επί της γης. Η βασιλική αυτή αμφίεση ήταν η θεοϋπόστατη ανθρώπινη φύση που κυοφορήθηκε μέσα της με τη δύναμη του παναγίου Πνεύματος, η φύση η οποία, με τη σειρά της, έμελλε να βάψει με τα αίματά της το ζωοποιό ξύλο του σταυρού, για να το καταστήσει φοβερό στους δαίμονες, συντριπτικό των αντίθεων δυνάμεων της αποστασίας της φθοράς και του θανάτου. Στο αίμα του Υιού και του ανθρώπου υφαίνεται η σωτηρία και η δόξα του ανθρώπου. Το αγνό αίμα της Παρθένου, ως δυνατότητα καταβολής της φύσεως, και το άσπιλο αίμα του Υιού του Θεού στον άνθρωπο που ανέλαβε, ως δυνατότητα του μυστηρίου της λυτρώσεως, αποτελούν τα δύο ναι της άπειρης ευδοκίας του Θεού για τη σωτηρία του πεσμένου του πλάσματος.

6.Το μαργαριτάρι.

Το μαργαριτάρι είναι ένα πετράδι το οποίο παράγεται από όστρακα  και μπορεί να βρίσκεται σε θαλάσσιο ή γλυκό νερό.

Στο Ευαγγέλιο το μαργαριτάρι (δηλαδή ο μαργαρίτης) εμφανίζεται σε δυο φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις. Στο κατά Ματθαίον, κεφάλαιο 13, υπάρχει η παραβολή για εκείνον που βρήκε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι (ευρών μαργαρίτην πολύτιμον) και πούλησε ό,τι είχε και δεν είχε για να τον αγοράσει.

Πάλι στο κατά Ματθαίον, στο έβδομο κεφάλαιο, υπάρχει η εντολή του Ιησού: Μη δώτε το άγιον τοις κυσίν μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μια φράση που έγινε παροιμιώδης.

Άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ, Μητρ. Μόσχας, φωτιστής της Αλάσκας και της Σιβηρίας.(31 Μαρτίου)

    Ο άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ είναι μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της ορθοδοξίας. Γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Σιβηρίας το 1727, και το όνομά του ήταν Ιωάννης.

Ορφάνεψε μικρός, αλλά τον προστάτευσε ο θείος του, ο ιερομόναχος Δαβίδ, που του εξασφάλισε και μια θέση στο Θεολογικό Σεμινάριο του Ιρκούτσκ. Εκεί επιδόθηκε στη μάθηση, αλλά και στις πρακτικές τέχνες. Το 1817 νυμφεύθηκε, χειροτονήθηκε διάκονος και το 1821 ιερέας και διορίστηκε στον ιερό ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στο Ιρκούτσκ.

Το 1823 απεστάλη από τον επίσκοπο Ιρκούτσκ Μιχαήλ στην Αλάσκα, ως μέλος της ιεραποστολής. Μαθαίνοντας την ευλάβεια των Αλεούτων κατοίκων της πήγε στη περιοχή με την οικογένειά του. Έμαθε πολύ γρήγορα τη γλώσσα τους και στα τέσσερα πρώτα χρόνια σύνταξε την πρώτη γραμματική της Αλεουτικής γλώσσας και μετάφρασε λειτουργικά βιβλία, ευαγγελικές περικοπές για χρήση στις ακολουθίες, έγραψε Κατήχηση, προσευχές και το βιβλίο «Ο δρόμος προς τη Βασιλεία των Ουρανών». Ίδρυσε σχολεία, ιατρεία, ναούς και ταξίδεψε σε κάθε γωνιά για να γνωρίσει τους ιθαγενείς, να τους συμπαρασταθεί και να τους μεταδώσει το ευαγγελικό μήνυμα. Οι ιθαγενείς τον εκτίμησαν απεριόριστα κι εκείνος έζησε σαν ένας απ’ αυτούς και μοιράστηκε τις δύσκολες συνθήκες της ζωής τους.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1838 η πρεσβυτέρα Αικατερίνα πέθανε. Το 1840 ο π. Ιωάννης έγινε μοναχός με το όνομα Ιννοκέντιος, προς τιμήν του αγίου Ιννοκεντίου του Ιρκούτσκ και στις 13 Δεκεμβρίου η Ιερά Σύνοδος τον εξέλεξε επίσκοπο Καμτσάνκας, Κουρίλλων και Αλεουτίων Νήσων με έδρα τη Σίτκα,που ονομαζόταν τότε Νέος Αρχάγγελος. Ως επίσκοπος επιδόθηκε ακόμη θερμότερα στην ιεραποστολή, με κύριο μέλημα την ίδρυση σχολείων και ναών. Άρχισε μια μεγάλη ιεραποστολική περιοδεία μαζί με ένα συνεργάτη του στην απέραντη επισκοπή του διανύοντας περισσότερα απο πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα σε παγωμένες εκτάσεις, υποφέροντας από το ψύχος, ανυπέρβλητες δυσκολίες και στερήσεις υπομένοντας όλες τις θλίψεις.

Το 1850 του δόθηκε ο βαθμός του αρχιεπισκόπου με δικαιοδοσία σε περισσότερο από 200.000 ψυχές αφού περιλήφθηκε στην επισκοπή του η περιοχή Γιακούτσκ της Σιβηρίας. Με ζήλο αποστολικό επισκεπτόταν και τις πιο απόμακρες περιοχές για να φέρει το λόγο του ευαγγελίου.

Το 1857 ευλόγησε το νεαρό ιερομόναχο Νικόλαο Καζάτκιν (άγιο Νικόλαο της Ιαπωνίας), που πέρασε και τον συνάντησε πηγαίνοντας στην Ιαπωνία για ιεραποστολή.
Το 1868 ο άγιος σκεφτόταν να ζητησει από την Ιερά Σύνοδο να παραιτηθεί και να αποσυρθεί σε μοναστήρι λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της εξάντλησης του από τις κακουχίες. Όμως ο άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Μόσχας, κοιμήθηκε ξαφνικά και η Ιερά Σύνοδος τον εξέλεξε ως διάδοχό του!

Στη σπουδαία νέα του θέση ο άγιος διέπρεψε για μια ακόμη φορά, δείχνοντας μεγάλη ποιμαντική και κοινωνική μέριμνα. Αναδιοργάνωσε σχολές, φιλανθρωπικά ιδρύματα και  φρόντισε επίσης και για την ιεραποστολή στην Αλάσκα, ιδρύοντας μια Ανεξάρτητη Αλεουτιανή Επισκοπή με έδρα τον Άγιο Φραγκίσκο.
Ο άγιος Ιννοκέντιος, μετά από 58 χρόνια ιερουργίας του Ευαγγελίου, κοιμήθηκε το Μ. Σάββατο του 1879 λίγο μετά την αναστάσιμη Ακολουθία και τάφηκε στη λαύρα της Αγίας Τριάδας του αγίου Σεργίου, δίπλα στο μητροπολίτη Φιλάρετο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 31 Μαρτίου, καθώς και στις 12 Δεκεμβρίου, μαζί με τους άλλους αγίους της Αλάσκας. Ταις του σου αγίου πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

 

Εξήγηση της Θ΄ ωδής του κανόνος του Ακαθίστου Ύμνου. (+Α. Θεοδώρου, Καθηγ. Παν/μίου)

 

 

 

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων φύσις γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν της Θεομήτορος, και βοάτω· Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε, αγνή αειπάρθενε».

(Κάθε άνθρωπου που είναι πλασμένος και υπάρχει στη γη, ας σκιρτήσει το πνεύμα του, φέροντας τη λαμπάδα του Θεού. Και ας πανηγυρίζει στον ουρανό, η νοερά φύση των αγγέλων, ανυμνούσα την ιερή πανηγύρι της Θεομήτορος, και ας φωνάξει δυνατά· Να χαίρεις παμμακάριστε, Θεοτόκε, αγνή αειπάρθενε.)

 

      Στον ειρμό της τελευταίας αυτής ωδής απευθύνεται καθολικό και παναρμόνιο μέλος στη Μητέρα του Θεού. Σ’ αυτό μετέχουν άνθρωποι και άγγελοι. Όλοι μαζί συνθέτουν ύμνο προς την αγνή Θεόπαιδα για τα θαυμαστά μεγαλεία της. Κάθε θνητός – λέγει – ας σκιρτήσει από ενθουσιασμό και θριαμβική χαρά, φέρνοντας αλλά και φωταγωγούμενος από τη λαμπάδα που άναψε στην Παρθένο η χάρη του Πνεύματος του Θεού. Ας πανηγυρίζουν δε συγχρόνως και τα τάγματα των Αγγέλων, διότι η χάρη της Θεομήτορος καταλάμπει και αυτών τη νοερή και άϋλη φύση, γιατί κατανοούν τρανότερα το μυστήριο της λυτρωτικής οικονομίας του Πλάστη τους. Όλοι μαζί, άνθρωποι και άγγελοι, ας ψάλλουν τον ύμνο της υπέρτατης αγάπης και χαράς: τον κύριον υμνείτε τα έργα και υπερυψώστε σε όλους τους αιώνες.

 

«Ίνα σοι πιστοί, το, Χαίρε κραυγάζωμεν, οι διά σου της χαράς, μέτοχοι γενόμενοι της αϊδίου, ρύσαι ημάς πειρασμού, βαρβαρικής αλώσεως και πάσης άλλης πληγής, διά πλήθος, Κόρη, παραπτώσεων, επιούσης βροτοίς αμαρτάνουσιν».

 

(Για να μπορούμε εμείς οι πιστοί, που γίναμε διά σου μέτοχοι της αΐδιας χαράς να σου φωνάζουμε δυνατά το χαίρε, σώσε μας από πειρασμό, από βαρβαρική άλωση και κάθε άλλη πληγή, που επισκέπτεται, κόρη, τους θνητούς για τα πολλά τους παραπτώματα, όταν αυτοί αμαρτάνουν.)

 

Οι πιστοί που μέσω της Παναγίας έγιναν μέτοχοι της αΐδιας χαράς, ζητούν την προστασία και την ενίσχυσή της για να μπορούν απρόσκοπτα να της απευθύνουν το χαίρε. Γιατί από μια θλιμμένη καρδιά είναι δύσκολο ν’ ακουστεί ύμνος δοξολογικός. Η περίσταση και η θλίψη, σε περίπτωση μάλιστα που είναι πληθωρικές στη ζωή, πιέζουν ασφυκτικά το πνεύμα και το εμποδίζουν ν’ αναχθεί προς τον Πλάστη και ν’ αναλυθεί σε ύμνο των θείων μεγαλείων του. Ζητούν, λοιπόν, από την Παρθένο να τους διαφυλάξει από τον πειρασμό, σύμφωνα και με το αίτημα της προσευχής του Υιού της: «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πειρασμού», ο οποίος πειρασμός είναι παγίδα επικίνδυνη για την ευόλισθη προς το κακό φύση του ανθρώπου, εγκυμονώντας πτώση και ηθική κάκωση. Στη συνέχεια ζητούν σωτηρία από βαρβαρική άλωση, η ζοφερή προοπτική της οποίας φόβιζε έντονα το βυζαντινό λαό. Καθώς επίσης και σωτηρία από κάθε άλλη πληγή, που αφήνει ο Θεός να συμβεί στους ανθρώπους για το πλήθος των πολλών τους αμαρτιών. Φυσικά στις περιπτώσεις αυτές η ανοχή του Θεού είναι πάντοτε παιδαγωγική, που απορρέει από την αγάπη και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τον ηθικό σωφρονισμό των λογικών πλασμάτων του. Ο Θεός παραχωρεί τις κακουχίες και τις πληγές όχι για να εκδικηθεί τα πλάσματά του, αλλά για να τα συνετίσει και να τα παιδαγωγήσει, ώστε να συνέλθουν από το δηλητήριο και την παράλυση της αμαρτίας, που απειλούν ν’ αφανίσουν την ψυχή. Επειδή όμως η προοπτική των κακών αυτών είναι ενδεχόμενο να οδηγήσει σε νέες πτώσεις τον ασταθή και κυμαινόμενο άνθρωπο, για τούτο απευθύνεται η δέηση προς την Παρθένο, για να λυτρώνει τους υμνολόγους της από αυτά τα κακά, να τους ασφαλίζει στην αρετή και την πίστη και να τους χαρίζει ευφορία ψυχής, ώστε απρόσκοπτα ν’ απευθύνουν σ’ αυτήν το, χαίρε.

 

«Ώφθης φωτισμός, ημών και βεβαίωσις όθεν βοώμεν σοι· χαίρε, άστρον άδυτον, εισάγον κόσμω τον μέγαν Ήλιον· Χαίρε Εδέμ ανοίξασα την κεκλεισμένην, Αγνή· Χαίρε στύλε πύρινε, εισάγουσα, εις την άνω ζωήν το ανθρώπινον».

 

(Φάνηκες φωτισμός και στερέωσή μας· για τούτο σου φωνάζουμε δυνατά· Χαίρε άστρο άδυτο, που εισάγεις στον κόσμο τον μεγάλο Ήλιο· Χαίρε Αγνή, συ η οποία άνοιξες την Εδέμ που έκλεισε η παρακοή· Χαίρε συ, στύλε πύρινε, που οδηγείς στην άνω ζωή το ανθρώπινο.)

 

Ο ποιητής επιμένει κατά τη συνήθειά του στην ανάδειξη του θαύματος της Θεοτόκου, ανατρέχοντας στην Π. Διαθήκη, όπου προσπαθεί να βρει τις ανάλογες εικονικές προτυπώσεις. Και πρώτα, χαρακτηρίζει την Παρθένο σαν ένα μικρό αστέρι, που εισήγαγε στον κόσμο τον μεγάλο Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Κύριον Ιησού Χριστό, που πρόβαλε από τον ορίζοντά της φωτεινός και ωραίος, για να φωτίσει τη σκοτεινιασμένη ανθρωπότητα με το φως της θεογνωσίας και να ζεστάνει την παγωνιά της με τη θαλπωρή της αγάπης του.

        Ανατρέχει κατόπιν στη Γένεση, στο περιβόλι της τρυφής, όπου τοποθέτησε ο Θεός τον πρωτόπλαστο ν’ απολαμβάνει τις χάρες του. Βλέπει την Εδέμ κλειστή και τον άγγελο κρατώντας πύρινη ρομφαία να φυλάει την είσοδό της. Την Εδέμ την έκλεισε η Εύα, η κακή νοικοκυρά του Παραδείσου, με την απροσεξία και το σφάλμα της. Αυτή την κλεισμένη Εδέμ την άνοιξε η Μαρία, η κόρη της Εύας, η καλή νοικοκυρά της Βασιλείας. Το κλειδί το πήρε από τον Υιό της που κατοίκησε μέσα της· και ήταν το κλειδί αυτό η άκρα ταπείνωση, η υπακοή και η συγκατάθεση της Κόρης στο λυτρωτικό θέλημα του Πλάστη της. Και ενώ η Εύα με την παρακοή της γκρέμισε τον κόσμο στο χάος και την απελπισία, η νέα Εύα της χάριτος με την υπακοή της μάζεψε τον κόσμο από την εξορία της αμαρτίας και τον οδήγησε πίσω στο αρχικό σπίτι του, αφού παραμέρισε το φλογισμένο μαχαίρι του αγγέλου και άνοιξε την πόρτα που εμπόδιζε την είσοδο.

Χαιρετίζει κατόπιν την Παρθένο ως στύλο πύρινο που εισάγει το γένος των ανθρώπων στην άνω ζωή. Όπως παλαιά ο λαός του Θεού κατά την περιπλάνησή του στην έρημο, κατευθυνόταν στη γη των Πατέρων του από φωτεινή στήλη που του έδειχνε τη νύχτα το δρόμο, έτσι και η αγνή Κόρη του Θεού, σαν ένας άλλος φωτεινός στύλος, καθοδηγεί με τη λάμψη του θεομητορικού μυστηρίου της την ανθρωπότητα που πιστεύει στον Υιό της, στην πορεία της προς την Άνω Ιερουσαλήμ, την Πόλη του Θεού.

 

«Στώμεν ευλαβώς, εν οίκω Θεού ημών και εκβοήσωμεν Χαίρε κόσμου Δέσποινα· Χαίρε Μαρία, Κυρία πάντων ημών· χαίρε η μόνη άμωμος, εν γυναιξί και καλή· χαίρε σκεύος, μύρον το ακένωτον, επί σε κενωθέν εισδεξάμενον».

(Ας σταθούμε ευλαβικά στον οίκο του Θεού μας και ας φωνάξουμε δυνατά· χαίρε, Δέσποινα του κόσμου·χαίρε Μαρία, κυρία όλων μας· χαίρε, η μόνη άμωμος και καλή μεταξύ των γυναικών· χαίρε, σκεύος που δέχτηκε μέσα του το ακένωτο μύρο του Θεού (το Χριστό), που άδειασε επάνω σου.)

 

Ο υμνολογικός οίστρος του στιχουργού συνεχίζεται. Ας σταθούμε ευλαβικά – φωνάζει – στον οίκο του Θεού μας, την εκκλησία και ας φωνάξουμε δυνατά. Και σε όλα μεν τα μέρη της πλάσεως πρέπει να δοξάζει ο άνθρωπος το Θεό, γιατί ολόκληρο το σύμπαν είναι η κατοίκησή του. Στο ποίημα υπάρχει και ο ποιητής, στο κτίσμα ο κτί­στης. Όλα τα πλάσματα που βγήκαν από τη χάρη του Θεού συνθέτουν ναό, από τον οποίον αναδίδεται η παγκόσμια λειτουργία, ο καθολικός αίνος και η δοξολόγηση του Υψίστου. Η εκκλησία όμως είναι ο ιδιαίτερος χώρος στον οποίον κατοικεί ο Θεός. Είναι το αληθινό σπίτι του Θεού. Σ’ αυτό μένει διαρκώς ο Χριστός στα τίμια δώρα της ευχαριστίας, στο σώμα και το αίμα του. Η Εκκλησία είναι ντυμένη στη χάρη του Θεού. Εκεί ο πιστός συναντά και ενώνεται με το δημιουργό του.

Ας σταθούμε, λοιπόν, στον οίκο του Θεού μας κι’ από κει ας ανακράξουμε με ευλάβεια. Χαίρε Δέσποινα του κόσμου, Μαρία, Κυρία όλων μας. Η χάρη της Παναγίας δεσπόζει στην κτίση. Είναι η χάρη του ίδιου του Θεού, που σκήνωσε μέσα της. Και όπως ο Υιός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, δεσπόζει των απάντων, ως δημιουργός και σωτήρας του κόσμου, έτσι και η άχραντη Μητέρα που βρίσκεται πίσω από τον Υιό, είναι μαζί του Κυρία του κόσμου και της κτίσεως. Παράλληλα είναι και η οικοδέσποινα της Βασιλείας, των φωτεινών διαμερισμάτων του ουρανού, οι χάρες του οποίου περνούν από τις χάρες της Μεγάλης Δέσποινας. Σ’ αυτήν αναπαύεται ιδιαίτερα ο Θεός. Στο μυστήριο της πνίγονται οι άγγελοι από ευλογίες και δωρεές. Είναι το άφθαρτο ψωμί του ουρανού, ο γλυκασμός των αγγέλων και η χαρά των σωσμένων!

Στη συνέχεια το τροπάριο τη χαιρετίζει ως την μόνην «άμωμον εν γυναιξί και καλήν». Όχι, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν άλλες γυναίκες άμωμες και καλές. Υπάρχουν πολλές, φιγούρες όμορφες της Εκκλησίας και της Βασιλείας. Αυτές όμως υπερβαίνει ασυγκρίτως η Μαρία. Η χάρη της είναι ιδιαίτερη, η ομορφιά της ασύγκριτη. Είναι η Μάνα του Θεού! Μόνο σ’ αυτή τη διάσταση, ως Θεομήτωρ, λέγεται ότι είναι η μόνη άμωμη μεταξύ των γυναικών και καλή. Γιατί εχρημάτισε το χρυσωμένο από το Πνεύμα του Θεού σκεύος, στο οποίο χύθηκε το ακένωτο μύρο της Τριάδος, ο αΐδιος βλαστός του Θεού, που μύρισε την Κόρη με την ευωδιά του· κι’ η κόρη με τη σειρά της μύρισε την πλάση ολόκληρη, την παστάδα του ουρανού, όπου τελέστηκαν οι μυστικοί γάμοι του Αρνίου με το σώμα των Αγίων του!

 

«Η περιστερά, η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε· οσίων πάντων χαίρε το καύχημα, των αθλητών στεφάνωμα·  χαίρε απάντων τε, των δικαίων, θείον εγκαλλώπισμα, και ημών των πιστών το διάσωσμα».

 

(Η περιστερά, που γέννησε τον ελεήμονα Θεό, χαίρε, Αειπάρθενε· συ που είσαι το καύχημα όλων των οσίων και το στεφάνωμα των αθλητών (της πίστεως). Χαίρε το εγκαλλώπισμα όλων των δικαίων και ημών των πιστών το διάσωσμα.)

 

Και η υμνολόγηση εξακολουθεί. Ο ποιητής παραβάλλει την Μαρία με περιστέρι καθαρό και πάλλευκο, από το οποίο συγκατατέθηκε να γεννηθεί ο ελεήμων Θεός. Με περιστέρι, γιατί το πουλί αυτό είναι άκακο, αγαθό και ειρηνικό. Έτσι και η Παρθένος ήταν το μοναδικό πλάσμα το καθαρό και αγνό, που μπορούσε να λειτουργήσει επάξια στο πάλλευκο θαύμα της σαρκώσεως του Λόγου.

Τη χαιρετίζει ως Αειπάρθενο. Μητέρα δηλαδή που γέννησε χωρίς να χάσει την ομορφιά της αγνείας της. Άνοιξε η μήτρα της για να περάσει η ανθρώπινη φύση του Υιού Θεού, χωρίς το γεγονός να καταλύσει την παρθενία της. Ω μυστήριο θείο και ακατάλυτο· πόσο χανόμαστε στη σαγήνη της απειρίας σου! Βλέπουμε και δεν κατανοούμε. Κι όμως στην αγνωσία μας, γνωρίζουμε το αδιάγνωστο στο εκστατικό φως της θείας μετουσίας.

Τη χαιρετίζει ως το καύχημα όλων των όσιων και των αθλητών το στεφάνωμα. Γιατί στο πρόσωπό της συγκλίνουν η άθληση και τα πνευματικά παλαίσματα των Αγίων. Σ’ αυτήν καταλήγουν τα αγωνίσματα της πίστεως. Είναι των δικαίων το θείον εγκαλλώπισμα, το στεφάνι και η ομορφιά της αρετής και της δικαιοσύνης. Γιατί στο θαύμα της καλύπτεται το θαύμα του Θεού, στη χάρη της η χάρη του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Η Μαρία προηγείται του Λόγου, ο Λόγος στεφανώνει την Μαρία. Ω θεία και άρρητη συμπλοκή, στην οποίαν υπάρχει το διάσωσμα των ανθρώπων! Και ιδιαίτερα των πιστών, οι οποίοι αισθανόμενοι την απροσμέτρητη δωρεά και μη έχοντας τίποτε άλλο ν’ αντιπροσφέρουν προς την αινιγματική Μητέρα, ανοίγουν τα χείλη και τις καρδιές τους για να της ψελλίσουν ταπεινά το χαίρε του Αγγέλου!

 

«Φείσαι ο Θεός, της κληρονομιάς σου τας αμαρτίας ημών, πάσας παραβλέπων νυν, εις τούτο έχων εκδυσωπούσαν σε, την επί γης ασπόρως σε, κυοφορήσασαν, διά μέγα, έλεος θελήσαντα, μορφωθήναι Χριστέ, το αλλότριον.

 

(Συγχώρησε, Θεέ μου, τις αμαρτίες της κληρονομιάς σου (αυτών που έγιναν δικοί σου), παραβλέποντας αυτές και έχοντας προς τούτο εκδυσωπούσα σε αυτήν, που χωρίς ανθρώπινη σπορά σε κυοφόρησε, όταν θέλησες, για το μέγα σου έλεος, να μορφωθείς το αλλότριο, να λάβεις δηλαδή την ξένη προς τη φύση σου ανθρώπινη μορφή.)

 

Και κατακλείεται ο υπέροχος αυτός Κανόνας με αποστροφή προς τον Θεόν να συγχωρήσει τις αμαρτίες της κληρονομιάς του, των δικών του δηλαδή ανθρώπων, που πιστεύουν σ’ αυτόν εξαγορασμένοι με το αίμα του Υιού του. Και η αίτηση δεν είναι παράδοξη. Μπορεί μεν οι πιστοί να ανήκουν στο Θεό· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αναμάρτητοι. Η αμαρτία είναι ο καθολικός κλήρος της ανθρωπότητας. Ακόμα και οι Άγιοι, ενόσω εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή, έχουν πάντοτε τη δυνατότητα της αμαρτίας. Και κυρίως αυτοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να προσεύχονται στο Θεό για την άφεση των παραπτωμάτων τους. Στη δέησή τους αυτή, οι πιστοί έχουν και τη συμμαχία της Παρθένου, η οποία χωρίς ανθρώπινη σπορά έγέννησε το Χριστό. Η Παρθενομήτωρ εκδυσωπεί τον Υιό για τα αμαρτήματα των ανθρώπων, ο οποίος, κινούμενος από το άπειρό του έλεος και θέλοντας να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, προσέλαβε από την ολοκάθαρη φύση της, το ξένο προς τη θεότητα στοιχείο, την ανθρώπινη φύση του.

 

(+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε», εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 68-76.)