«Εκκλησία: Συλλειτουργία επισκόπου, κλήρου και λαού». Στ’ αλήθεια;

Σταύρου Ζουμπουλάκη

Περιοδικό «Σύναξη» 112 (2009), σσ. 111-116.

Υπήρχαν δύο τρόποι να πραγματευτώ το θέμα που μου δόθηκε για τη σημερινή τιμητική εκδήλωση*. Ο ένας ήταν να μιλήσω για αυτό με θεωρητικό, θεολογικό λόγο, που θα σήμαινε ουσιαστικά να ξαναπώ αυτά που έχουν κατά κόρον ειπωθεί και γραφτεί, επικαλούμενος  τα ίδια  και τα ίδια  πατερικά ή κανονικά χωρία, ότι δηλαδή η δομή της Εκκλησίας (πρέπει να) αντανακλά τη δομή της ευχαριστιακής σύναξης, όπου συλλειτουργούν ο επίσκοπος, εις τύπον ή τόπον Χριστού, οι πρεσβύτεροι, εις τύπον των αποστόλων, και ο συναγμένος επί το αυτό λαός. Το πράγμα θα ήταν πολύ εύκολο, καθώς πράγματι  η Ορθοδοξία έχει αναπτύξει, τις τελευταίες δεκαετίες, πλούσια εκκλησιολογική θεωρία – η εκκλησιολογία αποτελεί το προνομιακό πεδίο παραγωγής Ορθόδοξου θεολογικού λόγου, εκεί όπου η Ορθόδοξη θεολογία αισθάνεται υπεροχή έναντι της Καθολικής και της Προτεσταντικής. Ο άλλος τρόπος ήταν να στραφώ στην πραγματικότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος και να εξετάσω πόσο συστοιχεί ο  εκκλησιολογικός λόγος των Ορθοδόξων θεολόγων με αυτή την πραγματικότητα. Η Ορθόδοξη θεολογία ωστόσο είναι, το συχνότερο, μια θεολογία των τελείων ή ιδανικών καταστάσεων, που σπάνια μιλάει με ειλικρίνεια και ρεαλισμό για την πραγματικότητα της Εκκλησίας, την οποία, όταν δεν την αγνοεί, την εξωραΐζει και συγκαλύπτει τις δυσάρεστες όψεις της. Δεν είναι αυτός ο δικός μου τρόπος. Είναι ήδη φανερό επομένως ότι έχω επιλέξει τον δεύτερο δρόμο, αυτό άλλωστε νομίζω ότι ανέμεναν από μένα και οι άνθρωποι της Μητροπόλεως όταν με κάλεσαν. Ελπίζω να μη μετανιώσουν για την επιλογή τους μετά από αυτά που θα πω απόψε, και τους παρακαλώ πριν με πατάξουν να με ακούσουν.

Θα μιλήσω για τις τρεις συνιστώσες της θεωρητικά ισχύουσας συλλειτουργίας χωριστά, κατ’ αντίστροφη φορά απ’ ό,τι είναι στον τίτλο του θέματος όπως μου δόθηκε: λαός, πρεσβύτεροι, επίσκοπος.

Α. Θα εξετάσουμε τη συμμετοχή του λαού στη ζωή της Εκκλησίας στο πεδίο της ενορίας – πουθενά αλλού άλλωστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμμετοχή ή συλλειτουργία των λαϊκών – αρχίζοντας από την λατρευτική ζωή, αφού, όπως εγκαυχώμεθα, η Εκκλησία μας, σε αντίθεση προς τους ετεροδόξους, είναι πρωτίστως λατρευτική και λειτουργική, έχει στο κέντρο της τη λατρεία.

Αποτελεί κοινή Ορθόδοξη παραδοχή ότι χωρίς λαό δεν γίνεται λειτουργία. Όσοι όμως δεν αρκούνται στο αμήν του λαού, όσοι θεωρούν ότι αυτό το αμήν έχει πραγματικό νόημα, μόνο όταν ο συναγμένος λαός προσεύχεται μαζί με τον προεστώτα της σύναξης, είναι υποχρεωμένοι να κάνουν και άλλες παραδοχές, ότι δηλαδή ο λαός αυτός βρίσκεται εκεί, σε κάθε λατρευτική σύναξη, παθητικά, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε, χωρίς μάλιστα να διεκδικεί να καταλάβει, γιατί είναι πεπεισμένος, προτού καν το σκεφτεί, ότι δεν χρειάζεται να καταλαβαίνει, βρίσκεται εκεί λοιπόν μετεωριζόμενος αναπόφευκτα ή, στην καλύτερη περίπτωση, προσευχόμενος μοναχός του – κάτι που λέμε πάλι ότι απάδει προς τον κοινωνικό χαρακτήρα της λατρείας. Ποιος λαός, επί παραδείγματι, συλλειτουργεί στο μυστήριο του βαπτίσματος; Ποιος πραγματικά καταλαβαίνει τι γίνεται τη μεγάλη εκείνη ώρα;  Σαν ξόρκια δεν ακούγονται τα λόγια του παπά σε αυτό το πρώτο παιδικό πάρτι που έχει γίνει η βάφτιση; Στον εσπερινό ή στον όρθρο, αν κάποτε ο παπάς ή ο ψάλτης κάνει λάθος και διαβάσει άλλα αντί άλλων, ποιος και από τους πλέον φιλακόλουθους θα καταλάβει τι έγινε; Και στη Θεία Λειτουργία ακόμη, όπου τα πράγματα είναι βεβαίως καλύτερα, η μετοχή του λαού είναι περιορισμένη, λόγω του γλωσσικού εμποδίου και λόγω της διάσπασης της ενότητας και της ροής της, που προκαλείται από τη μυστική ανάγνωση, στο μέγιστο μέρος τους, των ευχών, ιδίως κατά την κορυφαία στιγμή της αναφοράς. Θα μπορούσαμε να φέρουμε δεκάδες παραδείγματα που να δείχνουν ότι αυτό το τεράστιο, πλούσιο αλλά και πολύπλοκο οικοδόμημα της Ορθόδοξης λατρείας ο πιστός λαός ούτε το κατανοεί ούτε μετέχει σε αυτό. Το θαυμάζει μόνο απ’ έξω. Ξέρω βέβαια τον αντίλογο και την άποψη ότι το μυστήριο δεν χρειάζεται να το καταλαβαίνεις – άποψη αστήρικτη και απαράδεκτη, την οποία όμως δεν είναι ώρα να συζητήσουμε εδώ. Ξέρω ωστόσο με μεγαλύτερη βεβαιότητα κάτι άλλο, ότι όσο η λατρεία θα αποτελεί έναν ακατανόητο, γλωσσικά πρώτα απ’ όλα, κόσμο, τόσο ο συλλειτουργός, υποτίθεται, λαός θα αποξενώνεται από αυτήν, θα είναι ένας αδιάφορος θεατής ή ακροατής, που κουράζεται και βαριέται.

Αν μετακινηθούμε από την λατρεία στη διοίκηση της ενορίας, πρέπει καταρχάς να πούμε ότι εδώ προβλέπεται πράγματι – είναι η μόνη περίπτωση – θεσμικά η συμμετοχή των λαϊκών στη διοίκησή της, μέσω του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είναι, όπως γνωρίζετε καλύτερα από μένα, τριμελές ή πενταμελές (ανάλογα με τον πληθυσμό), με τριετή θητεία, και συγκροτείται από έναν εκ των εφημερίων  ως πρόεδρο και δύο ή τέσσερεις λαϊκούς. Μετά όμως από αυτό το παρήγορο γεγονός αρχίζουν τα ερωτήματα: Ποιοι είναι αυτοί οι λαϊκοί; Είναι άνθρωποι του παπά της ενορίας, γένους ανδρικού στην πλειονότητα των ενοριών, βολικοί και υπάκουοι. Συζητούν άραγε και συναποφασίζουν μαζί με τον εφημέριο για τα ουσιαστικά ζητήματα της ενορίας; Ούτε στο ελάχιστο, ο ρόλος τους αρχίζει και τελειώνει στο παγκάρι. Πόσοι από τους ενορίτες, τους τακτικά εκκλησιαζόμενους, γνωρίζουν την ύπαρξη   του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τον τρόπο συγκρότησης και τις αρμοδιότητές του; Κανείς. Οι περισσότεροι γνωρίζουν απλώς ότι κάθε εκκλησία έχει τους επιτρόπους της που δουλειά τους είναι το κερί, αλλά σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει την ύπαρξη Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ενώ δεν αγνοούν, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, την ύπαρξη Δημοτικού Συμβουλίου και δημοτικών συμβούλων στο δήμο τους. Τούτη η τελευταία μικρή λεπτομέρεια δείχνει πόσο αποκομμένη από το λαϊκό σώμα της Εκκλησίας (και από την κοινωνία γενικότερα) είναι η Εκκλησιαστική Διοίκηση. Αν βέβαια οι ενορίτες εξέλεγαν τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, όπως συνέβαινε μέχρι το 1940, μέχρι τότε που εξέλεγαν και τον εφημέριό τους, θα γνώριζαν και την ύπαρξή του και ποιοι το απαρτίζουν – και πολλά άλλα θα ήταν διαφορετικά.

Η μόνη ορατή συμμετοχή λαϊκών στη ζωή της ενορίας υπάρχει στο φιλανθρωπικό της έργο (ο λόγος είναι απλός: χρειάζονται χέρια) και στα κατηχητικά – θα χρειαζόταν επ’ αυτού περισσότερη συζήτηση την οποία δεν μπορούμε να κάνουμε απόψε. Χρειάζεται πάντως να τονίσουμε εδώ την αληθινή χαρά των ανθρώπων της ενορίας, ανδρών και γυναικών, νεότερων και πρεσβύτερων, όταν καλούνται να βοηθήσουν στο φιλανθρωπικό και κατηχητικό έργο της, γεγονός που φανερώνει την τεράστια λαϊκή διαθεσιμότητα, που μένει δυστυχώς αναξιοποίητη.

Αυτή είναι πάνω κάτω η συμμετοχή των λαϊκών στη ζωή της ενορίας – ελάχιστη δηλαδή, στα όρια του μηδενός – και εδώ τελειώνει η συμμετοχή τους στη ζωή της Εκκλησίας εν γένει. Πέραν από το πεδίο της ενορίας, στο πεδίο δηλαδή της επισκοπής, είναι αστείο να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε συμμετοχή.

Β. Σύμφωνα με την περί συνοδικότητος διδασκαλία, ο επίσκοπος προΐσταται, επισκοπεί, του συνεδρίου των πρεσβυτέρων και ποιμαίνει την επισκοπή μαζί του. Σήμερα λοιπόν, στην Εκκλησία της Ελλάδος, σε ποια μητρόπολη λειτουργεί το συνέδριο των πρεσβυτέρων, το συνέδριο του επισκόπου, πού ο επίσκοπος συζητά και συναποφασίζει μαζί με τους εφημερίους των ενοριών του; Πού ακούγεται θεσμικά ο λόγος των πρεσβυτέρων για τα κρίσιμα ζητήματα της τοπικής Εκκλησίας; Μη μου απαντήσετε στις ιερατικές συνάξεις, γιατί σε αυτές οι ιερείς καλούνται για να νουθετηθούν ή να ελεγχθούν. Το μυστικό είναι κοινό: οι εφημέριοι της τοπικής Εκκλησίας δεν συγκροτούν συνέδριο, είναι απλώς υπάλληλοι που καλούνται να εφαρμόσουν τις σοφές ή άσοφες αποφάσεις του δεσπότη.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν λειτουργεί πουθενά το κολλέγιο των πρεσβυτέρων, έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή της Εκκλησίας. Θα απαριθμήσω μόνο τρεις:

α.  Οι ίδιοι οι εφημέριοι των ενοριών, επειδή ακριβώς δεν ερωτώνται για τίποτε, δεν βουλεύονται συλλογικά, δεν συναποφασίζουν μαζί με τον επίσκοπο, φέρονται και αυτοί πολύ συχνά  στις ενορίες τους με τρόπο αυθαίρετο, κάνουν του κεφαλιού τους για ζητήματα πολύ σοβαρά, δεν λογαριάζουν τους ενορίτες τους, θεωρούν το ναό και την ενορία αμπελοχώραφό τους και δεν περνάει ποτέ από το μυαλό τους ότι έχουν υποχρέωση λογοδοσίας έναντι του λαού που συνάζεται στην εκκλησία τους. Φέρεται με άλλα λόγια ο εφημέριος στην ενορία του, όπως ο επίσκοπος στην επισκοπή του: κάνει ό, τι θέλει.

β. Ο επίσκοπος, επειδή ακριβώς δεν προΐσταται ενός θεσμικού σώματος που βουλεύεται και αποφασίζει συλλογικά, μοιραία συγκροτεί (ή αναφύεται) γύρω του ένα άτυπο και άθεσμο σώμα συμβούλων, με όλη εκείνη την παθολογία που έχουν ή παράγουν τα μυστικοσυμβούλια.

γ. Η απουσία του πρεσβυτερίου ως συνεδρίου του επισκόπου της τοπικής Εκκλησίας υπονομεύει τη  συνοδικότητα και στο επίπεδο της Συνόδου των επισκόπων, δηλαδή της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο επίσκοπος καλείται να μεταφέρει εκεί την εμπειρία της τοπικής Εκκλησίας, προϋπόθεση όμως για να το κάνει αυτό είναι ακριβώς η λειτουργία του συνεδρίου. Ποια εμπειρία θα μεταφέρει όταν δεν ακούει και δεν συμβουλεύεται με τους πρεσβυτέρους;

Γ. Η μνεία της τελευταίας τούτης παρενέργειας λόγω της απουσίας συνοδικότητας στα όρια της τοπικής Εκκλησίας μάς οδηγεί φυσιολογικά στην τρίτη συνιστώσα της υποτιθέμενης συλλειτουργίας, τον επίσκοπο, για να δούμε μήπως – έστω – συλλειτουργούν οι επίσκοποι μεταξύ τους στο επίπεδο της Ιεραρχίας, αφού με τους πρεσβυτέρους και τους λαϊκούς δεν συλλειτουργούν. Οι επίσκοποι λοιπόν, επειδή ακριβώς έχουν ακυρώσει το συνέδριο, δεν προσέρχονται στην Ιεραρχία ως εκφραστές της εμπειρίας της τοπικής Εκκλησίας, αλλά προσέρχονται ως άτομα,  μόνοι, όπως μόνοι διοικούν την επαρχία τους, ή προσέρχονται ως μέλη μιας ομάδας. Επιπλέον, δεν προσέρχονται για να βουλευτούν και να συνθέσουν, αλλά απλώς και μόνο για να εκλέξουν άλλους επισκόπους από το σώμα των αρχιμανδριτών, από το οποίο προέρχονται και οι ίδιοι. Η Ιεραρχία, αντί να αποτελεί τη στιγμή της σύνθεσης της εμπειρίας των τοπικών Εκκλησιών, είναι απλώς ένας εκλογικός μηχανισμός, επί τη βάσει ομαδοποιήσεων και δοσοληψιών. Η υψηλή Ορθόδοξη θεολογία περί του επισκόπου ως τύπου Χριστού συντρίβεται στα βράχια της  πιο αυταρχικής γραφειοκρατικής πραγματικότητας.

Συμπερασματικά, από το λαμπρό θεολογικό οικοδόμημα της συνοδικότητας και της συλλειτουργίας έχει απομείνει μόνο η πρόσοψη, δηλαδή η ρητορεία, για να ξεγελάει και να συγκαλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα, αυτήν που ξέρουμε όλοι, αυτήν που παραδεχόμαστε και ελεεινολογούμε στις ιδιωτικές συζητήσεις μας αλλά δεν ομολογούμε και δεν συζητάμε δημόσια: στην Εκκλησία της Ελλάδος δεν υπάρχει κανενός  είδους συνοδικότητα, καμία συλλειτουργία  επισκόπου, πρεσβυτέρων και λαϊκών. Η μόνη λειτουργία της συνοδικότητας σήμερα είναι να εξασφαλίζει  σε κάθε μητροπολίτη τη δυνατότητα να κάνει ό, το θέλει (ή να μην κάνει τίποτε) στη μητρόπολή του, χωρίς να τον εμποδίζει ή να τον ελέγχει κανείς. Αυτό που πραγματικά υπάρχει στην Εκκλησία της Ελλάδος είναι μια γραφειοκρατική δομή, ένας συγκεντρωτικός γραφειοκρατικός μηχανισμός, επισκοποκρατικός και διόλου επισκοποκεντρικός, αποκομμένος από τις ενοριακές κοινότητες και την υπόλοιπη κοινωνία.

Στην Εκκλησία μας δεν υπάρχει ανοιχτή συζήτηση, δημόσια διαβούλευση, σύνθεση, λογοδοσία. Όχι μόνο δεν υπάρχει κανενός είδους συλλειτουργία, ούτε οριζόντια ούτε κάθετη, αλλά – και αυτό είναι το τραγικότερο – δεν υπάρχει στοιχειώδης εμπιστοσύνη: κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, οι επίσκοποι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο – ευλόγως, αφού κανείς τους δεν δεσμεύεται με δημόσιο λόγο – ούτε εμπιστεύονται τους εφημερίους τους, οι εφημέριοι δεν εμπιστεύονται τους λαϊκούς, και πάει λέγοντας. Σε ένα τέτοιο  κλίμα, είναι φανερό πως κάθε συζήτηση περί διαδικασιών εκλογής με τη συμμετοχή των λαϊκών θεωρείται αδιανόητη, σχεδόν αίρεση.

Στην Εκκλησία μας υπάρχει βαθύ κράτος, με βραχίονα το σώμα των αρχιμανδριτών, από το οποίο προέρχονται οι επίσκοποι ως σαρξ εκ της σαρκός του. Σε αυτό το βαθύ κράτος προσκρούει και εξουδετερώνεται κάθε επί μέρους μεταρρυθμιστική ενέργεια. Το κράτος αυτό πρέπει να ανατραπεί. Προτείνονται πολλά και ποικίλα από εκείνους που νοιάζονται πραγματικά για την Εκκλησία του Χριστού, καμία πάντως λύση δεν θα ευδοκιμήσει αν δεν λάβει τέλος ο αρχιμανδριτισμός και αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος εκλογής των επισκόπων. Ως προς το πρώτο, θα πρέπει από αύριο το πρωί κιόλας οι άγαμοι ιερείς στον κόσμο να μην παίρνουν το οφφίκιο του  αρχιμανδρίτη, το οποίο θα περιορίζεται μόνο στους ηγουμένους των μοναστηριών, να διορίζονται ως τακτικοί εφημέριοι στις ενορίες, όπως και οι έγγαμοι,  να μην ορίζονται δηλαδή με την πρώτη προϊστάμενοι των ναών ούτε να προΐστανται στις ακολουθίες, αλλά να ισχύει και για αυτούς ό, τι για τους εγγάμους.[1]  Ως προς το δεύτερο, η εκλογή των επισκόπων να γίνεται ψήφω κλήρου και λαού – τον τρόπο και το σύστημα εκλογής δεν είναι της παρούσης να τα συζητήσουμε, αλλά πάντως δεν είναι δύσκολο να τα ορίσουμε[2] – και κυρίως, κυριότατα, να είναι προς αρχιερατεία εκλόγιμοι και οι έγγαμοι ιερείς. Σήμερα, ο αποκλεισμός των εγγάμων εφημερίων από το να γίνονται επίσκοποι δεν έχει υπέρ αυτού ούτε ένα θεολογικό, ιστορικό ή ποιμαντικό επιχείρημα. Ο αποκλεισμός τους σήμερα υπηρετεί μόνο την γραφειοκρατική αναπαραγωγή του σώματος των αρχιμανδριτών και τον έλεγχο εκ μέρους τους της εξουσίας.

Πριν μελαγχολήσουμε ολότελα, ας συζητήσουμε. Ας συζητήσουν πρώτα πρώτα οι ιερείς μεταξύ τους. Ας πουν και δημόσια ό, τι λένε στις ιδιωτικές συζητήσεις τους. Στο τελευταίο τεύχος της Θεολογίας (τομ. 80, τχ. 2, Απρίλιος – Ιούνιος 2009), του επίσημου περιοδικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι αφιερωμένο στον συνοδικό θεσμό, υπάρχουν δύο λαμπρά κείμενα για την συνοδικότητα εντός της επισκοπής, το ένα του π. Αντωνίου Πινακούλα και το άλλο του π. Δημητρίου Μπαθρέλλου – δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο είναι γραμμένα από απλούς ιερείς.   Θεωρώ  ότι αποτελούν και τα δύο εξαιρετική βάση για συζήτηση.

Ό, τι είναι πάντως να κάνουμε, ας το κάνουμε σήμερα, όχι αύριο, όσο δηλαδή εξακολουθούν να συνάζονται χριστιανοί στις εκκλησιές μας.

 

_______________

* Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε στο Βόλο, στις 18 Οκτωβρίου 2009, κατά την παρουσίαση του τόμου «Συλλειτουργία»  (εκδ. Π. Κυριακίδης, 2009), σε τιμητική εκδήλωση για τα δέκα χρόνια της ποιμαντορίας του σεβ.  μητροπολίτη της Ι. Μ. Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου.

 

[1]               Βλ. αναλυτικότερα παλαιότερο άρθρο μας περί αρχιμανδριτισμού στην Καθημερινή 27- 2-2005. Ας υποσημειώσω διευκρινιστικά εδώ, επειδή η άποψη που διατυπώθηκε τότε εκεί συχνά παρερμηνεύτηκε, ότι δεν προτείνουμε ούτε να πάνε οι αρχιμανδρίτες στα μοναστήρια τους, όπως με ανεύθυνη ευκολία λένε πολλοί, αφού αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι και δεν θέλησαν να είναι μοναχοί, ούτε να πάψουν  να υπάρχουν άγαμοι ιερείς στον κόσμο, προτείνουμε απλούστατα να ισχύει και για τους άγαμους ό ,τι και  για τους έγγαμους – όπως ακριβώς δεν κάνει καμία διαφορά αν ένας δικαστής  είναι έγγαμος ή άγαμος, το ίδιο να ισχύει και για τους ιερείς.

 

[2]               Ο π. Αντώνιος Πινακούλας στο άρθρο του «Η συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων», που δημοσιεύτηκε στο σχετικό αφιέρωμα της Σύναξης 97 (2006), με γενικό θέμα «Η Εκκλησία ω Σώμα. Η ανάδειξη των επισκόπων και η θέση των λαϊκών»,  διατύπωσε μια ολοκληρωμένη σχετικά πρόταση, η οποία δεν νομίζω να συζητήθηκε όπως της άξιζε. Το άρθρο του ανατυπώθηκε στο βιβλίο του «Ψήφω κλήρου και λαού». Μια νέα πρόταση για την εκλογή των επισκόπων , εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2007.

ΠΗΓΗ.www.enoriako. info

Advertisements

Ο Σταυρός, σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων!

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Σταυρός, σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων!

Του Παναγιώτη Τσαγκάρη

Θεολόγου

 

  • Ο Σταυρός ως σύμβολο αγάπης και θυσίας θα έπρεπε να υπάρχει παντού και όχι με μίσος να γκρεμίζεται.

 

  • Ο Σταυρός ως σύμβολο κρίσης των ανθρώπων και «Σημείον αντιλεγόμενον», θα έχει ως αποτέλεσμα είτε την «πτώση» είτε την «ανάσταση πολλών».

 

  • Ο Σταυρός ως σύμβολο ελευθερίας και αγώνα των χριστιανών έναντι ορατών και αοράτων εχθρών είναι η δύναμη, η ελπίδα και η σημαία τους.

 

  • Οι της «αριστεράς και της προόδου» καλύτερα να αφήσουν ήσυχο το πιστεύω των χριστιανών και να ασχοληθούν με την προβληματική πολιτική της «πρώτης φοράς αριστεράς» κυβέρνησης.

 

Αναλυτικότερα:

 

Η άφιξη τόσων πολλών ανθρώπων-μεταναστών στη Λέσβο, που έφτασε να μην τους χωράει το νησί, δημιούργησε αρκετά προβλήματα(πχ αύξηση εγκληματικότητας, βίαιες συγκρούσεις, κλπ), τα οποία ούτε είχε την εμπειρία ούτε  και μπορούσε, όμως, αντικειμενικά, να διαχειριστεί εύκολα ο λαός και οι αρχές της Μυτιλήνης.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα παρατηρεί κανείς, από τη μια πλευρά, να τονίζεται η προσφορά, η φιλοξενία και η αδιάκριτη χριστιανική αγάπη των Λεσβίων προς τους εισερχόμενους μετανάστες και, από την άλλη, να υπάρχει σχεδιασμένη προσπάθεια έτσι ώστε, όποτε υπάρχουν κάποια προβλήματα και εκφράζονται διάφορες προτάσεις ή απόψεις για την επίλυσή τους να στιγματίζεται αμέσως ως ακροδεξιός και να φιμώνεται, όποιος τολμήσει να έχει διαφορετική θέση, γνώμη ή πρόταση από εκείνη που κάποιοι άλλοι ήθελαν ή θέλουν να επιβάλουν για το χειρισμό κάποιων ζητημάτων.

Το πρόβλημα εμφανίστηκε και πρόσφατα, μάλιστα δε σε ακόμη πιο έντονη μορφή,  με την τοποθέτηση από ομάδα συμπολιτών μας, ενός Σταυρού στη θέση Απελή δίπλα από τη δημοτική πλαζ Τσαμάκια και παραδίπλα από το άγαλμα της ελευθερίας που κοσμεί την είσοδο του λιμανιού της Μυτιλήνης.

Αμέσως οι γνωστοί-άγνωστοι της «αριστεράς και της προόδου» της Λέσβου επετέθηκαν εναντίον εκείνων που συνέβαλαν στην τοποθέτηση του Σταυρού αλλά όχι εναντίον όσων γκρέμισαν τον πρώτο Σταυρό που στήθηκε. Μάλιστα πρώτη αντέδρασε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2018, η Κίνηση Πολιτών της Μυτιλήνης «Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο» η οποία με ανακοίνωσή της, χαρακτήριζε την τοποθέτηση του Σταυρού, πράξη «προσβλητική για το σύμβολο του χριστιανισμού, σύμβολο αγάπης και θυσίας και όχι ρατσισμού και μισαλλοδοξίας». Άραγε γιατί βλέπουν μίσος στην τοποθέτηση του Σταυρού και όχι στο γκρέμισμά του; Μας συγκινεί βέβαια η αναγνώριση, από τα μέλη της «Συνύπαρξης», της χριστιανικής αλήθειας ότι ο Σταυρός είναι σύμβολο αγάπης και θυσίας, καθώς και το ενδιαφέρον τους να μην προσβάλεται αυτό το ιερό σύμβολο της χριστιανοσύνης. Όμως, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η διαπίστωση τους ότι η τοποθέτηση του Σταυρού είναι πράξη «ρατσισμού και μισαλλοδοξίας» καθώς ο συλλογισμός του είναι ολοφάνερα αντιφατικός.

Διότι αν ο Σταυρός είναι σύμβολο αγάπης και θυσίας θα έπρεπε λογικά σκεπτόμενοι, ως τέτοιο σύμβολο να το προβάλουμε παντού και πάντα -ο μακαριστός παπα-Φώτης Λαυριώτης ο διά Χριστόν σαλός της Μυτιλήνης, έλεγε συχνά, «τον Σταυρό θέλω να τον βλέπω παντού, στα σπίτια, στις πόρτες, στους τοίχους,… παντού»- για να θυμίζει σε όλους την χριστιανική θυσιαστική αγάπη, την αγάπη του Χριστού ο οποίος θυσιάστηκε για τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου και συνεπώς να αναπτερώνει την ελπίδα σε όλους τους κατατρεγμένους της γης ότι μπορούν να ελπίζουν για τη σωτηρία τους στους χριστιανούς. Και πράγματι έτσι φαίνεται να γινέται αφού οι μουσουλμάνοι μετανάστες έρχονται στις χριστιανικές χώρες για να ζητήσουν καταφύγιο και όχι στις όμορες ομόθρησκες τους χώρες(βλ. Σαουδική Αραβία, Κουβέϊτ, κλπ)!

Βέβαια σε αυτήν την θέση θα αντιτείνουν κάποιοι ότι οι αλλόθρησκοι μετανάστες δεν θέλουν να βλέπουν το σύμβολο του Σταυρού διότι δεν συμφωνούν με το χριστιανισμό. Όμως και πάλι είναι λανθασμένη η ένσταση αυτή διότι α) η χώρα στην οποία ζητούν τη σωτηρία τους οι μετανάστες είναι κατάσπαρτη από εκκλησίες και μοναστήρια που φέρουν το σημείο του Σταυρού και συνεπώς θέλουν δεν θέλουν, βλέπουν τον Σταυρό συνεχώς μπροστά τους και άρα ένας Σταυρός παραπάνω σε τι θα τους ενοχλούσε; και β) αλλοίμονο αν έπρεπε να κρύβουμε ότι ενοχλεί τους αλλόθρησκους μετανάστες καθώς σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε όλοι μας ως βαπτισμένοι χριστιανοί να εξαφανιστούμε από προσώπου γης διότι πολλοί από τους Μουσουλμάνους δεν θέλουν να βλέπουν χριστιανούς, τους θεωρούν άπιστους που ανήκουν στον Οίκο του πολέμου(Dar al Harb) και οι οποίοι με κάθε τρόπο θα πρέπει να ασπαστούν το Ισλἀμ και να γίνουν Οίκος του Ισλάμ(Dar al Islam). Θα έπρεπε επίσης και το δημοκρατικό μας πολίτευμα να μεταβάλουμε, καθώς το απεχθάνονται και επιθυμούν την εφαρμογή της Σαρίας, του ισλαμικού νόμου!

Σε όσους όμως ακόμη, συνεχίζουν να ομιλούν για το «διχαστικό Σταυρό» θα πρέπει να τους πούμε ότι από μια άποψη έχουν …δίκιο! Και αυτό διότι ο Σταυρός δεν είναι μόνον σύμβολο αγάπης αλλά και κρίσης των ανθρώπων, καθώς ο Χριστός είναι «Σημείον αντιλεγόμενον», κατά τη ρήση του πρεσβύτη Συμεών στην Θεοτόκο και μητέρα του Ιησού: «Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». Από τη στιγμή της εμφάνισης του Χριστού στη γη και μέχρι την σήμερα ο Χριστός πολεμήθηκε και πολεμάται όσο κανένας άλλος αλλά και δοξάσθηκε και δοξάζεται όσο κανένας άλλος. Έτσι, μένει η μορφή του Χριστού, όσο καμιά άλλη μορφή στην ιστορία του κόσμου, ως «σημείον αντιλεγόμενον», καθώς δημιουργεί κρίση στις ψυχές των ανθρώπων με αποτέλεσμα είτε την «πτώσιν» είτε την «ανάστασιν πολλών». Οι εχθροί Του δηλαδή πέφτουν, συντρίβονται και εξαφανίζονται. Κι από την άλλη πλευρά οι ψυχές που έχουν πίστη και τον ομολογούν δημόσια με θάρρος κερδίζονται, γίνονται παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της Ουράνιας Βασιλείας Του.

Όμως, στη σημερινή πραγματικότητα η νεοταξική πολιτική ορθότητα τύπου Τζώρτζ Σόρος δεν θέλει ούτε να ακούει για διαχωριστικές γραμμές, θέλει ομοιομορφία, πολτοποίηση των πάντων, θέλει ισοπέδωση, θέλει «αγάπη μόνο»! Γι΄ αυτό και ο κύριος στόχος της είναι να αλλάξει το εκκλησιαστικό ήθος, την εκκλησιαστική παράδοση, το πιστεύω των χριστιανών, ώστε να τους εντάξει ευκολότερα μέσα στη χοάνη της πανθρησκείας.

Είναι λυπηρό όμως, να παρατηρεί κανείς σήμερα και εκκλησιαστικούς ακόμη ταγούς να έχουν αποδεχθεί αυτή την «Σόρεια» πανθρησκειακή λογική και να αναρωτιούνται αφελέστατα «τι νόημα έχει να γεμίσουμε όλη την επικράτεια με σταυρούς;» ή πάλι «γιατί υψώνουμε τον σταυρό της θυσιαστικής του αγάπης, σαν “ξόανο’’ αποτροπής “αοράτων’’ εχθρών;» Άραγε θα τους προβληματίσουμε καθόλου ώστε να συνέλθουν από την πλάνη που βρίσκονται, αν τους θυμίσουμε ότι ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έγραφε; «Μη ντρεπόμαστε, έγραφε ο άγιος, τον Σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά τον Σταυρό σου, για να δουν οι δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά, τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του Σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, δηλαδή σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό… Είναι μεγάλο το φυλακτήριο. Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή η χάρη του προέρχεται από τον Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων

Άραγε θα τους προβληματίσουμε αν πάλι τους θυμίσουμε ότι ο Σταυρός είναι και σύμβολο της ελευθερίας και του αγώνα και της πάλης των χριστιανών έναντι ορατών και αοράτων εχθρών; Αν τους θυμίσουμε ότι οι Έλληνες στους μεγάλους εθνικούς αγώνες τους «με την σημαία και την βοήθεια του Σταυρού συνέτριψαν την τυραννία και ανέκτησαν την ποθητή τους ελευθερία. Και καθιέρωσαν ως εθνικό τους πανίερο σύμβολο, αγώνων και θυσιών και νίκης και θριάμβων τον Τίμιο Σταυρό, την γαλανόλευκη σημαία τους με τον λευκό Σταυρό στο μέσον και λάμποντα στο κοντάρι της Σημαίας πάλι τον Τίμιο Σταυρό… Ήταν, είναι και θα είναι αυτός ο Σταυρός η διακήρυξη της πίστεως και ομολογίας τους, η διαλάληση της δυνάμεως και της ελπίδας τους, η βαθειά εκδήλωση της ευγνωμοσύνης τους προς τον Εσταυρωμένο Χριστό, και για την ψυχική σωτηρία που τους χάρισε και χαρίζει με τον θάνατο Του τον σταυρικό, καί με την ελευθερία πού τους δώριζε και δωρίζει με την δύναμη του Σταυρού Του.»

Ο Σταυρός ήταν και είναι το διακριτικό γνώρισμα των χριστιανών.  Γι΄ αυτόν τον Σταυρό εκατομμύρια μαρτύρησαν, άνθρωποι απλοί του λαού, διότι ο λαός πιστεύει και προηγείται της ηγεσίας του και στα πνευματικά θέματα. Αυτοί οι μάρτυρες δεν ήταν οι περισσότεροι ίσως, μορφωμένοι καθηγητές αλλά ήταν απλοί άνθρωποι, οι τρελοί του χωριού, της πατρίδας και της πίστης, δεν ήταν δηλαδή, οι συμβιβασμένοι, συμφεροντολόγοι και ισαποστάκηδες της καριέρας, οι έτοιμοι να προδώσουν τους πάντες και τα πάντα προς χάριν της ευζωίας τους αλλά εκείνοι που είχαν φιλότιμο και προτιμούσαν από τις εύκολες μεσοβέζικες λύσεις που θα τους γλίτωναν από τα βάσανα, να κάνουν το σημείο του Σταυρού και να δίνουν, με θυσιαστικό φρόνημα, την ίδια τους τη ζωή για τον Χριστό, τον Σταυρό του και την πατρίδα τους. Όλοι αυτοί λοιπόν σήμερα μέσα από τους τάφους τους φωνάζουν «ντροπή σε αυτούς που θεωρούν ντροπή τον Σταυρό του Κυρίου».

Όσον αφορά τέλος, στα λεγόμενα ενός τοπικού πολιτικού της «πρώτης φοράς αριστεράς» ότι δηλαδή: «Ένας μεταλλικός σταυρός ύψους 10 μέτρων, που στήνεται σε έναν δημόσιο χώρο με το έτσι θέλω, χωρίς καμία άδεια και καμία προδιαγραφή ασφαλείας, αποτελεί μια επικίνδυνη αυθαιρεσία – για να μην αναφερθούμε στην αισθητική, και μάλιστα σε έναν χώρο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος», δεν χρειάζεται να του απαντήσουμε εμείς, διότι έχει απαντήσει ήδη το κόμμα στο οποίο ανήκει με την πολιτική που ασκεί εδώ και μια τετραετία, μια πολιτική που ασκείται με «το έτσι θέλω», με «χωρίς καμία άδεια και καμία προδιαγραφή ασφαλείας» όσον αφορά στο χειρισμό των εθνικών θεμάτων(βλ. Μακεδονικό), με «επικίνδυνη αυθαιρεσία» στο χώρο της Παιδείας(βλ. μάθημα των Θρησκευτικών), «για να μην αναφερθούμε στην αισθητική» των Υπουργών και βουλευτών του κόμματός του!

Κατόπιν όλων των παραπάνω θεωρούμε ότι πολύ σωστά έπραξαν όσοι πήραν την πρωτοβουλία της ανέγερσης του υπερμεγέθη Σταυρικού συμβόλου του χριστιανών.

Εύγε σε αυτούς που πιστοί στο Σύμβολο της θυσίας της πίστεώς τους, θυσίασαν και θυσιάζουν, διακινδύνευσαν και διακινδυνεύουν επίγεια και προσωρινά αγαθά χάριν της ομολογίας και της μαρτυρίας του Ιησού Χριστού και των αιωνίων αγαθών που Εκείνος προσφέρει στους αγαπώντας Αυτόν.

 

Ο φόβος του μαρμαρωμένου βασιλιά

Ο φόβος του μαρμαρωμένου βασιλιά

Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*

Οι πρόσφατες συχνές αναφορές του Προέδρου Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη και στην Αγία Σοφία αναμφισβήτητα σχετίζονται με τις προσπάθειες συσπείρωσης της εκλογικής βάσεως του ΑΚΡ εν όψει των επερχόμενων δημοτικών εκλογών. Ανάλογες αναφορές είχαν υπάρξει και στο παρελθόν και κυρίως σε προεκλογικές περιστάσεις και για εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων.

Αυτή όμως η στρατηγική της «πρωτόγονης», για εμάς τους Έλληνες,  προσπάθειας αφύπνισης εθνικών και θρησκευτικών συναισθημάτων, αποκαλύπτει και τη βαθιά ριζωμένη -στο σχετικά νεοσύστατο τουρκικό κράτος- ανησυχία μιας ξαφνικής τραγικής ανατροπής και κατάρρευσης, έναντι των πολλών ιστορικών αντιπάλων και εκκρεμοτήτων. Ένα ενδεχόμενο, που δεδομένης της πολυάριθμης κατοίκησης των περιοχών με νομιμόφρονες τούρκους πολίτες, φαίνεται όχι μόνο αδύνατο αλλά και εξωπραγματικό και φυσικά πέραν των επιδιώξεων οποιουδήποτε εχέφρονος Έλληνα.

Εντούτοις, η μακροχρόνια και αναλλοίωτη ελληνική παρουσία, που εξακολουθεί να υποκρύπτεται πίσω από κάθε μνημείο, όνομα, περιοχή και ιστορική περίοδο, στοιχειώνει όχι μόνο τη στρατηγική αντίληψη των τουρκικών-νεοοθωμανικών ελίτ αλλά και τον ψυχισμό των κατοίκων της Τουρκίας. Δυστυχώς για το τουρκικό κράτος, οποιαδήποτε «δικαιώματα χρησικτησίας», στηριζόμενα σε μακροχρόνιες πολεμικές συγκρούσεις και κατακτήσεις, παραμένουν αμφισβητήσιμα έναντι της τρομακτικής πολιτιστικής παρουσίας του Ελληνισμού. Μπορεί ο σημερινός ισλαμικός παροξυσμός του κυβερνώντος κόμματος να φαίνεται ισοπεδωτικός έναντι των προηγούμενων πολιτιστικών επιρροών και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους αλλά ενδέχεται να δημιουργήσει εσωτερικές τριβές και να προκαλέσει απρόβλεπτες αντιδράσεις στο μέλλον.

Γεγονός είναι ότι ακόμα και αυτή η ίδια η φυλετική προέλευση εκατομμυρίων κατοίκων της γειτονικής χώρας αποτελεί πηγή προβληματισμού καθώς διάφορες επιστημονικές αναλύσεις του DNA καταδεικνύουν μεγαλύτερη συσχέτιση με τους παλαιότερους κατοίκους του Αιγιακού χώρου παρά με τις νομαδικές ομάδες που ήρθαν ως εισβολείς προ χιλιετίας στην περιοχή. Σίγουρα, αμφισβητούμενες επιστημονικές αναλύσεις του DNA ή μη αποδεικνυόμενες προγονικές και ιστορικές καταβολές δεν ανατρέπουν την πραγματικά ισχυρή πεποίθηση «του ανήκειν» σε ένα ισχυρό τουρκικό έθνος. Παρά ταύτα ο φόβος της προσωρινότητας της κατοχής του χώρου της Μικράς Ασίας εξακολουθεί να κατατρέχει τους ανατολικούς μας γείτονες. Ούτε είναι εύκολο να λησμονήσουν ότι αρκετές φορές στο παρελθόν, η διατήρηση της τουρκικής κατοχής των Στενών επιτεύχθηκε μόνο ένεκα των διχογνωμιών των μεγάλων δυνάμεων σχετικά με τον νέον «ιδιοκτήτη» τους. Ούτε είναι εύκολο να λησμονήσουν ότι μόλις προ 100 ετών οι ελληνικές σάλπιγγες αντηχούσαν στον Σαγγάριο κατά την πορεία του στρατού μας προς την Άγκυρα.

Με τα παραπάνω δεν επιθυμώ να παρακινήσω σε πανεθνική εκστρατεία απελευθέρωσης των «χαμένων ή σκλαβωμένων» πατρίδων. Ούτε προτρέπω σε μια χαμηλής ποιότητας και φτωχής αποτελεσματικότητας ελληνική αντίκρουση των τουρκικών ισχυρισμών με εθνικιστικές κορώνες εντυπωσιασμού. Αντίθετα θεωρώ απαραίτητη, μια συνεχόμενη και σε βάθος δεκαετιών, εκστρατεία διεθνούς πληροφόρησης της ελληνικότητας όλων αυτών των εδαφών από τα οποία μάλιστα προήλθαν τα βασικά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. Η ελληνική πολιτιστική εκστρατεία δεν είναι δυνατόν να επικεντρώνεται μόνο στην ελληνικότητα της Μακεδονίας αλλά πρέπει να καλύπτει όλα εκείνα τα μέρη στα οποία επί χιλιετίες ρίζωσε η ελληνική φυλή και εδραιώθηκε ο ελληνικός πολιτισμός. Ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά δεν πρέπει σήμερα να εστιάζεται σε πολεμική αναμέτρηση αλλά να θέτει με επιδεξιότητα σε αμφιβολία την πολιτιστική ταυτότητα του τουρκικού λαού εκμεταλλευόμενος κάθε διασπαστική τάση και αδυναμία της τουρκικής κοινωνίας.

Σήμερα συνεχώς μιλάμε για αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και για τη χρήση της ήπιας ισχύος αλλά αδυνατούμε να κατανοήσουμε την αξία των «όπλων» που διαθέτουμε στην φαρέτρα μας και τον φόβο που αυτά προκαλούν στους αντιπάλους μας. Βέβαια αυτοί τουλάχιστον αντιλαμβάνονται την αξία των «όπλων» μας και με προσεκτικά βήματα -ενίοτε και με άναρθρες κραυγές- προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τις κατακτήσεις τους. Στο χέρι  μας είναι να διατηρούμε πάνω τους μια συνεχή πολιτιστική πίεση που υπό προϋποθέσεις και σε απρόβλεπτο χρονικό διάστημα, ενδεχομένως να επιφέρει θετικά αποτελέσματα για την υψηλή μας στρατηγική. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή η πίεση απονομιμοποιεί τα δικά τους ανιστόρητα επιχειρήματα στο εσωτερικό τους αλλά και στο διεθνές επίπεδο. Όπως μάλιστα έχει περίτρανα αποδείξει η ιστορία, τίποτα δεν χάνεται παρά μόνο όταν αυτό σβηστεί από τη συνείδηση των λαών.

Η παρότρυνση για ενδυνάμωση της πολιτιστικής μας εκστρατείας δεν υπονοεί με κανένα τρόπο την αποδυνάμωση των υπολοίπων μορφών ισχύος και ειδικά της παραμελημένης στρατιωτικής ισχύος.

* Ο κ. Ιπποκράτης Δασκαλάκης είναι Υποστράτηγος (εα). Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου. Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ). Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ).Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ).