Η Δυτική Θεολογία στην Ελλάδα.(Ιω.Καρδάση)

Υπάρχουν πλείστοι ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι θεωρούν, ότι η Ορθοδοξία έχει υποστεί βαθειά επίδραση από τη Δυτική θεολογία, οπότε η δυσκολία αρχίζει με την προσπάθεια του καθορισμού της επίδρασης αυτής και τελικά οδηγούμεθα στο ερώτημα, σε τι διαφέρει η Δυτική από την Ανατολική θεολογία και σε ποια σημεία και σε ποια έκταση έχει γίνει η εισβολή της δυτικής σκέψης στην Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση.

Βέβαια, το πνεύμα της Δύσης και το πνεύμα της Ανατολής τελικά διαφέρουν μεταξύ τους πάρα πολύ και αυτή η διαφορά καθιστά αυτά τα δυο μεγέθη ασυμβίβαστα. Η εισβολή αυτή της δυτικής σκέψης έγινε έγκαιρα αντιληπτή στη ρωσική ορθόδοξη θεολογία, ενώ έμεινε και εν πολλοίς μένει ακόμη απαρατήρητη από την ελληνική ορθόδοξη θεολογία. Η ελληνική ορθόδοξη θεολογία, δυστυχώς, ακολούθησε αυτή τη δυτική ομολογιακή θεολογία με εκφραστές κυρίως το Ζήκο Ρώση, Χρ. Ανδρούτσο και άλλους, μεγάλης εμβέλειας ακαδημαϊκούς καθηγητές. Αυτοί, για να αντιπαρατεθούν στα ΡΚαθολικά επιχειρήματα, χρησιμοποίησαν τη Προτεσταντική θεολογία, στη δε αντιπαράθεσή τους με τους Προτεστάντες, χρησιμοποίησαν τα ΡΚαθολικά επιχειρήματα. Με αυτή την πορεία αναπτύχθηκε η ελληνική ορθόδοξη θεολογία, μέχρι την εμφάνιση του καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη, ο οποίος πρόσφερε και έκανε γνωστά στη θεολογία μας τα πατερικά έργα σε τέτοιο βαθμό, που άλλαξε άρδην η θεολογική σκέψη και από δυτικοτραφής, άρχισε να στρέφεται στην καθ’ ημάς «άγνωστη» Ανατολή και όλη αυτή η προσπάθεια, γίνεται όχι χωρίς αντιδράσεις, κυρίως από το δυτικοτραφές καθηγητικό κατεστημένο. Πάντως η συμβολή του π. Ρωμανίδη ήταν τόσο καίρια, που σηματοδοτεί την ορθόδοξη θεολογική σκέψη και τη διαχωρίζει σε «προ» και «μετά» Ρωμανίδη εποχή.

Τι είναι όμως αυτά που διαχωρίζουν τη Δυτική από την Ανατολική θεολογία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Για να προσεγγιστούν οι διαφορές αυτές, πρέπει να πάμε πίσω στις ρίζες της Δυτική σκέψης. Είναι δε πολύ επιβοηθητική η παρατήρηση του π. Florovsky πάνω στις διαφορές αυτές. Υπήρχε ανέκαθεν μέσα στην αρχαία Εκκλησία, λέει, μια κατά κάποιο τρόπο νόμιμη διαφοροποίηση της Δυτικής και της Ανατολικής προσέγγισης. Για να έχουμε τη καθολικότητα της Εκκλησίας είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των δυο αυτών τρόπων προσέγγισης. Είναι χαρακτηριστική επίσης, η μαρτυρία του Λουγδούνου Ειρηναίου. Η Εκκλησία, λέει, έχει δύο πνεύμονες, τον πνεύμονα της Ανατολής και τον πνεύμονα της Δύσης. Με αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά της Δυτικής θεολογίας και τις διαφορές με την Ανατολή, μπορεί η πρώτη να ενσωματωθεί και να συνδεθεί με την καθόλου Εκκλησία και από ποια σημεία και πέρα η συνύπαρξη και η σύνθεση αυτών των δυο θεολογιών γίνεται αδύνατη;

      ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ   ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Κατά καιρούς γίνεται λόγος, για τη θεολογία στην Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του ’60 και παρουσιάζεται αυτή η θεολογία ως μια νέα θεολογία, είτε ως επαναφορά στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, είτε ως μια νεοπατερική θεολογία, δηλαδή ως θεολογία της Εκκλησίας, που εκφράζεται με μια νέα γλώσσα.

Υπάρχουν πολλοί, που ισχυρίζονται, ότι η θεολογία που εμφανίσθηκε στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν ένα σημαντικό γεγονός για την Εκκλησία μας, αλλά, όπως υποστηρίζουν, διάφοροι παράγοντες συντέλεσαν στο να χαθεί αυτή η σημαντική προοπτική, που δημιουργούσε αυτή η θεολογία.

Πρόκειται, για την εμφάνιση μερικών νέων θεολόγων, οι οποίοι έγραψαν διάφορες επιστημονικές διατριβές ή συνέταξαν θεολογικά κείμενα, με τα οποία προσπαθούσαν να δουν την ορθόδοξη διδασκαλία μέσα από μια άλλη προοπτική, διαφορετική, από εκείνη που επικρατούσε την εποχή εκείνη.

1.- Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ΄60

Είναι γνωστό, ότι στην Ελλάδα πριν, αλλά και μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό εισήχθη μια θεολογία δυτικού τύπου, που είχε σχέση, είτε με τον σχολαστικισμό του Παπισμού, είτε με τον ηθικισμό του Προτεσταντισμού. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίον ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έκανε λόγο, για την βαβυλώνεια αιχμαλωσία της ορθοδόξου θεολογίας.

Στη συνέχεια, κάποια στιγμή, μερικοί Έλληνες θεολόγοι ήρθαν σε επικοινωνία με τα κείμενα των Ρώσων εμιγκρέ (προσφύγων) στο Παρίσι ή άλλες ευαισθητοποιημένες φωνές και διαπίστωσαν ένα διαφορετικό τρόπο, με τον οποίον εκφράζονταν, για προβληματισμούς και θέματα, που απασχολούσαν το δυτικό άνθρωπο. Ενθουσιάσθηκαν με τέτοια κείμενα και προσπάθησαν να μεταφέρουν αυτές τις απόψεις και στο ορθόδοξο ελληνικό κοινό.

Παράλληλα, όμως, γινόταν και μια άλλη κίνηση από θεολόγους, κυρίως της Θεσσαλονίκης, να φέρουν σε επιφάνεια τα έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος εκφράζεται με ορθόδοξο ησυχαστικό τρόπο ζωής. Μέσα στην προοπτική αυτή εγράφησαν διατριβές, μελέτες και διάφορα θεολογικοκοινωνικά κείμενα.

Όλο αυτό το ρεύμα ονομάσθηκε «θεολογία της δεκαετίας του ’60» και θεωρήθηκε ως κάτι καινούριο, γιατί αντιμετώπιζε τα φιλοσοφικά, θεολογικά, ανθρωπολογικά, εκκλησιολογικά και κοινωνικά ζητήματα, μέσα από μια νέα προοπτική και πρόσφερε μια καινούρια γλώσσα, που άγγιζε περισσότερο το νέο άνθρωπο. Αυτό ξάφνιασε πολλούς, μεταξύ των οποίων και τους αριστερούς και οι επικριτές χαρακτήρισαν την κίνηση αυτή, ως «νεορθοδοξία».

2.- Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ «ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

Ασφαλώς, πρέπει να μελετηθεί αυτό το φαινόμενο και να εξετασθούν όλες οι παράμετροί του. Για παράδειγμα, πρέπει να ερευνηθούν τα αίτια που προκάλεσαν την εμφάνιση αυτής της θεολογίας, κατά πόσον αυτή η θεολογία έχει ερείσματα στη διαχρονική παράδοση ή ήταν ένα εποχιακό φαινόμενο και τελικά τι γονιμοποιήσεις προκάλεσε στη χώρα μας και στην Εκκλησία.

Βεβαίως, όλο αυτό το ρεύμα πρέπει να μελετηθεί με επάρκεια και  ασφαλώς με αντικειμενικότητα, διότι η αφετηρία και η προοπτική όλων των θεολόγων, που εντάσσονται σ’ αυτό το θεολογικό ρεύμα δεν ήταν η ίδια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Άλλοι από αυτούς ξεκίνησαν από μελέτη πατερικών κειμένων, μέσα στην ησυχαστική παράδοση του Αγίου Όρους, άλλοι από σύγχρονες φιλοσοφίες, όπως του Μπερντιάγεφ, άλλοι από τη μελέτη των Ρώσων θεολόγων της Διασποράς και άλλοι επηρεάσθηκαν από την «πολιτική θεολογία» της Λατινικής Αμερικής. Βεβαίως, όλες αυτές οι κατηγορίες κατέληγαν σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Σίγουρα, η θεολογία της δεκαετίας του ’60 πρέπει να μελετηθεί, χωρίς υπερβολές και χωρίς υποτιμήσεις και να αποδοθεί ο δίκαιος έπαινος ή να κριθεί ανάλογα. Όμως, παράλληλα, δεν πρέπει να παραθεωρηθεί, ότι τα ίδια ρεύματα παρατηρήθηκαν και στις δεκαετίες του 20ου αιώνα, στο δυτικό χώρο. Οπότε, πρέπει να εξετασθεί η επιρροή της δυτικής γερμανικής θεολογίας, στη διαμόρφωση ενός τουλάχιστον μέρους, της λεγομένης θεολογίας της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα.

Στο δυτικό κόσμο και κυρίως στην γερμανική θεολογία της δεκαετίας του ’20, ύστερα από τα φρικτά αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη συνεργασία Χριστιανών με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής, αναπτύχθηκε η διαλεκτική θεολογία, η θεολογία της κρίσεως ή «νεορθοδοξία», η οποία προσπάθησε να δει τη σχέση του Θεού με τον κόσμο, μέσα από άλλη προοπτική. Εμφανίσθηκαν νέοι προτεστάντες θεολόγοι, όπως ο Μπαρτ, ο Μπρούννερ, ο Μπούλτμαν, ο Τίλλιχ, οι οποίοι συναντήθηκαν με φιλοσόφους της εποχής, όπως τον Κίρκεργκαρντ, τον Μπερντιάγεφ, τον Χάϊντεγκερ κ.λπ. αντίστοιχα, και μίλησαν για την Εκκλησία σε σχέση με τον κόσμο, με ένα διαφορετικό τρόπο, από εκείνον που μιλούσαν παλαιότεροι Γερμανοί θεολόγοι όπως, για παράδειγμα, ο Χάρνακ.

Στη γερμανική αυτή θεολογία της δεκαετίας του ’20 ακούσθηκαν και αναλύθηκαν όροι, όπως: νεορθοδοξία, εκκοσμίκευση, εκκλησιολογία, πνευματολογία, εσχατολογία, οικουμενικότητα κ.λπ., οι οποίοι όροι χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τους θεολόγους της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα. Ακόμη, έγινε μεγάλος διάλογος στη Γερμανία και γενικότερα στη Δύση, για τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου, λογικής και πίστεως, φιλοσοφίας και θεολογίας, ιστορίας και εσχατολογίας, λόγου και αποκαλύψεως, είναι και Θεού.

Επίσης, στο δυτικό κόσμο κατά τη δεκαετία του ’60 αναπτύχθηκαν διάφορα θεολογικά ρεύματα, που έκαναν λόγο για την εσχατολογική θεολογία, τη μεταχριστιανική θεολογία, τη θεολογία του θανάτου του Θεού, την πολιτική θεολογία κ.λπ. Και τέτοιες ορολογίες μεταφέρθηκαν και στην Ελλάδα, κατά την δεκαετία του ’60 και μετέπειτα. Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος παρουσίασε όλη αυτήν την εξέλιξη της θεολογίας στους Προτεστάντες.

Έτσι, η θεολογία της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα, πρέπει ασφαλώς να μελετηθεί και από την προοπτική αυτή, δηλαδή σε σχέση με τις παράλληλες θεολογικές κινήσεις, που έγιναν στον Προτεσταντικό κόσμο και κυρίως στη Γερμανία και να ερευνηθεί η σχέση μεταξύ των ορθοδόξων θεολόγων της δεκαετίας του ’60 και των προτεσταντών θεολόγων των δεκαετιών του ’20 και του ’60.

Για παράδειγμα, ακουγόταν από τους καθηγητές, πολύ συχνά οι απόψεις των μεγάλων Γερμανών Προτεσταντών θεολόγων, όπως του Μπαρτ, του Μπρούννερ, του Μπούλτμαν κ.λπ. Ενδεικτικά δε αναφέρεται, ότι στο μάθημα της ιστορίας των δογμάτων, μεταξύ των άλλων, εξεταζόταν το θέμα της διαλεκτικής θεολογίας και οι απόψεις των πιο πάνω Γερμανών θεολόγων, ως προς την δικαίωση του ανθρώπου, σε σχέση με την ορθόδοξη θεολογία, όπως διατυπώθηκε από τους αγίους Πατέρες. Αυτό συνέβαινε, διότι μερικοί από τους Καθηγητές είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και γνώριζαν όλη την κίνηση της διαλεκτικής θεολογίας.

Η προηγούμενη γενιά είχε επηρεασθεί πάρα πολύ από το Γερμανό θεολόγο Χάρνακ, ο οποίος είχε προηγηθεί της διαλεκτικής θεολογίας, διότι οι καθηγητές της εποχής εκείνης είχαν σπουδάσει τη γερμανική θεολογία, μέσα από τις απόψεις του.

Εν πάση περιπτώσει, η λεγομένη θεολογία της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα πρέπει να μελετηθεί και βάσει των αντιστοίχων «θεολογιών» στην Γερμανία και βάσει της θεολογίας των Ρώσων της Διασποράς.

3.- Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πέρα από όσα αναφέρθηκαν πρέπει να προστεθεί μια άποψη, η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί, προκειμένου να προχωρήσουμε σε ασφαλέστερα συμπεράσματα, για το θέμα αυτό.

Το γενικό συμπέρασμα είναι, ότι η ορθόδοξη θεολογία είναι η φωνή της Εκκλησίας. Και όπως η Εκκλησία είναι διαχρονική, ως Σώμα του Χριστού, έτσι και η ορθόδοξη θεολογία έχει μια διαχρονική έκφραση και εμπειρία και δεν χωρίζεται σε δεκαετίες. Βεβαίως, μπορούμε να εντοπίζουμε μέσα στην ιστορία διάφορα θεολογικά ρεύματα, που εκφράσθηκαν από θεολόγους κατά εποχές ή καλλιεργήθηκαν σε διάφορες πόλεις (Αλεξάνδρεια-Αντιόχεια-Ιεροσόλυμα κ.λπ.) αλλά δεν μπορούμε να ομιλούμε για ορθόδοξη θεολογία της δεκαετίας του ’60, του ’70, του ’80 του ’90 κ.λπ.

Με άλλα λόγια, η ορθόδοξη θεολογία της Εκκλησίας είναι η θεολογία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, δια μέσου όλων των αιώνων. Κάθε νέο ρεύμα το οποίο εμφανίζεται, πρέπει να μελετάται σε σχέση με την θεολογία της Εκκλησίας, που εκφράζεται από τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Πατέρες. Αυτοί οι άγιοι έφθασαν στη θέωση, είδαν το Θεό μέσα στο Φως και μετά εξέφρασαν τις εμπειρίες τους, με τους όρους της εποχής τους.

Όταν μελετήσει κανείς τη λεγόμενη θεολογία της δεκατίας του ’60 μέσα από την προοπτική των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, θα δει, ότι πρόκειται για μια θεολογία που επηρεάσθηκε τόσο από την ρωσική θεολογία της Διασποράς, όσο και από την προτεσταντική διαλεκτική θεολογία και συνδέεται με στοιχεία στοχασμού, συναισθηματισμού και προγονισμού. Οπότε, σε μερικά σημεία προσφέρει μία καινούρια γλώσσα, αλλά στην ουσία διαφοροποιείται εν πολλοίς μεθοδολογικά από την πατερική παράδοση, η οποία στο βάθος της είναι νηπτική – ησυχαστική και όχι φιλοσοφική – στοχαστική. Πρόκειται για την θεολογία που ασχολείται με την αισθητική και όχι την ασκητική, το λογιστικό και όχι το νοερό.

Επίσης, οι θεολόγοι που έχουν επηρεασθεί από την «ομορφιά» της θεολογίας της δεκαετίας του ’60, παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτήν και δεν βλέπουν, ότι υπάρχουν μεταγενέστερες θεολογικές μελέτες και στη Δύση και στην ορθόδοξη Ανατολή, που έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο τα θέματα αυτά και έχουν υπερβεί εν πολλοίς τη λεγομένη θεολογία της δεκαετίας του ’60. Όμως, το να κρίνει αρνητικά ένας δρομέας-αθλητής αυτούς που τον έχουν ξεπεράσει και τρέχουν πιο δυνατά από αυτόν, δεν είναι σωστή αντίληψη και κριτική.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 θεωρείτο στην Αμερική, ότι οι θεολόγοι της Ελλάδος είναι επηρεασμένοι από τη σχολαστική και προτεσταντική θεολογία της Δύσεως και ότι οι Ρώσοι θεολόγοι της Διασποράς εξέφραζαν την αληθινή ορθόδοξη θεολογία, τη λεγομένη νεοπατερική και νεοπαλαμική, που ασφαλώς είναι ανώτερη και υπέρτερη της θεολογίας των Πατέρων. Είναι γνωστές οι απόψεις του Αλέξη Κομιακώφ, ότι η σχολαστική θεολογία της Δύσεως υπερέβη τη θεολογία των Πατέρων και ότι η Ρωσική θεολογία ξεπέρασε και τη σχολαστική, άρα και την Ελληνική Πατερική θεολογία. Όταν όμως πληροφορήθηκαν, το τι ακριβώς πιστεύουν στην Ελλάδα, τότε κατάλαβαν, ότι η θεολογία είναι ανώτερη από την δική τους και των Ρώσων της Διασποράς. Και να σκεφθεί κανείς, ότι η λεγομένη θεολογία της δεκαετίας του ’60 χρησιμοποίησε πάρα πολύ, μεταξύ των άλλων, και τις απόψεις του Αλεξάνδρου Σμέμαν.

4.- Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ π. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗ

Στους θεολόγους της δεκαετίας του ’60 πολλοί συγκαταλέγουν και τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος πράγματι δημιούργησε μεγάλη έκπληξη την εποχή εκείνη και συντέλεσε στην επαναφορά της θεολογίας στην Ελλάδα προς την πατερική παράδοση.

Θεωρείται, ότι δεν είναι ορθό να συγκαταλέγεται ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης σε αυτό το ρεύμα της λεγομένης νεορθοδοξίας. Και αυτό για πολλούς λόγους:

Ο πρώτος είναι, ότι ο π. Ιωάννης εμφανίσθηκε στα θεολογικά γράμματα και την επιστήμη της θεολογίας τη δεκαετία του ’50, πρώτα με μελέτες και ύστερα με την διατριβή του, με τίτλο: «Το Προπατορικό αμάρτημα», που απετέλεσε πράγματι σταθμό στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, όπου δημιούργησε μεγάλη συζήτηση, αλλά και γενικότερα στον θεολογικό κόσμο στην Ελλάδα.

Ο δεύτερος λόγος είναι, γιατί ο π. Ιωάννης δεν επηρεάσθηκε από τους Ρώσους θεολόγους της Διασποράς, ούτε από την διαλεκτική προτεσταντική θεολογία, αλλά από την προσωπική έρευνα, που έκανε στους Αποστολικούς Πατέρες της Εκκλησίας. Μεγαλωμένος στο προτεσταντικό περιβάλλον της Αμερικής σπούδασε και σε Παπικό Ινστιτούτο, όπου διδάχθηκε και μελέτησε τη θεολογία του Θωμά του Ακινάτη, και σε προτεσταντικές Θεολογικές Σχολές, όπως του Γιέϊλ και του Χάρβαρντ και γνώρισε πολύ καλά τη νοοτροπία τους. Κυρίως, επειδή οι Προτεστάντες δίδασκαν, ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας αλλοίωσαν την αποστολική παράδοση, γι’ αυτό μελέτησε διεξοδικά τους Αποστολικούς Πατέρες (Ειρηναίο, Ιγνάτιο, Μεθόδιο, Ιουστίνο, Πολύκαρπο κ.λπ.), οι οποίοι είναι ο κρίκος εκείνος, που συνέδεσε τους Αποστόλους και τους μετέπειτα Πατέρες. Καρπός αυτής της μελέτης ήταν η διατριβή του, για το προπατορικό αμάρτημα, όπου, μεταξύ άλλων, διαπιστώνει τη διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ορθοδόξου θεολογίας. Είναι χαρακτηριστικός ο υπότιτλος της μελέτης του, για το προπατορικό αμάρτημα, που προσδιορίζει το περιεχόμενο του βιβλίου: «Συμβολαί εις την έρευναν των προϋποθέσεων της διδασκαλίας του Προπατορικού Αμαρτήματος εν τη μέχρι του Αγ. Ειρηναίου Αρχαία Εκκλησία, εν αντιβολή προς την καθόλου κατεύθυνσιν της Ορθοδόξου και της Δυτικής μέχρι Θωμά του Ακινάτου Θεολογίας».

Ο τρίτος λόγος, κατ’ επέκταση, ήταν ότι όταν ήλθε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’50 αισθάνθηκε μεγάλη έκπληξη από το κλίμα το οποίο συνάντησε. Μετά την εκπόνηση της διατριβής του, μελέτησε ακόμη βαθύτερα το θέμα και έφθασε σε άλλα συμπεράσματα, όπως στη θεολογία του ησυχασμού και τη ζωή της Ρωμηοσύνης, την οποίαν όμως Ρωμηοσύνη την έβλεπε περισσότερο μέσα από τη νηπτική και ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας. Σημειώνεται δε, ότι όποιος ερμηνεύει τη θεωρία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, περί Ρωμηοσύνης, μέσα από εθνικισμούς και όχι μέσα από τη νηπτική παράδοση της Εκκλησίας, η οποία είναι υπέρβαση κάθε εθνικισμού, αυτός παρερμηνεύει τις απόψεις του.

Επομένως, οι μετέπειτα μελέτες του π. Ιωάννη Ρωμανίδη δεν είναι έκπτωσή του από τις πρώτες μελέτες του, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά είναι θετική εξέλιξή τους, δηλαδή πορεία προς την ακραιφνή πατερική παράδοση. Ακόμη, όσοι ερμηνεύουν τη διδασκαλία του, μέσα από άλλα ρεύματα μονοφυσιτικά, νέο-νεστοριανικά και ωριγενιστικά και αυτοί τον αδικούν. Για παράδειγμα, επειδή μερικοί απέδωσαν ωριγενισμό σε μερικές απόψεις του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, μελετήθηκαν οι δοξασίες του Ωριγένη, που καταδικάσθηκαν από την Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο, όπως φαίνονται στα διασωθέντα Πρακτικά της, και δεν διακρίνεται κάποια επίδραση. Αν μερικές απόψεις του Ωριγένη είναι ορθόδοξες και πέρασαν δια των Πατέρων της Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, κ.λπ.) στην παράδοσή της, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον π. Ιωάννη. Άλλωστε ο π. Ιωάννης επανειλημμένως σε κείμενά του αναφερόταν σε εσφαλμένες απόψεις του Ωριγένη και μάλιστα ασκούσε και οξεία κριτική σ’ αυτές.

Ο τέταρτος λόγος είναι, ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήξερε πολύ καλά τη ρωσική θεολογία της Διασποράς, όπως και τα αίτια και τους σκοπούς αυτών, που την διέδιδαν, καθώς επίσης ήξερε πολύ καλά τη γερμανική ιδεαλιστική, διαλεκτική και υπαρξιακή θεολογία της Δύσεως και έκρινε ανάλογα αυτούς, που την ανέπτυξαν ή την μετέφεραν στην Ελλάδα.

Μάλιστα υποστήριζε την άποψη, ότι όταν κάποιος προσβάλλεται στο σωματικό οργανισμό του από ένα μικρόβιο ή ιό, πρέπει να βρεθεί η αιτία της προσβολής, από που προέρχεται αυτός ο ιός. Κατά παρόμοιο τρόπο, όταν κάποιος μεταφέρει έναν «θεολογικό ιό η μικρόβιο» στην Ελλάδα, πρέπει να εξετασθεί, για να βρεθεί το πρόσωπο από το οποίο το «κόλλησε». Υποστήριζε δε, ότι μια τέτοια έρευνα στα θεολογικά γράμματα μπορεί να καταδείξει, ότι κάποιος Έλληνας θεολόγος, που σπούδασε στη Δύση, μετέφερε στην Ελλάδα το ανάλογο «θεολογικό μικρόβιο» η «θεολογικό ιό»!

Το συμπέρασμα των ανωτέρω είναι, ότι η μελέτη της θεολογίας της δεκαετίας του ’60 πρέπει να γίνεται με προσοχή και μέσα από την προοπτική των προϋποθέσεων, που εντοπίσθηκαν πιο πάνω, αλλ’ όμως πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση, ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να ερμηνεύεται μέσα από δεκαετίες, αλλά μέσα από τη διαχρονική παράδοση και διδασκαλία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων. Δηλαδή, στην ορθόδοξη θεολογία δεν υπάρχει θεολογία της δεκαετίας του ’60, αλλά η θεολογία των θεοπτών Αγίων, που είναι αντίθετη με τον στοχασμό των φιλοσόφων.

(ΠΗΓΗ: Ναυπάκτου Ιεροθέου. Η Θεολογία της 10ετίας του ΄60).

  1. 6.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

«Παρακλητικός κανών στους αγίους Κοσμάν και Δαμιανόν»

(Ποίημα Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου)
Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.
Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…
Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῶν νοσούντων συμπαθεῖς ἰατῆρες, καί χειρουργοί τῶν χαλεπῶν παθημάτων, καί τῶν πασχόντων θεῖοι ἀντιλήπτορες, ἴασιν καί λύτρωσιν, καί ὑγείαν καί ῥώσιν, ψυχῆς ὁμοῦ καί σώματος χορηγεῖται ἀπαύστως, Κοσμᾶ σοφέ σύν τῷ Δαμιανῷ, τοῖς τῇ πρεσβείᾳ ὑμῶν καταφεύγουσι.
Δόξα Πατρί… Ἦχος πλ. δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καί θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τάς ἀ¬σθενείας ἡμῶν, δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε ἡμῖν.
Καὶ νῦν.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Εὐθὺς ἀναγινώσκομεν τὸν Ν΄ ψαλμόν.
Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
Ὁ Κανών τῶν Ἁγίων, οὗ ἡ ἀκροστιχίς. «Θεῖοι ἰατροί ἰάσασθέ με. Γερασίμου»
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ’. Ὑγράν διοδεύσας ὡσεί ξηράν.
Θεράποντες θεῖοι τοῦ Λυτρωτοῦ, δυάς Ἀναργύρων, θεραπείας με ταχινῆς, τῆς κατά ψυχήν τε καί τό σῶμα, τῇ ἀντιλήψει ὑμῶν ἀξιώσατε.
Ἐπλήγην κακίᾳ τοῦ δυσμενοῦς, καί νόσῳ βαρείᾳ, περιπέπτωκα χαλεπῶς, ἀλλ’ ὦ ἰατροί τῶν ἀσθενούντων, τῆς ἐπελθούσης με θλίψεως ρύσασθε.
Ἰάσεις παρέχοντες δωρεάν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, πόνων καί δεινῶν ἀρρωστημάτων, τούς προσιόντας ὑμῖν ἀπαλλάξατε.
Θεοτοκίον.
Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, Ἀειπάρθενε Μαριάμ, λάμπρυνον τόν ζόφον τῆς ψυχῆς μου, ταῖς φωταυγέσι σου χάρισι δέομαι.
Ώδή γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἰατροί δεδειγμένοι, παρά Θεοῦ ἄμισθοι, τοῖς ὀδυνηρῶς τρυχομένοις, πόνοις καί ἄλγεσι, θεῖοι Ἀνάργυροι, τῆς ταλαιπώρου ζωής μου, τάς ὀδύνας λύσατε, ὡς συμπαθέστατοι.
Ἰαμάτων τά ρεῖθρα, οἷα πηγή δίκρουνος, ἡ τῶν ἱερῶν Ἀναργύρων, δυάς αὐτάδελφος, κόσμῳ πηγάζοντες, ἀσθενειῶν πάντα ρύπον, καί παθῶν τόν βόρβορον, ἀποκαθαίρετε.
Ἀναργύρως τάς νόσους, τάς τῶν βροτῶν παύοντες, ὡς παρά Κυρίου λαβόντες, τήν χάριν Ἅγιοι, παύσατε δέομαι, τό τῆς καρδίας μου ἄλγος, καί πρός σωτηρίας με, τρίβον ἰθύνατε.
Θεοτοκίον.
Τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὑπερφυῶς τέξασα, τήν ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας, πληγήν ἰώμενον, ἡμῶν Πανύμνητε, τῆς ἀσθενούσης ψυχῆς μου, ἴασαι τόν καύσωνα, τῇ σῇ χρηστότητι.
Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τους καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Κάθισμα. Ἦχος β’. Πρεσβεία θερμή.
Παθῶν χαλεπῶν, ἀκέστορες ὀξύτατοι, καί πάσης ψυχῆς, πασχούσης ἀνακούφισις, Δαμιανέ μακάριε, καί Κοσμᾶ θεοφόροι Ἀνάργυροι, ἐν ὑγείᾳ ἡμῶν τήν ζωήν, ἀπτώτω τηρήσατε δεόμεθα.
Ὠδή δ’. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ρῶσιν θείαν καί ἴασιν, καί ἁμαρτημάτων θεόθεν ἄφεσιν, ἐξαιτήσασθε Ἀνάργυροι, ταῖς συνεχομένοις ἀρρωστήμασι.
Ὀδυνώμενος πάθεσιν, ὑμῶν τῇ πρεσβείᾳ προστρέχω Ἅγιοι• μή παρίδητε Ἀνάργυροι, τόν ταῖς ἁμαρτίαις ἀπολλύμενον.
Ἰατροί συμπαθέστατοι, μυστικοῖς φαρμάκοις ὑμῶν τῆς χάριτος, τήν ἀφόρητόν μου ἄλγησιν, τήν μαστίζουσάν με θεραπεύσατε.
Θεοτοκίον.
Ἰατῆρα κυήσασα, τόν τῶν ὅλων Κτίστην κόσμον ἰώμενον, ἴασαί μου τά ἀλγήματα, Κεχαριτωμένη Μητροπάρθενε.
Ὠδή ε’. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἴαμα ἀεί, ἀναβλύζει θείῳ Πνεύματι, ὁ ναός ὑμῶν Ἀνάργυροι κλεινοί, καί ἰᾶται πᾶσαν νόσον καί πᾶν οἴδημα.
Ἄνωθεν ἡμᾶς, ἐποπτεύοιτε Ἀνάργυροι, ἐξ ἡμῶν ἀποδιώκοντες ἀεί, τήν μανίαν τοῦ δολίου πολεμήτορος.
Σῶμα καί ψυχήν, ἀσινῆ ἡμῶν τηρήσατε, ἐκ δεινῶν ἀσθενειῶν καί συμφορῶν, τῶν προστάτας κεκτημένων ἡμᾶς Ἅγιοι.
Θεοτοκίον.
Ἄχραντε Ἁγνή, τήν χρονθεῖσάν μου διάνοιαν, μανιώδεσι τοῦ πλάνου προσβολαῖς, ἀποκάθαρον τοῖς ρείθροις τοῦ ἐλέους σου.
Ὠδή ς’. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Συντρίμματα, τῶν ψυχῶν ἰάσασθε, καί τοῦ σώματος δεινάς καχεξίας, ὡς δεδεγμένοι πλουσίαν τήν χάριν, τοῦ θεραπεύειν τάς νόσους Ἀνάργυροι, τῶν προσφωνούντων εὐλαβῶς, τήν σεπτήν ὑμῶν κλήσιν ἑκάστοτε.
Θηρεύσας με, ἡδονῆς δελέατι, ἠχμαλώτευσεν ὁ δόλιος δράκων· ἔνθεν ὀδύναι καί νόσοι καί πόνοι, κρίσει δικαία ἐπῆλθόν μοι Ἅγιοι· ὦν τῆς βαρείας συνοχῆς, ρύσασθέ με Ἀνάργυροι δέομαι.
Ἐκλάμποντες, ὡς φωστῆρες ἄδυτοι, ἰαμάτων τάς ἀκτῖνας τῇ κτίσει, τῶν νοσημάτων διώκετε ζόφον, καί τῆς ὑγείας τό φώς διαυγάζετε, Ἀνάργυροι θαυματουργοί, τοῖς τῇ σκέπη ὑμῶν καταφεύγουσι.
Θεοτοκίον
Μητράνανδρε, Μαριάμ Θεόνυμφε, ἡ Θεόν ἀνερμηνεύτως τεκοῦσα, τήν χαλεπήν τοῦ νοός μου σκοτίαν, τῇ φωταυγεῖ σου διάλυσον χάριτι, καί ἴθυνόν με πρός τό φῶς, τῶν σεπτῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τούς καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.
Αἴτησις και το Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἰαμάτων τήν χάριν δεξάμενοι, τούς ἀνιάτως νοσοῦντας ἰάσασθε. Κοσμᾶ καί Δαμιανέ ἔνδοξοι, ἁμαρτημάτων τήν λύσιν αἰτούμενοι, τοῖς πίστει ὑμῖν καταφεύγουσι.
Προκείμενον. Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ..
Στίχ. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος
Εὐαγγέλιον (Ματθ. ι’ 1, 5-8)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τούς δώδεκα Μαθητάς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καί θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους τούς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε, καί εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μή εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δέ κηρύσσετε, λέγοντες: Ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε• δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε.
Δόξα. Ταῖς τῶν Ἀναργύρων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος. Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ρῶσίν τε καί ἴασιν, τοῖς ἐν ὀδύναις καί λύπαις, συμπαθῶς παρέχοντες, Ἅγιοι Ἀνάργυροι θείῳ Πνεύματι, ἀλγεινῶν ρύσασθε, ἡμᾶς παθημάτων, καί κινδύνων ἀπαλλάξατε, καί πάσης θλίψεως, καί ἀρρωστημάτων δεόμεθα, τούς τήν ὑμῶν ἀντίληψιν, ἐπιβοωμένους ἑκάστοτε, καί πταισμάτων λύσιν, αἰτήσασθε ἡμίν παρά Θεοῦ, ὡς τῶν πιστῶν πρέσβεις ἄριστοι, πρός Χριστόν μακάριοι.
Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου…
Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ κανόνος.
ᾨδὴ ζ΄. Οἷ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἐκ πηγῶν σωτηρίου, τό γλυκύτατον ὕδωρ τό τῶν ἰάσεων, πηγάζοντες πλουσίως, τῶν νόσων τήν πικρίαν, θεραπεύετε Ἅγιοι, ἀποσβεννῦντες ἀεί, τῶν λυπηρῶν τήν φλόγα.
Γεωργήσας τά πάθη, ἀρρωστήμασι πλείστοις ἤδη ἐτάζομαι• ἀλλ’ ὦ δυάς ἁγία, τῶν θείων Ἀναργύρων, τήν ζωήν μου βελτίωσον, καί τῶν πολλῶν μου κακῶν, τήν ἄνεσιν παράσχου.
Ἐν ὀδύνῃ τόν βίον, διά πλῆθος κακίας ἀνύω Ἅγιοι, καί πέπλησμαι μωλώπων, τῶν ἐκ τῆς ἁμαρτίας• ἀλλ’ ὑμεῖς θεραπεύσατε, Ἀνάργυροι θαυμαστοί, τήν τάλαιναν ψυχήν μου.
Θεοτοκίον.
Ρώμην θείαν μοι δίδου, Θεοτόκε Παρθένε, καθικετεύω σοι, ὡς ἄν ποιῶ καί πράττω, τό θέλημα τό θεῖον, ἐκ δυνάμεως Ἄχραντε, καί τῷ Υἱῷ σου Ἁγνή, πιστῶς εὐαρεστήσω.
Ώδή η’. Τόν Βασιλέα.
Ἅπασαν βλάβην, τήν καθ’ ἡμῶν τοῦ Βελίαρ, ἀποκρούσασθε Ἀνάργυροι ταχέως, καί ἡμῶν τόν βίον, ἀνώδυνον τηρεῖτε.
Σθένος μοι δίδου, κατά παθῶν ὀλεθρίων, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, τοῦ πατεῖν ἐπάνω, ὄφεων καί σκορπίων.
Ἴδε τόν πόνον, τῆς ταλαιπώρου ψυχῆς μου, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, καί παράσχου ταύτῃ, ὑγείαν οὐρανόθεν.
Θεοτοκίον.
Μή διαλίπῃς, Θεοχαρίτωτε Κόρη, περιέπουσα ὡς Μήτηρ τοῦ Ὑψίστου, τούς ὑπερυψούντας, τήν δόξαν σου τήν θείαν.
Ὠδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Οἱ κόσμω τάς ἰάσεις, νέμοντες ἀπαύστως, θεομακάριστοι θείοι Ἀνάργυροι, ἐκ πάσης νόσου ἀτρώτους ἡμᾶς φυλάξατε.
Ὑψώσατε τόν νοῦν μου, ἐννοιῶν ματαίων, καί τήν ζωήν μου τηρήσατε ἄνοσον, ὡς ἀγαθοί μου προστάται θεῖοι Ἀνάργυροι.
Ὑπέρ τῶν ἀνυμνούντων, ὑμᾶς θεοφόροι, διά παντός δυσωπείτε τόν Εὔσπλαχνον, πάσης ἀνάγκης ἐν βίῳ ρύεσθε πάντοτε.
Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, ὅτι τῷ σῷ τόκω, ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας ἐρρύσθημεν, καί τῆς ζωῆς τῆς ἀλήκτου κατηξιώθημεν.
Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ἀναργύρων ἡ ξυνωρίς, οἱ τῶν ἀσθενούντων, ἰατῆ-ρες θαυματουργοί, Κοσμᾶ θεοφόρε, Δαμιανέ τε θεῖε, τῶν ἀρετῶν τά θεῖα ἐνδιαιτήματα.
Πλούτῳ διαπρέποντες ἀγαθῶν, εὐποιΐας ρεῖθρα, ἀνεδείχθητε συμπαθῶς, καί τάς ἀσθενείας, ἰᾶσθε ἀναργύρως, τῶν χαλεπῶς πασχόντων θεῖοι Ἀνάργυροι.
Χάριν δεδεγμένοι παρά Θεοῦ, δωρεάν τάς νόσους, θεραπε¬ύετε τῶν πιστῶν, καί τῶν βαρυτάτων, παθῶν λυτροῦσθε θᾶττον, τούς ἐπικαλουμένους ὑμᾶς Ἀνάργυροι.
Ὤφθη ἰατρεῖον πνευματικόν, Πνεύματι Ἁγίω, ὁ ναός ὑμών ὁ σεπτός, ἐν αὐτῷ γάρ πᾶς τις, προστρέχων ἐκλυτροῦται, δεινῶν ἀρρωστημάτων θεῖοι Ἀνάργυροι.
Xαίρετε νοσούντων θεραπευταί, καί ρώσεως θείας, καί ὑγείας προμηθευταί, χαίρετε διῶκται, πνευμάτων ἀκαθάρτων, Κοσμᾶ Δαμιανέ τε ἀξιοθαύμαστοι.
Πάσης ἀσθενείας πάσης ὀργῆς, φθορᾶς τε καί βλάβης, καί ἀλγήματος χαλεποῦ, ἀσινεῖς τηρῆτε, ἡμᾶς θαυματοβρῦται τούς προσιόντας πόθω, ὑμῖν Ἀνάργυροι.
Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείω Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλω χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένοις ποικίλοις πάθεσι.
Οἷά περ θεράποντες ἰατροί, ψυχῶν καί σωμάτων, ἀσθενείας ὀδυνηράς, ἰάσασθε τάχος, ἀῤῤήτῳ ἐπισκέψει, ἡμῶν θαυματοβρῦται, σοφοί Ἀνάργυροι.
Πᾶσαι τῶν Άγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.
Τρισάγιoν. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σoυ εστίν.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.
Αἴτησις καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἢν τὰ ἑξῆς·
Προσόμοιον. Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Ρῦσαι νοσημάτων χαλεπῶν, καί φθοροποιῶν ἀλγηδόνων, τῶν Ἀναργύρων δυάς, τούς θερμῶς προστρέχοντας, τῇ προστασίᾳ ὑμῷν, ἐνεργείᾳ τῆς χάριτος, τῆς ὑμῖν δοθείσης, Κοσμᾶ παναοίδιμε, Δαμιανέ τε σοφέ, ὅπως ἐν ὑγείᾳ τελείᾳ, καί εἰρηνικῇ καταστάσει, τόν ὑμᾶς δοξάσαντα δοξάζομεν.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σοῦ καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φυλάξαν μὲ ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Δι’ εὐχῶν….

Η Θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών: εισαγωγή και το πρωτότυπο Λειτουργικό κείμενο.  

IMG_8917-620x413

Εισαγωγικά

Η λεγομένη Θεία Λειτουργία των «Αποστολικών Διαταγών» συμπεριλαμβάνεται στο ομώνυμο Βιβλίο – Ιερό κείμενο, γνωστό και ως Διδασκαλία των Αποστόλων. Το κείμενο του βιβλίου των Αποστολικών Διαταγών, μας παρέχει πολύτιμες ιστορικές και θεολογικές μαρτυρίες, μα και πλήθοςλειτουργικών στοιχείων που φωτίζουν την εποχή του τέλους του τρίτου και του τετάρτου αιώνος στην Αντιόχεια της Συρίας. Ειδικότερα, η Διδασκαλία των Αποστόλων (πιθανότερον 3 ος αι.), Το πρώτο τμήμα του Κειμένου ;, παρουσιάζει την λειτουργική ζωή μιας ελληνόγλωσσης συριακής κοινότητος, σημαδεμένης από την ιουδαϊκή παράδοση, η οποία περιέχει αναμφισβήτητα τον πυρήνα της λεγομένης Θείας Λειτουργίας του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στα εξ πρώτα αυτά βιβλία των Αποστολικών Διαταγών, επαναλαμβάνεται και αναπτύσσεται η Διδασκαλία – Παράδοση των Αγίων Αποστόλων. Ανάμεσα στις πιο σίγουρες πηγές αυτών των βιβλίων, θα πρέπει να μνημονεύσουμε τις κατηχήσεις και τα κηρύγματα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Θεοδώρου Μοψουεστίας, τις
κατηχήσειςτου Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων Των ΚΑΙ Το Οδοιπορικό Της Αιθερίας ΣΤΗΝ Παλαιστίνη.

Τα βιβλία VII και VIII των Αποστολικών Διαταγών, περιλαμβάνουν δύο τυπικά-ευχολόγια. Το τυπικό- ευχολόγιο του VIII βιβλίου αναπτύσσει την Αποστολική Παράδοση, (δηλαδή την Θεία Λειτουργία που μας απασχολεί), έργο αποδιδόμενο ίσως στον Ιερομάρτυρα Ιππόλυτο Ρώμης (αρχές 3 ου αι.). Ένα ευχολόγιο επίσης, αποδιδόμενο στον επίσκοπο Θμούεως Σεραπίωνα, μας πληροφορεί για την λειτουργική ζωή του 4 ου αι. στην Αίγυπτο.

Όλα αυτά τα κείμενα έχουν μια κεφαλαιώδη σημασία, γιατί εκθέτουν με ακρίβεια την ζωντανή πίστη της Εκκλησίας και την διδασκαλία της, στην οποία η Εκκλησία στηρίζει την δογματική της συνείδηση, μέσα στο ταραγμένο φόντο των χριστολογικών και τριαδολογικών συζητήσεων. Σε συνδυασμό με τις άλλες πηγές της εποχής εκείνης, συντελούν αποφασιστικά και καθοριστικά στην εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας. Άλλωστε ο τέταρτος αιώνας χαρακτηρίζεται από μία λειτουργική άνθιση και ακμή, καθώς κυριαρχεί η ανεξιθρησκία και η θρησκευτική ελευθερία που απογειώνουν την ελευθερία της λατρείας.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του κειμένου μας, οι Εκκλησιαστικές συνάξεις έχουν τακτικές ώρες προσευχής, οι οποίες είναι κυρίως ο εσπερινός, το μεσονυκτικό και ο όρθρος. Οι προσευχές περιλαμβάνουν ύμνους και ψαλμούς, διάφορα αιτήματα του λαού προς το Θεό και αναγνώσματα από τη Βίβλο. Άλλες ακολουθίες που αναφέρονται και αφορούν την κοινή αλλά και την κατ «ιδίαν προσευχή των πιστών είναι αυτές των ωρών: η Τρίτη, η Έκτη και η Ενάτη. Όλες οι ακολουθίες γίνονται ανεξάρτητα από το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, και περιγράφονται, χωρίς όμως να υπάρχει λεπτομερής τυπική διάταξη. Οι Αποστολικές Διαταγές μας δίδουν επίσης πάρα πολλά στοιχεία για τα ιερά μυστήρια: του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, της Μετάνοιας, της Ιεροσύνης, του Γάμου και της θείας Ευχαριστίας. Τα στοιχεία αυτά μας δίδουν τη δυνατότητα να σχηματίσουμε μία σαφή εικόνα της πράξεως και της τελετουργίας των μυστηρίων της Εκκλησίας.

Γενικότερα, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι οι «Αποστολικές Διαταγές» είναι μία μοναδική και ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών της λειτουργικής παραδόσεως, έως τον τέταρτο αιώνα. Το υλικό τους, ευρύτατο και πηγαίο, αναδεικνύει τον πλούτο της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας και στοχεύει όχι μόνο στην ενημέρωση αλλά και εντρύφηση, σπουδή και διερεύνηση από μέρους μας, των θησαυρών του κειμένου.

Σ «αυτό λοιπόν το Ιερό κείμενο, περιλαμβάνεται, όπως προαναφέραμε, και η λεγόμενη« Λειτουργία των Αποστολικών διαταγών », η οποία στη μορφή που μας έχει διασωθεί, φαίνεται να προσιδιάζει στον Αιγυπτιακό – Αλεξανδρινό Λειτουργικό τύπο, αφού ελλείπει σχεδόν η« Λειτουργία των κατηχουμένων ». Είναι πάντως χαρακτηριστικός ο σαφής διαχωρισμός των τάξεων των κατηχουμένων και των πιστών, ενώ είναι θαυμάσιες οι δεήσεις που αναπέμπονται στον Κύριο, για κάθε μια από αυτές.

Θα προτείναμε δε, ταπεινά, σε όλους μας, να εγκύψουμε περισσότερο και σ «αυτό τον λειτουργικό θησαυρό, καθιερώνοντας την συχνότερη τέλεσή του και στις σύγχρονες ενορίες των πόλεων ακόμη, αν όχι τακτικά τουλάχιστον περιοδικά, διότι η απλότητα των αιτημάτων, η σαφήνεια των ευχών και το παραστατικό του τελετουργικού του Μυστηρίου, εντυπωσιάζουν, εμπνέουν, κατανύσουν και ανάγουν τις ψυχές των συμμετεχόντων. Ευχής έργον θα ήταν επίσης και η Νεοελληνική απόδοση του Κειμένου της Θ. Αυτής Λειτουργίας, απόδοση η οποία θα βοηθούσε τους πιστούς στην πληρέστερη κατανόηση των λεγομένων, και η οποία, όπως γνωρίζουμε εμείς τουλάχιστον, δεν έχει ακόμη γίνει.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

page0001 page0002 page0003 page0004 page0005 page0006 page0007 page0008 page0009 page0010 page0011 page0012 page0013 page0014 page0015 page0016 page0017 page0018 page0019 page0020 page0021 page0022 page0023 page0024 page0025 page0026 page0027 page0028 page0029  Η Θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγώνpage0030

«Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιον Ιωάννην Μαξίμοβιτς»

(Ποίημα Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια)

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:

Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.

Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:

Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τόν ἐξ ἀντλήματος αὐτοῦ τῆς καρδίας πᾶσιν ἐκβλύζοντα κρουνούς ἀειζώους χαρίτων εὐφημήσωμεν ἐκθύμως πιστοί, ἱεράρχην ὅσιον, θεαυγῆ Ἰωάννην, τόν ἀκολουθήσαντα ἀποστόλων ταῖς τρίβοις ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις καί ψυχάς διψώσας ἄρτι τόν Κτίστην ποτίσαντα.
Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εὐθὺς ἀναγινώσκομεν τὸν Ν΄ ψαλμόν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Ὁ Κανών τοῦ Ἁγίου, οὗ ἡ ἀκροστιχίς· «Ἰωάννη, χαρᾶς πλῆσον θείας σόν ἱκέτην. Χ.»

ᾨδή α’. Ἦχος πλ. δ’. Ὑγράν διοδεύσας.
Ἱλέωσαι Κύριον καί Θεόν ἡμῖν, Ἰωάννη, τοῖς τιμῶσί σε εὐλαβῶς ὡς νέον φωστῆρα Ἐκκλησίας καί ἀποστόλων τῶν θείων ὁμόζηλον.
Ὡράισμα νέον ἱεραρχῶν, σοφέ Ἰωάννη, καθωράισον ἀρεταῖς εὐχαῖς σου θερμαῖς ἡμῶν καρδίας τῶν ἀνυμνούντων τήν πάνσεπτον μνήμην σου.
Ἀξίωσον δόξης τῶν οὐρανῶν ἡμᾶς, Ἰωάννη, τούς προστρέχοντας ἀκλινῶς σῇ χάριτι, ἥν, δεδοξασμένε, ἀφθόνως εὗρες, ὡς σκεῦος τοῦ Πνεύματος.
Θεοτοκίον.
Νικήτορας δεῖξον κατά παθῶν ἡμᾶς χαμαιζήλων μεγαλύνοντας ἐν χορῷ εἰς πάντας σε, Μῆτερ, τούς αἰῶνας. Θεογεννῆτορ ἁγνή, ἀειπάρθενε.
Ώδή γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Νῦν λαμπρῶς, Ἰωάννη, νεοφανές πίστεως ἄστρον ἐκ Ῥωσίας ἐκλάμψαν σέ μεγαλύνοντες βοῶμεν· ἐκδυσωπῶν μή διαλίπῃς φωτίσαι Ἰησοῦν νεότητα φέγγει τοῦ Πνεύματος.
Ἡλιόφωτον σέλας τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως, τῆς Ὀρθοδοξίας φῶς μέγα πᾶσιν, ἀπλώσαντα ἐν ἀγνωσίας σκιᾷ κειμένοις, σκέδασον τάχος, Ἰωάννη, ζόφωσιν τῶν προστρεχόντων σοι.
Χαριτώνυμε πάτερ, ἱεραρχῶν καύχημα, Ἰωάννη, βράβευε πᾶσι σέ μεγαλύνουσιν ἰσχύν συντρίψαι ἐχθροῦ τοῦ μισοκάλου ἐνέδρας, ὁ αὐτοῦ τήν δύναμιν θραύσας ἀγῶσί σου.
Θεοτοκίον.
Ἀπαθείας με δεῖξον, Μῆτερ Θεοῦ, νήψεως καί εὐχῆς ἀόκνου πυξίον τόν ἀνυμνοῦντά σε ὡς ὑπερόπτιν παθῶν καί ἐγρηγόρσεως λύχνον, πάναγνε Παντάνασσα, κόσμου διάσωσμα.
Χαρίτωσον τούς σούς ἱκέτας πρεσβείαις σου διαθέρμοις, χαριτώνυμε, πρός Θεόν, τόν πᾶσι παρέχοντα ἀφθόνως τά πρόσφορα, Ἰωάννη.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Αἴτησις καί τό Κάθισμα. Ἦχος β’. Πρεσβεία θερμή.

Σοφίας Θεοῦ τόν σύνοικον τιμήσωμεν σεπτῶν ἀρετῶν ὡς ὄλβον πολυτίμητον, Ἰωάννην ὅσιον, κεκλημένον ἐν βίῳ Μαξίμοβιτς, καί τάς αὐτοῦ πρεσβείας πρός Θεόν πιστῶς τάς ἐνθέρμους ἐκζητήσωμεν.

Ὠδή δ’. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ραθυμίαν ἐκδίωξον, Ἰωάννη μάκαρ, τῶν εὐφημούντων σε ὡς λαμπάδα ἐγρηγόρσεως καί διπλῆς ἀγάπης λύχνον πάμφωτον.
Ἀνυμνοῦντες τούς πόνους σου πρός τῶν ὀρθοδόξων ἀρχῶν διάδοσιν, Ἰωάννη, δυσωποῦμέν σε· στήριξον ἡμᾶς ὀρθῷ φρονήματι.
Σκοτομήνην ἀπέλασον τῶν παθῶν ἱκέτας σου κατατρύχουσαν, Ἰωάννη θεοτίμητε, νεαυγές φωστήρ Χριστοῦ τῆς πίστεως.
Θεοτοκίον.
Παναμώμητε Δέσποινα, βεβορβορωμένην ψυχήν τοῦ δούλου σου νάμασί σου ἀποκάθαρον πρεσβειῶν πρός Τόκον σου τόν πάνσεπτον.
ᾨδή ε’. Φώτισον ἡμᾶς.
Λάμπρυνον στολήν τῆς ψυχῆς μου ἱκεσίαις σου, Ἰωάννη, πρός τόν μόνον τάς ψυχάς διασῲζειν τῶν προσφύγων σου δυνάμενον.
Ἤσχυνας ἐχθρόν βροτοκτόνον τῇ ἀμέμπτῳ σου, Ἰωάννη, ἐπί γῆς διαγωγή, πρεσβευτά ἡμῶν θερμότατε πρός Κύριον.
Στῦλος ἀῤῥαγής πεφηνώς ὀρθοῦ φρονήματος, Ἰωάννη, κλονουμένων τάς ψυχάς ἱκετῶν στηρίζεις χάριτος τῆς θείας σου.
Θεοτοκίον.
Ὄμβρισον ἡμῖν ὑετόν τῆς προστασίας σου, Θεοτόκε, δροσοβόλοις προσευχαῖς Ἰωάννου, ἱεράρχου τοῦ οἰκτίρμονος.
Ὠδή ς’. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Ναμάτων σε ἀειῤῥύτων χείμαῤῥον, Ἰωάννη, σωστικῆς ἀπαθείας γιγνώσκοντές σε πιστῶν αἱ χορεῖαι ἀποζητοῦμεν πιεῖν ὕδωρ χάριτος τῆς σῆς πλουσίας οἱ κακῶς ἐν τοῖς πάθεσι κατατρυχόμενοι.
Θεόσοφε ἱεράρχα, σπεύδοντες, Ἰωάννη, σαῖς ἐνθέρμοις πρεσβείαις ἀναβοῶμεν· σοφίας ἐνθέου ἡμᾶς ἀσόφους ἀνάδειξον τάχιστα, ὁ ἐποφθείς τοῦ πανσθενοῦς Παρακλήτου ταμεῖον ασύλητον.
Ἐπίβλεψον, Ἰωάννη ὅσιε, ἐφ’ ἡμᾶς τούς ἀνυμνοῦντας σήν μνήμην καί πέμψον πᾶσιν ἐξ ὕψους σῆς δόξης ἡμῖν ἀφθόνως ἐν βίῳ τά πρόσφορα, ὁ διαλάμψας ὡς ἀστήρ ἀγαθῶν τῶν ἐνύλων στερήσεως.
Θεοτοκίον.
Ἰάτρευσον τῆς ψυχῆς μου τραύματα καί οὐλάς τοῦ σώματός μου, Παρθένε, φαρμάκῳ σῆς ἀκλινοῦς προστασίας καί ἀρωγῆς, Μῆτερ Θεογεννήτρια, τόν μόνον πάντων ἰατρόν, Ἰησοῦν, ἡ ἀφράστως κυήσασα.
Χαρίτωσον τούς σούς ἱκέτας πρεσβείαις σου διαθέρμοις, χαριτώνυμε, πρός Θεόν, τόν πᾶσι παρέχοντα ἀφθόνως τά πρόσφορα, Ἰωάννη.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αἴτησις και το Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τόν ταπεινόν, ἀγαθόν καί ἡσύχιον νῦν εὐλαβῆ ἱεράρχην τιμήσωμεν ὡς ἀπλανῆ τῶν πιστῶν κατευθύντορα πρός οὐρανούς, Ἰωάννην Μαξίμοβιτς, ἡμῶν ἐν δεινοῖς ἀντιλήπτορα.

Προκείμενον: Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.

Στ.: Ἀκούσατε ταῦτα, πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην.

Εὐαγγέλιον· Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ι΄ 9 – 16
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Δόξα. Ταῖς τοῦ Ἰεράρχου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός…

Ἰωάννη ὅσιε, νεολαμπές ἀρχιθῦτα Ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς Ρωσίας βλάστημα ἱερώτατον καί τερπνόν λείριον καθαρᾶς καρδίας καί ἀγάπης πρός τόν Κύριον, Οὗ ὡμολόγησας κλῆσιν πάσης κτίσεως πέρασι, Μαξίμοβιτς θειότατε, ῥύου ἐμπηρείας τοῦ ὄφεως σέ τούς ἀνυμνοῦντας ὡς ἄφθονον θαυμάτων ποταμόν καί ἰαμάτων ἀκένωτον κρήνην, θεοστήρικτε.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου…

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ κανόνος.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Άρχιθῦτα θεόφρον, θαυμαστέ Ἰωάννη, ὁ τήν σκοτόμαιναν ἀγέλης σοι λαχούσης σκεδάσας διδαγμάτων ἀστραπαῖς σου, διάλυσον καί πάντων σῶν ὑμνητῶν ἀνομημάτων ζόφον.
Στηριγμός ἀδυνάτων καί καμνόντων ἀκέστωρ ὑπάρχων τάχιστος ἀεί ἐπιστηρίζων μή παύση τούς τιμῶντας τήν σεπτήν πολιτείαν σου, καί φρόνημα τό ὀρθόν, ὅ ἐπεδείκνυς πᾶσι.
Σέ ἀγώνων ἐνθέων μαχητήν τροπαιοῦχον, ἱεροφάντορα σεμνόν καί ποιμενάρχην ἀνύστακτον ἐν ὕμνοις καταστέφομεν πάντοτε καί σάς ἐνθέρμους λιτάς ζητοῦμεν, Ἰωάννη.
Θεοτοκίον.
Οὐ παυόμεθα, Μῆτερ, καθ’ ἑκάστην ὑμνοῦντες τά μεγαλεῖα σου καί σπεύδοντες ἐν δίναις τῇ σῇ ἐπιστασία, Θεοτόκε πανύμνητε, καταφυγή εὐσεβῶν καί θεία προστασία.
Ώδή η’. Τόν Βασιλέα.
Νῦν ὡς θαυμάτων, θεοειδές Ἰωάννη, ἀνυμνοῦντες ταμεῖον βοῶμεν· ἀλγηδόνας παῦσον σέ ἐπικαλουμένων.
Ἴσθι ἀκέστωρ καί ἀρωγός, Ἰωάννη, ταχινός τῶν ζητούντων σήν χάριν, ζηλωτά ἁγίων Κυρίου ἀποστόλων.
Κλίμακα θείαν τῶν ἀρετῶν, Ἰωάννη, ἀνελθών σῆς σαρκός ταπεινώσει, ἀρεταῖς με πλῆσον εὐχαῖς σου ἀσιγήτοις.
Θεοτοκίον.
Ἐπάκουσόν μου καί δαψιλῶς τήν σήν χάριν πέμψον πᾶσι σοῖς δούλοις, Παρθένε, μακαρίζουσί σε, Κυρία Θεοτόκε.
Ὠδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Τῶν Ὀρθοδόξων δῆμοι νῦν ἀξιοχρέως ἀνευφημοῦντες σήν πάνσεπτον κοίμησιν σάς ἱκεσίας πρός Κτίστην ἀπεκδεχόμεθα.
Ἡμέραν σωτηρίας ἐξανάτειλόν μοι σέ, Ἰωάννη, τῷ νῦν μακαρίζοντι ὡς φωτοπάροχον σέλας Χριστοῦ τῆς πίστεως.
Νικήτορας ἐν μάχαις δεῖξον, Ἰωάννη, κατά τοῦ πλάνου τούς ὕμνοις τιμῶντάς σε ὡς νικηφόρως ἀγῶνα τόν σόν τελέσαντα.
Θεοτοκίον.
Χαρᾶς ἡμῶν καρδίας πλῆσον, Θεοτόκε, τῶν εὐλαβῶς Ἰωάννου τά σκάμματα ὑμνολογούντων καί πόθω μακαριζόντων σε.
Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις, ἱεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ἰωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ὁ ἀνύσας οὐρανοδρόμον ἄρτι πορείαν καί θαυμάτων κρήνη γενόμενος.
Τόν βλαστόν Ῥωσίας τόν ἱερόν, τόν ἐν τῇ Ἀσίᾲ, Ἰωάννην, Ἀμερικῇ καί Εὐρώπη ἄρτι, Ὀρθοδοξίας κρίνα ἀνθήσαντα εὐσχήμως ἀνευφημήσωμεν.
Ἔχων παρρησίαν πρός τόν Θεόν, Ὧπερ ὁλοψύχως διηκόνησας καί καλῶς ἄρνας Οὗ πρός πόλον ὡδήγησας, δυσώπει Αὐτόν μοι, Ἰωάννη, πέμψαι ὑγίειαν.
Χαίροις, τῶν Ἑλλήνων τῶν εὐλαβῶς ἐν Μοναστηρίῳ κατοικούντων ὁ λειτουργός, χαίροις, Ἰωάννη, ἐν δυσχειμέροις χρόνοις αὐτῶν παρηγορία καί θεῖον στήριγμα.
Χαίροις κοσμιότης ἱεραρχῶν, ἱεραποστόλων νέον εὖχος καί θησαυρός δωρημάτων θείων, τρισμάκαρ Ἰωάννη, ἀφθόνως ὁ ἑλκύσας χάριν τοῦ Πνεύματος.
Φρούρει, χαριτώνυμε, τούς πιστῶς μέλποντας σῆν μνήμην, Ἰωάννη θεοειδές, τῆς Ῥωσίας γόνε, Μαξίμοβιτς θεόφρον, καί σπεύδοντας λιταῖς σου πρός τόν Θεάνθρωπον.
Πᾶσαι τῶν Άγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τρισάγιoν. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σoυ εστίν.

Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.
Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἰωάννη Μαξίμοβιτς, ἀγγελόμορφε, ἱεραρχῶν θεοφόρων καί διδασκάλων σοφῶν ἐκλαμψάντων ἄρτι σάπφειρε πολύτιμε, ὡς Ὀρθοδόξων ἀσκητῶν καλλονήν καί ποταμόν ἀστείρευτον θαυμασίων σέ ἀνυμνοῦντες εὐχάς σου θερμάς πρός Κύριον αἰτούμεθα.
Πάντας, Ἰωάννη, εὐλαβῶς σέ ὑμνοῦντας φρούρει καί σκέπε καί ῥύου βίου δεινῶν, ἱεράρχα ὅσιε, χαρίτων μέλαθρον, ἀποστόλων ὁμόζηλε καί τῆς εὐσεβείας κῆρυξ διαπρύσιε, ἐκδυσωποῦμέν σε καί ἀξίου πόλου βραβείων τούς ὀρθοφρονοῦντας ἱκέτας χάριτός σου, ἄνερ χαριτώνυμε.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Δίστιχον.
Χάριτος πλῆσον Μόνικαν, Ἰωάννη,
σύν δήμῳ εὐσεβῶν βοᾷ Χαραλάμπης.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ
 
Τῼ ΜΟΝῼ
 
ΑΛΗΘΙΝῼ ΘΕῼ