Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ

αρχείο λήψης

«Το γάρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνην» (1)

Του Φώτη Μιχαήλ, ιατρού

          Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η κατάθλιψη ήτανε νόσημα σπανιότατο στην πατρίδα μας. Από ‘κει και πέρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν: Η ανασφάλεια, η απογοήτευση, η θλίψη και η απόγνωση άρχισαν να μας επισκέπτονται όλο και πιο συχνά. Οι ψυχίατροι πύκνωσαν και οι συνταγές με αντικαταθλιπτικά πήραν την ανιούσα.

Τι έφταιξε άραγε, που προσβληθήκαμε τόσο άσχημα από αυτήν την καταραμένη αρρώστια;

Ο τραγικόςμας ποιητής Ευριπίδης γράφει: »Πάνω στην ελπίδα πρέπει οι σώφρονες να στηρίζουν την ζωή τους». Με άλλα λόγια, όταν χάνεται η αρετή και το μέτρο,  θρονιάζεται στις ψυχές μας η θλίψη και η απελπισία.

 Το ίδιο λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας: »Όποιος νικιέται από τα πάθη, δεν θα αποφύγει τα δεσμά της θλίψης. Όποιος ενίκησε τα πάθη του, αυτός ενίκησε και την θλίψη».(2)

Η σοφία, λοιπόν, των Αρχαίων προγόνων μας και η πνευματική εμπειρία των Αγίων Πατέρων μάς διδάσκουν ότι η πρωταρχική αιτία φωλιάζει μέσα μας και είναι προϊόν αποκλειστικά και μόνον της υβριστικής μας συμπεριφοράς: Της απώλειας της σωφροσύνης και της καλλιέργειας των παθών.

          Η μάστιγα της κατάθλιψηςδεν είναι, όπως νομίζουνε πολλοί,  συνόκαιρη της λεγόμενης κρίσης. Άρχισε να εμφανίζεται πολύ πιο πριν. Απλώς, τώρα στα δύσκολα, η κατάθλιψη κάνει θραύση, διότι οι ψυχές μας βρέθηκαν απροετοίμαστες, αδύναμες και ασθενικές.

Το »μικρόβιο» της κατάθλιψης κόλλησε πάνω μας από τότε, που γινήκαμε αυτοείδωλα και προσκυνήσαμε την σκιά μας!

Από τότε, που χορτάσαμε ψωμί και το πετάξαμε στα σκουπίδια, για να τρώμε στη θέση του το »παντεσπάνι» της αποστασίας.

Κόλλησε πάνω μας από τότε, που σφραγίσαμε τις αγκαλιές μας και αναθέσαμε το μεγάλωμα των παιδιών μας στην τηλεόραση και τα ολοήμερα.

Από τότε, που το ένα αυτοκίνητο στην οικογένεια θεωρήθηκε λίγο και φορτωθήκαμε αβάσταχτα χρέη, για να έχει ο καθένας μας το δικό του!

Από τότε, που οι μάνες σταμάτησαν να θηλάζουν τα μωρά τους, γιατί νόμισαν πως έτσι θα χάσουν τις αναλογίες τους.

Από τότε, που η συζυγία έπαψε να λειτουργεί ως θεοσύστατος θεσμός και ξέπεσε σε απλή και στείρα συγκατοίκηση.

Από τότε, που οι γέροι πέρασαν στην μοναξιά και η πολυτεκνία χαρακτηρίστηκε ως τεκμήριο εισοδήματος.

Από τότε, που θεωρήσαμε περιττή την πατροπαράδοτη αποταμίευση και βαλθήκαμε να πάμε μπροστά με τα δάνεια και τις »επιδοτήσεις».

Από τότε, που οι ζεστές γειτονιές έδωσαν την θέση τους στην ψύχρα της απρόσωπης πολυκατοικίας.

Από τότε, που η διαπλοκή και η τάση δουλικής υποταγής φίμωσαν τους άμβωνες και βούλωσαν τα στόματα των ιθυνόντων.

Από τότε, που η θεραπεύουσα Παιδεία μετατράπηκε σε εκπαίδευση εξοντωτική.

Από τότε, που το θάρρος και το φιλότιμο λύγισαν μπροστά στην δειλία και το  συμφέρον.

Από τότε, που το κοσμοσωτήριο Εκκλησιαστικό γεγονός το υποβιβάσαμε σε ιδιωτική θρησκευτική παράσταση.

Από τότε, που λοιδορήσαμε τις αρετές και αφήσαμε τον εγωϊσμό να κάνει κουμάντο στην ζωή μας.

Έτσι, κάθε φορά που δεν τα καταφέρνουμε στο κυνήγι των επιθυμιών και θίγεται ο εγωϊσμός μας, αμέσως στεναχωριόμαστε, ταραζόμαστε, απογοητευόμαστε και κλεινόμαστε στον εαυτό μας.

          Συνεπώς το αντίδοτο στην θλίψη,που γεννάει την απελπισία και οδηγεί στην κατάθλιψη, είναι η καταπολέμηση του εγωϊσμού. Και κατά το αρχαιοελληνικό γνωμικό, »Το νικάν εαυτόν πασών νικών πρώτη και αρίστη»(3).

Μόνον ο αληθινά ταπεινός είναι ήρεμος, ικανοποιημένος και χαρούμενος. Ενώ, αντίθετα, ο εγωιστής είναι πάντοτε αχόρταγος, ανικανοποίητος, ανασφαλής και αγχώδης.

Μια αποτυχία, μια προσβολή, μια ξαφνική πτώχευση μπορούν να οδηγήσουν τον εγωϊστή στην θλίψη, την απόγνωση , την κατάθλιψη ακόμα και στην αυτοχειρία. Ενώ ο αληθινά ταπεινός (όχι ο απλοϊκός ή ο κακομοίρης) , όλα αυτά τα πικρά γεγονότα, τα αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα και πιο καρτερικά.(4)

Γι’ αυτό και η κατάθλιψη πολύ σπάνια συναντιέται ανάμεσα στους αθλητές του Πνεύματος, που αγωνίζονται με πίστη και φιλότιμο μέσα στο στάδιο των αρετών.

_____________________________________­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­_________

 (1)  Καισάριος Δαπόντες, 1713-1784, Έλληνας ιερομόναχος & λόγιος

(2)   Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

(3)  Δημόκριτος, 470-370 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

(4) Μοναχός Μωϋσής, Αγιορείτης

 

 

 

Η ιερά μονή αγίας Λαύρας – η ιερά μονή αγίου Γεωργίου Κουδουνά στην Πρίγκηπο της Κωνσταντινουπόλεως και ο εκ Στρεζόβης ιερομόναχος Ιερώνυμος Κωνσταντίνου

σταθακοπουλος αγ γεωργιος 24γραμματα

γράφει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος.   Δρ. κοινωνιολογίας της ιστορίας και πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Παντείου Πανεπιστημίου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω –Μουσικολόγου.

(Διαβάστε όλη την αρθρογραφία και τις επιστημονικές μελέτες του Δημήτρη Σταθακόπουλου στο 24grammata.com κλικ εδώ)
Η ιερά μονή αγίας Λαύρας – η ιερά μονή αγίου Γεωργίου Κουδουνά στην Πρίγκηπο της Κωνσταντινουπόλεως και ο εκ Στρεζόβης ιερομόναχος Ιερώνυμος Κωνσταντίνου

Βλ. σχετ.: http://www.impringiponnison.org/pnisia_prigkipos_koudouna.htm

Σε ένα από τα πολλά ταξίδια μου στην αγαπημένη μου Κωνσταντινούπολη, βρέθηκα ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στην μονή του αη Γιώργη του Κουδουνά, όπου ο άγιος λατρεύεται όχι μόνον  από τους χριστιανούς επισκέπτες, αλλά κυρίως από τους μουσουλμάνους τούρκους οι οποίοι ασκούν πολλά, – σχεδόν «δεισιδαιμονικά» –  λατρευτικά έθιμα  , μεταξύ των οποίων και το ξεδίπλωμα κλωστών κουβαριστρών για την υλοποίηση ευχής για καλό βίο.

Όπως μας πληροφορεί το σχετικό  site  της μονής Αγίου Γεωργίου Κουδουνά Πριγκήπου , αυτή είναι από τις αρχαιότερες των Πριγκιποννήσων, ( 10ο αιων.)
Πέρασε πολλές καταστροφές, ( 1204, 1302 ) και τελικά εγκαταλείφθηκε, αφού οι μοναχοί της έκρυψαν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου σε απόκρημνη, δυσπρόσιτη περιοχή. Η μονή ξαναχτίστηκε στα 1751-1752 σύμφωνα με πατριαρχικά σιγίλια, από τον μοναχό Ησαΐα. Ζήτησε να γίνει μετόχι με τη μονή Μεγίστης Λαύρας στο άγιον όρος , αλλά τελικά , το 1781 η μονή προσαρτήθηκε στην σταθακοπουλος 3 αγ γεωργιος 24γραμματαΑγία Λαύρα των Καλαβρύτων. Το 1806 κτίστηκε στο βουνό το συγκρότημα των «παλιών» κελιών, όπως αποκλήθηκαν μεταγενέστερα, από τον ηγούμενο Αρσένιο.
Το 1821, με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, οι Τούρκοι γνωρίζοντας τη σχέση της μονής με την αγία Λαύρα των Καλαβρύτων της Πελοποννήσου επιτέθηκαν στο μοναστήρι και σκότωσαν τους μοναχούς.  ( Άλλη μια απόδειξη, πέραν των οθωμανών ιστοριογράφων, Ahmed Cevdet Pasha κ.λ.π , της εκτέλεσης του Πατριάρχη  που έγινε λόγω αγίας Λαύρας και Καλαβρύτων, ότι για τους Οθωμανούς του 1821, η επανάσταση ξεκίνησε στην αγία Λαύρα των Καλαβρύτων  και άς λένε οι όψιμοι τάχα ιστορικοί ότι στην αγία λαύρα δεν έγινε τίποτα. Οι πηγές τους διαψεύδουν και γελοιοποιούν )

Από τη σφαγή των μοναχών το 1821, σώθηκαν μόνο δύο, οι οποίοι διέφυγαν, ξυρισμένοι και μεταμφιεσμένοι. Το 1884 στο χώρο της μονής ανεγέρθηκε διώροφο πέτρινο κτίριο, από τον ηγούμενο Αρσ

σταθακοπουλος2 αγ γεωργιος 24γραμματαένιο, ενώ το 1908 κτίστηκε νέο ευρύχωρο καθολικό από τον αρχιμανδρίτη Διονύσιο, ο οποίος μόνασε ως το 1936 που απεβίωσε σχεδόν αιωνόβιος. Στο μεταξύ μετά το 1922 η μονή έχασε την κτηματική περιουσία της, η οποία απαλλοτριώθηκε από το Κεμαλικό τουρκικό κράτος.
Μετά το θάνατο του Διονυσίου, στη μονή απέμεινε ως μοναδικός μοναχός, ο υποτακτικός του Κλεόνικος, που την υπηρέτησε ως το θάνατό του, το 1969. Τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Παϊκόπουλος. Μια πυρκαγιά που ξέσπασε το 1986 στις πλαγιές του βουνού, έφτασε ως τα ιστορικά κελιά της μονής καταστρέφοντάς τα. Έτσι έχασε την επιβλητικότητά της και την παραδοσιακή μορφή της. Οι μεταγενέστερες ατυχείς παρεμβάσεις αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία της που δεν θυμίζει την παλιά της αίγλη.
Εν τούτοις κάθε χρόνο στις 23 Απριλίου , χιλιάδες Τούρκοι ανεβαίνουν στον αη Γιώργη τον Κουδουνά στην πρίγκηπο να τελέσουν το τάμα τους.
Περιεργαζόμενος τον χώρο, σε ένα σημείο είδα και έναν σταυρό που αναφέρει:
Ενθάδε κείται, ο εξ Αγίας Λαύρας της Πελοποννήσου, πατήρ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ιερωμόναχος . Εγεννήθη εν Στρεζόβη των Καλαβρύτων τω 1822 Ιανουαρίου 6 Απεβίωσεν ενταύθα 1907 Μαρτίου 13, ή 16 ή 18 ( δυσδιάκριτη ημερομηνία )
Άλλη μιά ιστορική πηγή για την αγία Λαύρα και την επανάσταση του 1821. Άλλη μια σχέση της αγίας Λαύρας με την Κωνσταντινούπολη και άλλος ένας Καλαβρυτινός ιερομόναχος στην καρδιά των γεγονότων. Ο Ιερώνυμος Κωνσταντίνου εκ Στρεζόβης !

Η πρωτομαγιά στην ποίηση (Ρίτσος, Σεφέρης, Βάρναλης)

ΠΗΓΗ. 

Φιλολογικό Σπουδαστήριο “Γιώργος Δαμιανός”

Γιάννης Ρίτσος – Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)
(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ – πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Γ. Σεφέρης, Επί Ασπαλάθων

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…

Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

Κώστας Βάρναλης, “Πρωτομαγιά 1943″
Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα
με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη
όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.
Πιότερο ,αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,
φτωχόπαιδο , που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,
τον αδερφό σου αντίκρα σου, -με μάνα εσύ κι εκείνος – .
Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου , το σύνορο του κόσμου .
Σ’ αυτην επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος .
Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,
μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .
Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . ( …)

Γιάννης Ρίτσος, “Σκοπευτήριο Καισαριανής”.
Εδώ πέσαμε . Παιδιά του λαού . Γνωρίζετε γιατί .
Γυμνοί , κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες ,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα .
Είδατε τα πουλιά , που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους ,τον ανατέλλοντα πυρφόρον .
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον .
Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας ,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας .

Σχόλιο στὴ βλάσφημη σειρὰ ¨Μαρία καὶ Ἰωσὴφ¨ τοῦ Alpha.(πρεσβυτέρου Αθανασίου Μηνά)

αρχείο λήψης

« Τῆς Παναγίας Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» καὶ ὄχι ¨τῆς Μαρίας¨ ∙ «τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος» καὶ ὄχι ¨τοῦ Ἰωσὴφ¨

του ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

« Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας». Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ὡς στῦλος καὶ ἐδραίωμα τῆς ἀληθείας, στὴν ἁγιώτατη καὶ κρισιμότατη θέση τῆς Θείας Λειτουργίας προσφωνεῖ μέσῳ τῶν λειτουργῶν της τὴν Κεχαριτωμένη Θεοτόκο Μαρία, Ἀειπάρθενον, δίνοντάς Της τὰ δευτερεῖα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος. Κι’ αὐτὸ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ κατ’Ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴ Ναζαρέτ, διὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ τῆς φανέρωσης ἐν χρόνῳ καὶ τόπῳ τοῦ Προαιωνίου Μυστηρίου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ Ἀρχάγγελος κατ’ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ προσφώνησε τὴ Μαριὰμ «Κεχαριτωμένη καὶ Εὐλογημένη ἐν γυναιξίν, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ[1]». Χιλιάδες γυναῖκες ἀγάπησαν τὴν ἁγνότητα καὶ ἔζησαν μὲ παρθενία καὶ ὅταν χρειάστηκε μαρτύρησαν εὐχαρίστως γιὰ νὰ τὴν διαφυλάξουν. Προτίμησαν τὸ μαρτύριο ἀπὸ τὴν διαφθορὰ τῆς παρθενίας των. Ἐφόσον, λοιπόν, ὁ Προγνώστης, Παντογνώστης καὶ Πάνσοφος Θεὸς διὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου ὀνομάζει τὴ Μαριὰμ Κεχαριτωμένη καὶ Εὐλογημένη ὑπὲρ πάντας τὰς γυναίκας ὅλων τῶν αἰώνων, καθίσταται προφανὲς ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος Μαρία, ὡς ὑπερέχουσα καὶ τῶν Ἁγίων παρθένων, εἶναι καὶ παραμένει Ἀειπάρθενος. Ἐξ’ἄλλου, γιὰ ὅσους διαθέτουν Νοῦν Χριστοῦ καὶ εἶναι ταπεινοὶ καὶ ὑπάκουοι στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς Ἀκτίστου Χάριτος, διακρίνεται καθαρὰ καὶ ἀβίαστα ἀπὸ τὴ συνομιλία καὶ ἀπάντηση τῆς Παρθένου πρὸς τὸν ἀπεσταλμένο Ἀρχάγγελο, ἡ γνώμη καὶ ἡ θέληση τῆς Παναγίας νὰ παραμείνει ἐσαεὶ Παρθένος. Γνωρίζοντας ἐν Πνεύματι καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τὴν ἐπιθυμία της αὐτή, τὴν διαβεβαιώνει ὅτι ἡ σύλληψις τοῦ Ἰησοῦ στὴν παναγία γαστέρα Της θὰ ἐπραγματοποιεῖτο μυστηριακὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν δημιουργικὴ κάθοδο τοῦ Υἱοῦ. Καὶ τότε ἡ ἀπάντησίς Της στὴν διαβεβαίωση τοῦ Ἀρχαγγέλου ἦταν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου[2]

Ἡ Θεοτόκος Μαριὰμ ὑπερέχουσα σὲ ἁγνότητα καὶ παρθενία, ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀλλὰ καὶ αὐτὲς τὶς Ἀρχαγγελικὲς δυνάμεις, προσήλκυσε πάνω Της τὸ βλέμμα τοῦ Ἀγαθοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ κατέστῃ τὸ ἐκλεκτὸν σκεῦος Αὐτοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ Μυστήριον τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως. «Φρένα καθάραντες καὶ νοῦν, σὺν τοῖς Ἀγγέλοις καὶ ἡμεῖς πανηγυρίσωμεν, φαιδρῶς ἐξάρχοντες, δαυιτικὴν μελῳδίαν, τῇ νεάνιδι νύμφῃ τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἀνάστηθι, Κύριε, λέγοντες εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματός σου· ὡς γὰρ παλάτιον τερπνόν, ταύτην κατεκόσμησας….»(Δοξαστικὸν ἐσπερινοῦ τῆς ἐν Βλαχέρναις Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, 2 Ἰουλίου).

Ἀλλὰ ἡ Ἀειπάρθενος Θεοτόκος Μαρία ἔλαβε Χάριν ἀντὶ Χάριτος καὶ μὲ τὴν ἀπαλλαγή Της ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Παρακλήτου ἄμᾳ τῇ συλλήψῃ τοῦ Ἰησοῦ, ὥστε τὸ γεννώμενον, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, νὰ εἶναι κατὰ πάντα φύσει Ἀναμάρτητος, Πανάμωμος καὶ Πανακήρατος, μὴ ἔχῳν καμμία συμμετοχὴν καὶ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν στὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα τῆς μεταπτωτικῆς καθ’ὅλου ἀνθρωπότητος.

Πολλοὶ Ἅγιοι Πατέρες μας, μεταξὺ αὐτῶν καὶ οἱ σύγχρονοί μας Ἅγιοι Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης καὶ Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὅταν διὰ τῆς Ἀκτίστου Χάριτος ἀξιώθηκαν νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν μὲ τὴν Ἀειπάρθενον Θεοτόκον Μαρία ἔμειναν ἔκθαμβοι μπροστὰ στὸ μεγαλεῖον τῆς παρθενίας Της καὶ τῆς ἁγνότητός Της. Σὲ συζητήσεις μὲ προσκυνητὲς ἔλεγαν: «Ἄν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα πρὶν ἁμαρτήσουν ἦσαν τόσο ἁγνοὶ καὶ ἀθῶοι στὸν Παράδεισο ποὺ γυμνοὶ οὐκ αἰσχύνοντο, πόσο μᾶλλον ἡ Ἀειπάρθενος Θεοτόκος Μαρία κατὰ καὶ μετὰ τὸν Εὐαγγελισμόν, ἀπηλλαγμένη καὶ ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα καὶ ἑπιπλέον καθισταμένη Θρόνος καὶ Δοχεῖον τοῦ Ἀκτίστου, ξεπερνᾶ σὲ ἀθωότητα, ἁγνότητα καὶ παρθενία κάθε ἀνθρώπινη καὶ ἀγγελικὴ ὕπαρξη.» Τοῦτ’ἔστιν, μὲ ἕνα λόγο, ἡ Ἀειπάρθενος Παναγία δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συνδεθεῖ μὲ ἄνδρα μὲ σκοπὸ τὴν οἰκογένεια, ἀλλὰ οὔτε ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ διανοηθεῖ πλέον πῶς ἢ τί συμβαῖνει στὶς μεταπτωτικὲς συλλήψεις τῶν ἀνθρώπων διὰ τὴν διαιώνιση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀκόμη καὶ τὶς πλέον ἀπαθεῖς καὶ ἅγιες. Πανάμωμος καὶ Πανακήρατος ἡ Θεοτόκος, συλλαμβάνει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ γεννᾶ τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Μεσσίαν, παραμένοντας Ἁγνὴ καὶ Ἀειπάρθενος. Τὰ θαυμαστὰ σημεῖα ποὺ τελοῦνται μὲ τὴ μεσιτεία Της αἰῶνες τώρα, οἱ μυροβλύζουσες Ἅγιες εἰκόνες Της, ἡ Ἁγία Ἐσθὴς καὶ ἡ Ἁγία Ζώνη της, μαρτυροῦνται ἀπὸ δισεκατομμύρια εὐεργετηθέντων ἀνθρώπων ὡς χαριτόβρυτα καὶ θαυματουργικὰ σκεύη ἐκλογῆς καὶ ἀποδεικνύεται ἔτσι τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς ὅτι εἶναι Μητέρα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, Παρθένος, Ἁγνὴ καὶ Καλή. «Παραμυθία», «Φοβερὰ Προστασία», «Γοργοϋπήκοος», «Ἐλεοῦσα», «Γλυκοφιλοῦσα», «Ἄμωμη», «Ἄμεμπτος», «Ἀμόλυντος», «Ρόδον τὸ Ἀμάραντον», «Γερόντισσα», «Γιάτρισσα», «Γρηγοροῦσα», «Διασώζουσα»,«Ἐγγυήτρια», «Ἐλαιοβρύτισσα», «Ἐλευθερώτρια», «Ἐπακούουσα», «Εὐαγγελίστρια», «Μεγαλόχαρη», «Πάντων Χαρά», «Πλατυτέρα», «Ἄξιον ἐστί», εἶναι μερικὰ μόνο ἀπὸ τὰ χιλιάδες προσωνύμια μὲ τὰ ὁποῖα τὴ στόλισε καὶ τὴ στολίζει ἡ ἀνθρωπίνη εὐσέβεια καὶ πιστὴ καρδιά, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν θαυματουργικῶν Της παρεμβάσεων καὶ εὐεργεσιῶν στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.

Ἄς κλείσουν, λοιπόν, μιὰ γιὰ πάντα τὰ βέβηλα στόματα, ἀλλὰ καὶ τὰ δυσώδη καὶ βλάσφημα σήριαλ, ὅπως αὐτὸ ποὺ παίχτηκε τὴν Μεγάλη Δευτέρα, τὴν Μεγάλη Τρίτη καὶ τὴν Μεγάλη Τετάρτη στὸ ἰδιωτικὸ κανάλι ALPHA πού, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ἀμφισβητοῦν τὸ Ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου, προβάλλοντας δῆθεν τὴν «Ἁγία Οἰκογένεια», προσβάλλοντες ὅμως ἔτσι τὸν Δίκαιον Ἰωσὴφ, τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἰησοῦν. Ὅλοι αὐτοὶ ποὺ παράγουν τὰ σήριαλ αὐτά, τὰ προβάλλουν καὶ τὰ βλέπουν, εἶναι ἄγευστοι τῆς Ἀκτίστου Χάριτος ἐσκοτισμένοι εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ ὅσους ζωγραφίζουν ἢ ἀγοράζουν αὐτὲς τὶς ψευτοεικόνες τῆς δῆθεν «οἰκογένειας». ΝΤΡΟΠΗ!!!

Ὅμως, οἱ βλασφημίες καὶ οἱ δυσωδίες τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔχουν καὶ συνέχεια, αὐτὴ τὴ φορὰ σὲ κανάλι τῆς Δημόσιας Τηλεόρασης, μὲ στόχο τὸν Υἱὸν τῆς Παρθένου, τὸν Θεάνθρωπον Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Μεσσία. Πιὸ συγκεκριμένα, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα παίχτηκε σὲ δημόσιο κανάλι τὸ ἑξῆς ντοκυμαντέρ: Ἑβραία ξεναγὸς(;) δημοσιογράφος(;) ξεναγοῦσε Προτεστάντη δημοσιογράφο(;) ποὺ ὅπως ἀπεδείχθη στὴ συνέχεια καὶ οἱ δύο ἦταν ἀρνητὲς τῆς Θεότητος καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ. Κατὰ τὴν περιήγησή τους στὴν Παλαιὰ Πόλη καὶ τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ εὐρισκόμενοι στὸν Πανίερο Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως, στὸν Φοβερὸ καὶ Φρικτὸ Γολγοθᾶ, ξεστόμισαν τὴν ἑξῆς φοβερὴ βλασφημία. Ἔλεγε ἡ Ἑβραία στὸν Προτεστάντη: «Ἐδῶ, στὸν Γολγοθᾶ, ὁ Ἰησοῦς ἔζησε τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς Του. Ἔκτοτε καὶ μετὰ τὴν Σταύρωση χάθηκε ἀπὸ τὸ προσκήνιο καὶ δὲν γνωρίζουμε τί ἀπέγινε». Δυστυχισμένοι ἐχθροὶ τοῦ Μεσσίου! Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος συζητώντας μὲ τὸν Φαρισαῖο Νικόδημο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες μαρτυρίες, ἀπεκάλυψε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Παντοκράτωρ καὶ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καὶ πολλὰ παθεῖν καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. «… ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον… ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.»(Ἰωάν., γ΄,10-18). Ἔτσι, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰησοῦ ὅταν κλίνας τὴν κεφαλὴν, εἶπε τὸ «τετέλεσται» καὶ παρέδωσε τὴν Παναγία ψυχή Του στὸν Πατέρα, ὁ Φαρισαῖος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος εἶχε διαφωνήσει μὲ τοὺς φονεῖς Φαρισαίους τοῦ συνεδρίου, καὶ ὁ εὐσχήμων βουλευτὴς ὁ ἀπ’Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, ζήτησαν ἀπὸ τὸν Πιλάτο καὶ ἔλαβαν τὸ σῶμα τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ, τὸ ἐνετύλιξαν σινδόνη κατὰ τὸ ἔθος ἐνταφιάζειν τοῖς Ἰουδαῖοις καὶ τὸ κατέθεσαν στὸ κενὸ μνημεῖο τοῦ Ἰωσήφ, στὸν κῆπο δίπλα στὸν Γολγοθᾶ. Ἐκεῖ, οἱ φονεῖς καὶ ἐχθροὶ τοῦ Ἰησοῦ, τοποθέτησαν στρατιῶτες βλοσυροὺς καὶ πάνοπλους ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ πλησιάσει ἕως τὴν τρίτη ἡμέρα ἐπὶ ποινὴ θανάτου. Ἐν τοῦτοις, τὴν πρώτη ἡμέρα μετὰ τὸ Σάββατο, ἤτοι τὴν Κυριακή, ὁ Ἅγιος Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, Ἑβραῖος στὴν καταγωγὴ καὶ πρώην τελώνης, Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ στὴ συνέχεια, καταγράφει ἀκριβῶς τὴν ἔνδοξον Ἀνάστασιν τοῦ Ἰησοῦ. «Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξί· Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε. δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος. καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ…»(Ματθ.,κη΄,1-8).

Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται ἀκριβῶς στὸ πῶς ὁ κύριος ἐπαρουσιάζετο ἐπὶ 40 ἡμέρες Ἀναστημένος ἑνώπιον πολλῶν ἀδελφῶν. «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.»(Πράξ.,α΄,3) Ὅπως, ἐπίσης, καὶ οἱ μαρτυρίες τῶν Μυροφόρων καὶ τῶν Ἀποστόλων στὴ μικρὴ Γαλιλαία, στὸ Ὑπερῶον, στοὺς Ἐμμαούς, στὴν Τιβεριάδα, καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, κράζουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἔνδοξον Ἀνάστασιν τοῦ Ἰησοῦ. «…ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται» ( Ματθ.,κη’,9-10). «Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς. καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς… καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.» (Ματθ.,κη΄,16-20).

Ἀκοῦστε, λοιπόν, καὶ μάθετε ἐπιτέλους, ἐσεῖς καὶ οἱ ὅμοιοί σας ποὺ ἰσχυρίζεστε καὶ λέτε ὅτι δὲν ξέρετε τί ἀπέγινε ὁ Ἰησοῦς μετὰ τὸν Γολγοθᾶ, ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ τροπάρια τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδου δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ μετά ληστοῦ καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος.» (Τροπ. Ὄρθρου Μεγ. Σαββάτου). Ἐπειδή, ὅμως, ὅλοι οἱ ἀρνητὲς ζητεῖτε ἴσως περαιτέρῳ ἀποδείξεις τῆς Θεότητος καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μεσσίου, ἂς ἀνατρέξετε στὴ μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς προφητεῖες τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντος. «Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, εἶπε· Ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται.»(Λουκ.,κα΄,5-6)[3]. Μέχρι σήμερα, ἐδῶ καὶ 2000 χρόνια περίπου, τὰ ἐρείπια ἀπὸ τὸ Ναὸ παραμένουν ἐκεῖ ὡς σημεῖον ἀναφορᾶς τῆς ἐκπλήρωσης τῆς ἀληθείας περὶ τῆς προφητείας τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ Ναὸ καὶ τὰ χαλάσματα. Ὅπως, ἐπίσης, κάντε τὸν κόπον καὶ ἂς περπατήσετε λίγα μέτρα πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν κατεστραμένο Ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Θὰ συναντήσετε λιτὸ καὶ μεγαλοπρεπὲς κτίριο, τὸν Πανίερον Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου κεῖνται ὁ Φρικτὸς Γολγοθᾶς, ὁ χῶρος τῆς Ἀποκαθήλωσης καὶ ὁ Πανάγιος Τάφος. Ἐκεῖ, πρὶν λίγες ἡμέρες, τὸ Μέγα Σάββατο, ἐξῆλθε μὲ θαυμαστὸ τρόπο γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν Τάφο τὸ Ἅγιον Φῶς τῆς Ἀναστάσεως εἰς μαρτυρίαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπη σᾶς ἀναμένει νὰ μετανοήσετε καὶ νὰ ἀναφωνήσετε: «Ὡσαννά, ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Υ.Γ. : Εὐχόμαστε καὶ προσευχόμαστε ἵνα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς, ἔχοντας τὶς ἐπιπλέον ἀποδείξεις τόσο μὲ τὴν προφητεία περὶ τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος ὅσο καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Φῶς ποὺ ἐξέρχεται κάθε Μέγα Σάββατον ἐκ τοῦ Τάφου, νὰ τείνουν εὐήκοα ὦτα καὶ νὰ ἀνοιγοῦν οἱ ὁφθαλμοὶ τῶν καρδιῶν καὶ οὕτως νὰ ἀποδεχτοῦν τὴν ὅντως ἀλήθεια, ὥστε ἡ κάθε καρδιὰ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καὶ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ νοῦς νὰ πλημμυρίσουν μὲ τὸ Φῶς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Τότε καὶ μόνον τότε, ὅλοι οἱ ὑβριστὲς τῆς Ἀειπαρθένου Θεοτόκου καὶ ἀρνητὲς τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος Χριστοῦ θὰ δύνανται πλέον νὰ κατανοήσουν καὶ ἐρμηνεύσουν σωστά τόσον τὶς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἀναφέρονταν καὶ ἐκπληρώθηκαν ἀκριβῶς στὸ πρόσωπο τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ, ὅσον καὶ τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἀφανισμὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἀφοῦ προβληματιστοῦν νὰ συνέλθουν εἰ δυνατὸν ἀπὸ τὴν πλάνη.

Θὰ εἶναι πράγματι μεγάλη εὐλογία ἡ σὺν τῷ χρόνῳ ἐπιστροφὴ ὅλων τῶν ἀθέων στὴν Ὀρθοδοξία, πολλῷ δὲ μᾶλλον τοῦ Πρωτότοκου ἀδελφοῦ μας Παλαιοῦ Ἰσραήλ, καθὼς καὶ ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει προφητεύσει. Αὐτός, ὁ πρῶτος μετὰ τὸν Ἕνα, πρώην Φαρισαῖος καὶ πρώην διώκτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νῦν Ἀπόστολος τοῦ Θεανθρώπου Μεσσίου, προσεύχεται: ««καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται»(Ρωμ,ια΄,26) «οὕτω καὶ οὗτοι νῦν ἠπείθησαν, τῷ ὑμετέρῳ ἐλέει ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐλεηθῶσι· συνέκλεισε γὰρ ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τοὺς πάντας ἐλεήσῃ. Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ!»(Ρωμ.,ια΄,1-33). Εὐχόμαστε καὶ ἐμεῖς εἰλικρινῶς καὶ ἀπὸ καρδίας γιὰ τὴν μεταστροφὴ ὅλων ὑμῶν. Γένοιτο Κύριε. Ἀμήν.

[1] (Λουκ.,α΄,28)

[2] «Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρὲτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ, ᾧ ὄνομα Ἰωσὴφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν…Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται…καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ…εἶπεν δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος. (Λουκ.,α΄,26-38)

[3] «…καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ.  ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ καταλυθήσεται.»(Ματθ.,κδ΄,1-2)