Περί του νέου βιβλίου: «Ἡ Γερόντισσα τῆς χαρᾶς – Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη»

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ.

 Προσοχή στήν ἀνάγνωση θρησκευτικῶν βιβλίων

Τοῦ πρωτ. Βασιλείου Κοκολάκη

Καί πάλι στό προσκήνιο ἡ μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη, ὡς μία ἐξαίρετη ἁγία μορφή. Στό προηγούμενο σχετικό βιβλίο περί τῆς ἴδιας μοναχῆς,¨Ἀσκητικὴ τῆς Ἀγάπης¨, πολύ συνοπτικά, μέσα ἀπό τό συναίσθημα περνοῦν ἁπαλά ἀλλότριες διδασκαλίες:συγκρητιστικά στοιχεῖα, λίγο Ἰνδουϊσμό-Γκουρουϊσμό, προτεστάντικου τύπου γλωσσολαλιά, χορτοφαγία κουλτούρας, ἀποκρυφιστική ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου, Υama (ἡ πεποίθηση τῆς γερόντισσας πώς τό σέξ, ἀκόμα καί μέσα στό γάμο, εἶναι ἀντιθεϊκό), ἀνυπαρξία – νέκρωση πρίν καί μετά τό θάνατο, διαλογισμό ἀντί προσευχῆς, θετική σκέψη, μακριά οἱ ἐνοχές, διαφήμιση ἰνδουϊστῶν διδασκάλων, δεισιδαιμονίες, μηνύματα ὁράσεις πλάνες, ἰαματικό χάρισμα, ἐπικίνδυνη ἀγάπη, περίεργη φυσιοθεραπεία.

. Στό νέο βιβλίο «Ἡ Γερόντισσα τῆς χαρᾶς – Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη», τῆς συγγραφέως μοναχῆς Φιλοθέης, ἡγουμένης τοῦ ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου “Παναγία τῶν Βρυούλων”, ἀπό τίς ἐκδόσεις “Ἐπιστροφή” συναντοῦμε ἄλλες ἀλλότριες διδασκαλίες, ὅπως:

Ἐπικίνδυνη ἐπικοινωνία μέ ἀγγέλους, θέα ἀγγέλων

Ἐκμετάλλευση ἀγαθῶν λόγων· τά καλά περιστασιακά λόγια κάποιων γερόντων γιά τήν γερόντισσα Γαβριηλία ἤ ἡ ἁπλή ἐπικοινωνία μαζί της δέν σημαίνει καί ἀναγνώριση μίας ἁγιότητας σ’αὐτήν.

Ἰνδουϊστική στάση ζωῆς. «…ὅταν σέ ἀκούω, ἐγώ δέν ὑπάρχω, προσπαθῶ νά γίνω ἐσύ, ὥστε νά μπορέσω νά σέ καταλάβω καί νά σέ βοηθήσω, ὁπότε ποιός νά κουραστεῖ, ἀφοῦ ἐγώ δέν ὑπάρχω;» (σελ. 51)

Ὁ ἅγιος κατά τούς διαπροσωπικούς διαλόγους δέν χάνει τήν αὐτοσυνειδησία του, δέν ἐξαφανίζεται μέσα στόν ἄλλο, δέν ταυτίζεται μέ τόν ἄλλο, δέν διακατέχεται ἀπό ἐνσυναίσθηση (νέος ἀποκρυφιστικός ὅρος τῆς Νέας Ἐποχῆς). Ἀλλά διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατανοεῖ τή θέση τοῦ ἄλλου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ ἀποκαλύπτει τό βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄλλου, ὥστε νά μπορεῖ ἀποτελεσματικά νά τόν μεταμορφώσει.

«Ὅταν μιλοῦσες μαζί της – λέει ἡ Α. – ἔνιωθες ὅτι γινόταν ἐσύ, ἦταν σά νά μιλοῦσες στόν ἑαυτό σου…γι αὐτό καί δέν ἔλεγε τίποτε, δέν σέ διόρθωνε, μέ ἀποτέλεσμα νά νοιώθεις πολύ ἄνετα μαζί της, ὅπως νοιώθεις μέ τόν ἑαυτό σου». (σελ. 52). Αὐτό γιατί κατεγράφη στό βιβλίο; Περισσότερο θυμίζει ἀποκρυφισμό παρά ὑγιῆ κατάσταση πού αἰσθάνεται κάποιος, ὅταν συνομιλεῖ μέ κάποιον ἅγιο. Ὁ χριστιανός ὅταν προσεύχεται, προσεύχεται ἐνώπιον, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ ἁγίου. Πρόκειται γιά δύο διαφορετικά πρόσωπα. Στό κάτω-κάτω ὅμως, ἄν αἰσθανόσουν ὅτι μιλᾶς μέ τόν ἑαυτό σου, γιατί νά μήν τό ἔκανες κατ’εὐθείαν, χωρίς καί πάλι νά διορθώνεσαι σέ τίποτα;

. Ἀμνήστευση ὁμοφυλοφιλίας· Στή σελ. 55-56 ἀναφέρεται ἡ συγγραφέας σέ περίπτωση ὁμοφυλόφιλου πού ἐκμυστηρεύθηκε τό πάθος του στή γερόντισσα. Ἡ ἀντιμετώπισή του, σύμφωνα μέ τά γραφόμενα, ἔγινε τόσο ἀγαπητικά, μά τόσο, πού οὔτε κἄν τοῦ εἶπε ἡ γερόντισσα πώς πρόκειται γιά ἁμαρτία. Ἀντιθέτως τοῦ εἶπε μεταξύ ἄλλων «ὁ ἔρωτας εἶναι ἕνα ὄχημα τοῦ Θεοῦ γιά νά φτάσουμε στήν ἀγάπη πρός τό πρόσωπό Του. …ὅταν ζήσεις μέ ἕναν ἄνθρωπο πολύ καί τόν ἀγαπήσεις πολύ, μετά, ὅταν τόν χάσεις, εἶναι πολύ δύσκολο… Καί συνεχίζει ὁ παθών καί τῆς λέει: αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού συνυπήρχαμε στό Λονδίνο, τώρα πού ἤμουν διακοπές, δέν ἤθελε νά μέ βλέπει καί μοῦ ἔλεγε ἡ γερόντισσα, γιά νά μέ παρηγορήσει “Μή στεναχωριέσαι! Καί τά παντρεμένα ζευγάρια κάνουν ἀποχή κάποιες περιόδους τοῦ χρόνου!”».

Ἔτσι θά ἔλεγε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἤ ἕνας ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος;

Διορατικό δῆθεν χάρισμα: Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου θεωρεῖται διορατικό χάρισμα τῆς γερόντισσας τό ὅτι ρώτησε κάποτε μία παντρεμένη “τί γίνεται μέ τή μοιχεία;” καί ὄντως αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε ὑποπέσει στό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας.

Ἀκύρωση τῆς κολάσεως· σελ. 104: «ὁ Θεός ξέρει καί θά τούς σώσει ὅλους». Τότε ἀκυρώνεται ἡ αἰώνια κόλαση ἤ εἶναι ἁπλῶς πρός ἐκφοβισμό;

Ἰσοτιμία γερόντισσας μέ πνευματικούς · σελ. 113: «…Ἀφοῦ ρωτᾶς ἐμένα, ρωτᾶς καί τόν πατέρα Χ… Νά κάνεις ὅ, τι σοῦ πεῖ ὁ πατήρ Χ… Ἐσύ ρωτᾶς γιά νά δεῖς τί σέ συμφέρει. Ἐφ᾽ ὅσον δέν ἔχεις ἐμπιστοσύνη, νά καταλήξεις ἐσύ σέ αὐτό πού θέλεις».

σελ. 115: «Μπορεῖ ὁ πνευματικός νά δώσει εὐλογία γιά κάτι καί ὁ Θεός νά παρεμβαίνει μέ τούς δικούς του τρόπους καί νά γίνεται ἐμπόδιο σέ κάτι πού ἐμεῖς ἔχουμε προγραμματίσει. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό»… «Ὁ Θεός θέλει αὐτό πού θέλουμε, ἀρκεῖ νά εἶναι γιά τό καλό μας». Τί συμπέρασμα βγαίνει τελικά; Κάνω ὑπακοή στόν πνευματικό μου ἤ στίς παρεμβάσεις; Ποιός ὁρίζει τί εἶναι γιά τό καλό μας καί πῶς θά τό καταλάβω;…σελ. 118: «ὁ Θεός δέν εἶναι τύραννος νά θέλει τό ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού θέλουμε ἐμεῖς». Πολύ ἐπικίνδυνες προτάσεις. Κάποιες φορές θέλει τό ἀντίθετο ἀπό τό δικό μας, ἀφοῦ καί δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε, ἀλλά κι ἄν ὄντως εἶναι γιά τό καλό μας.

Ἀτομοκεντρική θυσία· σελ. 130: «Ἀγάπα τόν διπλανό σου ἀλλά ὄχι παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό σου, γιατί ἔχεις ὑποχρέωση στό σαρκίο σου, νά μήν τό ἐκθέτεις σέ κίνδυνο». Αὐτό μᾶς διδάσκει ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἤ ἑνός ἁγίου;

. Χωρίς σχόλια · σελ. 131: «Δέν ἔχει γεννηθεῖ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πού θά μέ λυπήσει».

. Ἐν κατακλεῖδι νά ᾽χουμε τά μάτια μας τετρακόσια γιατί ὅ, τι χριστιανικό μᾶς σερβίρεται, δέν σημαίνει ἀπαραίτητα καί ὅτι εἶναι.

. Συνιστοῦμε στούς ἀναγνῶστες, ἀνεπιφύλακτα νά διαβάσουν τήν κριτική τοῦ αἰδεσιμ. πρωτοπρ. Βασιλείου Σπηλιοπούλου στό προηγούμενο βιβλίο «Ἡ Ἀσκητική τῆς Ἀγάπης», τῆς ὁμωνύμου συγγραφέως Γαβριηλίας μοναχῆς

. Ἡ ἐν λόγῳ κριτική φαίνεται πώς δέν προβλημάτισε τήν συγγραφέα μοναχή Φιλοθέη. Κρῖμα.

Τό ὅτι ἐπιπλέον δέν ὑπῆρξε καμιά ἀναίρεση τῆς τεκμηριωμένης κριτικῆς τοῦ π. Β. Σπηλιοπούλου, ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια τῶν ἐπισημάνσεών του περί τῆς προβολῆς τῶν θέσεων τῆς Νέας Ἐποχῆς μέσα ἀπό τά προαναφερθέντα βιβλία.

Οὔτε κι αὐτό μᾶς προβλημάτισε;

Πηγή

1. orthros.eu-2.https://averoph.wordpress.com/2018/06/24/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CE%B2/

Το είδα Χριστιανική Βιβλιογραφια

Advertisements

Αγιότητα και Κινηματογράφος

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
* Εισήγηση στο πλαίσιο του ετήσιου φεστιβάλ κινηματογάφου «Αστραπηφόρος Άγγελος», που διοργανώθηκε από το ομώνυμο ίδρυμα, υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών, την 4η Νοεμβρίου 2012 στη Ρωσία.
   

 

 
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Ο ορθόδοξος εικονογράφος, όταν ιστορεί μιά εικόνα, αφαιρεί, κατά τον άγιο Φώτιο τον Μέγα, τα «στοιχεία υλικής ακοσμίας και ανθρωπίνης περιεργείας» και παρουσιάζει τα ιερά πρόσωπα «ιεροπρεπώς και ιεροτύπως», με τέτοιο δηλαδή τρόπο που αρμόζει στην πνευματική τους κατάσταση. Έτσι, η ζωγραφική του δεν έχει σαρκική παχυλότητα και δεν είναι φυσιοκρατική. Οι εικόνες δεν είναι τα «πορτραίτα» ή οι φωτογραφίες των αγίων.

 

Η σχετικά νεαρή τέχνη του κινηματογράφου, που είναι Δυτικής προελεύσεως, έχει διαφορετική αφετηρία. Όπως και η Δυτική ζωγραφική ή το μυθιστόρημα, είναι τέχνη αναπαραστατική. Το ίδιο το τεχνικό της μέσον, το φιλμ αρχικά, το βίντεο και η ηλεκτρονική αποτύπωση στη συνέχεια, την υποχρεώνουν να καταγράφει τον πραγματικό κόσμο στις τρεις του διαστάσεις και μόνο μέσα από το αισθητό φως. Στην ουσία, το πραγματικό μέσον, με το οποίο δουλεύει αυτή η τέχνη, είναι το αισθητό φως, το κτιστό φως. Είναι λοιπόν τέχνη της αναπαράστασης, που βασίζεται στο γεγονός ότι το φυσικό φως διαδίδεται ευθύγραμμα και επομένως μπορεί να καταγραφεί. Στον βαθμό δε, που προϋποθέτει και άλλες συνιστώσες, όπως η πλοκή, οι χαρακτήρες, το σκηνικό κ.λπ., θα έλεγα ότι, εκτός από αναπαραστατική, είναι και αφηγηματική. Ένα ανάλογο του μυθιστορήματος, που χρησιμοποιεί, πέραν των λέξεων, την εικόνα αλλά και τον ήχο.

 

Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, η τέχνη του κινηματογράφου μπορεί να αναπαραστήσει την αγιότητα;

 

Με την έννοια της λειτουργικής τέχνης, όχι. Δεν μπορεί. Το σινεμά, όπως όλες οι ανθρώπινες τέχνες,  προϋποθέτει τη φαντασία, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα κι ένα ντοκυμανταίρ, που διεκδικεί την αντικειμενικότητα της καταγραφής, εμπεριέχει ένα μεγάλο μέρος φαντασίας. Οι εντυπώσεις, που μάς αφήνει ένα κινηματογραφικό έργο, είτε είναι ταινία, είτε μιά ρεαλιστική καταγραφή, όπως το ντοκυμανταίρ, οφείλονται κατά κύριο λόγο στη φαντασία και στη ματιά του σκηνοθέτη.

 

Όμως η πρόσβαση στην αγιότητα, αλλά, θα έλεγα, και η απεικόνιση της αγιότητας, όπως την αντιλαμβάνεται η εκκλησιαστική εικονογραφία, είναι ένας δρόμος, στον οποίο δεν έχει θέση η φαντασία. Είναι ένας δρόμος νηπτικός, όπως λέμε στην παράδοσή μας. Και η νηπτική προσέγγιση αποκλείει εξ ορισμού την φαντασία, κάθε είδους φαντασία.

 

Η απεικόνιση της αγιότητας, λοιπόν, είναι θέμα νήψεως και όχι φαντασίας. Ως εκ τούτου, ο κινηματογράφος δεν είναι σε θέση να αναπαραστήσει την αγιότητα στη Θεανθρώπινη διάστασή της.

 

Ως ανθρώπινος λόγος, όμως, η τέχνη του κινηματογράφου, όπως και κάθε ανθρώπινη τέχνη, μπορεί να τοποθετείται απέναντι στην αγιότητα, μπορεί να πραγματεύεται το γεγονός της αγιότητας. Κατά τον ίδιο τρόπο, που ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα, ή ακόμα και ένας ζωγραφικός πίνακας, μπορεί να πραγματεύεται την αγιότητα. Ο κινηματογράφος είναι ένα πολύ ισχυρό και εκφραστικό μέσο, δια του οποίου μπορεί να εκφραστεί ένας λόγος για την αγιότητα. Στη συνέχεια θα παραθέσω μερικές σκέψεις σχετικά με τον τρόπο, που επικράτησε να γίνεται αυτό, αλλά και για το πώς, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να γίνεται σε μια ορθόδοξη προσέγγιση των πραγμάτων.

 

Ο πρώτος τρόπος προσέγγισης της αγιότητας, που δοκιμάστηκε από τον κινηματογράφο, είναι η απεικόνιση της ιστορικής πλευράς της, δηλαδή η απεικόνιση συγκεκριμένων προσώπων αγίων, η μεταφορά στην οθόνη σκηνών από την επίγεια ζωή τους. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται ήδη από την παγκόσμια κινηματογραφική βιομηχανία και έτσι έχουμε ταινίες, όπου ηθοποιοί του Χόλλυγουντ υποδύονται τους προφήτες, τους αποστόλους και γενικά τους αγίους της Εκκλησίας μας, ακόμα δε και την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Προσωπικά, ομολογώ ότι  νοιώθω πολύ άβολα, όταν βλέπω αυτά τα πρόσωπα, που μπορεί να είναι και συμπαθή πρόσωπα, να ταυτίζονται με  άγια πρόσωπα, ειδικά μάλιστα με το Πρόσωπο του Κυρίου μας. Παρατήρησα, μάλιστα, ότι σε παλαιότερες ταινίες του Χόλλυγουντ, όπως ο Χιτώνας ή ο Μπεν Χουρ, οι σκηνοθέτες είχαν τη λεπτότητα να αποφεύγουν να δείξουν ευθέως το Πρόσωπο του Κυρίου μας. Με τον καιρό όμως, ξεπεράστηκε και αυτή η επιφύλαξη. Κι έτσι, σήμερα, τα νεαρά παιδιά, που μεγαλώνουν πιο πολύ με την εικόνα παρά με τον λόγο, ξέρουν ότι ο Χριστός μοιάζει με τον συγκεκριμένο ηθοποιό, που Tον υποδύεται. Ή σχηματίζουν την πεποίθηση ότι τα γεγονότα έγιναν όπως τα δείχνει η ταινία, όπως για παράδειγμα η σκηνή της σταύρωσης στη γνωστή ταινία του Φράνκο Τζεφιρέλι, όπου ο Τίμιος Σταυρός έχει αντικατασταθεί από ένα είδος σκαλωσιάς, που δεν έχει το σταυρικό σχήμα.

 

Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να πει ότι αυτά είναι προσεγγίσεις, που δεν προέρχονται από τον ορθόδοξο κόσμο και ότι, με μια ορθόδοξη κινηματογραφική προσέγγιση, θα μπορούσε να απεικονιστεί ορθά ένα βιβλικό γεγονός ή η ζωή ενός αγίου. Εξακολουθώ να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Όταν, για παράδειγμα, το Ευαγγέλιο μάς μιλά για τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, περιγράφει, με τον τρόπο του, ανάμεσα σ’ άλλα, και το σκηνικό, εντός του οποίου λαμβάνει χώραν το γεγονός. Η αναφορές στο όρος Θαβώρ και γενικά στον τόπο,  είναι ελλειπτικές, σχηματικές, όχι λεπτομερείς. Ο λόγος, που συμβαίνει αυτό, δεν είναι γιατί ο Ευαγγελιστής στερείται ακριβείας. Αλλά επειδή ο ρεαλισμός του Ευαγγελίου δεν είναι αυτός των φαινομένων, δεν είναι μόνο του φαίνεσθαι, αλλά και του Είναι. Ο ευαγγελικός ρεαλισμός δεν στοχεύει μόνο στο φαινόμενο, αλλά ταυτόχρονα και στο μη-φαινόμενο. Αποδίδει ταυτόχρονα την ιστορική πλευρά, αλλά και την μυστική πλευρά, έχει δηλαδή θεανθρώπινη προοπτική. Αν τώρα απεικονίσουμε τη Μεταμόρφωση σε μιά ταινία, έστω και ορθόδοξη, η απεικόνιση του Θαβώρ θα είναι αναγκαστικά ρεαλιστική, θα πρέπει να δείχνει ένα συγκεκριμένο βουνό με όλες τις λεπτομέρειες, αφαιρώντας έτσι τη μυστική του προέκταση. Η προοπτική θα είναι μόνο ανθρώπινη, θα στοχεύει μόνο τις αισθήσεις μας, όχι Θεανθρώπινη. Πράγμα που, όπως είπαμε, δεν συμβαίνει στην απεικόνιση του ίδιου γεγονότος στην ορθόδοξη εικόνα. Και πράγμα, που προσπάθησε να αποφύγει η Εκκλησία μας, μη αποδεχόμενη την γλυπτική απεικόνιση αγίων προσώπων ή γεγονότων.

 

Πέρα όμως από την προσπάθεια του κινηματογράφου να αναπαραστήσει την ιστορική πλευρά του Χριστιανισμού, δείχνοντάς μας ιερά πρόσωπα και γεγονότα, καθιερώθηκε στην παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή και ένα άλλο είδος, το οποίο, χοντρικά, θα έλεγα ότι χαρακτηρίζεται από μια κοινωνιολογική ή φιλοσοφική προσέγγιση απέναντι στα θέματα της χριστιανικής πίστης ή απέναντι στις αξίες που πηγάζουν από το Ευαγγέλιο, περιλαμβανομένου και του γεγονότος της αγιότητας. Αυτό το είδος κινηματογράφου δεν επιχειρεί μιά απευθείας αναπαράσταση αγίων προσώπων ή γεγονότων, αλλά προβάλλει αισθήματα, σκέψεις και στάσεις των ανθρώπων σε θέματα πίστης, είτε ατομικά αισθήματα, είτε ευρύτερα τον τρόπο, με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες προσλαμβάνουν το μήνυμα του Ευαγγελίου. Πρόκειται για έναν κινηματογράφο, που ουσιαστικά πραγματεύεται τις εντολές του Ευαγγελίου μέσα στον κόσμο και τη στάση του ανθρώπου απέναντι σ’ αυτές.

 

Παρόλο που σ’ αυτή την κατηγορία βρίσκουμε αρκετά έργα, προτεσταντικής κυρίως εμπνεύσεως, με ηθικοπλαστικό ή αφελώς προπαγανδιστικό περιεχόμενο, ωστόσο βρίσκουμε και πολλά άλλα, που με βαθιά τιμιότητα και ειλικρίνεια εκθέτουν προβληματισμούς γύρω από τη σχέση με τον Θεό, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τα θέματα της αγάπης, της συγγνώμης, της θυσίας, της συγχώρησης, του θανάτου, του κακού μέσα στον κόσμο. Πολλές φορές, μάλιστα, ο κινηματογράφος αυτός είναι εποικοδομητικός, ακόμα και όταν προσεγγίζει αρνητικά τα θέματα αυτά, όταν με ειλικρίνεια δείχνει την εσωτερική ερημία του σύγχρονου ανθρώπου και τα αδιέξοδα που δημιουργούνται, όταν αρνείται να δεχτεί την αγάπη του Θεού ή όταν μας κάνει κοινωνούς της βαθιάς νοσταλγίας του σύγχρονου ανθρώπου για επιστροφή στον Πατέρα.

 

Γι’ αυτό, μην σας φανεί παράξενο, νοιώθω ότι ταινίες όπως του Μπέρκμαν, για παράδειγμα, που θεωρείται ένας άθεος σκηνοθέτης, παρουσιάζουν περισσότερο θεολογικό ενδιαφέρον από την ταινία του Τζεφιρέλι για τα πάθη του Χριστού, ή την ταινία Μωυσής, όπου τον Προφήτη υποδύεται ο Τσάρλτον Έστον.

 

Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτό το είδος κινηματογράφου παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, και ότι θα πρέπει να ελκύσει περισσότερο την προσοχή ημών των Ορθοδόξων. Αυτό το είδος κινηματογράφου ανοίγει, πιστεύω, μια τεράστια προοπτική για ορθόδοξη πρόσληψη αυτής της κοσμικής τέχνης, που γεννήθηκε και διαμορφώθηκε στην Δύση.

 

Κάτι ανάλογο συνέβη και με το μυθιστόρημα, το οποίο ήταν επίσης μια τέχνη, που άρχισε στην Δύση. Ήρθε όμως ένας Ντοστογιέφσκι, να προσλάβει αυτή την Δυτική φόρμα, να τη μεταμορφώσει, να τη μετατρέψει σε χώρο, όπου πραγματώνεται το μεγάλο μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου. Το αποτέλεσμα; Οι φανταστικές ιστορίες του Ντοστογιέφσκι θεολογούν, και μάλιστα θεολογούν σε ύψος, που πολλές θεολογικές πραγματείες δεν μπορούν καν να το φανταστούν. Μάλιστα αυτό γίνεται, τις πιο πολλές φορές, όχι αναπαριστώντας αγίους και ιερά γεγονότα, αλλά εγκληματίες, μηδενιστές και κάθε λογής ανοσιουργήματα.

 

Η περίπτωση του Ντοστογιέφσκι μας διδάσκει, ότι η φαντασία μπορεί μεν να μην είναι νηπτική, ωστόσο μπορεί να είναι μια σημαντικότατη δημιουργική δύναμη, ένα δώρο του Θεού, το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να οδηγήσει στη σωστή κατεύθυνση. Μια τέχνη, που στηρίζεται στη δημιουργική φαντασία, μπορεί να δώσει διεξόδους στη μεγάλη δίψα του ανθρώπου για τον Θεό, να διοχετεύσει τη μνήμη του Θεού μέσα στα έργα της τέχνης. Κι όταν τα έργα είναι σημαδεμένα από αυτή τη δίψα, γίνονται δοξολογία του Θεού, αλλά και πηγές, όπου μπορούν να ξεδιψάσουν οι άλλοι άνθρωποι. Πράγμα, που ισχύει ακριβώς και για τον κινηματογράφο.

 

Νομίζω, λοιπόν, ότι η αναπαράσταση της αγιότητας μέσα από το σινεμά, δεν θα πρέπει να αποσκοπεί σε μια απεικόνιση των ιστορικών αγίων προσώπων, ή των λεπτομερειών της ζωής τους. Θα μπορούσε όμως να φέρει στην οθόνη ψυχωφελείς ιστορίες, στις οποίες να εμφανίζονται και αγιασμένα πρόσωπα ή πρόσωπα που αγωνίζονται να κατακτήσουν την αγιότητα, τα οποία όμως να μην είναι ιστορικά πρόσωπα, δηλαδή επώνυμοι, αναγνωρισμένοι από την Εκκλησία, άγιοι. Με τον τρόπο αυτό και η αγιότητα, ως πραγματικότητα, προσεγγίζεται, και το μυστήριο των επωνύμων αγίων γίνεται σεβαστό. Κατά τα άλλα, ο κινηματογράφος δεν πρέπει να είναι ένας «μονοφωνικός» λόγος, ένα είδος θρησκευτικής προπαγάνδας, που υπάρχει για να μας υπενθυμίζει το «σωστό», με την οπτική μιας ιδεολογίας. Τότε δεν θα είναι καν τέχνη. Ο κινηματογράφος πρέπει να είναι ειλικρινής απέναντι στον άνθρωπο και τα αισθήματά του, απέναντι στις πραγματικότητες της ζωής. Πρέπει να παρέχει χώρο,  ώστε να αναπτυχθεί η ελευθερία, να φανεί η ανθρώπινη κατάσταση σε όλη την τραγική της πραγματικότητα. Ο στόχος του δεν θα πρέπει να είναι η ιδεολογία, αλλά η των πραγμάτων αλήθεια.

 

Παρόλο που δεν έχω καμία ειδίκευση περί του κινηματογράφου ως τέχνης, θεωρώ ότι αυτό δεν είναι μόνο θέμα του περιεχομένου μιάς ταινίας, αλλά κυρίως θέμα των εκφραστικών μέσων, της κινηματογραφικής φόρμας. Και, ως γνωστόν, στο θέμα της φόρμας δεν υπάρχει συνταγή. Εναπόκειται στον σκηνοθέτη να επιλέξει τον τρόπο, με τον οποίο θα είναι διατυπωμένη η κινηματογραφική του ματιά. Αν λοιπόν η τέχνη του κινηματογράφου μπορεί να προσληφθεί ορθόδοξα, αν μπορεί να έχει μιἀ ορθόδοξη οπτική, αυτό εξαρτάται, όχι μόνο από το θέμα της, αλλά από την μορφή της, από τον τρόπο, που εικονίζει και αφηγείται το θέμα της.

 

Ήδη, στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου έχουν παγιωθεί κάποιες κυρίαρχες τάσεις, όσον αφορά τις μορφολογικές προσεγγίσεις, κάποια μεγάλα ρεύματα. Τα ρεύματα αυτά διαμορφώθηκαν από αυτό, που αποκαλούμε «εμπορικό κινηματογράφο», μια τέχνη, που εν πολλοίς έχει καταντήσει καταναλωτικό προϊόν και αυτή τη στιγμή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο —γιατί να μην το πούμε;— το σύγχρονο όπιο των λαών… Η θεματολογία και η μορφολογία αυτού του εμπορικού  κινηματογράφου, η οποία καθορίζεται από τις πωλήσεις και τα κέρδη, ή τα διάφορα λαμπερά βραβεία, έχει εξελιχτεί σε μια σύγχρονη μορφή καταδυνάστευσης του ανθρώπου. Σε καμμία άλλη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο δέσμιος των εικόνων, σε σημείο, που η εποχή μας να χαρακτηρίζεται εποχή της εικόνας.

 

Μια ορθόδοξη πρόσληψη του κινηματογράφου, λοιπόν, θα πρέπει να έχει υπόψη της αυτές τις πραγματικότητες. Ο στόχος ενός ορθόδοξου σκηνοθέτη σήμερα, δεν μπορεί να είναι η προσθήκη ακόμα μερικών ταινιών, που θα αποκοιμίζουν τα ναρκωμένα από την εικόνα πλήθη. Αν θέλει πράγματι να δει τον κινηματογράφο ως τέχνη, θα πρέπει καταρχάς να έχει πλήρη συνείδηση των παραμορφώσεων, που υπέστη το εκφραστικό αυτό μέσο μέσα στον καταναλωτικό πολιτισμό. Στη συνέχεια, θα πρέπει να στρέψει την έρευνά του στο να προτείνει φόρμες και τρόπους, που να βγάζουν αυτή την τέχνη από τον φαύλο κύκλο του εμπορίου και του λεγόμενου σώου μπίζνες. Πρέπει να στοχεύει να αποσπάσει την τέχνη του κινηματογράφου από τα χέρια του πονηρού, εἰ δυνατόν. Θα πρέπει να την καταστήσει ικανή να μιλήσει για τον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, για την κτίση και την ιστορία ως παραπομπές στην Βασιλεία του Θεού, για το νόημα της ζωής σε αναφορά προς τις εσχατολογικές πραγματικότητες. Αν αυτός είναι ο στόχος του κινηματογράφου, τότε γίνεται τέχνη άξια του ονόματός της, γίνεται λόγος για την αγιότητα και αναπαράσταση της αγιότητας. Αυτές είναι οι προκλήσεις, που καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν οι σκηνοθέτες μας.

 

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, στην περίπτωση της μυθιστορηματικής φόρμας, εκείνος που πρότεινε μια συγκλονιστική μεταμόρφωσή της, αλλάζοντας την ίδια την ιστορία του μυθιστορήματος, ήταν ο Ντοστογιέφσκι. Επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας την πεποίθηση ότι αυτό κατέστη δυνατόν, όχι μόνο λόγω των προσωπικών χαρισμάτων του συγκεκριμένου συγγραφέα, αλλά και λόγω του ότι η ρωσική σκέψη, τέκνο της οποίας είναι ο συγγραφέας, είναι εκείνη που κατάφερε καλύτερα από όλο τον ορθόδοξο κόσμο να διαλεχθεί πιο αποτελεσματικά με το Δυτικό πνεύμα, και κατάφερε να αντικρίσει την Δύση μέσα από ορθόδοξο πρίσμα. Η ρωσική σκέψη, παρόλο, που κατά καιρούς δεχόταν έναν πολιτισμικό καταιγισμό από την Δύση, κατάφερε σε πάρα πολλές περιπτώσεις να αρθρώσει έναν λόγο, που όχι μόνο στέκει αξιοπρεπώς απέναντι στην Δύση, όχι μόνο προσλαμβάνει και μεταμορφώνει τις Δυτικές κατηγορίες σκέψεις, αλλά, εν τέλει, επενεργεί καταλυτικά και πάνω στην ίδια τη Δύση. Τέτοια παραδείγματα, πέρα από τον Ντοστογιέφσκι, βλέπουμε και στη ρωσική θεολογία της διασποράς, αλλά, για να παραμείνουμε στο σινεμά, και στη σημαντική περίπτωση του σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι.

 

Λόγω αυτής της βαθιάς κατανόησης και κριτικής αντιμετώπισης της Δύσης, που έχει αναπτύξει η Ρωσία στη μακρά πάλη της με το Δυτικό πνεύμα, πιστεύω ότι η απάντηση, όσον αφορά μιαν ορθόδοξη οπτική στον χώρο του κινηματογράφου, θα έρθει από τη Ρωσία. Παρόλο που δεν γνωρίζω τη σημερινή επικαιρότητα του ρωσικού κινηματογράφου, είμαι βέβαιος ότι οι νέοι σκηνοθέτες της Ρωσίας, ριζωμένοι στη βαθιά αίσθηση της ορθόδοξής τους ταυτότητας, συνεχίζουν την έρευνά τους για τη διατύπωση μιας κινηματογραφικής γλώσσας, η οποία να είναι αντάξια του ανθρώπινου προσώπου, του κατ’ εικόνα Θεού απολύτως ελεύθερου ανθρώπινου προσώπου.

 

Ενδεικτικό και ελπιδοφόρο σημείο είναι σίγουρα και η διοργάνωση αυτή, στην οποία μου κάνατε την τιμή να με προσκαλέσετε, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσεται ένας σοβαρός και ελπιδοφόρος προβληματισμός. Σας ευχαριστώ, που είχατε την υπομονή να δεχτείτε και τις δικές μου απόψεις, ως συμβολή στον γενικότερο αυτό προβληματισμό.

 

ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΟΡΦΟΥ

 

ΙΝΑΤΙ  ΕΓΕΝΝΗΘΗΝ ΙΔΕΙΝ ΤΟ ΣΥΝΤΡΙΜΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΟΥ;

«Ὅσα προεγράφη, εἰς τήν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη»

————————————————————————————————————–

«Οἴµοι, ἱνατί τοῦτο ἐγενήθην ἰδεῖν τό σύντριµµα τοῦ λαοῦ µου

καί τό σύντριµµα τῆς πόλεως τῆς ἁγίας

καί καθῆσαι ἐκεῖ ἐν τῷ δοθῆναι αὐτήν ἐν χειρί ἐχθρῶν

καί τό ἁγίασµα ἐν χειρί ἀλλοτρίων;

Ἐγένετο ὁ Ναός αὐτῆς ὡς ἀνήρ ἄδοξος…

πᾶς ὁ κόσµος αὐτῆς ἀφηρέθη,

ἀντί ἐλευθέρας ἐγένετο εἰς δούλην.

Καί ἰδού τά ἅγια ἡµῶν καί ἡ καλλονή ἡµῶν

καί ἡ δόξα ἡµῶν ἠρηµώθη,

καί ἐβεβήλωσαν αὐτά τά ἔθνη.

Ἱνατί ἡµῖν ἔτι ζῆν;»

τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου

π. Βασιλείου Βολουδάκη  

800px-Schnorr_von_Carolsfeld_Bibel_in_Bildern_1860_151
Ὁ Ματταθίας καί οἱ ἀκόλουθοί του.

Πολλοί θά ἔχετε διαβάσει, δέν γνωρίζω, ὅμως, πόσοι θυμᾶσθε τήν ἱστορία τοῦ Ματταθία καί τῶν υἱῶν του, ἰδιαιτέρως τοῦ Ἰούδα, τοῦ ἐπωνομαζομένου Μακκαβαίου.

Ἡ ἱστορία αὐτή ἔχει καταπληκτική ὁμοιότητα μέ τήν σημερινή πολιτική καί πνευματική πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί ἰδίως τῆς πατρίδος μας.

Μετά τόν θάνατο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου (323 π. Χ.) ἄρχισε νά διασαλεύεται σταδιακά ἡ εἰρήνη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἔζησαν «ἤρεμον καί ἡσύχιον βίον ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καί σεμνότητι» καί μέ κάθε διευκόλυνση γιά τήν ἐπιτέλεση τῆς Λατρείας τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἰδιαιτέρως, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ βασιλέως Ἀντιόχου Δ΄ τοῦ Ἐπιφανοῦς, σαλεύθηκε ἐκ βάθρων ἡ Ἰουδαϊκή εὐσέβεια, ἀφοῦ ὁ Ἀντίοχος θέλησε νά ξερριζώση τήν Ἰουδαϊκή Θρησκεία καί νά ἐπιβάλη θρησκευτική ὁμοιογένεια στό Κράτος.

Βρισκόμαστε στό ἔτος 175 π.Χ. καί οἱ ὁμοιότητες μέ τήν σημερινή πραγματικότητα ἐντοπίζονται στήν προσπάθεια τοῦ Ἀντιόχου νά ἐξελληνίση τούς Ἰουδαίους, κάνοντάς τους εἰδωλολάτρες καί διά τοῦ ἐξελληνισμοῦ νά ἐπιφέρη τήν εἰδωλολατρική ὁμοιογένεια, ἡ ὁποία ἦταν (καί ἐξακολουθεῖ νά εἶναι, γι’ αὐτό καί τήν ἔχει ἐναγκαλισθεῖ ἡ παγκοσμίως κυβερνῶσα Μασωνία) ἐντελῶς ἀκίνδυνη γιά τήν κρατική ἐξουσία, ἀφοῦ τά εἴδωλα δέν ἐλέγχουν, οὔτε ὑπαγορεύουν ὁδηγίες σωφρωνισμοῦ στούς κοσμοκράτορες.

Ὅσοι δυσκολεύονται ἀκόμη νά προσαρμόσουν τά τότε στό σήμερα, ἀρκεῖ νά ἀντικαταστήσουν τά ἄγνωστα χ καί ψ (ὅπως ἀκριβῶς στά μαθηματικά) καί στό χ, ἀντί τοῦ ἐξελληνισμοῦ νά βάλουν τόν ἐξευρωπαϊσμό καί στό ψ ἀντί τῆς ὁμοιογένειας νά βάλουν τήν παγκοσμιοποίηση. Ἀντί τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀντιόχου, ἄς βάλουν ὀνόματα ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν κατεδάφιση τῆς Πίστεως μέσῳ τῆς Κρατικῆς τους ἰσχύος, ἔχουν τήν ψευδαίσθηση ὅτι θά γίνουν ἐπιφανεῖς!

Γιά νά γίνη πιό ἁπτή ἡ ὁμοιότητα τῆς τότε ἐποχῆς μέ τό σήμερα θά ἑστιάσουμε στό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στό βιβλίο τῶν Μακκαβαίων, στό ὁποῖο μέ δημοσιογραφική ἐπικαιρότητα περιγράφεται ὁ ἀθεϊσμός, πού θέλησε νά ἐπιβάλη ὁ Ἀντίοχος μέ πρόσχημα τόν… ἐκσυγχρονισμό(!), τόν ὁποῖο στήν πράξη –τώρα πιά μετά ἀπό τόσους ἀποδεικτικούς αἰῶνες– μποροῦμε νά τόν ταυτίσουμε μέ τόν ἐκχυδαϊσμό καί τήν ἀποκτήνωση τοῦ ἀνθρώπου.

Διαβάζουμε:«Καί ἐπέστρεψεν Ἀντίοχος …καί ἀνέβη ἐπί Ἰσραήλ καί ἀνέβη εἰς Ἱερουσαλήμ ἐν ὄχλω βαρεῖ (μέ πολύ στρατό). Καί εἰσῆλθεν εἰς τό ἁγίασμα ἐν ὑπερηφανεία καί ἔλαβε τό θυσιαστήριον τό χρυσοῦν καί τήν λυχνίαν τοῦ φωτός καί πάντα τά σκεύη αὐτῆς καί τήν τράπεζαν τῆς προθέσεως καί τά σπονδεία καί τάς φιάλας …καί ἐλέπισε (κομμάτιασε) πάντα. Καί ἔλαβε τό ἀργύριον καί τό χρυσίον καί τά σκεύη τά ἐπιθυμητά καί ἔλαβε τούς θησαυρούς τούς ἀποκρύφους οὖς εὗρε καί λαβῶν πάντα ἀπῆλθε εἰς τήν γῆν αὐτοῦ. Καί ἐποίησεν φονοκτονίαν καί ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν μεγάλην.» (Α΄  Μακ. 1, 20-24)

Οἱ σημερινοί ἄρχοντες, μέ τήν ἔπαρση τῆς ἐξουσίας τους, εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγιασμένη Πατρίδα μας, μέ ὑπερηφάνεια διεκήρυξαν τήν ἀθεΐαν τους, ἀρνήθηκαν νά ὑποσχεθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι θά κυβερνήσουν θεοπρεπῶς, ἀλλά ἀνηγόρευσαν τόν ἑαυτόν τους θεόν καί ὁρκίσθηκαν στήν …συνείδησή τους, δηλαδή, στόν ἑαυτόν τους, χωρίς νά τούς ἀντισταθῆ κανείς ἐκ τῶν «ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις εὑρισκομένων», οὔτε νά τούς  ἀντείπη.

Ἐν συνεχείᾳ, ἀφήρεσαν κάθε ἱερό καί σέβασμα ἀπό τούς χώρους ἀγωγῆς τῆς νεότητος, ἐξόρισαν τούς Πνευματικούς Πατέρες ἀπό τούς χώρους πού τελεσιουργεῖται τό Μυστήριον τῆς Παιδείας καί καταπιάσθηκαν μέ τήν Ἐκκλησιαστική Περιουσία, τήν ὁποία, μέ τό πρόσχημα τῆς …ἀξιοποιήσεώς της(!), μεθοδεύουν τό πῶς θά τήν ἁρπάσουν, ὥστε πολύ σύντομα νά ἀφήσουν τήν Ἐκκλησία «γυμνοτέραν ὑπέρου» καί “σάν στυμμένη λεμονόκουπα “σχεδιάζουν νά τήν ἐγκαταλείψουν στόν –ὅπως μέ τήν ἀλαζονεία τους νομίζουν– ἀφανισμό της.

Ἀλήθεια, τί γυρεύουν οἱ Ἀρχιερεῖς μας σέ συμβούλια καί ἑταιρεῖες γιά τήν ἀξιοποίηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας; Δέν ἔχουμε ἐμεῖς πιστούς οἰκονομολόγους καί ἐπιστήμονες γιά νά μᾶς κατευθύνουν ὑπό τήν πνευματική μας κρίση καί ποιμαντική διάκριση; Ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στούς κρατικούς λειτουργούς, πού ἀφάνισαν τήν Κρατική Περιουσία καί ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά ὁποιαδήποτε κοινωφελῆ ἀξιοποίηση, ἀφοῦ λογαριάζουν μόνο τό πῶς θά λεηλατήσουν τά πάντα πρός ἴδιόν τους ὄφελος;

Οἱ ἄρχοντες, ὅμως, ἔχουν γιά κυβερνητική τους πυξίδα τήν δολιότητα. Ὅταν δροῦν βιαίως καί δημιουργεῖται ἀντίδραση στόν λαό, τότε παίρνουν τό “ἄκακο”, τό δόλιο προσωπεῖο καί παραπλανοῦν. Τότε, ὅταν ὁ Ἀντιοχος ἐπέφερε «θρῆνον καί πένθος μέγα ἐπί Ἰσραήλ ἐν παντί τόπῳ αὐτῶν», ἡσύχασε γιά δύο ἔτη, καί κατόπιν «ἀπέστειλεν ἄρχοντα φορολογίας εἰς τάς πόλεις Ἰούδα καί ἦλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ» μέ πολύ στρατό «καί ἐλάλησεν αὐτοῖς λόγους εἰρηνικούς ἐν δόλῳ καί ἐνεπίστευσαν αὐτῶ»! Καί, κατόπιν, ἐπετέθη ξαφνικά, μετά τά ψεύτικα λόγια, πού τά πίστεψαν ὅσοι Ἰουδαῖοι –μέ τήν χαλαρότητα τῆς πίστεώς τους καί τήν ἐκφυλισμένη ζωή τους– ἔγιναν ἀφελεῖς, καί ἔσφαξε «λαόν πολύν ἐξ Ἰσραήλ» (Α΄  Μακ. 1, 25-30).

Γκρέμισε τό τεῖχος τοῦ Δαυΐδ καί ἄλλαξε ὅλο τό τοπίο τῆς Ἱερουσαλήμ, καίγοντας τά σπίτια τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἔφευγαν ἔντρομοι, ἕως ὅτου ἐγκατεστάθη στήν Πόλη «ἔθνος ἁμαρτωλόν», «ἄνδρες παράνομοι», ἀλλά καί Ἰουδαῖοι, πού ἀρνήθηκαν τόν ἀληθινό Θεό καί ἀκολούθησαν τά εἰδωλολατρικά ἤθη τῶν κατακτητῶν!

Ποιός δέν ἀντιλαμβάνεται τήν φωτοτυπική ὁμοιότητά τοῦ τότε μέ τό σήμερα; Ἡ διαφορά ἔγκειται στό ὅτι ἡ διαφθορά τοῦ λαοῦ μας, πνευματική-ἠθική καί βιοτική δέν γίνεται σήμερα μέ ὁπλισμένο στρατό, οὔτε μέ εἰσβολέα ἀλλοεθνῆ, ἀλλά μέ ὁπλισμένα μέ ἀπίστευτη ἰσχύ ΜΜΕ, χρυσοπληρωμένα γιά τήν δικτατορική “ἐνημέρωση” (διάβαζε ἐξαθλίωση) τοῦ λαοῦ καί μέ ἄρχοντες μέ Ἑλληνική ὑπηκοότητα στά χαρτιά, ἀλλά μέ ἐξανδραποδισμένη ἐθνική συνείδηση, πού ἐξαγοράζεται μέ χρήματα. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί τό πῶς νομοθέτησαν τήν ἐξαγορά τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος ἀπό ὁποιονδήποτε ἀλλοεθνῆ, μέ μοναδική προϋπόθεση νά ἐπενδύση ἐκεῖνος 400.000 εὐρώ! Μόνο πολιτικοί πού ἐξαγοράζονται μέ χρήματα μποροῦν νά νομοθετοῦν μέ τέτοιον αἰσχρό τρόπο!

Ὁ Ἀντίοχος συνέχισε τότε. Ἔβγαλε διάταγμα, μέ τό ὁποῖο προσέταξε ὅλους τούς λαούς τῆς βασιλείας του, νά γίνουν ἕνας λαός, ἐγκαταλείποντας ὁ καθένας τά δικά του «πιστεύω» καί τήν δική του νομοθεσία: «καί ἔγραψεν ὁ βασιλεύς Ἀντίοχος πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ εἶναι πάντας εἰς λαόν ἕνα. Καί ἐγκαταλειπεῖν ἕκαστον τά νόμιμα αὐτοῦ. Καί ἐπεδέξαντο πάντα τα ἔθνη κατά τόν λόγον τοῦ βασιλέως. Καί πολλοί ἀπό Ἰσραήλ εὐδόκησαν τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ καί ἔθυσαν τοῖς εἰδώλοις καί ἐβεβήλωσαν τό Σάββατον… καί ἀπέστειλεν ὁ βασιλεύς βιβλία (=διατάγματα) εἰς Ἱερουσαλήμ καί τάς πόλεις Ἰούδα πορευθῆναι ὀπίσω νομίμων ἀλλοτρίων τῆς γῆς… καί ἀφιέναι τούς υἱούς αὐτῶν ἀπεριτμήτους, βδελύξαι τάς ψυχάς αὐτῶν ἐν παντί ἀκαθάρτῳ καί βεβηλώσει, ὥστε ἐπιλαθέσθαι τοῦ νόμου καί ἀλλάξαι πάντα τάς δικαιώματα»!

Καί οἱ δικοί μας οἱ ἄρχοντες συνεχίζουν αὐτό πού δέν πέτυχε ὁ Ἀντίοχος, γιατί τότε μίλησε ὁ Θεός καί μέ τούς ἀνθρώπους Του, ἀλλά, κυρίως, μέ τήν Ἐνσάρκωσή Του.

Συνεχίζουν οἱ δικοί μας νεοαντιοχίσκοι, νομίζοντας ὅτι κάνουν κάτι καινούριο, γιατί φρόντισε ὁ πατέρας τους ὁ διάβολος (μέ τόν ὁποῖο, κατά τήν ὁμολογία τους, συνεργάζονται) νά κάνη τίς ἰδεολογίες του ἰδεολογικά πολιτικά προγράμματα μέ σύγχρονο “ρετούς”, ὥστε νά φαίνονται στούς ἀδαεῖς καινούρια!

Συνεχίζουν οἱ πολιτικοί μας μέ τό νά προστάζουν πώς, ἐν ὀνόματι τῆς ἑνότητος καί τῆς εἰρήνης, πρέπει ὁ καθένας νά φυλάσση τήν πίστη του γιά τόν ἑαυτό του καί νά μήν τό κάνη φανερά, γιατί τάχα προσβάλλονται οἱ ἀλλοεθνεῖς, πού μέ κάθε τρόπο –πάλι οἱ πολιτικοί μας– φροντίζουν νά τούς πληθαίνουν καθημερινά στή χώρα μας.

Μᾶς προστάζουν νά ἀφήσουμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ μας καί νά ἐφαρμόζουμε σάν θεϊκούς, τούς νόμους τοῦ Κράτους(!), ἀφοῦ, ἄν κρίνουμε κάποιον κρατικό νόμο μέ τήν Ἁγία Γραφή, καταδικαζόμεθα πλέον ὡς “ρατσιστές”!

Τά ξένα ἔθνη, πού συγκέντρωσαν οἱ νεοαντιοχίσκοι τῆς Ἑλλάδος, δέν ἔχουν κανένα πρόβλημα ἀπό τήν ἀλλαγή τῶν νόμων τῆς πατρίδος μας, ἀφοῦ ὅλοι συμφωνοῦν στήν ἀπόρριψη τοῦ ΜΟΝΟΥ Ἀληθινοῦ Θεοῦ μας καί τοῦ Νόμου Του. Ὅπως τότε «ἐπεδέξατο πάντα τά ἔθνη κατά τόν νόμον τοῦ βασιλέως», ἔτσι ἔγινε καί τώρα. Καί τό χειρότερο: ὅπως τότε, «πολλοί ἀπό Ἰσραήλ εὐδόκησαν τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ καί ἔθυσαν τοῖς εἰδώλοις καί ἐβεβήλωσαν τό Σάββατον», ἔτσι καί τώρα πολλοί Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, συγκατετέθησαν καί ζοῦν ὅπως τά ἔθνη «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ» καί βεβήλωσαν τήν Κυριακή, ὄχι μόνο μή ἐκκλησιαζόμενοι, ἀλλά καί ἐμπορευόμενοι καί μετατρέποντάς την σέ μιά κοινή ἡμέρα.

Μέ ἕνα λόγο, ὅπως τότε ἄφηναν οἱ ἀρνηταί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ Ἰουδαῖοι «τούς υἱούς αὐτῶν ἀπεριτμήτους, βδελύξαι τάς ψυχάς αὐτῶν ἐν παντί ἀκαθάρτῳ καί βεβηλώσει, ὥστε ἐπιλαθέσθαι τοῦ νόμου καί ἀλλάξαι πάντα τά δικαιώματα», ἔτσι καί τώρα οἱ ἀδιάφοροι ὀρθοδοξώνυμοι νεοέλληνες, ἀστεφάνωτοι οἱ ἴδιοι, ἀφήνουν καί τά παιδιά τους ἀβάπτιστα, τά ἀνατρέφουν σάν νά μήν ἦλθε ποτέ ὁ Θεός στή γῆ, ἀφήνοντάς τα νά συμμετέχουν καί νά συναναστρέφονται μέ κάθε ἀκαθαρσία καί διαστροφή, μέ ἀποτέλεσμα νά λησμονοῦν σιγά-σιγά, ὁ,τιδήποτε ἔχει διδάξει ὁ Οὐρανός καί νά δέχονται σάν φυσικό καί ἀληθές τήν ἀνατροπή τῆς παγκοσμίου Οὐρανίου Ἀληθείας καί τήν ἐπικράτηση τῆς διαστροφῆς καί τῆς παράνοιας, πού ἤδη ἀπό τώρα τείνει νά ἀποδιοργανώση παντελῶς τό ὄν, πού κάποτε ἐκλήθη ἀπό τόν Θεό μας «ἄνθρωπος»!

Τότε, ἔντρομοι οἱ πιστοί στόν Θεό «οἱ κάτοικοι Ἱερουσαλήμ ἔφυγον καί ἐγένετο (ἡ Ἱερουσαλήμ) κατοικία ἀλλοτρίων· καί ἐγένετο ἀλλοτρία τοῖς γενήμασιν αὐτοῖς καί τά τέκνα αὐτῆς ἐγκατέλιπον αὐτήν. Τό ἁγίασμα αὐτῆς ἠρημώθη ὡς ἔρημος, αἱ ἑορταί αὐτῆς ἐστράφησαν εἰς πένθος, τά σάββατα αὐτῆς εἰς ὀνειδισμόν, ἡ τιμή αὐτῆς εἰς ἐξουδένωσιν». (Α΄  Μακ. 1, 38-39)

Αὐτή εἶναι καί ἡ φιλοδοξία τῶν νεοαντιοχίσκων πρακτόρων τῶν Ἀντιόχων τῆς Δύσεως. Νά ἀναγκάσουν μέ τά νομοθετήματά τους τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες νά ζοῦν ὡς ἄθρησκοι ἀμοραλιστές, ἤ νά ἐγκαταλείψουν τήν πατρίδα μας γιά νά γίνη αὐτή “Δοχεῖον νυκτός” ἀκολάστων ἐθνῶν!

Ποιά, ἄραγε, ἦταν τότε ἡ σθεναρή ἀντίδραση τῶν Ἰουδαίων; Μόνον οἱ οἰμωγές, οἱ θρῆνοι καί οἱ διαπιστώσεις ἦταν ἡ ἀντίδρασή τους; Δυστυχῶς, ναί! Καί τότε καί τώρα, στούς πολλούς, ὅταν ἀνατρέπεται ἡ κατά Θεόν τάξις, ἐπικρατεῖ ἡ παγωνιά, ἡ ἀμηχανία. Μπροστά στήν σαρωτική λαίλαπα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, σιγεῖ ἡ βροτεία σάρξ, ἀντί νά ὁπλίζεται μέ «δύναμιν ἐξ ὕψους» καί νά ζῆ καί νά ἐνεργῆ μέ τό «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις». Σ’ αὐτές τίς μέρες, ὁ χλιαρός ἄνθρωπος ἀφήνει ὅλες τίς εὐθῦνες στόν Θεό. “Ἔχει ὁ Θεός” λέει. Δικός Του ὁ Νόμος, ἡ Ἐκκλησία Του, Ἐκεῖνος θά φροντίση! Ἐμεῖς νά μή φροντίσουμε. Τή νέκρωσή μας αὐτή τήν λέμε διάκριση καί πίστη!

Γι’ αὐτό καί τότε, «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις», δέν ὑπῆρξε ἀντίδραση δυναμική, οὔτε ἀπό τούς ποιμαίνοντας, οὔτε ἀπό τούς ποιμαινομένους, πλήν ἑνός: τοῦ Ματταθία. Τοῦ Ἱερέως Ματταθία! «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀνέστη Ματταθίας, υἱός Ἰωάννου τοῦ Συμεών, ἱερεύς ἀπό Ἱερουσαλήμ καί αὐτῷ υἱοί πέντε, Ἰωάννης ὁ καλούμενος Γαδδίς, Σίμων ὁ καλούμενος Θασσί, Ἰούδας ὁ καλούμενος Μακκαβαῖος, Ἐλεάζαρ ὁ καλούμενος Ἀθαρᾶν καί Ἰωνάθαν ὁ καλούμενος Ἀπφοῦς. Καί εἶδε τάς βλασφημίας, τάς γενομένας ἐν Ἰούδᾳ καί ἐν Ἱερουσαλήμ καί εἶπεν: οἴμοι, ἱνατί τοῦτο ἐγενήθην ἰδεῖν τό σύντριμμα τοῦ λαοῦ μου καί τό σύντριμμα τῆς πόλεως τῆς ἁγίας καί καθῆσαι ἐκεῖ ἐν τῷ δοθῆναι αὐτήν ἐν χειρί ἐχθρῶν καί τό ἁγίασμα ἐν χειρί ἀλλοτρίων; Ἐγένετο ὁ Ναός αὐτῆς ὡς ἀνήρ ἄδοξος… πᾶς ὁ κόσμος αὐτῆς ἀφηρέθη, ἀντί ἐλευθέρας ἐγένετο εἰς δούλην. Καί ἰδού τά ἅγια ἡμῶν καί ἡ καλλονή ἡμῶν καί ἡ δόξα ἡμῶν ἠρημώθη, καί ἐβεβήλωσαν αὐτά τά ἔθνη. Ἱνατί ἡμῖν ἔτι ζῆν; Καί διέρρηξεν Ματταθίας καί οἱ υἱοί αὐτοῦ τά ἱμάτια αὐτῶν καί περιεβάλλοντο σάκκους καί ἐπένθησαν σφόδρα». (Α΄ Μακ. 2, 1-14)

Ποιός σημερινός δημοσιογράφος θά περιέγραφε μέ τέτοια ἀκρίβεια, αὐτά πού συμβαίνουν ἐπί τῶν ἡμερῶν μας στήν πατρίδα μας, ὅπως τά ἐξιστορεῖ ὁ Ματταθίας; Ἀκριβῶς αὐτά τά ἴδια συμβαίνουν, μέ τή διαφορά ὅτι λείπει στίς μέρες μας ὁ Ματταθίας καί τό πνεῦμα του.

Τό πνεῦμα τοῦ Ματταθία, πνεῦμα Θεοῦ, ἐπλήρωσε τήν ὕπαρξή του μέ Ζωή καί Ἀλήθεια καί ΜΟΝΟΣ αὐτός ἀντέστη καί φώναξε «φωνῇ μεγάλῃ», πρός τούς ἀπεσταλμένους τοῦ βασιλέως Ἀντιόχου, ὅταν ἐκεῖνοι μέ κολακευτικά λόγια τόν καλοῦσαν νά ἀρνηθῆ τό Νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά δώση, ὡς ἐπιφανής ἄνδρας, παράδειγμα ὑπακοῆς στούς ἀντιθέους βασιλικούς νόμους.

Τότε, «ἀπεκρίθη Ματταθίας καί εἶπε φωνῇ μεγάλῃ∙ εἰ πάντα τα ἔθνη τά ἐν οἴκῳ τῆς βασιλείας τοῦ βασιλέως ἀκούουσιν αὐτοῦ τοῦ ἀποστῆναι ἕκαστος ἀπό λατρείας πατέρων αὐτοῦ καί ἠρετίσαντο ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγώ καί οἱ υἱοί μου καί οἱ ἀδελφοί μου πορευσόμεθα ἐν διαθήκῃ πατέρων ἡμῶν… καί ἀνέκραξε Ματταθίας ἐν τῇ πόλει φωνή μεγάλη λέγων· πᾶς ὁ ζηλῶν τόν νόμον καί ἱστῶν διαθήκην ἐξελθέτω ὀπίσω μου. Καί ἔφυγον αὐτός καί οἱ υἱοί αὐτοῦ εἰς τά ὅρη καί ἐγκατέλιπον ὅσα εἶχον ἐν τῇ πόλει», (Μακ. 2, 19)

Καί μαζί μέ ἐκείνους συγκεντρώθηκε πλῆθος λαοῦ, πού ἀνεθάρρησε μέ τά λόγια καί τήν θερμουργό πίστη τοῦ Ματταθία καί τῆς οἰκογενείας του, συγκρότησαν στρατό καί πολέμησαν μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἐπεκράτησαν. «Συνεκροτήσαντο δύναμιν καί ἐπάταξαν ἁμαρτωλούς ἐν ὀργῇ αὐτῶν καί ἄνδρας ἀνόμους ἐν θυμῷ αὐτῶν». Καί οἱ ἐξωμότες Ἰουδαῖοι, οἱ συμπράξαντες μέ τούς εἰδωλολάτρες «ἔφυγον εἰς τά ἔθνη σωθῆναι».

Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ματταθίας, ἀναστύλωσε τήν κατα­κρη­μνισθεῖσα πατρῶα εὐσέβεια μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, πού τήν ζοῦσε ὡς ζωή του. Ἐξεδίωξε τούς τυράννους ἀπό τήν πατρίδα του, διέσωσε τούς συμπατριῶτες καί ὁμοθρήσκους του καί ἀπήλλαξε τήν ἱερά γῆ του ἀπό τό «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως», κατακρημνίζοντας τά μιάσματα τῶν εἰδώλων καί οἰκοδομῶντας θυσιαστήρια τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ματταθίας δέν ἦταν ἁπλῶς θρησκευόμενος, ἀλλά ζοῦσε τόν Θεό καί μέ τόν Θεό. Ἀνῆκε στόν Θεό, ξεχώριζε τόν Θεό μας ἀπό ὁ,τιδήποτε καί ὁποιονδήποτε. Ξεχώριζε τόν Κτίστη ἀπό τά κτίσματα καί γι’ αὐτό δέν ἦταν δυνατόν νά ἀνεχθῆ –ἐν ὀνόματι ὁποι­ασδήποτε ἐξουσίας, ὁποιασδήποτε παγκόσμιας παραδοχῆς– ὅ,τι δέν προήρχετο ἀπό τόν Θεό, ὅ,τι δέν εἶχε διδάξει ὁ Θεός μας.

Εἶχε κάνει ζωή του τήν Διαθήκη τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους καί γι’ αὐτό ἔπασχε ὑπαρξιακά ὅταν ἔβλεπε νά ἐμπαίζεται καί νά ἀθετῆται τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀλαζονεία. Τότε, γινόταν ζηλωτής, δηλαδή ἀγανακτοῦσε «θείῳ ζήλῳ κινούμενος» κατά τῆς ἀσεβείας, «ἐτρόμαζον οἱ νεφροί αὐτοῦ καί ἀνήνεγκε θυμόν» ὡς συμπολεμιστής τοῦ Θεοῦ καί ὑπερασπιστής τοῦ Ὀνόματος Αὐτοῦ. Ἀνῆκε στόν Θεό, καί γι’ αὐτό δέν ἦταν ἁπλός θρησκευόμενος.

Τό βίωμά του ἄφησε παρακαταθήκη στά παιδιά του καί σέ ὅλους ἐμᾶς. Τούς εἶπε καί μᾶς λέει: «Μνήσθητε τῶν πατέρων ἡμῶν τά ἔργα, ἅ ἐποίησαν ἐν ταῖς γενεαῖς αὐτῶν, καί δέξασθαι δόξαν μεγάλην καί ὄνομα αἰώνιον. Ἀβραάμ οὐχί ἐν πειρασμῷ εὑρέθη πιστός καί ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην; Ἰωσήφ ἐν καιρῷ στενοχωρίας αὐτοῦ ἐφύλαξε ἐντολήν καί ἐγένετο κύριος Αἰγύπτου. Φινεές ὁ πατήρ ἡμῶν ἐν τῷ ζηλῶσαι ζῆλον ἔλαβε διαθήκην ἱερωσύνης αἰωνίας». Καί ἀφοῦ μᾶς θυμίση τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τόν Δαυΐδ, τόν Ἠλία, τούς Τρεῖς Παίδας, τόν Δανιήλ, ἐπιλέγει: «ἐννοήθητε (=ἐξετάσατε) κατά γενεάν καί γενεάν, ὅτι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ’ Αὐτόν οὐκ ἀσθενήσουσιν. Καί ἀπό λόγων ἀνδρός ἁμαρτωλοῦ μή φοβηθῆτε, ὅτι ἡ δόξα αὐτοῦ εἰς κοπρίαν καί εἰς σκώληκας· σήμερον ἐπαρθήσεται καί αὔριον οὐ μή εὑρεθῆ, ὅτι ἐπέστρεψεν εἰς τόν χοῦν αὐτοῦ καί ὁ διαλογισμός αὐτοῦ ἀπώλετο. Καί ἡμεῖς, τέκνα, ἰσχύσατε καί ἀνδρίζεσθε ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ἐν αὐτῷ δοξασθήσεσθε». (Α΄  Μακ. 2, 51-64)

Τότε, ἕνας Ἱερεύς τοῦ Θεοῦ μέ τήν οἰκογένειά του ζωντάνεψε τήν Πίστη τῶν Πατέρων καί κράτησε τόν λαό τοῦ Θεοῦ μέ φλογερή πίστη ἕως τίς παραμονές τῆς Ἐλεύσεως τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς καί τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Σήμερα, πῶς ἀπαντοῦμε στήν τελεία ἀνατροπή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, πού συντελεῖται σέ ὅλον τόν κόσμο καί τώρα πιά καί στήν ἁγιασμένη Πατρίδα μας, μέ τήν ὑπογραφή ὅλων τῶν τάχα ἐπιστημῶν καί μέ τή σφραγίδα τῆς κρατικῆς ἐξουσίας; Δέν ἀναγνωρίζουμε, ἄραγε, τήν ἑωσφορική της ταυτότητα, ἐπειδή δέν ἔρχεται ἐν φανερᾷ μαχαίρᾳ, ἀλλά μέ “φιλάνθρωπο” καί τάχα ἀπελευθερωτικό προσωπεῖο; Δέν ἀναγνωρίζουμε τή στυγνή καί ἀνελέητη ἀντιμετώπιση τῶν κρατούντων σέ ὁ,τιδήποτε συντελεῖ στήν διατήρηση τῆς Πατρώας εὐσεβείας; Δέν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὅτι ὅποια διδασκαλία ἤ στηλίτευση τῶν ἀντιτιθεμένων στίς Ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ μας Κρατικῶν νομοθετημάτων, θεωρεῖται παρέμβαση στήν πολιτική ἐξουσία καί ὑποκίνηση ἐθνικοῦ μίσους καί ἐχθρότητος; Δέν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὅτι οἱ ποιμένες δέν μποροῦμε πλέον νά ποιμαίνουμε τόν λαό τοῦ Θεοῦ μέ τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά μόνο μέ τόν ἀμοραλιστικό Νομικό Κώδικα; Δέν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὅτι ἔχουν καταργηθεῖ πρό πολλοῦ πλέον οἱ διακριτοί ρόλοι Ἱερωσύνης καί Πολιτείας (γιά τούς ὁποίους κόπτονται διαρκῶς οἱ πολιτευτές μας) ἀφοῦ οἱ πολιτικοί μας ἔχουν ἀδιακρίτως εἰσβάλει στήν καθαρῶς περιοχή τοῦ Θεοῦ, στήν διαμόρφωση τοῦ ἤθους τῶν Ἑλλήνων, πού εἶναι ἀποκλειστικός ρόλος καί  ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Λειτουργῶν Της;

Τί περιμένουμε καί δέν ἐξεγειρόμεθα; Μᾶς ἀρκοῦν οἱ κλαυθμοί καί οἱ ὀδυρμοί μας καί ἡ ἐλεεινολόγηση τῆς σημερινῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος;

Ἄν δέν ἀντιδράσουμε τώρα, πού ὑπάρχει λαός τοῦ Θεοῦ στήν πατρίδα μας, ἡ αὐριανή ἀντίδρασή μας θά εἶναι χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα, ἀκόμη καί ἄν εὑρεθῆ ἕνας νέος Ματταθίας, γιατί δέν θά ἔχει λαό νά ἀπευθυνθῆ!

Τότε, πολέμησαν μέ ὅπλα τούς ὁπλοφοροῦντες τῆς ἐποχῆς. Τώρα χρειάζεται πόλεμος εἰρηνικός, μέ τό νά κατακλυσθῆ ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων ἀπό πολιτικούς τοῦ ἤθους τῶν πιστῶν Πατέρων μας καί ὄχι ἀπό ἀποπνευματοποιημένους ἀριστεροδέξιους ἤ ἁπλοῦς πατριῶτες καί ἐθνικιστές. Τά πνευματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας, τά σαρκικά καί τά πνευματικά τέκνα τῶν Ἱερέων, πιστοί καί φλογεροί ἄνθρωποι νά εἰσέλθουν στή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, νέοι Μακκαβαῖοι γιά νά ἐκτοπίσουν μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ μας τό σύγχρονο «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως» καί τόν Ναπολεόντειον καγχασμόν τῶν ἀείποτε ἀδιδάκτων ἀπό τήν τελική συντριβή τους πολιτικῶν ἀρχόντων.

Τότε ὁ Ματταθίας καί τά παιδιά του, ἰδίως ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος, κράτησαν ζωντανή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέχρι τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του. Τώρα, ἄραγε, θά εὑρεθοῦν οἱ μιμηταί τους, νά κρατήσουν ζωντανή τήν Παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας στήν ἁγιοτόκο Ἑλλάδα μας, μέχρι τῆς Δευτέρας Αὐτοῦ Παρουσίας, ἤ θά ἐφησυχάσουμε μόνο μέ τή διερώτηση «ἄρα ἐλθών ὁ Κύριος, εὕρη τήν πίστιν;».

Ἐάν σ’ αὐτό τό ἐρωτηματικό δέν δίδη ἀπάντηση ἡ Ἁγία Γραφή, πού μᾶς ἔθεσε τό ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀπαντήσουμε ἐμεῖς, καί, μάλιστα, ἐκ μέρους τῶν ἄλλων; Ἐμεῖς, ἐπειγόντως πρέπει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό προσωπικό χρέος μας, τώρα, πού κρίνεται –μπροστά στήν αἰωνιότητα πού μᾶς περιμένει– ἡ σχέση τοῦ καθενός μας μέ τόν Δημιουργό μας. Τόν Χριστό, τόν Θεό μας καί τήν Ἐκκλησία Του!