Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ (Απόσπασμα)

O Όσιος Μάξιμος ο Γραικός.O Φωτιστής των Ρώσων.

ΤΟΠΙΚΑ

Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
εκπαιδευτικού (χημικού)

Εισαγωγικά
Το αντιαιρετικό έργο τού αγίου Μαξίμου αφορά όχι μόνο τον παπισμό, τον προτεσταντισμό ή τον μονοφυσιτισμό (τις λεγόμενες χριστιανικές αιρέσεις), αλλά και τον Ιουδαισμό καί τον Μωαμεθανισμό, και επίσης την αστρολογία και την ελληνική ειδωλολατρία. Στους αντιλατινικούς του λόγους ο άγιος Μάξιμος ελέγχει τις κακοδοξίες τού Filioque, τού καθαρτηρίου πυρός και της χρήσεως αζύμων στην Θ. Ευχαριστία. Στις συγγραφές του κατά των Λουθηρανών καταπολεμεί την άρνηση της τιμητικής προσκυνήσεως των ιερών εικόνων και της τιμής προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Στον λόγο του κατά της κακοδοξίας των Αρμενίων ελέγχει τον μονοφυσιτισμό και θεοπασχητισμό (δηλο Θεάνθρωπος, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, φέροντας τη θεότητα, υπέφερε, πέθανε και τάφηκε ). Στους λόγους του κατά Ιουδαίων επικρίνει με αυστηρότητα τον συγκρητισμό των συγγραφών κάποιου Ιουδαίου Σαμουήλ και την πανουργία ενός Ιουδαίου Ισαάκ, καί φανερώνει ότι ο προφητευόμενος Μεσσίας είναι ο Χριστός.

Η Ομολογία ορθοδόξου…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.344 επιπλέον λέξεις

Λόγος διὰ τὴν ψευδοσύνοδον Φερράρας – Φλωρεντίας.(Αρχιμ.Νεκταρίου Ζιόμπολα)

e- Ορθόδοξη Παρακαταθήκη

Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ γίνη γνωστὸς ὁ ἀγώνας τοῦ ἱεροῦ Μάρκου εἰς τὴν ψευδοσύνοδον Φερράρας – Φλωρεντίας, ὅπου σθεναρὰ ἀντέστη ἐνῷ οἱ πολλοὶ μεταβάντες ἀπὸ τὴν Κων/λιν, κάτω ἀπὸ πιέσεις ἢ καὶ ὑποσχέσεις διὰ βοήθειαν ὑπέκυψαν, πλὴν τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Θὰ γίνωμε γνῶστες τῶν παπικῶν μεθόδων καὶ ὅτι ἐμμένουν εἰς τὰς θέσεις τῶν τρωτῶν των.

Γνωστὸν ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος εἰδικὰ ἀσχολήθηκε μὲ ἐκείνη τελικὰ τὴν «Σύνοδο» εἰς τὸ ἔργον του: Ὁ ΑΝΤΙΠΑΠΑΣ, ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου, ἐκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ, 1981. Τὸ ὅλο ἔργο ἐξ 150 σελίδων συντέμνεται ἄκρως καὶ κατ’ ἐπιλογὴν προκειμένου ὁ ἀναγνώστης νὰ λάβη γνώση τὸ τί ἔγινε τότε ἐκεῖ καὶ ὅτι πρὸς χάριν τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς παραμένουμε Ὀρθόδοξοι!

Μέρος μεταφέρεται ὡς ἔχει, καὶ μέρος ὑπὸ τοῦ ὑπογράφοντος σὲ σύγχρονη γλώσσα.

Κατ’ ἀρχὴν νὰ τονισθῆ τὸ ἄγνωστον εἰς πολλούς, τὸ γιατί ἄκρως μετροῦσε ἡ παρουσία τοῦ ἑνός τοῦ Μάρκου, ἐφόσον οἱ πολλοὶ δέχθηκαν τὴν ἕνωσιν; Ἡ ἀπάντησις…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.115 επιπλέον λέξεις

ΠΕΡΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

Στην «Χορεία των Αγίων», όπως εύστοχα αναφέρει ο Π. Πάσχος συγκαταλέγονται οι:

α) Απλώς Μάρτυρες, δηλαδή οι λαϊκοί που εμαρτύρησαν.β) Ιερομάρτυρες, δηλαδή οι ιερείς ή επίσκοποι που εμαρτύρησαν.γ) Μεγαλομάρτυρες, οι οποίοι δοξάστηκαν από τον δίκαιο αθλοθέτη και στεφανοδότη Χριστό διότι υπέμειναν πολλά και μεγάλα μαρτύρια.δ) Οσιομάρτυρες, δηλαδή ασκητές και μοναχοί που εμαρτύρησαν.ε) Παρθενομάρτυρες, παρθενεύουσες γυναίκες που εμαρτύρησαν.

Σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες των Αγίων μαρτύρων του Χριστιανισμού, οι οποίοι εμαρτύρησαν κατά τους πρώτους αιώνες των απηνών διωγμών, προστίθενται και οι Νεομάρτυρες, που εμαρτύρησαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά τους αμέσως προηγούμενους αιώνες (ιβ´- ιδ´).
Οι ΝεομάρτυρεςΠοιοι όμως υπήρξαν οι Νεομάρτυρες, όπως και ο εν αυτοίς Άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων; Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Νεομάρτυρες θεωρούνται και ονομάζονται: 

«όλοι εκείνοι οι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, κληρικοί και λαϊκοί, οι οποίοι στα υστεροβυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, δηλαδή ήδη από τον ιβ´ αιώνα και καθόλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας, η οποία σε πολλές περιοχές των άλλοτε βυζαντινών εδαφών εκυριάρχησε και πολύ προ του 1453 (άλωση της Κωνσταντινουπόλεως), υπέμειναν φρικτά και πολυποίκιλα  μαρτύρια και βασανιστήρια για να εξωμόσουν και να γίνουν αρνησίθρησκοι. Αφού δε υπέστησαν απηνείς διωγμούς, τα πάνδεινα και τα φρικοδέστατα χριστομίμητα μαρτύρια, ομολόγησαν την καλήν ομολογίαν της εις Χριστόν σταυρωθέντα και Αναστάντα πίστεως, προτιμήσαντες όχι την ατιμασμένη  επίγεια ζωή του αρνησίθρησκου, αλλά τον αιμάτινο ως πορφύρα αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου της δόξης του Χριστού. Την πίστη τετηρήκασι, τον δρόμον τετελέκασι , λαμβάνοντας το έπαθλο της αιωνίου ζωής εν Χριστώ τω Θεώ». 

Αυτούς τους μάρτυρες η Εκκλησία αναγνωρίζει, τιμά και ονομάζει Νεομάρτυρες για να διακρίνονται από τους μάρτυρες της Αρχαίας Εκκλησίας.Η διάκριση μεταξύ των Νεομαρτύρων και των ΕθνομαρτύρωνΆξια ιδιαίτερης μνείας είναι η διάκριση μεταξύ των Νεομαρτύρων και των Εθνομαρτύρων καθώς και η σαφής υπογράμμιση του κριτηρίου της μεταξύ των διακρίσεως.

Οι Νεομάρτυρες συνδύαζαν κυρίως δύο ιδιότητες, ήταν χριστιανοί και Έλληνες, και συγχρόνως ήταν φορείς δύο Παραδόσεων, της Χριστιανικής Ορθοδοξίας και της Ελληνικής Παραδόσεως, μέσα στις οποίες έζησαν, εβίωσαν τις πνευματικές αξίες τους, τις διεκήρυξαν και εμαρτύρησαν γι’ αυτές. Αμφότεροι, Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες, αν και συμπίπτουν χρονικά και παρόλο που υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο μετά από φρικτά και απάνθρωπα μαρτύρια από τους Οθωμανούς κατακτητές, εντούτοις όμως δεν πρέπει να συγχέονται, έστω κι αν πολλοί Εθνομάρτυρες υπήρξαν ορθόδοξοι κληρικοί και όλοι οι Νεομάρτυρές μας ήταν Έλληνες που εμαρτύρησαν στον Ελληνορθόδοξο χώρο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Στυλ. Παπαδόπουλος. Κάθε φορά είναι δύσκολη η διάκριση αυτή επειδή αμφότεροι ήταν Έλληνες και χριστιανοί. Συνεπώς, το κριτήριο της μεταξύ τους διακρίσεως ως ειδοποιού διαφοράς υπήρξε η συνείδηση βάσει της οποίας υπέστησαν τα φρικτά μαρτύρια από τους αλλόθρησκους οθωμανούς, παρόλο που και οι μεν και οι δε έφθασαν στο μαρτύριο αλλά είχαν σαφή συνείδηση για το λόγο ή τους λόγους του χριστομίμητου μαρτυρίου τους.

Έτσι:α) Στους Νεομάρτυρες, το κυριαρχούν στοιχείο στον υπέρτατο αγώνα τους γενικότερα και στη στιγμή του μαρτυρικού θανάτου τους ειδικότερα ήταν η ομολογία της πίστεως τους στο Χριστό. Θυσιάζονταν για να σώσουν την πίστη τους και την ψυχή τους μέσα στο «Βάπτισμα του αίματος». Αυτό άλλωστε τους επέβαλε η χριστιανική παράδοσή τους. Οι Νεομάρτυρες ήταν συνήθως νέοι και απλοί άνθρωποι του καταδυναστευομένου λαού στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν κατώτεροι και ανώτεροι κληρικοί, οι οποίοι με τον μαρτυρικό θάνατό τους προκαλούσαν την συγκίνηση στους ομοδόξους και επί πλέον τους ενθάρρυναν να παραμείνουν σταθεροί και εδραίοι στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη τους.

β) Στους δε Εθνομάρτυρες, οι οποίοι αγωνίσθηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα τους, το Έθνος τους και την ελευθερία τους, το κριτήριο για την μέχρι θάνατο θυσία τους ήταν η αγάπη τους για την πατρίδα, που πρωταρχικά τους οδηγούσε στο στάδιο του μαρτυρίου και της τελευτής τους, χωρίς όμως να τους λείπει η πίστη στο Χριστό, ούτε η εσωτερική διάθεση να πεθάνουν γι’ αυτήν. Ο κύριος σκοπός και το πρώτιστο έργο τους όμως ήταν ο αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδος τους, παρά το γεγονός ότι αγωνίζονταν ταυτόχρονα για την θρησκεία τους, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Στυλ. Παπαδόπουλος. Έτσι έχουμε την ατελείωτη στρατιά, το νέφος των χριστιανών ηρώων, οι οποίοι είχαν τάξει την όλη τους ύπαρξη στην υπηρεσία μέχρι θανάτου του ρωμαίικου γένους και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η τακτική της «αβανίας»

Διαπιστώνεται συνεπώς ότι και οι Νεομάρτυρες και οι Εθνομάρτυρες ήταν στην κοινή συνείδηση μάρτυρες και ότι υπήρχε σ’ αυτούς η θρησκευτική και εθνική-ελληνική παράδοση, στα πρόσωπα όμως εκάστης ομάδος επικρατούσε είτε η μία, είτε η άλλη, η θρησκευτική για τους πρώτους, η εθνική, δηλαδή, η ελληνική, για τους δεύτερους. Η σημαντικότερη πηγή για τους Νεομάρτυρες είναι το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το έτος 1799 και μας πληροφορεί για τους ύπουλους και δόλιους τρόπους με τους οποίους οι οθωμανοί προσπαθούσαν και σε πολλές περιπτώσεις επετύγχαναν να παγιδεύσουν τους χριστιανούς ρωμιούς, και να τους εξαναγκάσουν να εξισλαμισθούν, άλλοτε με παραπλανητικούς και δελεαστικούς τρόπους και άλλοτε με βίαια και φρικτά βασανιστήρια. Ο Στυλ. Παπαδόπουλος υπογραμμίζει με έμφαση ότι: «οι διάφορες αφορμές ήταν κατά κανόνα πάντοτε οι ίδιες και τις περισσότερες φορές -αν όχι πάντοτε- ήταν ψευδείς και ανυπόστατες σε βάρος των χριστιανών. Η τακτική αυτή των οθωμανών είναι γνωστή ως «αβανία».Οι αφορμές και οι αιτίες που δημιουργούσαν την «αβανία» οι οθωμανοί για να εξισλαμίσουν ή να θανατώσουν τους χριστιανούς, εκτός από τη μισαλλοδοξία και τον θρησκευτικό φανατισμό, σύμφωνα με τον Π. Πάσχο, ήταν οι ακόλουθες: α) ότι κάποιος χριστιανός ύ

βρισε τον προφήτη Μωάμεθ (ψευδώς ή αληθώς, δεν είχε σημασία, διότι οι ψευδομάρτυρες ήταν πλήθος μεταξύ των μουσουλμάνων και μάλιστα επιβραβεύονταν με λάφυρα από τις περιουσίες των χριστιανών),

β) η παιγνιώδης και χάριν αστεϊσμού χρήση του Τουρκικού κεφαλόδεσμου (σαρίκι), που για τους οθωμανούς σήμαινε προσχώρηση στη θρησκεία τους, ή θάνατο,

γ) το να φορέσει ο χριστιανός τούρκικα ενδύματα ή υποδήματα,

δ) το να διαβάσει, έστω και ως ανάγνωση μαθήματος, το «λαΐ-λαλά» (δόξα σοι  ο Θεός, στα μουσουλμανικά),

ε) το να πει επάνω στο θυμό του ή αστειευόμενος, ότι θα γίνει Τούρκος, στ) το να συνάψει φιλίες ή σχέσεις με μουσουλμανίδα κόρη ή γυναίκα,

ζ) το να αποπειραθεί να εκχριστιανίσει κάποιον μουσουλμάνο,

η) το να πείσει κάποιον να επιστρέψει στον χριστιανισμό, ενώ είχε παλιότερα εξισλαμισθεί,

θ) το να κατηγορηθεί, έστω και ψεύτικα, ότι είχε κάποτε εξισλαμισθεί,

ι) το να συκοφαντηθεί ότι είχε βλάψει κάποιον οθωμανό, οικονομικά ή ηθικά,

ια) το να γίνει γνωστό (για κάποιο χριστιανό) η εκπαιδευτική ή φιλανθρωπική δράση του, ή και η απλή παροχή προστασίας στους κατατρεγμένους και καταδιωγμένους χριστιανούς,

ιβ) η κηρυκτική και ιεραποστολική δράση μεταξύ των χριστιανών, η οποία κυρίως επραγματοποιούνταν από τους Μοναχούς. Όταν λοιπόν κάποιος κληρικός ή και λαϊκός φανερά εκήρρυτε την εις Χριστόν πίστη, ήταν ένας «αλείπτης», διότι ήταν ωσάν να άλειφε με «πνευματικό έλαιο» τον νεομάρτυρα παλαιστή για να βγει στην παλαίστρα του μαρτυρίου και να αγωνιστεί με τους οθωμανούς και τους δημίους.

Τα βαθύτερα αίτια τα οποία επέβαλαν την συμπεριφορά αυτή των οθωμανών απέναντι στους χριστιανούς ρωμιούς ραγιάδες που αρνούνταν να αλλαξοπιστήσουν, σύμφωνα με τους ειδικούς μελετητές της ιστορίας, ήταν τα παρακάτω τρία:

α) Η θρησκευτική μωαμεθανική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία οι οθωμανοί έπρεπε από τη μία να περιφρονούν τους απίστους και από τη άλλη με κάθε τρόπο, ακόμη και με βίαια μέσα, έπρεπε να τους εξαναγκάσουν να δεχθούν τον Μωαμεθανισμό, φθάνοντας μέχρι το μαρτύριο για όσους αρνούνταν να εξισλαμισθούν.

β) Η εθνική συνείδηση των οθωμανών, σύμφωνα με την οποία οι εξισλαμισμένοι υπόδουλοι Έλληνες γενόμενοι Τούρκοι, μείωναν κατά τον τρόπο αυτό τον αριθμό των εθνικών αντιπάλων τους. Με τον εξισλαμισμό αυτό οι οθωμανοί, όπως εύστοχα γράφει ο Α. Φυτράκης, «απεμάκρυναν αυτούς ου μόνον εκ της Χριστιανικής των πίστεως, αλλά και της μετ’ αυτής αρρήκτως συνδεδεμένης εθνικής των συνειδήσεως».

γ) Η οικονομική απληστία των οθωμανών, οι οποίοι υπελόγιζαν δολίως και υπούλως ότι θα μπορούσαν να αρπάξουν κυριολεκτικώς όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Νεομαρτύρων, επειδή ακριβώς εγνώριζαν ότι οι χριστιανοί συνήθως δεν θα υποχωρούσαν στις πιέσεις για εξισλαμισμό και ότι θα οδηγούνταν, ομολογούντες την εις Χριστόν πίστη τους, στον μαρτυρικό θάνατο.

Τα είδη του μαρτυρικού θανάτου και της εν Χριστώ τελειώσεως.

Τα είδη του μαρτυρικού θανάτου και της εν Χριστώ τελειώσεως των Νεομαρτύρων ήταν πολυποίκιλα και παντοιότροπα. Οι οθωμανοί δήμιοι ως φανατισμένοι μουσουλμάνοι επέβαλαν τους κάτωθι τρόπους θανατώσεως των Νεομαρτύρων: τον δια πυράς θάνατο, τους αποκεφαλισμούς, τους απαγχονισμούς, την θανάτωση με ανηλεή δαρμό, τον πνιγμό στη θάλασσα, λίμνη, ποταμό και πηγάδια, τον στραγγαλισμό, την βαθμιαία σφαγή και αποκοπή μελών του σώματος, την πείνα μέχρι θανάτου, τον εντοιχισμό, τον ζωντανό ενταφιασμό κ.ά.Η ομολογία «χριστιανός ειμί», την οποία ενώπιον των δημίων και βασανιστών τους έδιναν ευθαρσώς οι μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών εναντίον των χριστιανών, αποδίδεται κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας από τους Νεομάρτυρες με την ανάλογη φράση: «Εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θέλω να πεθάνω». Στις δελεαστικές προτάσεις των οθωμανών αλλόθρησκων, οι Νεομάρτυρες ακολουθώντας τους αθλητές των κατακομβών της αρχαίας Εκκλησίας επαναλάμβαναν την γνώριμη απαίτηση «Τον Ιησού μου θέλω». «Εγώ τον Ιησού μου δεν τον αρνούμαι, χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός θέλω να πεθάνω…χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός». Έμειναν σταθεροί στην ομολογία τους και καθώς έδιναν στερεότυπα την υπέρ Χριστού ομολογία «χριστιανός ειμί», απεδεικνύοντο μεγαλοφωνότατοι κήρυκες της πίστεως με την προσφορά του αίματός τους.Στο ιστορικό αυτό πλαίσιο και ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας, παρατηρούνταν ο βαθμηδόν εξισλαμισμός χριστιανικών πληθυσμών σε διάφορες περιοχές (Μικρά Ασία, Ήπειρος, Αλβανία, Θράκη, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος) λόγω της δυσβάστακτης βίας και της αφορήτου καταπιέσεως που υπέμεναν οι χριστιανοί ραγιάδες από τους οθωμανούς δυνάστες, γίνεται δεκτό ότι το μόνο τείχος  και η μόνη δύναμη, που ως ανάχωμα μπορούσε να σταματήσει το ακατάσχετο κύμα του αφελληνισμού και του εξισλαμισμού, ήταν οι Άγιοι Νεομάρτυρες, οι οποίοι απετέλεσαν το ηρωϊκό πρότυπο για όλους τους ελληνορθόδοξους, προκειμένου να μην υποκύπτουν και να μην εξωμοτούν όταν υφίσταντο πιέσεις και μαρτύρια. Οι υπόλοιποι ευσεβείς χριστιανοί, όπως καταγράφει ο Π. Πάσχος, έβρισκαν την τόλμη να παρακολουθούν και να ενθαρρύνουν τον Νεομάρτυρα, και όταν εθανατώνετο, πρόσεχαν με κίνδυνο της ζωής τους, που θα ρίξουν οι οθωμανοί το τίμιο λείψανό του για να το πάρουν κρυφά και να το ενταφιάσουν. Οι δε φιλάργυροι οθωμανοί γνωρίζοντας μάλιστα την αγάπη και τον σεβασμό των χριστιανών προς τα λείψανα των Νεομαρτύρων, μηχανεύονταν διάφορους τρόπους να εκβιάζουν ή να παζαρεύουν, για ν’ αποσπούν όσο μπορούσαν μεγαλύτερα χρηματικά ποσά ή λοιπά υλικά ανταλλάγματα, και μετά ν’ αποδίδουν ή να δίνουν πληροφορίες για τη θέση των λειψάνων.

Η θυσία των Νεομαρτύρων ήταν τόσο συγκλονιστικό γεγονός, ώστε συντάρασσε όλους τους χριστιανούς, ενώ παράλληλα τους ενίσχυε απέναντι στην καταπιεστική συμπεριφορά των οθωμανών, και όσοι είχαν ευαισθησία σε θέματα πίστεως ενδυναμώνονταν και ενθαρρύνονταν να ομολογήσουν την εις Χριστόν πίστη τους. Συνεπώς το γεγονός του μαρτυρίου, επειδή ήταν μεγαλειώδες, συγκλόνιζε όλους, αλλά δεν παρακινούσε και όλους γι’ αυτή τη δραστηριότητα.

Οι Νεομάρτυρες αναδεικνύονταν συχνότερα από τους Εθνομάρτυρες και αποτελούσαν το μόνιμο ισχυρό κίνητρο και τη συνεχή ενισχυτική δύναμη κατά τη μαύρη εκείνη περίοδο της δουλείας. Η ευσυνείδητη θυσία των Νεομαρτύρων απέβη μοναδικό παράδειγμα.Το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Αγίου Νικόδημου του ΑγιορείτηΟ δε Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος πρώτος ασχολήθηκε συγγραφικά με τους «Νεομάρτυρες» και το 1799 εξέδωσε για πρώτη φορά το «Νέον Μαρτυρολόγιον», στο οποίο κατέγραψε τον βίο και το φρικτό μαρτύριο υπεράνω των ογδόντα Νεομαρτύρων καθώς και πλήρη την «Ακολουθία πάντων των Νεοφανών Μαρτύρων, των μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων, ων τινές οι ονομαστότεροι ενταύθα περιέχονται, και ότε τις βούλεται την μνήμην αυτών επιτελείτω», αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η εποχή και η παρουσία των Νεομαρτύρων στα δυσχείμερα και δίσεκτα χρόνια της μαύρης και βάρβαρης τουρκοκρατίας, αποτελεί ένα: «θαύμα παρόμοιον ωσάν να βλέπη τινάς μέσα εις την καρδίαν του χειμώνος, εαρινά άνθη και τριαντάφυλλα· μέσα εις την βαθυτάτην νύκτα, ημέραν και ήλιον· μέσα εις το ψηλαφητόν σκότος, φώτα λαμπρότατα· εν τω καιρώ της αιχμαλωσίας, να βλέπη ελευθερίαν· και εν τω καιρώ της τωρινής ασθενείας, υπερφυσικήν δύναμιν. Όθεν και αναγκάζομαι να ειπώ, ότι αυτή η αλλοίωσις είναι βέβαια της δεξιάς του Υψίστου· ούτος ο δάκτυλος, είναι του Θεού· αύτη η δύναμις είναι θεία, ή τις εν ασθενεία τελειούται…». Όντως πρόκειται για αλλοίωση της υπάρξεως των Νεομαρτύρων υπό της δεξιάς του Υψίστου. Λόγω ακριβώς της ομολογίας του ονόματος του Χριστού, αλλά και της προσφοράς του αίματός τους χάριν του Χριστού, το μαρτύριο των Νεομαρτύρων έχει χαρακτήρα χριστοκεντρικό. Οι Νεομάρτυρες της πίστεως φέρουν τον ονειδισμό του Χριστού, περιφρονούν τη φιλία του κόσμου αυτού, γίνονται μισητοί ακόμη και από τους οικείους τους για να ακολουθήσουν την μαρτυρική πορεία, η οποία θα τους οδηγήσει στο θάνατο για να κερδίσουν τον Χριστό.Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «οι Νεομάρτυρες με το μαρτύριό τους απέδειξαν έμπρακτα την τέλεια πίστη και αγάπη τους στον Τριαδικό Θεό, και με το αίμα του μαρτυρικού θανάτου τους ευαρέστησαν τον Χριστό, εξέπληξαν τους Αγγέλους, έφραναν τους Αγίους, εταπείνωσαν τους δαίμονες, ελύπησαν τους αλλοπίστους, παρηγόρησαν τους εν πίστει αδελφούς τους, εχαροποίησαν την Εκκλησία του Χριστού, η οποία στερεώθηκε με το αίμα τους και γι’ αυτό η Εκκλησία στεφανώνει και τιμά τη μνήμη τους». Γι’ αυτό στο Απολυτίκιο της ακολουθίας τους, η Εκκλησία ψάλλει μεγαλοφώνως: «Νέοι Μάρτυρες, παλαιάν πλάνην, καταστρέψαντες, ύψωσαν πίστιν, των ορθοδόξων, και στερρώς ηγωνίσθησαν. Την γαρ ανόμων θρησκείαν ελέγξαντες, εν παρρησία Χριστόν ανεκήρυξαν, Θεόν τέλειον. Και νυν απαύστως πρεσβεύουσι δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος». Ο αθλοθέτης και στεφανοδότης Χριστός οικονομούσε κατά τέτοιο τρόπο τα πράγματα ώστε οι Νεομάρτυρες όχι μόνο να επιβεβαιώνουν την ακράδαντη πίστη στον Τριαδικό Θεό με τα μαρτύρια-βασανιστήρια, αλλά και να επισφραγίζουν την όλη ορθόδοξη πίστη των χριστιανών με τον ίδιο τον μαρτυρικό τους θάνατο. Οι Νεομάρτυρες στην ιστορία της Εκκλησίας δεν ήταν κατώτεροι των αρχαίων μαρτύρων, ούτε κατά την παρρησία τους ενώπιον των Τυράννων, ούτε κατά την ομολογία της πίστεώς τους, ούτε κατά την μαρτυρία και τα θαύματά τους. Απλώς ήταν νεώτεροι κατά τον χρόνο του μαρτυρίου τους και όχι κατά τα μαρτύρια τους, κατά τα οποία ήταν και αυτοί παλαιοί.Ο βαθύς θρησκευτικός ζήλος και η ομολογία της σταθεράς και ακλονήτου πίστεώς τους, η καταπληκτική εμμονή στην ορθόδοξη χριστιανική και ελληνική ιδιότητά τους, η απαράμιλλη υπομονή και η αξιοθαύμαστη καρτερικότητά τους στα απάνθρωπα βασανιστήρια καθώς και η ανεξικακία τους για τους διώκτες τους, σε συνδυασμό με τις θαυματουργές ικανότητες τις οποίες διέθεταν, ήταν τα κυριότερα κοινά χαρακτηριστικά των Νεομαρτύρων. Μερικοί μάλιστα Νεομάρτυρες επεσκίαζαν κάποτε με τη φήμη τους, τις αρετές και τα θαύματά τους, ακόμη και τους παλιότερους μάρτυρες και όλα αυτά προκαλούσαν την συρροή πιστών κάθε περιοχής της ελληνικής γης. Άλλωστε δεν υπήρξε ελληνική περιοχή, η οποία να μην ανέδειξε τους Νεομάρτυρές της. Το πνεύμα αυτό της αυτοθυσίας των Νεομαρτύρων ετόνωσε το ηθικό φρόνημα του αγωνιζόμενου υπόδουλου Γένους για τη διατήρηση αλωβήτου της ορθοδόξου πίστεως και ενίσχυσε παράλληλα την θέλησή του για ελευθερία.Στο Υμνολογικό κείμενο της «Ακολουθίας των Νεομαρτύρων»την οποία συνέθεσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, και συγκεκριμένα στο τροπάριο του Δοξαστικού (Ήχος δ´) ψάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Σήμερον έαρ νοητόν, εν χειμώνι μέσω της τυραννικής αιχμαλωσίαςτη Οικουμένη επέλαμψεν, ουχ υπό μιάς χελιδόνος, αλλ’ υπό ογδοήκοντα και προς,Νεομαρτύρων συνιστάμενον. Δεύτε ουνφιλέορτοι, και φιλοθεάμονες, εις τα Μαρτύρια αυτών, ως εις χειμώνας πολυειδείς εισελθόντες, τα ψυχικά ημών αισθητήρια εστιάσωμεν·και ίδωμεν εκεί παντοδαπά είδη ανθέων, άρτιτων καλύκων προκύψαντα· ποικίλα τη όψει,εύοσμα τη οσφρήσει· αμάραντα τω χρόνω,και πάντα βεβαμμένα τω ερυθρώ του αίματοςχρώματι· και προς Χριστόν βοήσωμεν.

Κύριε, ο νεωστί ταύτα φυτεύσας, ταις πρεσβείαιςαυτών, του αιωνίου έαρος της Βασιλείας σου αξίωσων ημάς ως φιλάνθρωπος»

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου :18-1-1998

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

                                 με θέμα:

                 ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

                       ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

[εκφωνήθηκε στις 18-1-1998]       (Γ 177Α)                                 

     Ο λόγος, αγαπητοί μου, σήμερα περί του μεγάλου πατρός αγίου Αθανασίου, που άγομεν την σεπτή του μνήμη. Ό,τι και να πει κανείς, τους ωραιοτέρους χαρακτηρισμούς αν αποδώσει, της αγίας προσωπικότητός του, πάντοτε θα υπολείπεται. Δεν είναι χωρίς κίνδυνο μειώσεως η περιγραφή του προσώπου γενικά ενός αγίου, πολύ δε περισσότερον εάν πρόκειται περί του όντως Μεγάλου, Αθανασίου. Η ανάγκη όμως να σκιαγραφηθεί η μεγάλη του προσωπικότης προς μίμησιν από τους πιστούς μέσα εις την Εκκλησία, μας κάνει τολμηρούς κάτι όντως να ψελλίσομεν.

      Ο Μέγας και παγκόσμιος πατήρ, άγιος Αθανάσιος, εγεννήθη εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου- την πόλη του Αλεξάνδρου- που ήταν τότε κέντρο σπουδαιότατον των γραμμάτων. Μάλιστα η Αλεξάνδρεια ημιλλάτο και αυτάς τας Αθήνας που ήταν τότε πόλις πασών των επιστημών και των τεχνών. Όποιος ήθελε να μετεκπαιδευθεί στα γράμματα ήρχετο εις τας Αθήνας. Όπως έφτασε εκεί ένας άλλος μεγάλος, ο Μέγας Βασίλειος ή ακόμη ένας Γρηγόριος Θεολόγος. Εντούτοις, ο Μέγας Αθανάσιος δεν έφτασε ποτέ εις τας Αθήνας. Η Αλεξάνδρεια τού ήτο επαρκής.

    Εγεννήθη το 295. Μας αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που ήδη είχαν συνδεθεί με φιλία ότι ο Μέγας Αθανάσιος «τράφη ν τος θείοις θεσι κα παιδεύμασι». Τα συγγράμματά του ωστόσο δείχνουν σπουδαία και πλουσία μόρφωση, τόσο θεολογική, όσο και κλασική. Μάλιστα, σε ηλικία είκοσι ετών – είκοσι ετών! – έγραψε το περισπούδαστο εκείνο έργον -διεσώθη ολόκληρο ευτυχώς- «Περί νανθρωπήσεως» του Λόγου και «Κατά εδώλων», ένα έργο είναι σε δύο τμήματα. Περίφημο, περισπούδαστο, εις ηλικίαν είκοσι ετών. Νεαρός ακόμη επεσκέφθη στην έρημο τον Μέγα Αντώνιον και ασκήτεψε κοντά του. Ο ίδιος γράφει στον βίο που συνέθεσε του Μεγάλου Αντωνίου κατ’ απαίτησιν των Χριστιανών της Ρώμης σε μία του εξορία ότι «κολουθήσας ατ χρόνον οκ λίγον, κα πιχέων δωρ κατ χερας ατο», ότι δηλαδή ο ίδιος ο άγιος Αθανάσιος δεν έμεινε λίγο καιρό κοντά του, έμεινε πολύ καιρό κοντά του, και ακόμη, λέγει, του έριχνε νερό για να πλένει τα χέρια του ο Μέγας Αντώνιος- ένα χαριτωμένο στιγμιότυπον. Και τον Μέγαν Αντώνιον ξανασυνάντησε ο άγιος Αθανάσιος εις την έρημον, ύστερα από σαράντα χρόνια, στις περιπέτειές του με τις εξορίες του.

   Ως διάκονος, μετείχε των εργασιών της Α΄Οικουμενικής Συνόδου που έγινε το 325, όπου και διέπρεψε. Διάκονος… Διέπρεψε! Ο όρος «μοούσιος» που εισήχθη εις το Σύμβολον της Νικαίας ήτο όρος δικός του, παρά το ότι είχε σηκώσει κυριολεκτικά θύελλα εναντίον των αντιφρονούντων, εναντίον του. Εκείνος επέμενε. Επέμενε και ποτέ δεν εδέχθη τον μετριοπαθή εκείνον όρον «μοιούσιος». «μοούσιος»- «μοιούσιος», μάλιστα μερικοί λένε: «Για ένα γιώτα;».  Μα ό,τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του τσίγκου και του ασημιού -υπάρχει διαφορά;- έτσι λοιπόν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «μοιούσιος» και στο «μοούσιος». Ο τσίγκος μοιάζει με ασήμι, αλλά δεν είναι ασήμι! Για να ενώσει δήθεν, δήθεν, συμβιβαστικά τους διαφωνούντας… Όχι, όχι..! Η θεολογία και η Ιστορία μάλιστα τον εδικαίωσαν τον Μέγαν Αθανάσιον.

   Το 328 απέθανε ο αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος Αλεξανδρείας και όλος ο λαός ζήτησαν αρχιεπίσκοπο τον Μέγαν Αθανάσιον. Έτσι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι η εκλογή του έγινε «ψήφ το λαο παντός, ο κατ τν στερον νικήσαντα πονηρν τύπον»· δηλαδή η εκλογή του έγινε με την ψήφο του λαού, παντός του λαού –είδατε;- και όχι, λέγει, γιατί -επρόλαβε και αυτήν την πονηράν μέθοδον ο άγιος Γρηγόριος, ποια πονηράν μέθοδον;- τόν πονηρόν, λέει, στερον νικήσαντα πονηρν τύπονΚαι ποιος είναι ο πονηρός τύπος; Να εκλέγουν τον επίσκοπον μόνον μερικοί… Όχι. Ο Μέγας Αθανάσιος εξελέγη με την ψήφο και του λαού παντός και του κλήρου- και σε ηλικία μόλις τριάκοντα τριών ετών.

    Στάθηκε αληθινός τύπος ποιμένος. Πάλι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι εις το πρόσωπόν του – σας το αποδίδω σε μετάφραση- «εις το πρόσωπόν του, αι παρθένοι εύρον», λέει,  «τον νυμφαγωγόν· αι υπανδρευμέναι, τον σωφρονιστήν· οι ερημίται τον αναπτερωτήν· · οι άνθρωποι της κοινωνίας, τον νομοθέτην· οι πρακτικοί τον οδηγόν, οι θεωτητικοί τον θεολόγον, αι χήραι τον προστάτην, οι ορφανοί τον πατέρα, οι αδελφοί τον φιλάδελφον, οι ασθενείς τον ιατρόν, οι υγιείς τον φύλακα της υγείας». Αυτά γράφει ο άγιος Γρηγόριος για τον άγιον Αθανάσιον.

     Αγαπούσε πολύ να δει τον κόσμον όλον χριστιανικόν, και συνεπώς την ιεραποστολή. Είναι γνωστή αυτή η ιστορία, παρότι στέκεται περίεργη αν τη διαβάσετε, αλλά, ε, ήτανε σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, πώς ένα καράβι, ελληνικό μάλιστα, στην Ερυθρά Θάλασσα, πιο κάτω εκεί που τελειώνει ή αρχίζει ο Ινδικός Ωκεανός, εκεί εναυάγησεν αυτό το καράβι, τέλος πάντων, τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι βρέθηκαν κάποιοι ναυαγοί. Ανάμεσα σε αυτούς τους οποίους οι Αιθίοπες εσκότωσαν- πλην δύο που ήσαν δύο νεαρά παιδιά πανέξυπνα και μορφωμένα. Έλληνες… Και τότε αυτοί προσελήφθησαν ως υπηρέτες εις το παλάτι του Αιθίοπος του αυτοκράτορος και ήτανε τόσο έξυπνοι, τόσο σπουδαίοι, άρχισαν να τους εκχριστιανίζουν… Έγιναν πολλοί… Και τότε ο Φρουμέντιος, ο ένας από τους δύο, ήρθε στην Αλεξάνδρεια και ζήτησε από τον Μέγαν Αθανάσιο να στείλει έναν Επίσκοπον, να στείλει ιερείς κ.λπ. για να βοηθήσουν την Εκκλησίαν της Αιθιοπίας. Και λέγει ο Μέγας Αθανάσιος- επιτρέψατέ μου μια λαϊκή έκφραση- που «έκοβε το μάτι του», έκοβε το μάτι του: «Ποιος άλλος», λέει, «καλύτερος από σένα;». Ό,τι ακριβώς είχε πει κάποτε ο Ιωσήφ εις την Αίγυπτον, εις τον Φαραώ τι να κάνει για να αντιμετωπιστεί η πείνα, ο λιμός και είπε ο Φαραώ: «Ποιος καταλληλότερος από σένα;». Τον χειροτονεί επίσκοπον και τον στέλνει πίσω στην Αιθιοπία. Έτσι, από τις πρώτες, θα λέγαμε, χώρες που εξεχριστιανίσθησαν ήταν και η Αιθιοπία, με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου.

    Υπέστη πέντε- κατ΄άλλους έξι- εξορίες, διαρκείας δεκαέξι ετών ο Μέγας Αθανάσιος. Εδέχθη ανήκουστες συκοφαντίες, ανήκουστες, αν διαβάσετε τον βίο του θα πείτε: «Μα δεν εντρέποντο εκείνοι οι οποίοι τόσο τον συκοφαντούσαν;»- ότι είναι φονεύς, ότι είναι μάγος, ότι είναι ανήθικος, ότι είναι συνωμότης κατά του βασιλέως της Κωνσταντινουπόλεως… Πώς; Γιατί η πόλις, η Κωνσταντινούπολις, εδέχετο φορτία σιταριού, δεν ήταν αρκετά, αρκετός ο σίτος για να θρέψει τόσον λαό εκεί και ήρχετο, εγίνετο εξαγωγή, και ήρχετο το σιτάρι από την Αίγυπτον και ότι δήθεν τάχα εμπόδισε τα πλοία με το σιτάρι να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη και συνεπώς ήταν ένας συνωμότης ο Μέγας Αθανάσιος… Ψεύδη όλα αυτά… Ψεύδη…

    Η μάχη που έδιδε δε κατά των Αρειανών ήτο άκαμπτος. Δεν υποχωρούσε ποτέ ούτε εις το ελάχιστον. Δεν ήταν ενδοτικός, παρά τας πιέσεις που εδέχετο. Εκείνο δε που εκπλήσσει, σε όλη αυτήν την υπόθεση, την ιστορία, ήταν η στάσις του λαού του Θεού– προσέξατέ το αυτό… Η στάσις του λαού του Θεού μπροστά σ’ αυτές τις περιπέτειες του Μεγάλου Αθανασίου. Ο λαός αγαπούσε και ελάτρευε τον αρχιεπίσκοπόν του. Δύο φορές επεβλήθησαν εις τον θρόνον της Αλεξανδρείας,ε, όσο δηλαδή καιρό παρέμενε, αλλεπαλλήλως, συνεχώς, εξόριστος, δύο επιβήτορες του θρόνου, δύο μοιχεπιβάται, όπως τους λέμε. Ο ένας ήταν ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης που ο λαός δεν τον ήθελε ποσώς-ποσώς και σε λίγο ο άνθρωπος αυτός πέθανε. Ανέλαβε και ανήλθε εις τον θρόνον- όχι βεβαίως ο άγιος Αθανάσιος- άλλος Καππαδόκης, κάποιος ονόματι Γεώργιος και να φανταστείτε ότι και αυτός ηναγκάσθη- από τον λαό ηναγκάσθη- να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια και να φύγει. Τον Γρηγόριον, τον πρώτον, προκειμένου η πολιτεία να τον επιβάλει εις τον λαόν, η πολιτεία να τον επιβάλει εις τον λαόν, χιλιάδες στρατός τονε προστάτευε. Ο νοών νοείτω.

   Οι Αρειανοί είχαν επιστρατεύσει Ιουδαίους και εθνικούς, δηλαδή ειδωλολάτρας, εναντίον των Ορθοδόξων. Και όμως, ο λαός έμενε άκαμπτος… Έμενε άκαμπτος! Το υπογραμμίζω… Τα γεγονότα υπήρξαν ραγδαία και φοβερά. Ο Μέγας Αθανάσιος για πέντε μήνες εκρύπτετο σε μια του εξορία, σε μια του φυγή, εκρύπτετο σε έναν δικό του οικογενειακό τάφο πλησίον της πόλεως. Οι τάφοι ήσαν κατά τέτοιον τρόπον που θα μπορούσε κανείς να κρυφτεί μέσα εις τον τάφον…

    Παρά τις περιπέτειές του αυτές, είχε διάθεση, αλλά και καιρό- θα λέγαμε χαλκέντερος, πραγματικά…- να ασχοληθεί και με το ποίμνιόν του… Επιστολές προς μοναχούς, προς επισκόπους συγγράφει διαρκώς-διαρκώς- τα πιο πολλά συγγράμματά του εγράφησαν κατά την εποχή που εβρίσκετο μακριά από τον θρόνον του, προκειμένου βέβαια να στηρίξει το ποίμνιόν του.

    Αναδιοργάνωσε τη Θεολογική Σχολή της Αλεξάνδρειας με προϊστάμενο τον Δίδυμο. Όταν αυτοκράτωρ ήταν ο Κωνστάντιος και εστάλη βασιλικός επίτροπος στην Αλεξάνδρεια για να εκθρονίσει τον Μέγαν Αθανάσιο σε ένα διάλειμμα από τις εξορίες, να τον εκθρονίσει, να τονε βγάλει, με το αιτιολογικόν ότι χάριν της ειρήνης εις την Αίγυπτον αυτό το πράγμα συνέβαινε. Δηλαδή με άλλα λόγια, δηλαδή με άλλα λόγια, ότι ήταν ταραξίας ο Μέγας Αθανάσιος, η παρουσία του αφαιρούσε την ειρήνη από την Αλεξάνδρεια και από την Αίγυπτο, αλλά και από τον τότε χριστιανικό κόσμο, γιατί εκεί που εξορίζετο ο μέγας πατήρ και εκεί ο κόσμος εστρέφετο εναντίον της πολιτείας -όπως φερειπείν εις την Ιταλίαν ή όπου αλλού… Έτσι λοιπόν ήρθε αυτός για να εκθρονίσει τον μεγάλο πατέρα «χάριν της ειρήνης»- και ο μέγας πατήρ απήντησε τα εξής. «Θα υπάρξει» -επί λέξει- «θα υπάρξει περισσοτέρα ειρήνη αν παραιτηθώ; Ή τότε δηλαδή ακριβώς θα ξεσηκωθεί ο κόσμος και θα σας σπάσει το κεφάλι;». Και εννοούσε, εννοούσε, τη δράση του λαού υπέρ του αρχιεπισκόπου του… Αυτός ήταν ο λαός της Αλεξανδρείας που περικύκλωνε, αγαπούσε και υπεστήριζε τον μεγάλον του αυτόν ποιμένα.

    Στην τελευταία του εξορία, όταν ο λαός άρχισε να θλίβεται, παρηγόρησε το πλήθος με εκείνο το θαυμάσιο που μένει τόσο εύκολα και εις την μνήμην: «νεφύδριον στί καί θττον παρελεύσεται»· είναι, λέει, «νεφύδριον», συννεφάκιείναι, λέει, συννεφάκι αυτά που συμβαίνουν και γρήγορα κι αυτό το συννεφάκι θα περάσει. Έτσι παρηγόρησε τον κλαίοντα λαόν. Αυτά μας αναφέρει ο Σωζόμενος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία.

    Όταν ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, έστειλε στρατεύματα, παρακαλώ, εις την Αίγυπτον, για να φονεύσουν τον Αθανάσιον, αλλά δεν τον βρήκαν εκεί, γιατί ο ίδιος έφυγε για τη Θηβαΐδα· δηλαδή προς νότον, προς την Άνω Αίγυπτον, εκεί που ήτανε και η έρημος κλπ. Μάλιστα έλεγε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης που είχε γίνει ειδωλολάτρης και ήταν συμμαθηταί με τον Μέγα Βασίλειον και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο Ιουλιανός, συμμαθηταί, στην Αθήνα, έλεγε ο Ιουλιανός ότι ήξιζε θάνατος εις τον Αθανάσιον. Τελικά απεκαταστάθη εις τον θρόνον του ο άγιος Αθανάσιος, αφού αρχιεράτευσε σαρανταέξι έτη και εκ των οποίων τα δεκαέξι τα πέρασε εις την εξορίαν.

    Εκοιμήθη τη 2α Μαΐου του 373 έτους, τριακοστού εβδομηκοστού τρίτου έτους. Τόμοι ολόκληροι, αγαπητοί μου, θα μπορούσαν να γραφούν για τον άγιο Αθανάσιο και τις περιπέτειές του· και τον θαυμάσιο χαρακτήρα του· που ήταν οξυδερκέστατος αλλά και σταθερός. Ακούσατε στην υμνολογία σήμερα. Τον αποκαλούν οι υμνογράφοι «στλον»· τον αποκαλούν «βράχον» κ.ο.κ.

    Αγαπητοί. Η Ιστορία είδε στο πρόσωπό του το ορθόδοξο φρόνημά του που το εκράτησε ανάμεσα σε θύελλες όρθιον. Επολέμησε τη χειρότερη αίρεση μέσα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν. Όλες είναι φοβερές, αλλά η αίρεση του Αρείου η χειρότερη. Και όπως λέει ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Αρειανισμός είναι στη διαδοχή των Αντιχρίστων, των επιμέρους- κατά τον λόγο του ευαγγελιστή Ιωάννου: «πολλοί ντίχριστοι γεγόνασιν»- αναφέρει τον Αρειανισμό σαν ένα σταθμό θα λέγαμε, του Αντιχρίστου μέσα εις την Ιστορίαν. Έτσι επολέμησε αυτήν την χειρότερη αίρεση ο Μέγας Αθανάσιος. Είχε παμμεγίστη πίστη εις τον Χριστόν και βάθος αγάπηςΔεν λογάριασε ποτέ τους κινδύνους της ζωής του, αρκεί να απεδείκνυε την αλήθειαν περί της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, γιατί έλεγε ο Άρειος ότι δεν είναι Θεός, είναι «κατά προκοπήν», λέει, «Θεός», «κατά προκοπήν…», όπως κι εμείς καλούμαστε, κατά προκοπήν να γίνουμε Θεοί.

    «Τι είναι άνθρωπος;», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ζον– δηλαδή κάτι που ζει- θεούμενον», δηλαδή ικανόν, κατάλληλον, να γίνει ο άνθρωπος κατά χάριν Θεός. Αυτά έλεγε ο Άρειος…Ούτε λίγο, ούτε πολύ… Έτσι ο μέγας πατήρ εστάθηκε τολμηρός, ότι είναι ο Υιός του Θεού, ότι είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που ενηνθρώπησε- κοιτάξτε τη συμφωνία: « Λόγος»- δηλαδή ο Θεός- «σάρξ γένετο», που λέει ο Ιωάννης, «καί σκήνωσεν ν μν»Αν λοιπόν δεν θα έπρεπε να δεχθεί ούτε ο Άρειος ή να δεχθεί τον Αρειανισμόν, ολόκληρο το Ευαγγέλιον θα έπεφτε στο κενό. Θα ανετρέπετο, όπως το αντιλαμβάνεστε…

    Έτσι λοιπόν στάθηκε πολύ τολμηρός· αλλά και συνετός. Εγνώριζε να πολεμά και να νικά. Εχθροί του; Ο διάβολος, οι βασιλείς- δυστυχώς!-, οι αιρετικοίΣύμμαχός του; Ο Χριστός και ο λαός. Και ενίκησε ο Μέγας Αθανάσιος. Και η ιστορία όντως τον ονόμασε «Μέγαν». Αυτόν τον επίζηλον τίτλον.

     Αγαπητοί. Και η εποχή μας είναι καταπληκτικά παράλληλη με την εποχή του μεγάλου πατρός. Ο Αρειανισμός υποβόσκει στην ευρωπαϊκή θεολογία ή, καλύτερα, εις την δυτικήν θεολογίαν. Και επειδή υποβόσκει αυτός ο Αρειανισμός- ποτέ δεν πέθανε ο Αρειανισμός…- δεν το λέγω εγώ δε, όχι μόνο γιατί το βλέπομεν και το βλέπετε- το γράφει σε ένα του βιβλίο και ο πατήρ Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Από κει ξεπήδησαν οι διάφορες σύγχρονες αιρέσεις και παρεκκλίσεις…

    Μεγάλες προδοσίες επιτελούνται από εκκλησιαστικά και πολιτικά πρόσωπα, τουλάχιστον εις τον ορθόδοξον χώρον. Όταν Πατριάρχαι, ορθοδόξου λαού, μπορούν να συγκρίνουν και να εξισώνουν τον Χριστόν με τον Μωάμεθ, πέστε μου αν η εποχή μας είναι δεινή, φοβερή… Πατριάρχαι… Να εξισώνουν τον Χριστόν με τον Μωάμεθ… Όταν κριτήριον συνυπάρξεως θεωρείται ο μονοθεϊσμός, «α», λέει, «και οι Εβραίοι μονοθεϊσταί είναι, και οι Χριστιανοί μονοθεϊσταί είναι, και οι… Μωαμεθανοί μονοθεϊσταί είναι. Να λοιπόν, κοινόν σημείον, μονοθεϊσμός. Ελάτε λοιπόν, να δώσουμε τα χέρια και να ενωθούμε…».

    Πώπω βλασφημία φοβερή…! Ναι, μονοθεϊσμός είναι ο Χριστιανισμός, αλλά το όνομά του είναι Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Εάν, κύριοι, αρνείστε το τριαδικόν της θεότητος, δεν έχετε ουδεμίαν σχέση με τον μωαμεθανισμό- παίρνω τον μωαμεθανισμό γιατί είναι στο προσκήνιον και στην επικαιρότητα ο μωαμεθανισμός- προσέξετε, φοβερός εχθρός… Αλλά δεν είναι αυτοί ο φοβερός εχθρός, φοβεροί εχθροί είναι, αγαπητοί, εκείνοι οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας που βλέπουν και ζυγίζουν και μετρούν τα πράγματα με τον τρόπον που σας ανέφερα.

    Όταν λοιπόν ο Οικουμενισμός από την άλλη μεριά, γιατί αυτό το σύμπλεγμα να ενωθούμε δεν λέγεται παρά- το ξέρετε όλοι σας- Οικουμενισμός, ήδη προχωρεί ακάθεκτος χωρίς πλέον να ερωτάται ο λαός-ερωτούμε: «Τι γίνεται;». Όταν ο Χριστιανισμός εξέπεσε σε διπλωματία… Τι θα πει «διπλωματία»; Η δυνατότητα του συμβιβασμού… Αυτό λέγεται διπλωματία. Ο Χριστιανισμός όμως μπορεί να περιπέσει εις την διπλωματία; Υπάρχει περίπτωσις συμβιβασμού με τα στοιχεία του κόσμου τούτου; Είναι δυνατόν ποτέ; Όταν το ευαγγελικόν ήθος- από την άλλη μεριά- διαρκώς και αλματωδώς εκκοσμικεύεται, μια καινούρια ηθική ήδη προβάλλεται, όχι η ευαγγελική, άλλη ηθική, κοσμική ηθική, στην οποία δυστυχώς υπηρετούν και αξιωματούχοι της Εκκλησίας… Ένα πρόσφατο θα σας έρθει στο μυαλό απ’ αυτά που σας λέω.. Και για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Κυρίου που θέτει υπό ερώτησιν την ύπαρξη της πίστεως- της ακεραίας πίστεως, στον δεύτερο ερχομό Του, που είπε ο Κύριος: «Ναι, Εγώ θα ‘ρθω, θέμα δεν υπάρχει εκεί, πρόβλημα δεν υπάρχει εκεί, το πρόβλημα είναι δικό σας. Όταν Εγώ θα έλθω, θα βρω την πίστη επάνω εις την γην;». Αυτό είναι το πρόβλημα, δικό μας πρόβλημα.

    Ή εκείνο που λέγει ο Παύλος- γράφει στον Τιμόθεο- «Τοτο δ γίνωσκε – αυτό να γνωρίζεις-τι ν σχάταις μέραις νστήσονται καιρο χαλεποί -καιροί δύσκολοι-  σονται γρ ο νθρωποι φίλαυτοι– αυτή η φιλαυτία είναι το μεγάλο κεφαλάρι που γεννάει όλα τα πάθη, όλες τις κακίες και όλες τις κοινωνικές αναστατώσεις- φιλήδονοι μλλον  φιλόθεοι -δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι περισσότερο φιλήδονοι· βλέπετε, ιδίως στη νεολαία μας, πώς προχωρά η φιληδονία, αντί να προχωρά η φιλοθεΐα, δηλαδή το να είναι οι νέοι μας φιλόθεοι;- «χοντες μόρφωσιν εσεβείας» – μπορεί να ξέρουνε πολλά πράγματα, «τν δ δύναμιν ατς ρνημένοι» -θα έχουν όμως αρνηθεί την δύναμη του Χριστού, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Τότε εμείς, που μελετάμε τον βίο και την πολιτεία, αγαπητοί μου, του μεγάλου πατρός Αθανασίου που σήμερα τιμάμε τη μνήμη του, τι πρέπει να κάνομε; Είναι ή δεν είναι παράλληλοι οι καιροί;

   Αγαπητοί. Ο καιροί ο μενετοί, δεν περιμένουν…

            ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

    και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

               μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

             απομαγνητοφώνηση και ηλεκτρονική επιμέλεια κειμένου:

                             Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

·        http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/mnhmh_agivn/mnhmh_agivn_001.mp3