Το Μυστήριο της Ιερωσύνης

Αποτέλεσμα εικόνας για Το Μυστήριο της Ιερωσύνης

Η ιερωσύνη είναι μυστήριο, είναι αποστολή, είναι υπερφυσική διακονία, ουράνιο λειτούργημα, φορέας της αποκαλύψεως και μέσο συμβιβασμού του πεπερασμένου και πεπτωκότος γήινου κόσμου με το Θεό. Έχοντας ανθρώπους ως φορείς της και τους ανθρώπους διακονούσα, έχει εν τούτοις ουράνια την καταγωγή. Ενεργεί εδώ στη γη, η όψη της φαίνεται γήινη και ταπεινή, τα αποτελέσματά της όμως διαβαίνουν στους ουρανούς. Είναι μάλλον αγγελική και θα ταίριαζε περισσότερο στους αγγέλους, αλλά το ασύλληπτο σχέδιο του Θεού προώρισε και αυτήν να διακονείται από ανθρώπους. Μ’ ένα λόγο η ιερωσύνη είναι η διακονία της Χάριτος με την οποία ο Δημιουργός  Θεός, με τις άκτιστες ενέργειές του, μεταδίδεται και μετέχεται από τα δημιουργήματά Του. Σαν τέτοια, λοιπόν, η ιερωσύνη δεν συγκαταλέγεται στα επαγγέλματα, που εφεύρε ο άνθρωπος. Μόνον με αυτήν έχει προορισθεί από το Θεό να πραγματοποιηθεί όλο το σχέδιο της σωτηρίας.«Προσχεδίασε να πραγματοποιήσει με το έργο του Χριστού στην καθορισμένη στιγμή, να ενώσει όλα, ουράνια κι επίγεια, στο πρόσωπο του Χριστού»(Εφεσ. α’ 10).

Πρώτη εμφάνιση της ιερωσύνης.

Από την εμφάνιση των πρωτοπλάστων διαπιστώνουμε την ύπαρξη της ιερωσύνης στα ειδικά λατρευτικά μέσα, με τα οποία ο άνθρωπος λάτρευε τον Θεό. Μέσα στην έμφυτη πίστη του ανθρώπου προς το θείο υπήρχε και η έννοια της ιερωσύνης σαν του κατ’ εξοχήν μέσου για την εκδήλωση λατρείας προς τον πιστευόμενο Θεό. Τούτο το εκμεταλλεύθηκε και ο διάβολος και μετάστρεψε τα αισθήματα αυτά του ανθρώπου σε πίστη και λατρεία, όχι προς τον αληθινό Θεό, αλλά προς αυτόν, με ποικίλες μορφές και σχήματα, υποκλέπτοντας έτσι τη λατρεία που ανήκει μόνο στον Θεό.

Στην προ του Νόμου περίοδο, την «περίοδο της παραδόσεως», την ιερωσύνη εξασκούσαν ευλαβή πρόσωπα ή οι αρχηγοί της οικογένειας και της φυλής. Οι πρώτοι, που αναφέρονται ότι πρόσφεραν θυσίες στον Θεό είναι οι υιοί του Αδάμ, Κάϊν και Άβελ. Σ’ αυτούς συνέβη και η γνωστή αδελφοκτονία λόγω της μη προτιμήσεως από τον Θεό του δώρου του πρεσβύτερου αδελφού για την επίμεμπτη προσφορά του, ένεκα της οποίας τον είχε ελέγξει ο Θεός: «Δεν γνωρίζεις ότι εάν μεν προσφέρεις δώρα ως θυσία στον Θεό, δεν προσφέρεις όμως καλά δώρα, αμαρτάνεις;»(Γεν. δ’ 6). Το στοιχείο αυτό της ιερωσύνης, σαν προσφοράς λατρείας προς τον Θεό, το συναντούμε στους απογόνους του Σηθ και ιδίως στον Ενώς και στους μετά από αυτόν συνεχιστές της θεοσέβειας, Καϊνάν, Μαλελεήλ και Ιάρεδ και προ παντός στον Ενώχ, ο οποίος ευαρέστησε στον Θεό και «είχε εξαφανιστεί, διότι τον μετέθεσε στους ουρανούς»(Γεν. ε’ 24). Για την προφητική ιδιότητα που σήμαινε και την ιερατική ιδιότητα του δίκαιου Ενώχ, αναφέρει όπως είναι γνωστό και ο Απόστολος Ιούδας στην επιστολή του (Ιούδα 14-15).

Στη συνέχεια βλέπουμε την ιερωσύνη στον Νώε ακόμα πιο φανερή: «Και έκτισε ο Νώε θυσιαστήριο στον Κύριο. Πήρε δε και πρόσφερε θυσία ολοκαυτώματος προς τον Θεό από όλα τα καθαρά κτήνη… Και ήταν η θυσία στον Κύριο τον Θεό οσμή ευωδίας· και είπε Κύριος ο Θεός: δεν θα καταραστώ πια τη γη εξ αιτίας του ανθρώπου»(Γεν. η’ 20-21). Η προφητική και ιερατική ιδιότητα είναι επίσης φανερή στην περίπτωση του δίκαιου και άμεμπτου Ιώβ, ιδίως όταν ο Θεός ελέγχει τον φίλο του Ελιφάζ τον Θαιμανίτη και τον παραπέμπει στη μεσιτεία του Ιώβ· «Αμάρτησες συ και οι δύο φίλοι σου… Τώρα δε λάβετε εφτά μοσχάρια και εφτά κριάρια και πηγαίνετε στο δούλο μου Ιώβ, και θα προσφέρει θυσία για σας. Ιώβ δε ο δούλος μου θα προσευχηθεί για σας» (Ιώβ μβ’ 7-8).

Μετά, τέλειο τύπο προφήτη και ιερέα συναντούμε στο πρόσωπο του Μελχισεδέκ σύγχρονου του Αβραάμ, τον οποίον ο Παύλος χαρακτηρίζει σαν τύπο και εικόνα του μεγάλου Αρχιερέα Χριστού. Στη συνέχεια έχουμε τον Αβραάμ, του οποίου η πίστη και θεοσέβεια απέσπασαν την θεία εύνοια και ευλογία και στον οποίο δόθηκαν οι επαγγελίες ότι «διά των απογόνων του θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης». Σ’ αυτόν και στους απογόνους του Ισαάκ και Ιακώβ η ιερατική και προφητική ιδιότητα έλαβε πιο συγκεκριμμένη μορφή. Σ’ αυτούς δόθηκαν σαφέστερες αποκαλύψεις για την μελλοντική παρουσία του Νόμου και οι αινιγματώδεις προφητείες για τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Τόσο ο Αβραάμ όσο και οι απόγονοί του, στις περιπετειώδεις μετακινήσεις τους στη γη Χαναάν, ίδρυαν στήλες και θυσιαστήρια και πρόσφεραν θυσίες στον Θεό, είτε ευχαριστώντας Τον για τις αποκαλύψεις Του ή τη σωτηρία που τους χάριζε, είτε παρακαλώντας Τον για βοήθεια και αντίληψη στις δυσκολίες τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ιερωσύνη ήταν πάντοτε ο μόνος τρόπος επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό και μέσω αυτής αποκαλύπτονται οι θείες βουλές και αποφάσεις. Ας αναφέρουμε μια αξιοσημείωτη περίπτωση από την Γένεση μετά από μια θυσία που πρόσταζε ο Θεός τον Αβραάμ να προσφέρει. «Κατά δε το ηλιοβασίλεμα ήρθε έκσταση στον Άβραμ … και είπε ο Κύριος στον Άβραμ· μάθε ότι οι απόγονοί σου θα παροικήσουν σε ξένη γη, όπου θα γίνουν δούλοι και θα τους τυραννήσουν τετρακόσια χρόνια…Έπειτα θα φύγουν από εκεί και θα έρθουν εδώ με πολλά πλούτη»(ιε’ 9-14). Στο δισταγμό του Αβραάμ ή μάλλον στην ερώτησή του: «Πώς θα γνωρίζω ότι θα κληρονομήσω αυτήν τη γη(τη γη της επαγγελίας);», διατάχθηκε από τον Θεό να προσφέρει θυσία και μετά την ιεροτελεστία του δόθηκε η αποκάλυψη. Μάλιστα, σε μια υπέρτατη έξαρση πίστεως και θεοσέβειας δεν προσφέρθηκε να θυσιάσει και τον ίδιο τον υιό του, όταν τον δοκίμαζε σχετικά ο Θεός; Γι’ αυτό αξιώθηκε ν’ ακούσει από τον Θεό το πλήρωμα της επαγγελίας, που του δόθηκε με όρκο, και η οποία πραγματοποιήθηκε στο πρόσωπο του εκ του σπέρματός του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού. Ο θεσμός λοιπόν της ιερωσύνης αποδεικνύεται ότι ήταν πάντοτε απαραίτητος σαν μέσο επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό.

Δεύτερη περίοδος της ιερωσύνης: η του Μωσαϊκού Νόμου.

Στην περίοδο του Μωσαϊκού Νόμου που ακολουθεί, όλοι μας γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες και την έκταση που έλαβε η ιερωσύνη. Η ιερωσύνη και η προφητεία, άσχετα με το ποιά προηγείτο και ποιά ακολουθούσε, ήσαν αλληλένδετες και γι’ αυτό συνέβαινε να υπάρχουν ταυτόχρονα. Και η μεν προφητεία συχνά ήταν σπάνια λόγω της αποκλίσεως των Ισραηλιτών από την ορθή λατρεία του Νόμου, η ιερωσύνη όμως ποτέ δεν σταμάτησε. Ήταν μάλιστα η πρώτη τους πάντα φροντίδα, μετά από τις εθνικές συμφορές και ταλαιπωρίες, να ανασυγκροτήσουν το ιερό και τη θυσία. Αυτή την μέριμνα διαπιστώνουμε και στην προσευχή των τριών Παίδων, τον καιρό της Βαβυλωνείου αιχμαλωσίας: «Διότι δεν υπάρχει αυτόν τον καιρό  ούτε άρχοντας και προφήτης, και ηγούμενος, ούτε ολοκαύτωμα, ούτε θυσία, ούτε προσφορά, ούτε θυμίαμα, ούτε θυσιαστήριο να προσφέρουμε θυσία για να βρούμε έλεος από σένα».

Στον Ισραήλ η ιερωσύνη δεν περιορίστηκε μόνο στο λατρευτικό και τελετουργικό τομέα, αλλ’ επεκτάθηκε και στο διοικητικό και εθνικό τομέα. Ας θυμηθούμε τον Μωυσή, ο οποίος υπήρξε και Μεσίτης μεταξύ Θεού και Εβραίων και Εθνάρχης και στρατηγός και νομοθέτης, ιδιότητες που, όταν άλλοι ομόφυλοί του της Λευϊτικής φυλής θέλησαν να συμμερισθούν, επιτιμήθηκαν και παιδεύτηκαν από τον Θεό διότι νόμισαν την ιερωσύνη ανθρώπινη ιδιότητα. Αυτοί ήσαν οι περί τον Δαθάν και Αβειρών και Κορέ. Το ίδιο έπαθε και ο βασιλέας του Ισραήλ Ιωσίας, όταν επιχείρησε να προσφέρει ο ίδιος θυσία αντί του ορισμένου από το Νόμο ιερέα, και έγινε αμέσως λεπρός. Ο ζήλος και η πρόνοια του Θεού για την προάσπιση της ιερωσύνης και των λειτουργών της εκφράζεται με τα θεία λόγια. «Μην αγγίζετε τους αγίους μου και μη κάνετε τίποτε το κακό στους προφήτες μου» (Α’ Παραλειπ. ις’ 22).

Η κλήση του Μωυσή εκεί στη φλεγόμενη βάτο, όπου χρίσθηκε από τον Θεό ηγέτης και προφήτης, αποτελεί απόδειξη της θείας οικονομίας και του θείου θελήματος ότι μέσω της ιερωσύνης θα γινόταν και θα συνεχιζόταν η θεία αποκάλυψη και όλη η συγκατάβαση του Θεού και επικοινωνία με τον άνθρωπο. Οι διάδοχοι του Μωυσή, Ιησούς του Ναυή πρώτα και οι Κριτές ύστερα, ήσαν οι συνεχιστές της εφαρμογής του θείου θελήματος το οποίον ήταν να διοικούνται οι Ισραηλίτες, σαν περιούσιος λαός, από τον ίδιο τον Θεό μέσω της ιερατικής και προφητικής τάξεως. Απόδειξη η θεία δυσαρέσκεια, όταν οι Ισραηλίτες, παρά τη διαδικασία διακυβερνήσεως που καθόριζε ο Θεός, ζήτησαν βασιλέα αντί των Κριτών: «Και είπε ο Κύριος προς τον Σαμουήλ: με αυτό το αίτημά τους δεν περιφρονούν εσένα, αλλά εμένα, επειδή δεν θέλουν να βασιλεύω εγώ σ’ αυτούς»(Α’ Βασιλ. η’ 7).

Το τελευταίο παράδειγμα που θα αναφέρουμε από την περίοδο του Νόμου σχετικά με το θείο υπούργημα της Ιερωσύνης είναι η παραγγελία του Μωυσή προς τον Ισραήλ να αναμένει και να δεχθεί τον μέλλοντα Μεσσία και λυτρωτή υπό το σχήμα και το όνομα του προφήτη: «Κύριος ο Θεός σου θα αναδείξει ανάμεσα από τους αδελφούς σου Ισραηλίτες ένα προφήτη σαν εμένα· σ’ αυτόν πλέον θα υπακούετε»(Δευτ. ιη’ 15). Έτσι φθάνουμε στη νέα περίοδο της Χάριτος, όπου, στο πρόσωπο του Μεσσία, συναντούμε το χρίσμα του ιερέα και προφήτη στον υπέρτατο βαθμό.

Συνεχίζεται….

Advertisements

Κήρυγμα Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως κ. ΑΝΔΡΕΟΥ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

 Ὅσο θὰ ζῶ καὶ θὰ ἀναπνέω θὰ λέω αὐτὲς τὶς δύο ἀλήθειες :

Εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις”

 καὶ εἰς τὰ Ἔθνικὰ Θέματα

 δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως κανένας  συμβιβασμός ”.

Κήρυγμα Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, 

Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. ΑΝΔΡΕΟΥ

τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

(Ἱερὸς Ναὸς Ἁγ. Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Κονίτσης

17.3.2019)

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα. Τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία συνταράχτηκε, περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, ἀπὸ τὴν μεγάλη αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας. Ξεκίνησε τὸ 726 μ.Χ καὶ τελείωσε τὸ 843 μ.Χ., ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτωρ Θεόφιλος καὶ ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν Θεοδώρα ἑορτάζουμε σήμερα, τῆς ὁποίας τὸ ἱερὸ λείψανο εἶναι θησαυρισμένο στὴ νῆσο τῆς Κερκύρας.

Ὁ Αὐτοκράτωρ ὁ Λέων ὁ Γ΄ ὁ Ἴσαυρος ὅταν κήρυξε τὴν καθαίρεση τῶν εἰκόνων ἀπὸ τοὺς ναοὺς κατ’ ἀρχήν, δὲν εἶχε ὑπολογίσει τὴν μεγάλη ἀντίδραση ποὺ θὰ ἔβρισκε. Ἔτσι, λοιπόν, ὅταν τὸ κῦμα αὐτὸ τῆς ἀντιδράσεως ἐναντίον τῶν αὐτοκρατορικῶν ἀποφάσεων, ἄρχισε νὰ αὐξάνει καὶ νὰ γιγαντώνεται, ἀποφάσισε τὸ 730 νὰ συγκαλέσει μία εὑρεία σύσκεψη. Ὄχι, βέβαια, γιὰ νὰ ζητήσει τὶς γνῶμες αὐτῶν ποὺ θὰ μετεῖχαν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη Γερμανὸ τὸν Α΄, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιβάλλει τὶς ἀπόψεις του.

Τότε, λοιπόν, ὁ Πατριάρχης, ὅταν εἶδε τὴν διάθεση ποὺ εἶχε ὁ Λέων ὁ αὐτοκράτωρ γιὰ νὰ ἐπιβάλλει τὴν εἰκονομαχία, ἔβγαλε τὸ ὡμοφόριό του, τὸ ἐναπέθεσε στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ εἶπε : “Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ καινοτομήσω εἰς τὰ τῆς πίστεως”. Καὶ σηκώθηκε καὶ ἔφυγε.

Στὴν μακραίωνη ἱστορία της ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξη, παρὰ τὶς κάποιες διακυμάνσεις συμπορεύθηκε μὲ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων. Οἱ χαρὲς τοῦ Ἔθνους ἦταν καὶ χαρές της. Οἱ λῦπες, λῦπες της. Οἱ ἐπιτυχίες, οἱ ἀποτυχίες ὅλα αὐτὰ ἦταν μέσα καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Γιατὶ Ἐκκλησία καὶ Κράτος ἦταν ἕνα πρᾶγμα. Ὁ ἴδιος λαὸς ἦταν. Καὶ αὐτό, παρὰ τὸ ὅτι σήμερα κάποιοι εὐαγγελίζονται καινούργια συστήματα, ποὺ δὲν θέλουν τὴν Ἐκκλησία στὸ προσκήνιο, ἀλλὰ νὰ τὴν βάλουν στὴν ἄκρη, αὐτὴ ἡ συμπόρευση ὅμως συνεχίζεται. Καὶ διαπιστώνεται ἡ πρακτικὴ αὐτὴ μὲ τὸ γεῦμα ποὺ παρατίθεται σήμερα ἀπὸ τὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σχεδὸν κάθε χρόνο.

Εἶναι λοιπόν, ἴδια ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πορεία τοῦ Ἔθνους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, προσωπικῶς, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν μου πάντοτε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος ἐκ τῶν προκατόχων μου καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, ὅτι “δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει ζήτημα ποὺ ἀπασχολεῖ τὸν λαὸ καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφέρει τὴν Ἐκκλησία”, ἀνησυχῶ σφόδρα, σφοδρότατα ἀνησυχῶ καὶ γιὰ τὰ ἐθνικά μας θέματα, ἀκολουθώντας ἐν προκειμένῳ τὰ βήματα τοῦ μεγάλου καὶ ἁγίου προκατόχου μου Μητροπολίτου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἔνιωσα μέσα μου κυριολεκτικὰ ἕνα σεισμό. Τεκτονικὸ σεισμό. Πότε ; Ὅταν τὸν Ἰανουάριο ποὺ μᾶς πέρασε, μετὰ τὸ μεγαλειῶδες ἐκεῖνο συλλαλητήριο ποὺ ἔγινε στὴν Ἀθήνα, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος μέχρι τότε “ὡς κύμβαλον ἀλαλάζον” (Α΄Κορ. ΙΓ΄1) δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ μιλοῦσε γιὰ τὴν Μακεδονία τὴν μία καὶ μοναδική, ἡ ὁποία εἶναι δική μας, ἡ ἑλληνικὴ Μακεδονία, ὅταν λοιπόν, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀρνήθηκε τὴν ἐπιτροπὴ ποὺ πῆγε νὰ τοῦ ἐπιδώσει τὸ ψήφισμα ( δηλ. περιφρόνησε μὲ τὸν πλέον σκαιὸ τρόπο αὐτὸν τὸν λαὸ ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ ἀπ’ ὅλα τὰ διαμερίσματα τῆς χώρας) καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπεκύρωσε τὴν ἐπαίσχυντη συμφωνία τῶν Πρεσπῶν μὲ τὴν ὑπογραφή του καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἀκολούθησε ἡ “ἐκκοφαντικὴ σιωπὴ”τοῦ Προέδρου, πλέον, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἡ Ἀρχιερατική μου συνείδησις μοῦ ἐπέβαλε νὰ μὴ μετάσχω στὶς ἐκδηλώσεις γιὰ τὰ ἐλευθέρια τῆς Κονίτσης (24.2.2019) ἐφ’ ὅσον θὰ παρίστατο καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Καὶ τὸ διατύπωσα γραπτῶς στὸν κ. Δήμαρχο. Δὲν μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶ. Διότι θὰ ἐπρόδιδα τὴν θέση μου καὶ τὸ ἀξίωμά μου. Καὶ γιὰ ἕναν ἐπὶ πλέον λόγο ἀρνήθηκα. Διότι φοβοῦμαι ὅτι μετὰ τὸ λεγόμενο “Μακεδονικό”, ἡ Πολιτεία θὰ ἀσχοληθεῖ καὶ μὲ τὸ λεγόμενο “Ἀλβανικό”.Καὶ ἄν δώσει τὴν λύση ποὺ ἔδωσε στὸ “Μακεδονικό”, καλύτερα νὰ τ’ ἀφήσει ἐκεῖ ποὺ εἶναι. Διότι τὰ μηνύματα ποὺ ἔρχονται ἀπὸ “μέσα”, ἀπὸ τὴν γειτονικὴ χώρα, εἶναι πάρα πολὺ ἀνησυχητικά. Ἔτσι, λοιπόν, δὲν μετεῖχα σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις. Κι’ αὐτὸ γιατὶ ἔχω συνηθίσει νὰ μὴν συμβιβάζομαι μὲ τὴν συνείδησή μου. Μὲ τίποτε. Ἐδῶ διακονῶ τὴν Ἐπαρχία 52 ὁλόκληρα χρόνια. Πολλοὶ ἀπὸ ἐσᾶς, ὅταν ἦλθα ἐδῶ, ὡς νεαρός, λαϊκὸς ἱεροκήρυξ, δὲν εἴχατε γεννηθεῖ, καὶ ἄλλοι ἤσασταν μικρά παιδιά – βλέπω κανὰ δυὸ ἐδῶ μπροστά. Νέος ἦλθα καὶ τώρα βρίσκομαι στὸ βαθὺ γῆρας περπατώντας στὸ 81ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου. Τὸ ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ τώρα. Ἐδῶ δὲν ἦλθα νὰ κάνω καριέρα. Ἄν ἤθελα νὰ κάνω καριέρα θὰ τὴν ἔκανα ἐκεῖ ποὺ ἤμουνα, στὴν Ἀθήνα, ποὺ εἶναι καὶ εὐκολότερο νὰ τὸ κάνω. Ἐδῶ ἦλθα διότι ἀγαπῶ τὸν Χριστόν, ἀγαπῶ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀγαπῶ καὶ πονῶ τὸν αἱματόβρεχτο αὐτὸ τόπο. Καὶ εἶπα θὰ δώσω τὴν ζωή μου, τὶς μικρές, τὶς ἐλάχιστες δυνάμεις ποὺ ἔχω, γιὰ νὰ ὑπηρετήσω αὐτὸν τὸν τόπο καὶ αὐτὸν τὸν λαό. Καὶ ἡ συνείδησίς μου μὲ πληροφορεῖ ὅτι σ’ αὐτὴν τὴν ὑπερπεντηκονταετία ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ λαοῦ μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ καλῶς νοούμενα συμφέροντά τους, ἐρχόμενος πολλὲς φορὲς σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἑκάστοτε κυβερνώντας. Συμβιβασμούς, ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχω κάνει, δὲν κάνω καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καιρὸ ἐπιτρέψει νὰ ζήσω, δὲν θὰ κάνω. Ἔτσι, λοιπόν, μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, μπορῶ μὲ τὸ μέτωπο ψηλά, καὶ μὲ τὴν καρδιά μου ἀπηλλαγμένη ἀπὸ μικρότητες, χωρὶς νὰ περιμένω εὔσημα ἀπὸ κανέναν, ΄καὶ θὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι τώρα, δὲν ἔχω διατεταγμένα δημοσιεύματα ὑπὲρ τῆς ἐλαχιστότητός μου. Δὲν τὸ ἔχω κάνει αὐτὸ μέχρι τώρα. Καὶ κάποιες φορὲς ποὺ ἔγιναν τέτοιες ἀπόπειρες εἶδαν τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου. Δὲν ἦλθα λοιπὸν γιὰ ν’ ἀκούσω “μπράβο καὶ ζήτω”. Αὐτὸ θὰ μοῦ τὸ πεῖ ὁ Θεὸς ἄν τὸ κρίνει, ὅταν θὰ μὲ καλέσει ἐπάνω. Ἔτσι λοιπόν, μ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορῶ νὰ λέω σὲ ὅλους – ἁπαξάπαντες σὲ ὅλους – ὅτι α) “Εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις”. Δὲν κάνουμε ἐκπτώσεις στὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Καμία ἔκπτωση. Καὶ β) Εἰς τὰ τοῦ Ἔθνους δὲν ἐπιτρέπεται κανένας συμβιβασμός. Κάποιοι ἴσως ἔχουν κάποιες ἄλλες ἀπόψεις. Δικαίωμά τους νὰ τὶς ἔχουν . Ὅμως, ἐγὼ ὅσο θὰ ζῶ καὶ θὰ ἀναπνέω θὰ λέω αὐτὲς τὶς δύο ἀλήθειες : “Εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις” καὶ εἰς τὰ Ἔθνικὰ Θέματα δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως κανένας συμβιβασμός. Τελεία καὶ παῦλα.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ — Αθωνικά άνθη

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ

«Την πάνσεπτον εγκράτειαν εναρξώμεθα φαιδρώς, ακτίνας απολάμποντες των αγίων εντολών, Χριστού του Θεού ημών· αγάπης την λαμπρότητα, προσευχής την αστραπήν, αγνείας καθαρότητα, ανδρείας την ισχύν· όπως λαμπροφόροι προφθάσωμεν εις την αγίαν Ανάστασιν…» Εκκλ. Υμνογραφία.

Με πόσην νοσταλγίαν και χαράν ο πνευματικός άνθρωπος περιμένει την αγίαν περίοδον της Μεγ. Τεσσαρακοστής! Γνωρίζει ότι όλος ο κύκλος των ημερών αυτών ανταποκρίνεται περισσότερον προς τας ανάγκας της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως. Όλαι, βεβαίως, αι ημέραι του έτους είναι άγιαι και εκάστη εξ αυτών θα μας φέρη κάποιο μήνυμα, ενός, δύο ή περισσοτέρων αγίων, που εορτάζουν την γενέθλιον ημέραν της τελειώσεώς των, είτε μαρτυρικώς, είτε «εν ειρήνη». Επίσης άλλαι ημέραι αναφέρονται εις τον εορτασμόν γεγονότων, σχετιζομένων με την επί γης παρουσίαν του Κυρίου και το απολυτρωτικόν του έργον.

Όλα εις την Εκκλησίαν είναι με μεγάλην και θείαν σοφίαν ρυθμισμένα υπό των αγίων Πατέρων, ώστε να υπάρχη συγκερασμένον δι΄ όλου του εορταστικού κύκλου το κατά Θεόν πένθος με την πνευματικήν χαράν. Θα έλεγε κανείς, ότι ο χριστιανός έχει πάντοτε εορτήν εις την καρδίαν του, ότι ο χριστιανισμός, επαγγελλόμενος την αιωνίαν εν φωτί αποκατάστασιν του ανθρώπου, δημιουργεί εις την Εκκλησίαν εορταστικήν ατμόσφαιραν. Ένα μόνον είναι κακόν, το οποίον λυπεί την Εκκλησίαν και την κάμνει να πενθή και να σκυθρωπάζη. Η αμαρτία, αι αμαρτίαι των τέκνων της. Αλλά και τότε το πένθος τούτο δεν είναι άμοιρον κάποιας χαρμονής, την οποίαν παράγει η ελπίς επί τον Θεόν του ελέους. Είναι ένα πένθος, όπως το ωνόμασαν οι άγιοι Πατέρες, χαρμολυπούμενον, περιέχον και λύπην και χαράν. Λύπην δια την αμαρτίαν, χαράν μυστικήν επ΄ ελπίδι της αφέσεως. Ώστε η αγία Εκκλησία μας είναι χαρά, είναι αίνος, είναι δοξολογία, είναι ευχαριστία, αλαλαγμός πνευματικός, δάκρυα ευτυχίας, φλόγα αγάπης, φως ελπίδος, άγκυρα πίστεως. Είναι δε και κλαυθμός και πίστις και πόνος, είναι και μετάνοια, είναι και οδυνηρά ικεσία προς άφεσιν αμαρτιών, και καθολικόν πένθος και νηστεία αγνίζουσα και αγρυπνία εξιλεούσα και προσευχή συντατριμμένη. Επειδή όλα τα ηγιασμένα δια του θείου Βαπτίσματος τέκνα της, δεν είναι αμέτοχα κηλίδος της αμαρτίας, άλλα περισσότερον, άλλα ολιγώτερον, άλλα παρά βραχύ κεκαθαρμένα, αλλά όλα αμαρτωλά, δια τούτο ως μήτηρ στοργική καθώρισε μίαν περίοδον του έτους, ως περίοδον μετανοίας. Δηλαδή ομολογίαν των ημαρτημένων και απόφασιν αλλαγής βίου επί το αγιώτερον. Κατά το διάστημα αυτό της καθολικής μετανοίας, έχουν θεσπισθή και ανάλογα μέσα προς βοήθειαν δια την επιτυχίαν της προσπαθείας. Τα μέσα ταύτα είναι ο περισσότερος εκκλησιασμός, η αύξησις του χρόνου της προσευχής, η αποχή της συγκεχωρημένης εις άλλας περιόδους χαράς του κόσμου, αι μεγαλύτεραι θυσίαι εις τας προς τον πλησίον αγαθοεργίας, η εντονωτέρα νηστεία, εκτός των καθωρισμένων, και γενικώς τα έργα αγνισμού και «υπωπιασμού της σαρκός». Αυτή η περίοδος ωνομάσθη αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή ιδιαζόντως, επειδή η κατ΄ αυτήν πολιτεία των χριστιανών είναι περισσότερον ηγιασμένη, αγιάζουσα τους αυτήν τιμώντας και αγωνιζομένους.

***

Προ της εισόδου εις την παλαίστραν αυτήν, η Εκκλησία προετοιμάζει τους πιστούς δια καταλλήλων εκκλησιαστικών ύμνων και Πατερικών διδαχών, ώστε «παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Και την μεν Κυριακήν του Τελώνου και Φαρισαίου, έταξαν οι Πατέρες, όπως δια της αντιπαραβολής των δύο άντικρυς αντίθετα φρονούντων τούτων τύπων της Παραβολής του Κυρίου, διδαχθώμεν πόσον τιμία είναι παρά τω Θεώ η ταπείνωσις και πόσον βδελυκτή τυγχάνει η υπερηφάνεια. Και όπως, την μεν δευτέραν αποπτύσωμεν εξ ημών, την δε πρώτην οικειωθώμεν ως βάσιν τινά εις τους κατά των παθών ημών αγώνας. Η δε υμνολογία της ημέρας ταύτης είναι εκ των αριστουργημάτων της εκκλησιαστικής ημών ποιήσεως, ως επίσης και όλου του Τριωδίου, ήτις είναι έργον του αγίου Κοσμά Επισκόπου Μαϊουμά και των αγίων Θεοδώρου και Ιωσήφ των Στουδιτών, υπηχούσα ανάλογα νοήματα. «Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς αδελφοί· ο γαρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Ή έτερον: «Παντοκράτορ Κύριε, οίδα πόσα δύνανται τα δάκρυα». Άλλο· «βεβαρημένων των οφθαλμών μου εκ των ανομιών μου, ου δύναμαι ατενίσαι και ιδείν τον αιθέρα του ουρανού, αλλά δέξαι με ως τον Τελώνην μετανοούντα, Σωτήρ, και ελέησόν με». Ούτω προβαίνουσα η υμνολογία του Τελώνου και Φαρισαίου, καταλείπει εις τον πιστόν το δίδαγμα, του πόσον ισχύει η ταπείνωσις και πόσον η έπαρσις είναι θεοστυγής.

***

Η Δευτέρα Κυριακή είναι αφιερωμένη εις την Παραβολήν του Ασώτου υιού, την οποίαν οι άγιοι Πατέρες, πρόνοιαν εξ αγάπης και οίκτου ποιούμενοι προς τους πολλά αμαρτήσαντας, έταξαν, και δια σχετικών ύμνων ανακηρύττουν αφ΄ ενός την άπειρον του Θεού μακροθυμίαν, και αφ΄ ετέρου υποκαίουν την επιθυμίαν προς μετάνοιαν και επιστροφήν προς τον εγκαταλειφθέντα ουράνιον Πατέρα. Ούτω πραγματεύονται πάντων ημών την σωτηρίαν. Διότι τις δύναται ειπείν, ότι εν τινι μέτρω δεν είναι άσωτος; Και όχι μόνον εν τινι μέτρω, αλλά οι αληθώς υψηλοί την αρετήν, πιστεύουν, ότι αυτοί είναι πάντων αμαρτωλότεροι, ως και ο θείος Παύλος ωνόμαζεν εαυτόν πρώτον μεταξύ των αμαρτωλών. Υπέροχοι είναι οι ύμνοι του Ασώτου, ιδίως τα ιδιόμελα: «Εις αναμάρτητον χώραν και ζωηράν επιστεύθην, γεωσπορήσας την αμαρτίαν, τη δρεπάνη εθέρισα τους στάχυας της αμελείας, και δραγμάτων εστοίβασα, πράξεών μου τας θημωνίας, ας και κατέστρωσα, ουχ άλωνι της μετανοίας». Ωσαύτως το· «Ω πόσον αγαθών, ο άθλιος εμαυτόν εστέρησα! Ω ποίας Βασιλείας εξέπεσα ο ταλαίπωρος εγώ! τον πλούτον ηνάλωσα, όνπερ έλαβον· την εντολήν παρέβην· οίμοι τάλαινα ψυχή, τω πυρί τω αιωνίω, λοιπόν, καταδικάζεσαι…». Δι΄ όλης της υμνολογίας ταύτης διήκει η ομολογία της αμαρτωλότητος, η συντριβή της καρδίας και η ικεσία η διάθερμος, ίνα γένηται ο άσωτος δεκτός υπό του πατρός του. Ο δε λόγος «εις τον Άσωτον» του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, κάμνει και τας σκληροτέρας καρδίας να ραγίζουν, εμφανίζων το μεγαλείον της πατρικής αγάπης και το βάθος της ταπεινώσεως του Ασώτου.

***

Την τρίτην Κυριακήν της Απόκρεω, οι άγιοι Πατέρες ποιούνται μνείαν της αδεκάστου Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας, επί τω σκοπώ, όπως μη δια των προλαβουσών δύο Παραβολών, καθ΄ ας δείκνυται η άπειρος του Θεού φιλανθρωπία, αμελήσωμεν λογιζόμενοι το φιλάνθρωπον του Δεσπότου μόνον, αλλά και το ότι δίκαιός εστι κριτής, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού. Δια τούτο, το υμνολογικόν περιεχόμενον της ημέρας είναι πλήρες τρόμου, κορυφουμένου εις τα Ιδιόμελα των Αίνων: «Ω ποία ώρα τότε και ημέρα φοβερά, όταν καθίση ο Κριτής επί θρόνου φοβερού! Βίβλοι ανοίγονται και πράξεις ελέγχονται, και τα κρυπτά του σκότους δημοσιεύονται, άγγελοι περιτρέχουσιν, επισυνάγοντες πάντα τα Έθνη» κ.λ.π.                                                                                            Ακολουθεί το Σάββατον της Τυροφάγου, όπερ ετέθη εν τη σειρά των προηγηθεισών εορτών και πραγματεύεται περί των εν Ασκήσει διαλαμψάντων αγίων ανδρών τε και γυναικών με το σκοπόν, όπως, δια της μνήμης των κατορθωμάτων εκείνων, δι΄ ιδρώτων και καμάτων ασκητικών, προβάλλουν οιονεί ζώντα υπογραμμόν και οδηγόν εις τα της αγίας Τεσσαρακοστής παλαίσματα και ίνα έξωμεν βοηθούς τους αγίους, οίτινες «το κατ΄ εικόνα τηρήσαντες αλώβητον, νουν ηγεμόνα κατά παθών ολεθρίων ασκητικώς ενστησάμενοι, εις το καθ΄ ομοίωσιν ως δυνατόν ανήλθον…». Ο Κανών και τα Καθίσματα απαριθμούν πάντας τους αγίους ασκητάς των ερήμων της Αιγύπτου και Παλαιστίνης, οι οποίοι έζησαν προ του Η΄ αιώνος, οπότε συνετάγη η Ακολουθία των. Περί των εν αγίω Όρει Πατέρων ουδεμία γίνεται μνεία, εκτός του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, διο και την παράλειψιν ανεπλήρωσεν ο εν αγίοις Νικόδημος ο Αγιορείτης, συντάξας θαυμασίαν ασματικήν Ακολουθίαν εις τούτους.

***

Η Κυριακή της Τυροφάγου είναι η πλέον κατανυκτική, διότι αναφέρεται εις την έξωσιν των Πρωτοπλάστων εκ του Παραδείσου, ων την γύμνωσιν, την εμπάθειαν, τας λύπας και τα δάκρυα, αναδεχόμεθα κληρονομικώς και ων η πτώσις απετέλεσε την αρχήν και το κεφάλαιον πάντων των οδυνηρών και αυτού του χωρισμού από του Θεού, ον υπομένομεν εν τη κοιλάδι ταύτη του κλαυθμώνος. Εν τη αναμνήσει της από του Παραδείσου της τρυφής εκπτώσεως, τονίζεται υπό των υμνογράφων Πατέρων η ακρασία και η υπερηφάνεια, δι΄ ων έπεσον εκ της θείας ζωής οι Γενάρχαι. Δια τούτο ως μέσα διορθώσεως του κακού, εξαίρονται η ταπείνωσις προς θεραπείαν της υπερηφανείας, και η νηστεία προς αναίρεσιν της ακρασίας. Δια τούτο και ο Χριστός και ενήστευσε τεσσαράκοντα ημέρας και «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού». Όλη η της ημέρας υμνολογία είναι θρηνώδης, διαποικιλλομένη με ωραίας εκ του αισθητού Παραδείσου εικόνας. Ο Οίκος, όστις αποτελεί περίληψιν της σημασίας της πτώσεως, περιέχει εξαισίους στίχους, ως οι παρόντες: «Εκάθισεν Αδάμ τότε και έκλαυσεν απέναντι της τρυφής του Παραδείσου, χερσί τύπτων τας όψεις και έλεγεν, Ελεήμον ελέησόν με τον παραπεσόντα». «Ιδών Αδάμ τον άγγελον ωθήσαντα και κλείσαντα, την του θείου κήπου θύραν, ανεστέναξε μέγα και έλεγεν: «Ελεήμον…». «Συνάλγησον Παράδεισε τω κτήτορι πτωχεύσαντι και τω ήχω σου των φύλλων, ικέτευσον τον Πλάστην, μη κλείση σε. Ελεήμον…» «Παράδεισε πανάρετε, πανάγιε, πανόλβιε, ο δι΄ Αδάμ πεφυτευμένος και δια την Εύαν κεκλεισμένος, ικέτευσον Θεόν δια τον παραπεσόντα. Ελεήμον…». Δια τοιούτων θρηνωδών στροφών περατούται όλη η υμνολογία, ανοίγουσα τον θάλαμον της Μ. Τεσσαρακοστής με συγκεκριμένους σκοπούς. Κυρίως ειπείν, η περίοδος αυτή είναι νηστεία και προσευχή, αίτινες εμφαίνονται εις την υμνογραφίαν του Τριωδίου και εις τα αρχαία Τυπικά της Μ. Εκκλησίας και των Μοναστηρίων του Αγίου Όρους, Σινά και Παλαιστίνης. Είναι χαρακτηριστικόν, ότι εισερχόμεθα εις το στάδιον τούτο, ενισχυόμενοι υπό των ωραίων τροπαρίων την νηστείαν επαινούντων, ως εξής: «Εγκρατεία την σάρκα ταπεινώσαι πάντες σπουδάσωμεν, το θείον υπερχόμενοι στάδιον της αμώμου νηστείας, και ευχαίς και δάκρυσι, Κύριον τον σώζοντα ημάς εκζητήσωμεν, και λήθην της κακίας παντελή ποιήσωμεν…».

***

Η αγία Τεσσαρακοστή, καθ΄ ην οι ιεροί Ναοί μας αποβάλλουν τον λαμπρόν διάκοσμον και ενδύονται πενθίμως, την σκυθρωπότητα του κατά Θεόν πένθους συντονίζουσαι, αποκαλύπτει όλον το πνευματικόν και λειτουργικόν μεγαλείον της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, δια των Μεγάλων Αποδείπνων, δια των Προηγιασμένων, των Χαιρετισμών της Παναγίας Παρθένου, των μελωδικωτάτων Τριωδίων, των θεοπνεύστων Κανόνων, της αυστηράς νηστείας, των θείων Λειτουργιών του Μ. Βασιλείου και όσων λαμβάνουν χώραν εν ταις Ι. Ακολουθίαις και Αγρυπνίαις των Ι. Μονών δια τύπων και συμβόλων. Εν τω συνόλω της η περίοδος αύτη αποτελεί θεοτερπή ύμνον προς το ασκητικόν πνεύμα της Εκκλησίας και θρίαμβον ηθικόν του Μοναχισμού, ιδία δε των εορτών των δύο Καθηγητών της Ερήμου, Γρηγορίου του Παλαμά και Ιωάννου της Κλίμακος. Ωσαύτως η εορτή της αναστηλώσεως των ι. εικόνων, εις ην συνάπτεται το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας – το οποίον δυστυχώς έπαυσεν αναγινωσκόμενον επ΄ Εκκλησίας – διδάσκουν  περί των θησαυρών της Ορθοδόξου πνευματικότητος και φρονηματίζουν τον λαόν εις τον σεβασμόν των αγίων Πατέρων και των ιερών της Εκκλησίας παραδόσεων. Η ακολουθούσα εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως, την οποίαν έταξαν οι Πατέρες επί τω σκοπώ, όπως, ενισχυόμενοι υπό της χάριτος της αναδιδομένης από τον τίμιον Σταυρόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συνεχίσωμεν με αδιάπτωτον προθυμίαν τους πνευματικούς αγώνας, εμφανίζει όλην την μητρικήν αγάπην της Εκκλησίας προς τα μοχθούντα πνευματικώς τέκνα της, επικαλούμενα εν πίστει και πόθω την συμμαχίαν του Κυρίου ούτω: «Χριστέ ο Θεός ημών, ο την εκούσιόν σου σταύρωσιν, εις κοινήν εξανάστασιν, του γένους των ανθρώπων καταδεξάμενος, και τω καλάμω του Σταυρού, βαφαίς ερυθραίς τους σαυτού δακτύλους αιματώσας, τοις αφεσίμοις ημίν, βασιλικώς υπογράψαι φιλανθρωπευσάμενος, μη παρίδης ημάς κινδυνεύοντας και πάλιν την από σου διάστασιν…». Ενθουσιά ο θεόληπτος μελωδός κατενώπιον στήκων του ζωηφόρου Σταυρού του Κυρίου και με υπερφυά εγκώμια καταστολίζει αυτόν και τον επ΄ αυτού καθηλωθέντα Χριστόν. Εντός της κατανυκτικής ταύτης ατμοσφαίρας, μεταξύ συναισθημάτων γλυκυτάτης συντριβής και χαροποιού πένθους της αγαπώσης ψυχής, εορτάζει ο Ακάθιστος ύμνος, εορτή τόσον συνδεδεμένη με την ευσέβειαν του Έθνους ημών και την άμαχον προστασίαν της Υπερμάχου Στρατηγού, λυτρωσαμένης εκ των επικειμένων δεινών την τιμώσαν την θεομητορικήν αυτής δόξαν θεοφρούρητον Πόλιν.

***

Πολύ ενθαρρυντική είναι η εορτή της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας εις ημάς τους πολλά πταίοντας, ότε πληροφορούμεθα την άφατον του Θεού φιλανθρωπίαν και την ισχύν της μετανοίας, ώστε μίαν ψυχήν βεβυθισμένην εις τον βόρβορον των ατίμων παθών να μετεωρίση εις τοιαύτα ύψη αγιότητος. Είτα η Ανάστασις του Λαζάρου, τα δάκρυα του Χριστού, αι ολοφυρόμεναι αδελφαί του, — εικών μεγαλειωδώς αποδιδομένη εις τας μικρογραφίας των μεμβρανών του ΙΔ΄ αιώνος – ενέχουν ως παράστασις και πνευματικόν βάθος, εξαισίαν λειτουργικήν σύνθεσιν, εν η αναπηγάζει θεία τις τριλογία εκ θείων και ανθρωπίνων στοιχείων εις την πλέον δραματικήν έκφανσιν. Την νίκην κατά του θανάτου δια της αναστάσεως του Λαζάρου, διαδέχεται η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα υπό τα ωσαννά του ασταθούς όχλου και των ακάκων παίδων. Το υμνολογικόν μέρος της εορτής ταύτης, είναι σύμμικτον εκ της την κοινήν ανάστασιν προτυπούσης του Λαζάρου αναστάσεως χαράς και των εκ των στομάτων νηπίων και θηλαζόντων αίνων. Επειδή το Τριώδιον είναι έργον κυρίως Μοναχών, τιμώντων καθ΄ υπερβολήν την άσκησιν, συμπεριελήφθη εν τη εορτή των Βαϊων ως Ιδιόμελον και Δοξαστικόν το εξής: «Σήμερον η χάρις του αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε, και πάντες αίροντες τον Σταυρόν σου λέγομεν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις». Εις ολιγους, υποθέτομεν, είναι γνωστή η σημασία του Ιδιμέλου τούτου. Συνήθεια υπήρχε τοις Πατράσιν ημών, ότε έφθανεν η Μ. Τεσσαρακοστή, να αναχωρούν δια την βαθυτέραν έρημον, όπως, υπό την απόλυτον ησυχίαν της, διαπεράσουν τον δίαυλον των ασκητικών αγώνων των. Επέστρεφον δε κατά την ημέραν των Βαϊων, ίνα ομού συνεορτάσωσι τας ημέρας της Μ. Εβδομάδος και του αγίου Πάσχα. Το νόημα του Ιδιομέλου είναι εκφραστικώτατον της σημασίας ταύτης.

***

Η λειτουργική πορεία των μνημονευθεισών εορτών συνεχίζεται δι΄ όλης της Μ. Εβδομάδος, κραδαινομένη υπό εκτάκτως συνταρακτικών στοιχείων. Της μυστικής διδαχής «της ξηρανθείσης συκής δια την ακαρπίαν» και των προφητικής υποτυπώσεως παθημάτων του παγκάλου Ιωσήφ, έπεται η περιεκτικωτάτη εις ηθικά νοήματα παραβολή των «δέκα παρθένων». Αι ημίσεις ήλπισαν ματαίως εις την απλήν παρθενικήν των ξηρότητα. Ενώ «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αισθομένη την παρουσίαν της θεότητος του Κυρίου, εξεκένωσε, με πόνον βαθείας συντριβής εκ του αλαβαστρίνου σκεύους της, τα μύρα της αγάπης, αναμεμιγμένα τοις της μετανοίας δάκρυσι. Δια να ακούση, «αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι ηγάπησε πολύ». Η εικών της αμαρτωλής αυτής, πλυνούσης δια των μύρων και δακρύων τους πόδας του Χριστού και εκμασσούσης αυτούς τοις της κεφαλής της βοστρύχοις, δεν ημπορούσε ποτέ να συλληφθή υπό ανθρωπίνης διανοίας. Είναι εκ των μεγάλων εκείνων πράξεων, αίτινες εμπνέονται μόνον υπό της μεγάλης προς Χριστόν αγάπης και κέκτηνται ένα θείον χαρακτήρα, ξένον της εγκοσμίου διανοητικότητος. Η ευσεβεστάτη μοναχή Κασσιανή, εάν διεσώθη τόσον υπό της ιστορίας, διεσώθη κυρίως από το σχετικόν Δοξαστικόν της, εις το οποίον, εξέχεεν όλην την ευγένειαν της ψυχής της. Αλλ΄ οι χριστιανοί, που το ακούουν επί δέκα πέντε αιώνας εν βαθεία κατανύξει, εκχέουν κρουνούς δακρύων μετανοίας και πόθου, προς τον «κλίναντα τους ουρανούς τη αφάτω του κενώσει». Το ιερόν τούτο ποίημα προσδίδει τη Μ. Τετάρτη τους υψηλοτέρους τόνους της υπερουσίου μυσταγωγίας του θείου δράματος του Κυρίου Ιησού. Ω και να εγνώριζεν η ευφυεστάτη και ευλαβεστάτη αυτή ορθόδοξος καλογραία του Βυζαντίου, ποίαν θέσιν θα ελάμβανεν εν τη ιστορία της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως το εξαίσιον ποίημά της!

***

Η Μ. Πέμπτη αποτελεί θαύμα λειτουργικής συνθέσεως, δια της υπερφυεστάτης συγκαταβάσεως της θεότητος μέχρι και της πλύσεως ανθρωπίνων ποδών εν αφάτω ταπεινώσει. Οι δε Απόστολοι, «τω συνδέσμω της αγάπης συνδεόμενοι τω δεσπόζοντι των όλων εαυτούς Χριστώ αναθέμενοι, ωραίους πόδας εξαπενίζοντο, ευαγγελιζόμενοι πάσιν ειρήνην». Την Μ. Πέμπτην η Εκκλησία εκδηλώνει όλην την οδύνην της και την αποστροφήν της προς τον προδότην του Νυμφίου της. Άπασα η υμνολογία της ημέρας έχει ως κέντρον τον Ιούδα, τονίζουσα την τραγικήν αντίθεσιν της προδοσίας ενός αγνώμονος ανθρώπου και ενός προδιδομένου Θεού, όστις διαρκώς ευεργετεί. Ούτω η λειτουργική εξέλιξις του θείου δράματος φθάνει εις τον κολοφώνα της αγωνίας. Η σύλληψις του Χριστού εν νυκτί, εις ένα κήπον ποτισθέντα δια δακρύων αγωνίας· ο αλαλάζων όχλος, ούτινος τα ωσαννά ακόμη εδόνουν τους αιθέρας· το φίλημα ενός αθλίου μαθητού· ο δεχόμενος εν αγάπη το φίλημα του προδότου του· η εκουσία παράδοσις ενός Θεού εις ασθενεστάτους ανθρώπους· οι μαύρην έχοντες την ψυχήν Αρχιερείς· ο παχυλός Ρωμαίος ηγεμών· το αδίκως τον δίκαιον δικάσαν δικαστήριον· οι κοπετοί της Ιεράς Μητρός και των συγγενών· η εγκατάλειψις υπό των μαθητών· οι ανήκουστοι ονειδισμοί και κακώσεις, και, τέλος, η υπό τα όμματα και τους χλευασμούς ενός συρφετού Σταύρωσις της αυτοαγάπης, αποτελούν πραγματικότητα, ως βάθος πνευματικόν και λειτουργικόν, ομοίαν της οποίας ούτε είδεν άλλοτε, αλλ΄ ούτε θα επανίδη η ιστορία του κόσμου μέχρι τερμάτων αιώνων. Οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ίστανται μετά δέους και ιεράς φρίκης προ των γεγονότων τούτων, άτινα συνταράσσουν την ιστορίαν της ανθρωπότητος, όχι τόσον δια την αβυσσαλέαν ευτέλειαν της ανθρωπίνης κακότητος, όσον δια την άπειρον αγάπην ενός ενανθρωπήσαντος Θεού.

***

Η Ανάστασις, είναι το τέλος του ανεκφράστου εις λειτουργικόν μεγαλείον και θεολογικήν σημασίαν θείου δράματος. Η Ανάστασις είναι η λύσις, η νίκη απείρως ηθικής ωραιότητος επί της επεισελθούσης ηθικής ασχημίας του κόσμου. Ημείς δε οι Έλληνες ιδιαιτέρως λατρεύομεν δι΄ όλων των δυνάμεών μας την Ανάστασιν του Χριστού, εν αντιθέσει προς τον δυτικόν κόσμον. Διο και οι ουρανοί μας καταυγάζονται από το φως της Αναστάσεως, η θεολογία μας πλέει εις το φως τούτο και η Ορθοδοξία φρίσσει ιερώς από τας μελωδίας των χαροποιών ύμνων. Αι εκ περιουσίας πιστεύουσαι ψυχαί μας εις την αθανασίαν, περιβάλλονται κατά τας ημέρας του αγίου Πάσχα χιτώνας φωτεινούς. Ημείς κρατούμεν εν μέσω πληθούσης Εκκλησίας φαιδράς τας λαμπάδας μας, μηνύοντες εις τους αιώνας το ιδιάζον ημίν τοις Ανατολικοίς πνεύμα της χαράς, ήτις ανέβλυσεν ως πλεόνασμα της πλησιφαούς Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ηγαπημένου, εκ του ολβίου Του τάφου. Δια τούτο και προσερχόμεθα εν φόβω και χαρά εις την Μετάληψιν του Σώματος και Αίματός Του, προς μετουσίαν και μετοχήν εις την αιώνιον ζωήν, συνωθούμενοι εν τη Εκκλησία «έως των κεράτων του θυσιαστηρίου», εν τω οποίω «τα φοβερά τελεσιουργείται», δια λειτουργικών συμβόλων, τύπων και εικόνων, εκφραζόντων απύθμενον πνευματικόν βάθος.                                                                                                                        

Αδελφοί, «χαίρετε, πάλιν ερώ, χαίρετε».