Τα Αποστολικά παράσημα.

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ(Ι)

ματθαιο

Αδελφοί, ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις. Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δέ φρόνιμοι εν Χριστώ. Ημείς ασθενείς, υμείς δέ ισχυροί. Υμείς ένδοξοι, ημείς δέ άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν, εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί. Λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν, ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι. Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ’ ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. Εάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας’ εν γάρ Χριστώ Ιησού, δια του ευαγγελίου, εγώ υμάς εγέννησα. Παρακαλώ ούν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε.

Απόδοση.

Αδελφοί μου, μου φαίνεται πως ο Θεός σ’ εμάς τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και γι’ ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 148 επιπλέον λέξεις

Κρυπτοχριστιανικό ζήτημα και ανθρώπινα δικαιώματα.

kriptoxristianoi

Του Άρχοντος Οστιαρίου της Μ.τ.Χ.Ε. Χρήστου Τσούβαλη
Ἡ διάλεξη ἔγινε στήν Ἀθήνα, στίς 15.12.2011 καί στό Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτῶν (Δημητρίου Σούτσου 46).
Τό περιεχόμενό της ἀντλήθηκε σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τήν ἐργασία, πού ἔχει δημοσιευθῇ στό βιβλίο: Δ ώ ρ η μ α στόν καθηγητή Βασίλειο Ν. Ἀναγνωστόπουλο Ἔκδοση: Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα 2007. σ. 51-110.
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πισιδίας κ. Σωτήριε,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Κύριε τ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων,
Κύριε τ. Ὑπουργέ,
Έντιμολογιώτατε Πρόεδρε τῆς Οἰκουμενικῆς Ὁμοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτῶν,
Κυρίες καί Κύριοι,
Εὐχαριστῶ γιά τά φιλόφρονα λόγια, πού μέ τόση ἀγάπη καί καλωσύνη εἶπε γιά τό πρόσωπό μου ὁ ἀγαπητός Πρόεδρος τῆς Οι. Ομ. Κω., καθώς καί τά Διοικητικά Συμβούλια τοῦ Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτῶν καί τοῦ Πανελλήνιου Σύνδεσμου Ποντίων Ἐκπαιδευτικῶν, γιά τήν τιμητική τους ἀπόφαση νά μέ καλέσουν ὡς ὁμιλητή τῆς Ἡμερίδας μέ θέμα: «Κρυπτοχριστιανικό ζήτημα καί ἀνθρώπινα δικαιώματα».
Τέλος εὐχαριστῶ καί ὅλους ἐσᾶς, τούς φιλίστορας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γένους μας, πού εἴχατε τήν καλωσύνη νά ἔλθετε γιά νά παρακολουθήσετε τήν ὁμιλία μου.
Ὁ περιορισμός τοῦ χρόνου, πού ἐπιβάλλει ἡ συμμετοχή μου στήν Ἡμερίδα, πιθανόν νά ἀφήσει κενά στήν ἀνάπτυξη ἑνός τόσο μεγάλου θέματος, γι’ αὐτό καί σᾶς παρακαλῶ νά εἶστε ἐπιεικεῖς στίς κρίσεις σας. Ἄλλωστε γιά τή μελέτη τοῦ θέματος ὑπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, πού συνεχῶς συμπληρώνεται.

Ο κρυπτοχριστιανοί.
Μιά σημαντική καί ὄχι τόσο πολύ γνωστή πτυχή τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κρυπτοχριστιανισμοῦ στήν Ἐκκλησία μας, τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, βιώθηκε μιά ἀνεπανάληπτη χριστιανική ζωή, γεμάτη ἀπό πίστη, ἀγάπη, θάρρος καί ζῆλο γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου.
Κατά τούς διωγμούς, οἱ περισσότεροι τῶν χριστιανῶν ἦταν ἕτοιμοι νά ὑποστοῦν τά πάντα, ἐπειδή θεωροῦσαν τό μαρτύριο, ὄχι ὡς ἀναγκαῖο τέλος τοῦ βίου τους, ἀλλά ὡς ὁμολογία τῆς συνάντησής τους μέ τό Χριστό, ὡς σπόρο αὔξησης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἡρωικό πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν διωγμῶν ἀνέδειξε τούς πρώτους ἁγίους. Ὑπῆρξαν, ὅμως, καί ἄλλοι, τήν ἴδια περίοδο, οἱ «πεπτωκότες», πού γιά νά ἀποφύγουν τούς διωγμούς, ἀρνήθηκαν τήν χριστιανική τους πίστη, γιατί δέν θέλησαν νά ὑποβληθοῦν σέ βασανιστήρια ἤ γιατί δέν τά ἄντεξαν.
Ὅταν ἐκδόθηκε, τόν Φεβρουάριο τοῦ 313, τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων καί ἔπαυσαν ἐπισήμως οἱ διωγμοί, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μέ συμπάθεια καί «οἰκονομία» τό πρόβλημα τῶν «πεπτωκότων», ἰδίως ὅταν αὐτοί ὁμολόγησαν τήν ἁμαρτία τους καί ζήτησαν τήν Χάριν καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἡρεμία αὐτή, πού ἐπῆλθε μέ τό Διάταγμα, δέν κράτησε γιά πολύ. Ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε διαφορετικούς διωγμούς καί νέα προβλήματα μέ τίς ποικιλόμορφες αἱρέσεις καί τήν ἐμφάνιση καί ἐξάπλωση τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ. Καί τίς μέν αἱρέσεις ἡ Ἐκκλησία τίς ἀντιμετώπισε μέ τίς τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν ἐξάπλωση ὅμως τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ δέν κατάφερε οὔτε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ’ οὔτε καί ἡ Πολιτεία νά ἐμποδίσει, γιατί ἡ διάθεσή τους ἀπέναντι στό Ἰσλάμ, κατά τήν πρώτη φάση, δηλαδή ἀπό τόν 8ο αἰώνα μέχρι τά μέσα τοῦ 9ου αἰώνα, «ὑπῆρξε μᾶλλον σκωπτική καί ὑποτιμητική» καί ἐπιπλέον γιατί λαθεμένα πίστεψαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Ἰσλάμ ἦταν ἕνα εἶδος ἀποστασίας ἀπό τήν ἀληθινή Χριστιανική πίστη, μία νέα ἀρειανική αἵρεση, πού θά ἐξαφανίζονταν μαζί μέ τίς αἱρέσεις τῶν Μονοφυσιτῶν, τῶν Μονοθελητῶν καί τῶν ὁπαδῶν τῶν ἄλλων αἱρετικῶν διδασκαλιῶν.
Ἔτσι ὁ Μουσουλμανισμός, ἐπέζησε καί διαδόθηκε, μέ τό μήνυμα, ὅτι τό Ἰσλάμ, δηλαδή ἡ «ὑποταγή στό Θεό», εἶναι ἕνας νέος, ὀρθός τρόπος ζωῆς τοῦ λαοῦ καί ἔχει ὡς βασική του ἀρχή, ὅτι ὁ κόσμος διαιρεῖται σέ χῶρες, ὅπου ἀνήκουν οἱ πιστοί τοῦ Ἰσλάμ καί λέγονται «Οἶκος τοῦ Ἰσλάμ» καί σέ χῶρες τῶν ἀπίστων πού καλοῦνται «Οἶκος Πολέμου», δηλαδή περιοχές ἀγώνα μέχρις ὅτου ὑποταχθοῦν, μέ τόν ἱερό πόλεμο «Τζιχάντ», στό κράτος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλά καί ὁ μεγάλος λόγιος καί νομικός τοῦ Ἰσλάμ Malik Ibn Anas (795), ἔγραφε, ὅτι : «Ὅποιος ἐντελῶς φανερά ἐγκαταλείπει τό Ἰσλάμ, γιά νά προσχωρήσει σέ μιά ἄλλη θρησκεία, αὐτόν θά πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τόν μεταστρέψουμε στό Ἰσλάμ. Καί ἄν μεταστραφεῖ, καλῶς, ἄν ὄχι, τότε νά θανατώνεται».
Ἡ ἀντίληψη περί «Τζιχάντ», πού εἶναι ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο τῆς δυναμικότητας τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας, ἐπισημαίνει γιά μιά ἀκόμη φορά, ὅτι τό Ἰσλάμ, παραλλήλως πρός τόν θρησκευτικό του χαρακτῆρα, εἶναι καί μέγεθος πολιτικό. Ὁ Προφήτης δέν ἵδρυσε μόνο μιά θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά καί ἕνα κράτος. Ἑκατό μόλις χρόνια, λοιπόν, μετά τόν θάνατο τοῦ Μωάμεθ, εἶχε δημιουργηθεῖ ἕνα ἀπέραντο ἀραβικό κράτος καί ὁ «Οἶκος τοῦ Ἰσλάμ» εἶχε ἐξαπλωθεῖ ἀπό τά Ἰμαλάϊα καί τίς πεδιάδες τῆς Κίνας μέχρι τά Πυρηναῖα ὄρη.
Ἰδιαιτέρως στή Μικρά Ἀσία ἡ πολιτική κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά μέ τόν Ἄλπ Αρσλάν μετά τό 1063, ὅταν τό Ἰσλάμ ἀπέβη ἀληθινός κίνδυνος γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Γεγονός τό ὁποῖο ἐνισχύθηκε τόν 15ο καί 16ο αἰώνα μέ τούς Ὀθωμανούς Τούρκους. Ἔτσι ἄρχισε μιά παρατεταμένη ἀγωνία θανάτου τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί μιά περίοδος φθορᾶς γιά τούς ὑπόδουλους.
Τότε, ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν περιοχῶν αὐτῶν, ἀποδέχονταν τή θρησκεία τοῦ Ἰσλάμ καί μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ταυτίζονταν μαζί της καί προσχωροῦσε στό σῶμα τῶν κατακτητῶν, ἕνα ἄλλο, πολύ μικρότερο, ἀποφάσιζε νά πολεμήσει γιά τήν πίστη του καί ἐνδεχομένως βασανίζονταν καί μαρτυροῦσε γι’ αὐτήν, καί ἕνα τρίτο, διάλεγε τό δρόμο τοῦ Κρυπτοχριστιανισμοῦ, εἴτε γιατί ἀναγκάζονταν, χωρίς τή θέλησή του, νά ἀποδεχθεῖ τό Ἰσλάμ, εἴτε γιά διάφορους ἄλλους οἰκονομικούς καί κοινωνικούς λόγους ἀποδέχονταν ἐξωτερικά καί φαινομενικά τό Ἰσλάμ, διατηρῶντας, στά βάθη τῆς ψυχῆς τους, τή χριστιανική πίστη, καί, ὅπου οἱ συνθῆκες τό ἐπέτρεπαν, καί τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. Αὐτοί, ὅταν οἱ συνθῆκες τό ἐπέτρεπαν, γύριζαν ἐπίσημα στό Χριστιανισμό.
Τήν πρώτη ἐπίσημη πληροφορία, γιά τόν Κρυπτοχριστιανισμό, ἔχουμε, μετά τό 1330, στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ὅταν ἡ πόλη ἔπεσε στά χέρια τοῦ σουλτάνου Ὀρχάν. Τότε ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἀλλαξοπίστησε, πρᾶγμα, βέβαια, πού σε ἐλάχιστες περιπτώσεις ἔγινε οἰκειοθελῶς. Οἱ ἐξισλαμισθέντες κάτοικοι τῆς Νίκαιας, μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ ἄρχισαν νά προβληματίζονται. Τύψεις βασάνιζαν τή συνείδησή τους. Γι’ αὐτό ἀπευθύνθηκαν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Καλέκας, μέ δύο ἐπιστολές, πού τούς ἔστειλε, τό 1338 καί τό 1340, ἔδωσε τήν πρέπουσα θετική ἀπάντηση στά ἀγωνιώδη ἐρωτήματα γιά τή σωτηρία τους.»

θρησκευτική καί κοινωνική ζωή τν Κρυπτοχριστιανν λλά καί ο δυσκολίες πού ντιμετώπιζαν.
Οἱ Κρυπτοχριστιανοί, αὐτή ἡ κοινωνικοθρησκευτική κατηγορία ἀνθρώπων, ὑπῆρχαν, κατά τόν Μανουήλ Γεδεών, σ’ ὅλες σχεδόν τίς ἐπαρχίες τῆς ἄλλοτε μεγάλης ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.
Πληροφορίες ὅμως γιά τόν ἀκριβῆ ἀριθμό τῶν κρυπτοχριστιανῶν δέν ἦταν δυνατόν νά ἔχουμε, καί οὔτε πάρα πολλά γιά τήν κρυφή θρησκευτική τους ζωή. Πάντως τίς ἐλάχιστες πληροφορίες, γιά τή θρησκευτική καί κοινωνική τους ζωή καί τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετώπιζαν, τίς ἔχουμε ἀπό πρώην κρυπτοχριστιανούς, πού βρίσκονται τώρα ἐκτός Τουρκίας.
Ἡ ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν σέ καθαρῶς χριστιανικά χωριά δέν ἦταν ἐπικίνδυνη. Τό μυστικό τῶν κρυπτοχριστιανῶν ἦταν σέ ὅλους γνωστό καί τά τελευταῖα μάλιστα χρόνια, μποροῦσαν σχεδόν ἐλεύθερα νά παρακολουθοῦν τίς ἱερές ἀκολουθίες καί νά συμμετέχουν ἐνεργητικά στήν κοινωνική ζωή, μέ μόνη ἐπιφύλαξη μήπως γίνουν ἀντιληπτοί ἀπό διερχόμενους μουσουλμάνους. Στά χριστιανικά αὐτά χωριά, ὑπῆρχε ὡς προπέτασμα, ἕνα τζαμί καί μάλιστα σέ περίοπτη θέση, ὥστε νά μή προκύπτει καμιά ὑποψία. Ἐκεῖ πήγαιναν οἱ κρυπτοχριστιανοί, ὅταν κάποιος Τοῦρκος ἐπισκέπτονταν τό χωριό τους.
Ἐντελῶς διαφορετικές ὅμως ἦταν οἱ συνθῆκες ζωῆς, στά κατά πλειοψηφία μουσουλμανικά χωριά. Ἐδῶ οἱ κρυπτοχριστιανοί διέτρεχαν κάθε μέρα σοβαρό κίνδυνο, μιά καί ζοῦσαν μέ μουσουλμάνους. Γι’ αὐτό πρωταρχική τους ὑποχρέωση ἦταν νά δίνουν τήν ἐντύπωση πιστῶν καί εὐσεβῶν μουσουλμάνων, ὥστε ν’ ἀποφεύγουν τά σχόλια. Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ζωῆς τους, ἀπαιτοῦσε τήν πιστή τήρηση τῶν τύπων τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας. Γι’ αὐτό καί ἦταν συχνή ἡ παρουσία τους στό τζαμί. Παράλληλα ὅμως εἶχαν, γιά τή χριστιανική τους πίστη, κρυφά μέρη προσευχῆς, σέ σκοτεινά καί ἀπρόσιτα ὑπόγεια καί κατακόμβες κάτω ἀπό τά σπίτια τους. Ὅσοι δέν εἶχαν κατακόμβες φύλαγαν τίς εἰκόνες καί τά καντήλια τους, μέσα στά μεγάλα προγονικά τους μπαοῡλα. Πίσω ἀπό τίς ράχες τους ἔχασκαν, ἀνοιγμένες ἐπίτηδες, χαραμάδες καί τρύπες, γιά τήν ἀνάσα τῆς φλόγας τῆς καντήλας, πού τήν κρατοῦσαν ἀκοίμητη. Οἱ πλουσιότεροι διατηροῦσαν ὑπόγειους ναούς στά σπίτια τους, μέ μεγάλη μυστικότητα, καί στούς ὁποίους ἐτελοῦντο ἱερές ἀκολουθίες καί μυστήρια ἀπό κανονικούς ἱερεῖς. Στά χωριά, πού ἦταν μεικτά, ἄν ὑπῆρχε ὀρθόδοξος ἱερέας, λειτουργοῦσε καί γιά τούς κρυπτοχριστιανούς ἐνορίτες του.
Θεμελιακή, γιά τή ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν, ἦταν ἡ δράση τῶν μοναστηριῶν τοῦ Πόντου. Τά μοναστήρια αὐτά ὑπῆρξαν φάροι, πού φώτιζαν καί ἑστίες πού θέρμαιναν τίς χριστιανικές ψυχές καί κράτησαν ἄσβεστη τή φλόγα τῆς Ρωμηοσύνης. Σ’ αὐτά, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔβρισκαν καταφύγιο καί οἱ κρυπτοχριστιανοί καί ἀπ’ αὐτά περίμεναν τήν πνευματική τους ἐνίσχυση.
Οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς τῶν κρυπτοχριστιανῶν, ἄλλοι ἔκαναν τό γυρολόγο ἤ τόν μετακινούμενο μανάβη γιά νά καλύπτουν τήν ἐπικίνδυνη ἀποστολή τους, ἄλλοι μεταμφιέζονταν σέ δερβίσιδες, μολάδες ἤ χοτζάδες, πράγμα πού προϋπόθετε τέλεια κατοχή τῆς τούρκικης γλώσσας καί τοῦ Κορανίου.
Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τά ἔθιμα σήμαιναν γιά τούς κρυπτοχριστιανούς τά θεῖα δῶρα τῆς ὑπομονῆς καί ἡρεμίας μέσα στήν τόσο ταραγμένη ζωή τους. Γι’ αὐτό τηροῦσαν τίς περιόδους τῆς νηστείας ἐπακριβῶς, συμμετεῖχαν σ’ ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τακτικά στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὁ δεσμός αὐτός μέ τήν Ἐκκλησία τούς βοήθησε νά κρατήσουν τήν πίστη τους. Ἀντίθετα, ὅσοι ἀπ’ αὐτούς ἔμεναν σέ ἀπομονωμένες περιοχές, χωρίς νά ἔχουν ἐπαφή μέ τήν Ἐκκλησία, σιγά σιγά ἀπορροφήθηκαν ἀπό τό μουσουλμανικό περιβάλλον.
Γιά νά μή δίνουν ὑποψίες οἱ κρυπτοχριστιανοί, στό περιβάλλον τους, τελοῦσαν φανερά τήν περιτομή καί ἔπαιρναν ἕνα μουσουλμανικό ὄνομα. Παράλληλα δέ μέ τή μυστική χριστιανική βάπτιση καί τό χρίσμα ἔπαιρναν καί ἕνα χριστιανικό ὄνομα, γιά τό ὁποῖο ὁ νονός ἤ ἀνάδοχος, μετά τή βάπτιση, εὐχότανε στόν βαπτισθέντα «Νά ζήσει μέ τ’ ὄνομά του», δηλαδή ποτέ νά μή βρεθεῖ στήν ἀνάγκη νά μεταστραφεῖ στόν Ἰσλαμισμό καί νά ἀλλάξει τό πραγματικό του ὄνομα. Τά δύο ὀνόματα (μουσουλμανικό καί χριστιανικό) ἦταν συνήθως συνώνυμα ἤ ὁμόηχα π.χ. Μεχμέτ και Μιχάλης, Μεριέμ καί Μαρία, Ἰμπραχήμ καί Ἀβραάμ, Λιάζ καί Ἠλίας. Ὅταν ἕνα χωριό δέν εἶχε δικό του ἱερέα, τότε ἔπαιρναν τά παιδιά τή νύχτα καί πήγαιναν νά τά βαπτίσουν στό διπλανό χωριό ἤ σέ ἕνα μοναστήρι. Τά μυστικά τῆς ζωῆς τῶν κρυπτοχριστιανῶν τά πληροφοροῦνταν τά παιδιά, μόνο ὅταν ἔφταναν σέ μιά συγκεκριμένη ἡλικία καί ὅταν δέν ὑπῆρχε φόβος, μέ τήν παιδική τους ἀθωότητα, νά τά κοινοποιήσουν.
Ὅσο γιά τήν παιδεία, οἱ κρυπτοχριστιανοί ἦταν ὑποχρεωμένοι νά στέλνουν τά παιδιά τους σέ τουρκικά σχολεῖα, γιατί ἦταν ἐγγεγραμμένα στά ληξιαρχεῖα ὡς τουρκόπουλα. Τήν ἡμέρα, τά παιδιά αὐτά, πήγαιναν στό σχολεῖο καί διδάσκονταν τό Κοράνι, τά βράδια ὅμως οἱ ὀρθόδοξες μητέρες, τούς δίδασκαν, μαζί μέ τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο, τήν ἀληθινή πίστη, τήν παράδοση καί τήν ἱστορία τοῦ ρωμαίηκου Γένους.

Στό γάμο τηροῦσαν τή χριστιανική μονογαμία. Παντρεύονταν μόνο μεταξύ κρυπτοχριστιανῶν καί ἐτελεῖτο ὁ γάμος φανερά ἀπό τόν χότζα, καί κρυφά τή νύκτα, ἀπό τόν ὀρθόδοξο ἱερέα, σέ ὑπόγειο ναό. Ἄν τοῦτο δεν ἦταν εὔκολο ἔφευγαν γιά ἄλλο χωριό, πού εἶχε ἱερέα, ἤ ἀκόμη ἔφευγαν γιά γαμήλιο ταξίδι καί περνοῦσαν ἀπό χριστιανικό μοναστήρι ἤ καί τέλος πήγαιναν σέ ἀπομακρυσμένη μεγάλη πόλη, ὅπου τό ζεῦγος ἦταν ἄγνωστο καί τελοῦσαν τό μυστήριο τοῦ γάμου, μέ ὀρθόδοξο ἱερέα. Σέ χωριά μέ μικτό πληθυσμό, οἱ κρυπτοχριστιανοί δεν πάντρευαν τίς κόρες τους μέ ἀναγνωρισμένους χριστιανούς. Ἄν τοῦτο ἦταν ὑποχρεωτικό νά γίνει τότε ὁ κρυπτοχριστιανός ἔκλεβε τή φανερή χριστιανή καί αὐτή, δῆθεν ἐκβιαζόμενη, γίνονταν μουσουλμάνα καί στή συνέχεια πήγαιναν στήν Πόλη ἤ σέ κάποιο μοναστήρι καί τελοῦσαν τό μυστήριο τοῦ γάμου.Ἕνα ποντιακό τραγούδι, μεταγλωττισμένο, μιλᾶ γιά γάμο χριστιανῆς νύφης πού παντρευόταν κρυπτοχριστιανό: «Μή τυραγνιέσαι Σόνια μου καί μή βαρειοκαρδίζεις, ἄντρα παίρνεις ὁλόχρυσο, εἶναι χριστιανοπαίδι, στά φανερά Μαχμούτ ἀγάς καί στά κρυφά Νικόλας, καί στή Μονή μεσονυχτίς θά πᾶτε γιά στεφάνι».
Ἡ κηδεία τῶν κρυπτοχριστιανῶν συνοδεύονταν πάντα μέ δυσκολίες. Οἱ νεκροί κηδεύονταν φανερά ἀπό τό χότζα καί θαύονταν σέ μουσουλμανικό νεκροταφείο καί τή νύκτα μεταθαύονταν μυστικά ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα σέ χριστιανικό κοιμητήριο, ὅπως μαρτυρεῖ καί ἡ λαϊκή φράση: «Τήν ἡμέραν σα μεζάρε καί τή νύχτα σον Αε Θόδωρον». Ἀκόμη ἐγένετο ἡ κηδεία χωρίς τήν παρουσία τοῦ νεκροῦ καί τῶν συγγενῶν του ἤ καί ἀκόμη πρίν τήν ταφή τίς νυκτερινές ὧρες στό σπίτι, ἀπό ἄγνωστο στήν περιοχή ἱερέα, πού ἐρχόταν χωρίς ράσα καί μάλιστα πρίν νά γίνει γνωστός στό χωριό ὁ θάνατος. Ὅταν δέν ἦταν δυνατό νά ἔρθει ὁ ἱερέας, στό σπίτι τοῦ νεκροῦ, γινόταν ἡ χριστιανική ἀκολουθία στήν ὑπόγεια ἐκκλησία, τήν ὥρα πού πήγαιναν τό νεκρό στό μουσουλμανικό νεκροταφεῖο. Ὑπῆρχαν ἐπίσης περιπτώσεις, κατά τίς ὁποῖες ὁ ἱερέας πήγαινε στόν τάφο τοῦ θαμμένου ἤδη κρυπτοχριστιανοῦ καί διάβαζε τή νεκρώσιμη ἀκολουθία μόνος του καί χωρίς νά δώσει σημεῖα ἀναγνώρισης. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἱερέας, ἔπαιρναν χῶμα πάνω ἀπό τόν τάφο καί τό πήγαιναν ἔστω καί μακριά σέ ὀρθόδοξο ἱερέα, ὅπου διάβαζε τή νεκρώσιμη ἀκολουθία καί ἔρριπταν ἀργότερα τό χῶμα πάνω στόν τάφο τοῦ νεκροῦ.
Μέ μεγάλη σχολαστικότητα γίνονταν τά μνημόσυνα τῶν νεκρῶν. Τά Ψυχοσάββατα καί τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων ἑτοιμάζονταν τά κόλλυβα στή μνήμη τῶν νεκρῶν. Στό σπίτι ἄναβαν κεριά μπροστά στίς εἰκόνες, διάβαζαν τά ὀνόματα τῶν νεκρῶν καί τούς σκέφτονταν. Ὅταν δέν μποροῦσαν νά κάνουν μνημόσυνα, ἔστελναν στά κοντινά μοναστήρια, ὡς πρόσφορά, σιτάρι καί φροῦτα.
Ἀλλά καί τό Πάσχα, αὐτή τή λαμπρή καί μεγάλη γιορτή τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ κρυπτοχριστιανοί τή ζοῦσαν μέ σφιγμένη τήν καρδιά καί μέ δάκρυα στά μάτια ἀλλά καί μέ ἐλπίδα, ὅτι θά τούς ἀξιώσει ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία νά γιορτάσουν τήν ἑπόμενη χρονιά τίς μέρες αὐτές χωρίς ἄγχος, ἀνοιχτά καί ἐλεύθερα. Στό σημεῖο αὐτό ἄς δοῦμε μιά μικρή ἱστορία, ὅπως τήν διασώζει, ἀπό τόν Χρ. Τσαρτιλίδη, ὁ Κ. Φωτιάδης: «Εἶναι νύχτα τοῦ Πάσχα. Οἱ καμπάνες τοῦ χωριοῦ…ἠχοῦν. Οἱ χριστιανοί ξυπνοῦν, σηκώνονται καί πηγαίνουν στήν ἐκκλησία. Ὁ Μουσταφᾶ, πού εἶναι χριστιανός, ξυπνάει καί αὐτός. Χωρίς θόρυβο καί χωρίς νά ἀνάψει φῶς ξυπνάει τήν οἰκογένειά του, τή γυναίκα του Ἐμινέ, πού ὀνομάζεται Μαρία, τήν κόρη του Φατμέ ἤ Ἑλένη καί τό γιό του Χασάν ἤ Γεώργιο. Συναντιοῦνται σέ ἕναν χῶρο στό ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖ παραμερίζουν στήν ἄκρη τούς σάκκους καί παίρνουν τίς εἰκόνες ἀπό κάτω καί τίς κρεμοῦν. Γονατίζουν μπροστά τους, κάνουν τό σταυρό τους καί ἀνάβει ὁ καθένας ἀπό ἕνα κερί. Ὁ Μουσταφᾶ, πού εἶναι χριστιανός παίρνει ἕνα ἱερό βιβλίο καί τό ἀνοίγει. Νά διαβάσει δέν μπορεῖ, ἀλλά ψάλλει ἕναν ὕμνο σιγοψιθυρίζοντας στά σπασμένα ἑλληνικά του. Ἡ οἰκογένεια σταυροκοπιέται ξανά καί λένε ὅλοι σιγά Χριστός ἀνέστη. Ὁ καθένας τρώει ἀπό ἕνα αὐγό πού εἶναι βαμμένο καφέ ἀπό χυμό κρεμμυδιῶν. Εἶχαν φοβηθεῖ νά ἀγοράσουν κόκκινη μπογιά γιά τά αὐγά. Μέ σφιγμένη τήν καρδιά καί δάκρυα στά μάτια ἀσπάζεται ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί ἀνεβαίνουν ἐπάνω στά δωμάτιά τους νά κοιμηθοῦν. Οἱ καμπάνες χτυποῦν ξανά …»
Πάντως ἡ διπλή ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν ἦταν ἕνα ψυχολογικό μαρτύριο, ἕνα ζωντανό δρᾶμα, ἕνας διαρκής φόβος γιά τό Θεό, πού εἶχαν τήν αἴσθηση πώς τόν πρόδωσαν, μιά ἀγωνία ὅτι θά ἀνακαλυφθοῦν ἀπό τίς ἀρχές, ἀλλά καί μιά ἐλπίδα ὅτι κάποια μέρα θά βελτιωθεῖ ἡ κατάστασή τους καί θά λυθεῖ τό δράμα τους. «Ὁ Κρυπτοχριστιανισμός, κατά τόν Καθηγητή Φωτιάδη, εἶναι ἀπόδειξη γιά τήν ἔνταση ἑνός ψυχικοῦ-πνευματικοῦ ἀγώνα. Ἄν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἤθελαν ἁπλῶς νά σώσουν τή ζωή τους καί τήν περιουσία τους, θά εἶχαν ἀσπαστεῖ ἁπλούστατα τόν Ἰσλαμισμό. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας φοροῦσαν τό φέσι, τό βράδυ ὅμως τό ἔβγαζαν καί πήγαιναν στίς ὑπόγειες ἐκκλησίες, γιά νά συμμετάσχουν στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τό ἔκαναν γιά νά διατηρήσουν την πίστη τους. Ὁ Κρυπτοχριστιανισμός ἀποτελεῖ ἀπόδειξη γιά τή δύναμη ἀντίστασης τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν τῆς ρωμαίηκης παράδοσης, εἶναι ὁ ἀγώνας συνείδησης γιά τήν ψυχική καί πνευματική ἐλευθερία. Ἡ διατήρηση τῆς θρησκείας καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἦταν γιά τούς κρυπτοχριστιανούς μόνο καί μόνο δυνατή, γιατί ἔκαναν ἕνα συμβιβασμό καί ὑπέκυψαν στήν καταπίεση ἀπ’ ἔξω τόσο μόνο, ὥστε νά δημιουργήσουν ἕναν ἐλεύθερο χῶρο γιά τή διατήρηση τῶν ἀξιῶν αὐτῶν στά κρυφά».

Σήμερα πάρχουν κρυπτοχριστιανοί ;
Ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1922, πού κατάρρευσε τό μικρασιατικό μέτωπο, ἄρχισε ἡ ἐξόντωση καί τό ξερίζωμα ἑκατοντάδων χιλιάδων ρωμηῶν, ἀπό τίς προαιώνιες ἑστίες τους, στή Μικρά Ἀσία καί τήν ἀνατολική Θράκη. «Ἔφυγαν ὅμως ὅλοι; ρωτάει ὁ Γεώργιος Πρίντζιπας, μήπως ὑπῆρξαν κρυπτοχριστιανοί, πού δέν τόλμησαν, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή νά φανερωθοῦν; … Εἶναι γνωστό, ἐπίσης, πώς λόγῳ τοῦ πολέμου, σέ μερικές περιοχές, οἱ ἐπονομαζόμενοι «κλωστοί» τῶν κρυπτοχριστιανῶν, συνέχιζαν νά ζοῦν στήν ἀποκρυφία. Ἐκεῖ δέν ἔγινε γνωστή ἡ δυνατότητά τους νά δηλωθοῦν ὡς χριστιανοί. Αὐτούς δέν τούς ἄγγιξε ἡ ἀνταλλαγή. Ἔτσι ἔμειναν στόν τόπο τους μεταθέτοντας γιά τό ἀπώτερο μέλλον τήν ὥρα πού θά ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους. Ἄλλο στοιχεῖο πού μᾶς βάζει σ’ ἐρωτήματα εἶναι οἱ γάμοι χριστιανῶν ἤ κρυπτοχριστιανῶν γυναικῶν μέ τούρκους. Γάμοι πού ἔγιναν λίγο πρίν τήν καταστροφή, μέ βία ἤ καί χωρίς βία. Πολλές διατήρησαν τήν πίστη τους, ἀλλά δέν κρίθηκαν ὡς ἀνταλλάξιμες. Ἄλλες συνέχιζαν νά ζοῦν, ὅπως ἤξεραν τόσα χρόνια, στά κρυφά. Πῶς μεγάλωσαν τά παιδιά τους; Σάν χριστιανούς ἤ σάν μουσουλμάνους; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι εὔκολη. Κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι σίγουρος γιά τό τί μπορεῖ νά συμβαίνει ἐκεῖ, πού χρόνια πρίν χτύπαγε ἡ καρδιά τῆς Ρωμηοσύνης».
Πάντως, ἔμειναν κρυπτοχριστιανοί στήν Τουρκία. Ὑπάρχουν οἰκογένειες πού χωρίσθηκαν. Κάποιοι ἀπ’ αὐτούς σήμερα ζοῦν στήν Ἑλλάδα, κάποιοι σέ ἄλλες Χῶρες καί κάποιοι στήν Τουρκία. Χωρίς αὐτό νά σημαίνει, πώς οἱ οἰκογένειες ἤ τά ἄτομα πού ζοῦν στήν Τουρκία, εἶναι ἀκόμη κρυπτοχριστιανοί, ὅσο καί ἄν ὑπάρχουν ἐνδείξεις, πού συνηγοροῦν καί σέ μιά τέτοια ἐκδοχή.
Στό σημεῖο αὐτό, ἀξίζει νά δοῦμε, τίς χαρακτηριστικές πληροφορίες, πού καταγράφει ὁ Καθηγητής Φωτιάδης στό βίβλίο του: «Πρός τιμήν τοῦ Γεωργίου Κασιμίδη, (τό τουρκικό του ὄνομα Temel efendi), πού καταγόταν ἀπό μιά κρυπτοχριστιανική οἰκογένεια τοῦ Σταυριοῦ καί πέθανε τό 1961 στήν Τραπεζούντα, ἔγινε στίς 15 Ὀκτωβρίου 1962 στή Θεσσαλονίκη μνημόσυνο στό ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Στυλιανοῦ. Τό μνημόσυνο αὐτό τό ἔκανε ἡ οἰκογένεια Κιουπτσίδη, πού ζεῖ στή Θεσσαλονίκη καί ἔχει στενή συγγένεια μέ τήν οἰκογένεια τοῦ μακαρίτη πού ζεῖ στήν Τουρκία». Ὑπάρχουν καί γραπτές μαρτυρίες τέτοιων συγγενικῶν σχέσεων, π.χ., μέ τή μορφή ἀλληλογραφίας, ἀνάμεσα σέ κρυπτοχριστιανούς στήν Τουρκία καί στούς συγγενεῖς τους, πού ζοῦν σήμερα στήν Ἑλλάδα.
Ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων τῆς μαυροθαλασσίτικης περιοχῆς τοῦ Πόντου, μέχρι τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν, μιλοῦσαν τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. Αὐτό τό διαπίστωσε ὁ καθηγητής Φωτιάδης, καί σέ διάφορες πόλεις τῆς νοτιοδυτικῆς Γερμανίας, πού συνάντησε Τούρκους ἀπό τήν περιοχή τοῦ Πόντου, πού μιλοῦσαν ἄπταιστα τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. «Ἀπό αὐτούς πληροφορήθηκα, γράφει, ὅτι καί τά παλιά ποντιακά ἔθιμα εἶναι ἀκόμα πολύ ζωντανά. Ἐπίσης μέ διαβεβαίωσαν ὅτι ἔχουν διατηρηθεῖ τά ἑλληνικά τοπωνύμια καί ἀκόμη ὅτι τά ἑλληνικά ἐπώνυμα ἔχουν ἁπλῶς τουρκικές καταλήξεις».
Παρ’ ὅτι ἔφυγε ὁ δηλωμένος ἑλληνικός χριστιανικός πληθυσμός, ἀπό τή Μικρά Ἀσία, γράφει ἡ Ὄλγα Βατίδου, οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖ, δέν ἔπαυσαν νά δείχνουν σεβασμό πρός τή χριστιανική λατρεία καί τά θρησκευτικά ἤθη καί ἔθιμά μας. Πολλές γυναίκες στόν Πόντο, κάνουν ἀκόμη μέ τή δεξιά παλάμη τους τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στό ζυμάρι, ὅταν ζυμώνουν τό ψωμί. Καί ὅταν τίς ρωτοῦν γιατί τό κάνουν αὐτό, ἐκεῖνες ἀπαντοῦν «ἔτσι τό βρήκαμε».
Σ’ ὁλόκληρη τήν Τουρκία τιμοῦν καί εὐλαβοῦνται μέχρι σήμερα οἱ μουσουλμάνοι τόν ἅγιο Γεώργιο καί τόν γιορτάζουν μέ τόν δικό τους εὐσεβῆ τρόπο, ὡς ἐαρινή γιορτή, στίς 6 Μαΐου, δηλαδή 13 μέρες ἀργότερα ἀπό τή μνήμη του, μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο. Τό ἴδιο εὐλαβοῦνται οἱ μουσουλμάνοι στήν Πόλη καί τήν Ἀνατολή καί ἄλλα προσκυνήματα καί ἁγιάσματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1983, συγκλήθηκε τό πρῶτο διεθνές συνέδριο μέ θέμα τόν Ἅγιο Νικόλαο, ἀπό τίς τοπικές ἀρχές τῆς Ἀττάλειας, πού βρίσκεται κοντά στά Μύρα, ὅπου καί ὁ ναός τοῦ ἁγίου Νικολάου μέ τόν συλημένο τάφο του. Τό πιό σημαντικό ὅμως ἦταν, ὅτι ἐπέτρεψαν οἱ Ἀρχές, στόν τότε μητροπολίτη Μύρων Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη νά τελέσει, ἔπειτα ἀπό 61 χρόνια, Θεία Λειτουργία μέσα στήν ἱστορική βασιλική τοῦ ἁγίου Νικολάου. Στίς 6 Δεκεμβρίου τοῦ 1992, λειτούργησε στό ναό, γιά πρώτη φορά, καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, συμπαραστατούμενος ἀπό ἀρχιερεῖς τοῦ Θρόνου. Ἀλλά στό ναό τελοῦνται, μέχρι σήμερα, Θεῖες Λειτουργίες, μετά ἀπό σχετική ἄδεια, καί ἀπό τό νέο μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσόστομο Καλαϊτζῆ.
Ἀλλά καί σέ ἄλλες ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τελοῦνται Θεῖες Λειτουργίες, μετά ἀπό πρόσκληση τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, κοντά σέ ἐρείπια παλαιῶν ναῶν ἤ καί σέ ἀναστηλωμένους ναούς, ἀκόμη καί στήν ὕπαιθρο, μέ προεξάρχοντα, τίς περισσότερες φορές, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἤ καί ἄλλους Πατριάρχες, ἀλλά καί ἀπό ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς τόσο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅσο καί ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Τήν Κυριακή 15 Αὐγούστου 2010, μετά ἀπό 88 ἔτη λήθαργου καί σιωπῆς, λειτούργησε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας Σουμελᾶ τοῦ Πόντου. Γεγονός τό ὁποῖο ἐπαναλήφθηκε καί φέτος.

Ἐπίσης τήν Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011, ἔγιναν, μετά ἀπό 90 χρόνια, τά Θυρανοίξια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Παύλου καί Ἁγίου Ἀλυπίου Ἀτταλείας ἀπό τόν Μητροπολίτη Πισιδίας κ. Σωτήριο, μέ τή συμμετοχή ἱερέων καί πλήθους σλαβοφώνων πιστῶν ἐγκαταστημένων στήν Ἀττάλεια ἀλλά καί προσκυνητῶν ἀπό διάφορες χῶρες. Ἀπό τότε ὁ ναός, πού ἐξοπλίσθηκε μέ ὅλα τά ἀναγκαῖα ξυλόγλυπτα, τά ὁποῖα κατασκευάσθηκαν στήν Κορέα, ἱερές εἰκόνες, ἱερά σκεύη, κανδήλια κλπ. λειτουργεῖ καθημερινά».
Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά κλείσω αὐτή τή σημαντική σελίδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τοῦ γένους μας, μέ ὅσα ἡ Ὄλγα Βατίδου γράφει στό τέλος τοῦ βιβλίου της: «Οἱ ξεριζωμένοι σκέπτονται καί διαρκῶς ἀναρωτιοῦνται. Τί τάχα νά γίνεται ἐκεῖ κάτω στή Μικρασία … στήν τουρκεμένη πιά ὁλότελα χώρα ; Νά βλασταίνει τάχα ἀκόμα, ἔστω καί στά ἀνήλιαγα, κεῖνος ὁ … σπόρος τοῦ χριστιανισμοῦ ; Καμμιά ἀπάντηση. … Νά πιστέψουν ἄραγε οἱ ξερριζωμένοι ρωμηοί τῆς Ἀνατολῆς σ’ αὐτό, πού λένε πολλοί, πώς τίποτα δέν μένει κάτω καί πώς ὅ,τι πέσει ξανασηκώνεται; Μιάς ὅμως καί εἶναι χριστιανοί οἱ ρωμηοί τῆς Μικρασίας, ἄς πιστέψουνε στήν Ἀνάσταση».

ΠΗΓΗ.ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ

Μια ορθόδοξη θεώρησι του ανθρώπου κατά τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό (Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους)

Κάποιες στιγμές, όντας κανείς μόνος στο Άγιον Όρος, δηλαδή όντας μαζί με όλο τον κόσμο, καταλαβαίνει αυτό που είπε ο άσωτος υιός: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι…» (Λουκ. ιε’, 17). Πόσος πλούτος υπάρχει στην παράδοσί μας, πόση ελευθερία, πόση δυνατότητα να χαρούμε τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά εμείς πεινάμε και υποφέρουμε.
Στο Άγιον Όρος έρχονται πολλοί θρησκευόμενοι, που δεν νιώθουν τίποτε∙ κι έρχονται πολλοί άσχετοι, οι οποίοι συγκλονίζονται∙ κι έρχονται και πολιτικοί… Πολλοί θρησκευόμενοι εξ επαγγέλματος δεν καταλαβαίνουν∙ πολλοί ανήσυχοι συγκλονίζονται∙ οι περισσότεροι πολιτικοί δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Και λες: «Τι γίνεται με την Ελλάδα, τι γίνεται με την Ευρώπη;»… Έχει, λοιπόν, ένα χρέος μεγάλο, ο Έλληνας, σήμερα: το να είναι ορθόδοξος. Εκεί έχομε κάποιες δυνατότητες, που δεν έχουν οι άλλοι, και οφείλομε απλώς να είμαστε αυτό, που λέει η παράδοσί μας.
Θυμάμαι μία φορά, που είχα πάει στην Κρήτη, σ’ ένα χωριό, στα Ανώγεια, είχαν έλθει κάποιες γριές για εξομολόγησι, και όταν τέλειωσαν, μου λέει μια γριά μιαν ευχή: «Να χαίρεσαι τον σταυρό σου». Μετά ήλθε μια άλλη γριά: «Να χαίρεσαι τον σταυρό σου». Κι εγώ παραξενεύτηκα και λέω: «Μα τι είναι αυτή η ευχή;». Και μου λένε: «Έτσι το λέμε εδώ. Για κάποιο γονιό, μάνα ή πατέρα, λέμε: «Να χαίρεσαι τα παιδιά σου», γιατί η χαρά των γονιών είναι τα παιδιά τους. Όταν κανείς είναι παπάς του λέμε: «Να χαίρεσαι την ιεροσύνη σου». Κι όταν κανείς είναι καλόγερος ή καλόγρια τού λέμε: «Να χαίρεσαι τον σταυρό σου»».
Αυτή η ευχή, «να χαίρεσαι το σταυρό σου», νομίζω ότι είναι ένα πράγμα τόσο μεγάλο και τόσο βαθύ, που θυμίζει θεολογία του αγίου Μαξίμου του ομολογητού. Και λέω: «Πώς μπόρεσα, γεννημένος στην Κρήτη, να μεγαλώσω και να ζήσω ερήμην της Κρήτης και ερήμην της παραδόσεώς μας;»… Μας έχουν κάνει αλλοδαπούς στον τόπο μας…
Σας φέρνω σαν παράδειγμα τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό∙ αυτόν τον ένα, τον μέγα, τον σίφουνα, ο οποίος κατέβηκε στο κήρυγμα μια στιγμή, που όλος ο κόσμος είχε απογοητευθή∙ κι έσωσε τον ελληνισμό, εκείνη την περίοδο την δύσκολη, που χωριά ολόκληρα είχαν εξισλαμισθή. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, αδύναμος, θα έλεγα δειλός, γι’ αυτό ήταν πάντολμος κι έλεγε: «Εγώ, αδελφοί μου, δεν είμαι ικανός, όχι να σας μιλήσω, αλλά ούτε να προσκυνήσω τα ποδάρια σας, γιατί βλέπω ότι είστε βαπτισμένοι και μυρωμένοι. Αλλ’ επειδή βρίσκεται το γένος μας σ’ αυτήν την ανάγκη, γι’ αυτό είπα να κατέβω κάτω και να πω μερικά λόγια∙ ό,τι ξέρω».
Έλεγε πάλι: «Κοιτάξτε, δεν έχω τίποτε δικό μου∙ ένα ράσο έχω κι αυτό το έχω για σας∙ όλα ό,τι έχω είναι για σας. Κι έχω ένα σκαμνί, στο οποίο πατώ επάνω∙ και το σκαμνί αυτό, άλλοι το λένε θρόνο, άλλοι το λένε σκαμνί. Να σας πω τι είναι; Δεν είναι ούτε σκαμνί, ούτε θρόνος, αλλά είναι ο τάφος μου∙ και μέσα από αυτόν τον τάφο μιλάει ο νεκρός εαυτός μου. Κι αν εγώ δεν μπορώ να σας πω τίποτε, με σώζει αυτός, που μπορεί να διδάξη όλη την οικουμένη, τους αρχιερείς, τους βασιλείς και όλο τον κόσμο».
Εδώ φαίνεται η παρουσία του ανθρώπου δια της ορθοδόξου Εκκλησίας. Γιατί δεν ήταν ένας καλόγερος, αλλ’ ήταν ένας αληθινός άνθρωπος και δι’ αυτού μιλούσε όλη η Εκκλησία. Δεν έκανε αυτός νεωτερισμούς, δεν έλεγε εξυπνάδες, αλλά δι’ αυτού μίλησε όλη η παράδοσι. «Είμαι αδύνατος και ανίκανος να φιλήσω τα ποδάρια σας», κι από την άλλη μεριά: «Ο νεκρός εαυτός μου μπορεί να διδάξη όλον τον κόσμο». Αυτή είναι η δύναμι της πίστεως μας.
Επίσης έλεγε: «Εάν τυχόν κανείς αδίκησε κάποιον -είτε αυτός είναι ρωμιός, είτε είναι τούρκος, είτε είναι εβραίος, είτε είναι φράγκος- ό,τι πήρε, ό,τι έδωσε, να το γυρίση πίσω∙ γιατί το άδικο δεν ευλογείται».
Βλέπετε ότι ήταν ξεκάθαρος και δεν έλεγε: «Κοιτάξτε, τώρα είναι μία περίοδος δύσκολη∙ όλοι σας κλέβουν, κλέψτε κι εσείς». Όχι. «Πρέπει να το γυρίσετε πίσω». Και η εντιμότης του είναι που σώζει την όλη υπόθεσι.
Είναι αυτός, ο οποίος έλεγε: «Να μην έχετε όπλα∙ να τα δώσετε και να κάνετε υπακοή στους ζαπιτάδες (:χωροφύλακες). Και σ’ αυτούς που ζητούν τα δοσίματα, να δίνεται τα δοσίματα». Κι έτσι και οι τούρκοι είπαν ότι αυτός είναι καλός άνθρωπος. Αλλ’ αυτός, που ήταν καλός, «τους έκλεισε το σπίτι». Ακριβώς γιατί αυτός ο άνθρωπος, ο αληθινός, δεν είχε βάσανα, αλλά χάρηκε την ζωή του. Όπως είχε ειπή σ’ ένα χωριό: «Ήλθα εδώ πέρα και σας απήλαυσα»… Αυτό που είπε «σας απήλαυσα», μου θυμίζει μία ευχή του Ευχελαίου, που λέει ο ιερεύς: «Ευχαριστώ» τον Θεόν, που προχώρησα στα ενδότερα του Θυσιαστηρίου του «απολαύσαι της Θείας Λειτουργίας».
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ζώντας στο Άγιον Όρος και νιώθοντας την δύναμι της πίστεώς μας, κάποια δύσκολη στιγμή βγήκε έξω κι έσωσε το γένος ολόκληρο. Κι ενώ ήταν τόσο ταπεινός και ένοιωθε ότι δεν μπορεί να φιλήση τα ποδάρια του άλλου, από την άλλη μεριά ένοιωθε ότι: «Κοιτάξτε, αυτά που σας λέω είναι λόγια του Θεού∙ αν κατέβαινε ο Θεός, θα σας έλεγε τα ίδια», και: «Ο νεκρός εαυτός μου μπορεί να διδάξη όλον τον κόσμο».
Έτσι όταν έφτασε η στιγμή του μαρτυρίου του († 1779), όταν τον πρόδωσαν οι εβραίοι, γιατί πολύ τους «χτύπαγε», επειδή χαλούσαν την αργία της Κυριακής, εκείνος είπε: «Μη με δέσετε. Δεν αντιστέκομαι. Ο θάνατος μου είναι μέσα στο πρόγραμμα της ζωής μου». Κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα του και μπήκε στην αιωνιότητα, και μένει μαζί μας. Και όπου πέρασε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έχουν υψώσει έναν σταυρό, γιατί έπεσε ένα αστροπελέκι κι έχει διαλύσει τα πάντα, κι έχει αγιάσει τα πάντα…
Σήμερα όλοι βασανιζόμαστε, το καταλαβαίνω. Κι όταν λέμε «βασανιζόμαστε», σημαίνει ότι έχομε μια υγεία μέσα μας. Βασανίζεται όλος ο κόσμος, αλλ’ ελευθερώνεται ζώντας μόνο μέσα στην ορθόδοξη Εκκλησία.
Είναι μακάριοι κι ευλογημένοι οι βασανισμένοι, γιατί υπάρχει δυνατότης να αναπαυθούν. Και είναι μακάριοι οι διψασμένοι, γιατί μπορούν να ξεδιψάσουν. Εάν δεν υπήρχε η ορθόδοξη Εκκλησία, εάν δεν υπήρχε η λογική κι η χάρις του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και των Αγίων μας, θα ήμασταν καταδικασμένοι σ’ ένα βάσανο.
Προ καιρού ήμουν στην Αμερική, και μου έκανε εντύπωσι πόσο τα πράγματα είναι πλούσια, πόσο οι δρόμοι τεράστιοι, πόσο τα σπίτια σαν ζωγραφιά, με το σπίτι, το γρασίδι, τα δέντρα, τα αυτοκίνητα… Αλλ’ όταν είδα μερικούς ανθρώπους, ένοιωσα πως μέσα σ’ αυτή την τάξι και την καθαριότητα, εκεί που δεν λείπει τίποτε, λείπουν όλα. Και όλα μια στιγμή είναι άοσμα, άγευστα και άχρωμα, αφού μου είπαν κάποιοι ότι, ενώ τα είχαν όλα, δεν είχαν διάθεσι για ζωή και ήθελαν να «τελειώσουν»…
Βλέπει κανείς ότι αυτή η λογική, που έχομε πολλές φορές και λέμε «να ανεβάσωμε το βιοτικό επίπεδο, να μπούμε στην Ευρώπη για να έχωμε ένα νόμισμα, να είμαστε πλούσιοι, κτλ», δεν βγάζει πουθενά. Γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι το παράξενο, που δεν χορταίνει με τα πλούτη. Κι αν του λύσης όλα τα προβλήματα, ή νομίζεις ότι του τα λύσης, τότε είναι που μπήκες στο άλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οι Σουηδοί, οι οποίοι έχουν ίσως το ανώτερο βιοτικό επίπεδο στην Ευρώπη, είναι αυτοί που αυτοκτονούν περισσότερο. Γιατί, ενώ νομίζουν ότι τα έχουν όλα, δεν έχουν τίποτε.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι ένα παράξενο ον, που όταν πλησιάση αυτόν τον παράδεισο τον κοσμικό, νοιώθει ότι δεν του λέει τίποτε. Ενώ αν κανείς έχη μέσα του τη φλόγα του Θεού, αν τυχόν θυσιάζεται για τον άλλον κι αν τυχόν ζει όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, κι αν έχη ταπείνωσι, τότε είναι μέσα στον παράδεισο. Τότε καμμιά επίθεσι, καμμιά κόλασι δεν μπορεί να τον βλάψη. Τότε συμβαίνει αυτό που λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι «αποκτά κανείς δυνατό στομάχι και χωνεύει κάθε μια τροφή». Κάθε μια δυσκολία τού κάνει καλό και ο ίδιος  ο θάνατος τού κάνει καλό.
Ο άνθρωπος, ξέρετε, ζητά την επιτυχία, ζητά την πρόοδο. Θέλει λ.χ. ένα παιδί να τελειώση το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, να πάη στο πανεπιστήμιο και να προχωρήση. Εν συνεχεία αν τυχόν αξιωθή να πάρη και το βραβείο Νόμπελ, συνεχίζει να πεινά και να διψά για πρόοδο. Όπως λέει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: «Επιποθώ του πλείονος και πάντοτε στενάζω». «Επιποθώ», θέλω, ποθώ συνεχώς και περισσότερο, και διαρκώς στενάζω. Ο άνθρωπος -είτε πιστεύει, είτε δεν πιστεύει, αυτό είναι άλλο θέμα- έχει μέσα του την πνοή του Θεού. Και λέγει ο άγιος Συμεών, ότι «υπάρχει μια μικρή χαρά, που περιγελά τον θάνατο». Κι αν τυχόν όλα τα κερδίσωμε και δεν κερδίσωμε εκείνη τη χαρά, που περιγελά τον θάνατο, τότε είμαστε εξ ίσου αποτυχημένοι, είτε είμαστε πλούσιοι, είτε φτωχοί, είτε γραμματισμένοι, είτε αγράμματοι.
Τώρα που μπαίνομε στην Ευρώπη, αυτό που δεν χρειάζεται να κάνωμε, γιατί είναι αμαρτία προς την παράδοσί μας και ταυτόχρονα αδικούμε και τους ευρωπαίους, είναι το να μιλάμε την γλώσσα και να έχωμε την λογική της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι πλούσια και ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ φτωχή. Ο δυτικός πολιτισμός είναι πολύ προχωρημένος και ταυτόχρονα είναι μέγας επαρχιωτισμός. Μέσα εδώ στην παράδοσί μας υπάρχει κάτι, αν θέλετε κάτι το τρελλό, το μωρό -αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός»- κάτι το φτωχό, κάτι το ανύπαρκτο, που τα διαλύει όλα και δίνει σημασία και αξία στον άνθρωπο.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει ότι ο καθένας είναι «εν σμικρώ Εκκλησία». Γι’ αυτό εάν τυχόν εμείς διαβάσωμε τον βίο, την πολιτεία και τις διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τα καταλαβαίνομε, επειδή έχομε γεννηθή μέσα σ’ αυτήν την παράδοσι. Εάν τα διαβάση κάποιος άλλος, από αυτούς τους πλούσιους ευρωπαίους, που τυχαίνει να τα έχουν όλα και συγχρόνως να τους λείπουν όλα, δεν θα καταλάβη αυτή την λογική.
Γι’ αυτό, νομίζω, ότι το χρέος μας είναι να τραφούμε με αυτή την λογική, την ορθόδοξη, και να χαρούμε την ζωή μας, να χαρούμε τις δυσκολίες μας, να χαρούμε – αν θέλετε – τον θάνατόν μας, δηλαδή να γίνωμε σαν την χαρά που ξεπερνά τον θάνατο. Και μ’ αυτό τον τρόπο, νοιώθομε ότι πράγματι ο Θεός, «καλά λίαν εποίησε» τα πάντα. Και σ’ αυτή την περίπτωσι εξοφλούμε και το χρέος, που έχομε προς όλους∙ και προς τους ευρωπαίους και προς τους αμερικάνους, και προς τους πολιτισμένους και προς τους απολίτιστους, γιατί όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Έλλησί τε και βαρβάροις οφειλέτης ειμί».
Σαν παράδειγμα σας φέρνω πάλι τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Ένας άνθρωπος μπορεί ν’ απολαύση την ζωή του, μόνο αν τυχόν αποφασίση να την θυσιάση για τους άλλους. Και να τυχόν αυτό γίνη, τότε από τώρα μπαίνει στην αιωνιότητα και μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει ότι «ο Θεός είναι Τριαδικός, ότι είναι τρία πρόσωπα και συγχρόνως είναι ένας Θεός». Και μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει, ότι «η ενότης της Εκκλησίας είναι η ενότης η Τριαδική, η οποία ιερουργείτε μέσα εδώ». Μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει, ότι «ο άλλος είναι ο εαυτός μου». Ενώ αντίθετα, εάν τυχόν εγώ φροντίζω μόνο για τον εαυτό μου, τότε πνίγω τον εαυτό μου, γιατί τον χωρίζω από τους άλλους.
Γι’ αυτό λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ότι «μπορεί να είναι εικόνα του Θεού κάθε ένας άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα όλο το ανθρώπινο γένος είναι μία εικόνα του Θεού». Και γι’ αυτό: «Εις άνθρωπος κατονομάσει το παν». Ένας άνθρωπος είναι ολόκληρο το γένος, ο κάθε άνθρωπος είναι ολόκληρη η Εκκλησία. Κι αν τυχόν κανείς ζη με το παράδειγμα του άγιου Κοσμά του Αιτωλού, τότε νοιώθει ότι, όντας ελάχιστος και μη όντας άξιος να φιλήση τα πόδια του άλλου, ταυτόχρονα είναι μεγάλος και δυνατός, γιατί ο νεκρός εαυτός του μπορεί να κηρύξη και να διδάξη όλον τον κόσμο.
Οπότε, αυτός ο συνδυασμός της αδυναμίας και της δυνάμεως, της ησυχίας, θα έλεγα, το να μείνω μόνος και να είμαι μαζί με όλους τους άλλους, είναι ένα δώρο που δίνει η ορθόδοξη Εκκλησία.
Θυμάμαι μία γριάν ελληνίδα, από την Κωνσταντινούπολι, στην Μασσαλία. Δούλευε σ’ ένα εστιατόριο. Εγέρασε και πήρε σύνταξι κι έμενε στο σπίτι της. Κάποτε μου είπε: «Πολλοί με λυπούνται τώρα και μου λένε: «Κυρά-Κατίνα, τι κάνεις τώρα μόνη σου;» Αλλ’ εγώ θέλω να σας πω ότι, τώρα που είμαι μόνη μου, περνώ την καλύτερη περίοδο της ζωής μου, γιατί συνέχεια λέω την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», και ταυτόχρονα διαβάζω βίους αγίων».
Έτσι βλέπομε, από την μια μεριά, έναν που τα έχει όλα, (σπίτια τέλεια, αυτοκίνητα της τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), και να μην έχη όρεξι να ζήσει. Και από την άλλη, την κυρά-Κατίνα, από την Κωνσταντινούπολι διωγμένη, να έχη πεθάνει ο άντρας της, να μένη μόνη σ’ ένα δωματιάκι και να νοιώθη ότι βρίσκεται μέσα στον παράδεισο. Αυτό είναι που χαρίζει η ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή, όχι μόνο μπορεί κανείς να χαρή ευαίσθητα και σωστά τις ευλογίες της ζωής, αλλ’ είναι δυνατόν να έχη μέσα του αυτήν την ευαισθησία και την χαρά, η οποία περιγελά τον θάνατο και η οποία κάνει τις δυσκολίες, τα γεράματα και τον θάνατο, μεγάλη ευλογία…
Ας συνεχίσωμε, όμως, με τις ερωτήσεις σας…
—————-
* Το παρόν κείμενο, του οποίου ο τίτλος εδόθη υπό του «Ερείσματος», αποτελεί ένα απάνθισμα της ομιλίας του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους π. Βασιλείου, εις την Πάτρα την 14η Μαΐου του 1998.
Μια θεώρησι του ανθρώπου κατά τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό:
Απαντήσεις σε απορίες πιστών *
του Πανοσ. Αρχιμανδρίτου π. Βασιλείου,
Καθηγουμένου Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους
– Είπατε ότι έχομε την παράδοσί μας και πρέπει να την κρατάμε. Όμως, κείμενα με μεγάλη σοφία υπάρχουν και σε άλλους λαούς… Δεν θα έπρεπε να μελετάμε κι αυτά που λένε και οι άλλοι λαοί; Έχοντας, δηλαδή, την δική μας ταυτότητα να προσέχωμε ταυτόχρονα και τους άλλους λαούς, ειδικά σήμερα που υπάρχει μια παγκοσμιοποίησι…
Σαφώς… Αλλ’ εάν τυχόν δεν ήταν έτσι, εάν τυχόν η Ορθοδοξία δεν ήταν Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, εγώ δεν θα έλεγα αυτά τα πράγματα. Η ορθόδοξη πίστη μας τους σέβεται όλους και ανακεφαλαιώνει το όλον. Νοιώθω ότι μπορεί κανείς να μιλήση απόλυτα, επειδή υπάρχει μέσα εδώ, στο βάθος της σοφίας, η γνησιότης και η αγάπη για όλο τον κόσμο. Κι έτσι καταργούνται, πέφτουν τα είδωλα και υψώνεται η εικόνα του Θεού. Κάποια φορά είχα πη σε κάποιους αναρχικούς: «Κοιτάξτε, ο άνθρωπος είναι τόσο μεγάλος, που δεν χωρά σε κανένα κόμμα, σε καμμιά θρησκεία, σε καμμιά φιλοσοφία. Αν θέλετε, δεν χωρά ούτε στην Ορθοδοξία. Αλλ’ επειδή η Ορθοδοξία με βοηθά να είμαι μη-ορθόδοξος, γι’ αυτό είμαι ορθόδοξος. Και στην Εκκλησία δεν λατρεύουμε τον Θεόν, αλλά τον υπερ-Θεόν».
Όταν παρακολουθούμε την Μεγάλη Εβδομάδα, όταν ο Αρχηγός της πίστεως μας θυσιάζεται για όλους -και γι’ αυτούς ακόμη που Τον σταυρώνουν- όταν αντιδρά προς τον Απόστολο Πέτρο και του λέει: «Βάλε το μαχαίρι σου στην θήκη του, γιατί δεν ήλθαμε να χτυπήσωμε τους εχθρούς∙ δεν έχομε εχθρούς. Ήλθα να καταργήσω την έχθρα» -ή όπως λέει το τροπάριο: «Και πάντα υπομείνας, άπαντας έσωσε»- όταν γίνεται αυτό, τότε νοιώθεις ότι εδώ υπάρχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Και αν τυχόν ζήσης την ορθόδοξη πίστι μέσα στη Θεία Λειτουργία και μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτή η ζωή κι αυτή η Θεία Λειτουργία, κι αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα  που οδηγεί στο Πάσχα, είναι ευλογία για όλο τον κόσμο.
Εδώ μας δίδεται αυτό το παράδειγμα ότι θυσιάστηκε ο Θεός της πίστεως μας, όχι για να σώση μερικούς, ούτε για να σώση τον εαυτό Του, αλλά για να σώση την οικουμένη. Κι εφ’ όσον είναι έτσι, τότε αναπαύεται κι ο κάθε άνθρωπος. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέει: «Γνώρισα έναν άνθρωπο, ο οποίος αγαπούσε τόσο πολύ τους αδελφούς του, που έλεγε: «Θεέ μου, θέλω να σώσης τους αδελφούς μου∙ και να τους σώσεις όλους. Αν τυχόν δεν σώσης όλους τους αδελφούς μου, δεν θέλω να σώσης ούτε εμένα. Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει παράδεισος, χωρίς τους αδελφούς μου»».
Η λογική της πίστεως μας, η λογική του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, είναι τέτοια, που αναπαύει τον άνθρωπο, γιατί αναπαύει την ανθρωπότητα ολόκληρη. Και μου φαίνεται ότι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, μ’ αυτόν τον χαρακτήρα του, δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ ένας γερμανόφωνος ρωμαιοκαθολικός. Αλλ’ είναι ένας ρωμιός, και είναι αυτός που είπε: «Το κακό θα έλθη από τους διαβασμένους». Δεν είπε ότι θα έλθη από τους μορφωμένους. Γιατί ο λαός μας, κάποιον που ξέρει πολλά, τον λέει πολύξερο∙ κάποιον, ο οποίος έχει προχωρήσει κι έχει χωνέψει αυτά που ξέρει, έχει γνώσι, τον λέει γνωστικό. Άλλος είναι ο πολύξερος κι άλλος ο γνωστικός. Αλλά το θέμα είναι ότι, για να γίνωμε μορφωμένοι, θα πρέπη να «μορφωθή ο Χριστός εν ημίν».Από την άλλη μεριά, «ψήγματα και κομμάτια αλήθειας» υπάρχουν παντού∙ αλλ’ έχει σημασία να βρης το όλον. Γι’ αυτό κι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος επίστευε, ο οποίος ζούσε όλη αυτή την χάρι, ενώ έκανε τον αγράμματο για να μιλήσει στους αγράμματους, κάποτε είπε: «Κοιτάξτε, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, όλες τις πίστες, κι έχω βρει ότι όλες είναι κάλπικες και η δική μας είναι η αληθινή».
– Τι εννοούσε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός όταν έλεγε: «Μιλάει μέσα από τον τάφο, από το σκαμνί, ο νεκρός εαυτός μου…»;
Είναι αυτό που λέμε: «Ο βρεγμένος δεν φοβάται την βροχή κι ο σκοτωμένος δεν φοβάται καμμιά απειλή …». Νομίζω ότι αυτό που έλεγε ο άγιος Κοσμάς, είναι αυτό που λέει ο Κύριος: «Όποιος θέλει να σώση την ψυχή του, θα την χάση∙ και όποιος την χάσει, ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα την σώση». Έτσι δια της απωλείας, φθάνομε στην εύρεσι και δια του μίσους του εαυτού μας, φθάνουμε στην αληθινή αγάπη.
Νομίζω, επίσης, ότι ο άνθρωπος έχει έναν δυναμισμό κεκρυμμένο, όπως είναι ο σπόρος, ο οποίος εάν δεν πεθάνη στη γη τη γόνιμη, «αυτός μόνος μένει∙ εάν δε αποθάνη, φέρει πολύ καρπό». Εάν τυχόν ο άνθρωπος λατρεύη τον εαυτό του, αυτοπροβάλλεται, λιβανίζη τον εαυτό του, τότε πνίγει τον εαυτό του. Εάν τυχόν έχη σαν σκοπό να τα «δώση όλα» για να αναπαυθή ο αδελφός του, ήδη μπήκε στην αιώνια ζωή. Γιατί ζη για τον αδελφό του, και ο εαυτός του είναι όλοι οι άλλοι.
Και νομίζω ότι, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είχε αυτή την αγάπη, γι’ αυτό είχε και αυτή την δύναμι. Γιατί ήταν αληθινός άνθρωπος, γιατί σεβόταν τον άλλο, γιατί ο άλλος ήταν ο εαυτός του. Και γιατί κοντά σ’ αυτόν, τον μικρό, τον ταπεινό και μεγάλο, ο κάθε ένας άνθρωπος έπαιρνε μία αξία, κι αυτός χαιρόταν όταν έπαιρνε ο άλλος αξία, όταν ο άλλος αναπαυόταν. Αλλ’ αυτό δεν γίνεται αν τυχόν εγώ κάνω το δικό μου σύλλογο, αν τυχόν εγώ θέλω να προβάλλω τον εαυτό μου∙ παρά μόνο αν τυχόν γίνωμαι φυτόχωμα για να φυτρώση ο άλλος το δέντρο του, αν εγώ τυχόν πάω στην άκρη, εξαφανίζομαι, δεν υπάρχω, δεν θέλω κανένα «ευχαριστώ» αρκεί μόνο να ζήση ο άλλος.
Ο άλλος είναι ο εαυτός μου. «Έν σώμα και έν πνεύμα εσμέν οι πολλοί». Γι’ αυτό οι Άγιοι, δηλαδή οι ταπεινοί, κι όταν υπάρχουν είναι σαν ανύπαρκτοι∙ δεν πιάνουν χώρο, δεν κάνουν φασαρία. Κι όταν δεν υπάρχουν «έν σαρκί», όταν λείπουν, είναι εξ ίσου μαζί μας και κρατούν τον κόσμο ολόκληρο στην ζωή. Οπότε, ο τρόπος του να υπάρχης, είναι ο τρόπος το να πεθαίνης και να θυσιάζεσαι εκούσια, από αγάπη για τον Άλλον και για τον άλλον.
– Φοβάμαι ότι πολλοί, αν και πηγαίνωμε στην εκκλησία, έχομε ένα κενό στην πίστι μας, δεν πιστεύομαι ουσιαστικά στον Θεό. Πού νομίζεται ότι οφείλετε αυτό;
Θυμάστε εκείνο το περιστατικό, που ένας πατέρας πήγε το άρρωστο παιδί του στον Κύριο και Τον παρακάλεσε να τον βοηθήση. Και είπε ο Κύριος: «Εάν πιστεύεις, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Και αυτός ο άνθρωπος, ο βασανισμένος, ήταν ειλικρινής και είπε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» (Μαρκ. θ΄, 24). Πιστεύω και ταυτόχρονα είμαι άπιστος βοήθησέ με να πιστέψω. Νομίζω ότι, αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε, σαν τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ειλικρινείς και να μην παριστάνομε το κάτι παραπάνω από ό,τι είμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, είναι μια πραγματική κόλαση από ένα φανταστικό παράδεισο». Κ αν τυχόν εμένα μου λέτε καλά λόγια και δεν βλέπω εγώ την κακομοιριά μου, αλλά πιστέψω αυτά που λέτε, κι αρχίζω να κυκλοφορώ, σαν να είμαι αυτά που νομίζουν οι άλλοι, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Εάν τυχόν νοιώθω μια πίστη, θα πρέπει να πω: «Δόξα τω Θεώ, νοιώθω μιαν ανάπαυση». Εάν τυχόν νοιώθω μιαν αμφιβολία. Θα πρέπει να εξομολογηθώ τον λογισμό μου. Κι έτσι κενούμενος, αδειάζοντας κανείς και όντας τίμιος με τον εαυτό του, προχωρεί στην αλήθεια και βρίσκει τη μία πίστη, η οποία δεν είναι δοξασία, αλλ’ είναι φανέρωση της δυνάμεως, της αγάπης του Θεού, η οποία σώζει τον άνθρωπο∙ και τον ελάχιστο άνθρωπο, τον καθένα, τον κάνει Θεό, κατά χάρη∙ και ταυτόχρονα είναι αυτή η πίστη και η αγάπη, η οποία δυνάμει σώζει την οικουμένη.
Σας λέω: Να σέβεστε τον εαυτό σας, να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας και να «επισκέπτεσθε» τον εαυτό σας, όπως λέει ο άγιος Συμεών. Και να εξασφαλίσετε μια ήσυχη ώρα και μια ήσυχη γωνιά, που θα είναι μόνο για τον εαυτό σας. Και μάθετε να λέτε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό: Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο Θεός, ο δυνατός∙ εγώ είμαι ο αδύναμος, ο αμαρτωλός. Σε γνωρίζω και δεν Σε γνωρίζω. Ξέρω ότι είμαι αδύναμος, ξέρω ότι Εσύ με αγαπάς και ζητώ το έλεός Σου».
Εάν τυχόν αυτό γίνει, τότε θα βρούμε σιγά – σιγά τον εαυτό μας, και δεν θα είμαστε εκτός εαυτού, δεν θα ζούμε έξω από τον εαυτό μας. Εάν τυχόν δεν επισκεπτόμαστε τον εαυτό μας, εάν δεν έχομε μια ήσυχη ώρα και μια ήσυχη γωνιά, τότε θα είμαστε συνέχεια ζαλισμένοι και συνέχεια μαριονέτες, που μας κινούν άλλες δυνάμεις: είτε η τηλεόραση, είτε οι εφημερίδες, είτε τα μαθήματα, είτε η επιπολαιότης, είτε τα πάθη τα δικά μας … Ενώ το βαθύτερο είναι μας, αυτό το οποίο φέρει τη χάρη του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, θέλει να πει: «Κοίταξε, δεν είμαι τίποτε, αλλά ταυτόχρονα έχω μια δύναμη, που δεν φοβάται ούτε το χάρο».
Για να γίνει αυτό το πράγμα, θα πρέπει κανείς να βρει τον εαυτό του. Και θα βρει κανείς τον εαυτό του, αν μπορεί να είναι ειλικρινής, κατ’ αρχήν, με τον εαυτό του. Και τότε θα νοιώσει ότι είναι, σαν άνθρωπος, ένα μπόλι ελάχιστο, το οποίο μπολιάζεται στην καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ’ ένα δένδρο βαθύρριζο, και νοιώθει ότι το μπόλι αυτό έπιασε. Μεγαλώνουν τα κλαδιά, ανθίζει το μπόλι και βγάζει καρπούς. Κι αυτό το ελάχιστο μπόλι έχει δικές το ρίζες, τις ρίζες τις βαθύτατες του αιωνόβιου δένδρου. Τότε κανείς νοιώθει ότι, αυτά που ζει μέσα του, ή αυτά που λέει, δεν είναι κάτι που τα διάβασε και κρατάει ένα χαρτί και τα λέει, αλλ’ είναι κάτι που βγαίνει από μέσα του. Και τι βγαίνει από μέσα του; Βγαίνει, μια στιγμή, ένα «Δόξα τω Θεώ».
Κι αυτός ο άνθρωπος, που μέσα του έχει «μορφωθεί» ο Χριστός, αυτός ο άνθρωπος έχει μία υγεία πνευματική, έχει μία ηρεμία και μία ελευθερία, και νοιώθει ότι δεν έχει κανένα παράπονο για τίποτε και για κανένας άνθρωπο. Γιατί αν τυχόν εμείς παραπονιόμαστε και μουρμουρίζουμε και δυσανασχετούμε, σημαίνει όχι ότι μας φταίνε οι άλλοι, αλλ’ ότι εμείς δεν έχομε την υγεία την μεγάλη, το δυνατό σώμα για να χωνέψει τη κάθε τροφή, εμείς δεν έχομε ελάχιστη από τη χάρη και το δυναμισμό του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Ένας άνθρωπος μορφωμένος εν Χριστώ, ένας άνθρωπος μικρός εν Χριστώ, δηλαδή μεγάλος, είναι ήσυχος, ήρεμος, δεν απειλεί κανέναν. Αλλ’ όλα το κάνουν καλό και λέει μόνο: «Δόξα σοι, ο Θεός». Κι όσο περνούν τα χρόνια δεν χάνει δύναμη, αλλ’ αυξάνεται η δύναμή του. Και όταν γεράσει, τότε νοιώθει ότι τα γεράματα είναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Και όταν πεθάνει, νοιώθει ότι δια του θανάτου μπαίνει σε μια πλήμυρα ζωής, την οποία δεν μπορούσε ν` αντέξει όσο ήταν ζωντανός.
-Είναι κοινώς αποδεκτό ότι σήμερα υπάρχει ένας κορεσμός των πάντων∙ της ύλης, της ηδονής, της απολαύσεως … Κάποια στιγμή απολυτοποιήθησαν τα πάντα, πλην της ορθοδόξου πίστεως. Αλλά σήμερα πολλοί νέοι θέλουν να προσεγγίσουν, θέλουν να ακουμπήσουν κάπου. Οι εκφραστές, όμως, του θείο λόγου – γιατί ο θείος λόγος, από μόνος του, είναι γλυκύς και πανέτοιμος να τους δεχτεί – οι ιερείς, θεολόγοι, κτλ, θα μπορέσουν άραγε να συνδυάσουν την παράδοση με τον σύγχρονο λόγο, ώστε να προσεγγίσουν αυτούς τους νέους, που είναι η ελπίδα του μέλλοντος; Και πώς διαβλέπετε το μέλλον της νεολαίας μας;
Με αυτά που είπατε και συμφωνώ και διαφωνώ∙ και θα σας εξηγήσω. Κατ’ αρχάς, ποια είναι η νεολαία; Είναι τα νέα παιδιά; Εγώ σας λέω ότι, αυτό που ζητάμε όλοι, είναι όχι μία βιολογική νεότητα, η οποία παρέρχεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά μια χάρη η οποία, όπως λέμε, ξεπερνά τον θάνατο …
Έπειτα, ποιοι είναι οι εκφραστές του θείου λόγου; Μπορεί εγώ να μιλάω για την Ορθοδοξία, να μιλάω για την ταπείνωση και ταυτόχρονα από μέσα μου να αναδύεται μια αποφορά εγωισμού∙ να μιλάω για ησυχία και να σας ταράσσω. Βέβαια υπάρχουν οι Άγιοι, υπάρχουν οι φορείς και εκφραστές του θελήματος του Θεού, κι αυτοί που φανερώνουν τη χάρη της Εκκλησίας, αλλ’ αυτοί οπωσδήποτε δεν είναι εκείνοι οι οποίοι εξωτερικά φαίνονται.
Να σας πω για παράδειγμα το γιατί πήγαμε στο Άγιον Όρος. Σήμερα βλέπετε ότι πολύς κόσμος πάει στο Άγιον Όρος, ενώ παλιά έλεγαν ότι ήταν καταδικασμένο να πεθάνει, κτλ. Εν τέλει, καθώς περνάν τα χρόνια, νιώθομε ότι πήγαμε εκεί για κάποιους απλούς μοναχούς, για κάποιους αγράμματους, για κάποιους ανύπαρκτους, για κάποιους ταπεινούς, που δεν είχαν καμιά ιδέα για τον εαυτό τους∙ κι αυτοί οι άνθρωποι σου μετέδιδαν ένα άρωμα, που έφερνε την Ανάσταση. Και τότε λες: «Ναι, κάθομαι κοντά σ’ αυτούς».
Τέτοιοι, όμως, άνθρωποι απλοί, ανύπαρκτοι, οι οποίοι έχουν αυτή τη χάρη και τη μεγαλοσύνη, υπάρχουν πάρα πολύ στον κόσμο, στην Ελλάδα. Αλλ’ η αγωγή, που παίρνομε, μας λέει πολλές φορές ότι αυτό το χρυσάφι είναι τενεκές και να το αποφεύγουμε∙ και να θεωρούμε τον τενεκέ για χρυσάφι. Γι’ αυτό βασανιζόμαστε. Γι’ αυτό σας λέω: Ησυχάστε λίγο στον εαυτό σας, βρείτε μία ώρα, μισή ώρα, κι έναν ήσυχο τόπο, όπου θα είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας. Και θα δείτε ότι σιγά – σιγά αναπτύσσεται μέσα σας μια δύναμη, η οποία σπάει τα σίδερα της οποιασδήποτε φυλακής
Και θα έχετε την δύναμη και την αίσθηση και την ευαισθησία για να βρίσκετε παντού αυτούς τους μεγάλους αγίους, όπως είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, όπως είναι κάποιοι ταπεινοί, που βρίσκονται στα σπίτια σας, και μπορεί να είναι ο πατέρας, η μάνα, ο παππούς, η γιαγιά ή ένα μικρό παιδί. Αλλά προ παντός έχομε πολλούς γέρους, πολλές γιαγιάδες, οι οποίοι έχουν αυτή την χάρη τη μεγάλη, που έχουν οι Αγιορείτες οι ταπεινοί, οι οποίοι κάλεσαν εμάς στο Άγιον Όρος, μόνο με το να υπάρχουν. Οι οποίοι δεν έχουν καμιά ιδέα για τον εαυτό τους, οι οποίοι σε αγαπούν πριν σε γνωρίσουν, σε σέβονται περισσότερο από ό,τι αξίζεις. Κι έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο σε δεσμεύουν, σε ρίχνουν στο φιλότιμο και σε έχουν δέσει χειροπόδαρα, με το να σε αφήνουν ελεύθερο.
Προ ημερών ήμουν σε ένα σπίτι και κουβέντιαζα με τον πατέρα για μια δουλειά, που θα εξυπηρετούσε το Μοναστήρι, ενώ δίπλα ήταν η γυναίκα του, σε ένα άλλο δωμάτιο, και κάτι συλλάβιζε. Σκέφτηκα ότι θα μαθαίνει κάποιο εγγονάκι της να διαβάζει, αλλ’ όταν ρώτησα: «Τι κάνει;», μου είπαν ότι κάνει την προσευχή της. Όταν τελειώσαμε την δουλειά και φεύγαμε, αυτή ήταν μέσα στην κουζίνα, είχε ανάψει το καντήλι και διάβαζε συλλαβιστά την Παράκληση… Αυτή η άσχημη γριά, με τα γυαλιά, ήταν σαν άγγελος. Και λέω: «Κοίταξε, αυτοί κρατούν τον κόσμο…». Κι αυτή μέσα της είχε την χαρά, που νικά τον θάνατο. Γιατί δεν είχε καμία ιδέα για τον εαυτό της, πως ήταν κάτι σπουδαίο∙ και γι’ αυτό τον λόγο είχε μέσα της αυτή την ανάπαυση.
Είναι, λοιπόν, καλό να πετύχει κανείς, να βγει πρώτος στα μαθήματα, και να τα πετύχει όλα. Αλλ’ εν τέλει, όλα αυτά είναι ανεπαρκή. Δεν λέω να μην ζητήσει κανείς να έχει κάτι. Αλλά να έχει ότι χρειάζεται για να επαρκεί, και μετά να ζητήσει πάση θυσία αυτό το ένα, το ελάχιστο, το οποίο καταργεί τον θάνατο και φωτίζει έσωθεν όλα τα πρόσκαιρα και τα διαβατικά, και τους δίνει ένα φως και μία αίγλη αιωνιότητος.
Αυτά που σας λέω, πιστεύω ότι τα καταλαβαίνετε. Κι αν νομίζεται ότι δεν τα καταλαβαίνετε, τα καταλαβαίνετε. Κι αν δεν τα νοιώθετε τώρα, θα τα νιώσετε λίγο αργότερα. Αν τα έλεγα κάπου αλλού, σε μία άλλη χώρα, δεν θα καταλάβαιναν τίποτε. Αλλ’ εσείς τα καταλαβαίνετε, γιατί υπάρχει στην γενιά σας η γιαγιά, η οποία η οποία συλλαβίζει την προσευχή, η οποία ανάβει το καντήλι. Υπάρχει ο άνθρωπος, που σου λέει μια κουβέντα και νοιώθεις ότι σε ανέπαυσε εσωτερικά. Όπως ο Κύριος, μετά την Ανάσταση, όταν είδε τους μαθητές Του στον αιγιαλό και τους είπε να βάλουν στα δεξιά τα δίχτυα, κτλ, κι εκείνοι κατάλαβαν ότι Αυτός ήταν ο Χριστός, ο οποίος τους είπε αυτά τα απλά πράγματα.
Πολλοί «Θεοφόροι» υπάρχουν και πολλοί «Χριστοφόροι» κυκλοφορούν μεταξύ μας: είναι άνθρωποι, οι οποίοι δεν πληγώνουν κανέναν και δεν έχουν καμιά ιδέα για τον εαυτό τους. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρός και δεν υπήρχαν πλυντήρια, μια γριά από τη Μικρά Ασία, η οποία έπλενε τα ρούχα μας. Αυτή στο τέλος δεν μπορούσε να πλένει, αλλ’ ερχόταν κι έπαιρνε μία βοήθεια. Και όταν ήμασταν μικρά παιδιά – γιατί ένα μικρό παιδί αγαπάει τον αδύναμο, όπως αγαπάει κι ένα τραυματισμένο πουλάκι – πηγαίναμε και της φιλούσαμε το χέρι. Κάποτε, σε μια συζήτηση, είπε η κυρα-Ζαχαρένια: «Άνθρωπο μ’ είπαν κι εμένα». Κι αυτό μου έχει μείνει μέσα μου. Δεν είχε δόξα, δεν είχε τιμές, δεν είχε παιδιά, δεν είχε σπίτι, δεν είχε τίποτε∙ είχε μόνο ένα πράγμα: το ότι ήταν άνθρωπος. «Άνθρωπο μ’ είπαν κι εμένα».
Θα θυμάστε και σεις ότι, κάποτε μικροί, θα θέλετε να γίνετε κάτι, ότι είχατε κάποιους ήρωες, όταν ήσασταν στο δημοτικό, ή στο γυμνάσιο, ή στο λύκειο∙ πιθανόν και τώρα να έχετε κάποιους. Κι εγώ έχω κάποιους ήρωες και κάποια ιδανικά. Αλλ’ εν τέλει, ο ήρωας ο μεγάλος, ο δικός μου, είναι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που σου μεταδίδει μία χάρη και μια ευλογία, η οποία είναι ευλογία για όλο τον κόσμο, για πιστούς και απίστους.
– Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για την Αγία Τριάδα και για τον άλλον άνθρωπο, ο οποίος είναι ο εαυτός μας; Κι αν είναι δυνατόν, να κάνετε μια διάκριση μεταξύ της καρδιακής προσευχής και του διαλογισμού…
Λέει κάπου ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Για να σας πω τι είναι η Αγία Τριάδα θα σας φέρω μια εικόνα: ο ήλιος είναι ο Θεός Πατέρας∙ και οι ακτίνες, που έρχονται σαν κλωστές, είναι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι το φως, το οποίο απλώνεται γύρω. Αλλ’ αν θέλετε να καταλάβετε καλύτερα τι είναι η Αγία Τριάδα, να πάτε να εξομολογηθείτε παστρικά σ’ ένα πνευματικό, να ζήσετε όπως θέλει ο Θεός και τότε θα καταλάβετε τι είναι η Αγία Τριάδα».
Δηλαδή, όταν κανείς είναι διαβασμένος κι εγωιστής, τότε ζει εκτός εαυτού και δεν ξέρει τίποτε∙ ούτε τι είναι η Αγία Τριάδα, ούτε τι είναι ο άνθρωπος. Όταν, όμως, έχει τη χάρη του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ή της κυρα-Ζαχαρένιας, όταν δεν θέλει να πληγώνει κανέναν και ταυτόχρονα ότι έχει τα δίδει στους άλλους, τότε δεν γνωρίζει μεν τι είναι ο Θεός, αλλά ζει «εν τω Θεώ». Γιατί ζώντας μέσα στην Εκκλησία, με την λογική του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, κάποια στιγμή σου αποκαλύπτονται όλα, και κάποια στιγμή νοιώθεις κάτι το οποίο, όπως λέει ο άγιος Συμεών, δεν μπορείς ούτε να το διδάξεις, ούτε να διδαχθείς, αλλά σου δίδεται, σου αποκαλύπτεται.
Για το θέμα της ευχής και του διαλογισμού θα έλεγα το εξής: Όταν λέει κανείς την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», αυτό που λέει είναι η αλήθεια. Είτε πιστεύει, είτε δεν πιστεύει∙ είτε πιστεύει πολύ, είτε πιστεύει λίγο. Γι’ αυτό σας λέω: Πείτε την ευχή, γιατί είναι πλήρης ουσίας. Όχι βέβαια σαν να κάνετε διαλογισμό, για να ηρεμήσετε, όταν έχετε αϋπνία, και να σας πάρει ο ύπνος, κτλ, σαν μια κουβέντα μαγική, όπως θα μετρούσατε από το ένα μέχρι το χίλια…
Η Εκκλησία έχει την λογική – και Λογική – λατρεία, και με την ευχή λέμε: Είσαι ο Κύριος, ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού, ο Θεός ο δυνατός, ο οποίος είσαι γνωστός σε εμάς και ταυτόχρονα άγνωστος. Ελέησέ μας τους αμαρτωλούς. Νιώθομε ότι έχομε ανάγκη από κάποιο έλεος, από κάποια βοήθεια, όπως νοιώθομε ότι έχομε ανάγκη από οξυγόνο για να αναπνεύσομε, έχομε ανάγκη από τον ήλιο για να ζεσταθούμε και να ζήσομε.
Οπότε, λέγοντας την ευχή, κατ’ αρχήν ψιθυριστά για να ακούει και το αυτί μας, κάνοντας και το σημείο του Τιμίου Σταυρού, ή μερικές μικρές και μεγάλες μετάνοιες, τότε συμμετέχει όλος ο εαυτός μας. Κι αν τυχόν ο νους μας πάει δεξιά και αριστερά, μπορούμε να λέμε το εξής: «Θεέ μου, κοίταξε∙ δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου αυτή την στιγμή, για να πω την ευχή. Δέξου αυτό∙ το ότι κάνω το σημείο του Τιμίου Σταυρού και γονατίζω μπροστά στην εικόνα Σου, σαν μια αίτηση του ελέους Σου». Όπως όταν κάποιος πνίγεται και θέλει να ζητήσει βοήθεια και δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά κουνάει το χέρι, και η κίνηση του χεριού είναι ένα κάλεσμα βοηθείας, έτσι είναι και η ευχή αυτή.
Και νομίζω ότι, εάν τυχόν κανείς μπορεί να την λέει συχνά, θα δει στο τέλος ότι, από αυτόν τον κόπο της καλλιεργείας της ψυχής του βλαστάνει ένας καρπός, που τον τρέφει. Και στο τέλος γίνεται ακόπως η ευχή, ή όπως λέει η Φιλοκαλία: «αναπνέει» κανείς την ευχή «άνευ της οιασούν εννοίας» (:χωρίς καμιά έγνοια). Κι έτσι χωρίς να κάνει τίποτε, γίνονται όλα με την χάρη του Αγίου Πνεύματος.
-Τον τελευταίο καιρό βλέπομε στις τηλεοράσεις ότι η Εκκλησία έχει έναν απεριόριστο πλούτο, οι δεσποτάδες ζουν μέσα στο χρυσάφι… Κι έπειτα μας λέτε να είμαστε απλοί. Πώς γίνεται αυτό, όταν η ίδια η Εκκλησία έπρεπε…
Κατ’ αρχήν, ψεύτικα είναι τα χρυσάφια, σας κοροϊδεύουν… Εν συνεχεία πρέπει να σεβόμεθα τον εαυτό μας και να είμεθα τόσο μεγάλοι, ώστε να έχομε γίνει χαζοί και να τα συγχωρούμε όλα. Γιατί η μεγαλοσύνη μας δεν θα μας επιτρέπει να ασχολούμεθα με τιποτένια πράγματα, αλλά με το πως θα έχομε την χάρη του Θεού μέσα μας.
Λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Αληθώς καθαρός τη καρδία», αληθινά καθαρός στην καρδιά, «είναι αυτός για τον οποίον είναι όλοι καθαροί και δεν υπάρχει κανείς βέβηλος∙ είναι όλοι άγιοι και πανάγιοι και δεν διακρίνει τον δίκαιο από τον αμαρτωλό». Οπότε, αν φθάσομε στην εν Χριστώ ελευθερία, δηλαδή αν τυχόν είμαστε «χαζοί» και «τυφλοί», τότε θα είμαστε έξυπνοι και οξυδερκείς, τότε θα είμαστε ήρεμοι, ήσυχοι, αδύναμοι και παντοκράτορες, κατά χάριν Θεού.
Γι’ αυτό μη μου λέτε τι κάνουν οι δεσποτάδες, οι παπάδες, οι καλόγεροι, κτλ, γιατί όλοι θα δώσουμε λόγο στο Θεό. Πολλές φορές αυτή η ερώτηση κι αυτή η απασχόληση είναι εκ του πειρασμού, για να μας κρατά με τιποτένια πράγματα απασχολημένους. Γιατί ποιος μας λέει ότι, ένας απλός άνθρωπος, ένας μη μεγάλος, ένας μη εμφανίσιμος, ένας μη γνωστός, δεν είναι πολύ μεγαλύτερος από όλους τους τρανούς και τους μεγάλους, κι ότι ο Θεός δεν του έχει δώσει πολλά πράγματα, τα οποία ξέρει μόνο αυτός; Κι αυτός μπορεί να τα αξιοποιήσει, αλλ’ αυτός επίσης θα δώσει λόγο στον Θεόν, αν δεν τα αξιοποιήσει. Να σεβαστούμε, λοιπόν τον εαυτό μας και να μην υποτιμάμε κανένα. Μπορεί εγώ να είμαι καλόγερος, ή ηγούμενος, και να μου λένε μεγάλα λόγια, και μπορεί η κυρα-Ζαχαρένια να μην ήταν τίποτε, παρά μόνον άνθρωπος, αλλ’ αυτή βοηθά όλο τον κόσμο.
Θυμάστε αυτό που λέμε στους Χαιρετισμούς: «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει, εν τη σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη, ο Ασώματος λέγων τη Απειρογάμω…». Θέλω να μείνω στο «Προσταχθέν μυστικός».
Κάποια στιγμή μυστικά σου προστάζει ο Θεός κάτι, και πρέπει αυτό να το ακούσεις και να ασχοληθείς μαζί του. Και για τα υπόλοιπα τι κάνεις;
Συγχώρησέ τους όλους. Αν θέλεις βέβαια να πεις μια γνώμη, να γράψεις κάτι, κτλ, ας το κάνεις. Αλλ’ εγώ δεν πρόκειται να μείνω σ’ αυτόν τον «κοινωνικό αγώνα». Υπάρχει ένας άλλος αγώνας, ο οποίος γίνεται μυστικώς και ο οποίος κυβερνά ουσιαστικά όλ’ αυτά τα οποία γίνονται στην επιφάνεια της ιστορίας. «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει».
Ακούστε μυστικά αυτό, που μυστικά σας προστάζεται…
Και πολλές φορές αυτό δεν είναι μια παράκληση, αλλ’ είναι μια προσταγή. Κι όταν δεχθεί κανείς αυτή την προσταγή, δεν έχει καιρό να ασχοληθεί με τιποτένια πράγματα. Γιατί όταν είναι χορτάτος από το πιο πλούσιο φαγητό, δεν ζητά να βρει τροφή στα σκουπίδια, όπως γινόταν στην γερμανικά κατοχή. Αλλά θα πρέπει να απαντήσει όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος πηγαίνοντας στη Δαμασκό τον τύφλωσε ο Χριστός και τον κέρδισε, και είπε: «Ουκ απειθής εγενόμην τη ουρανίω οπτασία», δεν έγινα απειθής, αλλ’ υπάκουσα εις την ουράνια οπτασία.
Νομίζω ότι, ο καθένας μας έχει κάποιες στιγμές χάριτος, κάποιες στιγμές νηφάλιες, κάποιες στιγμές που υπάρχει η αστραπή της Θεότητος και κάτι νοιώθει. Αν μπορεί να πει: «Ουκ απειθής εγενόμην τη ουρανίω οπτασία», κι αν τυχόν είναι συνεπής σ’ αυτό, που ο Θεός του είπε, τότε εν συνεχεία θα προχωρεί φυσιολογικά από «δόξης εις δόξαν» και θα φθάσει σ’ αυτήν την ανάπαυση, που θα ίσταται και θα κινείται. Δεν θα κάνει τίποτε κι όλα θα γίνονται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, γιατί αυτό το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται «υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις», μέσα στην καρδιά κάθε ταπεινού ανθρώπου…
—————-
* Οι ερωτήσεις έγιναν από πιστούς προς τον καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους π. Βασιλείου, αμέσως μετά από την ομιλία του με τον τίτλο: «Η ορθόδοξη θεώρησι του ανθρώπου κατά τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό», εις την Πάτρα την 14η Μαΐου του 1998.
Σημείωση (Πηγή: Περιοδικό Ι.Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών Πατρών ‘ΕΡΕΙΣΜΑ’)

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η «Σύνοδος» της Κρήτης νόθος καρπός εξωσυζυγικών σχέσεων

e-Παρακαταθήκη

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἐγκαταλείπει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἀναγνωρίζει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικούς

Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ λειτουργεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μετὰ τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους ἑπτὰ οἰκουμενικὲς συνόδους, μὲ τελευταία τὴν Ζ´ τῆς Νικαίας (787), καὶ τὶς μετὰ ταῦτα θεωρούμενες ἀπὸ πολλούς ὡς Η´ καὶ Θ´, τὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου δηλαδὴ τὸ 879 καὶ τὴν ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ τοῦ 1341/1351, συνῆλθαν πολλὲς σύνοδοι μὲ εὐρύτερη ἢ μικρότερη σύνθεση καὶ μὲ σπουδαῖο συνοδικὸ ἔργο.

᾽Ακόμη καὶ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία καὶ σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος πάμπολλες σύνοδοι, μὲ τὴν συμμετοχὴ τὶς περισσότερες φορὲς καὶ τῶν πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς καὶ ἱεραρχῶν ἀπὸ τὰ πρεσβυγενῆ αὐτὰ πατριαρχεῖα, ἀντιμετώπισαν τὰ ἀνακύψαντα θέματα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τὸν προσηλυτισμὸ Ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπὸ παπικοὺς καὶ προτεστάντες ἱεραποστόλους. Δὲν ἔπαυσε πάντως ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ καθεστὼς δουλείας καὶ αἰχμαλωσίας, νὰ ὀργανώνει μὲ τὴν δέουσα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.363 επιπλέον λέξεις