Παναγία η Χρυσαφίτισσα στην Μονεμβασιά και τα θαύματά της.

Θεομητορικό

Αυτή η αγία Εικών της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, πότε και πως ευρέθη και τι θαύματα επετέλει δεν γνωρίζομεν εξ εγγράφων στοιχείων, επειδή τα περί αυτής βιβλία απωλέσθησαν κατά την άλωσιν και καταστροφήν της Μονεμβασίας.

Τη αυτή ημέρα, Δευτέρα μετά την Κυριακήν του Αντίπασχα, εορτάζομεν την ανεύρεσιν της Αγίας και θαυματουργού Εικόνος της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ, της επονομαζομένης ΧΡΥΣΑΦΙΤΙΣΣΗΣ εν Μονεμβασία.                                                  

Κατά παράδοσιν όμως γνωρίζομεν, ότι αύτη η αγία Εικών ήτο εις τι χωρίον ονομαζόμενον Χρύσαφα της Λακεδαίμονος της Πελοποννήσου. Εκείθεν θεία της Θεομήτορος βουλήσει και τρόπω ανεξιχνιάστω ευρέθη αύτη, ω των θαυμασίων σου, Δέσποινα αγνή! εν Μονεμβασία, άνωθεν του βλιχερού ύδατος, ένθα νυν το Μοναστήριον της Χρυσαφιτίσσης λεγόμενον. Την αγίαν ταύτην Εικόνα εύρε το πρώτον εκεί γραία τις γυνή, ήτις ομολογήσασα τούτο εις άλλην γυναίκα και αυτή εις άλλην, εκοινολογήθη ούτος ο λόγος και έως τον τότε Μητροπολίτην. Συναχθέντες λοιπόν όλοι οι Χριστιανοί και ποιούντες…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.802 επιπλέον λέξεις

Η Ψηλάφηση του Θωμά και η βασίλισσα των Ιωαννίνων στη μεταβυζαντινή μνημειακή τέχνη

Η ερευνητική εργασία της Ελένης Ευαγγέλου με θέμα: «Γυναίκες και εικόνες – Η περίπτωση της Μαρίας Αγγελίνας Δούκαινας Παλαιολογίνας, βασίλισσας των Ιωαννίνων (περ. 1349/50-1394)», αποτελεί μια ξεχωριστή συμβολή στο κεφάλαιο της γυναίκας στην Παλαιολόγεια περίοδο και την μεταβυζαντινή τέχνη. Το Γ’ Κεφάλαιο της εργασίας επιγράφεται: «Η Μαρία μετά τη Μαρία: η Ψηλάφηση του Θωμά και η βασίλισσα των Ιωαννίνων στη μεταβυζαντινή μνημειακή τέχνη». Σε αυτό το κεφάλαιο εξετάζονται ορισμένες μεταβυζαντινές παραστάσεις με θέμα την Ψηλάφηση του Θωμά στις οποίες εντάσσεται η μορφή της Μαρίας Παλαιολογίνας. Πρόκειται για τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα και κοσμούν ναούς των Ιωαννίνων, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Παραθέτουμε στη συνέχεια κάποια παραδείγματα. Γράφει η Ελένη Ευαγγέλου: «Το παλαιότερο παράδειγμα προέρχεται από το ναό του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπηνών στο νησί των Ιωαννίνων (1542). Ο Χριστός τοποθετείται μπροστά στην κλειστή θύρα θολοσκεπούς κτιρίου, ανάμεσα σε δυο ομάδες μαθητών, πατώντας πάνω στην ανώτατη βαθμίδα που οδηγεί σε αυτό. Με το αριστερό χέρι τραβά το χιτώνα αποκαλύπτοντας την πληγή και τεντώνει προς τα επάνω το ελαφρά λυγισμένο δεξί χέρι. Στον αριστερό όμιλο των αποστόλων, πίσω ακριβώς από τον Θωμά, εικονίζεται η βασίλισσα Μαρία ενδεδυμένη με λευκά και πολυποίκιλτα βασιλικά ενδύματα. Η νεαρή γυναίκα εντάσσεται στη σύνθεση ως απλός παρατηρητής: ο Χριστός δεν την ευλογεί με το άγγιγμά του ούτε στρέφει το βλέμμα του προς το μέρος της.  

Η Ψηλάφηση του Θωμά, Μονή Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπηνών Ιωαννίνων (1542), 

Ο όσιος Νικάνορας έκτισε το ομώνυμο μοναστήρι στη Ζάβορδα το 1528 ή το 1543/1544. Σύμφωνα με επιγραφή στη βάση του τρούλου οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν το 1595/1596. Η τεχνοτροπική ανάλυση του διακόσμου τις τοποθετεί χρονικά στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και τις αποδίδει στο εργαστήριο του Κατελάνου. Η παράσταση με θέμα την Ψηλάφηση του Θωμά τοποθετείται στο νότιο τοίχο του διακονικού. Ο Χριστός παρουσιάζεται όρθιος μπροστά από την κλειστή θύρα θολοσκέπαστου κτιρίου να πατεί πάνω σε πλατιά βαθμίδα. Με το αριστερό χέρι τραβά το βαθυκύανο χιτώνα του, ενώ το δεξί τεντώνεται προς τα επάνω, όπως στην τοιχογραφία της Μονής του Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπηνών. Η φυσική κυρία των Ιωαννίνων παρακολουθεί τα τεκταινόμενα χωρίς να δέχεται την ευλογία του Ιησού. Από την άλλη πλευρά, η διάταξη των δύο ομάδων στο χώρο και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται το αρχιτεκτονικό βάθος πλησιάζουν περισσότερο την τοιχογραφία της Μονής Βαρλαάμ. Ο Δημήτριος Αγορίτσας υποστηρίζει ότι ο ζωγράφος του Αγίου Νικάνορα συνδύασε στοιχεία από τις δύο προγενέστερες παραστάσεις με την ιδιαίτερη απόδοση της Ψηλάφησης του Θωμά έτσι ώστε να δημιουργήσει μια νέα σύνθεση. Ο συσχετισμός των τριών πρωιμότερων παραστάσεων με το εργαστήριο και την καλλιτεχνική παραγωγή του Θηβαίου ζωγράφου Φράγκου Κατελάνου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Η παρουσία μιας γυναίκας ενδεδυμένης με δεσποτικά ενδύματα στη συγκεκριμένη ευαγγελική σκηνή απαντά σε τρία Θεσσαλικά μνημεία του 17ου αιώνα. 

Η Ψηλάφηση του Θωμά, τοιχογραφία, 1592. Ζαβόρδα, Μονή Αγίου Νικάνορα 

Στα τέλη του 17ου ή στις αρχές του 18ου αιώνα μπορεί να χρονολογηθεί η παράσταση με το ίδιο θέμα στην Αγία Θεοδώρα της Άρτας. Η αποσπασματικά σωζόμενη τοιχογραφία τοποθετείται στο κέντρο του βορείου τοίχου του νάρθηκα. Οι ομοιότητες με την αντίστοιχη σκηνή στον Άγιο Νικόλαο των Φιλανθρωπηνών είναι έντονες: αρκεί να προσέξουμε την κίνηση του δεξιού χεριού του Χριστού. Η Fani Gargova εντοπίζει ομοιότητες με τον Άγιο Νικάνορα όσον αφορά στη διάρθρωση των μορφών, οι οποίες πιθανότατα οφείλονται στο χώρο που είχε στη διάθεση του ο ζωγράφος. Ο Χριστός δεν στρέφεται προς τη Μαρία Παλαιολογίνα ούτε την ακουμπά: η βασίλισσα στέκεται πίσω από τον Θωμά και φορά διάδημα, λώρο και λευκό χιτώνα κοσμημένο με ερυθρό φυτικό μοτίβο. 



Τέλη 17ου – αρχές 18ου αι. – Μονή Αγίας Θεοδώρας Άρτης 

Η παράσταση της Ψηλάφησης του Θωμά στον Άγιο Νικόλαο Ρεντίνας φιλοτεχνήθηκε μετά το 1725. Η τοποθέτηση των μορφών στο χώρο, το αρχιτεκτονικό βάθος αλλά και η χαρακτηριστική κίνηση ευλογίας του Χριστού προς την Παλαιολογίνα ομοιάζουν με την αντίστοιχη τοιχογραφία της Μονής Βαρλαάμ». 




Ρεντίνα, Άγιος Νικόλαος, μετά το 1725

Η Μυρτάλη Αχειμάστου Ποταμιάνου, σε μια προσπάθεια ερμηνείας της παρουσίας της Βασιλίσσης στην εικόνα της Ψηλάφησης του Θωμά, κάνει λόγο για μια συντονισμένη προσπάθεια «εξαγιασμού» της δημόσιας εικόνας της Παλαιολογίνας. Σημειώνει επίσης ότι σε μνημεία που συνδέονται με τους Φιλανθρωπηνούς η απεικόνιση σημαντικών κοσμικών προσώπων αποτελεί μια συνήθη πρακτική. Όποιοι και να είναι οι ακριβείς λόγοι πίσω από τη γέννηση και την εξάπλωσή της, το σίγουρο είναι ότι η μορφή της Μαρίας Αγγελίνας Δούκαινας Παλαιολογίνας λειτούργησε αρχικά ως φορέας μνήμης και ως απόδειξη ιστορικών δεσμών ανάμεσα στο βυζαντινό παρελθόν και το παρόν του 16ου αιώνα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Ιωάννινα πέρασαν στην κατοχή των Οθωμανών ήδη από το 1430. Η επιβίωσή της σε ναούς του 17ου και 18ου αιώνα οφείλεται σε αντιγραφή προτύπων και προσεγγίζει περισσότερο το μύθο: δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν οι ζωγράφοι γνώριζαν την ταυτότητα της νεαρής γυναίκας που απεικόνιζαν στην παράσταση της Ψηλάφησης.