Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου για την αρχή της Ινδίκτου 2012



+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο ΣΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Ο Θεός, ο δημιουργήσας το Σύμπαν και διαμορφώσας την γην εις τέλειον κατοικητήριον του ανθρώπου, έδωκεν εις αυτόν εντολήν και δυνατότητα να αυξάνηται και να πληθύνηται και να πληρώση αυτήν και να κυριεύση αυτής και πάντων των εν αυτή ζώων και φυτών (Γεν. α 28).Ο περιβάλλων ημάς κόσμος εχαρίσθη ημίν υπό του Δημιουργού ως στάδιον κοινωνικής δραστηριοποιήσεως, αλλά και αγιασμού, προς κληρονομίαν της ανακαινισθησομένης εν τω μέλλοντι αιώνι κτίσεως.

Την τοιαύτην θεολογικήν θέσιν έχει και βιοι αείποτε η Μήτηρ Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, διο και η ημετέρα Μετριότης ετέθη, ως γνωστόν, επί κεφαλής της αναληφθείσης παρά του καθ’ ημάς πανιέρου Οικουμενικού Θρόνου οικολογικής προσπαθείας δια την προστασίαν του πολλά ταλαιπωρουμένου υφ ημών εν επιγνώσει και ανεπιγνώστως πλανήτου μας.
Η β ι ο π ο ι κ ι λ ο τ η ς, η οποία είναι το έργον της πανσοφίας του Θεού, δεν εδόθη ασφαλώς εις την ανεξέλεγκτον εξουσίαν του ανθρώπου. Κ α τ α κ υ ρ ι ε υ σ ι ς της γης και των εν τη γη υπό του ανθρώπου σημαίνει έλλογον χρήσιν και απόλαυσιν των προσφερομένων αγαθών και όχι καταστρεπτικήν εκ πλεονεξίας αντλησιν και κάρπωσιν η καταστροφήν των πόρων αυτής.Εν τούτοις, ιδία επί των ημερών μας, παρατηρούμεν μίαν υπερβολικήν εκμετάλλευσιν των φυσικών πόρων, με συνέπειαν την καταστροφήν της περιβαλλοντικής ισορροπίας των οικοσυστημάτων και γενικώτερον των περιβαλλοντικών συνθηκών, εις τρόπον ώστε οι υπό του Θεού τεταγμένοι όροι διαβιώσεως του ανθρώπου επί της γης να γίνωνται δυσμενέστεροι δι’ αυτόν. Επί παραδείγματι, ως παρατηρούμεν άπαντες, επιστήμονες, εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες και εν γένει η ανθρωπότης, αυξάνεται η θερμοκρασία της ατμοσφαίρας, εκδηλούνται υπερβολικαί βροχοπτώσεις, μολύνονται επίγεια και θαλάσσια οικοσυστήματα, και, γενικώτερον, διαταράσσεται, ενίοτε δε και καταστρέφεται πλήρως, η δυνατότης συνεχίσεως της ζωής εις ωρισμένας περιοχάς.

Βλέπουσα και εμπειρικώς αξιολογούσα τους εκ της τοιαύτης εξελίξεως των περιβαλλοντικών συνθηκών κινδύνους δια την ανθρωπότητα, η Μήτηρ Εκκλησία καθιέρωσεν ήδη από της εποχής του προκατόχου ημών αοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου την πρώτην Σεπτεμβρίου εκάστου έτους ως ημέραν προσευχής δια το περιβάλλον.Αλλ’ οφείλομεν να παραδεχθώμεν ότι τα αίτια των δυσαρέστων περιβαλλοντικών αλλαγών δεν είναι θεοκίνητα αλλά ανθρωποκίνητα και, επομένως, η παράκλησις και η προσευχητική δέησις της Εκκλησίας και ημών προς τον Θεόν, τον Κύριον των κυρίων και Κυβερνήτην του παντός, προς βελτίωσιν των περιβαλλοντικών συνθηκών, είναι ουσιαστικώς αίτημα μ ε τ α ν ο ι α ς της ανθρωπότητος δια το α μ α ρ τ η μ α της να καταστρέφη τα εν τη γη, αντί να καρπώται μετά λόγου και προσοχής δια την διατήρησιν της α ε ι φ ο ρ ι α ς τους πόρους αυτής.

Προσευχόμενοι και αιτούμενοι παρά του Θεού την διατήρησιν του περιβάλλοντος της γης καταλλήλου δια την εν αυτή ζωήν του ανθρώπου, κατ’ ουσίαν παρακαλούμεν όπως ο Θεός αλλάξη τον λογισμόν των ισχυρών της γης και φωτίση αυτούς να μη καταστρέφουν το γήϊνον οικοσύστημα δια λόγους οικονομικού οφέλους και συμφέροντος παροδικού.

Τούτ’ αυτό όμως ισχύει και δια πάντα άνθρωπον εξ ημών, διότι και έκαστος εξ ημών εν τω μέτρω των μικρών δυνατοτήτων του επιφέρει τας μικράς περιβαλλοντικάς καταστροφάς, τας οποίας η αφροσύνη του του επιτρέπει.Επομένως, προσευχόμενοι υπέρ του περιβάλλοντος, προσευχόμεθα υπέρ της μετανοίας ενός εκάστου εξ ημών δια την μικράν η μεγάλην συμβολήν μας εις την βλάβην και καταστροφήν του περιβάλλοντος, την οποίαν βιούμεν συνολικώς ως άθροισμα μερικωτέρων επιζημίων επεμβάσεων δια των κατά τόπους και χρόνους μεγάλων και καταστροφικών καιρίων φαινομένων.Την έκκλησιν, προσευχήν και προτροπήν ταύτην απευθύνοντες από του Ιερού Κέντρου της Ορθοδοξίας προς την οικουμένην και προς συνόλην την ανθρωπότητα, δεόμεθα όπως ο αγαθοδότης Κύριος, ο χαρισάμενος εις ημάς πάντας τους επί του πλανήτου γη οικούντας τον γήϊνον παράδεισον, λαλήση αγαθά εις τας καρδίας όλων των ανθρώπων, δια να σεβώμεθα την περιβαλλοντικήν ισορροπίαν, την οποίαν Ούτος εν τη πανσοφία Του και τη αγαθότητί Του μας παρέδωκεν, ώστε και ημείς και αι επερχόμεναι γενεαί να απολαμβάνωμεν τας δωρεάς του Θεού μετ’ ευχαριστίας και δοξολογίας.Αυτής της Σοφίας, της Ειρήνης και της Δυνάμεως του Θεού, της δημιουργησάσης και συντηρούσης και κατευθυνούσης την αποκαραδοκούσαν την σωτηρίαν αυτής κτίσιν προς τα έσχατα, δεόμεθα όπως διαφυλάττη το περιβάλλον αειφόρον και προσφέρον συνεχώς εις την ευημερίαν του ανθρώπου και οδηγή καρποφόρως τα αγαθά έργα των χειρών των εργαζομένων προς τούτο συνανθρώπων, και επικαλούμεθα την Χάριν και το άπειρον Έλεος Αυτού επί πάντας τους ανθρώπους, μάλιστα τους σεβομένους την δημιουργίαν και φυλάσσοντας αυτήν.

βιβ´Σεπτεμβρίου α

´Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος,

Διάπυρος προς το Θεόν ευχέτης

1η Σεπτεμβρίου. Μνήμη της οσίας ΧΑΪΔΩΣ, της εκ ΣΤΑΝΟΥ (Χαλκιδικής).

001
Η οσία Χάιδω κατήγετο από το χωριό Στανό της Χαλκιδικής και έζησε τον ιθ ‘ αιώνα. Μετά την επανάστασι του 1821, για να αποφύγη τις ανήθικες ενοχλήσεις του Τούρκου διοικητού, αναγκάσθηκε να φύγη από το χωριό με την μητέρα της και να εγκατασταθούν στην Θάσο.
Εκεί εισήλθε σε ένα μετόχι της μονής Παντοκράτορος της Καλλιρράχης, όπου υπηρετούσε στον ναό και ζούσε βίο παρθενικό, αφιερωμένο στον Θεό. Μετά την κοίμησι της μητέρας της αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στην προσευχή και στην νηστεία και έφθασε σε πνευματική θεωρία.
Κατά την τοπική παράδοσι, όταν οι Τούρκοι επέδραμαν στο μετόχι, άγγελοι άρπαξαν και διέσωσαν την οσία από την μανία των αλλοθρήσκων. Δύο ημέρες αργότερα επέστρεφε στο μετόχι και διηγήθηκε την ιστορία της στον ιερομόναχο Γεράσιμο.
Άλλη παράδοσις αναφέρει ότι η οσία βασανίσθηκε σκληρά από τους Τούρκους. Κατά την κοίμησί της το ιερό της σκήνωμα ευωδίαζε εις ένδειξιν της αγιότητός της.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”,υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου,εκδ. Ίνδικτος(τόμος Δωδέκατος, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ σελ. 18

Τη α΄ του μηνός Σεπτεμβρίου: Αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου εκκλησιαστικού έτους

 (Υπενθύμιση παλαιότερης ανάρτησής μας)

Τι σημαίνει Ινδικτιών

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπό τή λατινική λέξη «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμός – δηλαδή τήν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπό τήν συνήθεια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων νά ὁρίζουν διά θεσπίσματος γιά διάστημα δεκαπέντε χρόνων τό ποσό τοῦ ἐτήσιου φόρου, πού εἰσέπρατταν αὐτή τήν ἐποχή γιά τή συντήρηση τοῦ στρα­τοῦ. Κατ’ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νά ὀνομάζονται ἰνδικτιῶνες καί οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοί κύκλοι πού ἄρχισαν ἐπί Καίσαρος Αὐγού­στου, τρία χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Γιατί ο Σεπτέμβριος θεωρείται αρχή του Εκκλησιαστικού έτους.

Ἐπειδή ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχή συγκομιδῆς καρπῶν καί προετοιμασίας γιά τό νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νά ἑορτά­ζουν οἱ χριστιανοί τήν ἀρχή τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδίδοντας εὐχαριστίες στόν Θεό γιά τήν εὔνοιά του πρός τήν κτίση. Εἶναι αὐτό πού ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Μω­σαϊκοῦ νόμου· τήν πρώτη δηλαδή μέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχές Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τήν ἑορτή τῆς Νεομηνίας ἤ τῶν Σαλπίγγων, κατά τήν ὁποία ἐσχόλαζαν ἀπό κάθε ἐργασία, γιά νά προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμήν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευιτ. 23,18).

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεύς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιά νά ἀποκαταλλάξει τά πάντα εἰς Ἑαυτόν καί νά συναγάγει Ἰουδαίους καί Ἐθνικούς σέ μία Ἐκκλησία, ἤθελε νά ἀνακαφαλαιώσει ἐν ἑαυτῷ τόν αἰσθητό κόσμο καί τό γραπτό Νόμο. Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στή Συναγωγή καί ἀνοίγο­ντας τό βιβλίο τοῦ Ἠσαΐου ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ’ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνε­κεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με (…), κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).

Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπί τό αὐτό», ἀναπέ­μπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖ­ος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.

*  *  *Συναξάριο της α΄Σεπτεμβρίου.

Tῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν ΣΥΜΕΩΝ τοῦ ΣΤΥΛΙΤΟΥ τοῦ ἐν τῇ Μάνδρᾳ, τοῦ ἐπιλεγομένου ΠΑΛΑΙΟΥ.

*  *  *

Mνήμη τῆς ὁσίας MΑΡΘΑΣ, μητρός τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Στυλίτου.

*  *  *

Mνήμη τοῦ δικαίου IΗΣΟΥ τοῦ NΑΥΗ.

*  *  *

Mνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων καί αὐταδέλφων ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑΣ, EΥΟΔΟΥ, KΑΛΛΙΣΤΗΣ καί EΡΜΟΓΕΝΟΥΣ, ξίφει τελειωθέντων.

*  *  *

Mνήμη τῆς ὁσίας EΥΑΝΘΙΑΣ, ἐν εἰρήνῃ τελειωθήσης.

*  *  *

Mνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν MΕΛΕΤΙΟΥ τοῦ νέου, τοῦ ἐν τῷ ὄρει τοῦ ΚΙΘΑΙΡΩΝΟΣ ἀσκήσαντος καί ἐν εἰρήνῃ τελειωθέντος.

*  *  *

Mνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος AΓΓΕΛΗ, τοῦ ἐν Kωνσταντι­νουπόλει μαρτυρήσαντος κατά τό ‚αχπ΄ (1680) ἔτος, ξίφει τελειωθέντος.

*  *  *

Μνήμη τῶν γίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ καί ΑΜΜΟΥΝ τοῦ διακόνου καί διδασκάλου αὐτῶν.

Οἱ Ἅγιες αὐτές γυναῖκες ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-324) στήν Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης. Ὁ ἡγεμών τῆς περιοχῆς Βάβδος τίς συνέλαβε ὡς χριστιανές καί τίς προέτρεπε νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα. Ἡ Κελσίνα, μία ἐξ αὐτῶν καί ἡ πρώτη τῆς πόλεως, μετά τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς της τίς ἐσύναξε ὅλες στήν οἰκία της μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους, διάκονο ἅγιο Ἀμμούν, γιά νά ἐνισχυθοῦν πρός τό μαρτύριο. Ὁ Ἀμμούν πῆρε τό χαρτί μέ τά ὀνόματά τους καί τά διάβασε δυνατά ἕνα-ἕνα. Ὕστερα εἶπε: «Ἀγωνισθῆτε ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ μαρτυρίου, διότι ἔτσι θά καθίσει καί ὁ Δεσπότης Χριστός στήν πύλη τῆς οὐρανίου βασιλείας καί θά σᾶς προσκαλεῖ μία-μία κατ’ ὄνομα, γιά νά σᾶς ἀποδώσει τόν στέφανο τῆς αἰωνίου ζωῆς».

Ὅταν καί πάλι τίς ἀνέκρινε ὁ ἡγεμών, ὁμολόγησαν ὅλες σταθερά τήν πίστη τους. Μέ τήν προσευχή τους συνέτριψαν τά εἴδωλα καί ὁ ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἀνυψώθηκε στόν ἀέρα, μέχρις ὅτου, βασα­νι­ζόμενος ἀπό πύρινους ἀγγέλους, ἔπεσε νεκρός στή γῆ. Τότε ὁ Βάβ­δος πρόσταξε νά κρεμάσουν τόν ἅγιο Ἀμμούν, νά τοῦ ξύσουν τίς πλευρές, νά καύσουν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες καί νά τοῦ φορέσουν στήν κεφαλή χάλκινη πυρακτωμένη περικεφα­λαία.

Ἐπειδή ὁ ἅγιος διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, ὁδη­γήθηκε μαζί μέ τίς μαθήτριές του ἀπό τή Βερόη (σημερ. Στάρα Ζαγορά τῆς Βουλγαρίας) στήν Ἡράκλεια, στόν βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ ὁδόν ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τούς ἐνεθάρρυνε. Φθάνοντας στήν πόλη πῆγαν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν κατατεθεῖ τά τίμια λείψανα τῆς ἁγίας μάρτυρος Γλυκερίας. Ἐνῶ διανυκτέρευαν ἐκεῖ προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε ἡ Ἁγία λέγοντας: «Καλῶς ἤλθατε, ἅγιες δοῦ­λες τοῦ Θεοῦ! Πρό πολλοῦ περίμενα τήν λαμπρή ἐν Χρι­στῷ συνοδία σας, γιά νά χορεύσωμε στεφανωμένες ὅλες μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγ­γέλους στήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο μέχρις αἵματος ὁμο­λογήσαμε».

Στήν Ἡράκλεια τούς ἔρριξαν στά θηρία. Οἱ ἅγιες γυναῖκες μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους προσηύχοντο ὄρθιες μέ ὑψωμένα τά χέρια, τά δέ θηρία κατελήφθησαν ἀπό ὕπνο καί δέν τούς ἤγγισαν. Τήν ὥρα πού οἱ στρατιῶτες ἄναβαν φωτιά γιά νά τίς ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στόν ἀσεβῆ Λικίνιο τήν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου Κων­σταντίνου, τή νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν κατάργηση τῆς εἰδω­λολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί δέκα ἀπό αὐτές πήδησαν ἀγαλλόμενες μέσα στίς φλόγες ὑ­μνῶντας τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐδρόσισε τό πῦρ. Ἔτσι, αὐτές μέν ἐτε­λειώ­θησαν ἐν εἰρήνῃ στήν πυρά, ὀκτώ δέ ἀποκεφαλίσθησαν μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους Ἀμμούν. Ἀπό τίς ὑπόλοιπες οἱ δήμιοι ἄλλες κατέσφαξαν καί σέ ἄλλες ἔβαλαν στό στόμα πυρακτωμένα σίδερα.

Τά ὀνόματά τους ἔχουν διασωθεῖ στό ἀρχαῖο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) καί εἶναι: Λαυρεντία ἡ διά­κονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (ἤ Θεόκλεια), Δωροθέα, Εὐτυχιανή, Θέκλα, Ἀρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Εὐλαλία (ἤ Εὐ­θυ­μία), Λαμπροτάτη, Εὐφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ἀκυλί­να, Θεοδούλη, Ἁπλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παῦλα, Ἰουλιάνα, Ἀμπλι­ανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ἤ Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Ἀγαθονίκη, Ἰούστα, Εἰ­ρή­νη, Ματρῶνα (ἤ Ἀγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Ἄννα (ἤ Ἀνθοῦ­σα).

Ὡστόσο, στήν ἀσματική Ἀκολουθία καί σέ νεότερους Συναξαριστές ἀπαντοῦν τά ἑξῆς ὀνόματα: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβή, Ἀντιγόνη, Ἀριβοία, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρα­σμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θε­ανόη, Θε­όνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐ­ρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπ­­φώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω καί Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, ῾Εορ­τολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, Ἀπο­στολική Διακονία, ἔκδ. Δ΄, 1997, σελ. 23 ὑποσ.).

ΠΗΓΗ.

[Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. A΄ Σεπτέμβριος (Ὁρμύλια: Ἱ. Κοιν. Εὐαγγ. Θεοτόκου, 2007), 1-3, 11-13].

 

Λόγος Πανηγυρικός εις την κατάθεσιν της Σεπτής και Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. (Αγίου Γερμανού Αρχ/που Κων/πόλεως-Απόσπασμα)

Eισαγωγικά.

Τρεις από τις Θεομητορικές εορτές αναφέρονται στα ιερά άμφια της Υπεραγίας Θεοτόκου· πρώτη είναι η εορτή της μετακομιδής της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 12 Απριλίου· δεύτερη είναι η εορτή της κατάθεσης της άγιας Εσθήτος που εορτάζεται στις 2 Ιουλίου· και τρίτη είναι η εορτή της κατάθεσης της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 31 Αυγούστου.την  τελευταία ημέρα του εκκλησιαστικού έτους.

Η κατάθεση της αγίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου έγινε  στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, πήραν την αγία Ζώνη από την Καππαδοκία και την έφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Ύστερ’ από τετρακόσια χρόνια, όταν αρρώστησε η Βασίλισσα, άνοιξαν «την αγίαν σορόν», δηλαδή τη λειψανοθήκη στην όποια φυλαγότανε το ιερό άμφιο· ο Πατριάρχης πήρε την αγία Ζώνη και την ακούμπησε επάνω στην άρρωστη, η οποία έγινε καλά. Χαρακτηριστικό είναι το συναξαριακό δίστιχο στη σημερινή εορτή· «Χρυσήν κορωνίδ’ οία, σεμνή Παρθένε, τω του χρόνου τίθημι σην Ζώνην τέλει».

Σαν χρυσή κορώνα, σεμνή Παρθένε, επάνω στο τέλος του χρόνου βάζω τη ζώνη σου. Αμήν.

 

Η υποδοχή της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου εις Κωνσταντίνου Πόλιν.Λιθογραφία Αδάμ- 1871.

«Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού» μας λέγει ο θείος ημίν Δαβίδ …Ποίαν δη ταύτην;

Οίμαι δη σαφέστατα τούτου και αναντιρρητικώτατα, την όντως εκλεγμένην και πασών υπερκειμένην και πάντων υπερέχουσαν φάναι, όχι εις την υπεροχήν  δομημάτων και εις ύψος γεωλόφων, επαρμάτων, αλλά εις  την  μεγαλοφυίαν  των ένθεων υπερηρμένων αρετών και εις  την  καθαρότηταν  πάντων  υπερέχουσαν, Mαρίαν την Υπέραγνον και Υπεράμωμον Θεοτόκον, όπου ο όντως ων Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των Κυριευόντων  κατεσκήνωσεν ….

Αύτη όντως δεδοξασμένη  Πόλις. Αύτη η νοητή Σιών. Ταύτην οίμαι  και Δαβίδ Θεόθεν προανεφώνησεν…. Πόλις ουχί επιγείου και θνητού βασιλέως  πολιτογραφούσα τους υπό χείρα, αλλά τω επουρανίω  τω εις ζωήν αιώνιον παραπέμποντι και  Βασιλείαν την εαυτού τοις  αυτώ επομένοις παρέχοντι.

Eγκαινίων, δ’ ω τίμιον και σεπτόν των Ορθοδόξων Χριστιανών  ακροατήριον, όχι των νεοκτίστων οικοδομών και των συμπαγών κατασκευών, αλλά τον εν Πνεύματι καινισμόν, καθ΄ον ο έσω  ημών  άνθρωπος, τον παλαιόν της αμαρτίας αποθέμενοι ένδυμα, τον νέον της ευσεβείας περιβαλόμενος, εν καινότητι ζωής πολιτεύεται.Τούτοις και η Υπεραγία Θεοτόκος ευφραίνεται…. και τη κατά Θεόν ευσεβεί πολιτεία καινιζόμενοι.

…Έτσι λοιπόν με τον νουν και την ψυχήν  και την καρδιά μας την  ημέραν  καινώς  εορτάσωμεν. Διότι συνεκλάμπει με αυτήν η της Τιμίας και Σεβασμίας  αυτής  Ζώνης ….

……Ζώνης της Σεπτοτάτης ..η οποία  περιέφιγγε  το Πανάγιον  Σώμα και τον εν κοιλία Θεού κρυπτόμενον  περιέστελλε.

Εκείνης της Ζώνης η οποία ωραίως κατεκόσμει την Κιβωτόν του Θεού. Ζώνης, η οποία πολλάς φοράς εβρέχετο εκ των Αχράντων, της Παναχράντου του γάλακτος σταλαγμών.

Διότι εάν ένα αγγείον που έχει μύρον, όταν αδειάσει, πολύν  χρόνον  αργότερα παραφυλάττει την ευωδίαν, τι  θα ηδύνατο κανείς να είπη, δια το ακένωτον  εκείνον  θείον μύρον, το  καθαρώτατον λέγω  της  Θεοτόκου το Σώμα και το Παναμώμητον περιειλησάσης  Ζώνης και συμπλακείσης μέχρι πολλού; Δεν θα διαφυλάξει την ευωδίαν των ιαμάτων αιωνίως και τους πιστούς, που με φόβον Θεού και πόθον προσκυνούσιν, δεν θα χαριτώσει αυτούς; Ευωδίαν, όχι προσωρινήν και απόβλητον αλλά θείαν και πανσεβάσμιον, παθών ψυχής τε και σώματος θεραπεύουσαν.

Και εάν το  άψυχον  αγγείον, όπως ανωτέρω  είπαμεν, με το άψυχον  μύρον  ενώνεται  και της  τούτου ποιότητας  μεταλαμβάνει, της  χάριτος  όση; Τι πρέπει να είπωμεν περί της το έμψυχον του Θεού Λόγου προσεγγισάσης  κατοικητήριον; Δεν θα ζητήσωμεν να λάβωμεν την κάθαρσιν της ψυχής τε και του σώματος  παρ΄αυτής εκ παντός.Τι λοιπόν, δεν θα διαλεξόμεθα και ως ζώση και δεν θα προσφέρομεν ευφήμους ωδάς; Αυτό δεν είναι πρέπον και εύλογον να το κάμωμεν.

Ώ  Ζώνη, η την της Ζωής Πηγήν περιζώσασα και Ζωήν παρέχουσα τοις σε τιμώσιν αιώνιον.

Ώ  Ζώνη  δωρουμένη τας των αεί προστρεχόντων οσφύας νέκρωσιν μεν κατά παθών, ανδρείαν δε προς  πράξιν αρετών και ενέργειαν.

Ώ  Ζώνη, η αναστέλλουσα το ασθενές της ημετέρας φύσεως και περισφίγγουσα και τους αοράτους και ορατούς εχθρούς ημών συμποδίζουσα.

Ώ  Ζώνη σεπτή, η την Σην Πόλιν περικυκλούσα και περιέχουσα και βαρβαρικής επιδρομής ανεπιβούλευτον διασώζουσα.

Ώ  Ζώνη τιμία, η τον Θεόν Λόγον εγγάστριον όντα περιειλήσασα και την των ιάσεων ευλογίαν εκείθεν πλουτήσασα.

Ώ  Ζώνη φαιδρά,  η της αφθάρτου του Θεού Μητρός το υπέρσεμνον Σώμα σεμνώς προσεγγίσασα και εκεί την Αφθαρσίαν αμφιασαμένη, απαρασάλευτος και άφθαρτος μένουσα, ως εις ημάς τις λόγος  της  Αληθείας  εχόμενος  κατελήλυθεν.

Ώ Ζώνη τιμία, της υπερτίμου του Θεού Μητρός, περίζωσον τας οσφύς ημών Αλήθειαν, Δικαιοσύνην, τε και ΠραότηταΤης  αοιδίου και  μακαρίας Ζωής ποίησον κληρονόμους, την ζωήν ημών από αοράτων τε και ορατών  Εχθρών ανεπιβούλευτον  διατήρησον .

Την Πίστιν στερέωσον. Την Σην κληρονομίαν και τον Σον Ορθόδοξον Λαόν, ω Πανάχραντε της Παναχράντου Ζώνης, ορθούς εις την πίστιν, σώους εις τον κατά Θεόν βίον, αβλαβείς από κάθε επήρειαν διάσωζε.

…..Ω Παναγία Θεοτόκε, η των Χριστιανών Πνοή και Ζωή….

… Ποίος πιστός, όταν ατενίσει την Τιμίαν σου Ζώνην, δεν θα ευφρανθή και δεν θα δοξάσει αμέσως το όνομά Σου;

Ποίος πιστός, όταν με θερμή καρδιά, προσπέσει εις  προσκύνησιν  της Τιμίας  σου Ζώνης, θα σηκωθή κενός της συμφερούσης αιτήσεως;

Ποίος πιστός, τον  σον  χαρακτήρα ενοπτριζόμενος, δεν θα ξεχάσει αμέσως κάθε θλίψιν και στενοχώριαν; οι  δε, και εις τον σεπτόν Ναόν προσερχόμενοι όπου η Τιμία Ζώνη και τα Σπάργανα του σου Υιού και Θεού ημών ευρίσκονται ….ποίας χαράς, ποίας ευφροσύνης, ποίας τέρψεως δεν θα απολαύσουσιν νοερώς.

Ώ Στάμνε εξ ης το Μάννα της αναψύξεως, οι τοις δεινοίς καυσωθέντες πεπώκαμεν.

Ώ Τράπεζα, δι΄ης οι λιμώττοντες τον της Ζωής Άρτον υπερπλήσθημεν.

Ώ  Λυχνία, υφ’ ης οι εν τω σκότει καθήμενοι, το μέγα Φώς κατελάμφθημεν, εκ Θεού τον επάξιον σοι και πρέποντα έπαινον, μη απώση  δε και τον ημέτερον, ει και ανάξιον, αλλ΄ούν εκ πόθου σοι προσαγόμενον. Μη απώση ρυπαρών χειλέων αίνον, Πανύμνητε, εξ ευνοίας σοι προσφέρομεν.

Μη βδελύξη αναξίας γλώσσης λόγον  ικέσιον, αλλά τον πόθον αντιμετρήσασα, Θεοδόξαστε, παράσχου ημίν την των αμαρτημάτων συγχώρησιν, την λύτρωσιν από πάσης θλίψεως και της αιωνίου Ζωής την απόλαυσιν.

Έμπλησον Πάναγνε και Παναμώμητε Θεοτόκε, πάσης χαράς, πάσης ιάσεως και πάσης χάριτος.

Εν δε τη φοβερά ημέρα της Κρίσεως, ως έχουσα παρρησίαν τε και ισχύν, λύτρωσαι  ημάς της αιωνίου Κολάσεως  και αξίωσον επιτυχείν των αιωνίων αγαθών…. Αμήν.

Επιλογή  και διαμόρφωση  του κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.