Γιατί περίμενε ο Κύριος να περάσουν οκτώ μέρες;(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς


 

Ο Θωμάς διαβεβαιώνει τους συμμαθητές Του πως δε θα πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου Του αν δε βάλει το δάχτυλό του στα σημάδια των χεριών Του, «εις τον τύπον των ήλων». Σίγουρα το λέει αυτό επειδή οι φίλοι του είπαν πως ο ίδιος ο Κύριος τους έδειξε τις πληγές στα χέρια και την πλευρά Του. Ας δούμε τώρα πως πείθει ο Κύριος τον άπιστο Θωμά:

 Οκτώ μέρες αργότερα, Κυριακή πάλι, οι μαθητές ήταν συναγμένοι. Μαζί τους ήταν και ο Θωμάς. Τότε, κι ενώ οι πόρτες ήταν πάλι κλεισμένες, ο Ιησούς μπήκε μέσα, στάθηκε ανάμεσά τους και είπε: ειρήνη υμίν (Ιωάν. κ’ 26).

Όλα έγιναν όπως και την πρώτη φορά που εμφανίστηκε μπροστά τους. Όλα, μόνο που τώρα ήταν κι ο Θωμάς μαζί τους. Φαίνεται πως ο Κύριος ήθελε να εμφανιστεί στο Θωμά ακριβώς όπως και στους άλλους, για να επιβεβαιώσει στο δύσπιστο μαθητή όλα εκείνα που του διηγήθηκαν οι άλλοι δέκα.

Γιατί περίμενε ο Κύριος να περάσουν οκτώ μέρες; Γιατί δεν εμφανίστηκε νωρίτερα; Πρώτο, για να είναι όλες οι συνθήκες κι οι περιστάσεις ακριβώς ‘ίδιες. Όπως την πρώτη φορά που εμφανίστηκε ήταν Κυριακή, έτσι έπρεπε να εμφανιστεί και τώρα Κυριακή. Δεύτερο, ώστε με την αναμονή να γίνει μεγαλύτερη η απιστία του Θωμά. Τρίτο, για να μάθει στους μαθητές Του την υπομονή και την καρτερία στην προσευχή, προκειμένου να μεταδώσουν στο φίλο τους τη δική τους πίστη, γιατί οι μαθητές σίγουρα θα προσεύχονταν να εμφανιστεί ξανά ο Κύριος για χάρη του Θωμά. Τέταρτο, για να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές την αδυναμία τους να πιστοποιήσουν την Ανάσταση του Κυρίου χωρίς τη δική Του βοήθεια. Και τελευταίο, ίσως επειδή ο αριθμός οκτώ υποδηλώνει τις έσχατες μέρες, την παραμονή της δεύτερης έλευσης του Χριστού, τότε που άνθρωποι σαν το Θωμά θα είναι πολύ αδύναμοι και χλιαροί στην πίστη, θα καθοδηγούνται με βάση τις αισθήσεις τους και θα πιστεύουν μόνο εκείνα που αντιλαμβάνονται μ’ αυτές. Τότε οι άνθρωποι θα λένε, όπως κι ο Θωμάς : Αν δεν ιδώ, δε θα πιστέψω.

Τη δεύτερη φορά που εμφανίστηκε στους αποστόλους ο Κύριος το έκανε μόνο για το Θωμά. Για χάρη ενός ανθρώπου, ενός αμαρτωλού. Εκείνος που περιβάλλεται από αγγελικούς χορούς που τον υμνούν αγαλλόμενοι, ως νικητή του θανάτου, αφήνει τα ουράνια τάγματα και σπεύδει να σώσει το ένα πρόβατο, το απολωλός. Ας το δουν αυτό όλοι οι ένδοξοι κι οι δυνατοί αυτού του κόσμου που ξεχνούν τους αδύνατους και ταπεινούς φίλους τους, που τους αποφεύγουν με ντροπή και περιφρόνηση. Ας το δουν αυτό κι ας ντραπούν από το παράδειγμά Του. Με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Κύριος δεν ένιωσε ούτε ντροπή ούτε ταπείνωση. Με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος Εκείνος, ο δοξασμένος και παντοδύναμος, κατέβηκε για δεύτερη φορά σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο στα Ιεροσόλυμα. Πόσο ευλογημένο είναι το δωμάτιο αυτό, απ’ όπου προέκυψαν για την ανθρωπότητα περισσότερες ευλογίες, οπ’ όσες θα μπορούσαν να προκύψουν απ’ όλα τα παλάτια των αυτοκρατόρων!

Μόλις ο Κύριος παρουσιάστηκε μπροστά στο Θωμά, εκείνος αναφώνησε με χαρά: «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου!». Με τα λόγια αυτά ο Θωμάς ομολόγησε το Χριστό ως Άνθρωπο και ως Θεό, ως ένα ζωντανό πρόσωπο. Μόνο η επαφή με τον αναστημένο Κύριο ήταν αρκετή να δώσει στο Θωμά την ευλογία του Πνεύματος, την αναγέννηση της ζωής και την εξουσία του «δεσμείν και λύειν», τις αμαρτίες, κάτι, που οκτώ μέρες νωρίτερα είχε δώσει στους άλλους μαθητές με το λόγο και την πνοή Του. Όταν ο Κύριος βρισκόταν ακόμα στο θνητό σώμα Του, προτού αναστηθεί, μπορούσε να θε­ραπεύσει την αιμορρούσα γυναίκα μόνο με το να της επιτρέψει ν’ αγγίξει το ιμάτιό Του. Πολύ περισσότερο τώρα, με το δοξασμένο κι αναστημένο σώμα Του, μπορούσε να δώσει μόνο με την επαφή στο Θωμά την εξουσία που είχε δώσει με διαφορετικό τρόπο στους άλλους αποστόλους. Δεν ήταν αδύνατο βέβαια να δώσει ο Κύριος και στο Θωμά δύναμη κι εξουσία με τον ίδιο τρόπο που την έδωσε στους άλλους αποστόλους, αν κι αυτό δεν αναφέρεται στα ευαγγέλια. Αλλά είναι γνωστό πως δεν καταγράφηκαν όλα όσα είπε κι έκανε ο Κύριος μετά την ένδοξη Ανάστασή Του, όπως διαβεβαιώνει ο ευαγγελιστής λίγο αργότερα. Το αξιοσημείωτο είναι πως ο Θωμάς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έλαβε την ίδια δύναμη κι εξουσία, όπως κι οι άλλοι μαθητές. Αυτό είναι σαφές από την αποστολική Του διακονία, από τα θαύματά του και το μαρτυρικό του θάνατο. (Από το βίο του αποστόλου Θωμά μαθαίνουμε πως καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή ομολόγησε με θάρρος και παρρησία πως ο Χριστός αναστήθηκε. Πέντε στρατιώτες όρμησαν τότε εναντίον του γενναίου στρατιώτη του Χριστού και τον σκότωσαν με τις λόγχες τους).

Για ν’ αποκαταστήσει και να εδραιώσει την πίστη του Θωμά, ο Κύριος τον επέπληξε ευγενικά: «Εσύ, Θωμά, του είπε, με πίστεψες περισσότερο με τις αισθήσεις σου παρά με το πνεύμα σου. Ήθελες με τα αισθητήρια σου να πειστείς, γι’ αυτό κι εγώ σου έδωσα την ευκαιρία να το κάνεις αυτό. Κι εσύ πείστηκες με το να με δεις και να με αγγίξεις. Όμως, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Μακάριοι κι ευλογημένοι είναι εκείνοι που δεν είδαν με τα μάτια τους, αλλά με το πνεύμα τους και πίστεψαν με την καρδιά τους. Μακάριοι είναι εκείνοι που πιστεύουν στο Χριστό και το ευαγγέλιο Του χωρίς να τον δουν με τα σωματικά τους μάτια, δίχως να τον αγγίξουν με τα χέρια τους. Μακάριο είναι το παιδί που πιστεύει όλα όσα του λέει η μητέρα του, χωρίς να τα αμφισβητήσει και να θελήσει να τα επιβεβαιώσει με τα μάτια ή με τα χέρια του.

Ο Κύριος το είχε πει πολλές φορές νωρίτερα πως θ’ αναστηθεί κι έπρεπε να τον πιστέψουν. Για να πειστούν οι άπιστοι όμως και να εδραιωθούν στην πίστη οι ολιγόπιστοι, ο Κύριος δεν περιορίστηκε μόνο σε όσα προείπε για την εκ νεκρών ανάστασή Του, αλλά έκανε και πολλές εμφανίσεις μετά απ’ αυτήν. Ήταν πολύ σπουδαίο για Εκείνον ώστε οι απόστολοι κι απ’ αυτούς οι πιστοί, ν’ αποκτήσουν δυνατή πίστη στην Ανάστασή Του. Αυτή είναι η βάση της πίστης κι ή ευφροσύνη του χριστιανού. Γι’ αυτό κι ο πάνσοφος Κύριος έκανε τα πάντα για να ικανοποιήσει το πνεύμα αλλά και τις αισθήσεις των αποστόλων, ώστε κανενός η πίστη να μην κλονιστεί, να μην αμφιβάλει πως ο Κύριος είναι αναστημένος και ζωντανός. Αν και «το πνεύμα έστι το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» (Ιωάν. στ’ 63) και μ’ όλο που οι αισθήσεις μπορούν να εξαπατήσουν τον άνθρωπο πιό γρήγορα από το πνεύμα, ο γλυκύς Κύριος συγκατένευσε στην ανθρώπινη αδυναμία και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να ικανοποιήσει και την αισθητή αντίληψη και λογική του ανθρώπου. Γι’  αυτό κι η Ανάσταση του Χριστού παραμένει ως σήμερα το πλέον αναμφισβήτητο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία. Ποιό άλλο γεγονός, ξεκινώντας από το απώτατο παρελθόν, παραμένει τόσο φανερά και προσεχτικά τεκμηριωμένο όσο αυτό;

 

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα»)

 

 

Advertisements

Ανάσταση, η ελπίδα του κόσμου

 

Στην τριάδα των χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος στην κατακλείδα του ύμνου της αγάπης, ανάμεσα στην πίστη και στην αγάπη υπάρχει η ελπίδα. Σωστά, γιατί στηρίζεται στην πίστη και σχετίζεται πρακτικά με την αγάπη. Η ελπίδα του χριστιανού, πηγάζει από την πίστη του, από την θεογνωσία και την ανθρωπογνωσία του. Συγχρόνως όμως δίνει φτερά και στην αγάπη του, γιατί την συνδέει με το όραμα του καινούριου κόσμου, με το πλήρωμα της βασιλείας του Θεού στη νέα γη και στο νέο ουρανό που κατοικεί η δικαιοσύνη κατά τον απόστολο Πέτρο. Αγωνιζόμαστε, κάνομε θυσίες, υφιστάμεθα δεινά αγόγγυστα, δίνομε τη ζωή μας, γιατί έχομε ένα τελικό στόχο, την επικράτηση της νέας δημιουργίας, της Βασιλείας του Θεού. Όλες μας οι πράξεις κατατείνουν στην έλευση αυτής της έσχατης πραγματικότητας, που την ξέρομε από την πίστη μας βέβαια, αλλά που βασικά τη βλέπομε με την ελπίδα, με την προσδοκία μας.

Η δική μας, η χριστιανική προσδοκία στηρίζεται στην ανάσταση. Ξεκινά από την ανάσταση του Χριστού και απολήγει στη δική μας μετοχή στον κόσμο της αναστάσεως. Έτσι μιλώντας κανείς για την ανάσταση αναφέρεται στην ελπίδα του κόσμου.

Η ανάσταση δεν είναι ελπίδα για τον χριστιανό στην αφετηρία της. Είναι αποδοχή ενός ιστορικού γεγονότος, της αναστάσεως του Χριστού. Είναι κατάφαση της μαρτυρίας των αποστόλων, που είδαν τον κενό τάφο και συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Είναι μια πίστη διαφορετική από την συνηθισμένη, γιατί βασίζεται σε αξιόπιστες μαρτυρίες, έχει δηλαδή περισσότερο το στοιχείο της αποδοχής ενός ιστορικού γεγονότος. Όλα τα Ευαγγέλια μαρτυρούν για την ανάσταση του Χριστού. Αναφέρουν το γεγονός της ευρέσεως κενού, αδειανού  τάφου του Χριστού τόσο οπό τις μυροφόρες γυναίκες, όσο και από τους δύσπιστους μαθητές. Και μιλούν ακόμη για τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού στους μαθητές του, που δίνουν την εξήγηση για τον κενό τάφο: ο τάφος ήταν κενός γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Και δεν εμφανίστηκε σε έναν η δύο, αλλά και στους δώδεκα, μια φορά μάλιστα και σε πεντακόσιους, ίσως και περισσότερους πιστούς. Ο απόστολος Παύλος που αναφέρει αύτη την εμφάνιση σε μιαν επιστολή του γραμμένη γύρω στο 55, λίγα χρόνια μετά δηλαδή, θυμίζει στους αναγνώστες του ότι μπορούν να δουν τους μάρτυρες αυτής της εμφανίσεως και να διαπιστώσουν την αλήθεια των λόγων του. Πεντακόσιοι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένος αριθμός μαρτύρων!

Στο γεγονός της αναστάσεως του Χριστού στηρίχθηκε και η πίστη, σωστότερα η ελπίδα των χριστιανών και για τη δική μας ανάσταση, την κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων σ’ ένα νέο κόσμο ζωής και αφθαρσίας. Αυτή η προσδοκία των πιστών είναι το σημείο του χριστιανικού κηρύγματος που συνάντησε τη μεγαλύτερη αντίδραση στον αρχαίο κόσμο, αλλά συνάμα και η δύναμη του λόγου των αποστόλων και των άλλων κηρύκων της πίστεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αθήνα, όταν μίλησε ο Παύλος στον Άρειο Πάγο, τον άκουσαν με πολλή προσοχή και ανεκτικότητα μέχρι το σημείο του λόγου του, που αναφερόταν στην ανάσταση. Τότε ξαφνικά οι φιλόσοφοι των Αθηνών αισθάνθηκαν ενοχλημένοι και μισοει­ρωνικά του είπαν: «θα σ’ ακούσουμε μιαν άλλη φορά». Η προοπτική του κόσμου της αναστάσεως δεν ταίριαζε στην εικόνα για τον κόσμο που είχαν διαμορφώσει οι αρχαίοι σοφοί. Η ελπίδα του Παύλου για έναν νέο κόσμο, μια νέα δημιουργία, δεν μπορούσε να ταιριάσει με την άποψη για την τελειότητα του παρόντος κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση αμφισβητούσε τη σιγουριά του παρόντος. Το πλάτεμα του παρόντος με το άνοιγμα στο μέλλον δημιουργούσε μια αβεβαιότητα, που δεν ήταν έτοιμοι να δεχτούν οι αρχαίοι, όπως δεν είναι πρόθυμοι να την δεχτούν και οι σύγχρονοί μας. Γιατί έτσι ξαφνικά φαίνεται γυμνό από κάθε ωραιοποίηση το παρόν. Η αναμονή της πληρότητας της ζωής στο μέλλον, φωτίζει μ’ ένα καινούριο φως και το παρόν. Δείχνει την απουσία της ζωής από έναν κόσμο που βρίσκεται κάτω από την καταθλιπτική δύναμη του θανάτου, που στενάζει κάτω από τη φοβία για το αύριο, που είναι υπόδουλος στο τρόμο από την προοπτική του θανάτου. Η ελπίδα τής αναστάσεως κάνει μιαν απομύθευση του κόσμου των ονείρων μας. Θυμίζει πόσο μετέωρα είναι τα ανθρώπινα πράγματα, όσο πάνω από τα κεφάλια μας βαραίνει η έλευση του θανάτου. Θυμίζει ακόμη η ανάσταση πως μόνο με την επέμβαση του Θεού εν Χριστώ, μόνο με μια νέα θεϊκή δημιουργική επέμβαση είναι δυνατή η απαλλαγή του ανθρώπου από το φόβο και το άγχος και η μετοχή του στην πραγματική ζωή. Υπάρχει βέβαια έντονο το αισιόδοξο στοιχείο στην προσδοκία της αναστάσεως. Γεμίζει η ψυχή του ανθρώπου από νέα συναισθήματα, βλέπει τον κόσμο με νέα προοπτική. Αλλά για να γίνει αυτό, πιο πριν πρέπει να διαπιστώσει την αδυναμία του, την ανικανότητά του ν’ αλλάξει από μόνος του την πορεία του. Η ελπίδα της αναστάσεως προϋποθέτει σε τελευταία ανάλυση την απεμπόληση του ανθρωποκεντρισμού και την εγκατάλειψη στα χέρια του Θεού. Και στο σημείο αυτό αντιδρά ο φυσικός άνθρωπος. Γιατί έχει την τάση να λησμονεί πως είναι δημιούργημα, πως η ζωή του εξαρτάται από το Θεό. Όταν έλθει αντιμέτωπος με την ανάσταση, ο άνθρωπος γίνεται συνήθως επαναστάτης έναντι του Θεού. Καταλαμβάνεται από την επιθυμία του Αδάμ ν* αποκτήσει μόνος του την αθανασία. Και έτσι ακολουθεί τον πρωτόπλαστο στην τραγική πορεία της ύβρεως, της αποστασίας και της πτώσεως. Και όλα αυτά, γιατί φοβάται να παραδώσει το μέλλον του, την συνέχιση της ζωής του στο δημιουργό Θεό, στη πηγή της ζωής.

Η προσδοκία της αναστάσεως είναι η ελπίδα του χριστιανού και η ελπίδα του κόσμου, όταν μπορέσει κανείς να απαλλαγεί από τη φοβία για το μέλλον και όταν δεν φοβηθεί την προοπτική μιας νέας δημιουργίας. Φτάνει να κάμει ο άνθρωπος μια ανατοποθέτηση του παρόντος, για να δει την ομορφιά του μέλλοντος, που θα χρωματίσει και το παρόν του στη συνέχεια. Η αποδοχή της ελπίδας για την ανάσταση δίνει νέες διαστάσεις στο παρόν. Έτσι ο θάνατος παύει να είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας των ανθρωπίνων σχέσεων. Αντί να προσπαθούμε με κάθε μέσο να παραμερίσομε τους άλλους για να διασφαλίσομε —έτσι τουλάχιστον πιστεύομε— την ζωή μας, μπορούμε να αγωνιζόμαστε χωρίς άγχος και για τους άλλους. Αντί να βλέπομε το θάνατο σαν μια δαμόκλειο σπάθη πάνω από κάθε στιγμή μας, είναι δυνατό με την προσδοκία της αναστάσεως να δούμε το θάνατο όπως είναι: σαν μια προσωρινή μάχη που δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτε σ’ ένα πόλεμο που έχει οριστικά κριθεί θετικά για μας. Ο θάνατος είναι τα τελευταία ψυχορραγήματα ενός κόσμου που χάνεται. Γιατί η ανάσταση του Χριστού έχει ανοίξει το δρόμο της αιώνιας ζωής οριστικά για όλους μας. Έτσι μπορούμε να ξεπεράσαμε οριστικά το άγχος, την αμφιβολία, την αβεβαιότητα για το μέλλον.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι εύγλωττη σ’ αυτό το σημείο. Οι χριστιανοί αντιμετώπισαν μαρτύρια και διωγμούς, κοινωνικούς εξοστρακισμούς και βασανιστήρια με μοναδικό όπλο την βέβαιη ελπίδα της αναστάσεως. Οι ασκητές της έρημου νίκησαν τον παλαιό άνθρωπο με τη δύναμη της προσδοκίας της αναστάσεως των νεκρών. Και η Εκκλησία προσελκύει και σώζει ανθρώπους βασισμένη σ’ αυτή την προσδοκία, που κατακλείει το σύμβολο της πίστεως: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Είναι η προσδοκία της ολοκληρωμένης και ατελεύτητης ζωής, που τόσο επιθυμεί ο άνθρωπος…

Στο 21ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως ο απόστολος Ιωάννης δίνει μια περιγραφή του καινούριου κόσμου, της ουράνιας Ιερουσαλήμ, της βασιλείας του Θεού. «Και είδα καινούριο ουρανό και καινούρια γη. Γιατί ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη έφυγαν και δεν υπάρχει πια και η θάλασσα. Και είδα την αγία πόλη Ιερουσαλήμ καινούρια να καταβαίνει από τον ουρανό, από το Θεό, ετοιμασμένη και στολισμένη σαν νύμφη για τον άντρα της. Κι άκουσα μια δυνατή φωνή από το θρόνο του Θεού να λέγει: Να, η σκηνή του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Και θα κατασκηνώσει κοντά τους και αυτοί θα γίνουν δικός του λαός και ο Θεός θα βρίσκεται πάντα μαζί τους. Και θα εξαφανίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους και δεν θα υπάρχει πια ο θάνατος και δεν θα υπάρχει πια ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος».

Είναι χαρακτηριστική για τη χριστιανική προσδοκία αυτή η περιγραφή. Συνοψίζει με την ομορφιά της ποιητικής γλώσσας του προφήτη όλες τις ανθρώπινες ελπίδες. Δεν δίνει το βάρος σε υλικές περιγραφές και ανέσεις, αλλά συνδέει τη βασιλεία του Θεού με την απουσία του πόνου και του πένθους, με την κατάργηση του θανάτου και με την εξασφάλιση της αιώνιας ζωής που χορηγεί ο δημιουργός Θεός. Όλο το βάρος πέφτει στην εξαφάνιση του θανάτου και του πόνου, της αιτίας της ανθρώπινης δυστυχίας.

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα γιατί η Εκκλησία χαρακτήρισε ως άγκυρα ελπίδας την προσδοκία της αναστάσεως και γιατί ποτέ δεν έπαψε να περιμένει την έλευσή της με αδημονία. Γιατί η ανάσταση σημαίνει το τέλος της αγωνίας του ανθρώπου και την αρχή μιας νέας εποχής ζωής αληθινής. Γιατί με την ανάσταση θα γίνει πραγματικότητα η ανάκτηση του κόσμου και η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε εικόνα Θεού. Όλος ο μόχθος και ο αγώνας μας θα δικαιωθεί την ώρα που η ζωή θα πλημμυρίσει τον κόσμο. Η αγάπη του Θεού θα κυριαρχήσει στον κόσμο και τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους θα γκρεμιστούν από το φως της θεϊκής παρουσίας.

Η ανάσταση δεν είναι ένα ανθρώπινο δράμα, αλλά μια θεϊκή υπόσχεση, που συνοδεύεται από ένα γεγονός, από την ανάσταση του Χριστού. Η προσμονή της ελεύσεως αυτής της ώρας δεν έπαψε ποτέ να μας δίνει δύναμη, θα συνεχίσει να ‘ναι πηγή θάρρους και ενθουσιασμού, μέχρι που να έλθει ως πραγματικότητα. Μέχρι τότε η Εκκλησία θα αγωνίζεται και θα αγαπά, θα μαρτυρεί για την βασιλεία τού Θεού και θα διατηρεί την προσδοκία του ερχομού της, γιατί σ’ αυτή την προσδοκία κλείνεται η ελπίδα η δική της και μαζί η ελπίδα του κόσμου.

(+Βασίλης Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», εκδ, Π. Πουρναρά)

Στην Καινή Κυριακή και στον Απόστολο Θωμά.(Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Βιάζομαι να καταβάλω την οφειλή μου. Γιατί κι αν είμαι φτωχός, όμως θέλω να σας κάνω να νιώθετε ευγνωμοσύνη. Σας υποσχέθηκα να φανερώσω την απιστία του Θωμά· τώρα έρχομαι να εκπληρώσω την υπόσχεση μου. Βιάζομαι πρώτα να εξοφλώ τις πρώτες οφειλές, για να μη με πνίξουν οι τόκοι που μαζεύονται. Συνεργαστείτε και σεις στην καταβολή του χρέους μου και παρακαλέστε πολύ το Θωμά, να βάλει στα χείλη μου το άγιο δεξί του χέρι, το οποίο άγγιξε την πλευρά του Κυρίου, να δυναμώσει τη γλώσσα μου, για να σας εξηγήσει όσα επιθυμείτε να μάθετε. Κι εγώ παίρνοντας θάρρος από τις πρεσβείες του Αποστόλου και Μάρτυρα Θωμά, να κηρύξω την πρώτη του απιστία αλλά και τη δεύτερη ομολογία, που είναι βάση και θεμέλιο της Εκκλησίας.

Όταν μπήκε ο Χριστός στους μαθητές του, ενώ οι πόρτες ήσαν κλειστές και βγήκε πάλι με τον ίδιο τρόπο, έλειπε μονάχα ο Θωμάς. Ήταν κι αυτό έργο της θείας οικονομίας. Η απουσία του να προξενήσει περισσότερη ασφάλεια και βεβαιότητα. Γιατί αν ήταν παρών ο Θωμάς, δε θα είχε αμφιβολία· κι αν δεν είχε αμφιβολία, δεν θα ζητούσε να ικανοποιήσει την περιέργεια του· και αν δεν ζητούσε να ικανοποιήσει την περιέργεια του, δε θα ψηλαφούσε· αν δεν ψηλαφούσε, δε θα ομολογούσε τον Χριστόν ως  Κύριο και Θεό· κι αν δεν ωμολογούσε Κύριο και Θεό τον Χριστό, δε θα είχαμε εμείς διδαχθεί να τον δοξολογούμε με  αυτόν τον τρόπο. Ώστε με την απιστία του ο Θωμάς μας έδειξε το δρόμο  προς την αλήθεια·  και αν και ήρθε μετά  σταθεροποίησε την πίστη μας.

Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές στο Θωμά όταν ήρθε. «Έχομε δεί τον Κύριο», έχομε δει αυτόν που είπε· «εγώ είμαι το φως του κόσμου»· έχομε δει αυτόν που είπε «εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή και η αλήθεια»· και βρήκαμε την αλήθεια των λόγων να λάμπει μέσα στα πράγματα. Έχομε δει αυτόν που είπε «σε τρεις ημέρες ανασταίνομαι», κι αφού είδαμε την ανάσταση προσκυνήσαμε αυτόν που αναστήθηκε. Τον ακούσαμε να μας λέει «ειρήνη σ’  εσάς», κι αλλάξαμε την παραζάλη της λύπης σε γαλήνια χαρά. Είδαμε τα χέρια του που δέχτηκαν τις αιχμές των καρφιών, είδαμε τα χέρια που κατηγορούν τη λύσσα των θεομάχων σκυλιών, είδαμε τα χέρια που ύφαναν την αφθαρσία μας. Είδαμε και την πλευρά που φωνάζει καθαρότερα από κάθε κήρυκα την ευσπλαχνία του πληγωμένου. Είδαμε την ίδια την πλευρά, που υμνούν οι άγγελοι και σέβονται οι πιστοί και τρέμουν οι δαίμονες. Δεχτήκαμε και το θεϊκό φύσημα από το θεϊκό στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα που χορηγεί κάθε χάρη. Χειροτονηθήκαμε από τον Κύριο ως κύριοι, δηλαδή να έχομε την εξουσία να συγχωρούμε τα σφάλματα. Αποκτήσαμε το δικαίωμα να κρίνωμε τους αμαρτωλούς, αφού μας έδωσε τέτοια εντολή. « Σε όσους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, συγχωρούνται· σε όσους δεν τις συγχωρήσετε, δεν συγχωρούνται». Τέτοια χαρούμενα λόγια ακούσαμε από το Σωτήρα, τέτοιες δωρεές απολαύσαμε. Ήταν αδύνατο να μην πλουτίσουμε, αφού μας έτυχε τέτοιος πλούσιος Κύριος. Μόνο εσύ ἐμεινες φτωχός, που δεν ήσουν μαζί μας.

Κι ο Θωμάς τί τους είπε; Έχετε δει τον Κύριο; Καλά. Αυτόν που είδατε λοιπόν να τον σέβεστε πιο πολύ. Αυτόν που παρατηρήσατε, να τον κηρύττετε αδιάκοπα. Εγώ όμως, «αν δε δω μέσα στις παλάμες του τις τρύπες των καρφιών και δε βάλω το δάχτυλό μου στα ίχνη απ’  τα καρφιά και δε βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δε θα πιστέψω». Κι εσείς δε θα πιστεύατε, αν δεν βλέπατε πρώτα· έτσι κι εγώ «αν δεν δω δεν θα πιστέψω».

Μείνε, Θωμά, σταθερός στον πόθο σου αυτόν· μείνε σταθερός με επιμονή, για να δεις εσύ και να βεβαιωθεί και η δική μου ψυχή μου. Μείνε σταθερός, ζητώντας αυτόν που είπε, «Ζητάτε και θα βρείτε». Μην προσπεράσεις απλά ερευνώντας, αν δεν βρεις το θησαυρό που ζητάς· χτύπα με  επιμονή την πόρτα της σίγουρης γνώσης, ώσπου να σου την ανοίξει αυτός που είπε «χτυπάτε και θα σας ανοίξω». Αγαπώ το διχασμό των λογισμών σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. Αγαπώ τη φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Ευχάριστα ακούω να λές πολλές φορές « αν δε δώ στα χέρια του το σημάδι απ’ τα καρφιά, δεν θα πιστέψω». Γιατί εσύ απιστείς κι εγώ μαθαίνω να πιστεύω. Εσύ σκάβεις με το δικέλλι της γλώσσας τα χωράφια, δηλαδή το θείο σώμα, κι εγώ θερίζω χωρίς κόπο τον καρπό και τον μαζεύω για μένα. Αν δεν δω με  τα ίδια μου τα μάτια τα  αυλάκια που σαν με αλέτρι χάραξαν οι άπιστοι μέσα στ’  άγια του χέρια, με κανένα τρόπο δε θα συμφωνήσω με τα λόγιά σας. Αν δε βάλω αυτό το δάχτυλο μου στις λακκούβες των καρφιών, δεν θα δεχτώ το καλό μήνυμά σας. Αν δεν κρατήσω μ’  αυτό μου το χέρι εκείνη την πλευρά, πού ανύποπτη μαρτυρεί την ανάσταση, δεν μπορώ να πιστέψω τη γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος είναι ισχυρός και βέβαιος, αν επιβεβαιώνεται από όλα  τα πραγμάτα· και κάθε λόγος που δεν έχει τη μαρτυρία των έργων είναι χωρίς σημασία και από το στόμα χάνεται στον αέρα.

Πρόκειται να κηρύξω στους ανθρώπους τα θαύματα του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν με τα λόγια θα πω αυτά που δεν είδα με τα μάτια μου; Πώς θα κάνω τους άπιστους να πιστέψουν, αυτά που μήτε εγώ δεν τα έχω παρακολουθήσει; Θα πω στους Ιουδαίους και στους Έλληνες ότι έχω δει τον Κύριό μου να τον σταυρώνουν, όχι όμως αναστημένο, αλλά μόνο ότι το άκουσα; Και ποιός δεν θα γελάσει με τα λόγια μου; Ποιός δεν θα  περιφρονήσει το κήρυγμά μου; Άλλο πράγμα είναι ν’  ακούσεις κάτι και άλλο να το δεις·  άλλο πράγμα είναι η αφήγηση λόγων κι άλλο η θέα και η εμπειρία των πραγμάτων.

Επειδή ο Θωμάς είχε αμφίβολη γνώση, σε οχτώ μέρες ο Δεσπότης ξαναήρθε πάλι στους μαθητές του, που ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί. Άφησε πρώτα να κατηχηθεί ο Θωμάς από τους συμμαθητές του στις ενδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε να καίγεται από τη δίψα να τον αντικρύσει. Κι όταν η ψυχή του άναψε από τον σφοδρό πόθο της θέας του, τότε στην κατάλληλη ώρα ο ποθητός βρήκε αυτόν, που ποθούσε. Με τον ίδιο τρόπο, όπως και προηγουμένως, με κλεισμένες τις πόρτες μπήκε και τους είπε· «ειρήνη σ’  εσάς», για να ταυτιστεί το πράγμα με το θαύμα και για να βεβαιώσει το λόγο των αποστόλων και για να παραστήσει την ακρίβεια του δεύτερου ερχομού του. Έπειτα είπε στον Θωμά. «Βάλε το δάχτυλό σου εδώ και δές τα χέρια μου». Τι ύψος απέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος αμέτρητης συγκαταβάσεως! Δεν περίμενε την προσέλευση του μαθητού, δεν περίμενε να πλησιάσει αυτός που είχε ανάγκη, να παρακαλέσει και να πετύχει ό,τι ήθελε. Μήτε για λίγο δεν τον στέρησε από την επιθυμία. Ο ίδιος ο αγαπημένος με τη βία τραβούσε κοντά του αυτόν που τον αγαπούσε· ο ίδιος έσυρε στην πληγή το δάχτυλο εκείνου που είχε τον πόθο· ο ίδιος με τη δεσποτική γλώσσα του, τράβηξε το δουλικό χέρι λέγοντας σ’  αυτόν. «Βάλε το δάχτυλό σου εδώ και δές τα χέρια μου».

Άκουσα, Θωμά, απών σαν άνθρωπος αλλά παρών σαν Θεός, αυτά που είπες στους αδελφούς σου. Ήμουν κοντά σας με τη θεότητά μου και χώρια σας με την ανθρωπίνη φύση μου. Θέλεις να σου υπενθυμίσω τα λόγια που είπες προηγουμένως; Δεν είπες, «αν δεν δω μέσα στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών και δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω;» Δεν βγήκαν από τα χείλη σου τα λόγια αυτά; Τα λόγια αυτά δεν ανταποκρίνονται στους λογισμούς σου; Γι  αυτό ξαναήλθα· για να μην αμφιβάλλεις. Γι  αυτό είμαι κοντά σας δεύτερη φορά. Έχω έρθει γι  αυτά πού επιθυμείς. Τώρα ήρθα για σένα, τον ένα, εγώ που για το χαμένο πρόβατο κατέβηκα από τους ουρανούς, χωρίς να τους αφήσω. Μή διστάσεις λοιπόν να μάθεις ό,τι ποθείς· μη ντρέπεσαι να κοιτάξεις καλά ό,τι θέλεις. Μην αποφύγεις να βάλεις το δάχτυλό σου στα χέρια μου. Ανέχομαι και το περίεργο δάχτυλο, όπως ανέχτηκα τα καρφιά. Υπομένω την περιέργεια του φίλου, όπως υπόμεινα την κακία των εχθρών. Με σταύρωσαν οι εχθροί μου και δεν αγανάκτησα και δε θα υποφέρω την δική σου εξέταση; «Βάλε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου», πού τραυματίστηκαν για σας, για να θεραπευθούν τα χτυπήματα των δικών σας ψυχών. Κοίταξε τα χέρια μου και συλλογίσου αν είμαι εκείνος που εκούσια σταυρώθηκε ή κάποιος άλλος; Δες τα χέρια μου, που άφησα να διατηρούν τα σύμβολα της Εβραϊκής μανίας κι όταν με τη συνηθισμένη αναίδειά τους μου πουν οι Ιουδαίοι κατά την ημέρα της κρίσεως ότι «εμείς Κύριε, δεν σε σταυρώσαμε». Τότε θα δείξω σ’  αυτούς τους εχθρούς μου, τα χέρια μου μ’  αυτή τη μορφή και θα ντροπιάσω τους Ιουδαίους μόλις τα αντικρύσουν. «Δές τα χέρια μου», που μαρτυρούν το αληθινό γεγονός της αναστάσεώς μου. Μή νομίσης πώς είναι μία φαντασία. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ομήρους της δικής σας αναγεννήσεως. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν αποδείξεις για την ανάστασή μέσα από τους τάφους. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν άγκυρα που έπεσε στο βυθό του Άδη. Μη φοβηθείς καμμιά δυσκολία της ζωής, μη σε ζαλίσει καμμιά ζάλη του κόσμου. Μη φοβηθείς το φύσημα των αντιθέτων ανέμων, μη σε ανησυχήσουν οι καταιγίδες κι οι σκόπελοι της θάλασσας των εχθρών. Πέρνα με θάρρος το πέλαγος της ζωής, ταξίδευε κρατώντας την άγκυρα του πνεύματος, ταξίδευε έχοντας μπροστά σου σαν λιμάνι τον ουρανό. Ταξίδευε και να φοβάσαι μόνο το ναυάγιο της αρνήσεώς μου. Περιγέλασε το θάνατο σάν νεκρό, περίπαιζε σαν ανίσχυρη τη φθορά. Να αποδεχθείς  το τέλος της ζωής για χάρη μου, σαν αρχή μιας πιο εσωτερικής ζωής και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου. Ἀντλησε με το χέρι σου από τη βρύση που δίνει τη ζωή το νάμα που ποθείς και ανακούφισε τη δίψα σου. «Φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου». Βάλε το χέρι στο ιατρείο της δημιουργίας και βγάλε το φάρμακο της επιθυμίας σου. Δέχομαι άγγιγμα χεριού που με  αγαπά, εγώ που δέχτηκα την πληγή της λόγχης. «Φέρε το χέρι σου και βάλέ το στην πλευρά μου, για να μπορείς να  αγωνίζεσαι γι  αυτήν, για να μπορείς να  αποκριθείς σ’  αυτούς που πολεμούν την αλήθεια, ότι με είδες μετά την Ανάσταση και με αναγνώρισες και με ψηλάφησες προσεκτικά. «Φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου». Για σένα την άφησα έτσι εγώ που θεράπευσα τα σώματα και τις ψυχές των άλλων. Πρόβλεψα σαν Θεός ότι θα θελήσεις να την δεις έτσι. Και βλέποντας τα σημάδια του πάθους στην σάρκα μου να θεραπεύσεις το πάθος της ψυχής σου. «Φέρε το χέρι σου, και βάλε το στην πλευρά μου» που τη φύλαξα έτσι με κάποιο σκοπό. Όταν γυρίσω πάλι από τους ουρανούς και καθίσω σε θρόνο κριτής ζωντανών και νεκρών να δούν οι Εβραίοι κατάματα τα έργα της κακίας τους και μόνοι τους να  αυτοκαταδικαστούν – «και μη φανείς άπιστος αλλά πιστός».Είναι κακό η απιστία· κάνει τον νου να βουλιάξει. Η πίστη τον ανεβάζει στον ουρανό. Η απιστία τυφλώνει τη ψυχή. Η πίστη φωτίζει τους λογισμούς. Η απιστία δεν δέχεται και αυτά που βλέπει. Η πίστη βλέπει και τα αόρατα κατακάθαρα. Ο άπιστος έχει ολοκληρωτική άγνοια. «Μη γίνεις άπιστος, αλλά πιστός». Διώξε το σύννεφο της απιστίας και κοίταξε τις καθαρές ακτίνες της πίστεως. Γίνε άξιος απόστολος της θεότητάς μου μέσα σε όλους. Γίνε τέτοιος όπως πρέπει να είναι αυτός που με συνάντησε και είδε τέτοια όπως εσύ. Όμοια με τους άλλους αποστόλους σε κάλεσα, όμοια με  αυτούς σε τίμησα, όμοια με  αυτούς οπλίσου. Όμοια με  αυτούς είδες ό,τι είδαν, όμοια με  αυτούς σου εμπιστεύθηκα σάν φίλο, όλο μου το μυστήριο· όμοια με  αυτούς κήρυξε τη δύναμή μου. Μην πείς πάλι, αφού με είδες μία φορά: «Αν δεν δω πάλι στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών δε θα πιστέψω». Όσο είμαι μαζί σας άφησε ελεύθερη, όπως θέλεις, την περιέργειά σου. Όσο έχεις δίπλα σου το ουράνιο κλήμα όλα τα κλαδιά και τα σταφύλια του ερεύνησε. Θα  ανέβω στους ουρανούς, απ’  όπου ήρθα στη γή, θα  ανεβώ εκεί που είμαι πάντα. Θα ανέβω με την ανθρωπίνη φύση μου εκεί απ’  όπου για χάρη σας κατέβηκα με τη θεία μου φύση. Θα  ανέβω μ’  αυτό μου το σώμα, αν και χωρίς αυτό ήρθα από εκεί κι έμεινα εκεί πέρα. Θα  ανέβω στους πατρικούς κόλπους με τη δική σας φύση, «αν και είμαι στους κόλπους του Πατέρα». Τελείωσα το έργο για το οποίο έκανα αυτή την πορεία.

Αφού άγγιξε λοιπόν ο Θωμάς τα χέρια και τη θεία πλευρά του Κυρίου γέμισε από δειλία μαζί και χαρά βλέποντας αυτά πού επιθύμησε, αμέσως ξεσπά σε ύμνο, κραυγάζοντας προς τον Κυρίο. «Κύριέ μου και Θεέ μου». Συ είσαι ο Κύριος και Θεός. Συ είσαι και άνθρωπος και  φιλάνθρωπος. Συ είσαι ξενόφερτος και παράξενος γιατρός της φύσεως. Δεν κόβεις με το νυστέρι τα πάθη, δεν καίς με φωτιά τις πληγές, δεν μαζεύεις από  τα βοτάνια τη δύναμη των φαρμάκων σου, δεν δένεις με ορατούς επιδέσμους τις βασανιστικές πληγές. Διαθέτεις αόρατους επιδέσμους αγάπης, πού αόρατα τονώνουν τα καταπονημένα μέλη. Έχεις λόγο πιο κοφτερό από το μαχαίρι. Έχεις λόγο δυνατότερο απ’  τη φωτιά. Έχεις βλέμμα γλυκύτερο απ’  το φάρμακο. Σαν δημιουργός αγιάζεις χωρίς κόπο το δημιούργημά σου, σαν πλάστης μεταπλάθεις τα πλάσματά σου χωρίς να κουραστείς. Σύ κατά το θέλημά σου καθάρισες τους λεπρούς, έκανες τους κουτσούς να τρέχουν, τους παράλυτους να σηκώνουν τα κρεβάτια τους, τους γεννημένους τυφλούς τους προστάζεις να πετάξουν το σκοτάδι με νίψιμο. Εξώρισες τους δαίμονες απ’  τα δημιουργήματά σου, με θέλημά σου πιάστηκες από  τους εχθρούς και από  τους Ιουδαίους, τα πάντα δέχτηκες για μένα στο σώμα σου, «Ω Κύριε και Θεέ μου».

Αναγνώρισα τον Κύριό μου, αναγνώρισα τον αλιέα και φύλακά μου, αναγνώρισα το βασιλιά και Κύριό μου. «Ω Κύριέ μου και Θεέ μου». Πιστεύω Κύριε στην οικονομία σου, πιστεύω στην συγκατάβασή σου, πιστεύω στην ανάληψη από μέρους σου της φροντίδας μου, πιστεύω στον προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στα παθήματα της σάρκας σου, πιστεύω στον τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στην ανάστασή σου. Λοιπόν δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω, δεν κάνω πια έλεγχο. Πιστεύω, δεν στήνω πια τη ζυγαριά του νου. Πιστεύω, δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω στα μάτια μου και στα χέρια μου. Με δίδαξαν αυτά που είδα να μην κάνω έλεγχο. Ψηλάφησα κι έμαθα να προσκυνώ όχι να φιλονικώ. Ένα Κύριο και Θεό γνωρίζω, τον Κύριό μου Χριστό. Ας είναι δεδοξασμένος και δυνατός στους αιώνες. Αμήν.

Το Πάσχα της ζωής((Ανδρέα Θεοδώρου)

 «Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται· Πάσχα καινόν, Άγιον Πάσχα μυστικόν Πάσχα πανσεβάσμιον· Πάσχα Χρίστος ο λυτρωτής· Πάσχα άμωμον Πάσχα μέγα· Πάσχα των πιστών Πάσχα, το πύλας ημίν του Παραδείσου ανοίξαν Πάσχα, πάντας αγιάζον πιστούς».

 

Με έξαρση ψυχής ο ιερός Υμνωδός ψάλλει το Πάσχα της ζωής. Η μεγάλη Εορτή συνέχει τη ψυχήν του. Το Πάσχα της πίστεως είναι γι’ αυτόν ιερό, ανάλογο προς την ιεροπρέπεια της αρχής και του σκοπού του. Είναι ιερόν, όπως ιερά είναι η θεία βουλή, από την οποία προήλθε. Προς την ιεροπρέπεια της θείας ενεργείας είναι ανάλογη  και η ιερότητα της ιστορικής εκφράσεώς της, που αποκορυφώθηκε στην έγερση του Λυτρωτή.  

-Είναι πάσχα καινούργιο, σε αντιθέσει προς το παλιό  Νομικό Πάσχα των Εβραίων. Εδώ η έξοδος δεν είναι, όπως εκεί, γεωγραφική. Είναι έξοδος πνευματική. Ο νέος λαός της χάριτος,  δεν αποφεύγει τη φονική μανία του Φαραώ, ούτε εγκαταλείπει την τυραννική γη της Αιγύπτου. Αποφεύγει τη νοητή  επικράτεια του θανάτου, την τυραννία των σκοτεινών δυνάμεων της αμαρτίας, τον νοητό ζυγό του διαβόλου. Το
«καινόν Πάσχα», ανάλογο προς την καινότητα του ιδρυτού του, οδηγεί σε καινή(νέα) ζωή, καινοποιεί τον άνθρωπο, νεοποιεί τα σύμπαντα!

-Εί­ναι Πάσχα άγιον. Ως έκφραση του αγίου θελήματος του Θεού είναι και αυτό άγιον, ο ιδιαίτερος χώρος της θείας ευδοκίας, η πηγή του αγιασμού των ψυχών όσων με ευλάβεια αναβαίνουν στο ύψος του απείρου του θαύματος.

-Είναι Πάσχα μυστικόν. Ανοίγεται μόνον σε όσους έχουν τα μάτια της ψυχής τους καθαρά. Φανερώνεται μόνον  στις καθαρές  καρδιές, στα ταπεινά και άδολα πνεύματα, που κινούνται στην πνευματική  διάσταση της χάριτος. Στη φυσική αίσθηση,  στη σάρκα την υποδουλωμένη στο πάθος, στο εγωιστικό και αλαζονικό πνεύμα, στον  κριτικό λόγο τον περιορισμένο στα φυσικά όρια της διανοήσεως, η ανάσταση παραμένει γεγονός ακατανόητο, διάσταση σκοτεινή και άγνωστη.

-Είναι Πάσχα πανσεβάσμιο, που ελκύει τον σεβασμό των πιστών, όπως τον ελκύει η αγία Τριάδα  και ο εκτελεστής του λυτρωτικού σχεδίου της, Χριστός. Διότι το Πάσχα της πίστεως είναι Χριστός ο Λυτρωτής, ο ένσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού.

-Είναι Πάσχα άμωμο, καθαρό και ανεπίληπτο, όπως καθαρός και άμωμος υπήρξε ο σφαγιασθείς για τη σωτηρία των ανθρώπων Αμνός του Θεού.

-Είναι Πάσχα μέγα, αντάξιο της θείας μεγαλοσύνης, στο ύψος του οποίου ιλιγγιά να ατενίσει το κτιστό δημιούργημα. Πάσχα ενεργό και ισχυρό, με το οποίο καταστράφηκε το κολοσσιαίο οικοδόμημα του θανάτου.

-Είναι δε Πάσχα των πιστών. Κυρίως των πιστών, της Εκκλησίας, του περιούσιου λαού του Θεού. Διότι μόνον η κεραία του πνεύματος των πιστών έχει τη δύναμη να συλλαμβάνει τα απόκρυφα μηνύματα του μυστηρίου. Αντιθέτως όσοι δεν πιστεύουν με απλότητα ψυχής καμιά αίσθηση δεν έχουν του υπερλογικού θαύματος. Μένουν αιχμάλωτοι της φυσικής τους αισθήσεως, αναίσθητοι στους κραδασμούς του σωστικού μηνύματος της χά­ριτος.    -Είναι Πάσχα «το πύλας ημίν του Παραδείσου ανοίξαν». Τις πύλες του Παραδείσου έκλεισε η παρακοή των πρωτοπλάστων. Η προγονική παράβαση παρέδωσε τον Κήπο της τρυφής στην εγκατάλειψη και την ερήμωση. Η «φλογίνη ρομφαία» των Χερουβίμ φύλασσε την είσοδο στην αρχαία Εδέμ. Με την ανάσταση όμως του Χριστού λύθηκε η προγονική παράβαση. Ο Κήπος της χάριτος δέχθηκε στον ευφρόσυνο χώρο του τον νέο λαό της χάριτος. Η χαρά δονεί τα διαμερίσματά του. Η φλογίνη ρομφαία του αγγέλου παραμερίστηκε, ενώ πλήθη άλλα λειτουργικών πνευμάτων διακονούν τη νέα Βασιλεία. Το Πάσχα είναι η επιστροφή στην αρχαία χαρά, η αποκατάσταση της φιλίας με το Θεό, η άρση της εχθρότητας και του θανάτου. Η έγερση του Χριστού είναι Πάσχα «πάντας αγιάζον πιστούς!».

 «Πάσχα το τερπνόν· Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε· Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα· ω Πάσχα λύτρον λύπης· και γαρ εκ τάφου σήμερον, ώσπερ εκ πα­στού, εκλάμψας Χριστός, τα γύναια χαράς έπλησε λέγων, Κηρύξατε Αποστόλοις».

 

Το Πάσχα του Κυρίου είναι υπόθεση χαράς. Τέρπει και ευφραίνει τις ψυχές. Το μήνυμά του γεμίζει με αγαλλίαση τις καρδιές. Είναι το κατ’ εξοχήν Ευαγγέλιο! Η εγκατάλειψη της πικρής γης, η λύση της οδύνης, η διάρρηξη των προαιώνιων δεσμών  της δουλείας, το πέρασμα στη γη που ρέει μέλι και γάλα (της χάριτος) γεμίζουν με αγαλλίαση τις ψυχές των ευσεβών. Το Πάσχα της πίστεως είναι Πάσχα τερπνό. Είναι λύτρο λύπης. Ω, λέξη ευγενής και ωραία! Πόσο πελώριο είναι το βάθος σου, πόσο ανεκτίμητη η σημασία σου! Μέσα στη χοάνη σου σβήνει ο πόνος, λύνεται η οδύνη. Η λύπη, η μεγάλη κυρίαρχος της ζωής, το αίνιγμα που εξαγριώνει τη σκέψη και την ιστορική αίσθηση του ανθρώπου, καταλύθηκε από τη μεγάλη οδύνη, η οποία έδυσε  στο Σταυρό, για να ανοίξει το κράτος της χαράς στον πονεμένο και κουρασμένο άνθρωπο, Δεν υπάρχει πλέον λύπη! Την εξαγόρασε ο Κύριος με το αίμα Του πάνω στο Σταυρό. Δεν υπάρχουν πλέον δάκρυα, διότι τα σκούπισε η θεία αγάπη, τα αποξήρανε η χάρη. Ο πόνος εξαγοράστηκε με το τίμημα του θείου Πάθους. Γι’ αυτό  μας προτρέπει ο Υμνωδός «να περιπτυχθούμε αλλήλους εν χαρά». Να χορέψουμε για την πανήγυρη, να σκιρτήσουμε για το θαύμα. Και είναι ο μόνος άξιος λόγος για ένα τόσο σπουδαίο χαρμόσυνο συναγερμό. Μήπως η απαλλαγή από τον πόνο δεν υπήρξε ανέκαθεν ο ζωηρός πόθος του ανθρώπου; Δεν ήταν η σταθερή του επιδίωξη; Να, λοιπόν, εκείνο το οποίο βασάνιζε τον άνθρωπο, και το οποίο μόνος του δεν είχε την δυνατότητα να αποφύγει, το πρόβλημα το άλυτο της θεοδικίας και της ανθρωποδικίας, τώρα το λύνει ο ίδιος ο Θεός με την αντινομική του ενέργεια και ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον πόνο και την οδύνη του. Διότι ο Χριστός «εκλάμψας εκ του τάφου, ώσπερ εκ παστού» αποτίναξε τα δεσμά της φθοράς που ήσαν η αιτία της οδύνης και της κακοδαιμονίας και γέμισε από χαρά όχι μόνον τις γυναίκες που έτρεξαν με ευλάβεια  στον Τάφο Του, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, ο οποίος αντικρίζει με πίστη το φωτεινό  μνημείο  του από Αριμαθαίας Ιωσήφ!

 

(Ανδρέα Θεοδώρου, «Έαρ ψυχών»)