«Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;»

Απόστολοι Πέτρος και Παύλος: Εορτάζουν 29 Ιουνίου | Dogma

«Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;»

Αρχ. Παύλου ΔημητρακοπούλουΘεολόγου -Συγγραφέως-Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς

Εν Πειραιεί τη 28η Ιουνίου 2020

Εορτάζει και πανηγυρίζει αγαπητοί μου αδελφοί, η αγία μας Εκκλησία σήμερα την μνήμη δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων, των αγίων ενδόξων πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, τους οποίους ο υμνογράφος στο μεν απολυτίκιο της εορτής χαρακτηρίζει ως «πρωτοθρόνους των αποστόλων και διδασκάλους της οικούμενης», σε ένα δε από τα στιχηρά ιδιόμελα του εσπερινού εκφράζει την απορία του και δεν βρίσκει λόγια και εγκώμια αντάξια, για να τους εγκωμιάσει και να τους τιμήσει: «Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;» Το χαρμόσυνο γεγονός της παρούσης εορτής  μας δίδει την αφορμή να στρέψουμε την προσοχή μας για μια ακόμη φορά χρεωστικώς προς τους μεγάλους αυτούς φωστήρας και να αναφερθούμε σ’ αυτούς, δανειζόμενοι την θεοφώτιστη γλώσσα του κορυφαίου Πατρός της Εκκλησίας μας, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Ο μεγάλος αυτός και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας έχει εκφωνίσει έναν υπέροχο εγκωμιαστικό λόγο προς τους δύο αυτούς αποστόλους, από τον οποίο θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα προς δόξαν και τιμήν των σήμερα εορταζομένων αγίων και προς ωφέλεια πνευματική όλων μας. Λέγει λοιπόν μεταξύ άλλων τα εξής ο άγιος: «Τί γαρ ερούμεν προς τους διδασκάλους της άνω και της κάτω κτίσεως; Ουχ ευρίσκω γαρ λόγον άξιον εγκωμιάσαι τους εγκωμιάσαντας το γένος ημών. Τι γαρ Πέτρου μείζον; τι δε Παύλου ίσον; οίτινες τω έργω και τω λόγω πάσαν την εν ουρανοίς και επί γης κτίσιν ενίκησαν. Οι τω πηλώ του σώματος συμπεπλεγμένοι και αμείνους αγγέλων ευρεθέντες». Δηλαδή, τι μπορούμε να πούμε και με ποιά λόγια να εγκωμιάσουμε αυτούς, που αναδείχθηκαν διδάσκαλοι της άνω και της κάτω κτίσεως, μύστες και χειραγωγοί της ανθρωπότητος στα επίγεια και τα επουράνια μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών; Δεν βρίσκω λόγια να εγκωμιάσω αυτούς, που εγκωμίασαν το γένος μας. Διότι τί μεγαλύτερον από τον Πέτρον, ή τί ίσον με τον Παύλον μπορεί να υπάρξει; Aυτοί με τα έργα και την διδασκαλία τους ενίκησαν όλη την κτίση, την ορατή και αόρατη και παρά το ότι έφεραν γήινο ανθρώπινο σώμα, υπερέβησαν ακόμη και την φύση των αγγέλων.

Και αν ακόμη είχαμε δέκα στόματα και δέκα γλώσσες σαν αυτές του ιερού Χρυσοστόμου και πάλι δεν θα μπορούσαμε να παραστήσουμε επάξια το ύψος της αρετής και της αγιότητος των δύο αυτών γιγαντιαίων μορφών, που λάμπουν ως αστέρες πρώτου μεγέθους, εν μέσω όλων των αγίων της Εκκλησίας. Αυτοί βέβαια δεν έχουν ανάγκη από τα δικά μας εγκώμια, διότι έχουν ένα άλλο, ασυγκρίτως ανώτερο εγκώμιο, το εγκώμιο, που έπλεξε ο ίδιος ο Χριστός γιά τον καθέναν από αυτούς. Πράγματι τον μέν απόστολο Πέτρο εμακάρισε με τους λόγους: «Μακάριος εί Σίμων Βαριωνά, ότι σάρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ εί Πέτρος και επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλείς της Βασιλείας των Ουρανών και ό εάν δήσης επί της γής, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς και ό εάν λύσης επί της γής έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.16,17-19). Τον δε απόστολο Παύλο ονόμασε «σκεύος εκλογής», εκλεκτό όργανό του, που τον έχει προορίσει, να βαστάσει το όνομά του ενώπιον εθνών και βασιλέων και να διαδώσει το ευαγγελικό κήρυγμα σ’ όλους τους λαούς της γής: «σκεύος εκλογής μοι εστίν ούτος, του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ» (Πρ.9,15).

Σε άλλη συνάφεια του λόγου του γράφει τα εξής ο ιερός Πατήρ: «Χαίροις Πέτρε της πίστεως η πέτρα. Χαίροις Παύλε της Εκκλησίας το καύχημα. Χαίροις Πέτρε η κρηπίς της Ορθοδοξίας. Χαίροις Παύλε η μέριμνα πασών των Εκκλησιών. Χαίροις Πέτρε το εγκαλλώπισμα της οικουμένης. Χαίροις Παύλε, η είσοδος του παραδείσου. Χαίροις Πέτρε ο χειραγωγός της βασιλείας των ουρανών. Χαίροις Παύλε ο εύδιος λιμήν των χειμαζομένων. Χαίροις Πέτρε, ο πολλών επαίνων υπό του Κυρίου αξιωθείς. Χαίροις Παύλε ο πολλών χαρισμάτων κυβερνήτης υπάρχων. Χαίροις Πέτρε ο θερμός και ζέων τω Πνεύματι τω Αγίω. Χαίροις Παύλε, ο εύτονος δρομεύς. Οι την υφήλιον πάσαν τω κηρύγματι φωτίσαντες, οι μύρια δεινά δι’ αυτήν υπομείναντες. Οι εν φυλακαίς κατακλειόμενοι, υπό Ιουδαίων βδελυττόμενοι, υπό βαρβάρων συρόμενοι, υπό βασιλέων αικιζόμενοι, οι μηδέ αναπνείν συγχωρούμενοι και παύσασθαι της διδασκαλίας μη ανεχόμενοι. Οι μέλος του σώματος κινήσαι μη δυνάμενοι διά το βάρος των δεσμών και πάσαν την οικουμένην, δεδεμένην τη αμαρτία, δι’ επιστολών λύοντες. Των δαιμόνων τας φάλλαγγας υμείς κατετροπώσατε. Δι’ υμών η του αγίου Πνεύματος Χάρις εις την οικουμένην εφήπλωται. Την αχλύν της πλάνης υμείς από της γης συνεστείλατε. Πάσαν ψευδώνυμον λατρείαν υμείς σποδόν εποιήσατε».

Στο παρά πάνω απόσπασμα μας εκπλήσσει το πλήθος των χαρακτηρισμών που αποδίδει ο άγιος σε κάθε έναν από τους δύο αποστόλους. Ο απόστολος Πέτρος είναι η πέτρα της πίστεως, η κρηπίδα, το θεμέλιο, της Ορθοδοξίας, το εγκαλλώπισμα, το στολίδι, της οικουμένης, ο χειραγωγός της βασιλείας των ουρανών, αυτός που αξιώθηκε πολλών επαίνων από τον Κύριο, ο θερμός και ζέων τω Πνεύματι τω Αγίω. Ο δε απόστολος Παύλος είναι το καύχημα της Εκκλησίας, η μέριμνα για την πνευματική προκοπή όλων των Εκκλησιών, η είσοδος του παραδείσου, το γαλήνιο λιμάνι όλων εκείνων που περνούν δοκιμασίες και θλίψεις, ο κυβερνήτης πολλών χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, ο ισχυρός δρομέας της στενής και τεθλιμμένης οδού, που οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών. Οι δύο απόστολοι είναι εκείνοι που φώτισαν με το κήρυγμά τους όλη την οικουμένη και υπέμειναν γι’ αυτήν πάμπολλα δεινά. Υπέμειναν φυλακίσεις κατά την διεξαγωγή του ιεραποστολικού των έργου, δέχθηκαν την αποστροφή και τον διωγμό από τους συμπατριώτες των Ιουδαίους, ενώ από τους εθνικούς ειδωλολάτρες έγιναν αντικείμενο βιαίας μεταχειρίσεως. Βασανιστήκαν από βασιλείς μέχρι σημείου να μην μπορούν να αναπνεύσουν, καθ’ ον χρόνον εκείνοι δεν έπαυαν να διδάσκουν. Στις φυλακές, κάτω από το βάρος των δεσμών, δεν μπορούσαν να κινήσουν κανένα μέλος του σώματός των και όμως έλυσαν την οικουμένη από τα δεσμά της αμαρτίας με τις επιστολές των. Κατατρόπωσαν τις φάλαγγες των δαιμόνων, ενώ απλώθηκε παντού η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Περιόρισαν την καταχνιά της πλάνης από τη γη, ενώ έκαναν σκόνη κάθε ψεύτικη λατρεία.

Παρά κάτω προσθέτει άλλα, περισσότερα εγκώμια ο ιερός Πατήρ, τα οποία παραθέτουμε σε μετάφραση: «Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δυνατότεροι από βασιλείς, ισχυρότεροι από στρατιώτες, πλουσιότεροι από πλουσίους, φιλοσοφότεροι από φιλοσόφους, ευγλωτότεροι από ρήτορες. Οι μη έχοντες κανένα γήϊνο απόκτημα, ενώ κατέχετε τα πάντα. Εσείς είστε των μαρτύρων η υπομονή, των Πατριαρχών το ορθόδοξον, των μοναζόντων η άσκησις, των παρθένων οι στεφανωτές, αυτών που ακολούθησαν τον έγγαμο βίο οι ειρηνοποιοί, των αρπακτών και αδίκων οι χαλινοί, των ακολάστων οι σωφρονιστές, η σκέπη των βασιλέων, τα τείχη των χριστιανών, των βαρβάρων οι αντίπαλοι, αυτοί που αποστομώσατε τους αιρετικούς, οι νεκρούντες τα πάθη των σωμάτων, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι μεγάλοι της οικούμενης φωστήρες».

Υπέροχα επίσης και εκπληκτικά είναι και τα όσα προσθέτει στη συνέχεια: «Ποιές ευχαριστίες λοιπόν να ανταποδώσουμε σε σας, οι οποίοι τόσα πολλά κοπιάσατε για μας; Σε ενθυμούμαι Πέτρε και εκπλήσσομαι. Σε φέρνω στη μνήμη μου Παύλε και μένοντας κατάπληκτος, έρχονται δάκρυα στα μάτια μου. Τι να πω και πως να μιλήσω, καθώς παρατηρώ και πάλι τις θλίψεις σας; Δεν ξέρω. Πόσες φυλακές αγιάσατε; Πόσες αλυσίδες ελαμπρύνατε; Πόσα βάσανα υπομείνατε; Τα μέλη σας είναι γεμάτα αίματα διά την Εκκλησία. Κανένας πριν από σας, ή μετά από σας, φάνηκε τέτοιος, όπως εσείς. Ποιός τόλμησε ποτέ από εκείνους που ασκούν διδασκαλικό έργο, να πουν κάτι, χωρίς να καταφύγουν στη διδασκαλία σας;»

Ποίες τώρα ευχαριστίες να ανταποδώσομε για όλα τα παραπάνω προς τους κοινούς ευεργέτες της ανθρωπότητος; Ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, με ποιό τρόπο θα μπορέσουμε ποτέ να εξοφλήσουμε το χρέος της οφειλής μας προς τον κατ’ εξοχήν απόστολο της Ελλάδος, τον απόστολο Παύλο; Αν η Ελλάδα σήμερα είναι χριστιανική, το οφείλει στον απόστολο Παύλο. Νομίζω, ότι ο καλύτερος τρόπος ανταποδώσεως είναι η κατά δύναμιν εφαρμογή της προτροπής του: «Παρακαλώ ουν υμάς μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ.4,16). Ας παρακαλούμε δε αυτούς να πρεσβεύουν αδιαλείπτως υπέρ της σωτηρίας των ψυχών ημών. Αμήν.

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ

«Μη ασπάζεσθε τας ιεράς εικόνας»!

e- Ορθόδοξη Παρακαταθήκη

Ἀντὶ τῆς κανονικότητος ὁδηγούμεθα εἰς τὴν Ἅλωσιν ὑπὸ τῶν Λατίνων! Πατριαρχεῖον Κων/λεως:«ΜΗ ΑΣΠΑΖΕΣΘΕ ΤΑΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ»

-Σεβ. Καναδᾶ: Μὴ ὁμιλεῖ κανεὶς «χωρὶς καθοδήγηση ἀπὸ τὴν Ἀρχὴ τῆς Ἐκκλησίας», τὸν Πατριάρχην!

-Σεβ. Σικάγου: «Τὰ ἱ. σκεύη νὰ ἀπολυμαίνωνται»!

-Οὐνίτης «Ἐπίσκοπος» Ὑάκινθος: «ἐνδεχόμενον μεταδόσεως νοσογόνων μικροβίων διὰ τῆς κοινωνίας ἐκ τοῦ Ποτηρίου»!

Γράφει ὁ κ. Παναγιώτης Κατραμάδος, θεολόγος
Τὰ μέτρα ποὺ κρατοῦν ὑπὸ περιορισμὸν τὴν λατρείαν μας ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέραν ἀποσύρονται. Ὡστόσον, παντοῦ διαλαλεῖται ὅτι δὲν θὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν προτεραίαν κατάστασιν, ἀλλὰ ὅτι βαίνομεν πλέον πρὸς μίαν νέαν κανονικότητα. Ποῦ ὁδηγούμεθα;Ἐξομοίωσις Ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν.

Ἐμελετήσαμεν τὰς ὁδηγίας ποὺ ἀπέστειλεν ἡ «Ἱ. Σύνοδος» τῶν ἐν Ἑλλάδι παπικῶν πρὸς τοὺς πιστούς της καὶ διεπιστώσαμεν ὅτι συνεμορφώθη καὶ αὐτὴ ἀπολύτως μὲ τὰς ἐπιταγάς τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δοθῆ ἡ ἐξουσία εἰς τὸ Κράτος νὰ παρέμβη ὄχι μόνον εἰς τὴν συνάθροισιν τῶν πιστῶν, ὅπως ψευδῶς ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ καὶ εἰς…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.681 επιπλέον λέξεις

Το έσοπτρο του Παύλου…

Γράφει ο ΠαπαΗλίας Υφαντής

Ο Οδυσσέας στη ραψωδία «Λ» της Οδύσσειας κατεβαίνει στον Άδη. Όπου σφάζει κάποια πρόβατα, συγκεντρώνοντας το αίμα τους σ’ ένα λάκκο. Οι ψυχές των νεκρών συνωθούνται γύρω από το λάκκο, για να γευτούν το αίμα και να επικοινωνήσουν έτσι με τη ζωή. Αλλά ο Οδυσσέας τις διώχνει με το ξίφος του. Γιατί αυτό που πρωταρχικά τον ενδιαφέρει είναι να γευτεί το αίμα ο μάντης Τειρεσίας, για να του πει πώς θα γυρίσει στην Ιθάκη….

Η σκηνή του Οδυσσέα στον Άδη είναι ολόιδια μ’ εκείνη του παπά που στην προσκομιδή θύει τον Αμνό του Θεού. Ο Οδυσσέας, που με το ξίφος εμποδίζει τις ψυχές να πιουν αίμα κάνει ο, τι και ο παπάς, που, κρατώντας τη λόγχη της προσκομιδής, εμποδίζει αυτούς, που δεν μνημονεύει να πάρουν μέρος στο τραπέζι της θείας κοινωνίας.

Όταν όμως μιλάς για πράγματα πέρα απ’ τον κοινό νου, κινδυνεύεις να πάθεις ο, τι και ο δραπέτης από το “σπήλαιο” του Πλάτωνα. Να φαίνεσαι, δηλαδή, όχι μόνο ότι λες ακατανόητα πράγματα, αλλά και παρακινδυνευμένα. Έτσι, που να θεωρηθείς απ’ τους πάσης φύσεως Προκρούστες αιρετικός ή ύποπτος. Πράγμα που σε άλλες εποχές μπορούσε να σήμαινε ακόμη και θάνατο επί της πυράς.

Ασφαλώς αυτό το ξέρουν καλύτερα από κάθε άλλον οι ποιητές και οι προφήτες. Ξέρουν πόσο επικίνδυνο είναι να δίνεις “τα άγια τοις κυσί” και να αφήνεις τα μαργαριτάρια «έμπροσθεν των χοίρων». Γιατί όχι μόνο τα “άγια” και τα “μαργαριτάρια” θα ποδοπατήσουν, αλλά και τους φορείς τους θα κατασπαράξουν.

Ξέρουν! Γι’ αυτό και οι ποιητές ντύνουν τις εμπνεύσεις τους με τους μύθους και οι προφήτες μιλούν με παραβολές και με σύμβολα. Αλλά παρόλο, που προσέχουν, πόσοι ποιητές και πόσοι προφήτες δεν διώχτηκαν και δεν οδηγήθηκαν ακόμη και μέχρι το μαρτυρικό θάνατο!…

Και βέβαια περισσότερο απ’ τους ποιητές και τους προφήτες γνωρίζει ο Θεός πως οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να δεχτούν την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και μας μιλάει με τη γλώσσα των συμβόλων. Η οποία, όπως μας λέει ο Ηράκλειτος, “ούτε λέγει ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει”…

Οι ποιητές, λοιπόν, και οι προφήτες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι περπατούν στ’ αχνάρια Θεού. Και δεν θα ήταν καθόλου λάθος να ισχυριστούμε ότι οι αληθινοί ποιητές είναι και προφήτες και οι αληθινοί προφήτες είναι και ποιητές. Ο Δαυϊδ, για παράδειγμα, είναι ποιητής και προφήτης. Και το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους προφήτες της Π. Διαθήκης. Όπως εξάλλου και για τους μεγάλους ποιητές της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά και κάποιους μεταγενέστερους.

Και προκύπτει μια θεμελιακή απορία: Από πού έρχεται η έμπνευση του ποιητή; Και πώς ο προφήτης προβλέπει και προλέγει- ή μάλλον πιο σωστά βλέπει σαν παρόντα- τα παρελθόντα και τα μέλλοντα; Όπως συμβαίνει συχνά και σε μας τους κοινούς θνητούς με τα όνειρα. Που μας προλέγουν αυτά, που θα συμβούν όχι μόνο την επόμενη μέρα, αλλά και μέχρι την αιωνιότητα.

Όπως το όνειρο, που είπε στο μελλοθάνατο Σωκράτη πως “ύστερα από τρεις μέρες θα έφτανε στην εύφορη Φθία”…

Την απάντηση, νομίζω, στα ερωτήματα αυτά μας τη δίνει ο απόστολος Παύλος: Ο άνθρωπος μας λέει ο Παύλος, διαθέτει ένα έσοπτρο (=εσωτερικό καθρέφτη). Που στο χώρο της θρησκείας είναι ο καθρέφτης της αιωνιότητας. Όπου οι προφήτες συναντούν το Θεό και συνομιλούν μαζί του. Όπου βρίσκεται γραμμένη η ιστορία του κόσμου από καταβολής μέχρι τη συντέλεια. Όπου ο Μωυσής είδε τη Γένεση του κόσμου και ο Ιωάννης διάβασε την «Αποκάλυψη» του μέλλοντος. Και βέβαια ο Παύλος έζησε “αυτά που ποτέ μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και ανθρώπινη καρδιά δεν στοχάστηκε”.

Μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη οι καλλιτέχνες βλέπουν τα αριστουργήματά τους και οι ποιητές συναντούν τη μούσα τους. Και μέσα σ’ αυτό το έσοπτρο βλέπουμε κι εμείς οι κοινοί θντοί κάποια όνειρα, που μας ξαφνιάζουν με τις απροσδόκητες αποκαλύψεις τους. Πηγαίνοντάς μας πιο πέρα απ’ την πεζότητά και σεργιανώντας μας, όπως η Βεατρίκη το Δάντη, ακόμη και σε κάποιες γωνιές του παραδείσου ή και της κόλασης…

Δεν θα απείχε κανείς απ’ την πραγματικότητα, αν έλεγε πως το έσοπτρο του Παύλου είναι το ασυνείδητο της ψυχολογίας του βάθους. Κι ούτε πάλι θα ήταν λάθος αν λέγαμε πως αυτό το ασυνείδητο βάθος της ψυχολογίας, είναι και ο Άδης της Οδύσσειας. Στον οποίο ο… Όμηρος έστειλε και τον Οδυσσέα, για να μάθει απ’ τον Τειρεσία τα μελλούμενα.

Κι ακόμη πιο πέρα ότι σ’ αυτό το βάθος όλοι μας έχουμε έναν Τειρεσία. Που, όχι μόνο στον ύπνο μας, αλλά και ξυπνητοί μπορούμε να τον ρωτήσουμε για τα μελλούμενα και για τα περασμένα. Αρκεί να κατορθώσουμε να καταδυθούμε σ’ αυτό. Έτσι ώστε να τα βλέπουμε όλα διάφανα μέσα στο χρόνο και το χώρο. Όπως οι σύγχρονοι μας άγιοι Παΐσιος και Πορφύριος….

Για μας όμως τους κοινούς θνητούς, που δεν είμαστε ποιητές και ιδιαίτερα οι θρησκευόμενοι, που δεν είμαστε σαν τον Παΐσιο και τον Πορφύριο, πέρα απ’ τα όνειρα, υπάρχει ο δρόμος των μυστηρίων. Με τα οποία ολοένα και περισσότερο λαμπικάρεται το έσοπτρο της ψυχής μας: Όπως, για παράδειγμα, αν, πέραν των άλλων, εξομολογούμαστε και κοινωνούμε τακτικά το σώμα και τοαίμα του Χριστού.

Έτσι ώστε ν’ αποκαλύπτεται μπροστά μας ολοένα και καθαρότερα ο δρόμος, που θα μας οδηγήσει στη δική μας Ιθάκη, την αιωνιότητα…

ΥΠΕΡΒΑΣΗ 

Προγαμιαῖες σχέσεις μεταγαμιαίων ἀνθρώπων.(π. Κωνσταντῖνου Στρατηγόπουλου)

Τὸ ἐρωτικὸ πλάσμα

Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι πλάσμα ἐρωτικό. Ἔχει τὴν τάση νὰ κινεῖται πρὸς ἕνωση. Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση αὐτὴ εἶναι τριπλό. Κινεῖται πρὸς ἕνωση μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ συνάνθρωπο, καὶ ἑνώνει μὲ τὰ ψυχικὰ καὶ διανοητικά του χαρίσματα ὅλες τὶς δυναμικὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικότητά του. Πιὸ πρακτικὰ δοσμένο αὐτὸ τὸ σχῆμα θέλει τὸν ἄνθρωπο
α) Νὰ ἔχει ἀναζητήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὰ πέρα ἀπὸ τὴν ὁριζόντια πραγματικότητα
β) Νὰ θέλει νὰ ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
γ) Νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμοὺς ποὺ τὸν ταράσσουν καὶ τὸν κομματιάζουν.
Ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα εἶναι ἐρωτική. Ἡ ἐρωτικὴ πορεία κρύβει πάντα μέσα της μία ἔξοδο. Ἔξοδο πρὸς τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ….
ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐταρέσκειά μας.

Ἡ βίωση τοῦ ἔρωτα διὰ τοῦ γάμου
Χωρὶς τὴν ἀνακάλυψη καὶ βίωση τοῦ προαναφερομένου τριπλοῦ ἐρωτικοῦ ἐπιπέδου, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μία πρακτικὴ βαθιὰ ἀναπηρία. Ἂν ἀναπτύσσει μέρος μόνο ἀπὸ τὶς ἐρωτικές του δυνατότητες, ζεῖ ἐλλιπεῖς καὶ ἀρρωστημένες τὶς πτυχὲς τῆς προσωπικότητάς του. Ἂν π.χ. κοινωνικοποιεῖται χωρὶς ταυτόχρονη ἀναζήτηση ἐρωτικῆς μορφῆς πρὸς τὸ Θεό, καταλήγει σὲ καρκινογόνο κοινωνικότητα. Ἂν πάλι προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει τὶς ἐσωτερικές του ἀντίρροπες δυνάμεις χωρὶς ἔξοδο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καταλήγει σὲ ἕνα διαλογιζόμενο ὂν ποὺ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ του χάνει τὸν ὁρίζοντα τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὁ ἔρωτας, ἐπειδὴ εἶναι πράξη ζωῆς τριττῶς ἐκφραζομένη, μόνο μὲ ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση μπορεῖ νὰ βιωθεῖ. Ὅταν λέμε «ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση» ἐννοοῦμε ἕνα γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει ταυτόχρονα καὶ νὰ γιατρέψει τρία παράλληλα καὶ ὁμοειδῆ στοιχεῖα πού, ἐνῶ εἶναι διακρινόμενα στὶς ἐκδηλώσεις τους, ἔχουν κοινὸ παράγοντα ποὺ τὰ τρέφει καὶ τὰ καλλιεργεῖ.

Αὐτὸς ὁ κοινὸς παράγοντας ποὺ ἐνεργοποιεῖ ἰσορροπημένα ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ «γάμος». Τὴ λέξη «γάμος» σήμερα τὴν κατανοοῦμε ἀποσπασματικά, ὡς σχέση τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναίκα. Ἡ γλώσσα ὅμως τῆς Γραφῆς εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Ὁ γάμος ὁρίζεται ὡς σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕνα μυστήριο πρακτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἀκατανόητο. Εἶναι ἡ παρουσία τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ «ὅλως συγκροτεῖ» τὸν ἄνθρωπο σὲ ἐρωτικὴ ἰσορροπία. Ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ δεδομένου τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο προσωπικότητα ποὺ ζεῖ μέσα ἀπὸ τὸ γάμο. Ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκείνη ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκχύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἔρωτας εἶναι γεγονὸς γαμικὸ καὶ μόνο ὡς τέτοιο προσεγγίζεται. Εἶναι, δηλαδή, γεγονὸς ἰσχυρῆς ἑνώσεως ποὺ μόνο ἀκατάλυτα δεσμὰ μποροῦν νὰ τὸ συγκρατήσουν. Χωρὶς αὐτὲς τὶς δυνάμεις τοῦ γάμου ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὑπέρβαση, κοινωνία καὶ ἐσωτερικὴ ἰσορροπία.

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι, μαζὶ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐρωτικοῦ, καὶ πλάσμα γαμικό. Ἡ σχέση του μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν χαρακτηρίζει. Κανεὶς μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνέραστος ἢ ἀγαμικός. Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ παντρεμμένος μέσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ συνεκτικοῦ δεσμοῦ τοῦ γάμου μποροῦν νὰ εἶναι ὄντως μοναχοὶ καὶ ὄντως ἔγγαμοι. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ γιὰ προγαμιαῖες σχέσεις. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο γεγονός. Εἶναι ἀνυπόστατο. Τὸ προγαμιαῖο καταργεῖ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζεῖ ὡς ἄνθρωπος.

Ὁ ὁρισμὸς «προγαμιαῖες σχέσεις» θέλει νὰ προσδιορίσει σήμερα τὴν ὕπαρξη γενετησίων σχέσεων ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τέτοιοι ὅμως διαχωρισμοὶ εἶναι ἀδύνατοι. Οἱ γενετήσιες σχέσεις ὑπηρετοῦν στὴν πράξη ὡς βιολογικὲς λειτουργίες τὸ ἐρωτικὸ καὶ γαμικὸ στοιχεῖο ὅπως τὸ προσδιορίσαμε. Στὴ μελέτη τοῦ μακρόκοσμου ἕνας ἀστροφυσικὸς θὰ ἔλεγε πὼς εἶναι ἀδύνατο ἕνας κουὰρκ (τὸ μικρότερο τεμάχιο ὕλης ποὺ ὑπάρχει) νὰ βρεθεῖ μόνο του. Εἶναι πάντα δεσμευμένα. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε συμβαίνει μὲ τὶς γενετήσιες σχέσεις. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀποδεσμεύσει ἀπὸ τὸ γάμο καὶ τὸν ἔρωτα. Κάθε προσπάθεια γιὰ ἀποδέσμευση ἑνὸς κουὰρκ ἀπὸ τὴ δομὴ ἑνὸς πρωτονίου θὰ χρειαζόταν ὑποθετικὰ τόση ἐνέργεια ὅση χρειάζεται γιὰ νὰ καταστρέψουμε τὸ γαλαξία μας, καὶ μπορεῖ, τὸ σύμπαν. Στὴν ἀστροφυσικὴ οἱ ἔννοιες γίνονται κατανοητές.

Στὸ χῶρο ὅμως τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὰ πράγματα δὲν φαίνονται καὶ τόσο δύσκολα. Κι ὅμως, εἶναι ἀρκετὴ μία ἀπογυμνωμένη ἀπὸ ἔρωτα καὶ γάμο γενετήσια σχέση νὰ διαλύσει τὶς ἰσορροπίες λειτουργίας τοῦ μυστηρίου ποὺ λέγεται ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένος.

Τὸ πρόβλημα

Ἡ ἐλλιπὴς βίωση τοῦ ἔρωτα καὶ ἡ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ βαθύτερου καὶ εὐρύτερου νοήματος τοῦ γάμου ὁδηγεῖ σὲ μία βαθμιαία διάβρωση τοῦ ἐρωτικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἀνέραστος, ἐξαρθρώνονται οἱ βασικὲς ἐρωτικές του λειτουργίες στὴν τριπλῆ τους ἔκφραση καὶ ἀναφύονται ποικίλα προβλήματα ἐσωτερικῶν ἀνισορροπιῶν πού, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθοῦν μὲ ἁπλὲς ψυχολογικὲς διαδικασίες, περιγράφονται μὲ λανθασμένη διαγνωστικὴ καὶ φυσικὰ ἀποπροσανατολισμένη θεραπευτική.
Νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε μὲ λίγα καὶ ἁπλὰ λόγια κάποιους βασικοὺς τομεῖς ποὺ νοσοῦν ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐρωτικῆς καὶ γαμικῆς ἀγωγῆς καὶ θεραπευτικῆς.

Ἡ συναισθηματικὴ προσέγγιση
Στὸ χῶρο τῶν διανθρωπίνων σχέσεων ἡ ἰσορροπία ἀνδρὸς-γυναικὸς προβάλλεται ὡς συναισθηματικὸ γεγονός. Τολμοῦν μάλιστα νὰ ὁμιλοῦν γιὰ αἰσθήματα καὶ ἀγάπη. Κανεὶς φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀντίρρηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων προκειμένου νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες.
Τὸ λάθος βρίσκεται στὸν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπιδερμικὸ προσδιορισμὸ τῶν συναισθηματικῶν κινήσεων. Χωρὶς τὸ σχῆμα «ἔρωτα –γάμου» ποὺ προαναφέραμε, τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο, καὶ ἂν ἀκόμη κρύβει κάποια κύτταρα ἀλήθειας, εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ χωρὶς θεμέλια. Πίσω ἀπὸ τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο μπορεῖ νὰ κρύβεται ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄλλον λόγω ἐξωτερικῶν σχημάτων. Μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει κάποιος γιὰ νὰ νοιώθεις πὼς καταξιώνεσαι ὡς ἄνδρας ἢ γυναίκα. Μπορεῖ νὰ ὑποκρύπτεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς. Ξεχνοῦν βέβαια πὼς τὸ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς δὲν γιατρεύεται ἂν προσπαθεῖς νὰ τὸ ἱκανοποιήσεις διὰ τῆς «χρήσεως» κάποιου προσώπου, ἀλλὰ θεραπεύεται ἂν κατανοήσεις τὴν ἀποτυχία σου. Ἀποτυχία ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτὸ καὶ τὴ μὴ ἀπαντοχὴ τοῦ ἄλλου. Μόνο ὅταν καταλάβεις τὴν ἀποτυχία σου εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσεις πρὸς τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τὸν χρησιμοποιήσεις.
Μπορεῖ, τέλος, πίσω ἀπὸ τὸ συναίσθημα νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη γιὰ «χρήση» τοῦ ἄλλου πρὸς ἱκανοποίηση σωματικῶν ἀναγκῶν. Πολλοὶ ἐνθουσιώδεις «ἔρωτες» ἔπεσαν σὰν χάρτινος πύργος ὅταν κάποτε ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν θέλησε νὰ χρησιμοποιεῖται σεξουαλικά. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ἄλλου γιὰ σεξουαλικὴ κατανάλωση τινάζει στὸν ἀέρα ὁποιαδήποτε μορφὴ ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ἂν τὸ σὲξ ἔλθει ὡς καρπὸς τῆς πορείας μέσα ἀπὸ τὸ σχῆμα «ἔρωτας-γάμος» εἶναι ἀποτέλεσμα ἁγιοπνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἔχει ἐλαχιστοποιήσει τὸν κίνδυνο καταναλωτικῆς προσεγγίσεως τοῦ ἄλλου προσώπου. Ἕνας σπόρος πάντα θέλει πορεία γιὰ νὰ γίνει καρπός. Μόνο τὰ ὁρμονικὰ προϊόντα ἀναπτύσσονται γρήγορα. Μόνο ποὺ εἶναι καρκινογόνα.

Ἡ πορεία μέσα ἀπὸ ἕνα σχῆμα ποὺ λέγεται σωματικὴ ἀνάγκη – σὲξ – ἱκανοποίηση καταστρέφει τὶς πτυχὲς τὶς λεπτές τοῦ συναισθηματικοῦ πεδίου τοῦ ἀνθρώπου. Λειτουργοῦν μόνο τὰ ζωώδη καὶ καταπατοῦνται τὰ ἀνθρώπινα. Διαταράσσεται ὁλόκληρη ἡ ἰσορροπία τῶν δομῶν τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ εἶναι φτιαγμένη νὰ λειτουργεῖ τὴν ἀγάπη ὡς ἔρωτα-γάμο ἁγιοπνευματικὴς δωρεᾶς.

Ἡ ψυχολογικὴ προσέγγιση
Ἐὰν οἱ τροχοὶ ἑνὸς αὐτοκινήτου δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ὁδηγίες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν ὁδηγό, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι σίγουρη. Ὁ συναισθηματικὸς παράγοντας, ἐὰν δὲν ἐξομαλυνθεῖ καὶ σμιλευθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν ροπῶν τῆς ψυχῆς, τότε ἀποπροσανατολίζεται σύμφωνα μὲ τὶς προτάσεις ποὺ διαγράψαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο.
Τὰ λεγόμενα συναισθήματα εἶναι ἐκφράσεις τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένης ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ἡ ψυχή, ἐνεργοποιούμενη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ κίνηση «ἔρωτος-γάμου» καλλιεργεῖ χαρίσματα καὶ ἐκφράσεις αἰώνιας προοπτικῆς. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» δομικὸ ὑλικὸ ποὺ ζυμώνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ μία ἀσφαλιστικὴ δικλείδα ἀντιμετωπίσεως τῶν διακυμάνσεων τοῦ βίου. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» ὑλικὸ νικάει καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει τὴν τραγωδία τῆς διαστάσεως σώματος καὶ ψυχῆς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἂν ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ δὲν γίνεται κάτω ἀπὸ σωστὲς προϋποθέσεις, διαταράσσεται, καὶ ἀκολουθεῖ ἀποσύνθεση καὶ ἐξάρθρωση ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους ἐκδηλώσεων τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τὰ θεμέλια εἶναι σαθρὰ ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἡ ψυχὴ ψάχνει συνέχεια ὡς τροφὴ της τὸν «ἔρωτα-γάμο». Ἡ πορεία της μέσα στὸν κόσμο εἶναι συνεχῶς ἀναγωγικὴ στὴ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Φεύγει μόνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔξω ἀπ’ αὐτὴν δὲν κλείνει δρόμους πρὸς τοὺς ἄλλους, δὲν διασπᾶ δεσμοὺς κοινωνικότητας. Δὲν φτιάχνει καὶ σπάζει δεσμοὺς κατ’ ἀρέσκειαν. Φτιάχνοντας καὶ σπάζοντας καὶ ἀνακατασκευάζοντας καὶ ἀνακαταστρέφοντας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ δομικὸ ὑλικό. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στερεώνει τὸ δομικὸ ὑλικὸ καὶ τοῦ δίνει δυνατότητα γιὰ κοινωνικὴ ἐργασία, ποὺ σημαίνει μία συνεχῆ ἀνάπτυξη τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν τὸ στίγμα τῆς πορείας τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου.

Σ’ ἕνα μοντέλο προγαμιαίων σχέσεων ὅλη αὐτὴ ἡ λειτουργία τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ τινάζεται στὸν ἀέρα. Ἐφ’ ὅσον ὁ πλησίον ἄνδρας ἢ γυναίκα εἶναι πρὸς «χρήση», ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεσαι νὰ προσφέρεις τὸ «δομικό σου ὑλικὸ» γιὰ νὰ μποῦν τὰ πρῶτα θεμέλια της κοινωνίας καὶ νὰ συγκροτηθεῖ ὁ πρῶτος πυρήνας κοινωνίας, ἡ οἰκογένεια, οἱ σχέσεις μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο εἶναι ἀντικοινωνικές, δηλαδὴ τραγικές.

Οἱ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς συντρόφων ἀφήνουν βαθειὰ ρήγματα στὸ ψυχικὸ δομικὸ ὑλικό. Ὅσο πιὸ προχωρημένη εἶναι ἡ σχέση κι ὅσο πιὸ ψευτο-ὁλοκληρωμένη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σχῆμα ἔρωτας-γάμος, τόσο περισσότερο καταστρέφεται βάναυσα, μπορεῖ καὶ ἀνεπανόρθωτα, ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ κόσμου νὰ γίνει ἡ ἀνθρώπινη μάζα ὄντως κοινωνία. Οἱ «ὁλοκληρωμένες» σχέσεις στὸ προγαμιαῖο ἐπίπεδο εἶναι μία ἀτομικὴ βόμβα στὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. Ἄνθρωποι μὲ κατεστραμμένο δομικὸ ὑλικὸ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γίνουν μπροστάρηδες γιὰ κοινωνικὴ ἀναμόρφωση καὶ ἀναδόμηση. Ἡ μετάνοια βέβαια ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάνει ἀκόμη καὶ ἅγιο. Τὰ στίγματα ὅμως τῆς ἁμαρτίας ὁδηγοῦν τὸ σῶμα στὴ διάλυση «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Κι ἐδῶ ἀναφύεται τὸ θέμα τῆς βιολογικῆς προσέγγισης τοῦ ἔρωτα.

Ἡ βιολογικὴ προσέγγιση τοῦ ἔρωτα
Νὰ διατυπώσουμε ἁπλὲς σκέψεις: Τὸ σῶμα ἔχει αἰσθήσεις. Χωρὶς τὶς αἰσθήσεις δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ περιβάλλον. Τὰ κύτταρα τῶν αἰσθήσεων ἐνεργοποιοῦν τὰ μηνύματα τοῦ ἔξω κόσμου καὶ τὰ κάνουν ὁρατές, γευστικές, ἀκουστικές, ἐπιδερμικὲς ἐμπειρίες. Τὰ κύτταρα τῆς ἁφῆς, τὰ γευστικὰ κύτταρα, τὰ ἀκουστικὰ κύτταρα κ.λπ., ἂν ὑποστοῦν μία βάναυση προσβολὴ καταστρέφονται καὶ δὲν λειτουργοῦν προσωρινὰ ἢ μερικὲς φορὲς γιὰ πάντα. Ἕνα ἔντονο φῶς μπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ κύτταρο τὴ δυνατότητα τῆς ὁράσεως. Ὁ ἔρωτας εἶναι καὶ μία αἴσθηση. Δὲν παύει νὰ εἶναι μία αἴσθηση, καὶ μέσα στὰ πλαίσια τῆς συζυγίας ἀνδρὸς-γυναικὸς λειτουργεῖ καὶ ὡς αἴσθηση. Ποιὸς ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὰ «ἐρωτικὰ κύτταρα»;
Ἡ ἔξω ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις «ἔρωτας-γάμος» προγαμιαία σεξουαλικὴ σχέση σύμφωνα μὲ τὶς προηγούμενες σκέψεις, ἀφοῦ θὰ καταστρέψει τὸ συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικὸ πεδίο, θὰ προχωρήσει καὶ στὴν καταστροφὴ τῶν ἐρωτικῶν κυττάρων. Ἡ ἀποσπασματικὴ χρήση τοῦ σὲξ ὡς βιολογικῆς ἀνάγκης διαλύει σίγουρα τὰ ἐρωτικὰ κύτταρα. Ἂν χρησιμοποιήσω τὰ κουπιὰ μιᾶς βάρκας γιὰ νὰ παίξω τέννις στὴν παραλία, τὰ κουπιὰ θὰ εἶναι σπασμένα ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα νὰ λειτουργήσουν στὸ φυσικό τους περιβάλλον στὴν ἰσορροπία νεροῦ-βάρκας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν εὔκολα μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἀνικανοποίητου σεξουαλικὰ Δὸν Ζουάν. Ὅσες περισσότερες σχέσεις, τόσο περισσότερα κατεστραμμένα «ἐρωτικὰ κύτταρα», τόσο μεγαλύτερη ἀδυναμία γιὰ ἐρωτικὴ σεξουαλικὴ σχέση.

Οἱ «εἰδικοὶ» σεξολόγοι θὰ πρέπει νὰ λάβουν ὑπ΄ ὄψιν σοβαρὰ τὸν παράγοντα αὐτὸν ἂν θέλουν νὰ βοηθήσουν τοὺς «πελάτες» τους. Ἕνας στομαχολόγος ποτὲ δὲν θὰ προτείνει φαγητὰ μὲ καρυκεύματα στὸν ἀσθενῆ του. Ἀπορῶ γιατί ἕνας σεξολόγος προτείνει περισσότερο σὲξ στὸν ἐρωτικὰ ἀνικανοποίητο «πελάτη» του. Φυσικὰ τὴ λύση δὲν τὴν περιμένουμε ἀπὸ τὸ Βιάγκρα. Μὲ χάπια δὲν φτιάχνεται ἔρωτας. Τὸ μόνο ποὺ φτιάχνεται, σίγουρα, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἱκανοποίηση πὼς ὁ ἀσθενὴς τὰ κατάφερε. Κι ἔτσι ξαναπαίζει τὸ παιχνίδι τῆς καταστροφῆς. Τὰ κατάφερε σημαίνει πὼς μπόρεσε ν’ ἀποδείξει πὼς εἶναι ἄνδρας. Ἄρα μπόρεσε νὰ ἐκφράσει τὴ δύναμή του. Δηλαδή, ἀπέδειξε τὸν κατακτητικὸ ἐγωισμό του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἔρχεται ὡς φαῦλος κύκλος.

Ὁ ἐγωισμὸς σπάει τὴ σχέση τῶν προσώπων. Τὰ συναισθήματα δὲν ὑπάρχουν ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ καταξιωθεῖς. Τὸ «δομικὸ ὑλικό» τῆς ψυχῆς καταστρέφεται περισσότερο. Τότε καὶ μόνο τότε μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει τὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πρότασή της γιὰ ἀποφυγὴ προγαμιαίων σχέσεων. Εἶναι μία πρόταση ποὺ ὄχι μόνο δὲν βδελύσσεται τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀντίθετα θέλει νὰ τὸν διασώσει καὶ ν’ ἀναδείξει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ ὄντως ἐρωτικὸ πλάσμα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἕνα πλάσμα ποὺ ἀγαπάει τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐναρμονίζει τὶς ἐσωτερικές του λειτουργίες μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα πλάσμα ποὺ ζεῖ ἕνα καὶ μοναδικὸ γάμο ὡς ἑνότητα μὲ τὸ Χριστό, κι ἐκεῖ μέσα ἐντάσσει τὸ γάμο μὲ τὸ ἄλλο φύλο, τὸ γάμο μὲ τὴν ἄσκηση, τὸ γάμο μὲ τὸ μοναχισμό. Ὁ Χριστιανὸς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προγαμιαῖος. Βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ γάμου μὲ τὸ Χριστό.

Ὁ μεταγαμιαῖος ἄνθρωπος
Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις εἶναι ἀδύνατες ὡς κατάσταση ζωῆς, ἀλλὰ δυνατὲς μόνο ὡς κατάσταση ἀσθένειας.
Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς τὸ προγαμιαῖο θὰ ἀπογοητεύσει σύντομα τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ τέλος θὰ προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του σὲ δρώμενα ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ μεταγαμιαῖο ἄνθρωπο, ποὺ ψάχνει κάπου ἀλλοῦ τὴν εὐτυχία του στὰ πέρα ἀπὸ τὸ γάμο. Ἀλλὰ ὁ γάμος παραμένει ἕνα ἀξεπέραστο γεγονὸς ὡς σχέση μὲ τὸ Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὅπως δὲν ὑπάρχει οὔτε προεκκλησιαστικὴ καὶ μετεκκλησιαστικὴ ἐποχή, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οὔτε προγαμιαῖος οὔτε μεταγαμιαῖος δεσμός.

ΠΗΓΗ.ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ