Τα Εγκώμια και ο Επιτάφιος της Παναγίας.Ένα καινοφανές έθιμο της «φολκλορικής» Ορθοδοξίας

 

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (εκπαιδευτικου-χημικού)

1

Από τα τέλη περασμένου (20ου αι), τα Εγκώμια της Παναγίας και ο Επιτάφιος  άρχισαν  δειλά-δειλά να εισέρχονται  στη  λατρεία,   και να «εξαπλώνονται»,   συν  τω χρόνω, σ’  Ενορίες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, ακόμα και σ’  Ελληνορθόδοξες Ενορίες  της Διασποράς, ακόμα και σε Μοναστήρια, (εκτός από τα Αγιορείτικα Μοναστήρια).Το αυτό έθιμο κατακτά έδαφος στην εποχή των καινοτομιών και της φολκλορικής «ορθοδοξίας»! Στην Εκκλησία, λοιπόν, στην οποία ο Οικουμενισμός επιτρέπει ανεξέλεκτα στον καθένα να αυτοσχεδιάζει, ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια της Θεοτόκου είναι μια ακολουθία που αρέσει, γιατί προσφέρει …θέαμα. Μια μεταλλαγμένη Μαριολατρεία κάνει προσπάθεια να προστεθεί στα ήδη «διεμβολήσαντα» τον ορθόδοξο χώρο!

Τα εγκώμια της Παναγίας.

Ξεκίνησαν από τις Κυκλάδες, κατά το μέσα του 19ου αι. προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία. Το θέμα έφθασε στην Ιερά Σύνοδο  (Απρίλιος 1865).   Και υπό την Προεδρία του  αοιδίμου Μητροπολίτου  Αθηνών Θεοφίλου, συζήτησε το θέμα.  Και οι Συνοδικοί Αρχιερείς,  «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν»,  δεν επέτρεψαν την εισαγωγή τους στη λατρεία, έστω και αν ήταν ύμνοι που εξυμνούσαν την Μητέρα του Χριστού.   Το σκεπτικό τους ήταν,   πως  τιμούμε δέοντως την Παρθένο,  όταν σεβόμαστε την τάξη της Εκκλησίας, και όχι όταν την καταφρονούμε. Απέστειλαν λοιπόν  «προς τους κατά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας»,  την υπ’αριθμ 135, αριθμ. πρωτ. 4319, 21/4/1865,  Εγκύκλιο,  «περί απαγορεύσεως Επιταφίου ύμνου εις την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου»,  επισημαίνοντας:  «… η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’ όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν».  (δημοσιεύεται στην συνέχεια)

Τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» δεν ανήκουν στους επίσημους ύμνους της ᾿Εκκλησίας, με τους οποίους οι άγιοι πατέρες όρισαν εδώ και αιώνες να τιμούμε αυτήν την σημαντική εορτή. Γι᾿ αυτό και δεν υπάρχουν στο μηναίο στην ακολουθία της 15ης Αυγούστου, ούτε στον εσπερινό ούτε στον όρθρο ούτε στα μεθέορτα.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα με αυτά τα «εγκώμια». ᾿Από την στιγμή που δεν είναι καθιερωμένα επισήμως, δεν υπάρχει και σταθερό επίσημο κείμενό τους, αλλά σχεδόν κάθε περιοχή και κάθε μοναστήρι έχει δικά του «εγκώμια» με ποικίλες παραλλαγές και από διάφορους ποιητές-διασκευαστές, και κανείς δεν ξέρει ποια είναι τα αρχικά και παλαιά «εγκώμια της Παναγίας».

῾Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σημαντικότερο· τα «εγκώμια» αυτά στην πραγματικότητα απαγορεύονται από το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας, και μάλιστα απαγορεύονται αυστηρώς και «διά ροπάλου»!

Συγκεκριμένα το Τυπικό της Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, που συντάχτηκε από τον επιφανή πρωτοψάλτη της εποχής Γεώργιο Βιολάκη και εκδόθηκε από το πατριαρχικό τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη το 1888 και είναι μέχρι σήμερα το επίσημο τυπικό όχι μόνον στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και στα πατριαρχεία και αυτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Ιεροσολύμων, ῾Ελλάδος, Κύπρου, ακόμη και στην ιερά μονή του Θεοβαδίστου όρους Σινά και στο Πρωτάτο του ῾Αγίου Όρους και αλλού, γράφει για τα «εγκώμια της Παναγίας» τα εξής·

«Στον όρθρο της εορτής της Κοιμήσεως, ανήμερα στις 15 Αυγούστου, «ευθύς μετά την καταβασίαν της θ´ (ωδής) συνηθίζεται ενιαχού, όπου πανηγυρίζεται η εορτή αύτη μεγαλοπρεπώς, προς πλείονα τάχα δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, ίνα ψάλλωνται τα λεγόμενα “εγκώμια της Παναγίας”, κατά μίμησιν των του Κυρίου ημών, των ψαλλομένων εν τω όρθρω του Μ. Σαββάτου. Η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνουσα παν ο,τι καινοφανές και κακόζηλον, έστω και γινόμενον προς τιμήν της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει ταύτα επισήμως και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς».

Σύμφωνα λοιπόν με το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» ψάλλονται τάχα προς δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, άρα με αυτά δεν τιμάται πραγματικά η πάναγνος και αειπάρθενος μητέρα του Κυρίου μας, γι᾿ αυτό κατακρίνονται ως καινοφανή και κακόζηλα, αποδοκιμάζονται επισήμως και απαγορεύονται αυστηρώς!

Αυτήν την αυστηρή διάταξη του Τυπικού οι περισσότεροι (σχεδόν όλοι δηλαδή) την είχαν «ξεχάσει», διότι μετά την έκδοση του Τυπικού Βιολάκη σταμάτησε η όποια χρήση τους, πλην κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, όπου διατηρήθηκαν ως τοπικό έθιμο, άγνωστο στους πολλούς.

Βεβαίως εύλογα γεννάται μία απορία. ᾿Αφού το επίσημο Τυπικό παίρνει τόσο αυστηρή θέση γι᾿ αυτά τα υμνογραφήματα, πως γίνεται σήμερα να έχουν διαδοθεί τόσο πολύ και να διαφημίζονται και να προβάλλονται ακόμη και από διάφορα ραδιοτηλεοπτικά μέσα;

Δυστυχώς είναι αλήθεια ότι σήμερα το επίσημο  Τυπικό  δεν γίνεται σεβαστό, αλλά καταπατείται αγρίως και αυθαιρέτως. Και καταστρατηγείται ακριβώς από αυτούς που έχουν οριστεί ως τηρητές και θεματοφύλακες της λειτουργικής τάξεως. Οι περισσότεροι ψάλτες, ακόμη και κληρικοί, δεν ξέρουν ότι υπάρχει επίσημο και υποχρεωτικό τυπικό της ᾿Εκκλησίας, αγνοούν ποιο είναι αυτό, και ουσιαστικά δεν το διδάχτηκαν ποτέ.

Ο Επιτάφιος της Παναγίας.

Οι Άγιοι δεν μας παρέδωσαν, παρά μόνο τον Επιτάφιο του Κυρίου και δεν είναι σωστό να εξισώνουμε τα πάντα. Την Παναγία την τιμάμε όπως αξίζει στην μητέρα του Κυρίου μας, αλλά Επιτάφιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει παραδοθή μόνο για τον Κύριο· γι’ αυτό πρέπει να εκλείψει το νέο αυτό έθιμο.

1

 

Απ΄ όσο ξέρουμε δεν υπάρχει Συνοδική Εγκύκλιος που αναιρεί την ανωτέρω, άρα ισχύει! H συνήθεια αυτή είναι αλλοίωση του ορθοδόξου ήθους και αυτό είναι που μετράει και κάνει την… «ευλάβεια» αυτή απαράδεκτη.

3

O Αρχιμ.-ιεροκήρυκας Δανιήλ Αεράκης  σε παλιότερο δημοσιευμένο άρθρο του με τίτλο-«Συναισθηματισμοί ή Θεολογία; Πένθος ή Χαρά; Μεταξύ των άλλων σημειώνει.

«Πάσχα και επιτάφιος δεν πάνε μαζί. Ή Πάσχα έχουμε ή επιτάφιο θρήνο και επιτάφιο κουβούκλιο. Από τη μια μεριά αποκαλούν πολλοί (και εκκλησιαστικοί) την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου  «Πάσχα του Καλοκαιριού», και από την άλλη ψάλλουν (αυθαίρετα) εγκώμια επιταφίου θρήνου στην Παναγία.

  • Από την μια μεριά ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί «ἒνδοξον»την Κοίμηση και βεβαιώνει την αναστάσιμη χαρά αγγέλων και ανθρώπων: «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα»(αίνος εορτής). Και από την άλλη (πάλι αυθαίρετα) στήνουν στο κέντρο των Ναών ξύλινους μεγαλοπρεπείς (πανάκριβους) επιταφίους, και εκεί τοποθετούν μια ξύλινη Παναγία («κοιμωμένη») ή κάποιον πολυτελέστατο βελούδινο επιτάφιο με τη μορφή της, κατ’ απομίμηση του επιταφίου της Μεγ. Παρασκευής.

Από τη μια μεριά μερικοί (αυθαίρετα και πάλι) λένε, ότι, αφού είναι Πάσχα η γιορτή της Κοιμήσεως, καταλύουμε και κρέας (αν πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή), και από την άλλη σε τέτοια πασχαλινή πανήγυρη ψάλλουν (αυθαίρετα) ύμνους γεμάτους γλυκανάλατους συναισθηματισμούς και θρησκευτικούς λυρισμούς!

Ώστε  με επιτάφιο (Μεγ. Παρασκευή, δηλαδή) τρώμε … κρέας!

Γενικά το πρόβλημα είναι σοβαρό.

Ποιος εισήγαγε την καινοτομία των εγκωμίων και του επιταφίου της Παναγίας; Η Εκκλησία στη μακραίωνα παράδοσή της δεν γνωρίζει τέτοιες τελετές και υμνωδίες.

Τα εγκώμια της Μεγ. Παρασκευής εμπεριέχονται στα επίσημα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, εγκεκριμένα συνοδικώς.

Στο μηναίο του Αυγούστου, όπου οι ύμνοι της Κοιμήσεως και τα σχετικά αγιογραφικά αναγνώσματα, δεν γίνεται καμμία αναφορά σε επιτάφιο και εγκώμια στη Παναγία.

  • Ποιος εισήγαγε την καινοτομία; Λένε, ότι κάποιο αγιοταφικό μοναστήρι κατασκεύασε τα σχετικά εγκώμια. Και επειδή συναισθηματικά αρέσουν, τα πήραν και τα έφεραν και στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σιγά-σιγά πάει να γενικευθεί η αλλοίωση της γιορτής της Κοιμήσεως.

Ευτυχώς, που αρκετοί Μητροπολίτες αντιστέκονται και κρατούν τη θεολογική σοβαρότητα της γιορτής.

  • Ρέπουμε σε θρησκευτικές φιγούρες και σε «εφέ». Βρήκαν, λοιπόν, την ευκαιρία να καλυφθεί η ποιμαντική κουφότητα και η θεολογική απουσία με ανύπαρκτους επιταφίους και ανόητους θρήνους.

Καλούν δε και την «μπάντα» να παιανίζει και τους επισήμους να παρίστανται και οργανώνουν… περιφορά επιταφίου μέσα στο καλοκαίρι!

Η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από την φετινή κατάχρηση των θρησκευτικών αυθαιρεσιών, θα υποδείξει, όπως πιστεύουμε, τα δέοντα.

Κοίμηση έχουμε. Δεν έχουμε θάνατο. Στο θάνατο θρηνούν οι «μή ἒχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θες. δ΄ 13). Στην Κοίμηση αγάλλονται οι πιστοί. Όταν μάλιστα η Κοίμησις γίνεται Μετάστασις, όπως γιορτάζει η Εκκλησία για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου».

Συμπερασματικά  σημειώνουμε τα εξής.

1) Η απαγόρευση του Οικ. Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφής.

2) Η συγκεκριμένη τελετή σαφώς έχει τοπική -Ιεροσολυμίτικη- προέλευση, γίνεται στον τάφο της Παναγίας και ας μείνει εκεί. Εκεί όντως έχει νόημα και αξία. Παραπέρα χάνει…

. Ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια είναι μια ιδιαιτερότητα του Χριστού μέσα στη λατρεία μας. Δεν αξίζει  ο Χριστός να έχει αυτή την ιδιαιτερότητα; Γιατί  την καταργούμε;

Μπορεί βέβαια  και τη Μεγάλη Παρασκευή να ψέλνουμε Εγκώμια στον Χριστό, και να περιφέρουμε τον Επιτάφιο,  κτυπώντας πένθιμα τις καμπάνες,  όμως  παράλληλα περιμένουμε την εκ νεκρών Ανάστασή Του.   Δεν μένουμε δηλαδή  στο θάνατό Του, που θα ήταν απελπισία.  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και  με τα Εγκώμια και τον Επιτάφιο της Παναγίας. Η  τοποθέτηση του Επιταφίου    στη μέση του Ναού,  η περιφορά του  (σε μερικές ενορίες  χτυπάνε και  τις καμπάνες πένθιμα!), αφήνουν την  αίσθηση ότι η Παναγία πέθανε και έμενε στον τάφο. Όμως, μετέστη προς τους ουρανούς, νικώντας και αυτή με τον  θάνατο, τον θάνατο. Αυτή η  νίκη κατά του  θανάτου «θάβεται» με τον Επιτάφιο, που κάνουμε προς τιμήν της!  Κάτι ήξεραν οι προγενέστεροι  Πατέρες-Συνοδικοί Αρχιερείς,  που είπαν:

«… Η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν

3) Το ιεροσολυμίτικο τυπικό όντως επικράτησε παντού. Σε ορισμένα όμως χρειάζεται διακριτική αυτοσυγκράτηση. Να ξεχωρίζουμε τα τοπικά.

4) Μια πιο συγκρατημένη τελετή στα πλαίσια της Λιτής του Εσπερινού της Παναγίας (όπως προτείνει ο Καθηγητής κ. Αριστ. Πανώτης σε έκδοσή του), χωρίς κουβούκλια και περιφορές -που θυμίζουν ακριβώς Μ. Παρασκευή- θα ήταν ίσως ανεκτή.

  1. Βέβαια, το «Τυπικό» δεν είναι δόγμα, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει. Όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει  από έναν Ιερέα,  ή από έναν Επίσκοπο, αλλά «Συνοδικώς» (Κανόνας ΛΔ΄ Αγίων Αποστόλων),    Αλίμονο, αν ο  κάθε Ιερέας ή ο κάθε Επίσκοπος «ράβει και  ξηλώνει» μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά το δοκούν. Άλλωστε, μια διαφορά ανάμεσα στον Ορθόδοξο Χριστιανό και στον Προτεστάντη, είναι πως  ο μεν πρώτος είναι δεσμευμένος από την Παράδοσή του, και δεν μπορεί να κάνει πράγματα «ων ο παρελθών χρόνος ουκ έχει τα υποδείγματα» ( Μ. Βασίλειος, επιστολή 130), ενώ ο  δεύτερος, επειδή ακριβώς στερείται Παραδόσεως, κάνει ο,τι του αρέσει. Γι’αυτό και   η Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος   «τους τολμώντας  τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν» θέτε βαρύτατα επιτίμια (Πράξη Η΄). Και αν δεν μας συνετίζουν οι αποφάσεις  Οικουμενικών Συνόδων,  ποιος θα μας συνετίσει;

 

Τέλος ας έχουμε υπόψη ότι η Παναγία είναι θρόνος του Χριστού, Τον οποίον κρατάει και μας προτείνει προς προκύνηση και  δεν είναι… αυτόνομη ημίθεος (!!). Τέτοιες ευλάβειες δεν την τιμούν, την θυμώνουν…..

Ας την παρακαλούμε να ΠΡΕΣΒΕΥΕΙ για μας, ώστε να μας σώσει ο ΧΡΙΣΤΟΣ.

 

 

ΠΗΓΕΣ.

Α.Τ.Μ.Ε

Β.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Γ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ(www.analogion.com)

Δ.ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ε.ΤΥΠΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΗΓΑ

ΣΤ.ΤΥΠΙΚΟ Γ.ΒΙΟΛΑΚΗ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΣΕΛ.306-307

 

Ασκητική Ανθρωπολογία (Γερ. Σωφρόνιος)

 

Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων. Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου. Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες.

Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα. Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θεού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6).

Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού. Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα. Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».

Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν.

Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημά της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε. Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού. Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, καιτο πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο· χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10· Ιωάν. 13,13-15). Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τούτων δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Εβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τι δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό «σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».

[alopsis.gr]

[Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ. 174-179. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ]

Υμνολογία εις την Παναγίαν – Καισαρίου Δαπόντε .

agia_anna_7548

 

Υμνολογία εις την Παναγίαν

Ούτος ο Ύμνος εστίν έξω των εκατόν,
οίτινες εισίν εν τω Ιερώ Εγκολπίω.

Αλλ’ επειδή Θεόνυμφε, πρέπει τα γεγραμμένα•
εκ μέρους μου βιβλία μου, να είναι βουλωμένα.

Με το λαμπρόν Σου όνομα, καθό συντεθειμένα•
με το σεπτόν Σου θέλημα, καθό ιερωμένα.

Και όλα με ευλάβειαν, να Σε υμνολογούσι•
πως είναι της Σης χάριτος, μ’ αυτά να μαρτυρούσι.

Γυρίζω τώρα την φωνήν, κι αυτήν μου την καρδίαν•
προς Σε την της καρδίας μου, άκραν επιθυμίαν.

Ύμνος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον,
την υπερύμνητον Δέσποιναν,
ου η ακροστιχίς•

Αλλά δέχου τον ύμνον Πανύμνητε, Μαριάμ, αιωνία Κυρία μου.
Ον αχρείος αιώνιος δούλός Σου, Κωνσταντίνος προσάδει Καισαρίου.

Ανυμνώ Σε Πανύμνητε Δέσποινα, ην υμνούσιν Αγγέλων τα τάγματα.

Λόγον πλέκω Σοι Κόρη Θεόνυμφε, τη τεκούση τον Λόγον και Κύριον.

Λατρευτόν το Σον Κόρη αξίωμα, και βροτοίς και Αγγέλοις Παντάνασσα.

Αινετόν το Σον Άχραντε όνομα, εις αιώνας αιώνων αινούμενον.

Δόξα πρέπει τιμή και προσκύνησις, τω μεγέθει της δόξης Σου Δέσποινα.

Ευλογών, ευλογήσω Σε πάντοτε, την το γένος ημών ευλογήσασαν.

Χερουβίμ, Σεραφίμ, χαίρε Δέσποινα, η τω Κόσμω χαράς χαίρε πρόξενος.

Ορατών, αοράτων Βασίλισσα, δια Σου βασιλείς βασιλεύουσι.

Ύψου δόξης Αγνή δυσανάβατον, βάθου κάλλους Κεδνή δυσθεώρητον.

Τρισηλίου Θεότητος όχημα, μυριάκις ηλίου λαμπρότερον.

Ουρανέ νοερέ επουράνιε, Ουρανού ασυγκρίτως ανώτερε.

Νύμφη μόνη Πατρός Παντοκράτορος, Μήτηρ μόνη Υιού του Παντάνακτος.

Υψηλόν του Υψίστου παλάτιον, το τερπνόν του Κυρίου ανάκτορον.

Μαριάμ το γλυκύτατον όνομα, τιμαλφέστατον πράγμα και δώρημα.

Νοημάτων το πάνσοφον νόημα, ονομάτων το πάντιμον όνομα.

Όλη κάλλος, γλυκύτης και έφεσις, δόξα, έρως, ζωή, αγαλλίαμα.

Νέκταρ πάσης καρδίας και ήδυσμα, μέλι, γάλα ψυχής και εντρύφημα.

Παναγία Παρθένε Πανάμωμε, μόνον πλάσμα Θεού υπεράμωμον.

Αρετή αρετών υπερέχουσα, αγαθόν αγαθών υπερκείμενον.

Νους αΰλων των Νόων επέκεινα, μετά πρώτον ο πρώτος και ένθεος.

Ύμνον πάντων Αγγέλων ανθρώπων τε, Ουρανού τε και γης εγκαλλώπισμα.

Μαριάμ το πανάγιον όνομα, το πανάγαθον πράγμα και δώρημα.

Νους τω πρώτω Νοΐ, συμμορφούμενος, θεωρών τον Θεόν, και θεούμενος.

Η πλησίον Θεού και συνόμιλος, η προστάτις του κόσμου και πρόβολος.

Του Θεού ευφροσύνη ανέκφραστος, των Αγγέλων χαρά ανεκλάλητος.

Ευθυμία δικαίων ακόρεστος, ευφημία στομάτων αχόρταστος.

Μυριώνυμε Κόρη Πανάχραντε, Θεομήτορ Μαρία θεώνυμε.

Αγιότης τον νουν καταπλήττουσα, και σοφία εκστώσα διάνοιαν.

Ρείθρον θείου ελέους παρόμοιον, χαρισμάτων πηγή ανεξάντλητον.

Ισχύς, κράτος, αεί παντοδύναμον, εξουσία και δύναμις άρρητος.

Αγαθότης, ειρήνη αιώνιος, δόξα, πλούτος, και κάλλος αμήχανον.

Μαριάμ, υπερύμνητον όνομα, υπερένδοξον πράγμα και δώρημα.

Αιωνία Κυρία και Δέσποινα, αιωνίου Κυρίου γεννήτρια.

Ιλαστήριον Κόσμου τα σύμπαντα, ιλασμόν του Πατρός ως γεννήσασα.

Ω του βάθους Αγνή των χαρίτων Σου, ω του πλούτου Σεμνή της ισχύος σου.

Νέαν κτίσιν Αγνή Συ ανέδειξας, και την φύσιν ημών ανεκαίνισας.

Ιός άπας σατάν γαρ ανήρηται, και Υιός τοις πιστοίς Θεού δέδοται.

Αγλαόκαρπον δένδρον θεόφυτον, ευσκιόφυλλον ξύλον θεόφιλον.

Κρίνον θείον Θεού ωραιότατον, ρόδον όντως Χριστού ιερώτατον.

Υψηλέ του Υψίστου Παράδεισε, ζωής ξύλον εν μέσω βλαστήσασα.

Ράβδος άνθος το θείον ανθήσασα, συμφυές τω Θεώ και αμάραντον.

Ισχυρά ισχυρόν Υιόν τέξασα, ισχυρού του Πατρός ισοδύναμον.

Αϊδίου Πατρός συναΐδιον, του ηλίου Πατρός το απαύγασμα.

Μαριάμ, αιωνία Κυρία μου, αιωνίου η Μήτηρ Κυρίου μου.

Ουρανών στρατιαί ον δοξάζουσι, και δουλεύει και τρέμει τα σύμπαντα.

Υπό πάντων αεί προσκυνούμενον, και απάντων αεί προνοούμενον.

Ον αχρείον αιώνιος δούλός Σου, προσκυνώ και δοξάζω αιώνια.

Νυν εν γη των δακρύων και ύστερον, εν τη γη της χαράς και τερπνότητος.

Ακατάληπτε Κόρη και εύληπτε, ορατή και αόρατε Δέσποινα.

Χοϊκή αληθώς και ουράνιε, προσιτή και τω όντι απρόσιτε.

Ρευστή όντως, φθαρτή, και ακήρατε, και Παρθένε και Μήτηρ απείρανδρε.

Ευωδία Χριστού του Θεού ημών, μυστική ευωχία του Πνεύματος.

Ιλασμός του Πατρός, και δυσώπησον, υπέρ πάντων πιστών και απίστων τε.

Ο λαμπρός Ουρανός του Θεού ημών, ο Χριστού του Θεού θρόνος έμψυχος.

Σκηνή δόξης Αγία του Πνεύματος, της Τριάδος ναός ο πανάγιος.

Άσμα πάντες Θεώ αναπέμψωμεν, και Μητρί του Θεού ημών άδοντες.

Ιησού, μακαρία η μήτηρ Σου, και μεγάλη ως άλλου τις πώποτε.

Ω Παρθένε, μεγάλη η χάρις Σου. Ω Κυρία, μεγάλη η δόξα Σου.

Ναι Χριστέ, Βασιλεύ των Δυνάμεων, Μήτηρ ναι, του Χριστού Παμβασίλισσα.

Ίδον Κόρη Γενάρχαι εθαύμασαν, ίδον θείοι Προφήται εξέστησαν.

Οι Απόστολοι ίδον, εχάρησαν, Ιεράρχαι και Μάρτυρες έφριξαν.

Συν αυτοίς και ημείς εξιστάμενοι, και ιστάμενοι, πάντες κραυγάζομεν.

Δόξα, κράτος, τιμή, και προσκύνησις, τω μεγέθει του κράτους Σου Δέσποινα.

Ο Θεός, ο Θεός ημών δόξα Σοι, Θεοτόκε θεόνυμφε δόξα Σοι.

Υπέρ πάντων Θεώ λειτουργήσασα, υπέρ πάντας Θεώ προσκομίσασα.

Λυτρωτά του παντός Παντοδύναμε, των του άδου δεινών πάντας λύτρωσαι.

Οικτιρμών Μήτηρ ούσα Πανάχραντε, τους Σους δούλους ημάς κατοικτείρησον.

Σωτηρίαν τεκούσα Πανάσπιλε, τους εις Σε πάντας σώζε ελπίζοντας.

Συλλαβούσα το φως το αΐδιον, τους προς Σε καταφεύγοντας φώτισον.

Ουρανόν κατοικούσα ανέλκυσον, τον λαόν Σου προς ύψος Ουράνιον.

Υπερτέρα Αγγέλων παράλαβε, και ημάς μετ’ Αγγέλων Αγίων Σου.

Και Θεόν θεωμένη αξίωσον, και ημάς τον Θεόν του θεάσασθαι.

Ω Παρθένε πολύ Σου το έλεος, ω Κυρία πολλή Σου η δύναμις.

Νυν εν τώδε τω χρόνω και ύστερον, εν τη ώρα εκείνη της κρίσεως.

Συ γαρ έχεις Πατέρα επήκοον, τον Υιόν δε ως Μήτηρ υπόχρεων.

Το δε Πνεύμα ως Νύμφη συνόμιλον, έχεις ουν εν τοις πάσι το δύνασθαι.

Αργεί Κόρη εν Σοι το αδύνατον, εν Θεώ δε τα πάντα Συ δύνασαι.

Νοημάτων Αγίων Συ άβυσσος, απορρήτων ρημάτων το πέλαγος.

Των κριμάτων Θεού το θησαύρισμα, μυστηρίων των άνω ο θάλαμος.

Ιερών Ιερέων ωράϊσμα, ευσεβών βασιλέων αγλάϊσμα.

Νεολαίας αγίας στερέωμα, του Χριστού Εκκλησίας κραταίωμα.

Οφθαλμός των πιστών ο ακοίμητος, ο μεσίτης ημών ο ασίγητος.

Συ τα πάντα εν πάσι Παντάνασσα, ως τους πάντας σωθήναι εθέλουσα.

Παναγία Παρθένε αινούμέν Σε, Παμμακάριστε Κόρη υμνούμέν Σε.

Ρήμασί Σου τιμίοις επόμενοι, μακαρίζομεν νυν Σε τερπόμενοι.

Ότι Σοι ο Θεός ως προέφησας, μεγαλεία μεγάλα εποίησε.

Σοι προσφέρει τιμήν τα ουράνια, Σοι δουλεύει αεί τα επίγεια.

Αμφοτέρων υπάρχουσα Δέσποινα, αμφοτέρων Δεσπότην ως τέξασα.

Δόξα κράτος τιμή και προσκύνησις, τω μεγέθει του κράτους Σου Δέσποινα.

Εκ Σου όλος Θεού ενηνθρώπησε, και Σε όλην εικότως εθέωσε.

Ίνα πάντοτε πάντες τιμώσί Σε, ως Αυτόν τον Υιόν και δοξάζωσι.

Κυριεύουσα πάντων και πάντοτε, ως αυτός ο Υιός Σου και Κύριος.

Ακατάληπτον όντως μυστήριον, σιγή μόνη και πίστει τιμώμενον.

Ιλιγγιά πας νους και εξίσταται, και πιστεύων Αγνή ουκ ανθίσταται.

Σελασφόρον Θεού ενδιαίτημα, του Χριστού χρυσαυγέστατον σκήνωμα.

Αστραπόμορφος οίκος του Πνεύματος, τρισηλίω φωτί με Συ φαίδρυνον.

Ρωσθείς δυνάμει τη Ση και χάριτι, Σοι τον ύμνον προθύμως ανέθηκα.

Ιησού του Θεού μου γεννήτρια, Μαριάμ, προς Θεόν μου μεσίτρια.

Ον ιλέω προσβλέψασα όμματι, και ωτί ευμενεί επακούσασα.

Σωτηρία η πάντων Συ σώσόν με, συν Κυρίω κυρίως Κυρία μου.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρε Παναγία Μήτερ Θεού•
χαίρε Θεοτόκε, προστασία χριστιανών•
χαίρε της ψυχής μου, αντίληψις και σκέπη,
και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι.

Από την συλλογή: Καισαρίου Δαπόντε, Λόγοι Πανηγυρικοί.

Η/Υ ΠΗΓΗ:
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/kaisarios_dapontes_logoi_panhgyrikoi/index.htm