Ο απατημένος σύζυγος που αγάπησε πολύ. (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου)

Αθανάσιος Ρακοβαλής - Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε …

Ελληνοαμερικανός οικογενειάρχης είδε το Άκτιστο Φως

[*] «ακτιστο φώς»: Λέγεται άκτιστο, δηλαδή αδημιούργητο, χωρίς αρχή, δηλαδή θεϊκή ενέργεια, Θεός. Υψηλότατοι πνευματικοί ασκητές το ζουν. Ποθητός στόχος της ασκητικής ζωής. Θεωρείται εμπειρία θέωσης. Μετέχει η ανθρώπινη στη Θεία ενέργεια, «…θείας φύσεως κοινωνοί…».

 

Ο γέροντας μου διηγήθηκε την έξης ιστορία: «Μία φορά είχε έρθει εδώ ένας Ελληνοαμερικάνος γιατρός. Ορθόδοξος ήταν, αλλά δεν είχε πολλά με τη θρησκεία… Ούτε τη νηστεία της Παρασκευής δεν κρατούσε… ούτε πολύ πήγαινε στην Εκκλησία. «Έζησε μία εμπειρία και ήθελε να τη συζητήσει. «Ένα βράδυ, ενώ προσευχόταν στο διαμέρισμά του «άνοιξε ο ουρανός». «Ένα φως τον έλουσε, και χάθηκε το ταβάνι και οι σαράντα όροφοι από πάνω του. Βρισκόταν λουσμένος μέσα στο φως για πολλή ώρα, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο!

Θαύμασα! Γιατί ένοιωσα και κατάλαβα ότι ήταν «εκ Θεού». Ήταν πραγματικό… Είδε το «άκτιστο φως»[*]. Τι έκανε στη ζωή του; Πώς ζούσε και αξιώθηκε τέτοια θεία πράγματα;

Ήταν παντρεμένος, είχε γυναίκα και παιδιά. Του λέει ή γυναίκα του: «Βαρέθηκα να ασχολούμαι με το σπίτι, θέλω να πηγαίνω καμιά βόλτα». Ε! δεν δούλευε κιόλας, άρχισε να γυρίζει με τις φίλες της και να τον τραβάει κάθε βράδυ έξω. Μετά από λίγο διάστημα, του λέει: «θέλω να βγαίνω μόνη μου με τις φίλες μου». Το δέχτηκε και αυτό για χάρη των παιδιών του. Μετά, «θέλω να πάω μόνη μου διακοπές…» Τι να κάνει; της έδινε και λεφτά και το αυτοκίνητο.

Μετά ζήτησε να της νοικιάσει ένα διαμέρισμα να ζει μόνη της, κουβαλούσε και τους φίλους της εκεί. Της μιλούσε, τη συμβούλευε, «βρε τι θα νοιώθουν τα παιδιά μας;» Τίποτα αυτή. Στο τέλος του πήρε πολλά λεφτά και έφυγε. Στεναχωριόταν!

Μετά από λίγα χρόνια έμαθε ότι είχε καταντήσει πόρνη στα μαγαζιά του Πειραιά!

Στενοχωρήθηκε! Έκλαιγε! Σκεφτόταν να πάει να τη βρει. Τι να της πει όμως;…

Γονάτισε να προσευχηθεί: «Θεέ μου… φώτισε με, τι να πω… τι να κάνω… για να σωθεί αυτή ή ψυχή…». Βλέπεις την πονούσε. Ήθελε «να σωθεί αυτή ή ψυχή». Ούτε αντρικός εγωισμός, ούτε μνησικακία, ούτε περιφρόνηση… πονούσε για την κατάντια της. Ποθούσε τη σωτηρία της. Τότε άνοιξε ο Θεός τον ουρανό… τον έλουσε με το φως Του.

Βλέπεις;… Βλέπεις;… Αυτός στην Αμερική… σε τι περιβάλλον ζούσε;… Ενώ πόσοι ζούμε μέσα στο Άγιον Όρος, μέσα στους Αγίους, μέσα στη χάρη της Παναγίας και προκοπή δεν κάνουμε!

 

Δόξα τω Θεώ! Δόξα τω Θεώ!»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο πατήρ Παϊσιος μου είπε», του Αθ. Ρακοβαλή, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», σελ. 27-29.

 

Advertisements

H ζωή στο σπίτι κατά την διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.(Του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Στις Σαρακοστές καλό είναι να γνωρίζεις μόνο εκκλησία και σπίτι, τίποτ’ άλλο. 
Φτάνεις, λοιπόν, στο σπίτι. Τί θα κάνεις εκεί; Θα αγωνιστείς μ’ όλη σου τη δύναμη να διατηρήσεις την προσήλωση του νου και της καρδιάς στον Κύριο. Αμέσως μετά την εκκλησία, τρέξε στο δωμάτιό σου και κάνε αρκετές μετάνοιες, ζητώντας ευλαβικά από τον Θεό να σε βοηθήσει, ώστε να αξιοποιήσεις το χρόνο της παραμονής σου στο σπίτι με τρόπο ωφέλιμο για την ψυχή σου. Ύστερα κάθησε και ξεκουράσου για λίγο. Αλλά και τότε μην αφήνεις τους λογισμούς σου να ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, επαναλάμβανε νοερά την ευχή : “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!”. 
Αφού ξεκουραστείς πρέπει ν’ ασχοληθείς με κάτι, είτε προσευχή είτε εργόχειρο.

Τί εργόχειρο θα κάνεις δεν έχει σημασία∙ ξέρεις ήδη τί σου αρέσει. Είναι, βλέπεις, αδύνατο να ασχολείσαι όλη την ώρα με πνευματικά πράγματα∙ χρειάζεται να έχεις και κάποιο ευχάριστο εργόχειρο. Μ’ αυτό θα καταπιάνεσαι, όταν η ψυχή σου είναι κουρασμένη, όταν δεν έχεις τη δύναμη να διαβάσεις ή να προσευχηθείς. Αν, βέβαια, οι πνευματικές σου ενασχολήσεις πηγαίνουν καλά, το εργόχειρο δεν είναι απαραίτητο. Εκπληρώνει μόνο την ανάγκη αξιοποιήσεως του χρόνου, που αλλιώς θα σπαταλιόταν σε απραξία. Και η απραξία είναι πάντα ολέθρια, πολύ περισσότερο όμως στον καιρό της νηστείας.
Πώς πρέπει να προσεύχεται κανείς στο σπίτι; Σωστά σκέφθηκες ότι τη Σαρακοστή οφείλουμε να προσθέτουμε κάτι στον συνηθισμένο κανόνα προσευχής. Νομίζω, ωστόσο, πως αντί να διαβάζεις περισσότερες προσευχές από το Προσευχητάρι, είναι καλύτερο ν’ αυξήσεις τη διάρκεια της άμεσης επικοινωνίας σου με τον Κύριο. Κάθε μέρα, πριν αρχίσεις και αφού τελειώσεις τη την ορθρινή και βραδυνή ακολουθία, να απευθύνεσαι με δικά σου λόγια στον Κύριο, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον φύλακα άγγελό σου, ευχαριστώντας τους για την προστασία τους και παρακαλώντας τους για την ικανοποίηση των πνευματικών σου αναγκών. Ζήτα τους να σε βοηθήσουν, ώστε, πρώτα απ’ όλα να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να αποκτήσεις αυτογνωσία και, όταν την αποκτήσεις, να σου χαρίσουν ζήλο και δύναμη, ώστε να θεραπεύσεις τις πληγές της ψυχής σου. Ζήτα τους, ακόμα, να γεμίσουν την καρδιά σου με το αίσθημα της ταπεινώσεως και της συντριβής. Η ταπείνωση είναι η πιο ευάρεστη στον Θεό θυσία. Έτσι να προσεύχεσαι. Μην επιβάλεις, όμως, στον εαυτό σου έναν προσευχητικό κανόνα μακρύ και βαρύ, έναν κανόνα που θα υπερβαίνει τα μέτρα των ψυχοσωματικών σου δυνάμεων και θα σε καταβάλλει. Καλύτερα είναι να προσεύχεσαι συχνότερα στη διάρκεια της ημέρας και, όταν ασχολείσαι μ’ οποιαδήποτε άλλη εργασία, να έχεις το νου σου στο Θεό. 
Μετά την προσευχή, διάβαζε για λίγο με αυτοσυγκέντρωση. Η μελέτη δεν αποσκοπεί στο φόρτωμα του μυαλού σου με διάφορες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά στην ψυχική σου ωφέλεια και εποικοδομή. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να διαβάζεις πολλά. Διάβαζε όμως με προσοχή μεγάλη και με καρδιακή συμμετοχή. 
“Τί να διαβάζω;”, θα με ρωτήσεις. Μόνο πνευματικά βιβλία, φυσικά. Η προσεκτική ανάγνωση τέτοιων βιβλίων εμπνέει την ψυχή περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο. Αν πάντως, στη διάρκεια της μελέτης γεννιέται ο πόθος της προσευχής, ν’ αφήνεις το βιβλίο και να προσεύχεσαι. 
Θα διαβάζεις, λοιπόν, θα προσεύχεσαι, θα κάνεις μετάνοιες. Και μ’ όλα αυτά, ωστόσο, δεν θα μπορέσεις να κρατήσεις το νου και την καρδιά σου σε κατάσταση συνεχούς και έντονου αγώνα. Είναι αναπόφευκτο να κουράζεσαι. Τότε, όπως σου είπα, θα ασχολείσαι με κάποια πρακτική εργασία. 
Σκέφτεσαι, καθώς μου γράφεις, να μειώσεις την ποσότητα του καθημερινού σου φαγητού. Σωστή κι ωφέλιμη η σκέψη σου∙ σωστή, γιατί το σώμα, που με τις παρεκτροπές του σε αναγκάζει να μετανοείς, οφείλει να καταβάλει στη διάρκεια της Σαρακοστής τους μόχθους που του αναλογούν∙ και ωφέλιμη, γιατί με τη νηστεία το σώμα δουλαγωγείται, ο νους καθαρίζεται, η καρδιά μαλακώνει, τα πάθη νεκρώνονται. Μόνο μην το παρακάνεις. Ήδη τρως τόσο λίγο. 
Πρέπει να έχεις δυνάμεις, για να στέκεσαι στην εκκλησία και για ν’ αγωνίζεσαι στο σπίτι. Κοίτα να τρως τόσο, όσο χρειάζεται για να μην εξασθενήσεις. 
Καλό θα ήταν επίσης, να μείωνες λίγο το χρόνο του ύπνου και της αναπαύσεώς σου. Είναι μία θυσία για σένα, αλλά κάθε λογής θυσία ταιριάζει σ’ αυτή την περίοδο. 
Και με τις συζητήσεις τί θα γίνει; Τη Σαρακοστή τουλάχιστον, οι συζητήσεις με τους άλλους ας περιοριστούν σε πνευματικά θέματα. 
Ακόμα καλύτερες είναι οι κοινές πνευματικές αναγνώσεις, που δίνουν αφορμές για την ανταλλαγή εποικοδομητικών σκέψεων και για την εξαγωγή ωφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αυτό τον σκοπό είναι οι Βίοι των Αγίων. 
Αρκετά έγραψα. Θα προσθέσω ό,τι άλλο χρειάζεται αργότερα. 
Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ γράμματα σε μια ψυχή» – ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ Ὀρθόδοξος πίστις μας.(Ομιλία Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης)

018

Eν πρώτοις εὐχαριστῶ τὸν Σεβασμιώ  τατον ποιμενάρχη σας γιὰ τὴν πρό σκλησι νὰ ἔλθω ἀπὸ τὰ κακοβίωτα Ἄγραφα (ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν πάτησε τούρκου ποδάρι) καὶ νὰ ὁμιλήσω στὴν ἀγάπη σας*. Οὐκ ἀπειθὴς ἐγενόμην εἰς τὴν πρόσκλησιν καὶ τοῦτο διότι παρὰ τὸ τῆς ἡλικίας ὑπερώριμον, τὰ τῶν ψοῶν ἐμπαίγματα καὶ τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ, ἐκτιμῶ βαθύτατα καὶ σέβο – μαι ἐν εἰλικρινείᾳ τὸν ἅγιον Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας. Μᾶς συνδέει ἀῤῥήκτως μιὰ κοινὴ ἀγάπη. Τὸ σεπτὸν κέντρον, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου.

 agios-gregorios-palamas-485

Ἀλλ’ ἂς ἔλθουμε στὸ θέμα μας, ποὺ εἶναι: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸν ὁποῖον σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει, καὶ ἡ Ὀρθόδοξός μας πίστις. Καὶ τοῦτο διότι ὁ Ἅγιος αὐτὸς εἶναι ἀῤῥήκτως συνδεδεμένος μὲ ἀγῶνες πρὸς κατίσχυσιν αὐτῆς τῆς Ἀποστολοπαραδότου πίστεως καὶ κυρίως γιὰ τὴν μὴ παραχάραξι καὶ διαστρέβλωσί της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἕνα σπάνιο παρά – δειγμα ταχείας καὶ ἐπισήμου ἁγιοποιήσεως. Ἐκοιμήθη τὸν ὁσίοις ἐμπρέποντα ὕπνον τὸ 1359 καὶ μόλις μετὰ ἐννέα ἔτη, τὸ 1368 κα – τεγράφη εἰς τὸ ἐπίσημον ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν ἐπίσης ἅγιο Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεο τὸν Κόκκινο. Πῶς ἐξηγοῦνται τρία τινα: α) Πῶς ἐξηγεῖται ἡ τόσον ταχεῖα ἁγιοποί – ησις, β) Πῶς ἐξηγεῖται ἡ σύνθεσις πανηγυρικῆς ἀκολουθίας ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καὶ

γ) Πῶς ἐξηγεῖται ἡ θέσπισις ἐπισήμου ἑορτῆς ὄχι στὶς 14 Νοεμβρίου ποὺ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, ἀλλὰ κατὰ τὴν σήμερον Β΄ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Νηστειῶν. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὰ εἶναι οἱ ἑξῆς: Πρῶτος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὑπῆρξεν ὁ με γαλύτερος δογματικὸς θεολόγος τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς σήμερον. Μὲ αὐτὸν κλείνει κατὰ τρόπον μεγαλειώδη ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλη – σίας. Δεύτερος. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (14ος αἰών) ἡ λατινικὴ θεολογία βγαίνει ἀπὸ τὰ πηχτὰ σκοτάδια τοῦ μεσαίωνος. Ἦτο δὲ θεολογία ἐπιθετικὴ καὶ αἱρετική. Ἀπαιτοῦσε νὰ εἰσπηδήσει καὶ στὴν Ὀρθόδοξη ἁγιοπατερικὴ θεολογία, ἐπιβάλλοντας τὶς ἀπόψεις της. Καὶ βρῆκαν τὴν κατάλληλη εὐκαιρία:

Ἐδῶ στὴν καθ’ ἡμᾶς ἁγίαν Ἀνατολὴν τὰ πολιτικὰ πράγματα εἶχαν πάρει κατήφορο, χωρὶς τὴν δυνατότητα ἀνακάμψεως. Ὁ δικέ φαλος ἀετὸς εἶχε χάσει τὸ ἕνα του κεφάλι, τὴν Μικρὰ Ἀσία δηλαδὴ καὶ τὸ ἄλλο, ἡ Εὐρώπη, ψυχομαχοῦσε. Ἡ φαγωμάρα μεταξὺ ἀνταπαιτητῶν τοῦ θρόνου κατεράκωνε τὴν αὐτοκρατορία. Ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ παπποῦ καὶ ἐγγονοῦ, Ἀνδρονίκου Β΄ τοῦ γέροντος (1282-1329) καὶ Ἀνδρονίκου Γ΄ (1328-1341), ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ Ἰωάννου ΣΤ΄ τοῦ Καντακουζηνοῦ (1341- 1354) καὶ Ἰωάννου Ε΄ τοῦ Παλαιολόγου (1341-1390). Γιὰ νὰ νικήσῃ τὸν ἀντίπαλό του Ἰωάννης ὁ Καντακουζηνὸς ἔκανε ἕνα μοιραῖο λάθος ποὺ πλήρωσε ἀκριβὰ ἡ Ῥωμηοσύνη καὶ ἡ Εὐρώπη ὅλη. Πάντρεψε τὴν κόρη του Θεοδώρα ποὺ ἦταν μόλις 12 ἐτῶν (!) μὲ τὸν σουλτᾶνο τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τὸν Ὀρχάν. Καὶ τὸ 1354 κάλεσε τὸν γαμπρό του σουλτᾶνο νὰ διαβῇ τὸν Ἑλλήσποντο καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ στὴν Καλλίπολι γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ καταλάβῃ τὸν ἀντίπαλο. Ἔτσι, λοιπόν, πάτησαν οἱ τοῦρκοι πόδι στὴν Εὐρώπη, καὶ ἄντε ἀπὸ τότε νὰ τοὺς διώξῃς… Βγάλαμε τὰ μάτια μας μὲ τὰ δάχτυλά μας… Βέβαια, στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Ἰωάννης ἔγινε καλόγηρος ὀνομασθεὶς Ἰωάσαφ· γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ ἡ παροιμία ποὺ λέγει πὼς «ἡ ἀλεποῦ ὅταν γηράσῃ, γίνεται καλόγρηα»! Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν δίνη ἔζησεν ὁ ἅγιος Γρη γόριος. Ὁ ἕνας αὐτοκράτωρ ἦτο μαζί του, ἀπεδέχετο τὶς ἰδέες του, ὁ ἄλλος, ἐξ ἀντιδράσεως ἦταν ἐχθρός του. Ἡ μία παράταξις ἦταν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ἡ ἄλλη ἦταν ὑπὲρ τοῦ ἐξ Ἰταλίας ἐλθόντος καὶ ἑλλη νικὴν ἔχοντος καταγωγήν, τοῦ Καλαυροῦ Βαρλαάμ. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔγινε τότε ὁ κυματοθραύστης πάνω στὸν ὁποῖον ἔσπαγαν τὰ κύματα τῶν λατινικῶν κακοδοξιῶν. Γι’ αὐτήν του τὴν ἐμμονὴ στὴν Ἀποστολοπαράδοτη Ὀρθόδοξη πίστι ἐγκλείσθηκε σὲ φυλακές, περιωρίσθηκε σὲ μοναστήρια, σύρθηκε αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, ὑπέφερε ἀλλὰ δὲν ὑπέκυψε. Ἐδίδαξε λεοντιαίᾳ τῇ φωνῇ ὅτι ἡ φιλοσο φία δὲν ὑποτάσσει τὴν θεολογία, ἀλλ’ ἡ θεολογία ὑποτάσσει τὴν φιλοσοφία. Ἡ φιλοσοφία εἶναι σκέψεις ἀνθρώπινες ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι πλανεμένες, ἐνῷ ἡ θεολογία εἶναι ἀποκάλυψις Θεοῦ, ἄρα ἡ μόνη ἀληθής. Οἱ λατίνοι ἀκρίτως φιλοσοφοῦντες θεωροῦσαν ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι δῶρο Θεοῦ. Διετείνοντο μάλιστα μὲ πρῶτο διδάσκαλο τὸν Βαρλαὰμ ὅτι «τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀτελές, τελειοῦσιν ἐκ μαθημάτων ἑλληνικῶν». Τὸ τελειοποιοῦν οἱ φιλόσοφοι δηλαδή. Ὁ ἅγιος δὲν ἀπέῤῥιπτε τὴν φιλοσοφία, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς τὴν εἶχε σπουδάσει ἐπι μελῶς, ἀλλὰ τὴν κατάχρησί της. Τὸ «ἰταλικὸν θηρίον», ὁ Καλαυρὸς αὐτὸς Βαρλαὰμ «τῇ ἔξῳ σοφίᾳ μέγα φρονῶν καὶ τῇ μα ταιότητι τῶν οἰκείων διαλογισμῶν πάντα οἰόμενος εἰδέναι, δεινὸν ἐγείρει πόλεμον κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς εὐσεβοῦς ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἀσφαλῶς ταύτης ἀντεχομένων» τὸ ἄκτιστον φῶς τῆς θείας Μεταμορφώσεως κτιστὸν εἶναι δογματίζων καὶ ὅτι αἱ δυνάμεις καὶ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστές. Ὁ θεῖος Γρηγόριος «Πνεύματος θείου πλεισθεὶς» εἰς τὴν σύνοδο τοῦ 1351 ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολι, «τὸ κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀνοιχθὲν ἐκεῖνο στόμα ἐφίμωσε καὶ εἰς τέλος κατῄσχυνε». Ἀπέδειξε, βάσει τῆς διδασκαλίας τῶν παλαιοτέρων μεγάλων Πατέρων, ὅτι οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο εἶναι ἄκτιστες καὶ ἄρα δὲν εἶναι φθαρτὲς καὶ ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως στὸ Θαβὼρ ἦτο ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἐδίδαξεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μετάσχῃ στὶς ἄκτιστες θείες ἐνέργειες διὰ τῆς «μεθέξεως» καὶ νὰ θεωθῇ κατὰ χάριν, συμφώνως πρὸς τὸ Δαυϊτικὸν «ὑμεῖς θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ ὑψίστου πάντες» (Ψαλμὸς ΠΑ΄,6). Μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια ἐπάλαιψε κατὰ τῶν δυτικῶν κακοδοξιῶν «λόγοις τε καὶ συγγράμμασι», καὶ διετράνωσε τὴν Ὀρθόδοξό μας πίστι. Τὴν ὁριοθέτησε λέγοντας ὅτι τὸ ὀρθοδοξεῖν ἐστι σχοινοβατεῖν. Εἶναι μιὰ πίστις ποὺ πορεύεται ἐπάνω σὲ τεντωμένο σχοινί. Εἶναι μιὰ πίστις ποὺ δὲν ἐπιδέχεται οὔτε τὰ δεξιὰ οὔτε τὰ ἀριστερά. Ἂν πέσῃς ἀπ’ τὰ δεξιὰ πέφτεις σὲ αἱρέσεις (ἐξωτερικὲς ἢ καὶ ἐσωτερικές). Ἂν πέσῃς ἀπ’ τὰ ἀριστερὰ σὲ περιμένουν σχίσματα καὶ διαιρέσεις. Κι ἂν πέσῃς μὲ τὰ μοῦτρα σὲ περιμένει ὁ «βύθιος δράκων», ἡ αἰώνια καταδίκη. Γιὰ ὅλα αὐτά, λοιπόν, ἡ μνήμη του ὡρίσθη νὰ ἑορτάζεται τὴν Β΄ Κυριακὴ τῶν Νη στειῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθο δοξίας. Ἡ μνήμη του εἶναι ἐπέκτασις τῆς Α΄ Κυριακῆς. Ὀρθοδοξία ἴσον ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, καὶ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἴσον Ὀρθοδοξία. Ὅμως, πρέπει νὰ κάνουμε μιὰ μικρὴ ἀνάλυσι, διότι λέμε «Ὀρθοδοξία», «Ὀρθόδο ξος», «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία». Τί σημαίνουν ἄραγε ὅλες αὐτὲς οἱ ὀνομασίες; Ὅπως θὰ ἔλεγεν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «πολλοὶ γὰρ τὰς ἑορτὰς ἄγουσι καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἴσασι, τὰς δὲ ὑποθέσεις, ὅθεν ἐτέχθησαν ἀγνοοῦσι». Ἐγείρονται, λοιπόν, τρία ἐρωτήματα:

α) Πότε καὶ ἀπὸ ποιούς χρησιμοποιήθη – σαν αὐτοὶ οἱ ὅροι,

β) Γιατί χρησιμοποιήθησαν, καὶ

γ) Τί σημαίνουν. Αὐτὰ βεβαίως ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ καὶ ἀπὸ κλαδίσκου εἰς κλαδῖσκον ὅπως οἱ ἀκρίδες, διότι ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι: «ὠκεανὸς εἰς κοτύλην οὐ χωρεῖ». Ὁ ὅρος «Ὀρθοδοξία», «Ὀρθόδοξος» προ – έρχεται ὡς γνωστὸν ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία, τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πολυδεύκη. Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκκλησίας τὰ πράγματα δὲν ἦσαν τόσον ἁπλᾶ ὅσο νομί  ζουμε. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰῶνα ἐμφανίσθηκαν αἱρέσεις, λύκοι βαρεῖς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Ὡνομάζονταν καὶ αὐτοὶ «Ἐκκλησία». Αὐτο – ωνομάζοντο «Χριστιανοί», μὲ σκοπὸ νὰ πα – ραπλανήσουν τοὺς ἁπλοὺς Χριστιανούς. Ὅμως ἡ γνήσια Ἐκκλησία, ἔπρεπε νὰ βρῇ μιὰν ὀνομασία προστασίας, ὅπως σήμερα ὑπάρχει φερ’ εἰπεῖν ἡ Προστατευομένη Ὀνομασία Προελεύσεως (ΠΟΠ) προϊόν – των. Εἰσήχθη ἐνωρὶς ὁ ὅρος «Καθολικός». Αὐτὸς ποὺ πιστεύει σὲ ὁλόκληρη τὴν πίστι, χωρὶς προσθαφαιρέσεις, χωρὶς περικοπές, χωρὶς στρεβλώσεις. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ὅρο «Καθολικὴ Ἐκκλησία» τὸν χρησιμοποίησαν καὶ αἱρετικοί. Ὁπότε βρέθηκε ὁ πλήρης ὅρος «Ὀρθόδοξος», «Ὀρθοδοξία», «Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία». Πρῶτος σὲ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο τὸν ἐχρη σιμοποίησε ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Εὐσέβιος ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας, συγχρό νως δέ, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος καὶ ὁ μέγας τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγωνιστὴς ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τοῦ ὁποίου ὁ βίος καὶ ἡ διδασκαλία ἦταν κατὰ Γρηγόριον τὸν Θεολόγον «νόμος Ὀρθοδοξίας». Σιγὰ – σιγὰ ἡ Ὀρθοδοξία τῆς πίστεως ἔγινε «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία» διότι ἁπλούστατα Αὐτὴ διδάσκει τὴν Ὀρθοδοξία πίστεως καὶ μόνον Αὐτή. Καὶ μὲ τὴν λέξι αὐτὴ μέχρι σή – μερα καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τοὺς μέλλοντας, καταδεικνύεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας ζῆ μέσα στὴν μόνη σῴζουσαν ἀλήθεια. Τί σημαίνει «Ὀρθοδοξία»; Δὲν θὰ ἀπαν – τήσω ἐγώ. Ἀλλὰ παλαιοὶ Πατέρες.

Λέγει ο Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ποὺ ἔζησε τὸν 12ο αἰῶνα: «Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ περὶ Θεοῦ καὶ τῆς κτίσεως θεώρησις», δηλαδὴ ἡ σωστὴ ἄποψις, ἡ σωστὴ γνώμη, ἡ σωστὴ ἀντίληψις γιὰ τὰ πάντα, καὶ περὶ Θεοῦ καὶ περὶ κτισμάτων. Συμπληρώνει καὶ ὁ ὑπέρμαχος τῆς πίστεως Ἰωσὴφ ὁ Βρυέν νιος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1430: «Ὀρθοδοξία εἶναι κυρίως τὸ νὰ ἔχῃ κανεὶς ὀρθὴ γνώμη περὶ Θεοῦ. Δευτερευόντως, τὸ νὰ ἔχῃ σωστὴ ἄποψι γιὰ τὸ ποιᾶς φύσεως εἶναι τὰ κτί  σματα καὶ ἡ δημιουργία. Ἑπομένως αὐτὸς ποὺ βλέπῃ τὰ πάντα ὀρθῶς, φυσικὸν εἶναι νὰ λέγεται Ὀρθόδοξος. Διότι πολλοὶ ἄνθρωποι διακατέχονται ἀπὸ ἐσφαλμένες καὶ ἄστατες θεωρίες καὶ ἀντιλήψεις». Καὶ μὲ ἕνα χρονικὸ ἅλμα φθάνουμε στὸ 1735, καὶ στὴν ἀπάντησι ποὺ ἔδωσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρὸς τοὺς Ἄγγλους ἀνωμότους: «Ἡ ἁγία, ἄμωμος καὶ εἰλικρινεστάτη πίστις μας [… ] οὐδέποτε ἐδέχθη δόγματα ἢ διδασκαλίες ἀλλόκοτες καὶ ξένες ἀπὸ ὅσες ἐδίδαξεν ὁ Κύριός μας καὶ Σωτῆρας μας. Φυλάσσει πάντοτε καὶ διακρατεῖ αὐτὰ καὶ μόνον αὐτὰ ποὺ ἐδι δάχθη ἀπ’ Αὐτόν, τὸν Σωτῆρα Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὶς Ἅγιες Γραφές. Δηλαδὴ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐδίδαξαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ποὺ οἱ Ἅγιες καὶ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἐθέσπισαν, ἐπεκύρωσαν καὶ μᾶς παρέδωσαν. Αὐτὰ τὰ φυλάξαμε μέχρι σήμερα καὶ τὰ διαφυλάτ – τουμε χωρὶς καμμιὰν ἀλλοίωσι ἢ κάποια διαστροφή». Καὶ ὅταν τὸ 1868 ὁ πάπας Πῖος ὁ Θ΄ (αὐτὴ ἡ ἀλεποῦ ἡ «καμπίσια») ἀπέστειλε ἀπε σταλμένους στὴν Πόλι γιὰ τὴν ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ συμμετοχὴ στὴν Α΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ, ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ ΣΤ΄ ἀπήντησε: «Σὲ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν μπόρεσαν ποτέ, οὔτε πατριάρχαι, οὔτε σύνοδοι νὰ εἰσαγάγουν νέα δόγματα, καὶ τοῦτο γιατὶ ὑπερασπιστὴς τῆς πίστεώς μας εἶναι αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ αὐτὸς ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει νὰ ἔχῃ τὴν πίστι του ἀμετάβλητη καὶ ὅμοια μὲ αὐτὴν ποὺ πίστευαν οἱ πατέρες του.

Φύλακας αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ἀμπέλου εἶναι αὐτὸς ὁ λαός». Δηλαδὴ ἐσεῖς, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Καὶ λέγω ἐσεῖς, διότι πέρυσι ποὺ εἶχα ἔλθει πάλι ἐδῶ στὴν Κρήτη, ἄκουσα κάτι τὸ ὁποῖον μὲ ὠφέλησε , εἰλικρινῶς σᾶς τὸ λέγω, ὅσον ἑκατὸ θεολογικὰ βιβλία. Ἕνας δικός σας ἄνθρωπος, ὁδηγός, μοῦ εἶπε: «Πάτερ, ἔχω πάρει δάνειο. Μπορεῖ νὰ μοῦ πάρουν τὸ σπίτι μου, τὸ ἀμπέλι μου, τὰ  χωράφια μου, ἀλλὰ ἕνα πράγμα δὲν μποροῦν νὰ μοῦ πά – ρουν· τὴν πίστι μου!». Τέτοια ὁμολογία ἐγὼ ὅταν τὴν ἄκουσα ἔμεινα ξερός, καὶ σκέ φθηκα πὼς ἰδοὺ αὐτὸς εἶναι ὁ λαὸς ποὺ φυλάει αὐτὴν τὴν ἁγία πίστι! Ἴσως πῆτε: Καλόγηρος εἶσαι, φανατικὸς εἶσαι, σκοταδιστὴς εἶσαι, αὐτὰ μᾶς λές. Τώρα ζοῦμε σὲ ἐποχὴ παγκοσμιοποιήσεως. Ὅλη ἡ γῆ ἕνα χωριό. Ὅλα ἰσοπεδώνονται, ἀκόμη καὶ ἡ πίστις. Πολυπολιτισμὸς βλέπεις… Παλαιότερα, Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας (δικός μας ἐννοεῖται) πῆγε σ’ ἕνα νοσοκομεῖο στὴν Ἀλεξανδρούπολι γιὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ἀσθενεῖς. Χαιρετᾶ κάποιον ἀσθενῆ στρατιώτη, τὸν ὁποῖον ἐρωτᾶ: «Ἐσὺ τί εἶσαι;», καὶ ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Μου – σουλμᾶνος». Τὸν χτυπᾶ ὁ Πρόεδρος φιλικὰ στὴν πλάτη καὶ τοῦ λέγει: «Δὲν πειράζει, ὅλοι στὸν ἴδιο Θεὸ πιστεύουμε…»!

Ὁπότε ἐὰν εἶναι ἴδιος ὁ Ἀλλὰχ μὲ τὸν ἐν Τριάδι ζῶντα δοξαζόμενον καὶ προσκυνούμενον Θεόν, τότε ἐγὼ μπορῶ νὰ εἶμαι Τρίτη Πέμπτη Σάββατο χότζας, Δευτέρα Τετάρτη Παρασκευὴ παπᾶς, καὶ τὴν Κυριακὴ βουδ διστής! Καὶ ὁ δεσπότης σας ἰμάμης! Ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ ἴδια καὶ ὅλοι πιστεύουμε στὸ ἴδιο Θεό! Ὅμως, ἀδελφοί μου, ἄλλο ὁ ζῶν ἀληθινὸς Θεός («Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ» ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως) καὶ ἄλλο τὰ ὅσα ἡ φαντασία (ἀγωνιώδης πολλάκις) τῶν ἀνθρώπων ἐφεῦρε περὶ Θεοῦ. Αὐτὰ εἶναι θρησκεῖες· ἐμεῖς εἴμαστε Ἐκκλη – σία, ἄρα ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ Θεοῦ, ἄρα ΑΛΗ – ΘΕΙΑ, κατὰ τὸν εἰπόντα Κύριον Ἰησοῦν: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάννου ΙΔ΄,6). Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς γνωρίζει ὅτι ἡ πίστις του εἶναι μοναδική, εἶναι τὸ ὅλως ἄλλο. Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἤμουν στὴν Κωνσταντινούπολι, καὶ συγκεκριμένα στὸ παλαιὸ Προξενεῖο μας, κατὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Μὲ πλησιά ζουν δύο ὁμογενεῖς Πολίτες, ἀδέλφια μεταξύ τους, καὶ στὴν κουβέντα ἐπάνω μοῦ λέγουν τὴν ἱστορία τους. «Πάτερ, ἔχουμε συνεργεῖο αὐτοκινήτων. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐρχόταν συχνὰ ἕνας Τοῦρκος θεολόγος στὸ μαγαζὶ καὶ ὅλο μᾶς περιτριγύριζε. Καταλαβαίναμε πὼς κάτι θέλει, καὶ μιὰ φορὰ, λοιπόν, μᾶς τὸ σκάει τὸ παραμύθι. Ἐσεῖς οἱ Ῥωμηοί, μᾶς εἶπε, ἐὰν ἀλλαξοπιστήσετε, κάνετε περιτομὴ καὶ γίνετε Μωαμεθανοί, θὰ ἔχετε καλύτερη θέσι στὸν παράδεισο ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς τούρκους! Ἐμεῖς, πάτερ, παλαβώσαμε! Ὅμως δὲν τὰ χάσαμε. Τοῦ εἴπαμε, πὼς εὐχαρίστως νὰ ἀλλάξουμε πίστι, ἐὰν μᾶς ἀπαντήσεις σὲ μιὰν ἐρώτησι ποὺ θὰ σοῦ κάνουμε. Ἐμᾶς, ὁ παπᾶς λέγει στὴν Ἐκκλησία μας καὶ δέεται πρῶτα ὑπὲρ τῶν μισούντων καὶ ὕστερα ὑπὲρ τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς· ἐὰν βρῇς κάτι τέτοιο στὸ κοράνι γραμμένο, ἔλα νὰ μᾶς πεῖς. Ἐκεῖνος, πάτερ, χάθηκε καὶ μετὰ περίπου ἀπὸ ἕνα μῆνα ξανάρθε μὲ τὴν οὐρὰ στὰ σκέλια. Δὲν βρῆκα τίποτε τέτοιο, μᾶς εῖπε. Τότε, τοῦ λέμε, θ’ ἀφήσουμε αὐτὴν τὴν μοναδική μας πίστι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ θὰ τουρκέψουμε; Ποτὲ τῶν ποτῶν! Κι ἐξαφανίστηκε». Ἔτσι σκέπτεται καὶ ἔτσι συμπεριφέρεται ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἀγαπᾷ ὅλους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστι του δὲν κινεῖ οὐδὲ βῆμα ποδός. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀρετὴ γενική, ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ἀρετὴ μερική· διότι ἀνήκει μόνον στὴν Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ πίστευαν καὶ τὰ ἑκατομμύρια Μαρτύρων πάσης ἡλικίας, μορφώσεως ἢ κοινωνικῆς θέσεως. Καὶ ὅπως λέγει Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος: «Ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν πίστι μας καὶ ἔχουμε νὰ διαλέξουμε μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, ὁ θάνατος εἶναι προτιμώτερος». Καὶ γνωρίζετε, ἀδελφοί μου, πόσοι μαρτύρησαν στὸν τόπο σας γι’ αὐτὴν τὴν πίστι. Ὁ Χριστιανὸς γιὰ τὴν πίστι του δὲν δέχεται οὔτε μύγα στὸ σπαθί του. Ἀναφέρει τὸ Γε – ροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλην διάκρισιν ἔχει, καὶ θέλοντες δοκιμάσαι εἰ ἐργάζεται, λέγουσιν αὐτῷ: -Σὺ εἶ Ἀγάθων; Ἀκούομεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ καὶ ὑπερήφανος. Ὁ δὲ εἶπε: -Ναί, οὕτως ἔχει.

Καὶ λέγουσιν αὐτῷ:

-Σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ καταλάλος (συκοφάντης);

Ὁ δὲ εἶπεν: -Ἐγώ εἰμι. Λέγουσι πάλιν: -Σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός;

Καὶ ἀπεκρίθη: -Οὐκ εἰμὶ αἱρετικός. Καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες: -Εἰπὲ ἡμῖν, διατί τοσαῦτα εἴπομέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον τοῦτον οὐκ ἐβάστα – σας; Λέγει αὐτοῖς: -Τὰ πρῶτα ἐμαυτῷ ἐπιγράφω, ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ μου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισμός ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ δέ, ἀκούσαντες ἐθαύμα – σαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ καὶ ἀπῆλθον οἰκο – δομηθέντες». Γνωρίζει ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ὅτι ἀνή κει στὴν Ἐκκλησία ποὺ πάντοτε διώκεται, ἀλλ’ οὐδέποτε καταδιώκει. Τὸ γράφει αὐτὸ Μητροφάνης ὁ Κριτόπουλος στὴν Ὁμολογία του τὸ 1625. Ἡ Ὀρθοδοξία μας δὲν γνώρισε ποτὲ auto da fé ( ἔλεγχο πίστεως ), οὔτε Ἱερὲς Ἐξετάσεις, οὔτε καψίματα στὴν φωτιά. Ὅμως ὁ Ὀρθόδοξος εἶναι πάντα ἕτοιμος νὰ διωχθῇ γι’ αὐτήν του τὴν πίστι. Στὴν Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολὴν ἀναφέρεται τὸ:

«Οἱ Χριστιανοὶ ἀγαπῶσι πάντας καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται». Διότι ἡ πίστις μας δὲν εἶναι οὔτε καλή, οὔτε ἡ καλλίτερη, οὔτε ἡ καλλίστη. Εἶναι Ἀπο κάλυψις τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Βέβαια, στὴν ἐποχή μας ἐπικρατεῖ κάποια χλιαρότης κυρίως μὲ τὰ ὅσα μεταδίδουν τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως. Μιλοῦν πὼς ὅλοι καλοὶ εἶναι, ὅλοι σὲ κάτι πιστεύουν καὶ τὰ τόσα ἄλλα. Κι ἂν βάλῃς καὶ τὴν καλοπέρασι τοῦ νεοέλληνα ποὺ ἅμα πιάσῃ μιὰ δεκάρα τουφεκάει τὸν Θεό, τότε ἐπέρχεται μιὰ χλιαρότης πίστεως ἀνεπίτρεπτος. Μιὰ φορά, στὴν αὐλή, στὴν εἴσοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἤμουν μὲ κάποιους ἱερεῖς καὶ συζητούσαμε ποῦ νὰ πη – γαίναμε γιὰ φαγητό. Μᾶς πλησιάζει κάποιος ἄλλος ἄγνωστος σὲ ἐμᾶς παπᾶς (μὲ ῥάσα) καὶ μᾶς λέει: -Μὲ παίρνετε κι ἐμένα;

-Εὐχαρίστως. -Περιμένετε λίγο; -Βεβαίως, ἀπαντοῦμε. Μετὰ ἀπὸ λίγο παρουσιάζεται ἕνας κύριος ντυμένος «στὴν πέννα», μὲ κουστοῦμι, γραβάτα, κομψότατος κι ἐπίσημος. -Πᾶμε, μᾶς λέει. -Ποιός εἶσθε; ἐρωτῶ ἐγώ. -Ὁ παπᾶς ποὺ συστηθήκαμε προηγουμέ νως.

-Καὶ γιατί ἔβγαλες τὰ ῥάσα σου;

-Δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ μὲ φτύνουν καὶ νὰ μὲ πετροβολᾶνε οἱ Τοῦρκοι, ἀπαντᾶ.

-Συγγνώμη, τοῦ λέγω, ἀλλὰ προσωπικῶς τόσες φορὲς ἔχω ἔρθει στὴν Πόλι μὲ τὰ ῥάσα πάντοτε, καὶ κανεὶς δὲν μὲ πείραξε. Ἐξάλλου κι ἂν σὲ φτύσουν ὅπως λές, θὰ γίνεις καὶ μάρτυρας. Καὶ μοῦ ἀπαντᾶ:

-Δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ γίνω μάρτυρας! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνεπίτρεπτος χλιαρότης. Ἐμεῖς νὰ εἴμαστε βολεμένοι, καὶ τίποτε δὲν μᾶς νοιάζει παραπέρα. Ἀλλὰ σκεφθῆτε, ἐὰν σκέπτεται ἔτσι ἕνας παπᾶς, ὁ λαϊκὸς πῶς πρέπει νὰ σκεφθῇ; Ἀδελφοί μου, γι’ αὐτή μας τὴν πίστι, γιὰ τὸν πολύτιμο αὐτὸν μαργαρίτη πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ προσεκτικοί. Λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος προκειμένου γιὰ αἱρετικούς: «Ἄν βλάπτωσιν αὐτῶν αἱ φιλίαι καὶ πρὸς κοι – νωνίαν τῆς ἀσεβείας ἕλκωσι, κἂν οἱ γεγεννηκότες ὦσιν ἀποπήδησον». Καὶ ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τῆς Φέρμης: «Ἂν ἔχῃς φιλία μὲ κάποιον καὶ τοῦ συμβῆ νὰ πέσῃ σὲ πειρασμὸ πορνείας, ἂν μπορῇς νὰ τοῦ δώσῃς χεῖρα βοηθείας κάνε το γιὰ νὰ τὸν τραβήξῃς. Ἂν ὅμως πέσῃ σὲ αἵρεσι καὶ δὲν πεισθῆ νὰ τὴν ἀποκηρύξῃ, γρήγορα ξέκοψε ἀπ’ αὐτόν, μὴ τυχὸν καθυστερήσῃς καὶ πέσῃς μαζὶ μ’ αὐτὸν στὸν βόθρο». Καὶ εἶναι αὐτὸ ἀπόηχος τῶν ὅσων παραγ – γέλει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν Β΄ Καθολική του Ἐπιστολή:

«Εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν διδαχὴν ταύτην (τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή) οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε». Ὅμως ἂς μὴ λησμονοῦμε μιὰ βασικὴ ἀρχή:

«Ἀετὸς ἑνὶ πτερῷ οὐχ ἵπταται» λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Θέλει δυὸ φτερὰ ὁ ἀετὸς γιὰ νὰ πετάξῃ. Ὁπότε σύμφωνα μὲ τὴν πίστι μας πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ζωή μας. Εἶναι σχιζοφρένεια ἄλλο νὰ πιστεύεις καὶ ἀλλιῶς νὰ ζῇς. Ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ ἅγιος Θε όδωρος ὁ Στουδίτης, ἀπαιτεῖται: «Ἀκρίβεια στὴν Ὀρθοδοξία ἀλλὰ καὶ ἀκρίβεια στὴν ἀγαθὴ πολιτεία». Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὁ πίστιν ὀρθὴν κεκτημένος, ἁμαρτίας δὲ διαπραττόμενος, ὅμοιός ἐστι προσώπῳ μὴ ἔχοντι ὀφθαλμούς». Καλὴ καὶ ἀπαραίτητος εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ λίγη ὀρθοπραξία δὲν βλάπτει. Χωρὶς ἐνάρετη καὶ φιλάνθρωπη ζωὴ ἡ πίστις μας εἶναι νεκρή, δαιμονιώδης, γιατὶ καὶ ὁ διάβολος ὀρθόδοξος εἶναι κι ὄχι αἱρετικός· ξέρει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ἔχει ὑπερηφάνεια ἑωσφορική.

Ἐπίσης, ἂς γνωρίζουμε πὼς ἡ Ὀρθοδοξία σκέτη, εἶναι σὰν μιὰ αἰγέα, ἕνα τομάρι γίδας κρεμασμένο στὸ πουρνάρι· ξερό, χωρὶς αἷμα, χωρὶς ζωὴ καὶ μὲ ἄσχημη ὀσμή. Οὔτε οἱ μα – κρυὲς τρίχες, οὔτε τὰ μακρυὰ κομποσχοίνια, οὔτε τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ σχίσματα κάνουν τὴν Ὀρθοδοξία.

Ὑγιὴς Ὀρθοδοξία εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ὀρθοδοξία. Μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὀρθοδοξία ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, δηλαδή, μιὰ πυραμίδα ποὺ ξεκινᾷ ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν νέον Ἰσραὴλ στὴν βάσι, ἀνεβαίνει στοὺς ἐφημερίους, ἔπειτα στοὺς ἐπισκόπους (τοὺς κανονικοὺς βεβαίως), ὕστερα τοὺς Πατριάρχας, καὶ στὴν κορυφὴ ἔχει τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Τελειώνω. Ζοῦμε σὲ μιὰ κρίσιμη κατά – στασι. Καὶ μέσα σ’ αὐτὴ θὰ φανῇ ἐὰν ζοῦμε σὰν Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Μόνον μιὰ ἀνα – φορὰ θὰ κάνω, καὶ ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα. Γράφει ὁ Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως γιὰ κάποιον Σεβηριανὸ κόμητα ποὺ ζοῦσε στὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας ποὺ ἦταν πολὺ πλούσιος, ἀλλά: «Λιμοῦ γενομένου μεγάλου, καὶ κατὰ σπλάγχνων χωροῦντος πάντων ἀνθρώπων, τότε ἐκεῖνοι τὰς αἱρέσεις τὰς ἐκεῖσε εἰς Ὀρθοδοξίαν μετήνεγκαν. Ἐν πολ – λοῖς γὰρ χωρίοις τοὺς σιτοβολῶνας ἑαυτῶν ἀνοίξαντες, παρέθηκαν εἰς διατροφὴν τοῖς πεινῶσιν. Ὡς ἐκ τῆς τούτων ἀφάτου φιλανθρωπίας εἰς μίαν συμφωνίαν τῆς ὀρθῆς πί στεως συνελθεῖν τὰς αἱρέσεις, δοξάζοντας τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ τούτων ἁπλῇ πίστει καὶ ἀμέτρῳ εὐποιίᾳ»…

Οἱ δικοί μας πλούσιοι στοὺς τωρινοὺς καιροὺς κάνουν ἐξαγωγὴ πλούτου στὶς ξένες τράπεζες, κι ὁ λαὸς ἂς πεθάνῃ. Καὶ μᾶς κο ροϊδεύουν κιόλας, ὅπως τὸ εἶπε ἡ Μαρία Ἀντουανέττα. Ὅταν ὁ λαὸς ἐκραύγαζε, ῥώτησε τοὺς ὑπηρέτες της: -Γιατί φωνάζουν; -Διότι δὲν ἔχουν ψωμί, τῆς ἀπάντησαν. -Καὶ γιατί δὲν τρῶνε παντεσπάνι; ξαναρώ – τησε μέ… ἀπορία! Τώρα θὰ φανεῖ, ἀδελφοί μου, ἂν ἔχουμε ἐνστερνισθῇ τὸ τοῦ Κυρίου: «Ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πα τέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ὅμως, ἡ κλεψύδρα τοῦ χρόνου δείχνει τέλος. Σεβασμιώτατε, λαὲ τοῦ Θεοῦ· καυχώμεθα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο πίστι μας, καὶ δικαίως. Καὶ ἐπαναλαμβάνουμε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Θε όδωρο τὸν Στουδίτη:

«Ὀρθόδοξοί ἐσμεν, κἂν ἄλλως ἁμαρτωλοί». Καὶ ὡς ἁμαρτωλοὶ ἐκδυ σωποῦμε τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ Σωτῆρα μας γιὰ τὶς πολλές μας ἁμαρτίες καὶ ἐλπίζουμε στὸ ἄπειρόν Του ἔλεος! Ἔχουμε πρε σβευτὰς τὴν Κυρία Θεοτόκο, πάντας τοὺς Ἁγίους, ἐξαιρέτως τὸν σήμερον γε ραιρόμενον ἅγιον Γρηγό ριον τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονί κης, τοὺς Κρῆτας Ἁγί ους καὶ πάντας τοὺς λοιπούς. Πιστεύουμε μαζὶ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο ὅτι «νεφύδριόν ἐστι, καὶ θᾶττον παρελεύσεται», συννεφάκι εἶναι θὰ περάσει. Μὲ τόσους καὶ τέτοιους Ἁγίους δὲν θὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες τῆς σωτη ρίας μας! Τὴν Ὀρθοδοξία, δόξα τῷ Θεῷ, τὴν ἔχουμε. Μᾶς λείπει ἡ μετάνοια. Ἂς μᾶς ἀνοίξῃ πύλας μετανοίας ὁ Ζωοδότης. Τελειώνω, Σεβα – σμιώτατε δέσποτα, μ’ ἕνα τετράστιχο τοῦ Γεωργίου Ἀθάνα:

«Δέξου τὶς ταπεινές μας ἱκεσίες καὶ δῶσε Παντοδύναμε Θεέ, νὰ παλιώνουν στὴν γῆ Σου οἱ Ἐκκλησίες, νὰ μὴν παλιώνει ἡ πίστη μας ποτέ».

Καλὴ συνέχεια καὶ εὐλογημένον Ἅγιον Πάσχα!

Γιατί θα πρέπει να παντρευτεί κάποιος για να έχει σαρκικές σχέσεις;

 σχέσεις4
Μια εύλογη απορία που έχουν πολλοί, είναι: Γιατί δηλαδή θα πρέπει να παντρευτεί κάποιος για να έχει σαρκικές σχέσεις; Το να έχει πολλές σχέσεις με πολλούς συντρόφους είναι κατανοητό, αποτελούν παραβίαση του φυσιολογικού δεσμού μεταξύ δύο ανθρώπων. Γιατί άραγε όμως, ο γάμος (και μάλιστα ο θρησκευτικός γάμος), να είναι αναγκαίος για δύο ανθρώπους που αγαπιούνται και θέλουν να ζήσουν μαζί,  και να μην αρκεί η συναισθηματική και σαρκική τους ένωση χωρίς γάμο; Δεν είναι το ίδιο; Ποια η διαφορά;
Γιατί λοιπόν στην Εκκλησία θέλουμε να «τελέσουμε γάμο», εννοώντας την τελετή;
Εδώ το κλειδί για να το κατανοήσουμε, είναι η λέξη: «ΜΥΣΤΗΡΙΟ». Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν αναγνωρίζει τις τελετές γάμου αλλοδόξων. Αλλά οφείλουν να την επαναλάβουν Ορθόδοξα οι Χριστιανοί για να αναγνωρίζονται στην Εκκλησία ως ζευγάρι, έστω και αν ήταν παντρεμένοι για δεκαετίες πριν γίνουν Χριστιανοί!
Εντός την Εκκλησίας, ο γάμος εντάσσεται στο σχέδιο της σωτηρίας. Ο στόχος, δεν είναι να ΩΦΕΛΗΘΕΙ κάποιος από τις σεξουαλικές χάρες του άλλου. Ούτε να ζήσουν απλώς μαζί «ευτυχισμένοι» δύο άνθρωποι. Ο στόχος του γάμου ως ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ, (ως «μύησης», για να γίνει κατανοητή η έννοια της λέξης), είναι ΝΑ ΕΝΤΑΧΘΕΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΤΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ. Με άλλα λόγια, εκτός από τους δύο, βάζουμε στη ζωή της οικογενείας μας ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ. Δεν ζούμε ερήμην του Θεού, ούτε τεκνοποιούμε χωρίς Αυτόν. Αλλά «εαυτούς και αλλήλους, και ΠΑΣΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΗΜΩΝ, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Λέμε δια της μύησης αυτής στον Θεό: «Θεέ μου, η πορεία μας προς τη Θέωση, στα πλαίσια της Εκκλησίας σου, είναι δεδομένη. Παρακαλούμε, να ευλογήσεις αυτή τη νέα κατάσταση της ζωής μας, ώστε πλέον, όχι ένας, αλλά ΔΥΟ μαζί, ενωμένοι ως ανδρόγυνο, να συνεχίσουμε αυτή την πορεία, που είναι και το κέντρο της ζωής μας, και ο στόχος μας».
Ο στόχος λοιπόν, ΔΕΝ είναι ούτε η «ευτυχία» των δύο, ούτε «η τεκνοποιεία», ούτε «το σεξ». Ο στόχος είναι Η ΘΕΩΣΗ. Ο ίδιος στόχος που είχαν οι δύο (υποτίθεται, εφ’ όσον ήταν Χριστιανοί) και πριν! Μόνο που τώρα, ο ίδιος αυτός στόχος, συνεχίζεται συντροφικά, όχι μόνο σε κοινή πορεία ΣΥΖΥΓΩΝ, αλλά ΚΑΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΩΝ!!! 
Αποζητώντας λοιπόν ο άνθρωπος το σεξ χωρίς τον γάμο, δείχνει τα εξής:
1. Πιθανόν θέλει τα ΗΔΟΝΙΚΑ καλά του γάμου, χωρίς όμως τις ανάλογες ευθύνες. Πρόκειται λοιπόν για ανευθυνότητα!
2. Αφήνει τον Θεό ΑΠ’ ΕΞΩ, δείχνοντάς Του, ότι ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ στη συζυγική τους ζωή! Συνεπώς και ο Θεός ΔΕΝ ευλογεί τον γάμο ως μέρος της πορείας Θέωσης του ζευγαριού!
3. Δεν έχει ως στόχο την εν Χριστώ ζωή, ούτε τη Θέωση. Με άλλα λόγια, είναι ένα ΣΑΘΡΟ ΘΕΜΕΛΙΟ για τον γάμο, μια σχέση ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ!
Στη Χριστιανική Εκκλησία λοιπόν, η νέα αυτή περίοδος σχέσης του ανθρώπου,
1. συνοδεύεται από ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ, απέναντι στον σύντροφο της ζωής μας, απέναντι στα παιδιά που τυχόν θα γεννηθούν από αυτή την ένωση, και απέναντι στους ανθρώπους που θα επηρεάσει η ένωση αυτή.
2. εντάσσεται στα πλαίσια της Εκκλησιαστικής μας ζωής, όπου η ένωση αυτή αποβαίνει ΑΙΩΝΙΑ, και όχι μόνο παροδική.
3. εντάσσεται στην ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ πορεία δύο πιστών ανθρώπων, που αποφασίζουν να τη συνεχίσουν ως σύζυγοι, βοηθώντας ο ένας τον άλλον στον δύσκολο αυτό αγώνα, όπως και στον κοινό αγώνα της βιοπάλης, πάντα με τη Χάρη του Θεού, ο οποίος δια του Μυστηρίου αυτού, ΠΡΟΣΚΑΛΕΙΤΑΙ, να αναλάβει αυτή την πορεία, και να «τελειώσει» αμφοτέρους τους συντρόφους.
Γι’ αυτό και σεξουαλική πράξη έξω από τον γάμο, μαρτυράει πέραν της κοινωνικής ανευθυνότητας, επίσης μια ανευθυνότητα απέναντι στην αγιωτάτη πίστη μας, και στον Δημιουργό μας, που λαχταράει να συμμετέχει κι Εκείνος στη ζωή των πλασμάτων Του ΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙ, ώστε να τους οδηγήσει στην Δική Του Ζωή, δια του αγιασμού τους.
Συνεπώς, οι ΜΟΝΟΓΑΜΙΚΕΣ εξωγαμιαίες σχέσεις, με  τον άνθρωπο που αγαπάμε, ΔΕΝ είναι αυτές καθεαυτές κακές, ως πράξη. Είναι όμως αμαρτία, (αστοχία σημαίνει η λέξη αμαρτία), μόνο και μόνο, επειδή μαρτυράει την ΑΠΟΤΥΧΙΑ του Χριστιανού να εντάξει τον γάμο του στην κατά Θεόν ζωή της Εκκλησίας.
Φυσικά για τους μη Χριστιανούς, δεν τίθεται θέμα. Γάμος είναι! Είτε στα πλαίσια της θρησκείας τους, είτε στα πλαίσια της συμβίωσης, είναι γάμος, μια και ΠΟΤΕ δεν αποτελεί Μυστήριο.
Αμαρτία, είναι ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΑΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ (ή αποτυγχάνει να μας πλησιάσει) ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ. Και μόνο με αυτή την έννοια, μπορεί να γίνει διάκριση του «τι είναι αμαρτία, και τι όχι». Δεν είναι λοιπόν ούτε θέμα «ενοχής», ούτε θέμα «ανηθικότητας». Είναι θέμα προσωπικής μας αποτυχίας ως Χριστιανών, όσον αφορά την Εκκλησιαστική του διάσταση. 
Τελειώνουμε με μια συμβουλή κάποιου ιερέα:
Για να είναι ο γάμος μας σε σωστές βάσεις, και να διαρκέσει, πρέπει να γίνει αφ’ ενός κατά Θεόν, (ως Μυστήριο), αλλά και ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ πρέπει να είναι οι σωστές. ΔΕΝ παντρευόμαστε «για να έχουμε σεξ με τη γυναίκα των ονείρων μας». Δεν παντρευόμαστε «για να έχουμε κάποιον να μας συντηρεί και να μας αγαπάει και να μας φροντίζει». Δεν παντρευόμαστε «για να ΛΑΒΟΥΜΕ» οτιδήποτε από τον μελλοντικό μας σύντροφο!
Δεν παντρευόμαστε με τη σκέψη: «Τι μπορεί να μου προσφέρει ο άνθρωπος αυτός;»
Το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει! Η σκέψη μας πρέπει να είναι: «Τι μπορώ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΩ σε αυτόν τον άνθρωπο που αγαπώ;» Καταλαβαίνεις τη διαφορά; Πρόκειται για ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΘΥΣΙΑ, και όχι για ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ. Είναι ΔΟΣΙΜΟ και ΟΧΙ ΑΠΟΛΑΒΗ. Είναι ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ, ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΣΟ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!
Ο γάμος όπου ζητάμε να λάβουμε, είναι ΕΓΩΙΣΤΙΚΟΣ, έστω και αν λέμε ότι τον κάναμε «από αγάπη». Αγάπη είναι ΔΟΣΙΜΟ, και όχι «απολαβή». Και όταν ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ από τον σύντροφό μας, (καμία απαίτηση, αλλά αντιθέτως, αυτοπαράδοση), τότε δεν θα έχουμε και απογοητεύσεις! Ούτε καυγάδες, ούτε διαζύγια! Όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία (κατά την Αγία Γραφή), και έδωσε τη ζωή Του για χάρη της, έτσι και εμείς οι άνδρες, «χρωστάμε να αγαπάμε τις γυναίκες μας όπως τα σώματά μας»! Και ακόμα περισσότερο! Ομοίως και οι γυναίκες, να είναι πρόθυμες να θυσιασθούν για το σύζυγό τους, όπως η Εκκλησία έγινε σπονδή στους διωγμούς, χάριν του συζύγου της και Κεφαλής της, του Ιησού Χριστού!
Λοιπόν, έχοντας κατά νου όλα αυτά, κάτσε και σκέψου: Αν αγαπάω πραγματικά αυτή την κοπέλα, γιατί να μην την οδηγήσω νύφη στην Εκκλησία; Τι με αποτρέπει από αυτό; Μήπως θέλω απλώς να χαρώ τα θέλγητρά της; Μήπως θέλω ΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΩ, και ΟΧΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΩΣΩ; Μήπως τη μεταχειρίζομαι ως «χρηστικό αντικείμενο» των ηδονών μου, και όχι ως ΠΡΟΣΩΠΟ κατ’ εικόνα Θεού; (τα ίδια ισχύουν και για τις γυναίκες)
Και τον Θεό, γιατί θέλω να τον αφήσω έξω από τη ζωή μας;
Να γιατί είναι λάθος ακόμα και οι μονογαμικές σεξουαλικές σχέσεις! Είναι ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ από αυτό που ΟΦΕΙΛΕΙ να κάνει ένας Χριστιανός προς τα δύο πρόσωπα που (υποτίθεται ότι) αγαπάει: Τη γυναίκα ή τον άνδρα της ζωής της/του, και τον Θεό!
Ν. Μ.
Ο.Ο.Δ.Ε