Εικονογραφικό και υμνολογικό Συναξάριο της 1ης Ιανουαρίου

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβ.Δημήτριος Αθανασίου

Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε· καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν,ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.

Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς

Οὐκ ἐπῃσχύνθη ὁ πανάγαθος Θεός, τῆς σαρκὸς τὴν περιτομὴν ἀποτμηθῆναι, ἀλλ’ ἔδωκεν ἑαυτόν, τύπον καὶ ὑπογραμμόν, πᾶσι πρὸς σωτηρίαν· ὁ γὰρ τοῦΝόμου Ποιητής, τά τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κηρυχθέντα περὶ αὐτοῦ, ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς, Κύριε δόξα σοι.


Ὁ πάντων Ποιητής, καὶ Δεσπότης τοῦ κόσμου, ὁ ὢν σὺν τῷ Πατρί, καὶ τῷ Πνεύματι ἄνω, ὡς βρέφος περιτέμνεται, ἐπὶ γῆς ὀκταήμερος. Ὄντως θεῖά τε, καὶθαυμαστὰ σου τὰ ἔργα! σὺ γὰρ Δεσπότα, ὑπὲρ ἡμῶν περιτέμνῃ, ὡς ὤν Νόμου πλήρωμα.

Ὡς ὑπάρχων ἄβυσσος, φιλανθρωπίας, ἐνεδύσω Δεσπότα, μορφὴν τοῦ δούλου, καὶ σαρκί, περιετμήθης δωρούμενος, ἀνθρώποις πᾶσι, τὸ μέγα σου ἔλεος.

Σήμερον ὁ Δεσπότης, τέμνεται τὴν σάρκα, ὡς βρέφος πληρῶν τὸν Νόμον.

Σήμερον ὁ Δεσπότης, σαρκὶ περιετμήθη, καὶ Ἰησοῦς ἐκλήθη.

Τὴν σάρκα περιτέμνεται, ὁ τὸν Νόμον πληρώσας, ὡς βρέφος ὀκταήμερον, τῶν αἰώνων ὁ Κτίστης, καὶ σπάργανα εἱλίσσεται, ὡς βροτὸς καὶ γάλακτι ἐκτρέφεται ὁ τὰ πάντα, τῇ ἀπείρῳ ἰσχύϊ, ὡς Θεὸς διακρατῶν, καὶ τῇ ῥοπῇ διεξάγων

 

Ὦ θεία καὶ ἱερὰ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας μέλισσα, Βασίλειε παμμακάριστε· σὺ γὰρ τοῦ θείου πόθου τῷ κέντρῳ, σεαυτὸν καθοπλίσας, τῶν θεοστυγῶν αἱρέσεων τάς βλασφημίας κατέτρωσας· καὶ ταῖς ψυχαῖς τῶν πιστῶν εὐσεβείας τὸν γλυκασμὸν ἐθησαύρισας· καὶ νῦν τοὺς θείους λειμῶνας, τῆς ἀκηράτου διερχόμενος νομῆς, μνημόνευε καὶ ἡμῶν, παρεστὼς τὴν Τριάδα τὴν ὁμοούσιον.

Πατὴρ ὀρφανῶν, καὶ χηρῶν προασπιστής, καὶ πλοῦτος πένησι, τῶν ἀσθενούντων ἡ παράκλησις, καὶ τῶν ἐν πλούτῳ κυβέρνησις, γήρως βακτηρία ἐδείχθης, παιδαγωγία νεότητος, καὶ Μοναζόντων ἀρετῆς, κανὼν Βασίλειε.

Ἐξεχύθη ἡ χάρις ἐν χείλεσί σου, Ὅσιε Πάτερ, καὶ γέγονας ποιμήν, τῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διδάσκων τὰ λογικὰ πρόβατα, πιστεύειν εἰς Τριάδα ὁμοούσιον, ἐν μιᾷ Θεότητι.

Πάντων τῶν ἁγίων ἀνεμάξω τάς ἀρετάς, Πατὴρ ἡμῶν Βασίλειε, Μωϋσέως τὸ πρᾶον, Ἠλιοὺ τὸν ζῆλον, Πέτρου τὴν ὁμολογίαν, Ἰωάννου τὴν Θεολογίαν, ὡς ὁ Παῦλος ἐκβοῶν οὐκ ἐπαύσω. Τὶς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; Ὅθεν σὺν αὐτοῖς αὐλιζόμενος, ἱκέτευε σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Advertisements

Θαυμαστές και ωφέλιμες διηγήσεις από την ζωή του Μεγάλου Βασιλείου

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβ.Δημητρίου Αθανασίου

Ο Μ. Βασίλειος, που χαρακτηρίστηκε από τον εθνικό ιστορικό μας ως «η μεγαλύτερη μορφή των μεταποστολικών χρόνων, είναι χωρίς αμφιβολία πάρα πολύ αγαπητός στο λαό, εφόσον το όνομά του έγινε θρύλος μέσα στην Ιστορία και τραγούδι, δηλαδή η έκφραση και η προσωποποίηση της αγάπης, εξαιτίας της απέραντης και συστηματικής αγάπης που έδειχνε κατά τρόπο παραδειγματικό στη ζωή του. Κάποιες δε πλευρές τής αγάπης του αυτής, που σαν ίριδα πνευματική παρουσίαζε διάφορες εκφάνσεις, θα παρουσιάσουμε για τούτο κι εμείς στο σημείωμα αυτό, ώστε να αποκομίσουμε κάποια μεγάλα διδάγματα και για τη δική μας ζωή και να γίνουμε έστω και σε κάτι, λίγο ή περισσότερο μιμητές του ή ακριβέστερα μιμητές της αγάπης του Κυρίου, την οποία εκείνος προσπαθούσε να αντιγράψει.
Α. Η υποχώρηση του Μ. Βασιλείου για την αποφυγή σχίσματος
Ύστερα από τη χειροτονία του Μ. Βασιλείου σε πρεσβύτερο και την τεράστια δράση του, ως κληρικού δυναμικού, στην Καισάρεια, ο επίσκοπος της περιοχής Ευσέβιος έπαθε, κατά τη μαρτυρία τού Γρηγορίου, κάτι το «ανθρώπινον» (Επιτάφιος 28), εξαιτίας ίσως του φθόνου, που προκάλεσαν στην καρδιά του οι πονηροί δαίμονες. Το πιο πάνω είχε ως αποτέλεσμα το να κηρύξει ο Ευσέβιος και το περιβάλλον του τον πόλεμο εναντίον του Αγίου, εξαιτίας της υπερβολικής λάμψης της προσωπικότητάς του. Ο πόλεμος όμως αυτός ήταν οπωσδήποτε άδικος. Για τούτο οι μοναχοί της περιοχής πήραν παρευθύς το μέρος τού Βασιλείου, καθώς επίσης και ένα μεγάλο μέρος των Χριστιανών, που αγαπούσαν τον Άγιο. «Ακόμα και κάποιοι Δυτικοί επίσκοποι, σημειώνει ο Στυλιανός Παπαδόπουλος, που τότε παρευρίσκονταν στην Καισάρεια, τάχθηκαν και αυτοί με το μέρος των υπερασπιστών τού Βασιλείου» (Η ζωή ενός Μεγάλου, Αθήναι 1979, σ. 198). Για τους πιο πάνω λόγους η όλη κατάσταση κινδύνευε να οδηγήσει σε σχίσμα.
Ο Βασίλειος, όμως, καταλάβαινε ότι δεν ήταν σωστό να αντιπράξει στον επίσκοπο. Συζήτησε για τούτο το θέμα με το φίλο του Γρηγόριο, που είχε και εκείνος την ίδια με αυτόν γνώμη.
– «Όχι, Βασίλειε, του είπε, δεν πρέπει. Το μόνο που δεν πρέπει να γίνει είναι το σχίσμα».
Ύστερα από την πιο πάνω συμβουλή τού φίλου του, ο Βασίλειος κατάλαβε το χρέος του. Για να αποφευχθεί, δηλαδή, κάθε αντίπραξη προς τον «εις τύπον και τόπον Χριστού» επίσκοπο, αναχώρησε από την Καισάρεια, βρίσκοντας καταφύγιο στο πατρικό κτήμα που είχε στον Πόντο, όπου έζησε για αρκετό καιρό ασκητικά, ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόταν και περίμενε μια ευκαιρία κατάλληλη για να ξαναγυρίσει στη δράση.
Β. Η συμφιλίωσή του με τον Ευσέβιο
Ύστερα από αρκετό καιρό, όμως, από τα πιο πάνω, τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα στην Καισάρεια, εξαιτίας της ανόδου στον αυτοκρατορικό θρόνο του Αρειανόφρονα Ουάλη το 364. Οι αιρετικοί Αρειανοί, δηλαδή, προσπαθούσαν να γίνουν κύριοι της κατάστασης και στην Καππαδοκία, ενώ ο επίσκοπος Ευσέβιος δεν είχε τις δυνάμεις ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Για την αντιμετώπισή της, δηλαδή, ζήτησε τότε τη βοήθεια του Γρηγορίου. Εκείνος, όμως, του συνέστησε για το έργο αυτό το δυναμικότατο Βασίλειο. Και ο επίσκοπος το κατάλαβε και ζήτησε από τον Γρηγόριο να μεσολαβήσει για την επιστροφή του Βασιλείου, που σε λίγο πραγματοποιήθηκε. Ο Γρηγόριος, δηλαδή, μίλησε στο φίλο του για την αλλαγή των διαθέσεων του Ευσεβίου, λέγοντας ότι «η φωτιά των αιρέσεων που μας καίει έλειωσε την παρεξήγηση».
– «Άκου, Βασίλειε, του είπε τελικά, δεν σε παρακαλώ μονάχα εγώ. Δεν είναι μόνον ο Ευσέβιος. Είναι η Εκκλησία που σε καλεί, το καταλαβαίνεις..! (Στ. Παπαδοπούλου, όπ.π. 229). Ύστερα από τα πιο πάνω, ο Βασίλειος πήρε παρευθύς την απόφαση να ξαναγυρίσει στην Καισάρεια και αυτό ακριβώς έκανε. Ξαναγυρίζοντας, δηλαδή, εκεί, υπέβαλε τα σέβη του στον επίσκοπο, σαν να μην έγινε τίποτε, ενώ ταυτόχρονα τον διαβεβαίωνε ότι θα ήταν στο εξής στο πλευρό του για την αντιμετώπιση των αιρετικών και για όλα, λέγοντας: «Είμαι διάκονός σου. Αφού το θέλησες, θα είμαι στην προκείμενη μάχη ο τελευταίος από τους στρατιώτες σου» (Στ. Παπαδ., όπ.π. 230).
Με τη στάση δε αυτή του Βασιλείου διαλύθηκε παρευθύς κάθε παρεξήγηση, ενώ ο Άγιος εξουδετέρωσε με τη δυναμικότητά του τα αγκάθια όλων των αιρέσεων.
Γ.Δίνει το προβάδισμα της Θεολογίας στον Γρηγόριο
Το 371 ο Βασίλειος, ως επίσκοπος της Καισάρειας, εργαζόταν με όλες τις δυνάμεις του για τη στερέωση της πίστης στις καρδιές των πιστών. Παρ’ όλα αυτά, όμως, κατηγορήθηκε από ένα νεοφώτιστο, επηρμένο για τις γνώσεις του, ότι τάχα δεν ήταν ορθόδοξος. Τις κατηγορίες αυτές, τις εντελώς αστήρικτες και αβάσιμες, τις μετέφερε τότε ο Γρηγόριος και στον ίδιο τον Βασίλειο, που του έγραψε τότε μια επιστολή (την 71), με την οποία τον καλούσε να μεταβεί στην Καισάρεια και να τον βοηθήσει στο πολύπλευρο έργο του και ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση των αιρέσεων.
– «Μόλις εμφανιστείς εσύ εδώ, έγραφε σ’ αυτήν μεταξύ άλλων, θα χάσουν οι αντίπαλοι το θάρρος τους και θα διαλυθούν οι παρασυναγωγές. Επίσκοποι (Αρειανοί), πρεσβύτεροι (επίσης Αρειανόφρονες) και άρχοντες που συνωμοτούν εναντίον μας και θέλουν να μας αφανίσουν, όταν πληροφορηθούν ότι αρχηγός των Ορθοδόξων είσαι συ, θα εξαφανιστούν παραχρήμα. Κανένας δεν θα τολμήσει να αντικρούσει φανερά το θείο λόγο σου, γιατί εσύ είσαι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας μας. Το Άγιο Πνεύμα ομιλεί με το στόμα σου. Έλα και θα ιδείς ότι θα κλείσουν τα στόματα όλων (των αιρετικών), που δεν θα τολμούν στο εξής να στρέφονται πια φανερά εναντίον μας. Έλα και θα ιδείς πόσο θα σε υπακούω και θα σε ακολουθώ (στην υπεράσπιση εννοείται της Ορθόδοξης πίστης).
Από τα πιο πάνω λόγια φαίνεται καθαρά όχι μόνο η ταπείνωση του Μ. Βασιλείο, που, ενώ ήταν επίσκοπος, υπέτασσε τον εαυτό του στον πρεσβύτερο φίλο του, αλλά και η Ορθοδοξότητά του, εφόσον παραδεχόταν στα θέματα της πίστης, σαν κανόνα της Ορθοδοξότητας, το φίλο του Γρηγόριο, τον αποκληθέντα για τούτο Θεολόγο της Εκκλησίας.
Τέτοια δε ταπείνωση και ταυτόχρονα καθαρότητα πρέπει να έχουν όλοι οι Χριστιανοί στα θέματα της πίστης της Ορθόδοξης, «ης χωρίς αδύνατον ευαρεστήσαι» (Εβρ. 11, 6), δηλαδή χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να σωθεί.
Δ.Το τέλος του Ιουλιανού του Παραβάτoυ
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης,  ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες  να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη  αγάπησε και που γι’ Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.

Ε.Ο σίδηρος και ο Βασίλειος

Αφού λοιπόν φονεύτηκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης από τον Άγιο Μερκούριο κατά τρόπο θαυματουργικό, βασίλεψε για ένα χρόνο ο θεοσεβής Ιοβιανός και μετά οι Ουαλεντιανός και Ουάλης, ο οποίος και ήταν Αρειανός. Οι Αρειανοί, οπαδοί του Αρείου, πρέσβευαν τη μέγιστη βλασφημία, πώς δήθεν ο Χριστός ήταν “κτίσμα του Θεού”. Το ίδιο πρεσβεύουν εκτός των άλλων σήμερα και οι Ιεχωβάδες, που λένε “Χριστός”, αλλά εννοούν κτίσμα, άγγελο-κτίσμα και όχι Θεό!..

Επόμενο ήταν επομένως να σηκωθεί μεγάλος διωγμός εναντίον των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ανατολή, όπου και βασίλεψε ο Ουάλης. Ο Άγιος Βασίλειος, ο γίγας ο αλύγιστος της Πίστης, παρρησία κήρυττε στον κόσμο της Καισαρείας ότι ο βασιλιάς ήταν αιρετικός! Αυτό όταν το έμαθε ο Ουάλης, θέλησε ο ίδιος να μεταβεί στην Καππαδοκία και καθοδόν έστειλε εμπρός του τον αρχιμάγειρά του Δημοσθένη για να απειλήσει τον Αϊ Βασίλη, αλλά δεν κατάφερε να αλλάξει τη γνώμη του Αγίου και επέστρεψε άπρακτος.

Ο Ουάλης έστειλε τότε ένα σπουδαίο άρχοντά του, τον Μόδεστο, να απειλήσει τον Άγιο με μεγάλες τιμωρίες, εάν δεν δεχθεί την αιρετική γνώμη του βασιλιά! Αλλά και αυτός εν τέλει επέστρεψε άπρακτος, χωρίς να μπορέσει να εκτρέψει τον Αρχιεπίσκοπο από την Ορθοδοξία, λέγοντας χαρακτηριστικά στον βασιλιά:

“Ευκολότερο είναι να μαλάξει κάποιος το σίδηρο, παρά τη γνώμη του Βασιλείου”!!!

ΣΤ.Θαυματουργικές θεραπείες

Μόλις άκουσε αυτά ο Ουάλης, θαύμασε την ανδρεία της ψυχής του Αγίου και θέλησε να πάει μόνος του στην Εκκλησία, να ακούσει τον Άγιο Βασίλειο πώς δίδασκε! Ήταν τότε η εορτή των Θεοφανίων και αντίκρισε ο βασιλιάς αναρίθμητο πλήθος λαού να κάθεται με κάθε τάξη και να ακούει τη διδασκαλία του Επισκόπου του και τον Άγιο να στέκεται με κάθε σεμνότητα και να διδάσκει ως άλλος Απόστολος, κατενύγη την ψυχή! Και τότε, εκείνη την ημέρα, μίλησε με σωφροσύνη στον Άγιο και έφυγε. Μετά όμως από μερικές ημέρες, πηγαίνοντας σε αυτόν οι “επίσκοποι” που προσχώρησαν στην αίρεση, άλλαξαν τη γνώμη του Ουάλη και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο! Οπότε και διατάχθηκε η γραφή της αποφάσεως εξορίας…

Άλλες όμως οι βουλές του Κυρίου… Διότι θαυμαστά ενήργησε και πάλι ο Χριστός μας, αφού την ώρα που ο γραφέας θα έγραφε την απόφαση, παρέλυσε το χέρι του! Αλλά και του βασιλιά ο γιος τόσο βαριά αρρώστησε, που κόντευε να πεθάνει! Βλέποντας αυτά λοιπόν ο Ουάλης, κατάλαβε ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να εξοριστεί ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας και μάλιστα διεμήνυσε στον ίδιο τον Αϊ Βασίλη, να πάει να κάνει προσευχή πάνω από το παιδί! Και ω του θαύματος! Και μόνο που το είδε ο Άγιος εκείνο αμέσως γιατρεύτηκε!!!

Αλλά και τον έπαρχο Μόδεστο, που κινδύνευε να πεθάνει, μετά από λίγο ιάτρευσε από την ασθένειά του ο Μέγας Βασίλειος! Βλέποντας όλα αυτά ο βασιλιάς και θαυμάζοντας την αρετή του Αγίου, επέστρεψε τελικά πίσω, αφήνοντας ανενόχλητο τον Άγιο…

…Η βασιλεία να ακολουθεί την Εκκλησία

Αργότερα, ο Ουάλης θέλησε να μοιράσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επάρχους και ο ένας να έχει έδρα της Καισαρεία, ο άλλος τα Τύανα. Μαθαίνοντας αυτό όμως κάποιοι Επίσκοποι στα Τύανα και ιδιαίτερα κάποιοι αιρετικοί, ερχόταν σε αντίθεση με τον Αρχιεπίσκοπο Καππαδοκίας και Μητροπολίτη Καισαρείας Βασίλειο, θέλοντας να χωρίσουν την Καππαδοκία σε δύο Μητροπόλεις, όπως θα ήταν και οι έπαρχοι. Όμως ο Άγιος έλεγε σε αυτούς με ταπείνωση ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί τη βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία και ότι δεν είναι πρέπον να χωρίσουν οι Μητροπολίτες, επειδή χώρισαν οι έπαρχοι.

Όμως εκείνοι δεν άκουσαν και χειροτόνησαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμο και άρπαξαν και το Ναό του Αγίου Ορέστου στους πρόποδες του Ταύρου. Αλλά με την υπομονή του Αγίου και τη δικαιοσύνη του Θεού, ο Άνθιμος τιμωρήθηκε και σύντομα ενώθηκαν και πάλι εκκλησιαστικά οι επαρχίες. Τότε λέγεται πως ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Βασίλειος, χειροτόνησε τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο Επίσκοπο, σε μικρή Επισκοπή που λεγόταν Σάσιμα.

—————————————————————–

Το κείμενο που ακολουθεί λέει τα πάντα για το ήθος και το φρόνημα του αγίου Βασιλείου. Χρόνια πολλά, καλή χρονιά σε όλους με τις ευχές του καππαδόκου αγίου μας , ο οποίος ασφαλώς και δεν έχει καμμία σχέση με το καλοταϊσμένο κακέκτυπο made by Coca cola! Και από τον διάλογο που ακολουθεί μεταξύ του Μεγάλου Βασιλείου και του πανίσχυρου μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα Μοδέστου, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία ονόμασε τον Άγιο Βασίλειο, «ΜΕΓΑ»!
Ζ.Η συνομιλία του με τον Μόδεστο
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: « Πως σκέφτηκες σύ, Βασίλειε – δεν τον ονόμασε επίσκοπο – και τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; Γιατί ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Και μάς πώς μάς θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε ημείς, που διατάζουμε αυτά; Πώς λοιπόν; Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να έχης φίλους και συντρόφους;
Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε ύπαρχοι και επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. Και θεωρώ σπουδαία τη φιλία σας, αλλά και ισάξια με τη φιλία των άλλων ανθρώπων που πιστεύουν. Γιατί δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ΄ αυτόν, αλλά από την πίστη.ΛΕΙΟΣ:
Στο σημείο αυτό ο ύπαρχος ταράχθηκε. Άναψε από το θυμό του. Σηκώθηκε από την έδρα του και με λόγια ορμητικά είπε:
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;
.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.
.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία σε μένα τον Ύπαρχο.
.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν΄ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε. Ημείς Ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλο άνθρωπο, γιατί τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε μάτια. Αλλά όπου πρόκειται για το Θεό και κινδυνεύει η πίστη, σ΄ Αυτόν μόνο αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες είναι για μας αυτά περισσότερο ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι΄ αυτό βρίζε, φοβέριζε, κάνε ό,τι θέλεις, χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούση την απάντηση αυτή και ο Βασιλιάς. Δεν θα υποτάξης, ούτε θα με πείσης να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν με απειλήσης με ακόμη τρομερότερα.»
Tα παραπάνω ας τα διαβάσουν κι αυτοί οι κατήγοροι της Εκκλησίας που λένε πως , δήθεν, η Εκκλησία του Χριστού, βασίστηκε στην κρατική εξουσία για να επικρατήσει ενώ η αλήθεια είναι ότι από τις αρχές τής ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Ορθόδοξη Εκκλησία διώχθηκε ακόμα και από «χριστιανούς» αυτοκράτορες».
.[Βασίλειος+Μέγας+3.jpg]
Η.Η Ουράνια Θεία Λειτουργία

Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος  Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.

Κάποτε, ο Διοικητής της Καισαρείας είχε αδικήσει χρηματικά μια χήρα. Και εκείνη προσέτρεξε στον Άγιο Αρχιεπίσκοπο, παρακαλώντας τον να γράψει επιστολή στον άρχοντα για να της αποδώσει το δίκιο της. Πράγματι ο Μητροπολίτης έγραψε στο Διοικητή και εκείνος απάντησε:

“Δια την αγάπη σου Πάτερ, θέλησα να τη συμπαθήσω, αλλά Δε μπόρεσα, διότι χρωστά πραγματικά χρήματα”. Και ο Μακαριώτατος Βασίλειος ανταπάντησε προφητικά:“Εάν μεν όπως λέγεις, θέλησες να τη συμπαθήσεις και δε μπόρεσες έχει καλώς. Εάν όμως μπορούσες και δε θέλησες, να φέρει και σένα ο Θεός στην τάξη των δεομένων, ώστε όταν έχεις ανάγκη να σε συμπαθήσουν, να μη μπορέσεις”.

Δεν πέρασαν από τότε πολλές ημέρες και τόσο οργίστηκε ο βασιλιάς με εκείνο τον άρχοντα-διοικητή, που έστειλε και τον συνέλαβαν και τον γυρνούσαν σιδηροδέσμιο από πόλη σε πόλη για να πληρώνει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε θυμήθηκε ο άρχοντας την πρόρρηση του Αγίου και τον παρακάλεσε να κάνει δέηση προς τον Θεό, για να τον λυπηθεί ο βασιλιάς. Και ο Άγιος τότε Βασίλειος, γεμάτος καλοσύνη, με μία μονάχα ευχή του προς το Θεό, ημέρωσε την καρδιά του βασιλιά και σε έξι μονάχα ημέρες από τότε, ήρθαν βασιλικά γράμματα που πρόσταζαν να ελευθερωθεί ο άρχοντας από την καταδίκη του!!!

Ι.Ο Δεσπότης και ο Ιερέας

Κάποτε ο Άγιος, θέλησε να παει σε μια πόλη την οποία υπηρετούσε κάποιος Ιερέας Αναστάσιος, ενάρετος και δίκαιος. Ο Ιερέας αυτός εκτός από την εγκράτεια και τη νηστεία που μεταχειριζόταν, είχε και σύζυγο, τη Θεογνωσία, την οποία καθόλου δε γνώρισε σαν γυναίκα επί σαράντα ολόκληρα χρόνια και την είχε ως αδελφή του! Οι άνθρωποι της πόλεως, χωρίς να ξέρουν, έλεγαν ότι είναι στείρα και δε γεννά παιδιά…

Αλλά και άλλη κρυφή αρετή είχε εκείνος ο Ιερέας, διότι φιλοξενούσε στο σπίτι του άνθρωπο ασθενούντα από λώβη (λέπρα!), τον οποίο περιποιούνταν και φρόντιζε αυτός και η πρεσβυτέρα του, χωρίς να το γνωρίζει κανένας!..

Όταν λοιπόν ξεκίνησε ο Άγιος Βασίλειος να πάει εκεί, ο Ιερέας Αναστάσιος το πληροφορήθηκε δια Πνεύματος Αγίου και είπε στην πρεσβυτέρα του:

“Αδελφή μου, εγώ θα πάω στον αγρό μας επειδή είναι ανάγκη. Σήμερα δε έρχεται ο Δεσπότης μας και την τάδε ώρα να εξέλθεις με θυμίαμα και λαμπάδες για να τον προϋπαντήσεις”!

Όταν λοιπόν βγήκε η Θεογνωσία, την ώρα που της είπε ο Αναστάσιος, έφτανε πράγματι και ο Αϊ Βασίλης και της είπε:

“Πώς έχεις κυρία Θεογνωσία”;

Αυτή εξεπλάγη στο άκουσμα του ονόματός της και απάντησε:

“Καλώς, Δέσποτα Άγιε”.

-“Πού είναι ο κύριος Αναστάσιος, ο πρεσβύτερος αδελφός σου”;

“Σύζυγός μου είναι Δέσποτα και έχει μεταβεί εις τον αγρό για να εργασθεί” απάντησε εκείνη.

“Αυτός ήλθε και είναι εντός της οικίας, μη στείλεις λοιπόν ανθρώπους να τον καλέσουν” την πληροφόρησε τότε ο Άγιος!

Όταν άκουσε λοιπόν η Θεογνωσία τις προφητείες του Αγίου, έπεσε στα πόδια του με δάκρυα λέγοντας:

“Εύχου υπέρ εμού της αμαρτωλής Δέσποτα Άγιε, διότι βλέπω σε σένα μεγάλα και θαυμαστά”!

Ευχήθηκε τότε για αυτή ο Δέσποτας Βασίλειος και ξεκίνησε για το σπίτι, όπου έξω από την πόρτα τον προϋπάντησε πράγματι ο Ιερέας Αναστάσιος. Και όταν κάθισαν, ζήτησε από αυτόν ο Αρχιεπίσκοπος να διηγηθεί τις αρετές του, για την ωφέλεια των παρισταμένων Χριστιανών.

“Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι Δέσποτα Άγιε, αποκρίθηκε ο Αναστάσιος. Ποια αρετή ζητάς από μένα; Τούτο δε λέγω στην αρχιερωσύνη σου. Ότι έχω δύο άροτρα και το μεν ένα εργάζομαι εγώ, το δε άλλο ο δούλος μου. Από το προϊόν κρατούμε όσο αρκεί για να περάσουμε το χρόνο και το υπόλοιπο το δίνουμε στους πτωχούς. Έχω δε και τη σύζυγό μου και δούλη σου η οποία με υπηρετεί”.

“Μην τη λες σύζυγό σου, είπε τότε ο Άγιος, αλλά να τη λες αδελφή σου, καθώς πράγματι είναι και πες μου και τις άλλες αρετές σου”.

“Καμιά αρετή δεν έχω Δέσποτά μου, απάντησε ο Ιερέας και είμαι έρημος πάσης αγαθοεργίας”.

“Σήκω και έλα μαζί μου” του ζήτησε τότε ξαφνικά ο Αϊ Βασίλης και τον οδήγησε στο κελί, όπου ήταν ο ασθενής λεπρός και του λεει: “Άνοιξε αυτή την πόρτα”.

“Μη μπεις Άγιε του Θεού, διότι ο τόπος είναι μολυσμένος” είπε ο Ιερέας.

“Και εγώ τέτοιο τόπο χρειάζομαι” απάντησε ο Άγιος και επειδή ο Πρεσβύτερος δε θέλησε να ανοίξει την πόρτα για να μη γίνει φανερή η αρετή του, δια μόνης της προσευχής του την άνοιξε ο Άγιος και αφού μπήκε μέσα είπε στον Αναστάσιο:

“Γιατί αποκρύπτεις από εμένα αυτό το θησαυρό”;

“Είναι οργίλος και οξύθυμος Δέσποτά μου και φοβήθηκα να σας τον παρουσιάσω μήπως σας πει λόγο κάποιο βλάσφημο”.

“Καλά αγωνίσθηκες για αυτόν επί τόσους χρόνους, αλλά άφησε και εμένα αυτή τη νύχτα να τον υπηρετήσω” είπε ο Άγιος και κάθισε μαζί με τον λεπρό όλη τη νύχτα προσευχόμενος θερμά προς το Θεό. Και ω του θαύματος! Το πρωί έβγαλε αυτόν από το κελί τελείως θεραπευμένο, χωρίς να έχει ούτε το ελάχιστο σημάδι της λέπρας!!!

ΙΑ.Ο Όσιος Εφραίμ και η στήλη πυρός

Τον καιρό εκείνο, ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος (εκ Συρίας) βρίσκονταν στην έρημο και ησύχαζε. Σαν άκουσε για τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρεκάλεσε το Θεό να του αποκαλύψει τι και ποιος είναι ο Βασίλειος. Είδε τότε στήλη πυρός, η οποία υψωνόταν μέχρι του ουρανού και άκουσε φωνή που έλεγε:

“Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πύρινη ταύτη στήλη, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος”!!!

Τότε χωρίς καθόλου να αμελήσει, παρέλαβε μαζί του διερμηνέα που γνώριζε την Ελληνική και τη Συριακή γλώσσα και πήγε στην Καισαρεία.

Ήταν τότε η εορτή των Φώτων και μπαίνοντας στην Εκκλησία ο Όσιος Εφραίμ, είδε τον Άγιο Βασίλειο ενδεδυμένο λαμπρά και πολύτιμα άμφια, να τελεί με μεγάλη παρρησία τη Θεία Λειτουργία και κατηγόρησε τον εαυτό του και είπε προς τον διερμηνέα “ματαίως κοπιάσαμε αδελφέ. Διότι αυτός, αν και εις τοιαύτη δόξα ευρίσκεται, δεν είναι καθώς τον είδα”…

Αυτά που έλεγε ο Όσιος Εφραίμ, τα πληροφορήθηκε ο Άγιος εκ Πνεύματος Αγίου και αφού κάλεσε ένα Διάκονο, του είπε να πάει στη δυτική θύρα της Εκκλησίας, θα βρει δύο Μοναχούς, τον ένα αγένειο ψηλό και λεπτόσαρκο, τον άλλο με μαύρη γενειάδα και να πει τότε στον αγένειο: “Να έλθεις στο Άγιο Βήμα, διότι σε καλεί ο πατήρ σου ο Αρχιεπίσκοπος”…

Πράγματι πήγε ο Διάκονος και αφού με το ζόρι διέσχισε το πλήθος, είπε προς τον Όσιο Εφραίμ τα λόγια του Βασιλείου. Τότε εκείνος δια του διερμηνέως απάντησε:

“Επλανήθεις αδελφέ, διότι εμείς είμαστε ξένοι και άγνωστοι. Πώς λοιπόν μας γνωρίζει ο Αρχιεπίσκοπος”;

Γύρισε ο Διάκονος πίσω στον Άγιο Δέσποτα και του τα ανέφερε, αλλά πάλι ο Άγιος τον έστειλε πίσω λέγοντάς του “πήγαινε και πες “Κύριε Εφραίμ, ελθέ στο Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος””.

Πήγε λοιπόν ο Διάκονος δεύτερη φορά και αφού ασπάσθηκε τα άκρα των ποδών του Οσίου του είπε τα λόγια του Αγίου Βασιλείου. Τότε ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος προσέφερε μετάνοια στο Διάκονο και είπε:

“Αληθώς στήλη πυρός είναι ο Μέγας Βασίλειος, αλλά τον παρακαλώ για να μιλήσουμε μόνοι μας στο σκευοφυλάκιο”.

Χάρισμα των γλωσσών

Όταν λοιπόν τέλειωσε η Θεία Λειτουργία, προσκάλεσε ο Άγιος Βασίλειος τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο και αφού τον ασπάσθηκε, συνομίλησε μαζί του για πνευματικά και θεία νοήματα και τον παρακάλεσε στο τέλος εάν έχει κάποιο ζήτημα κρυμμένο στην καρδιά του να το πει.

Τότε ο Όσιος Εφραίμ είπε δια του διερμηνέα:

Μία χάρη ζητώ από την αρχιερωσύνη σου, δούλε του Θεού”.

“Ό,τι επιθυμείς ζήτησε, αποκρίθηκε ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος, διότι πολλά σου οφείλω, για τον κόπο τον οποίο κατέβαλες για την ταπεινότητά μου”.

Είπε τότε ο Όσιος Εφραίμ:

Γνωρίζω, Δέσποτα Άγιε, ότι εάν παρακαλέσεις για κάτι το Θεό, σου το προσφέρει. (!!!) Επιθυμώ λοιπόν να παρακαλέσεις να μιλήσω στα Ελληνικά, διότι καθόλου δε γνωρίζω τη γλώσσα αυτή τη δική σας”.

Και απάντησε ο Άγιος Βασίλειος:

“Υπέρ τη δύναμή μου είναι το αίτημά σου πάτερ Άγιε και της ερήμου καθηγητά. Αλλά επειδή εζήτησες τούτο μετά πίστεως, ας δεηθούμε και οι δύο στο Θεό και είναι σε Εκείνον δυνατό να πραγματοποιήσει την επιθυμία σου. Διότι, καθώς λέγει ο Προφήτης Δαβίδ, (ο Θεός το) θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς”.

Αφού λοιπόν είπε αυτά, μαζί με το Όσιο Εφραίμ το Σύρο – που μιλούσε μέχρι τότε μόνο τη μητρική του γλώσσα, τα Συριακά – στάθηκαν για πολλή ώρα σε προσευχή και μόλις την τέλειωσαν, είπε ο Μέγας Βασίλειος μεγαλοφώνως:

Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος να είναι μαζί σου και λάλησε Ελληνικά”!!!

Και ευθύς ως είπε αυτό ο Άγιος, ο Αϊ Βασίλης, ω του θαύματος! Ανοίχθηκε το στόμα του Οσίου Εφραίμ και μίλησε Ελληνικά, όπως ακριβώς ο Άγιος Βασίλειος και όλοι οι Έλληνες Χριστιανοί!!! ( σημ. Όχι όπως οι λεγόμενοι Πεντηκοστιανοί, που λαλούν άναρθρες και ακαταλαβίστικες κραυγές και ανύπαρκτες λέξεις οι καημένοι και ζουν σε βαρύτατη πλάνη, αφού ούτε καν καταλαβαίνουν αυτά που λενε ακόμη και οι ίδιοι, ούτε γνωρίζουν καμιά απολύτως “άλλη” γλώσσα, αφού και για να μάθουν τα απλά αγγλικά πηγαίνουν σε φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών… Όμως Χάρισμα Γλωσσών όπως φαίνεται και εδώ και στο βίο του Αγίου Χριστοφόρου και στο βίο των Αποστόλων, σημαίνει ότι δίνεται στον άνθρωπο, τον Ορθόδοξο Χριστιανό, τον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δίνεται άλλη υπαρκτή γλώσσα τέλεια, όπως ακριβώς η μητρική γλώσσα και σε όλες της τις εκφάνσεις. Σκέψη, ομιλία, γραφή, συζήτηση, κατανόηση. Κάτι που είναι παντελώς άγνωστο και αδύνατο στις νεοπεντηκοστιανές αιρέσεις, που τα θύματά τους την ώρα της επήρειας του πονηρού πνεύματος, κράζουν ανύπαρκτα και ακαταλαβίστικα πράγματα)…

Η κάρτα του ουρανοπολίτη

Κήρυγμα κατά το αρχιερατικό συλλείτουργο για την εορτή του αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέου Πατρών.

*

Είναι τιμή και ευλογία να ομιλή κανείς σήμερα, αυτήν την ημέρα στον μεγαλοπρεπέστατο Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέου, στην ετήσια μνήμη του Πρωτοκλήτου Αποστόλου, ο οποίος είναι το καύχημα της πόλεως των Πατρών, αλλά και όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και μάλιστα να ομιλή ενώπιον πολυπληθούς εκκλησιάσματος, που αποτελείται από άρχοντες και αρχομένους, από τον ευλαβή λαό του  Κυρίου, σε αυτήν την ευχαριστιακή σύναξη, που συλλειτουργούν πλειάδα Ιεραρχών και Κληρικών.

Αυτήν την τιμή, την οποία αισθάνομαι δυνατά μέσα μου, την οφείλω, πέρα από τον Θεό και τον άγιο Ανδρέα και στον Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσόστομο, τον πολυαγαπητό εν Χριστώ αδελφό που μου ανέθεσε αυτήν την διακονία και ο οποίος είναι κόσμημα αυτής της Ιεράς Μητροπόλεως, αλλά και της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την σύνεσή του, την αγάπη του στον Θεό και την Εκκλησία, την κενωτική διακονία του και τον ιεραποστολικό του ζήλο. Τον ευχαριστώ εκ καρδίας.

1. Οι τρεις πορείες

Σκεπτόμενος την μεγάλη μορφή του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, αναλογίζομαι τις τρεις μεγαλειώδεις πορείες που πραγματοποίησε στην ζωή του. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν πορείες για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να εκφράσουν τα δίκαια αιτήματά τους. Και ο άγιος Ανδρέας έκανε τρείς μεγαλειώδεις πορείες, τις οποίες θα αναφέρω.

Η πρώτη πορεία του ήταν προς τον Τίμιο Πρόδρομο και μπορεί να τιτλοφορηθή αναζήτηση. Υπήρξε μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος ευρισκόμενος στην έρημο του Ιορδάνου, κήρυττε την μετάνοια, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έλευση της Βασιλείας του  Θεού. Έτσι, ο άγιος Ανδρέας ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που αναζητούσαν την έλευση του Χριστού. Είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. Στους Ψαλμούς του Δαυίδ είναι γραμμένο: «αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον, ζητούντων το πρόσωπον του Θεού Ιακώβ» (Ψαλμ. κγ’, 6). Ανήκε, λοιπόν, στην γενιά που αναζητούσαν τον Χριστό, για να τούς ελευθερώση από τις δύσκολες καταστάσεις στις οποίες ζούσαν.

Η δεύτερη πορεία του αγίου Ανδρέου ήταν από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στον Χριστό και μπορεί να χαρακτηρισθή ως εύρεση. Εδώ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Τίμιος Πρόδρομος. Ήταν ένας Προφήτης, που έζησε στο μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και  Καινής Διαθήκης, που είχε λάβει το Άγιον Πνεύμα από την κοιλία της μητέρας του, ενώ ήταν έξι μηνών βρέφος.

Αυτή η ανακάλυψη φαίνεται καθαρότερα στον λόγο που απηύθυνε ο Πρωτόκλητος Ανδρέας στον αδελφό του Σίμωνα-Πέτρο. Του είπε: «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιω. α’, 42). Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του Πρωτοκλήτου. Ο Αρχιμήδης όταν βρήκε έναν νόμο της φύσεως φώναξε σαν τρελός «εύρηκα, εύρηκα». Ο άγιος Ανδρέας δεν βρήκε έναν νόμο της φύσεως, αλλά τον δημιουργό της φύσεως, τον Χριστό. Έτσι, καταλαβαίνουμε ότι η αλήθεια δεν είναι «τι», πράγμα, αντικείμενο, δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, αλλά «τις», πρόσωπο και μάλιστα το πρόσωπο του Θεού. Κατά τον ιδεαλισμό η αλήθεια είναι μια ιδέα –«εν αρχή ην η ιδέα». Για τον υλισμό η αλήθεια είναι η ύλη –«εν αρχή ήν η ύλη». Για τον Χριστιανισμό η αλήθεια είναι πρόσωπο –«εν αρχή ήν ο Λόγος» (Ιω. α’, 1).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «τούτο το ρήμα ψυχής εστιν ωδινούσης την παρουσίαν του Σωτήρος και προσδοκώσης την άφιξιν άνωθεν και περιχαρούς γεγενημένης μετά το φανήναι το προσδοκώμενον». Άς προσέξουμε τα ρήματα «ωδινούσης» και «προσδοκώσης» ψυχής. Πρόκειται για έναν πόνο εσωτερικό, για μια γέννα, αλλά και για μια νοσταλγία. Γίνεται λόγος για σπέρμα πνευματικό που εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου και κυοφορεί πνεύμα σωτηρίας. Δεν ενδιέφεραν τον άγιο Ανδρέα επίγειες χαρές, αλλά ουράνιες προσδοκίες. Ωδινούσε για την έλευση της Βασιλείας των Ουρανών.

Στην πορεία αυτή του αγίου Ανδρέου εξαίρεται η σημαντική παρουσία του Τιμίου Προδρόμου. Ήταν ο Πνευματικός Πατέρας και διδάσκαλός του, αλλά δεν τον κράτησε για τον εαυτό του, δεν ήθελε να τον κάνη οπαδό του, αλλά του άνοιξε τον δρόμο για τον Χριστό. Είπε δε εκείνον τον εκπληκτικό λόγο: «αυτόν δεί αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι» (Ιω. γ’, 30). Ήθελε να εξαφανισθή μπροστά στην παρουσία του  Χριστού.

Η τρίτη πορεία του αγίου Ανδρέου είναι η πορεία από τον Χριστό προς τον Σταυρό και μπορεί να χαρακτηρισθή πορεία προς την δόξα. Μαθήτευσε τρία χρόνια κοντά στον Χριστό, έζησε την οδύνη του Σταυρού και την χαρά της Αναστάσεως του Χριστού, έλαβε το Άγιον Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής και στην συνέχεια εξήλθε σε όλον τον κόσμο για να κηρύξη το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού και αυτό το έκανε έως την ημέρα του μαρτυρίου του, εδώ στην Πάτρα.

Έτσι, ο άγιος Ανδρέας από την μικρή Παλαιστίνη εξήλθε σε ολόκληρο τον κόσμο, από μια μικρή επαρχία ταξίδευσε, με τα πενιχρά μέσα της εποχής εκείνης, στην Οικουμένη, από δουλοπάροικος που ήταν, αφού η Παλαιστίνη ήταν υπόδουλη στους Ρωμαίους, έγινε ελεύθερος εν Χριστώ και μαζί με τoυς άλλους Αποστόλους συνετέλεσαν στο να μεταμορφώσουν την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε χριστιανική αυτοκρατορία, που ανέδειξε έναν τέτοιο λαμπρό πολιτισμό.  Ο ίδιος δε ίδρυσε την Εκκλησία στο Βυζάντιο και γι’ αυτό θεωρείται ως ο προστάτης του  Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Διερωτάται κανείς: Ποιά ήταν η δύναμη του αγίου Ανδρέου και των άλλων Αποστόλων για να κάνουν αυτήν την μεγαλειώδη πορεία που συνδέεται με την αναζήτηση, την εύρεση και την δόξα; Ασφαλώς η πίστη στον Χριστό, που δεν είναι μια αφηρημένη ιδεολογία, αλλά σχέση και κοινωνία μαζί Του. Γιατί, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η πίστη είναι ενυπόστατη, «Χριστόν είναι φαμέν την ενυπόστατον πίστιν», και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η πίστη είναι «νόησις και όρασις καρδίας». Τελικά η πίστη είναι σχέση και κοινωνία με τον Χριστό.

Έτσι, ο άγιος Ανδρέας έκανε τρεις θαυμαστές πορείες. Η μία προς τον Προφήτη της μετανοίας, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, η δεύτερη προς τον Χριστό, τον εναθρωπήσαντα  Υιό και Λόγο του Θεού, και η τρίτη προς την Οικουμένη, την τότε κοινωνία, που οδήγησε προς την σταυρική θυσία και την ουράνια πολιτεία. Με αυτές τις πορείες, που είναι επαναστατικές, έγινε ουρανοπολίτης.

2. Η δική μας πορεία

Η περίπτωση του αγίου Ανδρέου υποδεικνύει σε μας να κάνουμε παρόμοιες πορείες σε δύο σημεία.

Το πρώτον είναι στο να βγούμε από την φιλαυτία μας και να οδηγηθούμε στην φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία. Αυτό ουσιαστικά έκανε ο άγιος Ανδρέας, αφού βγήκε από τον εαυτό του, αγάπησε τον Χριστό και στην συνέχεια αγάπησε όλον τον κόσμο.

Φιλαυτία είναι το κλείσιμο μέσα στον εαυτό μας, είναι η άλογη φιλία προς το σώμα μας, η κυριαρχία της ευδαιμονίας, η φυλακή στην αυτάρκειά μας. Αυτή είναι μια  φρικτή φυλακή και γεμίζει τον άνθρωπο με φοβία, ανασφάλεια, υπαρξιακό κενό, ψυχική και πνευματική μοναξιά, αλλά και μια ψυχική αναπηρία και υπαρξιακή αυτοκτονία.  Είπε κάποιος ότι κόλαση είναι το να είναι κανείς κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να τον περιβάλλουν από παντού παραμορφωτικά κάτοπτρα και να βλέπη συνεχώς τον εαυτό του. Έτσι, η κόλαση ταυτίζεται με την φιλαυτία, το να μην μπορή κανείς να δη πέρα από τον εαυτό του.

Η απελευθέρωση από την κόλαση της φιλαυτίας οδηγεί τον άνθρωπο στην φιλοθεΐα, δηλαδή στην αγάπη προς τον Θεάνθρωπο Χριστό. Τότε ο άνθρωπος εξίσταται από τον εαυτό του και ζει  για τον Χριστό, γεμίζει από αγάπη, πληρούται ο εσωτερικός κόσμος του από φως και ζωή. Το επόμενο δε βήμα είναι η φιλανθρωπία, δηλαδή η αγάπη για κάθε άνθρωπο, που είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Όποιος αγαπά τον Θεό αγαπά οπωσδήποτε και τον συνάνθρωπο, τον οποίο θεωρεί αδελφό του. Και είναι γνωστός ο πατερικός λόγος: «Είδες τον αδελφόν σου, είδες τον Θεόν σου», όπως είναι γνωστός και ο λόγος του οσίου Ισαάκ του Σύρου ότι η αγάπη είναι «καύσις καρδίας υπέρ πάσης κτίσεως».

Το δεύτερο σημείο που εξάγεται από την ζωή του αγίου Ανδρέου είναι ότι, όταν κανείς οδηγήται με την βοήθεια κάποιου Προφήτη προς τον Χριστό, ο οποίος είναι το φως και η ζωή των ανθρώπων, τότε λαμβάνει ζωή που είναι υπέρβαση του θανάτου και δεν φοβάται τίποτε, δεν διακατέχεται από φοβίες, είναι ελεύθερος απ’ όλα, δεν φοβάται ούτε τον θάνατο. Ο Χριστός είπε στους μαθητές Του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο άγιος Ανδρέας: « μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’, 28).

Μέσα από αυτήν την πίστη ο άγιος Ανδρέας αψήφησε τον θάνατο και έγινε παγκόσμιος, ουράνιος άνθρωπος, ατρόμητος εν Χριστώ. Ο Απόστολος Παύλος εξέφραζε αυτήν την κατάσταση γράφοντας: «πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’, 38-39). Είχε μέσα του τον  Χριστό και δεν τον διακατείχε κανένας φόβος.

Είναι θαυμάσιο το χωρίο της προς Διόγνητον επιστολής του 2ου αιώνος που εκφράζει την πίστη των πρώτων Χριστιανών. Μεταξύ των άλλων γράφεται ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ’ ως πάροικοι μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ’ υπομένουσιν ως ξένοι πάσα ξένη πατρίς εστίν αυτών, και πάσα πατρίς ξένη». Δηλαδή, οι Χριστιανοί έχουν πατρίδες, αλλά στην πραγματικότητα ζουν ωσάν να είναι πάροικοι, μετέχουν στην κοινωνική ζωή ως πολίτες, αλλά όλα τα υπομένουν ωσάν να είναι ξένοι. Κάθε ξένο τόπο τον θεωρούν πατρίδα τους, και την πατρίδα τους την θεωρούν ως ξένη. Άλλωστε, «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. γ’, 20). Και αυτό συμβαίνει γιατί, πάλι κατά την προς Διόγνητον επιστολή, οι Χριστιανοί «επί γης διατρίβουσιν, αλλ’ εν ουρανώ πολιτεύονται. Πείθονται τοις  ωρισμένοις νόμοις, και τοις  ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους». Δηλαδή, ζουν στην γη, αλλά πολιτεύονται στον ουρανό, υπακούουν στους νόμους της Πολιτείας, αλλά με την ζωή τους υπερβαίνουν τους νόμους.

Είναι εξόχως καταπληκτικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που λέγει ότι ο Χριστιανός δεν είναι απλώς «πολίτης» του κόσμου αυτού, αλλά είναι «οδίτης» προς το ουράνιο πολίτευμα. Και γράφει: « μη είπης έχω τήνδε την πόλιν και έχω τήνδε. Ουκ έχει ουδείς πόλιν. Η πόλις άνω εστίν. Τα παρόντα οδός εστίν». Δηλαδή, οι Χριστιανοί θεωρούν ως πραγματική τους πόλη τον ουρανό, ήτοι την μετοχή της δόξης του Θεού και διαρκώς πορεύονται προς  αυτήν την ένδοξη πόλη. Έτσι, στην πραγματικότητα είμαστε «οδίτες» προς την ουρανούπολη. Και αυτό συνδέεται με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ’, 14). Είμαστε «ουρανοδρόμοι» και «ουρανοπολίτες».

Παρά ταύτα, εμείς οι σύγχρονοι Χριστιανοί, τα νεώτερα αδέλφια τέτοιων μεγάλων αγίων και οικουμενικών διδασκάλων, αν καί έχουμε τέτοιους αγίους, όπως τον άγιο Ανδρέα, ζούμε πολύ φτωχά, είμαστε φοβισμένοι, φοβόμαστε κάθε μικρό εχθρό, ακόμη και την σκιά μας, είμαστε φυλακισμένοι στην φιλαυτία μας, κλεισμένοι μέσα στα στενά κελλιά του  εαυτού μας, διακατεχόμαστε από ανασφάλεια. Φοβόμαστε τον διπλανό μας, αφού τον κάθε άνθρωπο τον θεωρούμε απειλή της ύπαρξής μας, φοβόμαστε τον διάβολο, τον Αντίχριστο, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στους αγίους, γιατί όποιος συνδέεται με τον Χριστό και αγαπά τους αδελφούς του δεν μπορεί να φοβάται κανέναν, αφού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιω. δ’, 18).

Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος ενός λογοτέχνη που μιλά για τον σύγχρονο αγχώδη άνθρωπο και τον συγκρίνει με τον Φώτη Κόντογλου, τον γνωστό Χριστιανό καλλιτέχνη, ο οποίος εμπνεόταν από την αγάπη του Θεού. Γράφει:

« Στο δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σον τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια κι ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες: τούτος δεν θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή, πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα, του δόθηκε μια στάλα εφήμερη ζωή και την κάνει αθανασία… τα μάτια του λάμπουν κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: «Τή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» ή «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία…». Κι η πίκρα ξορκίζεται κι η γης μετατοπίζεται κι ο Κόντογλου, με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον παράδεισο».

Έτσι ζουν οι άγιοι, χωρίς φοβίες, χωρίς ανασφάλειες, αλλά με την δύναμη και την πληρότητα της ζωής. Με τον τρόπον αυτό αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής, αλλά με τον ίδιο τρόπο υπερβαίνουν θαρραλέα και τον φόβο του  θανάτου.

Αγαπητοί μου,

Πολλοί μας ρωτούν για την κάρτα του πολίτη που  ετοιμάζεται. Βεβαίως, θα αποφανθή για το θέμα αυτό η Ιερά Σύνοδος, όπως ήδη ασχολείται. Τα επίλεκτα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, μερικά από τα οποία είναι παρόντα σήμερα στην πανηγυρική αυτή θεία Λειτουργία, έχουν βαθειά αίσθηση της ευθύνης, διαθέτουν εκκλησιαστικό φρόνημα και ορθόδοξη συνείδηση και θα αποφανθούν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα για το  θέμα αυτό. Και  εμείς πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στην Ιερά Σύνοδο, δεν είμαστε «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’, 36).

Όμως, εκείνο που χρειάζεται επειγόντως είναι να λάβουμε « την κάρτα του ουρανοπολίτη». Οι άγιοι, όπως ο άγιος Ανδρέας, πορεύθηκαν την οδό προς την ουράνια πόλη, υπερβαίνοντας όλες τις  αντίξοες συνθήκες στην ζωή τους και μάλιστα αντιμετώπισαν, με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μια σιδηρόφρακτη ρωμαϊκή αυτοκρατορία που είχε σύμβολα ειδωλολατρικά και λάτρευε τον αυτοκράτορα ως θεό. Οι άγιοι έλαβαν την κάρτα του ουρανοπολίτη, έγιναν ουρανοπολίτες. Και εμείς πρέπει να τους μιμηθούμε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συνδεόμαστε με τον Χριστό, να χαραχθή το όνομα του Χριστού στην καρδιά μας, σύμφωνα με τον λόγο της Αποκαλύψεως « και είδον, και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών» (Αποκ. ιδ’, 1). Αυτό δε το όνομα του Αρνίου και του Πατρός του στο μέτωπο του πιστού Χριστιανού δηλώνει, κατά τον Αρέθα Καισαρείας, «ως τω θείω φωτί του  προσώπου αυτού του  θείου σφραγίζονται, δι’ ού τοις αντιτίμοις επί τούτου και ολεθρίοις δαίμοσι φοβεροί γίνονται». Τότε θα ισχύη ο λόγος του Ευαγγελιστού Ιωάννου: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω» (Α’ Ιω. δ’, 4).

Ζώντας αυτήν την εν Χριστώ ζωή στην Εκκλησία, δεν θα φοβόμαστε κανέναν, θα είμαστε ελεύθεροι εν Χριστώ, θα πορευόμαστε από την φιλαυτία στην φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, από το μικρό περιβάλλον στο οποίο ζούμε θα ανοιγόμαστε στην παγκοσμιότητα και  θα γίνουμε ουρανοπολίτες. Δεν θα βασανιζόμαστε από την «μένουσαν πόλιν», με όλα τα πτωτικά της φαινόμενα, αλλά θα εμπνεόμαστε από την«μέλλουσαν πόλιν» (Εβρ. ιγ’, 14) «ής τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός» (Εβρ. ια’, 10).–

Η «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» ΜΟΥ (Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου)


Δεν με ενδιαφέρει να αποστομώσω όσους με κατηγόρησαν για λαϊκισμό, κρίνοντας έτσι την απόφασή μου να αποποιηθώ τον μισθό μου, αλλά οφείλω να εξηγηθώ στους αδερφούς μου που φαντάστηκαν ότι διάλεξα τον τρόπο αυτό, προκειμένου να διακριθώ από εκείνους με την αλαζονεία της πτωχείας.

Η πράξη αποτελεί κραυγή αγωνίας μου σε μια κοινωνία που μας έριξε πλέον στο βούρκο της απαξίωσης. Εννοώ την ορθόδοξη ελληνική κοινωνία που δεν μας εκτιμά πια. Συγκεκριμένα, δεν εκτιμά τους επισκόπους, όχι τον «απλό παπά», όπως λέγεται και ξαναλέγεται.

Δεν το καταλαβαίνουμε ότι το ειδικό μας βάρος έχασε την πυκνότητά του; Θα τολμούσαμε να ρωτήσουμε, τι σημαίνει για τον Έλληνα του σήμερα, ο επίσκοπος ως πνευματικός θεσμός;

Δεν αισθανόμαστε ότι το πέρασμά μας αφήνει πίσω μας ένα συγκαταβατικό μειδίαμα; Είμαστε, όπως έλεγε ο Κλεμανσώ, σαν τον προστάτη ή σαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όταν είναι ήσυχοι, κανείς δεν ασχολείται μ’ αυτούς, όταν αρχίσουν να δημιουργούν προβλήματα, επιβάλλεται η αφαίρεσή τους.

Δεν βιώνουμε ότι οι χριστιανοί μας έρχονται στα γραφεία μας μόνο για διορισμούς ή μεταθέσεις; Συγγνώμη! έρχονται και για οικονομικά βοηθήματα, αφού είμαστε κάτοχοι αμύθητης περιουσίας! Κι όταν φύγουν από μας, επισκέπτονται χαρισματικούς φορείς για τα πνευματικά τους θέματα.

Δεν αφουγκραζόμαστε ότι μας βλέπουν σαν αναπόσπαστο μέρος του διεφθαρμένου κράτους καθώς συναγελαζόμαστε με άρχοντες και μεγιστάνες και κατά συνέπεια θεωρούμαστε συμμέτοχοι των πράξεών τους;

Δεν βαρεθήκαμε να «το παίζουμε» προϊστάμενοι ΝΠΔΔ και να προεδρεύουμε σε Δ.Σ., εκτιθέμενοι σε διενέργεια πλειοδοτικών-μειοδοτικών διαγωνισμών κ.λ.π. και χωρίς να διαθέτουμε καμία απολύτως εξειδίκευση πάνω σ’ αυτά;

Δεν διαπιστώνουμε στα μάτια των επίσημων συνομιλητών μας την ανοχή και στα μάτια των απλών ανθρώπων την υποψία;

Δεν εισπράττουμε από πολλούς, ότι θα προτιμούσαν να απουσιάζαμε από τη ζωή τους, μα, αν αυτό είναι αδύνατο, ας περιοριζόμαστε στο διακριτό μας ρόλο;

Δεν νιώθουμε ότι είμαστε αναγκαίοι μεν, αλλά λιγώτερο ενδιαφέροντες απ’ όσο νομίζουμε;

Δίπλα μας υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος νέων επιστημόνων, τεχνοκρατών, ανερχόμενων επιχειρηματιών, που δεν έχουν και δεν θέλουν να έχουν καμμιά σχέση με μας;Δεν ζούμε το θεολογικό και κοινωνικό επίπεδο του κλήρου μας;

Δεν αντιληφθήκαμε τον σκεπτικισμό που διακατέχει τους νέους γονείς όταν αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο να μας πλησιάσουν τα παιδιά τους, στο ιερό βήμα, στα κατηχητικά, στις κατασκηνώσεις;

Δεν μας προβληματίζει η εικόνα των μουχλιασμένων ενοριακών κέντρων αλλά και των θλιμμένων κατηχητικών σχολείων μας;

Δεν οσφριζόμαστε ότι η συμβολή μας στις τοπικές κοινωνίες είναι μόνο πολιτιστική και κοινωνική; Το πρώτο ερμηνεύεται σαν συντήρηση της σκουριασμένης Παράδοσης, εξαντλήθηκε όμως η θεματολογία μας, συγκινεί μόνο όσους αναπολούν τα νειάτα τους, μα, αφήνει παγερά αδιάφορες τις νέες γενιές. Το δεύτερο, η πολυδιαφημισμένη κοινωνική μας παρέμβαση, που μας καθιστούσε, μέχρι τώρα, αναγκαίο δεκανίκι του Υπουργείου Υγείας – Πρόνοιας, αρχίζει πλέον να εκτοπίζεται από την εισβολή στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που κοστίζει μεν αλλά έχει επαγγελματισμό.

Δεν μας ενοχλεί που στη Χώρα του 95% των Ορθοδόξων, δεν ζητείται ποτέ η γνώμη μας, για κανένα πνευματικό ζήτημα; Κι όταν η γνώμη μας αυθαίρετα εκφωνείται, τότε δεν θυμόμαστε, ότι την πληρώνουμε ακριβά με δημοσιοποίηση σκανδάλων μας;

Δεν παρακολουθούμε ότι στον μεγάλο παιδαγωγό του λαού μας, εννοώ την δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση, ως πνευματικοί άνθρωποι εμφανίζονται οι καλλιτέχνες; Κληρικοί προσκαλούνται για να ανεβάσουν το θερμόμετρο σε τηλεοπτικά παράθυρα κι όχι σε σοβαρούς ολιγομελείς διαλόγους.

Δεν μας θίγει η παρωδία του συν-εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας και των συμβουλών που μας παρέχουν οι πολιτικοί μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών; Και όταν έρθει η ώρα της φορολογίας, μας αντιμετωπίζουν σαν Εταιρεία. Δηλαδή, πέρασαν 2000 χρόνια δεν τους δώσαμε ακόμα να καταλάβουν τί είναι η Εκκλησία!

Δεν διαβλέπουμε ότι η ελληνική κοινωνία, αργά αλλά σταθερά, ύπουλα, σιωπηλά αλλά μεθοδικά, αποχριστιανοποιείται; Και ‘μεις μένουμε στους ναούς με γέρους και γριές, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι επηρεάζουμε το εκλογικό σώμα;

Δεν πάει ο νους μας στο ότι με τις σημερινές στατιστικές σταθερές, με τα κομπιούτερς αλλά και τις μισάνθρωπες ανώνυμες πληροφορίες μας, οι ενδιαφερόμενοι,  γνωρίζουν για μας περισσότερα οικονομικά και εσωτερικά μας, απ’ όσα φανταζόμαστε;

Δεν πληροφορηθήκαμε ότι τα δημοσιογραφικά συρτάρια είναι γεμάτα από λιβελλογραφήματα και φωτογραφίες, έτοιμα να συγκροτήσουν εκπομπές για να μας φιμώσουν όταν ο λόγος μας βλάπτει ή να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από ακανθώδη προβλήματά της; Ποιός από μας δεν άκουσε την φράση: «τα εκκλησιαστικά πουλάνε»; Μέχρι πότε θα είμαστε το μαξιλαράκι που θα απορροφά τους κραδασμούς των κυβερνητικών αδιεξόδων;

Δεν διακριβώνουμε την ειδοποιό διαφορά: μέχρι πρόσφατα απειλούμαστε με χωρισμό από την Πολιτεία, ενώ τώρα το ζήτημα τίθεται ως «επαναπροσδιορισμός» των σχέσεών μας;

Εξοβελίστηκε η παρέμβασή μας στην δημόσια Εκπαίδευση, καταστρέψαμε την εκκλησιαστική μας Εκπαίδευση, χάσαμε το Νοσοκομείο των Κληρικών που διαθέταμε, διαβλήθηκε η ηθική μας υπόσταση, αμφισβητήθηκε η διαχειριστική μας εντιμότητα, περιπαίχθηκε  ο προβληματισμός μας για τα εθνικά ζητήματα, πολεμείται η κοινωνική μας δραστηριότητα, σκανδαλίζουν τα άμφιά μας, συζητιούνται τα αυτοκίνητά μας, διατρανώθηκε ο δεσποτισμός μας έναντι των «απλών και αδύναμων παπάδων» μας.

Δεν τα ζήσαμε όλα αυτά; Δεν τα είδαμε; Δεν τα βλέπουμε;

Τί απαντήσαμε σ’ όλες αυτές τις μάχες που βιώνουμε; Πώς απαντήσαμε στα λάθη που πράξαμε;

Με την εμμονή μας στην σκουριά της Παράδοσης (Τυπικό, μετάφραση λειτουργικών κειμένων, ράσα), με την αδυναμία μας να αποτινάξουμε τον βυζαντινισμό (μίτρες, λιτανείες, ξύλινη γλώσσα, ραγδαίες υποκλίσεις, ατέλειωτα χειροφιλήματα, φήμες, προσφωνήσεις), με την φοβία μας να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια την ανθρωπότητά μας (φτάσαμε να μιλήσουμε οι ίδιοι για «κάθαρση»της Εκκλησίας μας).

Όλα αυτά αποδεικνύουν την δειλία μας να δοκιμάσουμε το βιώσιμο του Ευαγγελίου  στο σήμερα και το εφικτό, της κατά Χριστόν ζωής. Όλα αυτά αποδεικνύουν την απιστία μας στη δραστικότητα της Πίστεως.

Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος, όχι θράσος. Προσεκτικότητα, όχι προκλητικότητα. Αποφασιστικότητα, όχι σπασμωδικότητα.

Η αποποίηση του μισθού, πραγματική ή συμβολική, είναι ο διστακτικός, μοναχικός ανήφορος που θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα ξέφωτο αυτοπεποίθησης, απελευθέρωσης, αυτάρκειας, πληρότητας και εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Είναι αυτά που σαν όραμα τα χρειάζεται ο λαός μας σήμερα, προκειμένου να νιώσει, γιατί του είναι χρήσιμη η Εκκλησία του!