ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Του κ. Ιωάννη Καρδάση[1]

«Τα μεν άνω μόνον Θεού. Τα δε κάτω και ημών»

άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα μεγάλο πρόβλημα που απασχολεί την Πολιτική Θεολογία είναι οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Με το θέμα αυτό ασχολείται το Εκκλησιαστικό ή Κανονικό Δίκαιο. Από Ορθόδοξη άποψη οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησιαστικής και Πολιτικής εξουσίας δεν είναι αντίθετες, αλλά είναι διαφορετικές. Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι χαρακτηριστικός: «Ουκ επ’ ανατροπή της κοινής πολιτείας ο Χριστός τους παρ’ αυτού νόμους εισήγαγεν, αλλ’ επί διορθώσει βελτίονι», δηλ. «Ο Χριστός έφερε στον κόσμο τους δικούς Του νόμους, όχι για να ανατρέψει την συνηθισμένη πολιτική εξουσία, αλλά για να γίνει καλύτερη». Αντίθετα η Δυτική σκέψη ακολουθεί τον Ιερό Αυγουστίνο, που θεωρεί αντίθετες την Εκκλησία και την Πολιτεία. Αντιπροσωπευτικός τύπος (κατά τον Αυγουστίνο) είναι ο Άβελ για την Εκκλησία και ο Κάιν για την Πολιτεία (καλή – κακή). Συνέπεια αυτού είναι η δημιουργία του Παπικού Κράτους.

2. ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ — ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Από την εμφάνιση της Εκκλησίας παρουσιάσθηκε το πρόβλημα της σχέσης Της με την Πολιτεία. Αλλά και οι Χριστιανοί πολίτες έπρεπε να πάρουν μια θέση στις σχέσεις τους, όχι μόνο με τους άλλους πολίτες, αλλά και στις σχέσεις τους με την Πολιτεία. Η Αποστολική περίοδος ξεκινάει με την ίδρυση της Εκκλησίας επί της γης και περιλαμβάνει τους τρεις πρώτους αιώνες, τελειώνει δε με το τέλος του 3ουαιώνα. Κατά το διάστημα η Εκκλησία ήταν τελείως χωρισμένη από την Πολιτική εξουσία.

Στον ίδιο το Χριστό έθεσαν το πρόβλημα οι Σαδδουκαίοι. Πως το αντιμετώπισε; Δεν το αγνόησε, αλλά έφτασε στη ρίζα του και το έλυσε: «Απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22. 21). Ο Ωριγένης το ερμηνεύει αλληγορικά. Πρώτα θα παρα-δώσουμε το κακό στον Καίσαρα κι έπειτα το καλό στο Θεό.

Άλλη μια φορά ασχολήθηκε με το θέμα του φόρου. Στην απαίτηση του φοροεισπράκτο-ρα να πληρώσει φόρο, αντέτεινε ότι δεν υποχρεούται, αλλά τελικά τον πλήρωσε για να μη σκανδαλίσει (Ματθ. 17. 24—27). Σε μια άλλη περίπτωση αποσαφήνισε τη θέση της πολιτικής εξουσίας έναντι της θείας. Στον Πιλάτο απάντησε: «Ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ’ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν» (Ιω. 19. 11). Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία κατά τον ίδιο τον Χριστό προέρχεται από το Θεό.

Σχετική είναι και αναφορά Του περί της «Βασιλείας των Ουρανών». Στέλνει τους Αποστόλους με την εντολή: «Πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 10. 7). Αλλού συνιστά: «Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6. 33). Αλλά και στην Κυριακή Προσευχή το πρώτο μας αίτημα είναι: «Ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθ. 6. 9-13). Όταν δε ρωτήθηκε για τη Βασιλεία του Θεού απάντησε: «Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν» (Λουκ. 17. 21). Κι ο ληστής στο σταυρό παρακάλεσε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23. 42).

Ως προς την επίγεια βασιλεία, ο Χριστός αρνήθηκε δυο φορές να γίνει επίγειος βασιλιάς. Την πρώτη φορά, όταν ο διάβολος, θεωρώντας Τον άνθρωπο, άρχισε να Τον πειράζει: «Σοι δώσω την εξουσίαν ταύτην άπασαν και την δόξαν αυτών, ότι εμοί παραδέδοται, και ω εάν θέλω δίδωμι αυτήν. Συ ουν εάν προσκυνήσης ενώπιόν μου, έσται σου πάσα». Έλαβε όμως την αποστομωτική απάντηση: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά.γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Ματθ. 4. 6-8). Την δεύτερη φορά αρνήθηκε την επίγεια βασιλεία που του προσφέρθηκε από τον όχλο μετά το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων: «Ιησούς ουν γνους ότι μέλλουσιν έρχεσθαι και αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος» (Ιω. 6. 15).

Αλλά και για την πολιτική εξουσία διευκρίνισε: «Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών» (Μάρκ. 10. 42). Τον Ηρώδη, που ήταν φορέας της πολιτικής εξουσίας τον χαρακτήρισε αλεπού, δηλ. κατεργάρη: «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη» (Λουκ. 13. 32). Στις τρεις τελευταίες αυτές περιπτώσεις παρουσιάζεται ο Κύριος να χαρακτηρίζει την εξουσία καταπιεστική, πονηρή και δούλη του Σατανά.

Στη συνομιλία του με τον Πιλάτο κάνει σαφή διάκριση μεταξύ ουράνιας και κοσμικής εξουσίας. Έτσι, όταν ρωτήθηκε από αυτόν, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων, ο Κύριος απάντησε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (Ιω. 18. 36). Ο Ίδιος δε ανέχεται τη χρήση βίας από την πολιτική εξουσία. Αυτό φαίνεται στην αποστροφή προς τον Πέτρο να βάλει το μαχαίρι στην θήκη: «Ή δοκείς ότι ου δύναμαι άρτι παρακαλέσαι τον πατέρα μου, και παραστήσει μοι πλείους ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων;» (Ματθ. 26. 53).

Συμπερασματικά συνοψίζεται η διδασκαλία του Κυρίου πάνω στο θέμα των εξουσιών όπως ακολουθεί: 1. — Ο Χριστός είναι Βασιλιάς στη Βασιλεία του Θεού, την Εκκλησία, αυτή δε η εξουσία είναι διαφορετική από την πολιτική εξουσία. 2. — Οι Χριστιανοί είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, δηλ. της Εκκλησίας και επιδιώκουν την εγκαθίδρυση της βασιλείας αυτής στην γη. 3. — Η επίγεια εξουσία είναι δοσμένη «άνωθεν». 4. — Οι Χριστιανοί έχουν υποχρεώσεις έναντι της κοσμικής εξουσίας, τις οποίες οφείλουν να εκπληρώνουν. 5. — Ο Χριστός απέφυγε την ανάληψη πολιτικής εξουσίας, πράγμα που σηματοδοτεί την μη ανάληψη τέτοιας εξουσίας από τους ευρισκόμενους εις «τύπον και τόπον Χριστού», δηλ. τους Επισκόπους της Εκκλησίας. 6. — Επισημαίνονται οι καταδυναστεύσεις, οι καταπιέσεις και οι πονηριές της κοσμικής εξουσίας. 7. — Ανέχεται την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, ακόμη και εάν φθάνει μέχρι τη βία.

Αξιοσημείωτη ακόμη είναι η προτροπή του Προδρόμου για την μη κατάχρηση εξουσίας από τους εκφραστές της: «Μηδένα διασείσητε, μηδέ συκοφαντήσητε, και αρκείσθε τοις οψωνίοις υμών» (Λουκ. 3. 14). Ο ίδιος ελέγχει δημόσια την πολιτική εξουσία στο πρόσωπο του Βασιλιά Ηρώδη: «Ο δε Ηρώδης ο τετράρχης, ελεγχόμενος υπ’ αυτού περί Ηρωδιάδος της γυναικός του αδελφού αυτού και περί πάντων ων εποίησε πονηρών ο Ηρώδης, προσέθηκε και τούτο επί πάσι και κατέκλεισε τον Ιωάννην εν τη φυλακή» (Λουκ. 3. 19-20).

Στην Αποστολική εποχή οι Χριστιανοί αδιαφόρησαν για την υπάρχουσα εγκόσμια κατάσταση και επομένως και γιά τις σχέσεις τους με την Πολιτεία. Αντίθετα από ότι έκανε ο Χριστός, οι πρώτοι Χριστιανοί δεν πήραν θέση στα πολιτικά θέματα. Προσπαθούσαν να ζήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του Αντιχρίστου, διότι πίστευαν από στιγμή σε στιγμή θα έρθει ο Κύριος «εν δυνάμει». Δηλαδή πίστευαν ότι σύντομα θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Αυτή η σκέψη επηρέασε τους Χριστιανούς και στις σχέσεις τους με την Πολιτεία (τότε Ρωμαϊκή): «Ο Κύριος εγγύς· μηδέν μεριμνάτε, αλλ’ εν παντί τη προσευχή και τη δεήσει μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν» (Φιλιπ. 4. 6). Αλλά και αλλού αναφέρεται η «εγγύτητα»: «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. 9. 1) και «αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γενεά αύτη μέχρις ου πάντα ταύτα γένηται» (Μάρκ. 13. 30).

·        Αποτέλεσμα των ανωτέρω εσχατολογικών επισημάνσεων είναι η σχηματισθείσα την Αποστολική Εποχή αντίληψη, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να ζουν σαν ξένοι και παρεπίδημοι σ’ αυτή τη γη. ΟιΑπόστολοι Πέτρος και Παύλος είναι σαφέστατοι: «Αγαπητοί, παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους, απέχεσθαι των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής, την αναστροφήν υμών εν τοις έθνεσιν έχοντες καλήν, ίνα εν ω καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών, εκ των καλών έργων επο-πτεύσαντες δοξάσωσι τον Θεόν εν ημέρα επισκοπής» (Πέτρ. Α΄ 2. 11-12). «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13. 14).

Ενώ στην επίγεια πολιτεία οι Χριστιανοί είναι σαν ξένοι, είναι συμπολίτες με τους Αγίους. «Άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. 2. 19). Έτσι αποτελούν το εκλεκτό γένος: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (Πέτρ. Α΄ 2. 9) και θα βασιλεύσουν επί της γης: «Και εποίησας αυτούς τω Θεώ ημών βασιλείς και ιερείς, και βασιλεύσουσιν επί της γης» (Αποκ. 5. 10), οπότε θα δημιουργηθεί μια καινούρια κατάσταση: «Και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν» (Αποκ. 21. 1).

Προς τούτο οι Χριστιανοί είχαν δημιουργήσει μια κοινωνία με οικογενειακή αγάπη. Γι’ αυτό οι τακτικές συνεστιάσεις τους ονομάσθηκαν «Αγάπες». Στα Ιεροσόλυμα έφθασαν να ζουν με κοινοκτημοσύνη: «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πράξ. 4. 32). Η αγάπη λοιπόν είναι το νέο στοιχείο, που έφερε ο Χριστιανισμός στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και στις σχέσεις μεταξύ των μελών της Πολιτείας. Σ’ αυτές τις σχέσεις δεν πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση με το πνεύμα του κόσμου, αλλά με το θέλημα του Θεού: «Και μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθε τη ανακαινώσει του νοός υμών, εις το δοκιμάζειν υμάς τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12. 2). Γι’ αυτό, όταν ο Ρωμαίος Ανθύπατος Σέργιος Παύλος έγινε Χριστιανός, δεν του ζήτησε ο απ. Παύλος να εγκαταλείψει το αξίωμά του, αλλά να ανακαινιστεί πνευματικά (Πράξ. 13. 7-12). Το θέλημα του Θεού προσδιορίζεται σαφώς από τον ίδιο τον Κύριο: «Ουκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού» (Ιω. 17. 15), δηλ. «δεν σου ζητώ να τους πάρεις (τους Χριστιανούς) από τον κόσμο, αλλά να τους φυλάξεις από τον πονηρό».

Για την υποταγή των Χριστιανών στην κοσμική εξουσία (τότε στόν Ρωμαίο Καίσαρα) έχουμε πάμπολλες αναφορές. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές των Αποστόλων Παύλου και Πέτρου:

«Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ εστιν εξουσία ει μη υπό Θεού. αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισίν· ώστε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν. Οι δε ανθεστηκότες εαυτοίς κρίμα λήψονται. Οι γαρ άρχοντες ουκ εισί φόβος των αγαθών έργων, αλλά των κακών. Θέλεις δε μη φοβείσθαι την εξουσίαν; Το αγαθόν ποίει, και έξεις έπαινον εξ αυτής.Θεού γαρ διάκονός εστί σοι εις το αγαθόν. Εάν δε το κακόν ποιής, φοβού. ου γαρ εική την μάχαιραν φορεί.Θεού γαρ διάκονός εστιν, έκδικος εις οργήν τω το κακόν πράσσοντι. Διό ανάγκη υποτάσσεσθαι ου μόνον δια την οργήν, αλλά και δια την συνείδησιν. Δια τούτο γαρ και φόρους τελείτε. λειτουργοί γαρ Θεού εισιν εις αυτό τούτο προσκαρτερούντες. Απόδοτε ουν πάσι τας οφειλάς, τω τον φόρον τον φόρον, τω το τέλος το τέλος, τω τον φόβον τον φόβον, τω την τιμήν την τιμήν» (Ρωμ. 13. 1-7). «Υποτάγητε ουν πάση ανθρωπίνη κτίσει δια τον Κύριον. είτε βασιλεί, ως υπερέχοντι, είτε ηγεμόσιν, ως δι’ αυτού πεμπομένοις εις εκδίκησιν μεν κακοποιών, έπαινον δε αγαθοποιών….. πάντας τιμήσατε, την αδελφότητα αγαπάτε, τον Θεόν φοβείσθε, τον βασιλέα τιμάτε» (Πέτρ. Α΄ 2. 13-17).

«Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσαντες» (Εβρ. 13. 17).

«Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας, υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι» (Τιμ. Α΄ 2. 1-2).

«Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5. 29).

Τα τρία τελευταία κείμενα, είναι κείμενα «πολιτικής θεολογίας» των τριών πρώτων αιώνων, δηλ. κατά την περίοδο πριν από τη σύζευξη εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, και διδάσκουν τα εξής: 1. — Υποταγή στους Πολιτικούς Άρχοντες. Το ίδιο διδάσκει και η Π. Διαθήκη (Παροιμ. 24. 21-22). 2. — Ο Χριστιανός πρέπει να υποτάσσεται στους Άρχοντες για λόγους συνειδήσεως και όχι από φόβο. 3. — Η κοσμική εξουσία είναι εκ Θεού. Το ίδιο καταγράφεται και στην Π. Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 10. 4). 4. — Σκοπός της εξουσίας είναι να κρίνει με δικαιοσύνη τους πολίτες. 5. — Η πολιτική εξουσία είναι όργανο του Θεού και υπηρετεί το θείο σχέδιο για τον κόσμο και η πληρωμή των φόρων είναι θεμιτή. 6. — Ο αντίθετος στην πολιτική εξουσία είναι αντίθετος στη βουλή του Θεού 7. — Ο Άρχοντας εκτελεί τα καθήκοντά του με χαρά και όχι με γογγυσμό. 8. — Δεν υπάρχει φόβος στην πολιτική εξουσία από τους υπάκουους πολίτες. 9. — Η χρήση βίας από την πολιτική εξουσία είναι ανεκτή. 10. — Οι άρχοντες τιμώνται, αλλά δεν προσκυνούνται. 11. — Οι Χριστιανοί προσευχόμεθα για όλους εχθρούς και φίλους και επομένως και για τους Άρχοντες. 12. — Να μην εφαρμόζεται ο πολιτικός νόμος, εάν συγκρούεται με τον νόμο του Θεού.:

3. ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ — ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Τρεις αιώνες μετά την ίδρυση της Εκκλησίας, οι σχέσεις των Χριστιανών με την πολιτική εξουσία άλλαξαν εντελώς. Όχι μόνον έπαυσαν οι διωγμοί, αλλά ο διορισμός σε κρατικές υπηρεσίες γίνεται ισχύει μόνον γιά τους Χριστιανούς. Αρκεί να είσαι Χριστιανός για να καταλάβεις μια οποιαδήποτε θέση στην Αυτοκρατορική διοίκηση. Η «πολιτική θεολογία» απομάκρυνε την «πολιτική φιλοσοφία» του Αριστοτέλη και προσαρμόσθηκε άνετα στις ανάγκες και τα πολιτικά προβλήματα της νέας εποχής. Η Ρωμαϊκή περίοδος ξεκινάει από τις αρχές του 4ου αιώνα και λήγει στα μέσα του 15ου. Περιλαμβάνει την περίοδο από της συστάσεως του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, μέχρι την Άλωση της ΚΠόλεως από τους Τούρκους και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας, επί Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου.

·  Οι Πατέρες της περιόδου αυτής δεν αδιαφόρησαν για την πολιτική ζωή και την πολιτική εξουσία. Η περίοδος αυτή δεν είναι δημοκρατική περίοδος, ώστε ο πολίτης να έχει υπευθυνότητα, αλλά ήταν μοναρχία, όπου φυσικά ο πολίτης θεωρείται ανεύθυνος. Την περίοδο αυτή αρκετοί Πατέρες ασχολήθηκαν με το θέμα της πολιτικής εξουσίας και ανέπτυξαν την «πολιτική θεολογία». Καισαρείας Ευσέβιος (+339). Διαμορφώνει την σκέψη του μέλλοντος στην φιλοσοφία της Ιστορίας και στον ρόλο του Χριστιανού Αυτοκράτορα. άγ. Όσιος, επ. Κορδούης (+358). Σχολιάζει την εκκλησιαστική πολιτική του Μ. Κωνστα-ντίνου. άγ. Βασίλειος. αρχιεπ. Καισαρείας (+379). Παρουσιάζει την «πολιτική θεολογία» του και μιλάει για την πνευματική και ηθική αντίσταση. άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος (+389). Γράφει καθοδηγητικό λόγο προς τους πολιτευό-μενους. άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (+417). Αναφέρεται σε θέματα πολιτικής θεολογίας στον «Περί κενοδοξίας» λόγο του. άγ. Συνέσιος επ. Πτομεμαϊδος (+414). Έγραψε ειδικό έργο περί Βασιλείας. άγ. Ακάκιος επ. Αμίδης (+450). Εξαγόρασε από τους Πέρσες αιχμαλώτους των Ρωμαίων και τους ελευθέρωσε. άγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης(+435). Κατέλειπε θαυμάσιες επιστολές πολιτικής θεο-λογίας. Ιστορικός Σωκράτης (+540). Συνέγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία με πολιτικά γεγονότα. άγ. Θεοδώρητος επ. Κύρου (+458). Ερμήνευσε τον απ. Παύλο στο «Περί Εξουσίας» έργο του. Αγαπητός ο Διάκονος (+450). Έγραψε γιά τα καθήκοντα του Πολιτικού Άρχοντα. Τάφρων Γρηγέντιος (+500). Νομοθέτησε σαν Χριστιανός Ηγέτης. άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής (+662). Έγραψε «Περί αγαθού Βασιλέως». άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός (+749). Ασχολήθηκε με τους Πολιτικούς Άρχοντες και την σχέση τους με την Εκκλησία. Μέγας Φώτιος (+893). Συνέγραψε τα έργα «Ποιο είναι το έργο του Άρχοντα» και «Κατά-χρηση εξουσίας από τον Πολιτικό Άρχοντα». άγ. Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Πατριάρχης ΚΠόλεως (+925). Ασχολήθηκε με την πολιτική εξουσία και τον Πολιτικό Άρχοντα. άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος (+1022). Στα έργα του αναφέρεται στις σχέσεις των Πολιτικών Αρχόντων. άγ. Κύριλλος ο Φιλεώτης (+1110). Ασχολήθηκε με τον έλεγχο του Πολιτικού Άρχοντα. Νικηφόρος Βλεμμύδης (+1272). Έγραψε έργα Πολιτική Θεολογίας.άγ.Νικόλαος Καβάσιλας (+1371). Ασχολήθηκε με την Οικονομική Πολιτική.

Δεν ασχολήθηκαν μόνο μεμονωμένοι Πατέρες με τα θέματα της πολιτικής εξουσίας, αλλά και Σύνοδοι. Έτσι: Η Σύνοδος της Καρθαγένης (419) στον ΠΓ΄ Κανόνα της ζητεί από την πολιτική εξουσία βοήθεια, ώστε η εκκλησιαστική εξουσία (οι Επίσκοποι) να μπορούν να εμποδίζουν την αδικία που γίνεται από τους πλουσίους προς τους πτωχούς. Η ίδια Σύνοδος με τον ΡΙΕ΄ Κανόνα της θεσπίζει, ότι μπορεί Κληρικός να ζητήσει την επέμβαση του Βασιλέως, ώστε να κριθεί υπόθεσή του από Επισκόπους. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) στον Ζ΄ Κανόνα της απαγορεύει στους Κληρικούς να γίνονται Πολιτικοί Άρχοντες.

Είναι γνωστό, ότι ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας λατρευόταν σαν θεός, ταυτόχρονα δε κατείχε τον τίτλο του Αρχιερέα των ειδώλων, του Μέγιστου Αρχιερέα (Pontifex Maximus), ειδικά δε ο Μ. Κωνσταντίνοςαυτοανακηρύχθηκε Υπερεπίσκοπος (Episcopus Episcoporum). Οι Χριστιανοί άρχισαν να επηρεάζουν τις αντιλήψεις αυτές και έτσι μετά από πιέσεις του αγίου Αμβροσίου Μεδιολάνων, ο Αυτοκράτορας Γρατιανός αρνήθηκε τον τίτλο του Αρχιερέα των Ειδώλων (380).

·  Την περίοδο 4ου — 6ου αιώνα έχουμε Πατερικές και άλλες καταγραφές για τη «θεόθεν» εξουσία. Έτσι καταγράφονται οι εξής αναφορές: Κορδούης Όσιος προς Μ. Κων/ντίνο: «Ο Θεός σου έδωσε τη βασιλεία». Καισαρείας Ευσέβιος: «ο Αυτοκράτορας θα δυναμώσει τη μοναρχική του δύναμη, αν μιμηθεί το Θεό, αυτό όμως κατορθώνεται προσέχοντας το Θεό για πρότυπο διακυβερ-νήσεως των επιγείων» και «μάλλον δι’ ευχής αιτείσθαι τω επισκόπω καν εν τω παρόντι, καν εν τω μέλλοντι, της του Θεού δουλείας αξίω αυτώ φανήναι». Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ο Αυτοκράτορας «εικών ει του Θεού», «Χριστώ συνάρχεις, Χριστώ συνδιοικείς» και «αρχής ίδιον το ελεείν….. μίμησε τον Δεσπότην».. Ιουστινιανός, Αυτοκράτορας: «Με τη θέληση του Θεού κυβερνάμε μια αυτοκρατορία, που μας την έχει προσφέρει η θεία Μεγαλοσύνη και μόνον ο Θεός και ο Αυτοκράτορας, που ακολουθεί το Θεό, μπορούν να κυβερνήσουν με δικαιοσύνη». Μάξιμος ο Ομολογητής: Ο Άρχοντας «που είναι η βάση της πολιτικής εργασίας εκφράζει πιο πιστά την θεία θέληση και δίκαια έτυχε να κυβερνά τους ανθρώπους. Παρουσιάστηκε στ’ αλήθεια στην γη σαν δεύτερος Θεός». Λέων Ίσαυρος, Αυτοκράτορας: «Βασιλεύς και Ιερεύς ειμί και ο Θεός το κράτος της βασιλείας εγχειρήσας ημίν ως ηυδόκησε…..». Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «Ο Βασιλιάς, που εφαρμόζει τους νόμους, είναι ο έμψυχος νόμος».

Έτσι ο Αυτοκράτορας είναι τοποτηρητής του Θεού στη γη, διορισμένος από τον Χριστό και ο Θεός του δίνει το γόητρο και τον έλεγχο του κράτους. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται και στα νομίσματα, όπου ο Αυτοκράτορας στεφανώνεται από τον Χριστό ή την Παναγία και κρατάει τη σφαίρα με το σταυρό, σημάδι της οικουμενικότητας και σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της Ρωμαϊκής και Χριστιανικής εξουσίας στον κόσμο. Τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δείξει καλύτερα και με πιο εντυπωσιακό τρόπο στους λαούς και τα έθνη τις ιδεολογικές αρχές που τότε εμψύχωναν το Ρωμαϊκό κράτος. Η εξουσία δεν ήτανε οπωσδήποτε κληρονομική. Τις περισσότερες φορές ένας απλός πολίτης ή στρατιώτης με τις προσωπικές του ικανότητες γινόταν Αυτοκράτορας. Έτσι, ο Άρχοντας στέκεται τουλάχιστον με την ανοχή του λαού, διότι η κυριαρχία ανήκε στο λαό και ο λαός είχε εκχωρήσει την εξουσία στον Αυτοκράτορα. Η αντίληψη αυτή είναι παράλληλη με τη θεοκρατία και είναι υπόλειμμα της αντίληψης της ελληνοχριστιανικής σκέψης. Ο Ιερός Χρυσόστομος το θεμελιώνει χαρακτηριστικά. Ο Θεός, λέει, «τους Αρχοντας μετά των αρχομένων έστησε….. Όπου γαρ η της (Χριστιανικής) πίστεως ευγένεια….. ουδείς πολίτης, αλλ’ εις μιαν άπαντες αξιώματος αναβαίνουσιν υπεροχήν». Την μη κληρονομική βασιλεία υποστηρίζει και ο Μέγας Βασίλειος, θεωρώντας ότι τα παιδιά του Βασιλιά είναι απαίδευτα, έχουν μάθει στην κολακεία και την καλοπέραση και από την άλλη είναι παράλογη η εκλογή με κλήρο ή από το Δήμο και επιμένει στην αξιοκρατία. Το ίδιο και ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης δεν δέχεται το βασιλόπουλο, αλλά «τον βασιλικήν έχουσα ψυχήν».

Όσον αφορά την αξιοσύνη ή μη των Αρχόντων (Εκκλησιαστικών ή Πολιτικών) θαυμάσια το προσδιορίζει ο άγ. Αναστάσιος ο Σιναϊτης. «Οι άξιοι Άρχοντες προωθούνται στις πόλεις που τους αξίζουν, ενώ οι ανάξιοι, με παραχώρηση ή επιθυμία Θεού, προχειρίζονται στους ανάξιους πολίτες. Γι’ αυτό, αν δεις κάποιον ανάξιο και πονηρό Άρχοντα ή Επίσκοπο, μην απορήσεις και μη συκοφαντείς το Θεό, αλλά μάλλον μάθε και πίστευε, ότι παραδοθήκαμε σε τέτοιους τυράννους, που και η κακία τους ακόμη δεν είναι ανάλογη με το κακό που μας αξίζει». Ώστε ο Θεός προωθεί Άρχοντες (Εκκλησιαστικούς ή Πολιτικούς), ανάλογα με την ποιότητα των πολιτών. Στους καλούς πολίτες προωθεί καλούς Άρχοντες και στους κακούς παραχωρεί (ανέχεται) κακούς Άρχοντες.

Όσον αφορά τους Εκκλησιαστικούς Άρχοντες, ο Ιερός Χρυσόστομος κάνει σαφή διάκριση μεταξύ της διδασκαλίας του Άρχοντα αυτού και της ζωής του και εξηγεί, ότι το «μη κρίνετε, ίνα μη κριθείτε», ισχύει για τον τρόπο της ζωής και «ου περί πίστεως».

Βέβαια καταλήξαμε, η πολιτική του Αυτοκράτορα και οι ιδιοτροπίες του να διαμο-ρφώνουν τη μοίρα των εκατομμυρίων υπηκόων του και βλέπουμε πόσο είναι εύκολη η υπερβολή και η κατάχρηση της εξουσίας, όσο η φύση του ανθρώπου θα είναι η ίδια και απαράλλακτη. Χαρακτηριστική κατάχρηση εξουσίας, ηΑυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία κατάσχεσε παράνομα το κτήμα της χήρας και ο αυστηρός έλεγχός της από τον Ιερό Χρυσόστομο. Επίσης, ο επ. Μεδιολάνων άγ. Αμβρόσιος δημόσια έλεγξε τον πανίσχυρο Αυτοκράτορα Μέγα Θεοδόσιο για τις πολιτικές του πράξεις και του απαγόρευσε τη Θ. Κοινωνία, μέχρις ότου αυτός δημόσια εξεδήλωσε την μετάνοιά του.

Η αντίθεση ορισμένων Πατέρων στην εξουσία είναι χαρακτηριστική. Ο Μέγας Αθανάσιος αντιτάχθηκε στις αιρετικές αποκλείσεις του Μ. Κωνσταντίνου και του διαδόχου του Κώνσταντα, ο Μέγας Βασίλειοςαντιτάχθηκε στον Ουάλλη, ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσό-στομος στον Θεοδόσιο Β΄ τον Μικρό, ο Μάξιμος ο Ομολογητής στις αιρετικές θέσεις των Αυτοκρατόρων Ηράκλειου και Κώνσταντα. Ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός λέγει χαρακτηριστικά: «Στις σιχαμερές διαταγές του Βασιλιά δεν θα υπακούσει ο Χριστιανός».

4. Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Σταδιακά οι ιστορικές εξελίξεις ανάγκασαν τις δυο εξουσίες, Εκκλησιαστική και Πολι-τική, να συνεργάζονται και στην ουσία να αλληλοεπηρεάζονται. Χαρακτηριστική είναι η παρα-τήρηση τουΕκκλησιαστικού Ιστορικού Σωκράτη (+450): «Αν προσέξεις, θα παρατηρήσεις πως παράλληλα βρίσκονται χρονικά και αναπτύσσονται τα πολιτικά κακά και οι εκκλησιαστικές δυσχέρειες. Γιατί ή ταυτόχρονα θα βρεις να αυξάνουν ή τα μεν να ακολουθούν τις δε και άλλοτε προηγούνται τα εκκλησιαστικά και ακολουθούν τα πολιτικά, άλλοτε το αντίθετο. Έτσι ώστε δεν μπορείς να αποδώσεις την μεταξύ τους χρονική ακολουθία στη σύμπτωση, αλλά οι δικές μας αμαρτίες είναι αιτία και για την κατάπτωση και των δυο….. Κι αυτά από τότε που άρχισε να Χριστιανίζει η Πολιτεία».

·  Η σύμπλεξη των δυο εξουσιών ήταν τέτοια, που σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν εμπλοκές. Έτσι: Ο Μ. Κων/νος χαρακτήριζε τον εαυτό του Υπερεπίσκοπο (Episcopus Episcoporum) και ως «Επίσκοπο των εκτός της Εκκλησίας», δηλ. των εξωτερικών υποθέσεων της Εκκλησίας. Ο Ιουστινιανός Α΄ γράφει σε μια Νεαρά: «Μέγιστα των ανθρώπων τα δώρα Θεού, παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, Ιερωσύνη τε και Βασιλεία, η μεν της θείας υπηρετουμένη, η δε των ανθρωπίνων εξάρχουσά τε και επιμελλουμένη και εκ μιάς τε και της αυτής αρχής εκατέρα προϊούσα και τον ανθρώπινον κατακοσμούσα βίον». Ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος έλεγε «είμαι Ιερέας και Βασιλέας».

Συνεργάζονται λοιπόν οι δυο αυτές εξουσίες (ή πρέπει να συνεργάζονται), αλλά δεν ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους, γιατί διαφέρουν. Πρώτος ο Κορδούης Όσιος, εκκλησια-στικός σύμβουλος του Μ. Κων/νου, σε επιστολή του στον Αυτοκράτορα γράφει: «Μην ανακατεύεσαι στα εκκλησιαστικά. Ούτε να μας συμβουλεύεις (στα εκκλησιαστικά), αλλά μάλλον εσύ να μαθαίνεις γι’ αυτά από εμάς. Ο Θεός σου έδωσε την πολιτική εξουσία. Σε μας την εκκλησιαστική».

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει πιο καθαρά: «Ο Θεός έχει εμπιστευθεί στο Βασιλιά τα επίγεια, στον Ιερέα τα επουράνια. Στον Βασιλιά έχει εμπιστευθεί τα σώματα, στον Ιερέα τις ψυχές. Ο Βασιλιάς χαρίζει τα χρήματα. Ο Ιερέας καθαρίζει τα κατακάθια των αμαρτιών. Εκείνος αναγκάζει. Αυτός παρακαλεί….. Εκείνος χρησιμοποιεί υλικά όπλα, αυτός πνευματικά. Εκείνος πολεμάει τους βαρβάρους. Αυτός τους δαίμονες. Η Ιερωσύνη είναι πιο σεβαστή κι απ’ τη Βασιλική Αρχή….. Ο Ιερέας στέκει μεταξύ του Θεού και της ανθρώπινης φύσης, μας κατεβάζει τις θείες ευλογίες και ανεβάζει στον ουρανό τις προσευχές μας….. Γι’ αυτό και το κεφάλι του Βασιλιά ο Θεός το έβαλε στα χέρια του Ιερέα, διδάσκοντας ότι ο Ιερέας είναι ανώτερος πνευματικά του Πολιτικού Άρχοντα. Η Ιερωσύνη είναι τόσο ανώτερη απ’ τη Βασιλεία, όσο το πνεύμα απ’ την ύλη, όσο ο ουρανός απ’ τη γη και τα θεία από τα επίγεια».

Κατά τον ίδιο Παπέρα, η πολιτική εξουσία επιβάλλεται με τον φόβο και την ανάγκη, ενώ η εκκλησιαστική με την ελεύθερη συγκατάθεση και με την συμφωνία της γνώμης. Ο Πολιτικός Άρχοντας συλλαμβάνει τον μοιχό και τον τιμωρεί, του κόβει το κεφάλι, ενώ ο Εκκλησιαστικός δεν τον τιμωρεί, αλλά του κόβει το πάθος. Αλλά και στην διοίκηση υπάρχει διαφορά. Η πολιτική εξουσία είναι μοναρχία, η εκκλησιαστική είναι δημοκρατία (με το Συνοδικό σύστημα διοίκησης της Εκκλησίας).

Οι Άρχοντες μερικές φορές κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους και θέλουν να νομοθετήσουν και για την Εκκλησία. Αλλά, «ου Βασιλέων εστί νομοθετείν τη Εκκλησία», κατά τον Ιερό Δαμασκηνό. Ο ίδιος μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας αναφέρει αλλού: «Ου πείθομαι Βασιλικοίς κανόσι διατάττεσθαι την Εκκλησίαν, αλλά Πατρικαίς παραδόσεσιν εγγράφοις τε και αγράφοις».

Η ταύτιση μάλιστα Βασιλείας και Ιερωσύνης είναι χαρακτηριστική και προκύπτει π.χ. από τα Στοιχηρά Προσόμια του Εσπερινού της εορτής του αγίου Κωνσταντίνου, όπου καταγράφονται τα κάτωθι:«Ιερεύς τε χρισθείς και Βασιλεύς ελαίω, εστήριξας την Εκκλησίαν του Θεού».

Βέβαια ο Μ. Κωνσταντίνος ουδέποτε χρίστηκε Ιερέας. Αυτοανακηρύχθηκε, όπως αναφέρθηκε «Επίσκοπος των εκτός», επόπτης των θρησκευτικών πραγμάτων, ανώτατος Άρχων της Εκκλησίας (Ευσέβιος, βίος Κων/νου Δ΄, 24). Είναι εκπρόσωπος του Θεού επί της γης «της ουρανίου βασιλείας εικόνι κεκοσμημένος» (Ευσέβιος, Τριακονταετηρίς, Ι ΒΕΠΕΣ, τ. 24, σελ. 238), απόλυτος κυρίαρχος και λογοδοτεί μόνο στον Επουράνιο Αυθέντη. Aυτοανακηρύχθηκε δε «Επίσκοπος Επισκόπων» χωρίς αντίδραση της Εκκλησίας. Η πολιτική, ότι ο Αυτοκράτορας ενεργούσε ως «Επίσκοπος Επισκόπων», βρήκε κατοχύρωση στη θεωρία για εξουσία «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ», του παλιού εκείνου αγενεαλόγητου Άρχοντα, ο οποίος συγκέντρωσε στον εαυτό του ταυτόχρονα Βασιλεία και Ιερωσύνη. Τούτο επαναλήφθηκε με τονΑυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, ο οποίος επευφημήθηκε από την Σύνοδο Κων/πολης του 448 με τις λέξεις: «Πολλά τα έτη τω Αρχιερεί Βασιλεί» (ACO 2, 1,1,138,28), ο δε Αυτοκράτορας Μαρκιανός επευφημήθηκε στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο με παρόμοιες λέξεις, «πολλά τα έτη τω ιερεί, τω βασιλεί» (ACO, 2,1,2,157,29). Αυτή η θεώρηση έπαψε οριστικά να ισχύει μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Τα λόγια του Κορδούης Οσίου προς τον Βασιλέα Κωνστάντιο «μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, αλλά μάλλον παρ’ ημών συ μάνθανε ταύτα, σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρησεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε», τελικά έγιναν συνείδηση και πίστη της Εκκλησίας.

Οι σχέσεις Εκκλησιαστικών και Πολιτικών Αρχόντων στην πράξη ήταν διάφορες. Ήταν ανάλογες με το μέτρο του ήθους των προσώπων, ιδίως των εκκλησιαστικών. Ο κανόνας πάντως ήταν ο λόγος του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου: «Το μέτρο για κάθε πνευματική προστασία των πιστών απ’ τους Κληρικούς είναι η αδιαφορία του ατομικού συμφέροντος και η δράση για το συμφέρον των άλλων». Και ο Ωριγένης έλεγε: «Οι Πολιτικοί Άρχοντες κατακυριεύουσι, ενώ οι Εκκλησιαστικοί εξυπηρετούσι». Παραδείγματα έχουμε πολλά:

Η Σύνοδος της Σαρδικής (342) με τους Κανόνες Ζ΄ και Η΄ συνιστά στους Επισκόπους να βοηθούν τους αδικουμένους μεσιτεύοντας υπέρ αυτών με επιστολή προς τους Πολιτικούς Άρχοντες. Επίσης η Σύνοδος της Καρθαγένης (419) προτρέπει τον Αυτοκράτορα να ορίσει Έκδικο, που θα τον βοηθήσουν για να προστατεύσει τους πτωχούς «κατά της των πλουσίων τυραννίδος». Ο Μ. Βασίλειος έλεγε: «Την φιλία με τον Βασιλιά τη θεωρώ μεγάλο καλό, υπό τον όρο να βοηθάει στη προαγωγή της ευσέβειας, χωρίς όμως αυτή τη θεωρώ ολέθρια». Ο Αυτοκράτορας Μ. Θεοδόσιος διέταξε τον Επίσκοπο του Καλλινίκου να ξανακτίσει μια Συναγωγή, που ο Επίσκοπος ενθάρρυνε το ποίμνιό του να τη λεηλατήσει. Αναφέρθηκε παραπάνω η περίπτωση Μ. Θεοδοσίου και Μεδιολάνων Αμβροσίου, καθώς και της Ευδοξίας και Ι. Χρυσόστομο. ΟΠτολεμαϊδος Συνέσιος φέρθηκε με σθεναρή στάση στις αδικίες. Ο Μ. Φώτιος τοποθετεί τον Πατριάρχη στην ίδια θέση με τον Αυτοκράτορα. Λέγει πως είναι ο Πατριάρχης η έμψυχη και ζωντανή εικόνα του Χριστού, ενώ για τον Αυτοκράτορα λέγει πως πρέπει να είναι «εν ζήλω θείω διαβόητος», αλλά πουθενά δεν αναφέρει ότι είναι εικόνα Θεού. Στην Η΄ Οικουμενική (877) όρθιοι οι Συνοδικοί έψαλαν, «πολλά τα έτη στον υπερασπιστή της Ορθοδόξου Πίστεως….. είμαστε όλοι δούλοι του Αυτοκράτορα».

Σε ορισμένες περιπτώσεις Πολιτικοί Άρχοντες ζητούσαν συμβουλές από τους Εκκλησιαστικούς. ΟΠατριάρχης Αρσένιος αφόρισε τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο (1259) για αμαρτήματά του. Ο Αυτοκράτορας απομάκρυνε τον Πατριάρχη, αλλά τελικά γονυπετής ζήτησε συγγνώμη από την Σύνοδο. ΟΠατριάρχης Αθανάσιος Α΄ (1289) παρεμβαίνει στην κοινωνική πολιτική του κράτους, θεωρώντας την αυτοκρατορία σαν μοναστήρι του. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΒ΄ (1304), οι δε Πατριάρχες Νικόλαος Μυστικός και Μιχαήλ Κηρουλάριος, όταν παρενέβησαν σε καθαρώς πολιτικά θέματα, έχασαν τη λαϊκή υποστήριξη. Ορισμένες φορές όμως Κληρικοί ξεπέφτουν πνευματικά, γι’ αυτό ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης λέει: «Άλλοτε οι Ιερείς σωφρονίζουν τους Αυτοκράτορες, τώρα οι Ιερείς φοβούνται τον Αυτοκράτορα για τις απρέπειές τους».

Η ταύτιση εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας σε ένα και το αυτό πρόσωπο απαγορεύεται ρητά από τους Κανόνες της Εκκλησίας. Ο ΣΤ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων είναι σαφέστατος: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος κοσμικάς φροντίδας μη λαμβανέ-τω. Ει δε μη, καθαιρίσθω». Αλλά και άλλοι Κανόνες διαλαμβάνουν το αυτό. Ο Ζ΄ Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής απαγορεύει και το στρατιωτικό αξίωμα στους Κληρικούς. «Τους άπαξ εν Κλήρω τεταγμένους και μοναστάς, ωρίσαμεν μήτε επί στρατείαν, μήτε επί αξίαν κοσμικήν έρχεσθαι. Η τούτο τολμώντες….. αναθεματίζεσθαι». Ο δε Λ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων απαγορεύει την εκλογή Επισκόπου με τη βοήθεια Πολιτικού Άρχοντα.

Παραβιάσεις των κανόνων αυτών έχουμε σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικόςέγινε αντιβασιλέας, ο Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας (1347) έγινε επίτροπος στην αντιβασιλεία. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως υπήρξαν ταυτόχρονα εθνάρχες των Ορθοδόξων και κατ’ αναλογία και όλοι οι τοπικοί Επίσκοποι. Πρόσφατα η Ιστορία αναφέρει την ύπαρξη της ιδιότητας του Αντιβασιλέα στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό, καθώς και την διπλή ιδιότητα τουΑρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄ που ήταν ταυτόχρονα και Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, ότι έργο του Πατριάρχη κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο ήταν να παρακολουθεί την πνευματική ανάπτυξη της Αυτοκρατορίας, αλλά μόνον ο Αυτοκράτορας μπορούσε να δώσει την δύναμη του νόμου στις αποφάσεις του Πατριάρχη.

5. ΣΥΝΟΨΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Με την αναγνώριση και τον σεβασμό της Χριστιανικής Πίστης δημιουργούνται προβλήματα μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, καθότι η θεολογική σκέψη αρχίζει να επηρεάζει την πολιτική ζωή. Ο Αυτοκράτορας πρέπει να έχει πρότυπο το Θεό, αν και είναι εύκολη η κατάχρηση της εξουσίας, λόγω της αμαρτίας. Αλλά οι Χριστιανοί πιστοί εφαρμόζοντας τις επιταγές του Ευαγγελίου και των Πατέρων περιορίζουν την κατάχρηση.

Η πολιτική εξουσία, που την όρισε ο Θεός, είναι «έννομη επιστασία» και απαραίτητη, για να περιορίζει το κακό και να βοηθάει στο καλό. Ο Χριστιανός πρέπει να υπακούει στην πολιτική εξουσία, εφ’ όσον δεν είναι αντίθετη στο νόμο του Θεού, άλλως αντιδρά μέχρι θανάτου.

Τον κακό Άρχοντα δεν τον επιλέγει ο Θεός, αλλά τον ανέχεται, όταν ο λαός δεν ικανοποιείται με τους καλούς, ακριβώς για να εκτιμήσει ο ίδιος ο λαός την άσχημη συμπεριφορά του και να ζητήσει τον καλό Άρχοντα. Τόσο η πολυαρχία, όσο και η αναρχία στηλιτεύονται από τους Πατέρες.

Η Εκκλησία δεν είναι αντίθετη με την Πολιτεία και πρέπει να συνεργάζεται με αυτή, αλλά διαφέρουν σε πάρα πολλά. Οι Πολιτικοί Άρχοντες ενδιαφέρονται κυρίως για τα υλικά αγαθά και εξασκούν ενίοτε και τη βία, ενώ οι Εκκλησιαστικοί Άρχοντες ενδιαφέρονται κυρίως για τα πνευματικά αγαθά και χρησιμοποιούν την απόλυτη ελευθερία. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατή η συνύπαρξη των δυο αυτών εξουσιών σε ένα και το αυτό πρόσωπο. Αντίθετα οι Χριστιανοί πιστοί, που είναι ταυτόχρονα και πολίτες, πρέπει να εκπαιδεύονται και στην δημόσια και την πολιτική ζωή. Η δε «Βασιλεία του Θεού», η ιδεώδης πολιτεία, πρέπει να είναι ο κύριος στόχος για τους πολίτες που είναι ταυτόχρονα και Χριστιανοί πιστοί.

Πάνω από όλα όμως ισχύει ο ακρογωνιαίος λίθος, ότι κάθε εξουσία πρέπει να διέπεται από τους δικούς της νόμους. Η μεν Εκκλησιαστική εξουσία διέπεται από τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, οι οποίοι υπέρκεινται των νόμων της Πολιτείας, η δε Πολιτική εξουσία πρέπει να διέπεται από τους πολιτικούς νόμους, οι οποίοι δεν θα πρέπει να έρχονται σε σύγκρουση με τους θείους νόμους.

· Για την υπεροχή των Κανόνων της Εκκλησίας έναντι των πολιτικών νόμων έχουμε πολλές αναφορές.Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «Ει δε τις μαχόμενον τύπον τοις νυν ωρισμένοις προσκομίσοι, άκυρον τούτον είναι έδοξε τη Αγία πάση και Οικουμενική Συνόδω». Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «Οι ενδοξώτατοι Άρχοντες είπον: «Τω θειωτάυω Δεσπότη πάσης οικουμένης Μαρκιανώ, ήρεσε, μη κατά τα θεία γράμματα ή πραγματικούς τύπους τα των οσιωτάτων Επισκόπων προβαίνειν, αλλά κατά τους Κανόνες τους παρά των αγίων Πατέρων νομοθετηθέντας». Η Σύνοδος είπε: «Κατά των Κανόνων, πραγματικόν μηδέν ισχύσει. Οι Κανόνες των Πατέρων κρατείτωσαν. Και πάλιν δεόμεθα, ώστε αργήσαι αναντιρρήτως τα επί βλάβη των Κανόνων πραγματικά, πραχθέντα τισίν εν πάση επαρχία, κρατήσαι δε τους Κανόνας δια πάντων….. πάντες τα αυτά λέγομεν. Όλα τα πραγματικά αργήσει. Οι Κανόνες κρατείτωσαν….. Κατά την ψήφον της Αγίας Συνόδου και εν ταις άλλαις επαρχίαις απάσαις τα των Κανόνων κρατείτω». Μ. Φώτιος: «Οι τοις Κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισι». Και «Οι μεν γαρ, ήγουν οι Κανόνες, παρά Βασιλέων και των Αγίων Πατέρων εκτεθέντες και στηριχθέντες, ως αι θείαι Γραφαί δέχονται. Οι δε νόμοι, παρά Βασιλέων μόνον εδέχθησαν ή συνετέθησαν και δια τούτο ου κατισχύσουσι των Θείων Γραφών, ουδέ των Κανόνων».

Οι Ι. Κανόνες της Εκκλησίας λοιπόν υπέρκεινται των πολιτικών νόμων και επομένως αφού υπέρκεινται αυτών των τελευταίων είναι αδύνατον να συμβαίνει το αντίθετο, που αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση, δηλ. η Εκκλησία να διοικείται από πολιτικούς νόμους. Τούτο σαφέστατα προσδιορίζεται από τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, τον Ι. Δαμασκηνό: «Δεν δέχομαι η Εκκλησία να διοικείται με Βασιλικά διατάγματα, αλλά με τις παραδόσεις των Πατέρων, τις προερχόμενες από τις Άγιες Γραφές, καθώς και τις προφορικές».

6. ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

1. — Είναι γνωστό, ότι ο Απ. Παύλος κατά τα διάφορα ταξίδια του ανά την τότε «Οικουμένη» πέρασε από διάφορες ελληνικές πόλεις (Σαμοθράκη, Νεάπολη, Αμφίπολη, Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κόρινθο, Αθήνα, Μυτιλήνη, Σάμο, Κω, Ρόδο, κ.ά.), δίδαξε, έγραψε επιστολές, ίδρυσε εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες (Φιλίππων, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Αθηνών, Κορίνθου), όπως δε και άλλοι Απόστολοι (Πέτρος, Ανδρέας, Μάρκος, Ιάκωβος, Βαρνάβας, κ.ά.), αυτές δε οι δικαιοδοσίες που ίδρυσε αφορούσαν πόλεις και όχι κράτη. Έτσι στην ελληνική επικράτεια έχουμε επί παραδείγματι την Εκκλησία των Πατρών, που ίδρυσε ο Απόστολος Ανδρέας, την Εκκλησία της Κορίνθου που ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, την Εκκλησία των Θηβών, που ίδρυσε ο Απόστολος Λουκάς, την Εκκλησία της Κρήτης που ίδρυσε ο Απόστολος Τίτος, κ.ά. Πως λοιπόν και με ποιο δικαίωμα ανακηρύσσεται ιδρυτής της λεγόμενης Εκκλησίας της Ελλάδος (φυλετικής Εκκλησίας) ο Απόστολος Παύλος;

2. — Οι εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, οι οποίες επισφραγίστηκαν με τις 4 πρώτες Οικουμενικές Συνόδους είναι πέντε (η πενταρχία των Πατριαρχείων): Εκκλησία της Ρώμης, Εκκλησία της Κων/πολης, Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, Εκκλησία της Αντιόχειας, Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Μοναδική εξαίρεση εκκλησιαστικής αυτονομίας δόθηκε στην Εκκλησία της Κύπρου από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Παρατηρείται, ότι όλες οι Εκκλησίες αφορούν πόλεις και όχι κράτη και δεν είναι φυλετικές.

· 3. — Οι Μητροπόλεις που υπήρχαν αρχικά στην Ελλάδα ήτανε έξη συνολικά: Μητρόπολη Κορίνθου, με δικαιοδοσία στην Αχαΐα. Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με δικαιοδοσία στη Μακεδονία. Μητρόπολη Λάρισας με δικαιοδοσία στη Θεσσαλία. Μητρόπολη Γόρτυνας, με δικαιοδοσία στην Κρήτη. Μητρόπολη Νικόπολης, με δικαιοδοσία στην Ήπειρο και Μητρόπολη Δυρραχίου με δικαιοδοσία στη Β. Ήπειρο, υπάγονταν δε στην Εκκλησία της Ρώμης.

Η Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου υπάγονταν στην Εκκλησία της Κων/πολης. Από τον 8ο αιώνα οι ανωτέρω 6 μητροπολιτικές περιοχές αποσπάσθηκαν από την διοίκηση της Εκκλησίας της Ρώμης και υπήχθησαν με αυτοκρατορική διαταγή στην Εκκλησία της Κων-σταντινούπολης.

4. — Το 1833, με το Β. Δ. της 23 Ιουλίου, οι θιασώτες της εκκοσμικευμένης θεωρίας στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, μετέφεραν τα προτεσταντικά πρότυπα, όπου κυριαρχούσε η αρχή «cujus regio, ejus religio» (ούτινος το κράτος, εκείνου και η θρησκεία) και πέτυχαν την απόσχιση των Μητροπόλεων από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και τις υπήγαγαν στη μοναρχική εξουσία του Βασιλιά, δημιουργήσαντες την «Εκκλησίαν του Βασιλείου της Ελλάδος» με αρχηγό ένα Ρωμαιοκαθολικό, τόν Βασιλιά Όθωνα. Το μόρφωμα, στο οποίο δυστυχώς δέχτηκαν να μετάσχουν Αρχιερείς, επί 17 χρόνια τελούσε σε σχίσμα με την μητέρα Εκκλησία της Κων/πολης.

Δυστυχώς την ανωτέρω προτεσταντική αρχή ενστερνίζονται και υπερασπίζουν ακόμη και σήμερα έγκριτοι, υποτίθεται, Θεολόγοι διακηρύσσοντες: «Μία χώρα, ένα κράτος, μία Εκκλησία», προσπαθούν δε να το στηρίξουν σε Ι. Κανόνες (αλλά ποιούς;). Η επί αιώνες όμως εκκλησιαστική κατάσταση τους διαψεύδει. Η Εκκλησία της Κων/πολης ποιμαίνει τμήμα της Τουρκίας, την Εκκλησία της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, το Άγιον Όρος, τα κράτη της Αμερικής, την Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία, τα κράτη της Βορείου, Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης και τα κράτη της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτίου Ασίας. Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ποιμαίνει όλα τα κράτη της Αφρικής. Η Εκκλησία της Αντιόχειας ποιμαίνει επαρχίες της νοτίου Τουρκίας και τα κράτη της Συρίας, του Λιβάνου και της Αραβίας. Η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ποιμαίνει τα κράτη της Ιορδανίας και του Ισραήλ και είναι η ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή της Αρχιεπισκοπής Σινά, που βρίσκεται στο κράτος της Αιγύπτου. Η Εκκλησία της Ρωσίας ποιμαίνει τα κράτη της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν, του Ουζμπεκιστάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν, του Τουρκμενιστάν και της Μολδαβίας. Τα κράτη Τσεχίας και Σλοβακίας έχουν μια ποιμαίνουσα Εκκλησία. Πόθεν λοιπόν τεκμαίρεται η ανωτέρω διατυπούμενη αρχή; 5. — Το 1850 η Εκκλησία της Κων/πολης αναγνώρισε την έως τότε σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος, ως την «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος» με Συνοδικό Τόμο και με 7 κανονικούς όρους. Έτσι Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή καθορίζεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ως προκαθημένη αρχή, Πρόεδρος δε της Αρχής αυτής ορίστηκε ο «Ιερώτατος Μητροπολίτης Αθηνών», καθότι η Αθήνα αποτελούσε την πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους. Τούτο σημαίνει, ότι εάν δι’ οιανδήποτε λόγο η πρωτεύουσα μετατεθεί σε άλλη πόλη της ελληνικής επικράτειας, π.χ. στην Πάτρα, πρόεδρος της ΔΙΣ θα είναι ο Μητροπολίτης Πατρών. Οι Μητροπολίτες, όταν θα λειτουργούν στις επαρχίες τους θα μνημονεύουν «της Ιεράς ημών Συνόδου», ο δε Πρόεδρος της Συνόδου «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων:. Στα δε Δίπτυχα της Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος θα μνημονεύει του Οικουμενικού Πατριάρχου και των λοιπών Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων, καθώς και «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων». Ορίζεται επίσης ότι για τα γενικά εκκλησιαστικά θέματα η ΔΙΣ θα αναφέρεται προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα συμπράττει και θα παρέχει κάθε στήριγμα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Με τον Τόμο του 1850 αποκαθίσταται η κανονική τάξη στη νέα Εκκλησία και απελευθερώνεται αυτή από κάθε κοσμική εξουσία.

6. — Με τους νόμους Σ΄/10.7.1852 και ΣΑ΄/24.7.1852 τίθεται τέρμα στα περί μη αναμείξεως της κοσμικής εξουσίας στη διοίκηση της Εκκλησίας και ουσιαστικά επαναφέρονται οι διατάξεις του Β.Δ. της 23.7.1833. Οι προσπάθειες απαλλαγής της Εκκλησίας από τους δεσμούς της Πολιτείας με τον Καταστατικό Νόμο της 31.12.1923 δεν κράτησαν πάνω από 2 χρόνια, οπότε στις 26.9.1925 τροποποιήθηκε με νέον εναγκαλισμό της Εκκλησίας από την Πολιτεία, ο οποίος με διάφορους τρόπους συνεχίσθηκε μέχρι σήμερα, οπότε ισχύει ο νόμος 590/1977 «Περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

7. — Ο τίτλος του Προέδρου της Ι. Συνόδου ήταν «Μητροπολίτης Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος», τίτλος που δηλώνει την εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αργότερα (1923), ο τίτλος άλλαξε σε «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος», στη συνέχεια δε απαλείφθηκε η λέξη «Έξαρχος» και παρέμεινε ο τίτλος «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος». Αυτό δεν σημαίνει, ότι ο Αρχιεπίσκοπος είναι ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά είναι απλά ο Αρχιεπίσκοπος της επαρχίας των Αθηνών, δεν έχει δε το δικαίωμα παρουσίας σε άλλη Μητρόπολη χωρίς την άδεια του οικείου Μητροπολίτη.

8. — Σήμερα η λεγόμενη Εκκλησία της Ελλάδος είναι Ν.Π.Δ.Δ. και αποτελείται από δυο τμήματα. Το ένα τμήμα περιέχει τις Μητροπόλεις της «Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος» (συνολικά 44) και το άλλο τμήμα περιέχει τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου (συνολικά 36), οι οποίες δόθηκαν με την Πράξη του 1928 από την Εκκλησία της Κων/πολης με εντολή διοικήσεως «επιτροπικώς» και με ορισμένους όρους στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν επίσης η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης (με 8 Μητροπόλεις και Πρόεδρο της Ι. επαρχιακής Συνόδου τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης), οι 5 Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου με απευθείας εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η νήσος Πάτμος της οποίας Επίσκοπος είναι ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης και το αυτοδιοίκητο Άγιο Όρος με Επίσκοπο επίσης τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Από ένα σύνολο λοιπόν 95 εκκλησιαστικών επαρχιών, που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια, οι 44 μόνο ανήκουν αποκλειστικά στην αναγνωρισμένη από το 1850 «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος».

9. — Η «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος» είναι μια Εκκλησία, η οποία διοικείται με πολιτικούς νόμους και διατάγματα, κατά παράβαση των Ι. Κανόνων και των Πατέρων. «Ου πείθομαι βασιλλικοίς κανόσι διατάττεσθαι την εκκλησίαν, αλλά πατρικαίς παραδόσεσιν εγγράφοις τε και αγράφοις», δηλ. «δεν δέχομαι να διοικείται με διατάγματα η Εκκλησία, αλλά με τις παραδόσεις των Πατέρων, τόσο τις γραπτές, όσο και τις προφορικές» αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του «Προς τους διαβάλλοντας τας Αγίας Εικόνας». Αλλά και οι Οικουμενικές Σύνοδοι αλλιώς καθορίζουν τις σχέσεις Κανόνων και Νόμων, όπως αναφέρθηκε εκτενώς παραπάνω.

· 10. — Έτσι, ο αποκαλούμενος χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους από Ορθοδόξου εκκλησιαστικής πλευράς νοείται, ως η ανεξαρτησία της Εκκλησίας από τον εναγκαλισμό του Κράτους και η αυτοδιοίκησή της. Αυτό σε γενικές γραμμές σημαίνει: Η Εκκλησία ασχολείται με τα πνευματικά, ενώ το Κράτος με τα κοσμικά (διαφορετικότητα και διάκριση στα του Καίσαρα και στα του Θεού). Η Εκκλησία δεν διοικείται με πολιτικούς νόμους, αλλά με τους Ι. Κανόνες Της.

 


[1] Ο κ. Ιωάννης Καρδάσης είναι Χημικός — Οικονομολόγος, τακτικός αρθρογράφος του Ημερησίου και Περιοδικού Αθηναϊκού Τύπου, συγγραφεύς και συνεργάτης του Κέντρου Αγιολογικών μελετών «Όσιος Συμεών ο Μεταφραστής». Η εργασία του περί των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας δημοσιεύεται εδώ, διότι είναι εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα, εφ’ όσον το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας απασχολεί και σήμερα σοβαρώς τους πιστούς. Το κείμενο καταχωρείται σε μονοτονική μορφή γιά λόγους τεχνικούς.
Advertisements

Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης (Ἐγκωμιαστικοὶ Λόγοι)

Ἅγιος Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος,
Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον καὶ ἔνδοξον
μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸ σεβάσμιο ναό του.
1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸ βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸ θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, γιατὶ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη τοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

2. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Γιατὶ μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολὺ συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴ σύγκλητο. Στὴ συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδας. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.
3. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἅγιος τέτοια κήρυττε στὸ λαὸ στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξαπλωνόταν ἡ φήμη του σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτήν, τὸν συνέλαβαν οἱ διῶκτες τῆς ἀλήθειας καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τύραννο Μαξιμιανό. Ὁ ἅγιος ὅμως εἶχε λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν παρέμβαση τῆς θείας χάρης καὶ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ντράπηκε τελικὰ δὲν τὸν τιμώρησε, ἀλλὰ τὸν κατηγόρησε ὡς ἀχάριστο γιατὶ λησμόνησε βαθιὰ τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ πίστεψε στὸ σταυρωμένο Χριστό. Ἐκφράζοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κάποιες ἄλλες κολακευτικὲς μωρολογίες προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν πίστη του. Αὐτὸς ὅμως ἀντιστεκόταν σὰν ἀκλόνητος στύλος καὶ σὰν βράχος στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι στὰ χτυπήματα τῶν κυμάτων. ‘Ὅταν τὸν ρώτησε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ἂν ἐπιμένει νὰ πιστεύει στὸ σταυρωμένο Χριστό, ὁ ἅγιος του ἀπάντησε: «Μακάρι νὰ μποροῦσα, βασιλιά, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τὸν πείσω νὰ πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγαλομανία καὶ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐγὼ βέβαια εἶμαι ἕτοιμος στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου νὰ ὑποστῶ ὄχι μόνον ἕναν θάνατο, ἀλλὰ πολλούς, ἂν βέβαια αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπει ἡ φύση μου».
4. Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴ μεγάλη τόλμη τοῦ ἄνδρα καὶ κατάλαβε τὴν ἀκλόνητη ἀπόφασή του, ἔγινε θηρίο ἀπὸ θυμὸ γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο. Συγκράτησε ὡστόσο τὸ θυμό του γιὰ τὸ τέλος, γιατὶ ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέατρο καὶ τὸ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔφτασε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μὲ ἅμαξα. Διέταξε νὰ φρουρήσουν τὸ μάρτυρα σὲ μιὰ κάμαρα λουτροκαμίνου, ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ἀκόμη ἀνάψει, ὥσπου νὰ βρεῖ εὐκαιρία ἀπὸ τὰ μάταια θεάματα καὶ στὴ συνέχεια νὰ ὁδηγήσει τὸν ἅγιο σὲ ἐξέταση.
5. Τὸ θέατρο τῆς πόλης, ποὺ τὸ ἔλεγαν καὶ στάδιο, ἦταν κλεισμένο γύρω – γύρω μὲ σανίδες καὶ ὁρισμένα μάγγανα, ὅπου ὅσοι ἔμπαιναν, παρακολουθοῦσαν σὰν σὲ θέατρο, καὶ σκότωναν σὲ μονομαχία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν αἱμοχαρῆ βασιλιὰ μὲ τὸ νὰ χύνουν συχνὰ ἀνθρώπινο αἷμα.
6. Ὁ βασιλιὰς εἶχε ἀποκτήσει κάποιον μονομάχο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λυαῖο, πολὺ δυνατὸ καὶ μεγαλόσωμο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων καὶ ὁ ὁποῖος στὴ Ρώμη, στὸ Σέρμιο καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τόπους σκότωσε πολλοὺς ἀνθρώπους σὲ μονομαχία, καὶ ὁ βασιλιὰς θεωροῦσε θαυματουργὴ τὴν πολὺ μεγάλη του δύναμη καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸ φόνο καὶ κόμπαζε.
7. Ὅταν αὐτὸς στάθηκε στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ὁ βασιλιὰς καλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τοὺς κήρυκες ὑποσχόμενος χρήματα σ᾿ ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ μονομαχήσει μὲ αὐτόν, γιατὶ ὅλοι ἔτρεμαν ἀπὸ φόβο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὄψη καὶ τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.
8. Τότε λοιπὸν ἕνας νεαρὸς παρακινήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐναντίον αὐτοῦ του κακοποιοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Νέστορα, ποὺ ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καὶ γνωστὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τρέχει σ᾿ αὐτόν, στὸν τόπο ποὺ τὸν φρουροῦσαν, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας «Νὰ προσευχηθεῖς γιὰ μένα, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸ Χριστό. Γιατὶ θέλω νὰ μονομαχήσω πρόθυμα μὲ αὐτόν». Τότε ὁ ἅγιος σταύρωσε τὸ μέτωπο καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Νέστορος καὶ λέγει στὸν ἴδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, καὶ τὸ Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ θὰ μαρτυρήσεις γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ».
9. Καὶ αὐτὸς ἐξοπλίστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὰν νὰ φόρεσε θεῖο θώρακα, ἔρχεται τρεχάτος στὸ στάδιο, ἔβγαλε καὶ πέταξε κάτω τὸ χιτώνα του καὶ πηδώντας ἀπὸ τὶς βαθμίδες στάθηκε μπροστὰ στὸ βασιλιά. Αὐτὸς ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τόλμη τοῦ νεαροῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νεαρέ μου, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων σὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τόλμημα. Ἐγὼ βέβαια, ἐπειδὴ λυπᾶμαι καὶ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης σου, σοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ παραδέχομαι τὴ γενναιότητά σου καὶ φύγε κερδίζοντας καὶ τὴ ζωή σου καὶ τὰ χρήματα. Μὴν ἀντισταθεῖς ὅμως στὸ Λυαῖο, γιατὶ πολλοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο, πιὸ δυνατοὺς ἀπὸ σένα».
10. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Νέστωρ, οὔτε τὸ Λυαῖο φοβήθηκε γιὰ τοὺς ἐπαίνους, οὔτε ὑποχώρησε στὴ γενναιοδωρία τοῦ βασιλιά, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «βασιλιά μου, δὲν ἔχω ἔρθει σ᾿ αὐτὴ τὴ μονομαχία γιατὶ ἐπιθυμῶ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποδείξω σήμερα μπροστά σου πιὸ ἰσχυρὸ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸ Λυαῖο». Τότε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ σύνεδροί του γεμάτοι θυμὸ κατάλαβαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ Νέστορος καὶ ἐνθάρρυναν ὑπερβολικὰ τὸ Λυαῖο γιὰ τὴν ἐξόντωσή του.
11. Καὶ ὁ νεανίας τοῦ Θεοῦ ἐνισχύθηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πῆρε στὰ χέρια του τὸν ἀκινάκη, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ εἶπε «ὁ Θεὸς τοῦ δούλου σου Δημητρίου καὶ ὁ ἀγαπημένος γιὸς σου Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νίκησες τὸν ἐχθρὸ Γολιὰθ μὲ τὸν ἐκλεκτό σου Δαβίδ, ἐσὺ Κύριε νίκησε καὶ τούτη τὴ στιγμὴ τὴ δύναμη τοῦ Λυαίου». Ἔτσι λοιπὸν προσευχήθηκε καὶ πήδησε μέσα ἀπὸ τὰ μάγγανα καί, ὅταν ἔγινε ἡ συμπλοκή, ὁ Λυαῖος δέχτηκε καίριο χτύπημα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸ Νέστορα καὶ πέθανε ἀμέσως καὶ ἔφερε τὴν πιὸ μεγάλη στενοχώρια στὰ βασιλιά. Καὶ ὁ Νέστωρ δόξαζε τὸ Θεό, γιατὶ ὁ βάρβαρος σκοτώθηκε μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
12. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως τινάχτηκε μὲ θυμὸ ἀπὸ τὴν καθέδρα, καὶ συμπεριφερόταν στυγνὰ στοὺς αὐλικούς του λέγοντας «μὰ τοὺς θεούς, ἂν δὲν ἔγινε κάποια μαγεία, ἕνας μικρόσωμος νεαρὸς δὲν θὰ σκότωνε τὸ Λυαῖο, ποὺ ἔχει κάνει τόσα καὶ τέτοια κατορθώματα».
13. Τότε ὁ τύραννος κάλεσε τὸ Νέστορα καὶ τὸν ρώτησε λέγοντάς του «ἀπάντησέ μας, νεαρέ μου, μὲ ποιὰ μαγικὰ τεχνάσματα καὶ ποιοὺς συνεργάτες εἶχες καὶ σκότωσες τὸ Λυαῖο;». Ὁ Νέστωρ λοιπὸν πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε «οὔτε μὲ μαγεία, οὔτε μὲ μαγγανεία, ὅπως εἶπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ὁ Λυαῖος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου, ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του καὶ σκότωσε τὸ Λυαῖο μὲ τὸ χέρι μου, γιατὶ ἦταν μιαρὸς καὶ ἐγωιστής». Τότε λοιπὸν ὁ θεομάχος γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸ Νέστορα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, στὴ λεγάμενη Χρυσὴ πύλη, καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, γιατὶ ἦταν χριστιανός, καὶ ἔτσι λοιπὸν ὁ ἅγιος αὐτὸς νεανίας στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, στὶς εἰκοσιπέντε τοῦ Ὀκτωβρίου.
14. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς μεγαλομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βλέπει στὴν καμάρα ποὺ τὸν φρουροῦσαν νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆ ἕνας πελώριος σκορπιὸς ἕτοιμος νὰ τὸν πλήξει μὲ τὸ κεντρί του, μνημονεύει ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε πάνω σε φίδια καὶ σκορπιούς, ἔφτυσε τὸ σκορπιό, τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὸν ἐπέδειξε ἀμέσως νεκρό. Ἀμέσως τότε ἄγγελος Κυρίου πῆρε ἕνα θεϊκὸ στεφάνι καὶ στεφάνωσε τὴν κάρα τοῦ μάρτυρα, ἡ στέψη δὲν ἔγινε ἴσως γιὰ τὴ νέκρωση τοῦ σκορπιοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ ἁγίου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν μετὰ ἀπὸ λίγο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος «Εἰρήνη σὲ σένα, ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχεις θάρρος καὶ νὰ φανεῖς γενναῖος ἄντρας».
15. Τότε λοιπὸν ὁρισμένοι ἄρχοντες συκοφάντες κατηγοροῦν τὸ Δημήτριο στὸ βασιλιὰ ὡς αἴτιο τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἴδιος, ἔλεγε πὼς δὲν ἦταν καλὸς οἰωνὸς ἡ συνάντησή του μὲ τὸν ἅγιο στὰ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ βράζοντας ἀπὸ τὸ θυμό του ἐναντίον τοῦ μάρτυρα, διατάζει νὰ τὸν σκοτώσουν μὲ λόγχη, ἐκεῖ μέσα στὶς καμάρες, ὅπου τὸν φρουροῦσαν, πράγμα ποὺ ἔκαναν ἀμέσως μὲ πολλὴ γρηγοράδα οἱ δήμιοι χωρὶς λύπηση στὶς εἰκοσιέξι Ὀκτωβρίου.
16. Καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀθλητῆ ἦταν σύντομο καὶ χαλαρό, ὁ ἴδιος ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο ὄχι μόνο σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες καὶ μὲ περίπλοκα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεός, ἐπειδὴ δέχτηκε τὴ στιγμιαία σφαγὴ ὡς πολύχρονο μαρτύριο καὶ τὴ συντομία της ὡς διαρκέστερο μαρτύριο, τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴν πρόθεσή του καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ πολλὲς θαυματουργικὲς ἱκανότητες καὶ ἰαματικὰ χαρίσματα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἴδια ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγίου λειψάνου νὰ ἀναδίδει συνέχεια τὸ μύρο, σὰν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ὥστε πιὸ εὔκολα νὰ λιγοστεύει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, παρὰ νὰ λιγοστέψει ποτὲ ἐκείνη ἡ πηγὴ τοῦ μύρου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λοιπὸν ὁ γενναιόδωρος Θεὸς γνωρίζει νὰ ἀνταποδίδει τὴ δόξα σ᾿ ὅσους τὸν δοξάζουν.
17. Καὶ ὁ Λοῦπος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ μάρτυρα βλέποντας τὴ σφαγὴ τοῦ ἀφέντη του ἀποκομίζει σημαντικὸ κέρδος. Ἀφοῦ πῆρε λοιπὸν τὸ ὀράριο τοῦ ἁγίου καὶ τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὰ ἔβαψε μέσα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, ἐπιτελοῦσε μὲ αὐτὰ θεραπεῖες κάθε νοσήματος καὶ ἀπομάκρυνε τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐπειδὴ ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ἔφτασε μέχρι καὶ στὸ βασιλιά, ὁ ὁποῖος παθιασμένος ἀπὸ τὸ θυμὸ διέταξε νὰ σκοτώσουν καὶ τὸ Λοῦπο, τὸν ὁποῖο σκότωσαν στὸ λεγόμενο δημαρχεῖο τῆς πόλης τῆς Θεσσαλονίκης.
18. Τὸ καλλίνικο καὶ πανάγιο λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο ἀπὸ φόβο στὸ βασιλιὰ καὶ τοὺς διῶχτες. Τὴ νύχτα ὅμως, τὸ ἔκλεψαν ὁρισμένοι πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ χῶμα, ὅσο μποροῦσαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μιὰ πόλη, ποὺ βρίσκεται στὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄφησε νὰ κρυφτεῖ ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ ἔγινε ξακουστὸς σ᾿ ὁλόκληρη τὴ Μακεδονία καὶ τὴ Θεσσαλία ὁ ἅγιος μὲ τὰ θαύματά του δηλαδή, μὲ τὰ ὁποῖα νικήθηκαν οἱ αὐθάδειες τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ λαμπρύνονταν τὰ δόγματα τῆς ἄμεμπτης πίστης τῶν χριστιανῶν.
19. Τότε λοιπὸν ἕνα εὐσεβὴς καὶ ἔνδοξος ἄντρας, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λεόντιο, καὶ ἔγινε ὕπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πήγαινε στὴ χώρα τῶν Θρακῶν καὶ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια· τὸν ὁδήγησαν οἱ δικοί του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης μ᾿ ἕνα φορεῖο καὶ τὸν ξάπλωσαν πάνω στὸ ἰαματικὸ μνῆμα τοῦ μάρτυρα καὶ ἀμέσως ἔγινε ἐντελῶς καλά, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὕπαρχος καὶ ὅλοι οἱ γύρω του νὰ θαυμάζουν τὴν ταχύτατη βοήθεια τοῦ μάρτυρα, νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐγκωμιάζουν τὸ μάρτυρά του Δημήτριο.
20. Αὐτὸς λοιπὸν κατέστρεψε τὶς καμάρες τῶν καμινιῶν καὶ τὰ κτίσματα τῶν θερμῶν λουτρῶν καὶ καθάρισε ἐντελῶς τὸν τόπο ἀπὸ ὅλα τα ξύλα καὶ τὰ σκουπίδια, ἀνήγειρε πανέμορφο καὶ πάνσεπτο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἀνάμεσα στὸ δημόσιο λουτρὸ καὶ στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, τὸν ὁποῖο κόσμησε μὲ δαπάνη πολλῶν χρημάτων καὶ τὸν ἔκανε πολὺ λαμπρό. Αὐτὸς μέχρι καὶ σήμερα καμαρώνει σὰν ἐπίγειος οὐρανός, γιατὶ τὸν ἔχει κάνει ἔνδοξο ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, αὐτὸς φέρει πάντα τὴ θεοβρυτη λάρνακα τοῦ μύρου ὡς ἀνεξάντλητη πηγή, αὐτὸς ὑπάρχει παυσίπονο φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὰ διάφορα νοσήματα, αὐτὸς ἔχοντας ὡς ἀσυναγώνιστο οἰκοδεσπότη τὸν ξακουστὸ Δημήτριο δὲν θὰ φοβηθεῖ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων ἐχθρῶν, αὐτὸς πολλὲς φορὲς εἶναι ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ βρίσκονται αἰχμάλωτοι σ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἱερὸ ναὸ μαζὶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους καὶ ἀπὸ τὴ Συρία καὶ ἀπὸ ἄλλες βαρβαρικὲς χῶρες καὶ νὰ λένε ὅτι τοὺς ἁρπάζει ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ τοὺς διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι τὸ ναό του.
21. Καὶ ὄχι μόνο αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν βασιλιάδων εἶναι σύμμαχος αὐτὸς ὁ ἱερὸς ὁπλίτης, στὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ γεμάτος χαρὰ θὰ ἀπευθύνω λίγους χαιρετισμοὺς καὶ θὰ τελειώσω τὸ λόγο μου.
22. Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸ δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὸ στέφανο τῆς δικαιοσύνης.
Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴ λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ δέχτηκες τὴ λόγχη στὴ φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ εἶσαι μυημένος στὴ χάρη καὶ ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων καὶ πολὺ γρήγορος γιατρὸς τῶν διάφορων ἀσθενειῶν.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζὶ μὲ τὸ Γεώργιο καὶ τὸ Θεόδωρο, τοὺς συναθλητὲς καὶ συμμέτοχούς σου, τὸ τρισευτυχισμένο ὅπλο τῶν εὐσεβῶν βασιλιάδων μας, τὸ ξίφος τους μὲ τὶς τρεῖς αἰχμὲς ἐναντίον τῶν ἄθεων βαρβάρων, τὸ τριπλὸ τεῖχος τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, τὸ τρίσπαθο κάρφωμα στὴν καρδιὰ τῶν σκληρῶν ἐχθρῶν, τὸ τριστόλιστο στέμμα τῶν βασιλιάδων μας, τὸ τριπλὸ φῶς τῆς ὁδοιπορίας τοὺς μέρα καὶ νύχτα, τὸ τριπλὸ ὅπλο τοῦ ἐκφοβισμοῦ τους καὶ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ καὶ ἰσάριθμό της Τριάδος.
Χαῖρε, γιατὶ ἔχεις ἀξιωθεῖ τὴν ἀκατάπαυτη χαρὰ καὶ εἶσαι συνοδὸς τῶν πιστῶν βασιλιάδων. Καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω ὅτι νικιέται ἡ παράταξή μας σὲ περίοδο πολέμου. Ἀλλὰ δὲν ρίχνουμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἥττα στὴν ἀδράνεια αὐτῶν τῶν στρατηγῶν, ἀλλὰ οἱ καρποὶ τῶν κακῶν πράξεων κάνουν πιὸ ἰσχυρούς τους ἐχθρούς μας ἐναντίον μας. Πῶς λοιπόν, ἀναφέρει ὁ προφήτης, ἕνας θὰ καταδιώξει χίλιους καὶ δύο θὰ μετακινήσουν μυριάδες καὶ τὰ ἀκόλουθα.
23. Καὶ ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ Λεόντιος, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸν πανσεβάσμιο ναὸ τοῦ μάρτυρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγει στὸ Ἰλλυρικό, σκεπτόταν νὰ πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, γιὰ νὰ ἀνεγείρει καὶ ἐκεῖ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος ὅμως τὴ νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ὁρμή. Τότε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὴ χλαμύδα τοῦ ἁγίου καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὀράριο, ποὺ ἦταν βαμμένα κατακόκκινα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, κατασκεύασε ἀργυρὴ λειψανοθήκη, τὰ ἀπέθεσε μέσα σ᾿ αὐτὴν καὶ συνέχισε τὸ δρόμο του.
24. Ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν ποταμό, ποὺ τὸν λένε Δούναβι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θυελλώδη καιρὸ καὶ τὸ φούσκωμα τοῦ ὁρμητικοῦ ρεύματος, καθόταν καὶ περίμενε νὰ λιγοστέψει ὁ ποταμός, αὐτὸς ὅμως πιὸ πολὺ φούσκωνε, ἀντὶ νὰ λιγοστεύει. Καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου κάθε δειλία καὶ ἀπιστία, ἀνέβα πάνω στὸ πλοιάριό σου, πάρε στὰ χέρια σου τὴ σορὸ ποὺ φέρνεις μαζί σου καὶ πέρνα ἄφοβα τὸν ποταμὸ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία σου». Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, πέρασε ἀβλαβὴς τὸν ποταμὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπέθεσε τὴν ἁγία λειψανοθήκη μὲ τὰ ἁγιάσματά της, ἐκεῖ ὅπου ἔχτισε καὶ ἄλλον ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἁγίου Δημητρίου, δίπλα στὸ σεβάσμιο ναὸ τῆς καλλίνικου μάρτυρας Ἀναστασίας, ἀπ᾿ ὅπου ξεχύθηκαν πολλοὶ ποταμοὶ θαυμάτων. Ἀπὸ αὐτούς, Χριστὲ βασιλιά μου, ἀφοῦ μᾶς ποτίσεις, ὡς ποταμὸς τῆς εἰρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τὶς ψυχές μας μαζὶ καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ὑπηρέτη Σου καὶ μάρτυρα Δημητρίου καὶ τῆς ἄχραντης Θεοτόκου, γιὰ νὰ δοξαστεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ πανάγιο ὄνομά Σου, γιατὶ Σοῦ πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου πνεῦμα πάντοτε, καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες Ἀμήν.
Συμεών μοναχὸς καὶ φιλόσοφος,
Ἐγκωμιαστικὸς λόγος εἰς τὸν ἅγιον καὶ πανένδοξον μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
1. Φίλοι τοῦ μάρτυρα, σήμερα μᾶς συγκέντρωσε ὁ σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, ὁ ἀληθινὸς πολιοῦχος καὶ θερμοτατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τοὺς ἄθλους του σὲ πνευματικὸ συμπόσιο.
Ὅτι ἦταν λοιπὸν ξεχωριστὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ δύο πράγματα, στὴ γενιὰ καὶ τὴν εὐημερία τῆς φύσης, καθὼς καὶ στὴ σύνεση τῶν θείων καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπινων εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά, ποὺ τὸ δείχνουν καθαρά, ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν ὅμως καὶ στοὺς ἄθλους ἀσυναγώνιστος, τὸ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε.
Ποιὰ τιμὴ λοιπὸν τόσο μεγάλη καὶ ὑπέροχη, καὶ χοροστάσια μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλου του λαοῦ καὶ ἄσματα γεμάτα χάρη, τοῦ ἔχουν ἀποδώσει ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλιάδες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον;
Καὶ ἂν αὐτὰ ποὺ τελοῦμε ἐδῶ γιὰ τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἄθλους του, ποὺ ἔκανε γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀποδεικνύουν τόσο σπουδαῖο καὶ λαμπρό, πόσο σπουδαῖο θὰ τὸν ἀναδείξει ἡ εὐτυχία του στοὺς οὐρανούς;
Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι νικητὴς σὲ κάθε λόγο, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο ἀπορίας ἂν θὰ κατανικήσει καὶ τοὺς δικούς μας ἐπαίνους. Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἀποδειχτεῖ πολὺ περισσότερο ἄξιος θαυμασμοῦ, γιατὶ ὑστεροῦν ὅλοι λόγω τῆς ἀνωτερότητας τῆς δόξας του καὶ θὰ δοξαστεῖ περισσότερο, γιατὶ μειονεκτοῦν ὅλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.
2. Θὰ ἀδιαφορήσουμε λοιπὸν γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα ἂν καὶ ἔχουμε ἀνταποκριθεῖ πιὸ ἀργὰ ἀπὸ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε κατώτεροι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ὁμιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολὺ θὰ διστάσουμε, ὥστε νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάζουμε τιμοῦμε περισσότερό τους ἑαυτούς μας καὶ καθαγιάζουμε τὴ γλώσσα; Σὲ καμιὰ περίπτωση. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἀξία ἐκείνου καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του ἀποτελεῖ μεγάλη φιλοδοξία γιὰ ὅσους τὸν ἐπαινοῦν. Τόσο μεγάλη δόξα εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μάρτυρα.
3. Μιὰ καὶ ἔχω τονίσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ προοίμιο τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐξαιρετικὸς σὲ ὅλα καὶ πανένδοξος καὶ στὰ δύο, ἀπὸ ποῦ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ πλέξω τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων; Ἀπὸ ὅπου λοιπὸν καὶ νὰ θελήσουμε, θὰ βροῦμε εὔκολα πολλὰ καὶ σπουδαία καὶ δὲν θὰ παραχωρήσουμε γενικὰ (ἐνν. τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων) σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ τὰ πρωτεῖα, μέχρι ποὺ κανεὶς λόγος δὲν θὰ μὲ πείθει ὅτι δὲν καμαρώνουν οἱ μάρτυρες μὲ τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους, ποὺ ἀφιερώνονται σ᾿ αὐτούς, σὰν νὰ εἶναι δικοί τους.
Νὰ μιλήσει λοιπὸν κανεὶς γιὰ τὴ γενιά του, ποιὰ ἦταν, καὶ γιὰ τὴν οἰκογενειαά του καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ γιὰ τὴ στρατιωτική του δύναμη καὶ τὴν ἐπαγγελματική του σταδιοδρομία καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὸν κλῆρο, τὰ ὁποῖα κέρδισε μὲ ἀφθονία χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς δύο ζωές του, θὰ τραβοῦσε πολὺ μακριά, εἶναι κοπιαστικό, καὶ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐγκωμίου. Μὲ τὴν ἐξαίρεση ὅμως νὰ ποῦμε ὅσα θὰ ἔπρεπε, εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ σὰν ἕνας ἄλλος Ἰώβ, δὲν ἦταν βέβαια βασιλιάς, ὅπως ἐκεῖνος, τῆς Ἀνατολῆς ἢ τῆς Δύσης, γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ οἰκεία, ἀλλὰ ἦταν ἀνθύπατος τῶν δικῶν μᾶς βασιλιάδων καὶ τῆς συγκλήτου.
4. Πατρίδα του ἦταν ἡ Θεσσαλονίκη, ὁ ἔνδοξος τόπος μας χάρη σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, περισσότερο φημισμένη ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις, καὶ ὑπερέχει ἀπὸ ὅλες σὲ ὅλα, γιὰ ὅσα ἐγκωμιάζεται μιὰ πόλη, πολὺ περισσότερο ὅμως γιατὶ ἔχει πολιοῦχο τὸ μάρτυρα. Ἡ στρατιωτική του καριέρα καὶ τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξυμνεῖται ἡ ἐπίγεια φήμη, ὑπῆρξαν σ᾿ αὐτὸν λαμπρὰ καὶ σπουδαία, τοῦ φαίνονταν ὡστόσο ἀσήμαντα μπροστὰ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ προερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ τὴν αἰώνια δόξα. Γιατὶ μόνο τὸ Χριστὸ ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν πάνω ἀπ᾿ ὅλους καὶ τὸν κήρυττε σωστὰ καὶ μὲ σαφήνεια στοὺς συμπατριῶτες του.
5. Ὅπως πάντα καὶ τότε τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι τὸ διέλυε ὁ ἥλιος, ἔτσι καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς μανίας τῶν εἰδώλων, ποὺ ξερνοῦσε ἀπὸ τὰ μύχια του εἰδωλολάτρη Μαξιμιανοῦ, ποὺ κυβερνοῦσε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ὁ Δημήτριος τὸ διέλυε μὲ τὶς ἀστραπὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπειδὴ σκεφτόταν συνάμα μὲ σοφία καὶ σύνεση, ἀντάλλασσε τὸν πρόσκαιρο καὶ ἄθεο βασιλιὰ μὲ τὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο, καὶ γινόταν ἀπὸ ὕπατος ἀπόστολος καὶ ἀπὸ ἰλλούστριος γνώστης τῶν θείων μυστηρίων. Γιατὶ γνώριζε τὸ ἀνώτερο καὶ προοριζόταν μᾶλλον νὰ τὸν ρίξουν στοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ παρὰ στὰ ἀνάκτορα τῶν ἁμαρτωλῶν βασιλιάδων, ποὺ ἀποπνέουν ἀσέβεια.
6. Αὐτὴ ἡ μεγαλόπολη λοιπὸν τὸν εἶχε ὅπως τώρα δὰ καὶ τότε καὶ ὑπέρλαμπρο ἄστρο τῆς αὐγῆς ποὺ ὑπερεῖχε μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς εὐσέβειας τοῦ θείου καὶ νοητοῦ ἡλίου καὶ μὲ τὸ φεγγοβόλημα τῆς ψυχῆς, καθόλου κατώτερο ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ σώματος ποὺ ἦταν στὸ ἄνθος της καὶ ἀκτινοβολοῦσαν ἀπὸ πολὺ μακριά.
7. Καὶ ὁ Μαξιμιανὸς λοιπόν, Ἐρκούλιος στὴ γενιὰ καὶ στὴ συμπεριφορὰ συνάμα, ὁρμᾶ στὴν περιοχὴ τῶν Ἰλλυριῶν σὰν ἀπειλητικὸ σύννεφο, ποὺ φέρνει τὴν καταστροφή· γιατὶ ἦταν ἰσχυρὸς στὴν ἀσέβεια συνάμα καὶ στὴ σκληρότητα, κομπάζοντας καὶ μὲ ἄλλον τρόπο γιὰ τὴν τυραννία του, κυρίως ὅμως καυχιόταν μὲ τὶς νίκες τοῦ κατὰ τῶν Σαυροματῶν καὶ τῶν Γότθων. Μπαίνει λοιπὸν πρῶτα σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη καὶ παραμένει μὲ ἀλαζονεία καὶ μὲ κακία, δυναμώνοντας συνάμα καὶ κατοχυρώνοντας τὴν ἀσέβεια.
8. Καὶ ὅταν ξεχύθηκε στὴ Δύση σὰν μιὰ ὁμίχλη καὶ ἄγρια θύελλα καὶ αἰγυπτιακὸ σκοτάδι, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ περιγράφει λοιπὸν ἱκανοποιητικὰ τὶς συμφορὲς καὶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν χριστιανῶν; Ὁ λόγος εἶναι σύντομος καὶ ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ.
Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ μιλοῦσαν μὲ τόλμη γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ κατέφευγαν στοὺς ἀγῶνες, πέθαιναν μὲ διάφορα φοβερὰ βασανιστήρια, ὅσοι ὅμως λόγω τῆς ἀσθενικῆς φύσης φοβόντουσαν λίγο ἀκόμη τὴ δοκιμασία, κρύβονταν στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ἀνοίγματα τῆς γῆς.
Τότε λοιπὸν ὁ λαμπρὸς λυχνίτης τῆς εὐσέβειας Δημήτριος, ποὺ δὲν κρυβόταν ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στὸ κέντρο της, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἀποφεύγει τὸ μαρτύριο ἢ ἔχει δισταγμοὺς γιὰ τὸν ἀγώνα ἢ ἀπαρνιέται τοὺς κόπους (μὲ ποιὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, αὐτὸς ποὺ ἔκανε πολλοὺς μάρτυρες μὲ τὶς σοφές του παραινέσεις), ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει περισσότερους στὸ Χριστὸ μὲ τὴ διδασκαλία, διοχέτευε πλούσια σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν τὸ θεῖο φωτισμό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ κρυφτεῖ ὁλόκληρο τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸ μόδι.
Γιατὶ σὲ κάθε μέρος ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴ μανία τῶν εἰδώλων καὶ ὑπηρετοῦσαν τοὺς κυβερνῆτες τῆς ἀσέβειας, ὠμὰ καὶ χωρὶς ἔλεος γύριζαν παντοῦ καὶ ἔψαχναν τὰ πλήθη τῶν χριστιανῶν, γεμίζοντας χαρὰ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ σὰν νὰ χόρταιναν ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὸ μιμούμενοι τὴν αἱμοβόρα διάθεση τῶν δαιμόνων, ποὺ λάτρευαν οἱ ἴδιοι.
9. Καὶ γιατὶ πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸ λόγο; Σ᾿ αὐτὸν τὸν πανένδοξο Δημήτριο φτάνουν πιὰ μὲ ὁρμὴ σὰν ἄγρια θηρία στὶς ὑπόγειες στοές, ὅπου κρυβόταν, καὶ μὲ μεγάλη χαρά, γιατὶ τάχα πέτυχαν τὸ πιὸ σπουδαῖο θήραμα καὶ ἀπέδωσαν μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη στὸ Μαξιμιανό, ἔσυραν ὀδηγώντας ὡς ὑπεύθυνο τὸν ἀνεύθυνο.
10. Ἀλλὰ αὐτοὶ συνέλαβαν τὸν ἅγιο καὶ πήγαιναν βιαστικὰ μὲ μεγάλη χαρὰ στὸ βέβηλο καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς Μαξιμιανὸς ποὺ διασκέδαζε μὲ τὴν εὐμένεια τῶν ὑπηκόων του καὶ ἔκανε διασκέδαση ὁλόκληρη τὴ ζωή του, πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο τῆς πόλης, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὰ πένταθλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἱ ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, καὶ τὰ ὁποῖα μακάρι νὰ μὴν εἶχαν ὀνομασία, οὔτε νὰ ἦταν γνωστά, στὴν πραγματικότητα ὅμως, γιατὶ χαιρόταν μὲ τὶς αἱματοχυσίες καὶ ἱκανοποιοῦνταν μὲ τὸ φόνο τῶν ἀνθρώπων.
Ὑποστήριζε λοιπὸν πολὺ κάποιον Λυαῖο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων, ὁ ὁποῖος ὑπερίσχυε ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους καὶ στὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμη τοῦ σώματος καὶ διέτρεχε μὲ μεγάλη πείρα μέσα ἀπὸ τὶς σανίδες τῶν μαγγάνων, καὶ ὁ ὁποῖος ὅταν συμπλεκόταν μὲ πολλοὺς σὲ ἀγῶνες, πολλοὺς μέσα ἀπὸ τέτοια μονομαχία τοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο.
Καθὼς λοιπὸν αὐτὸς πήγαινε μὲ σκοπὸ νὰ παρακολουθήσει τέτοια θεάματα καὶ εἶχε προετοιμαστεῖ ἐντελῶς γιὰ τὸ θέατρο, τὸν συνάντησε ὁ σπουδαῖος Δημήτριος, καθὼς τὸν ὁδηγοῦσαν σ᾿ αὐτόν.
11. Τώρα ὅμως ὁ λόγος γίνεται γεμάτος ἀγωνία, γιατὶ ἔφτασε στὸ σπουδαιότερο μέρος τῶν ἀγώνων τοῦ στεφανωμένου μάρτυρα. Μὲ ποιὸν τρόπο λοιπὸν θὰ περγράψω ἀντάξια εἴτε τὸ θράσος τοῦ τυράννου εἴτε τὴ σταθερότητα τοῦ ἁγίου; Αὐτὸς πήγαινε πάνω στὴν ἅμαξα μὲ μεγάλη ἔπαρση καὶ φούσκωνε σύμφωνα μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Φαραώ, σὰν ἄλλος Αἰγύπτιος, βλασφημώντας τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξαπολύοντας ὑβριστικὰ λόγια κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὅσοι προπορεύονταν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν δυνάμωναν τὸ βόρβορο τῆς θρασύτητας καὶ φούντωναν τὴ φλόγα τῆς ἀλαζονίας.
Καὶ αὐτὸς ὁδηγοῦνταν μὲ χαμηλωμένα μάτια, ὅπως ὁ Χριστός μας στὸ παρελθὸν στὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Πιλάτο ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο νὰ κοιτάξει μὲ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα τοῦ μαρτυρίου τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ μὲ τοὺς σωματοφύλακές του ἀπηύθυνε αὐτὲς τὶς ἄθεες καὶ ἀσεβεῖς ἐρωτήσεις, δηλαδὴ ἂν εἶναι χριστιανὸς καὶ ἂν τὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι καὶ δὲν ἔχει ἀλλάξει τὸ χαρακτήρα του.
Καὶ αὐτὸς δείχνοντας τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ψυχή, γεμάτα χάρη καὶ λαμπρότητα μὲ καθαρὴ καὶ γεμάτη σύνεση φωνή, συντάραξε τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀσεβοῦς. Καὶ εἶπε «δὲν ἤθελες ἐσὺ βέβαια, σοφὲ στὰ μάταια καὶ ἰσχυρὲ στὴν ἀσέβεια νὰ εἶμαι καὶ νὰ ὀνομάζομαι χριστιανὸς καὶ νὰ λατρεύω τὸν κτίστη ἀπ᾿ ὅ,τι βέβαια τὴ κτίση, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ κάνω μαζὶ μὲ σένα ἀνόητες ἐνέργειες καὶ νὰ προσκυνῶ τὴν ἄψυχη καὶ ἀναίσθητη ὕλη καὶ νὰ βάλω ἐμένα πάνω ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν γίνει γιὰ χάρη μου καὶ ὄχι βέβαια τὸ Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τὰ ἔστησε μὲ θαυμαστὸ τρόπο.
Ἀλλὰ ἐγὼ βέβαια δὲν τυφλώνω τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, καὶ ὅπως ἐσὺ ποὺ εἶσαι μύωπας στὸ θεῖο φῶς ἢ προσπαθεῖς νὰ κλείσεις τὰ μάτια στὴν ἀλήθεια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξευμενίζεις ἀποστάτες καὶ ψυχοφθόρους θεοὺς μὲ ξόανα καὶ ἀγάλματα καὶ σπονδὲς καὶ κνίσες καὶ νὰ πηγαίνεις νὰ βγάζεις δόγμα γιὰ τὴ κτίση μπροστὰ στὸ δημιουργό. Μακάρι καὶ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐπανερχόσουν ἀπὸ τέτοια πλάνη καὶ νὰ μὴν προσπαθοῦσες νὰ κάνεις καὶ πολλοὺς ἄλλους συμμέτοχους στὴν καταστροφή σου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποκάμεις ἀπὸ τὰ πάντα, πολέμησε μόνο ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖς νὰ πολεμήσεις, τὸ σῶμα καὶ πλήγωσέ το καὶ χτύπησέ το μὲ ὁποιοδήποτε χτύπημα θανάτου. Πάλι λοιπὸν αὐτὸ θὰ τὸ λάβω ἄφθαρτο στὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ δοξαστῶ αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑποφέρω προσωρινά. Γιατὶ οὔτε σύ, οὔτε ἄλλος ἄνθρωπος ἔχει ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ τιμωρεῖ τὴ νοερὴ ψυχή, παρὰ μόνο ὁ Θεός».
12. Μπροστὰ λοιπὸν σὲ τέτοια καὶ τόσο μεγάλη τόλμη τοῦ περίφημου καὶ ἐκλεκτοῦ μας ὁ ἀσεβὴς ἀφοῦ ἀπόκαμε μὲ ἔκπληξη καὶ σαστιμάρα καὶ ἀκόμη ἐπειδὴ πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο καὶ γιὰ τὰ ἄλλα θεάματα καὶ κυρίως γιὰ τὴ μονομαχία τοῦ Λυαίου, διέταξε τελικὰ νὰ φρουροῦν τὸν ἅγιο κάπου ἐδῶ, στὶς στοὲς κάποιου δημόσιου λουτροῦ κοντὰ στὸ στάδιο. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ μάρτυρας συνέτριψε τὰ ψυχοφθόρα βέλη τῶν λόγων τοῦ ἀσεβοῦς, γιατὶ δὲν ταίριαζε νὰ χαρακτηρίσουμε διαφορετικά τα βλάσφημα λόγια του, καὶ πέτυχε τὸν πρῶτο ἄθλο του σύμφωνα μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νίκησε δυναμικὰ αὐτὸν ποὺ κυριαρχοῦσε σὲ πολλοὺς μὲ τὴν τυραννία του.
13. Καὶ τὸν ἀθλητὴ λοιπὸν ἀκολούθησε ἡ φυλακὴ καὶ ἀντὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ προσπαθοῦσε νὰ τὸν κεντρώσει ἕνας σκορπιός· γιατὶ ὁ ἐχθρός των ἁγίων εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴ φύση του νὰ ἐπιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς μὲ ὅλα τα μέσα καὶ νὰ καταντροπιάζεται, γιατὶ νικιέται παντοῦ· μὲ τὸ χέρι λοιπὸν τοῦ μάρτυρα, ποὺ σχημάτισε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὁ σκορπιὸς φάνηκε καθαρὰ ἀμέσως νεκρὸς καὶ ἀδρανής.
14. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως κάθισε στὴν πρώτη θέση στὸ στάδιο μαζὶ μὲ τοὺς συνέδρους του καὶ ξεκίνησε νὰ καλεῖ μὲ τοὺς κήρυκες ὅποιους ἤθελαν νὰ μονομαχήσουν μὲ τὸ Λυαῖο· καὶ ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχαν φοβηθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὸ ψηλὸ ἀνάστημα τοῦ Λυαίου, ἕνας Νέστωρ ἀρκετὰ νέος, χριστιανὸς καὶ στὸ ἦθος καὶ στὴ γενναιότητα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὸς στὸ θάρρος καὶ τὴ φρόνηση ἀπὸ τὸ Νέστορα τῆς Πύλου, τρέχει στὸ μάρτυρα, ποὺ βρισκόταν στὴ φυλακή, καὶ τοῦ ἀνακοινώνει τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζητᾶ ἐπίμονα νὰ τὸν βοηθήσει μὲ τὴν προσευχὴ στὴ μονομαχία μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ καταβάλει τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.
15. Πιὸ γρήγορα λοιπὸν ὁ μάρτυρας μὲ τὴν παράκληση στὸ Χριστὸ γιὰ βοήθεια καὶ μὲ τὸ ἐφόδιο τοῦ σταυροῦ προφήτεψε στὸ Νέστορα καὶ τὴ νίκη τοῦ κατὰ τοῦ Λυαίου καὶ τὸ μαρτύριό του γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔστειλε θωρακισμένο στὸ στάδιο.
16. Ἐμφανίζεται λοιπὸν ὁ Νέστωρ μὲ θάρρος στὸ βασιλιά, κάνει φανερὸ τὸ σκοπὸ τῆς παρουσίας του, τὸν εὐσπλαχνίζονται ὅλοι καὶ μόνο γιὰ τὴν τόλμη του, τὸν θαυμάζουν ὁ Μαξιμιανὸς καὶ οἱ σύνεδροί του, τὸν πιέζουν νὰ λάβει χρήματα, ὥστε νὰ ἀπαλλαγεῖ μὲ αὐτὰ ἀπὸ τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μὴν ζεῖ μὲ δυσκολία. Ὁ Νέστωρ τοὺς περιγελᾶ ὅλους καὶ τοὺς περιφρονεῖ· δηλώνει φανερὰ ὅτι ἔσπευσε νὰ νικήσει μόνο τὴ θρασύτητα τοῦ Λυαίου· συμπλέκεται μὲ τὸ Λυαῖο, τοῦ δίνει καίριο χτύπημα, σκοτώνει τὸν ἐχθρὸ καὶ τελικὰ ἀφοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς ἀκολούθησε τὸ δρόμο γιὰ τὸ θάνατο, νίκησε διπλὴ νίκη καὶ κέρδισε διπλὰ ἔπαθλα.
17. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅμως ἡ καρδιὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ εἶχε γεμίσει μὲ σκοτοδίνη καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ βρεῖ μὲ τί τρόπο θὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴ συμφορὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Λυαίου· ἀποδείχτηκε λοιπὸν πιὸ σκληρὸς ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς ἀπ᾿ ὅ,τι προηγουμένως καὶ βγάζει τὸ πιὸ σκληρὸ διάταγμα νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὴ γῆ.
18. Καὶ τότε λοιπόν, ὅταν τοῦ θύμισαν γιὰ τὸν καλλίνικο μάρτυρα Δημήτριο, αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέτρωγαν μὲ τὰ ἀφανέρωτα σαγόνια τοῦ φθόνου, ὅτι ἀποδείχτηκε κακὸς οἰωνὸς γι᾿ αὐτόν, δίνει διαταγὴ στοὺς σωματοφύλακές του νὰ πᾶνε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου φρουροῦσαν τὸν ἅγιο, καὶ νὰ τὸν κατασφάξουν μὲ τὶς λόγχες καὶ τὶς ρομφαῖες ὅλων καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. Μποροῦσε λοιπὸν νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ἕνα θόρυβο καὶ μιὰ ἄτακτη προσέλευση σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀνταγωνίζονταν, ποιὸς θὰ βυθίσει πρῶτος τὸ ξίφος στὸ μάρτυρα καὶ θὰ προσφέρει τὴν πιὸ μεγάλη χάρη στὸ Μαξιμιανό. Τὰ διάφορα ξίφη λοιπὸν κατευθύνονταν μὲ μιὰ φορὰ στὸ ἴδιο μέρος τοῦ σώματος καὶ προξενοῦσαν στὸν ἀθλητὴ δυνατοὺς καὶ βίαιους πόνους.
19. Ὅμως ἀπέφυγε ἐκεῖνα τὰ ἀσεβῆ χέρια τοῦ Βριάρεως καὶ τὴν ψυχοφθόρα Χάρυβδη ἢ τὴν ἀναρρόφηση τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ μπαίνει στὸ οὐράνιο λιμάνι μὲ εὐχαριστήριους ὕμνους καὶ παρουσιάζεται στὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο σφαγιάστηκε μὲ προθυμία λάμποντας ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες καὶ ἔχοντας λάβει τὴ θεϊκὴ καὶ ἀπρόσιτη κληρονομιὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς μάρτυρες καὶ ὅλους τους ἁγίους ἀπὸ πάντα.
Καὶ τώρα βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πῆρε τὰ πιὸ καλὰ ἀπὸ τὸν καθένα καὶ δημιούργησε ἀκριβῶς τὸ πιὸ ὡραῖο εἶδος τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ ἄλλου μιμήθηκε τὴ σοφία, ἄλλου τὴ γενναιότητα, ἄλλου τὴν ἐπιείκεια, ἄλλου τὴν πιὸ μεγάλη καρτερικότητα στὸ μαρτύριο, τὰ πάντα ὅσο κανένας, καὶ ἔτσι ὅλα συγκεντρώθηκαν σ᾿ αὐτὸν στὸν ὑπέρτατο βαθμό, ὅσο σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Μὲ τὸ νὰ ἐπιτύχει λοιπὸν ὅλα αὐτά σε ὑπερβολικὸ βαθμό, κυριάρχησε σὲ ὅλους ἀσύγκριτα.
20. Ἂν πρέπει ὡστόσο νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὸ λόγο μας, λίγες ρανίδες αἵματος πλημμυρίζουν συνεχὲς μύρο καὶ τὸ θαῦμα ἔχει ξεπεράσει κάθε ἀνθρώπινη λογική. Ἴσως λοιπὸν ὁ Νεῖλος τῆς Αἰγύπτου καὶ ὁ ὠκεανὸς μὲ τὰ βαθιὰ ρεύματα, ἂν ἀντλοῦνταν ἀπὸ τόσους πολλοὺς καὶ κάθε μέρα, θὰ περιορίζονταν σὲ πολὺ μικρὰ ὅρια.
21. Σχετικὰ λοιπὸν μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μέχρι τὶς μέρες μας, ἂν προσπαθήσει κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ἀναλυτικά, μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιο σὰν νὰ νομίζει κάποιος πὼς ἀπαριθμεῖ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας ἢ τῆς βροχῆς τὶς στάλες μὲ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου.
Γιατὶ ποιὸς θὰ μπορέσει μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τότε ποὺ ἀγωνίστηκε μὲ πάθος γιὰ τὸ Χριστό, νὰ περιγράψει τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων του, ποὺ ἔγιναν παντοῦ καὶ στὴν πόλη του καὶ στὰ περισσότερα καὶ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ἐκεῖνα ποὺ ἀποτρέπουν τοὺς ἐχθρούς, ὅταν βρίσκεται μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη καὶ στὸν κίνδυνο, ἐκεῖνα ποὺ διαλύουν τὴ μεγάλη πείνα καὶ τὶς μεταδοτικὲς καὶ διάφορες ἄλλες ἀρρώστιες σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, ὅταν συμφωνεῖ μὲ συμπάθεια στὰ αἰτήματα, αὐτῶν ποὺ ζητοῦν, καὶ ὅσα θαύματα ἔγιναν στὴ θάλασσα καὶ ὅσα ἔγιναν σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα χωριστά, ὅταν συμπαραστέκεται καὶ προασπίζει αὐτοὺς ποῦ τὸν παρακαλοῦν;
Ἀκόμη λοιπὸν καὶ ἂν εἶχα, σύμφωνα μὲ τὴν ποίηση, δέκα γλῶσσες καὶ δέκα στόματα, ἐγὼ βέβαια θὰ πρόσθετα καὶ ἄλλα τόσα χέρια, δὲν θὰ κατόρθωνα οὔτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ λέω καὶ νὰ περιγράφω ἀκριβῶς τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ θαυματουργοῦ Δημητρίου.
22. Εἶναι καλύτερα ὅμως νὰ λέμε ἐκεῖνο τὸ λόγο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος θὰ πραγματοποιήσει τὸ θέλημα αὐτῶν ποὺ τὸν σέβονται· καὶ στοὺς ἁγίους του στὴ γῆ ἔκανε θαυμαστὰ ὅλα τα θελήματά του μὲ αὐτούς. Τί καλὸ περιεχόμενο καὶ πραμάτεια εἶχε ἐκεῖνος, τί ἄθληση καὶ τί σύνεση! Μὲ λίγο αἷμα πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴν οὐράνια βασιλεία, μὲ τοὺς πρόσκαιρους πόνους, τὴν ἀπέραντη εὐφροσύνη καὶ μὲ τὴν πολὺ σύντομη ζωὴ τοῦ τὴ μακραίωνη καὶ ἀτελεύτητη ζωή.
23. Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν μὲ ζέση τὸ Δημήτριο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅσοι συγκεντρωθήκαμε καὶ τιμοῦμε τοὺς ἄθλους του καὶ πανηγυρίζουμε γι᾿ αὐτοὺς μὲ λαμπρὸ τρόπο. Ἂς σπεύσουμε καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν κερδίσουμε τὴν ἴδια δόξα μὲ ἐκεῖνον, εἶναι βέβαια ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀλλὰ τουλάχιστον μικρότερη. Ἂν ὅμως δὲν κερδίσουμε οὔτε αὐτή, γιατὶ καὶ αὐτὸ μας εἶναι ἀρκετὸ λόγω τῆς νωθρότητας ποὺ ἔχουμε, τουλάχιστον, ἐπειδὴ νομίζουμε ὅτι πανηγυρίζουμε ἀντάξια καὶ θεάρεστα γιὰ ὅσα ὁ Θεὸς χαίρεται μαζὶ μὲ τὸ μάρτυρα καὶ ὅτι ἑορτάζουμε μὲ θεϊκὸ τρόπο, νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε περισσότερο τὶς ἡδονὲς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ χαριζόμαστε πιὸ πολὺ στοὺς δαίμονες καὶ νὰ πάθουμε τὸ ἴδιο πράγμα μὲ αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν στὸ λιμάνι καὶ προσβάλλονται ἀπὸ ἀθεράπευτες ἀσθένειες στὸ ἰατρεῖο.
24. Ἔχουμε συνεργὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὶς καλὲς πράξεις, μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Θεοτόκου, τῶν ἐπουράνιων τάξεων, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν αἰώνια ἁγίων, καὶ αὐτὸν ποὺ τώρα τελοῦμε τὴ μνήμη του νὰ ἱκετεύει συνέχεια γιὰ χάρη μας. Χαίρεται ὁ κόσμος τῶν ἁγίων μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἀπὸ κάθε ἡλικία καὶ τάξη, γιατὶ βλέπουν τὸ πλῆθος τους νὰ δυναμώνει καὶ νὰ αὐξάνεται, σὰν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ἡ πολυπληθὴς μερίδα ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ τοῦ Θεοῦ πάλι εἶναι σκυθρωπή.
25. Ὅμως, Δημήτριε, κόσμημα καὶ ὀμορφιὰ τῶν ἀθλητῶν, ξαναγυρίζω σὲ σένα πιὰ καὶ στρέφω τὸ λόγο πρὸς τὰ ἐπάνω, γιατὶ ἔχω λυγίσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα καὶ ἐπιθυμῶ πιὸ πολὺ νὰ ἀναπνέω ἐσένα παρὰ τὰ εὐωδιαστὰ ἀρώματα, εὐσεβὲς καὶ εὐγενέστατο βλάστημα ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ εὐγενικὴ ρίζα, κατάφορτο ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἄθλησης, λαμπρὲ καὶ στὰ δύο καὶ ἐνδοξότατε σὲ ὅλα καὶ ὁλόφωτη λαμπάδα τῶν χριστιανῶν, καταστροφὴ τῆς ἀσέβειας καὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ, δάσκαλε καὶ σύμμαχε τοῦ Νέστορα καὶ πρόξενε τῆς ἄθλησης καὶ ἰσχυρότατε καταστροφέα τῆς ἀλαζονείας τοῦ Λυαίου, σὺ ποὺ ἀπεικόνισες τὸ πάθος τοῦ Δεσπότη καὶ πληγώθηκες μὲ τὶς λόγχες στὴν πλευρά, ὅπως ἐκεῖνος καὶ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες τότε ἀναβλύζεις τώρα σὰν κρουνὸς τὸ εὐωδέστατο καὶ ἰαματικὸ μύρο, σὺ ποὺ περιπολεῖς μὲ τὸ πνεῦμα σου τοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ παρευρίσκεσαι μαζί τους στὸν ἀκλόνητο θρόνο τοῦ Θεοῦ, καὶ χάρισες σὲ μᾶς καὶ τὴν πόλη σου τὸ μαρτυρικότατο σῶμα σου σὰν ἀκένωτο θησαυρό, τὸ ἀνυπολόγιστο πέλαγος τῶν ἄπειρων καὶ πιὸ μεγάλων θαυμάτων, σὺ ποὺ μοίρασες σωστὰ τὸν ἑαυτό σου στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ καθόλου δὲν ἀπουσιάζεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάνω ἐποπτεύεις καὶ κάτω φροντίζεις τὴν πόλη σου, φιλοπόλι καὶ φιλάνθρωπε ποὺ ἐπαναφέρεις σύντομα τὴ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποχωρεῖ μερικὲς φορὲς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, εἴθε νὰ δέχεσαι τοὺς λόγους καὶ τοὺς ἐπαίνους μας ποὺ προσφέρονται στὴ λαμπρὴ μνήμη τῶν ἀγώνων σου, ὅπως ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς ἔπλεξε τὸν ἔπαινο τῶν νηπίων, καὶ ἂν δὲν φτάνουν τὴ δική σου ἀξία, ὅμως δὲν ὑστεροῦν στὴν ἀγαθή μας πρόθεση· ρίξε ἕνα βλέμμα λοιπὸν ἀπὸ τὸν οὐρανό, κατέβα γιὰ λίγο ἐδῶ μαζί μας καὶ δὲς τὴν ἀγάπη τῆς πόλης σου γιὰ σένα, παρατήρησε τὶς μελωδίες τῶν συγκεντρωμένων, τὸ ἱερότατο ποίμνιό σου νὰ συμμετέχει στὸ πνευματικὸ συμπόσιο μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη στὴ μνήμη σου, ὁλόκληρο τὸ ναό σου νὰ φωτίζει ὅλους τους παρόντες ἀπὸ τὴν ἄφθονη φωτοχυσία, τὴν εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ θυμιάματα νὰ γεμίζει τὸν ἀέρα καὶ κάθε ἡλικία καὶ τάξη νὰ ἐπικροτοῦν μὲ μεγάλη χαρὰ τοὺς ἄθλους σου. Σχεδὸν σήμερα ἡ γῆ μιμεῖται τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ ἁπλωμένη λαμπρότητα στὸ ναὸ τοῦ καλλίνικου σώματός σου κάνει ὁλοφάνερη τὴν ἐκεῖ λάμψη τοῦ φωτὸς ποὺ προστίθεται σὲ σένα ἀπὸ τὸ Θεό.
26. Εἴθε νὰ ἀνταμείβεις ἐπάξια ὅλους, μοιράζοντας τὶς προσφορές σου καθημερινὰ στὸν καθένα. Πρῶτα στεφάνωσε τοὺς πιστοὺς βασιλιάδες μας μὲ νίκες· γιατὶ καὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσης τιμοῦν ξεχωριστὰ τὴν πανηγυρική σου ἑορτή. Ὑπόταξε στὰ πόδια τους τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρικῶν ἐθνοτήτων, παράτεινε εἰρηνικὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή τους, ἐνισχύοντάς τους μὲ τὴν ὀρθοδοξία, καὶ ρυθμίζοντάς την μὲ τὴ σωστὴ διοίκηση.
27. Ἀπομάκρυνε τὰ σκάνδαλα τῶν Ἐκκλησιῶν, συμμάχησε μὲ τὸ στρατὸ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, δίνε συνεχῶς τὴ χάρη σου, ποὺ βοηθᾶ μὲ κάθε τρόπο, στὸν ποιμένα καὶ ἱεράρχη τῆς πατρίδας σου, ἐποπτεύοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη, βοηθώντας τὸ ποίμνιο νὰ εἶναι σὲ ἐπαγρύπνηση καὶ νὰ τὸν σέβεται, προετοιμάζοντας τὸν νὰ διδάσκει τὸ ποίμνιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὸ ἀποδείξει πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τοὺς λύκους ποὺ καταστρέφουν τὴν ψυχή, καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν οὐράνια μάνδρα. Παρηγόρησε ὅσους βρίσκονται σὲ στενοχώριες, βοηθώντας ἀνάλογα πλούσιους καὶ φτωχούς, κάνοντας συνετοὺς καὶ τοὺς γέρους καὶ τοὺς νέους στὰ καθήκοντά τους, ἀξιώνοντας κάθε ἡλικία μὲ πολὺ μεγάλη φροντίδα γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν χαρίτων σου.
28. Γιὰ ὅλα αὐτά, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσεις τὴ νίκη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν παθῶν καὶ ὅταν λίγο ἀργότερα ἀποδημήσουμε ἐκεῖ νὰ μᾶς κάνεις δεξιοὺς παραστάτες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὶς παρακλήσεις σου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ συμμετέχουμε σὰν ἀσήμαντοι δοῦλοι σου στὴν αἰώνια καὶ θεία λαμπρότητα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
πηγή: Ἅγιος Δημήτριος, Ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι
ἐπιφανῶν Βυζαντινῶν λογίων, ἔκδ. ΖΗΤΡΟΣ, 2004.
[Νεοφύτου Ἐγκλείστου] [Συμεὼν Φιλοσόφου]
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/agios_megalomartys_dhmhtrios_myroblyths.htm

  ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

 

 

 %ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

            Ο Μεγαλομάρτυρας και μυροβλύτης άγιος Δημήτριος, ένας από τους ενδοξότερους και λαοφιλέστερους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 280 επί Μαξιμιανού (τετράρχη και κατόπιν αυτοκράτορα) και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια (ο πατέρας του υπήρξε Μακεδόνας στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού). Νεαρός ακόμη, 22 ετών, έγινε αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού και έφθασε στο υψηλό αξίωμα του ανθύπατου του θέματος της Ελλάδας και μάλιστα με το υψηλότατο βαθμό του Δούκα. Είχε ευρυμάθεια, σωματική ωραιότητα, καθαρότητα καρδιάς και γλυκύτητα στον χαρακτήρα. Τα προτερήματα αυτά τον βοήθησαν στην πνευματική του ανέλιξη και τον οδήγησαν στη χριστιανική πίστη, της οποίας έγινε διαπρύσιος κήρυκας στη Θεσσαλονίκη. Είχε σχηματίσει ευρύ κύκλο νέων, στους οποίους μετείχε και ο Νέστωρας και τους οποίους δίδασκε στις υπόγειες στοές της λεγόμενης Χαλκευτικής Στοάς, κοντά στα δημόσια λουτρά. Στη διάρκεια μιας τέτοιας συνάθροισης, οι ειδωλολάτρες συνέλαβαν τον Δημήτριο να διδάσκει και τον οδήγησαν στον παρεπιδημούντα στη Θεσσαλονίκη Μαξιμιανό.

 

Ο Δημήτριος αρνήθηκε να αποκηρύξει τον Χριστό, δηλώνοντας: «τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον». Μετά την ομολογία αυτή φυλακίστηκε και στη φυλακή δέχτηκε το μαθητή του Νέστωρα, τον οποίον ευλόγησε, ώστε να νικήσει σε αγώνα πάλης στο στάδιο. Ο Νέστωρας, με τη βοήθεια του Θεού πάλεψε και νίκησε τον τρομερό Λυαίο από το Σίρμιο. Ο Μαξιμιανός οργίστηκε με τη νίκη του Χριστιανού Νέστωρα επί του ειδωλολάτρη Λυαίου και διέταξε την αποκεφάλιση του Νέστωρα και το θάνατο του Δημητρίου με λογχισμούς, το 305. Το σώμα του αγίου ρίχτηκε σ’ ένα πηγάδι. Ο άγιος τάφηκε στον τόπο του μαρτυρίου και από τον τάφο του ανέβλυζε μύρο. Το μύρο αυτό θεράπευσε πολλούς ασθενείς. Από το λείψανο του αγίου αποπειράθηκαν να αποσπάσουν τμήμα οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός Α΄ και Μαυρίκιος, αλλά μάταια, γιατί εμποδίστηκαν από τον άγιο.

 

Η εορτή του αγίου έκτοτε εορταζόταν με μεγάλη λαμπρότητα με διάρκεια 6 ημέρες πριν και 8 ημέρες μετά, κατά δε τον 14ο αι. διαρκούσε συνολικά 1 μήνα! Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, το 1913, συνέπεσε με την εορτή του αγίου στις 26 Οκτωβρίου. Στην εικονογραφία απεικονίζεται ιππεύοντας κόκκινο άλογο και λογχίζοντας ειδωλολάτρη (τον Λυαίο), σε αντιδιαστολή με το λευκό άλογο του αγίου Γεωργίου, που λογχίζει τον δράκοντα.

 

            ΜΥΡΟΒΛΗΣΙΑ

 

            Το θέμα της μυροβλησίας αμφισβητείται από δύο Καθηγητές: τον Κύριλλο Μάνγκο καθηγητή της Βυζαντινής και Νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τον καθηγητή της Θεολογικής του ΑΠΘ Νικόλαο Ζαχαρόπουλο.

 

            Α/ Καθηγητής Κύριλλος Μάνγκο

 

            Ο άγιος Δημήτριος υπήρξε διάκονος (και όχι στρατιωτικός) στο Σίρμιο, πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, όπου και μαρτύρησε επί Διοκλητιανού.

 

Το Σίρμιο βρίσκεται στη Σερβία, η σημερινή Μιτροβίτσα, πλησίον του ποταμού Σάβα και απέχει περίπου 70 χμ. δυτικά του Βελιγραδίου.

 

Όταν η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, το 442, μεταφέρθηκε το μαρτύριο του αγίου στην πρωτεύουσα.

 

Μέχρι τον 7ο αι. δεν υπήρχαν λείψανα του αγίου, τα οποία εμφανίστηκαν αργότερα.

 

Ο τάφος του αγίου αναβλύζει μύρο, με σύστημα σωληνώσεων, όπου το μύρο ρίχνεται και πηγαίνει στον τάφο.

 

(ΠΗΓΗ: Κύριλλος Μάνγκο, καθ. Βυζαντινής και νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Βιβλίο: «Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Ν. Ρώμης», σελ. 188. Έκδοση: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1999).

 

 

Β/ Καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος

 

«Ο καθηγητής αρχαιολογίας των ναών της Θεσσαλονίκης, μου υπέδειξε τον αγωγό, που κυλούσε το μύρο ΠΡΟΣ τον τάφο του αγίου».

 

(ΠΗΓΗ: Ν. Ζαχαρόπουλος, καθ. Θεολογικής ΑΠΘ).

 

 

ΣΗΜ: Τα περί της μυροβλυσίας προέρχονται από δυο ανεξάρτητες πηγές. Μπορεί τα γραφόμενά τους να είναι ψευδή ή αληθή. Αν είναι ψευδή, τότε προφανώς κάποιον σκοπό θα εξυπηρετούν, που μπορεί να αποβλέπει ακόμη και στη δυσφήμιση της Εκκλησίας. Αν είναι αληθή, τότε θα πρόκειται περί απάτης ανθρώπων της Εκκλησίας, αλλά η ίδια η Εκκλησία για κανένα λόγο δεν μπορεί να στηρίζεται στην απάτη. Σε τελευταία ανάλυση, η Εκκλησία δεν πρέπει να έχει ανάγκη μύθους, για να στηρίζει τη μαρτυρία της. Ή ένα γεγονός είναι αληθές ή είναι ψευδές, τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Κύριος μας προτρέπει να γνωρίσουμε την αλήθεια και όχι το ψεύδος και η οποία αλήθεια θα μας ελευθερώσει και από τα δεσμά της αβεβαιότητας.

 

30.10.16

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Το Έπος του ’40 στη νεοελληνική λογοτεχνία

 

Επιμέλεια: Λίτσα Ι. Χατζηφώτη

 

Για το Έπος του ’40 η λογοτεχνία ίσως είναι η μοναδική οπτική γωνία μέσα από την οποία είναι πλέον σήμερα δυνατόν να προσεγγίσουμε σωστά όσα συνέβησαν τότε στην Ελλάδα, χωρίς να διακινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από συμφέροντα, έξωθεν επεμβάσεις, αδελφοκτόνες συγκρούσεις και προ πάντων ανιστόρητες τοποθετήσεις.

Ο Στράτης Μυριβήλης έλεγε στην πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών, στις 27 Οκτωβρίου 1960, ότι υπάρχουν στη ζωή των λαών ορισμένες ημερομηνίες κρίσιμες, ορόσημα και σταθμοί, που υψώνονται σαν βίγλες. Από την υψηλότατη κορυφή τους μπορεί ένα έθνος να αγναντεύει εποπτικά όλη την περιπέτεια της ιστορικής του διαδρομής.

Το βλέμμα του καλλιτέχνη, και εν προκειμένω του λογοτέχνη, είναι εκείνο που απορροφά από τα γεγονότα ό,τι και όπως αυτό αγγίζει την ψυχή του. Οι εντυπώσεις καταγράφονται και διατηρούνται αναλλοίωτες και αδιαπραγμάτευτες, γιατί ο λογοτέχνης δεν αποβλέπει ούτε στην ενημέρωση ούτε στη διαπαιδαγώγηση. Τα επιτυγχάνει όμως χωρίς προγραμματισμό και τα δύο. Όπως έγραφε ο Πέτρος Χάρης στο περιοδικό «Νέα Εστία», «Τα λογοτεχνικά κείμενα μας δίνουν την κρυφή, την εσωτερική δύναμη των γεγονότων ή, αν θέλετε, την ψυχή των ανθρώπων που τα πραγματοποίησαν. Και οι νέοι κερδίζονται μόνον όταν αισθάνονται ότι επικοινωνούν με τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, με τον ψυχικό κόσμο που τα προετοίμασε και τα διαμόρφωσε».

Από τον Όμηρο και τον Ησίοδο ο ποιητικός λόγος μετέφερε τα γεγονότα ως παραμύθι. Διατηρούσε την ιστορία φυλαγμένη καλά μέσα σε ένα παχύ επίστρωμα μύθων και διηγήσεων, που έκανε τον ακροατή να αφουγκράζεται και να αφομοιώνει όσα μπορούσε. Εκείνοι που γνωρίζουν να θραύουν το περίβλημα μπορούν και να διαβάζουν και να μαρτυρούν την ιστορία. Η παραπληροφόρηση δεν έγινε καθεστώς στην εποχή μας.

«Είναι δύο εβδομάδες τώρα που μ’ ένα τελεσίγραφο, μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των εθνών, για το περιεχόμενο, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασαν, η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώσει τα εδάφη της, ν’ αρνηθεί την ελευθερία της και να κατασπιλώσει την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε, στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντηση που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής μας γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. Κι αυτή τη στιγμή, κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των μακεδονικών βουνών, πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να πεθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτόν τον άνισο και σκληρότατο, αλλά και πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζει κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίει, να σκοτώνει, ν’ ακρωτηριάζει, να διαμελίζει τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες κι άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: ότι αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία όλων εκείνων των υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι μας πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε ν’ απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σ’ εμάς τους Έλληνας διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του κόσμου, για να ζητήσουμε, όχι την υλική, αλλά την ηθική βοήθειά τους: Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάσταση των συνειδήσεων, την εργασία, το κήρυγμα, την άμεση επίδραση, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθηση και την ενέργεια για έναν καινούριο πνευματικό Μαραθώνα, που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που είδε ποτέ ο κόσμος. Όταν μια τέτοια επανάσταση συντελεσθεί, η Νίκη θα στεφανώσει το μέτωπο και του τελευταίου, του πιο ταπεινού εργάτη. Με τη μεγάλη και σταθερή αυτή ελπίδα, σας στέλνουμε τον πιο αδελφικό μας χαιρετισμό: Κωστής Παλαμάς, Σπ. Μελάς, Άγγ. Σικελιανός, Σωτ. Σκίπης, Δημ. Μητρόπουλος, Νίκος Βέης, Κ. Δημητριάδης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στράτης Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγ. Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Άριστος Καμπάνης».

Ήταν το κείμενο της εκκλήσεως που απηύθυναν μερικοί από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής προς τους συναδέλφους τους στον κόσμο, δίνοντας το στίγμα, το νόημα και το περιεχόμενο του Αγώνα του Σαράντα. Ακολούθησαν με ένα αναλόγου περιεχομένου μανιφέστο και άλλοι πολλοί, εξίσου, τότε ή λίγο αργότερα, διάσημοι Έλληνες λογοτέχνες. Στο κείμενο του μανιφέστου αυτού μεταξύ άλλων τονιζόταν: «Ο ιταλικός φασισμός βαδίζει προς τον θάνατο κι εμείς οι Έλληνες σκάβουμε τον τάφο του. Μπορεί να πεθάνουμε, αλλά θα πεθάνει κι αυτός. Θα τον σκοτώσει το ελληνικό πνεύμα, που έχει σκοτώσει εχθρούς μεγαλύτερους και φοβερώτερους απ’ αυτόν. Ελεύθεροι άνθρωποι όλων των εθνών, συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, ιδεολόγοι, μην ξεχνάτε ότι η Ελλάδα πολεμά για τη μοίρα του κόσμου».

Κι ακολουθούν οι υπογραφές των Έλλης Αλεξίου, Ηλία Βενέζη, Νικ. Βρεττάκου, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Κ. Δημαρά, Οδ. Ελύτη, Γ. Θεοτοκά, Άλκη Θρύλου, Λιλής Ιακωβίδη, Μ. Καραγάτση, Σωκρ. Καραντινού, Θράσου Καστανάκη, Γ. Κατσίμπαλη, Γ. Κοτζιούλα, Λέοντα Κουκούλα, Φάνη Μιχαλόπουλου, Γ. Μυλωνογιάννη, Λιλίκας Νάκου, Μελή Νικολαΐδη, Τ. Μπαρλά, Ασημάκη Πανσέληνου, Σοφίας Παπαδάκη, Κλέωνα Παράσχου, Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, Γ. Σεφέρη, Τατιάνας Σταύρου, Άγγελου Τερζάκη, Κ. Τσάτσου, Δημ. Φωτιάδη, Πέτρου Χάρη, Γιάννη Χατζίνη, Αιμίλιου Χουρμούζιου, Δ. Νικολαρεΐζη και Μήτσου Παπανικολάου.

Όλοι αυτοί κατόπιν έγραψαν σημαντικά, γνωστά περισσότερο ή λιγότερο έργα, εμπνευσμένα από τις εμπειρίες τους στον πόλεμο ή στα μετόπισθεν. Ο Μυριβήλης έδωσε από τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο το βιβλίο «Ώρα της Ιστορίας», ο Βενέζης το «Χρονικό του Σαράντα» κι ακόμη ο Άγγελος Βλάχος, ο Λουκής Ακρίτας και ο Πέτρος Χάρης. Πώς άραγε να χωρέσουν όλα αυτά σε λίγες γραμμές; Ο Παλαμάς είχε σωπάσει μερικά χρόνια πριν από το ’40. Παρ’ όλα αυτά, λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου, πέρα από το ποίημα που αφιέρωσε «Στη Νεολαία μας»,

 

Αυτό κρατάει ανάλαφρο μέσ’ στην ανεμοζάλη

Το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,

Τούτο το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.

 

έγραψε και ένα άλλο που φέρει τον τίτλο «Νίκη»:

 

Η Ελλάδα είναι αβασίλευτη, με δάφνες και με κρίνα,

της νίκης. Παντοδύναμος την έπλασε τεχνίτης.

Η δόξα, το καμάρι της, η αλήθεια είναι δική της.

Κι αν είναι και στον πόλεμο μέσα, η ζωή θυσία

ο τάφος είναι πέρασμα προς την Αθανασία.

 

Ο Άγγελος Σικελιανός, προϊδεασμένος από τα διεθνή γεγονότα που είχαν προηγηθεί της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και τον τορπιλισμό της «Έλλης» τον Δεκαπενταύγουστο του Σαράντα στην Τήνο, έγραψε εκείνον τον Αύγουστο την τραγωδία του, «Σίβυλλα», όπου προφητικά παρουσιάζει τον λαό να αναζητεί τη σωστή κατεύθυνση, τον «όρθιο σκοπό». Αμέσως μετά την 28η Οκτωβρίου έγραψε και το ακόλουθο κείμενο, που φαίνεται πεζό, αλλά διαπνέεται από μια σπάνια ποιητική έξαρση κι είναι εν πολλοίς γνωστό:

«Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: ακόμα ένα Εικοσιένα! Και ήρτες τέλος Συ, Μητέρα-Μέρα, όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατό τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!…. Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα των Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως τώρα με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάγχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί».

Πώς να παραβλέψουμε το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη για τον εικοσιεννιάχρονο χαλκίτη πρώτο νεκρό αξιωματικό του Αλβανικού Πολέμου (Στ΄);

 

Ήταν γενναίο παιδί∙

Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του

Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά

Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι

(Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό

Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)

Με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά

Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του

Φωτιά στην άνομη φωτιά-

Με το αίμα πάνω από τα φρύδια

Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν

το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής

Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο

Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας

Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας

Δεν τον έκλαψαν

Γιατί να κλάψουν

Ήταν γενναίο παιδί!

 

Λιτό, μα παραστατικό το «Επίγραμμα» του Λέοντα Κουκούλα:

 

Δε χάθηκες, μα κι ούτε θα χαθείς

Κι ας έρθουν πάλι οι Πέρσες και οι Λατίνοι.

Δεν είσαι κάστρο για να πατηθείς.

Είσαι το φως, Ελλάδα, που δεν σβήνει.

 

Επίσης το «Μάνα και γιος» (1940) του Νικηφόρου Βρεττάκου:

 

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, ορθός να στέκει ο γιος της, μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος

σα να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν

οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν «Ίτε, παίδες Ελλήνων…».

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταυρώναν στον ορίζοντα,

Ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμιά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν

Και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

Κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

Κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα

χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω από την άλλη.

Η πρώτη εντύπωση από την απόφαση των Ελλήνων να αντισταθούν στην επίθεση του Άξονα ακολουθήθηκε από αισθήματα θαυμασμού και ευγνωμοσύνης. Περιοριζόμαστε στον χώρο των Γάλλων διανοουμένων. Ο Roger Milliex, καθηγητής στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, συγκέντρωσε σε ένα βιβλίο μαρτυρίες και σκέψεις Γάλλων διανοουμένων, που είδε το φως πολύ αργότερα, το 1979. Σε αυτό περιέχονται κείμενα του Andre Gide, Octave Merlier, Francois Mauriac, Georges Bernanos, Albert Camus, Paul Eluard, Jean Paul Sartre, Andre Maurois και Andre Mirambel. Κάποιοι από αυτούς είναι γνωστοί στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, άλλοι είναι περισσότερο γνωστοί στους ειδικούς μελετητές – ασφαλώς όλοι, μορφές στον πνευματικό και συγγραφικό κόσμο της πατρίδας τους.

Αυτό στο οποίο συμφωνούν όλοι εκείνοι που έτσι ξερά αναφέρθηκαν είναι η σκέψη που είχε διατυπώσει ο Ευάγγελος Παπανούτσος λέγοντας πως «Εμείς αυτή την ημέρα έχομε να κάνομε κάτι άλλο, πολύ μεγάλο: να ξαναζωντανέψουμε στη μνήμη μας την 28η Οκτωβρίου του 1940, να θυμηθούμε σε ποιους θριάμβους οδηγεί η ομοψυχία έναν λαό (όσο μικρός και να είναι, όποιους κι αν έχει αντιπάλους) και σε ποιες αθλιότητες η αδελφική διένεξη». Κι ακόμη εκείνο που για τον Σικελιανό είχε μεγάλη σημασία: ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού απέναντι στον δόλιο επιδρομέα ξεπερνούσε κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα και αναδεικνυόταν σε παγκόσμιο ορόσημο στον αγώνα όλων των λαών για την ελευθερία τους. Τούτο ακριβώς διατράνωναν και η έκκληση και το μανιφέστο.

Η επιγραμματική παρατήρηση του Αντρέ Ζιντ σε απόσπασμα επιστολής του προς τον Κ. Δημαρά επιβεβαιώνει την άποψη αυτή: «Ξαναγίνεστε για μας ο θρίαμβος της αρετής, της αληθινής αξίας του απλού ανθρώπου. Και πόση ευγνωμοσύνη σας χρωστάμε! Έχετε ξαναδώσει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα κάποιες αφορμές εμπιστοσύνης προς τον άνθρωπο, θαυμασμού, αγάπης και ελπίδας».

Τα κείμενα της λογοτεχνίας, τα εμπνευσμένα όχι μόνον από το Έπος του Σαράντα, αλλά και από τις άλλες εποποιίες, μα και τις καταστροφές του Έθνους στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, αποτελούν πηγές για νερό καθαρό. Ας μην περιμένουμε την Πολιτεία και ας μην την κατηγορούμε μεμψιμοιρώντας. Πολιτεία είναι ο καθένας από εμάς και εμείς ανατρέφουμε για την ευκολία μας γενίτσαρους. Είναι καιρός του ποιείν, αν πραγματικά θέλουμε να μη σβήσει η εθνική μας μνήμη ή να έχουμε απάντηση για όσους «δεν γνωρίζουν» ή δεν τους «συμφέρει» να γνωρίζουν.

ΠΗΓΗ.ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ