Ο θεολογικός αυτός διάλογος του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα (Σχόλια)

Επιμέλεια: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Γενικές παρατηρήσεις

Ο θεολογικός αυτός διάλογος του Ιησού με τη γυναίκα διακρίνεται σε επιμέρους υποενότητες που περιέχουν: την απορία της γυναίκας και το διάλογο για το ζωντανό νερό με αφορμή το αίτημα του Ιησού για νερό, την αναγνώριση του Ιησού ως προφήτη την συζήτηση για τον σωστό τόπο λατρείας του Θεού  και την αποκάλυψή Του ως Μεσσία.

Η μεγάλη σημασία του επεισοδίου της Σαμαρείτιδας είναι φανερή και έγκειται καταρχήν στο δέκτη. Για τους περισσότερους ερμηνευτές ο Ιησούς λειτουργεί μόνο σαν «πομπός- δότης» που προσφέρει το ζωντανό νερό και την αλήθεια, και η γυναίκα «δέκτης-παραλήπτης», η οποία λαμβάνει, αποδέχεται. Είναι φανερή λοιπόν η αυστηρή ιεραρχία ανάμεσα στον Ιησού και τη γυναίκα.
Όμως, με έναν άλλο τρόπο προσέγγισης των δεδομένων, είναι και οι δύο δότες και παραλήπτες, αφού ο Ιησούς ξεκινά την επικοινωνία ζητώντας νερό και απευθύνει πρώτος και προκλητικά το κάλεσμα σε μια γυναίκα απομονωμένη, αλλόθρησκη και ανήθικη, που δεν θα έπρεπε καν να κυκλοφορεί από το φόβο του λιθοβολισμού λόγω της αμαρτωλής ζωής της. Αυτός πρέπει να ήταν και ο βασικός λόγος που τέτοια ζεστή ώρα πήγαινε να αντλήσει νερό από το πηγάδι, ώστε να μην συναντηθεί με κανέναν. Ο Ωριγένης (185-251 μ.Χ.) παλαιότερα συνέκρινε μάλιστα τη Σαμαρείτιδα με τη Ρεβέκκα εστιάζοντας στην υδρία της, ως τη ζωή της. Μαζί με τη Ρεβέκκα
θυμόμαστε και τη Ραχήλ, καθώς και τις κόρες του Ιοθόρ, οι οποίες όλες γνώρισαν
καλούς συζύγους, όπως ο Ισαάκ, ο Ιακώβ και ο Μωϋσής, με συναντήσεις κοντά σε
πηγάδι.

Ο διάλογος του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα φυσικά δεν γίνεται στο πλαίσιο μιας κοινωνικής γνωριμίας, ούτε με σκοπό να βρούνε ορισμένα κοινά σημεία στην πίστη τους. Ο βασικός σκοπός της επικοινωνίας του Ιησού είναι να οδηγήσει τη Σαμαρείτιδα στην Αλήθεια, στον Ίδιο δηλαδή, απομακρύνοντάς την από την ειδωλολατρία και την αμαρτία. Η γυναίκα αυτή δεν είχε ξαναδεί τον Ιησού ούτε γνώριζε για τα θαύματά Του, τα οποία ασφαλώς θα την έπειθαν για την ταυτότητά Του. Ο Χριστός λοιπόν με τη θεία γνώση Του την προσεγγίζει, υπερβαίνοντας κάθε φυλετικό, κοινωνικό, εθνικό και θρησκευτικό στερεότυπο, την αμαρτωλότητα, την περιθωριοποίηση και κοινωνική απόρριψη, τη διαφορετικότητα στην καταγωγή και στην πίστη της Σαμαρείτιδας. Αυτή η επικοινωνία και υπέρβαση κύριο στόχο έχει όχι απλώς το παράδειγμα σεβασμού προς τη Σαμαρείτιδα, αλλά γνωρίζοντας την γενναία προσωπικότητά της, αποσκοπεί στην ίδια την μεταμόρφωσή της σε ισαπόστολο και στη σωτηρία της, μέσω της αληθινής πίστης στο Πρόσωπό του. Η Σαμαρείτιδα αρχικά παρερμηνεύει τους λόγους του Ιησού, ιδιαίτερα τη φράση Του «ζῶν ὕδωρ», ίσως προφανώς γιατί η αυθόρμητη αντίδρασή της βασίζεται στην ανθρώπινη αντίληψη του κόσμου που έχει, καθώς και γιατί της διέφευγαν αρκετά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης πλην της Πεντατεύχου λόγω της σαμαρειτικής καταγωγής της. Βέβαια, ο Ιωάννης που περιγράφει το περιστατικό χρησιμοποιεί συχνά την τεχνική των παρανοήσεων στα κείμενά του και πιθανότατα στέλνει με αυτόν τον τρόπο το μήνυμα ότι δεν είναι αρκετή μια επιφανειακή επικοινωνία με τον Χριστό αλλά για την κατανόηση των λόγων του Χριστού χρειάζεται αληθινή σχέση μαζί του. Ο Ιησούς με μετριοφροσύνη, επιείκεια και μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, αναφέρεται στη δωρεά του Θεού εννοώντας τη σωτηρία του ανθρώπου και την είσοδο του στη βασιλεία του Θεού, που μόνο Αυτός μπορεί να εγγυηθεί.
Η ασήμαντη γυναίκα από τη Σαμάρεια με θάρρος αποκαλεί τον Ιησού «Κύριε» αποδίδοντάς Του τιμή, λέξη που χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως ευγενικός τίτλος κυριότητας, αλλά και αναγνώρισης βασιλικής και θεϊκής ιδιότητας. Τον προσφωνεί αρχικά εντυπωσιασμένη από τους λόγους Του, στη συνέχεια όμως αναγνωρίζοντάς
Του την «κυριότητα» του βασιλέα και τελικά του Θεού.

Μάλιστα στην αφήγηση της συνάντησης του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα υπάρχουν παραλληλισμοί με την αφήγηση της Μεγάλης Παρασκευής. Συγκεκριμένα, ο «πάσχων» Ιησούς ενώ διψά στην καταφρονημένη Σαμάρεια, εντούτοις, αντί να πιει νερό, δίνει «ζωντανό νερό-σωτηρία», και με το πρώτο «ἐγώ εἰμί» στο Ευαγγέλιο αποκαλύπτει τη μεσσιανική του ταυτότητα και δοξάζεται. Αντίθετα, την ίδια – «έκτη» – ώρα της Παρασκευής του Πάσχα στην εκλεκτή Ιερουσαλήμ, ο Πόντιος Πιλάτος παρουσιάζει τον Ιησού με τη φράση «ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν», έναν ταπεινωμένο και «πάσχοντα» Ιησού που «διψά» και του δίνουν να πιει χολή και ξύδι.
Βλέπουμε τον αλλόθρησκο και κατώτερο θεωρούμενο Σαμαρειτικό λαό στο πρόσωπο μιας κοινωνικά απορριμμένης γυναίκας να αποδέχεται τον Μεσσία Χριστό, ενώ ο εκλεκτός ιουδαϊκός λαός στο πρόσωπο των «καθαρών» και κοινωνικά αποδεκτών Γραμματέων και Φαρισαίων να Τον απορρίπτουν και Τον θανατώνουν.

Η εικόνα της αντίθεσης γλαφυρή και διδακτική, με το θεανδρικό Πρόσωπο του Χριστού να πρωταγωνιστεί ως ο «Προσφέρων και Προσφερόμενος», ο «Θύων και Θυόμενος» για χάρη των ανθρώπων, και δίπλα Του να ξεχωρίζει και να τιμάται τελικά μια γυναίκα, η οποία απρόσμενα για τα δεδομένα της θρησκείας, της καταγωγής, της ηθικής και κυρίως του φύλου της κερδίζει μια σημαντική θέση στη Βασιλεία Του.

Ώρα ν ς κτη»(Πατερικές ερμηνείες)

—————————————————-

Η χρονικὴ δήλωση «ὥρα ἦν ὡς ἕκτη» εξυπηρετεί μόνο τον καθορισμό της ώρας και της παρουσίασης του πρωταγωνιστή. Βεβαίως παραμένει ανοιχτό το συχνό ερώτημα, γιατί η Σαμαρείτισσα πηγαίνει στην πηγή για να αντλήσει νερό

ειδικά κατά την πλέον θερμή ώρα της ημέρας.

Οι Πατέρες σχολιάζουν ως εξής την έκτη ώρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα.

Α.Ο Μωυσής μετά τον φόνο ενός Αιγυπτίου ο οποίος κακομεταχειριζόταν ένα συμπατριώτη του, λόγω του φόβου της τιμωρίας από τον Φαραώ, αυτοεξορίζεται.

Φτάνει σε ένα πηγάδι στη γη Μαδιάμ όπου συναντά τη μέλλουσα σύζυγό του Σεπφώρα. Ο Ιώσηπος μας πληροφορεί ότι ήταν μεσημβρία. Την ίδια περίπου ώρα που ο Μωυσής συνάντησε τη Σεπφώρα, συναντά και ο Χριστός στη πηγή του ποιμένος πατριάρχη Ιακώβ (συζύγου της Λεία και τηςΡαχήλ) μία Σαμαρείτισσα. Μία γυναίκα μοναχική, «βδελυκτή» και μισητή (για τα ιουδαϊκά δεδομένα), η οποία επιπλέον έχει ήδη έλθει εις γάμου κοινωνία με έξι διαδοχικούς άνδρες και έχει ενώπιόν της τον κατά σειρά έβδομο. Έτσι, ως κατεξοχήν «Νυμφίος», αποκαλύπτεται στον ακροατή του Ιω κεφ. 2-4 ο σαρκωμένος Λόγος-Σοφία, ο ὤν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός. Κι ενώ ο διάλογος του Μωυσή με τη Σεπφώρα θα οδηγήσει σε σωματική ένωση, ο διάλογος του Χριστού με τη Σαμαρείτισσα θα οδηγήσει σε πνευματική ένωση. Θα αποτελέσει ο Χριστός τον έβδομο άνδρα της, που συμβολικά μπορεί να σημαίνει τον τέλειο πνευματικά. Ο Χριστός γίνεται δηλαδή πνευματικός Νυμφίος για τη Σαμαρείτισσα προσφέροντάς της την αστείρευτη πηγή με το ζων ύδωρ της λατρείας του Θεού εν Πνεύματι και αληθεία

Β.Ο Ωριγένης παρομοιάζει τη Σαμαρείτιδα με τη Ρεβέκκα. Επειδή δε ήταν ἐπαινετὴ ἡ τῆς ῾Ρεβέκκας ὑδρία, οὐ καταλείπεται ὑπ’ αὐτῆς, ἡ δὲ τῆς Σαμαρείτιδος <οὐκ> οὖσα, ὥρᾳ ἕκτῃ ἀφίεται. Η υδρία προφανώς της ομόφυλης συζύγου του Πατριάρχη είναι επαινετή διότι δύναται να ξεδιψάσει, ενώ της Σαμαρίτισσας τελικά αδυνατεί και εγκαταλείπεται κατόπιν κενή. Επίσης μέσω της επισήμανσης της ώρας αποδεικνύεται ότι ο Ιησούς έχει αυθεντικά ανθρώπινο σώμα αφού αισθάνεται την κόπωση της μεσημβρίας:

Γ.Ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει την έκτη ώρα ως τον καιρό κατά τον οποίο περιλάμπεται η ψυχή από παντού από τις ακτίνες της γνώσης λόγω της παρουσίας του Λόγου σε αυτὴν που σηματοδοτεί την παρέλευση της σκιάς του νόμου.

Δ.Ο Θεοφάνης ο Κεραμεύς (1129–1152 μ.Χ.) σχολιάζει ότι η αναφορά στην ώρα φανερώνει το εγκρατές στην τροφή, το λιτό και το φιλόσοφο. Έως το μεσημέρι ο Χριστός ήταν άσιτος, αν και πεζοπορούσε θερμαινόμενος από τον ήλιο. Επίσης η

αναφορά στην ώρα δηλώνει ότι την ίδια ώρα που η Εύα λάμβανε το δηλητήριο της παρακοής, η απόγονη της Εύας Σαμαρείτισσα λάμβανε το λυτήριο της αμαρτίας.

Ε. . Επιπλέον υπάρχουν τρεις μυστικοί λόγοι για την αναφορά της έκτης ώρας:

(α) Πρώτον. ο Χριστός σαρκώθηκε κατά την έκτη ηλικία του κόσμου. Πρόκειται

για ερμηνεία του ιερού Αυγουστίνου.

1ος αιώνας: Από τον Αδάμ στον Νώε

2ος αιώνας: Από τον Νώε στον Αβραάμ

3ος αιώνας: Από τον Αβραάμ στον Δαβίδ

4ος αιώνας Από τον Δαβίδ μέχρι τη μετοίκηση Βαβυλώνας

5ος αιώνας: Από τη μετοίκηση Βαβυλώνας μέχρι τη Βάπτιση Ιωάννη

6ος αιώνας: Ο αιώνας του Χριστού

(β) Δεύτερον ο άνθρωπος δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα και ο Χριστός συνελήφθη τον έκτο μήνα. Υπονοεί το Λκ. 1:26 όπου επισημαίνεται ο «μήνας» της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ.

(γ) Τρίτον ο Κύριος ήλθε και έγινε φορέας μέσω της άνθησης της αγάπης στις καρδιές εξαιρετικής ευημερίας, όπως συμβαίνει και όταν μέσω ήλιος βρίσκεται στην λαμπρότερη του στιγμή (πρβλ. Ιώβ 31:26). Η παρουσία ταυτόχρονα σήμανε τον μαρασμό της φυσικής αγάπης (σωματικής έλξης).

ΣΤ. Πιθανόν ο Ευαγγελιστής θέλει να δημιουργήσει την εξής αντίθεση στους ακροατές του. Όντως η Σαμαρείτιδα βρισκόταν σε μια ασυνήθιστη ώρα για άντληση νερού η οποία γινόταν πρωί ή απόγευμα όπου ο ήλιος δεν έκαιγε.

Βεβαίως όμως ήταν η κατάλληλη ώρα για να αποκομίσει το «ζων ύδωρ» από τον «πνευματικό ήλιο». Το ζωντανό ύδωρ (που συνιστά παράδοξο, καθώς το ύδωρ ακόμη και νεαρό [< νερό] είναι νεκρό), αποτελεί στο ευαγγέλιο του Ιωάννη μεταφορά της παρουσίας του Πνεύματος, δεν ξεδιψά απλώς αλλά μεταμορφώνει τον φορέα του σε ζωοδόχο πηγή που μετατρέπει τη στέπα που τον περιβάλλει σε παράδεισο.( Σάββα Αγουρίδη, Ερμηνεία Καινής Διαθήκης 4. Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο Α΄ Κεφ. 1)

Ζ.Ταυτόχρονα στην αφήγηση περί της έκτης ώρας της Μεγάλης Παρασκευής υπάρχουν παραλληλισμοί με εκείνη της Σαμαρίτισσας: (α) Στα εδάφια 4:6 και 19:1 κ.ε. ο Ιησούς παρουσιάζεται ως πάσχων. (β) Ο Ιησούς στην πηγή του Ιακώβ

την έκτη ώρα με το πρώτο ἐγώ εἰμί αποκαλύπτει τη μεσσιανική του ταυτότητα. Την ίδια ώρα της Παρασκευής του Πάσχα στην αγία Πόλη ο Πιλάτος παρουσιάζει στους Ιουδαίους τον Ιησού με τις λέξεις ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν (γ) Ο βδελυκτός Σαμαρειτικός λαός αποδέχεται το Νυμφίο ενώ ο ιουδαϊκός, ο ἴδιοι, τον απορρίπτουν και τον θανατώνουν φρικτά ενώ εκείνος και πάλι θα κραυγάσει

Διψώ όπως στη Σαμαρίτισσα (Ιω 4:6,19,28).

Η ΣΤΑΜΝΑ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

«Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει, τοις ανθρώποις» (Ιω. Δ’, 28).

Γιατί άφησε τη στάμνα της; Θα μπορούσε να πει κανείς σαν πρώτη εξήγηση ότι την ξέχασε. Την ξέχασε, για να πάει να φέρει το μήνυμα. Αλλά κάθε μέρα, ή μέρα παρά μέρα, ερχότανε να πάρει νερό για τη λάτρα του σπιτιού και να πιει η πολυμελής οικογένεια, την οποίαν είχε. Τώρα λοιπόν γι’ αυτό το λόγο ήρθε. Είναι δυνατόν να έφυγε με άδεια χέρια; Να μην πάρει τη στάμνα γεμάτη νερό για τη χρεία; Αλλά, αδελφοί μου, η σημερινή μέρα δεν είναι σαν τις άλλες. Σήμερα δεν είναι σαν τις άλλες μέρες που έπαιρνε νερό και πήγαινε στο σπίτι της.

Σήμερα συνέβη γεγονός, το οποίον είναι συγκλονιστικό γι’ αυτή. Η συνάντησή της με τον Κύριο και η συνομιλία της μαζί Του έφερε μία μεταβολή και αναστάτωση και ανατροπή, θα έλεγα, σε ολόκληρο τον ψυχικό της κόσμο και στα όσα ως τώρα κυριαρχούσαν μέσα της.

Αυτή η μεταβολή δεν είναι δική μου κρίση, αλλά καταφαίνεται από τα λόγια τα οποία πήγε και είπε, μόλις συνάντησε τους συμπατριώτες της. Λέει: «Δεύτε ίδετε άνθρωπον (ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο) ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα» (Ιω. Δ’, 29).

Αυτές οι λέξεις «είπέ μοι πάντα όσα εποίησα…» δείχνουν έναν εσωτερικό κόσμο, ο οποίος έχει αναστατωθεί, ο οποίος έχει ανακαινισθεί. Ελάτε να δείτε κάποιον που μου φανέρωσε ό,τι έχω κάμει στη ζωή μου΄ «μήτι ούτός εστιν ο Χριστός;» (Ιω. Δ’, 29). Αυτή έχει βεβαιωθεί ότι είναι ο Χρι­στός, διότι της το ομολόγησε ο Κύριος και το βεβαίωσε΄ αλλά το λέει έτσι για να κινήσει το ενδιαφέρον.

Τα λόγια αυτά δείχνουν ότι σήμερα έγινε κάτι κοσμογονικό μέσα στην καρδιά της. Λέει ο ι. Χρυσόστομος: «Ούτως υπό των ειρημένων ανήφθη, ώστε και την υδρίαν αφείναι και την χρείαν δι’ ην παρεγένετο» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG).

Από όσα της είπε ο Χριστός άναψε τέτοια φωτιά μέσα της, ώστε και τη στάμνα και τη δίψα να ξεχάσει. Το σκοπό για τον οποίο ήρθε, να ξεδιψά­σει αυτή και η οικογένειά της, τον ξεχνάει. Από τί; Από τη φωτιά που άναψε μέσα της.

Εν πάση περιπτώσει είναι δυνατόν να την ξέχασε τη στάμνα, αλλά είναι και δυνατόν να την άφησε εσκεμμένα εκεί. Γιατί να την άφησε εσκεμμένα; Διότι από αυτή την ημέρα και μετά, από αυτή τη συνομιλία, όπως είπα, ένας καινούργιος κόσμος έχει ανοιχθεί μπροστά της και με και­νούργια μέτρα μετράει τώρα τα πράγματα της ζωής.

Λέει ένας ερμηνευτής: «Διατίθεται η γυνή προς το ύδωρ ως ο Ιησούς μετ’ ολίγον εις τον άρτον» (Βλ. Τρεμπέλας Π. Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. «Σωτήρ», σελ. 153). Ο Κύριός μας, όταν πήγαν οι μαθητές και του έφεραν το ψωμί, τους είπε: Εγώ έφαγα. Την ξέχασε τη σωματική Του πείνα με όσα είχε ειπωμένα με τη Σαμαρείτιδα.

Οπως ο Κύριος ξέχασε την πείνα, έτσι ξέχασε κι αυτή τη δίψα. Έτσι ξέχασε τώρα και το σταμνί. Γιατί; Γιατί είναι δευτερευούσης σημασίας πράγματα. Διότι άλλα πράγματα τώρα πήραν την πρώτη θέση μέσα στη ζωή της και την πολιτεία της.

Αλλά ακόμα, αδελφοί μου, αυτή η στάμνα η εγκαταλελειμμένη είναι γι’ αυτή τη γυναίκα μία ανάμνηση, αν θέλετε, αντιπροσώπευση της ζωής που έκανε ως τώρα. Δεν τη θέλει πια αυτή τη ζωή. Την εγκαταλείπει αυτή τη ζωή.

Καινούργια ζωή αρχίζει και ως εκ τούτου μπορεί να εγκαταλείψει και τη στάμνα, διότι της θυμίζει την απο­γοήτευση που δοκίμασε ζώντας χωρίς το Χριστό. Δεν το έβλεπε πρώτα αυτό, τώρα το βλέπει. Γιατί τώρα γνώρισε το Χριστό. Τώρα άκουσε τη διδασκαλία Του. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της τα πνευματικά και έτσι, ας πούμε, η στάμνα, σαν ένας αντιπρόσωπος εκείνης της παλιάς ζωής, της είναι πλέον περιττή.

Λέει ένας ερμηνευτής: «Ούτως άρα ταχέως προετίμησε το ύδωρ του Χριστού της του Ιακώβ πηγής» (Βλ. Τρεμπέλας Π. Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. «Σωτήρ», σελ. 153). Ξεχνάει τη δίψα. Προτιμάει το νερό που έδωσε ο Χριστός. Το ύδωρ το ζων, που όποιος πιει απ’ αυτό, καθώς της είπε, δεν ξαναδιψάει.

Προτιμάει αυτό το νερό παρά το νερό απ’ το πηγάδι του Ιακώβ. Και λέει ο Ι. Χρυσόστομος μία παρατήρηση, την οποίαν σας παρακαλώ να την προσέξουμε, διότι από κει βγαίνει το δίδαγμά μας. «Ήλθεν υδρεύσασθαι (ήλθε για να πάρει νερό) και επειδή της αληθινής πηγής επέτυχε (και επειδή τώρα βρήκε την αληθινή πηγή με το ζωντανό νερό), κατεφρόνησε της αισθητής (κατεφρόνησε την πηγή την υλική) διδάσκουσα ημάς… (τί μας διδάσκει;) εν τη των πνευματικών ακροάσει πάντων υπεροράν» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG).

Οταν έχουμε μπροστά μας τον καινούργιο πνευματικό κόσμο και ασχο­λούμεθα με αυτόν και τον μελετάμε, τον κόσμο που μας φανερώνει ο Χριστός και το Ευαγγέλιό Του, όλα πρέπει να τα περιφρονούμε.

«Πάντων υπεροράν των βιοτικών και μηδένα λόγον αυτών ποιείσθαι» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG) και δεν κάνουμε κουβέντα πλέον γι’ αυτά τα πράγματα. Όλα όσα συζη­τούσε ως τώρα δεν την ενδιαφέρουν πλέον. Αλλες κουβέ­ντες κάνει τώρα, που τις εμπνέει ο Χριστός και η διδα­σκαλία Του. Αυτό είναι το μήνυμα για μας.

…..Υπάρχει και άλλος ένας λόγος, αδελφοί μου, που μπο­ρεί γι’ αυτό να άφησε τη στάμνα. Αυτή ξεκινάει να τρέξει να φέρει ένα μήνυμα. Μήνυμα ιεραποστολής και σωτη­ρίας. Η στάμνα είναι βαριά. Η στάμνα είναι ένα βάρος. Αυτή θέλει νά ‘ναι εύζωνας. Δεν θέλει νά ‘χει βάρη επάνω της. Γιατί το έργο της ιεραποστολής του Χριστού δεν επι­δέχεται βάρη.

Και την αφήνει τη στάμνα για να γίνει γνήσια ιεραπόστολος. Και έγινε γνήσια ιεραπόστολος. Μας το λέει το ευαγγέλιο. Ηλθαν οι Σαμαρείτες και παρακαλούσαν τον Κύριο να μείνει. Αλλά μας το λέει και η εκκλησιαστική μας ιστορία με το βίο της και με το μαρτύ­ριό της. Λοιπόν, η στάμνα ήταν βάρος γι’ αυτήν. Η ιεραποστολή θέλει εύζωνους στρατιώτες.

Τώρα προσέξτε κάτι. Ο κάθε πιστός, από την ώρα που συνειδητοποιεί την πίστη του και τη διδασκαλία του Χριστού μας, είναι ιεραπόστολος και πρέπει να φέρνει αυτό το μήνυμα κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο στους συνανθρώπους του. Για να είναι ιεραπόστολος και να φέρνει αυτό το μήνυμα, δεν πρέπει νά ‘χει βάρη επάνω του.

Πόσες βαριές στάμνες, υδρίες, κουβαλάμε εμείς, ρωτήστε τον εαυτόν σας. Γεμάτες με εγωισμό, δειλία, ασυνέπεια, ακόμα και με νόμιμες απαιτήσεις της ζωής… Τις κουβαλάμε και αυτό είναι εμπόδιο στην ιεραποστολή μας και στο έργο μας το ιεραποστολικό. Λέει ο ι. Χρυσόστομος: «Οταν γαρ πυρωθή ψυχή τω πυρί τω θείω, προς ουδέν των εν τη γη λοιπόν ορά..» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG).

Αμα ανάψει η φωτιά του Χριστού μεσ’ την καρδιά, δεν βλέπει ο άνθρωπος τα γήινα πράγ­ματα. «Ενός εστι μόνου, της κατεχούσης αυτήν φλο­γός» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG). Η ψυχή ένα πράγμα νιώθει και αισθάνεται, τη φλόγα που την καίει.

(Αρχ.Χριστόδουλος Φάσσος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s