Η ψυχή του ήταν ασυγκρίτως ανώτερη από την ευφυΐα του»

mitropolitis_old1

(Πέντε χρόνια από τον θάνατο

του μακαρίου Μητροπολίτη μας Μελετίου)

 

Η χρονική απόσταση από τα πράγματα και τα γεγονότα και πριν απ’ όλα από τα πρόσωπα, έχει διπλό αποτέλεσμα. Άλλα τα κάνει θαμπά και λησμονημένα και άλλα τα αποκαθαίρει από την σκόνη της καθημερινής τύρβης, που μοιραία επικάθεται σ’ αυτά από την αναταραχή της κίνησης. Όταν η κίνηση σιγά και παύει, τότε το τοπίο αποσαφηνίζεται και τότε αποδεικνύεται αν είναι ενδιαφέρον και γοητευτικό, ή είναι σύνηθες και αδιάφορο.

Από αυτόν τον αδήριτο νόμο κανείς δεν γίνεται να εξαιρεθεί. Φυσικά δεν εξαιρέθηκε ούτε ο μακάριος μητροπολίτης μας Μελέτιος. Πέντε χρόνια πέρασαν από την κοίμησή του. Βέβαια αν, όπως λέει το Ψαλτήρι, στα μάτια του Θεού… χίλια χρόνια είναι σαν την χθεσινή μέρα που τελείωσε, τότε πέντε χρόνια είναι απειροελάχιστα για Εκείνον (και φυσικά και για τον π. Μελέτιο), όμως για μας, είναι εγκαυστικό αποτύπωμα νοσταλγίας και έλλειψης!

Ο π. Μελέτιος ήταν προσωπικότητα ιδιαίτερης ευφυΐας, όμως με τρόπο που η ευφυΐα του προσέγγιζε τον τρόπο της ευφυΐας των αγίων. Τι σημαίνει αυτό; (Ίσως σε κάποιους φανεί υπερβολή, όμως δεν είναι). Σημαίνει ότι για τον π. Μελέτιο, η ευφυΐα του δεν ήταν υπόθεση για την οποία καυχιόταν. Ήξερε βαθιά το αποστολικό: «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες, εἰ δέ ἔλαβες τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;» (Α’ Κορ. 4, 7), όπως επίσης και εκείνο της Κλίμακος του Ιωάννου: «Ὅσα σοί πρό τῆς σῆς γεννήσεως καθέστηκε ἐπί τούτοις μόνοις ἐπαίρου. Τά γάρ μετά τήν γέννησιν, ὡς καί τήν γέννησιν, ὁ Θεός ἐχαρίσατο» (Λόγος Περί Περιφανείας) δηλαδή: «Για όσα είχες και ήταν δικά σου πριν γεννηθείς, για αυτά και μόνο να καυχιέσαι! Όλα τα μετά την γέννησή σου καθώς και την ίδια την γέννηση σού την χάρισε ο Θεός»!

Οι πολλές του δυνατότητες και η σωματική του αντοχή (που κλονίστηκε σημαντικά στο ατύχημα στην Γιουγκοσλαβία) δεν τον έκαναν ξιπασμένο. Αντιθέτως κατά την λογική και την τάξη του Χριστού (που ήταν η μόνη που αποδεχόταν) του έδωσαν την δύναμη να ακούει με υπομονή κάθε άνθρωπο, ακόμα και τον πιο ανόητο, να συγκαταβαίνει και να μπορεί να υποβιβάζει τον εαυτό του. Ήξερε από τον Χριστό, ότι μόνο αν είσαι μεγάλος μπορείς να κάνεις τον εαυτό σου μικρό! Ο μικρός δεν αντέχει… να μικρύνει!

Μας δίδασκε ευκαίρως ακαίρως ότι «Ο χριστιανός δεν μετριέται με τον διπλανό, μετριέται με τον ουρανό». Δηλαδή ο άνθρωπος του Θεού δεν ψάχνει εύκολες συγκρίσεις, ψάχνει ισοβίως να μικρύνει την απόσταση που τον χωρίζει από τον Χριστό, αυτή είναι η όντως σύγκριση.

Τον π. Μελέτιο, τα προβλήματα κάθε στιγμής τον οδηγούσαν σε πολύ ευρύτερα ενδιαφέροντα. Του άνοιγαν προοπτικές, δεν τα άφηνε να του γίνουν εμπόδιο. Έψαχνε πάντα τι θέματα φέρνουν, και πώς θα τα δούμε. Είχε προβλεπτικότητα και ωριμότητα κρίσης, που τον ελευθέρωνε από το επίκαιρο και στιγμιαίο και τον μετέφερε στο σταθερό και αιώνιο. Είχε ιδιαίτερα ισορροπημένη κρίση και απέφευγε σοφά τις ακρότητες, αρετή ιδιαιτέρως χρήσιμη, γέννημα της «προσούσης αὐτῷ διακρίσεως».

Πίστευε απολύτως, ότι το ουσιαστικό είναι, να θαυμάζεις μόνον, αυτό που αξίζει να το θαυμάζεις μ’ όλη σου την ψυχή!! Θαύμαζε τον Χριστό, μ’ όλη του την ψυχή. Τον αγαπούσε περισσότερο και από την ψυχή του και Τον πίστευε με όλες τις δυνάμεις του εαυτό του (της ψυχής του!). Έλεγε: «Αν παραδεχόμαστε κάτι ως καλό, πρέπει να θέλουμε να το κατακτήσουμε. Αν δεν το κάνουμε, είναι δειλία». Στον κόπο της αγάπης του για τον Χριστό δεν έβρισκε χώρο κανενός είδους δειλία. Εξ όλης ψυχής, εξ όλης διανοίας, εξ όλης ισχύος λάτρευε τον Χριστό. Διαλυμένος σωματικά στη δεύτερη εγχείρηση της καρκινικής μετάστασης δεν διενοείτο να καταλύσει την νηστεία! Και ένα απόγευμα, όταν είχε επιστρέψει στην Μητρόπολη, τον βρήκα κάθιδρο και κάτασπρο (είχε 28 χειρουργικά ράμματα στην περιοχή του συκωτιού που ακόμη δεν είχαν κοπεί) να προσπαθεί να προσευχηθεί κάνοντας στρωτές μετάνοιες!!

«Θύμωνε» και διαφοροποιόταν πλήρως από την αντίληψη ότι η χριστιανική ζωή είναι στοχασμός και συναισθήματα. Πίστευε ακράδαντα ότι η χριστιανική ζωή πρέπει να είναι υποστατή, αληθινή και ένσαρκη και όχι απλά μια θεολογική άσκηση και μια θρησκευτική απασχόληση, για όσους… «έτσι την βρίσκουν». Δίδασκε και επεξηγούσε ότι η δράση και λειτουργία της χριστιανική ζωής είναι να λούζει με φως ολόκληρη την κοσμική ζωή, δημόσια και ιδιωτική, χωρίς να τις εξουσιάζει. Δεν κατακυριεύουμε της συνειδήσεως κανενός, έλεγε μαζί με τον απόστολο Παύλο. Έψαχνε το Φως του Χριστού, με τον κόπο, της νηστείας, της προσευχής, της εγκράτειας, της συνέπειας σε όλα.

Με όλα αυτά η ψυχή του σιγά-σιγά έγινε όντως ασυγκρίτως ανώτερη από την ευφυΐα του. Ξέφυγε νικηφόρα την παγίδα της φιλαυτίας, αφού είχε βαθιά συνείδηση ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι απλώς κανόνες συμπεριφοράς, αλλά ισχύει και λειτουργεί το: «διά τήν ἀλήθειαν ἐστιν ἡ ἀρετή». Έλεγε ειρωνευόμενος, ότι σήμερα η θρησκεία είναι κάτι που έχει περιοριστεί στο πρωί της Κυριακής ως ειδικό hobby! Έτσι όμως η καρδιά δεν αλλάζει, έλεγε. Επεξηγούσε ότι όταν ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει για τον Λόγο εννοεί μια σχέση… όχι λόγια! Απ’ αυτή τη σχέση και το βαθμό γνησιότητάς της αποκτιέται η ποιότητα της ψυχής.

Τώρα λοιπόν, που περνάνε τα χρόνια και φεύγει ο κουρνιαχτός της επικαιρότητας, βλέπουμε ένα άνθρωπο που πέρασε την ιερατική του ζωή «για την αγάπη του ανθρώπου και την δοξολογία του Θεού» (Ντ. Τόμας). Που δεν ήταν απλώς διανοητής και έξυπνος, αλλά ιερέας αφομοιωμένος με τον Χριστό. Που ήταν μέτρο και δείκτης πορείας. Που ήταν αστέρας φαεινός, αστέρι ολόφωτο. Που ήταν άνθρωπος αφημένος να οδηγείται από το Πνεύμα του Θεού. Που ήταν άνθρωπος που είχε εγκαταλείψει την χώρα του εγωκεντρισμού και οδοιπορούσε στο «άγιο ταξίδι», έχοντας σε αρμονία την προσευχή, την εργασία και την ανάπαυση.

CIMG7372

Ήρθε, στο τέλος της ζωής του, και η πενταετής ταλαιπωρία του καρκίνου και των εγχειρίσεων και χημειοθεραπειών, που σε μας, τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του, φανέρωσαν πασίδηλα την ελευθερία του από τον εγωκεντρισμό, όταν δεν διενοείτο να του πλύνουμε τα ρούχα, ή να του κάνουμε μικροδιευκολύνσεις… Ο επιθανάτιος λόγος του ποιητή Λόπε Ντε Βέγκα: «Αχ, να είχα κάνει ένα καλό ακόμα» τον συνείχε και τον γοήτευε! Ήθελε εκείνος ο ποιητής, ένα-κάτι καλό ακόμα, πριν αναχωρήσει για την συνάντηση με την Αλήθεια – τον Χριστό. Αυτό ήθελε και έψαχνε και ο π. Μελέτιος αφήνοντάς το σε μας παρακαταθήκη ζωής και επιδιωκόμενο αναζήτησης και απόκτησης απ’ όλους.

Ας έχουμε όλοι την ευχή του, και ας τον παρακαλούμε επισκεπτόμενοι τον τάφο του, και τώρα με την ευκαιρία του μνημοσύνου, αλλά και ευκαίρως-ακαίρως όταν περνάμε από τον άγιο Κωνσταντίνο, να προσεύχεται για μας προς τον Χριστό.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

     ΚΑΛΥΜΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ(Ιω.Καρδάση)

59063_443097459090477_49528423_n

 

Ο απόστολος Παύλος, για να διορθώσει την αταξία που επικρατούσε κατά τις συναθροίσεις της κοινότητας της Κορίνθου, στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του (11. 2-16), οριοθετεί τα της θέσης των ανδρών και των γυναικών κατά τη θ. λατρεία και την εν γένει ευταξία στις συνάξεις αυτές.

 

Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Επαινώ δε υμάς ότι πάντα μου μέμνησθε και, παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε. Θέλω δε υμάς ειδέναι ότι παντός ανδρός η κεφαλή ο Χριστός εστιν, κεφαλή δε γυναικός ο ανήρ, κεφαλή δε του Χριστού ο θεός. πας ανήρ προσευχόμενος ή προφητεύων κατά κεφαλήν έχων καταισχύνει την κεφαλήν αυτού. πάσα δε γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα ακαταλύπτω τη κεφαλή καταισχύνει την κεφαλήν αυτής. εν γαρ εστιν και το αυτό τη εξυρημένη. ει γαρ ου καταλύπτεται γυνή, και κειράσθω. Ει δε αισχρόν γυναικί το κειράσθαι ή ξυράσθαι, κατακαλυπτέσθω. Ανήρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλύπτεσθαι την κεφαλήν εικών και δόξα θεού υπάρχων. η γυνή δε δόξα ανδρός εστιν. ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός αλλά γυνή εξ ανδρός. και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα αλλά γυνή δια τον άνδρα. δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους. πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν κυρίω. ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός. τα δε πάντα εκ του θεού. Εν υμίν αυτοίς κρίνατε. Πρέπον εστίν γυναίκα ακατάλυπτον τω θεώ προσεύχεσθαι; ουδέ η φύσις αυτή διδάσκει υμάς ότι ανήρ μεν εάν κομά ατιμία αυτώ εστιν, γυνή δε εάν κομά δόξα αυτή εστιν; ότι η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή. Ει δε τις δοκεί φιλόνεικος είναι, ημείς τοιαύτην συνήθειαν ουκ έχομεν ουδέ αι εκκλησίαι του θεού».

 

Το γενικότερο νόημα της περικοπής αυτής είναι φανερό, αν και κάποια επιμέρους σημεία είναι δύσκολα. Μια μερίδα μελών της Εκκλησίας της Κορίνθου (εξ εθνικών Χριστιανοί) επεδίωκαν μια εξίσωση των δυο φύλων κατά την προσευχή στη θ. λατρεία με μια κοινή εμφάνιση της κόμης της κεφαλής ανδρών και γυναικών, ερμηνεύοντας έτσι το παύλειο ρητό: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3. 28) και θεωρώντας το ως πλήρη εξίσωση ανδρών και γυναικών κατά τη θ. λατρεία και σκανδαλίζοντες έτσι άλλη μερίδα μελών της Εκκλησίας (των εξ Ιουδαίων Χριστιανών).

 

Ο Παύλος, προκειμένου να ανατρέψει την εσφαλμένη αυτή αντίληψη των εξ εθνικών Χριστιανών, χρησιμοποιεί το επιχείρημα, ότι κάθε πρόσωπο οφείλει υποταγή σε ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κεφαλή. Έτσι: ο Θεός (Πατέρας) είναι η κεφαλή του Χριστού (Υιού), ο Χριστός είναι η κεφαλή του άνδρα και ο άνδρας είναι η κεφαλή της γυναίκας. Η σειρά αυτή υποδηλώνει και ένα είδος υποταγής, γιατί ισχύει, ότι το αρχαιότερο υπερέχει σε αξία και σημασία.

 

Εκτός αυτών, ο Παύλος οριοθετεί τα της εμφάνισης της κόμης των ανδρών και των γυναικών (όλων των γυναικών και όχι μόνο των ύπανδρων) κατά τη θ. λατρεία. Ο Παύλος εξηγεί, ότι η αυτή κόμμωση ανδρών και γυναικών δεν υπονοεί και την ισότητα αυτή. Αντίθετα, η διαφορά στην κόμη μεταξύ ανδρών και γυναικών υποδηλώνει τη θέση κάθε ενός έναντι του άλλου και όλων έναντι του Θεού. Ο άνδρας λοιπόν πρέπει να έχει ακάλυπτη την κεφαλή, που σημαίνει να έχει κοντή κόμη και όχι μακριά και τούτο διότι η μακριά κόμη θεωρείται, ότι είναι κάλυμμα της κεφαλής. Αντίθετα, η γυναίκα πρέπει να μην έχει κοντή κόμη ή (όπως συνηθιζόταν) να μην έχει κόμη μαζεμένη και δεμένη ψηλά στο κεφάλι της, αλλά θα πρέπει η κόμη της να είναι μακριά και να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω, οπότε η κόμη αυτή θεωρείται ως κάλυμμα της κεφαλής της. Ο Παύλος σ’ αυτό το θέμα είναι κατηγορηματικός και σαφής: «η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή», δηλ. τα μαλλιά της έχουν δοθεί αντί για κάλυμμα. Από την άλλη πλευρά, το να έχει ο άνδρας μακριά μαλλιά, δηλ. να έχει κάλυμμα στην κεφαλή, εκτός του ότι είναι αφύσικο και δηλώνει θηλυπρέπεια, από την άλλη ντροπιάζει το Χριστό, γιατί αντί να έχει Αυτόν για κάλυμμα, αυτός έχει τα μακριά μαλλιά του για κάλυμμα. Η γυναίκα όμως έχει για κάλυμμα της κεφαλής της τα μακριά μαλλιά της, αν δε έχει τα μαλλιά της σηκωμένα ή έχει κοντά μαλλιά, τότε είναι σαν να είναι ξυρισμένη και επομένως να μην έχει κάλυμμα στην κεφαλή. Στην περίπτωση αυτή, που η γυναίκα δηλαδή δεν διαθέτει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά της), τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή, που είναι ένα πέπλο, ένα βέλο, ένα μαντήλι, κ.λπ. Επί πλέον τα μαλλιά της την προφυλάσσουν από ζηλόφθονα και κακόβουλα πνεύματα («αγγέλους», δηλ. δαίμονες), που επιβουλεύονται την εικόνα της εικόνας του Χριστού («δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους»).

 

Την ανωτέρω επεξήγηση την βρίσκουμε σε μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως στον Ιω. Χρυσόστομο και τον Μ. Φώτιο: έτσι ο Χρυσόστομος στην 26η ομιλία του, αναλύοντας το χωρίο καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η γυναίκα αν τρέφει κόμη αυτή είναι δόξα της «διότι τα μακριά μαλλιά της εδόθησαν δια κάλυμμα». Και αν της δόθηκαν για κάλυμμα τότε για ποιο λόγο πρέπει να προσθέτει και άλλο κάλυμμα; Ώστε όχι μόνο από τη φύση αλλά και από την δική της προαίρεση να ομολογεί την υποταγή» (PG 61. 211-216). Ο Μ. Φώτιος στα «Αμφιλόχια, ερωταπόκρισις ρα΄» δεν είναι τόσο σαφής, όσο ο Χρυσόστομος, αλλά παρ’ όλα αυτά συνδέει το κάλυμμα της κεφαλής με τα μαλλιά. Έτσι σε ένα απόσπασμα λέγει ότι: «Ο άνδρας δηλαδή για να μην ντροπιάσει το κεφάλι του το έχει ακάλυπτο (γιατί δεν είναι λογικό ν’ αφαιρεί κανείς τα μαλλιά που του έδωσε η φύση και να εφευρίσκει κάποιο εξωτερικό κάλυμμα), για τη γυναίκα όμως το κάλυμμα είναι χρέος (δηλ. το φυσικό κάλυμμα, τα μαλλιά της). Σε άλλο σημείο κάνει αντιδιαστολή του φυσικού καλύμματος με το τεχνητό και εκεί που δεν υπάρχει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά), τότε εφαρμόζεται το τεχνητό (το πέπλο). Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης παραθέτει μιαν άλλη ερμηνεία του θέματος που θα δούμε παρακάτω σε κάποιες παρατηρήσεις του σε ερμηνεία κανόνων.

 

Στο κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας έχουμε αναφορές στον καλλωπισμό της κεφαλής και την κόμη ανδρών και γυναικών γενικώς σε δυο κυρίως κανόνες: στον 96ο της Πενθέκτης Οικουμενικής και τον 17ο της Συνόδου της Γάγγρας. Ως προς την κόμη των κληρικών και μοναχών έχουμε άλλους κανόνες, που θα αναφερθούν και αυτοί. Έτσι, ο 96 της Πενθέκτης (691) αναφέρει την κουρά των μαλλιών της κεφαλής των ανδρών μέχρι και του πλήρους ξυρίσματος. Ο ιζ΄ της Γάγγρας (340) αναφέρεται στην κουρά των γυναικών και επιβάλλει για την πράξη αυτή αναθεματισμό. Το σχόλιο του αγ. Νικοδήμου στον κανόνα αυτό είναι: «Η γυνή χρεωστεί να έχη εις την κεφαλήν της εξουσίαν, ήτοι σημείον της εξουσίας του ανδρός, και της προς τον άνδρα υποταγής, το οποίον είναι και το φυσικόν σκέπασμα των μαλλίων, και το εξωτερικόν σκέπασμα την μανδήλαν». Μόνο για αληθινή άσκηση κουρεύει η γυναίκα τα μαλλιά της (όπως οι μοναχές), οπότε τότε καλύπτει την κεφαλήν της με μανδήλα.

 

Για την κουρά της κόμης της κεφαλής των κληρικών και μοναχών, ακόμη και της απόλυτης ξύρησής της, αναφέρουν διεξοδικά οι κανόνες: λθ΄ Αποστολικός, δ΄ της Δ΄, κα΄, λγ΄, μβ΄ της Πενθέκτης, β΄, ε΄  της ΑΒ΄, καθώς και οι Πατέρες: Μ. Αθανάσιος (περί παρθενίας λόγος), Γρηγόριος Θεολόγος (α΄ ειρηνικός), Ιω. Χρυσόστομος (ομιλία νστ΄), Κλήμης Αλεξανδρείας (Παιδαγωγός), Επιφάνιος Κύπρου (PG 42. 765-8), Ιερώνυμος (PL 25. 437), Ευστάθιος Θεσσαλονίκης και Νικόδημος Αγιορείτης (Πηδάλιο).

 

Από τις ανωτέρω καταγραφές, διαφαίνεται η θέση της Εκκλησίας σχετικά με την κόμη της κεφαλής ανδρών και γυναικών, τόσο στη θ. λατρεία, όσο και γενικότερα. Έτσι, ο άνδρας δύναται γενικώς να φέρει ή να μη φέρει κάλυμμα κεφαλής, εκτός από τη θ. λατρεία, όπου θα πρέπει οπωσδήποτε να μη φέρει κάλυμμα της κεφαλής. Επίσης οφείλει πάντοτε να έχει κουρεμένα τα μαλλιά του και να μη φέρει μακριά κόμη. Αντίθετα, η γυναίκα δεν πρέπει να έχει κοντή κόμη ή να έχει τα μαλλιά της σηκωμένα σε κότσο, αλλά παντού και πάντοτε και στη θ. λατρεία θα πρέπει να έχει τα μαλλιά της μακριά, δηλ. να τρέφει κόμη, η οποία αποτελεί και το κάλυμμα της κεφαλής της. Αν όμως η γυναίκα έχει κοντά μαλλιά ή σηκωμένα μαλλιά, τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή της, καθότι απουσιάζει το φυσικό της κάλυμμα, που είναι σε κάθε περίπτωση τα μακριά της μαλλιά.

 

20.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ

Agia_Grafh_03

π. Δημητρίου Μπόκου

Πολὺ τῆς μόδας ἔγιναν στὴν ἐποχή μας καὶ θεωροῦνται μοντέρνες ἰδέες τὰ θολά, βαλτωμένα ἀπόνερα πολὺ παλιῶν θρησκευτικῶν θεωριῶν γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποιά εἶναι ἡ σημασία του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ νὰ μιλάει κανεὶς σήμερα μὲ τοὺς «παρωχημένους» ὅρους Χριστός, Παναγία, Ἁγία Τριάδα, προσευχή, ἄγγελος, δαίμονας, διάβολος, ἅγιος, θαῦμα, Θεὸς καὶ μάλιστα Θεός-πρόσωπο, εἶναι πολὺ ξεπερασμένο. Ἀντιθέτως ἂν πεῖ τὶς μαγικὲς λέξεις ἀνώτερη ἢ ἀπρόσωπη δύναμη, συμπαντικὴ ἢ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἐνέργεια, προσωπικὴ αὔρα, διαλογισμός, γιόγκα, ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία κ. λ. π., εἶναι εὐθυγραμμισμένος ἀπόλυτα μὲ τὴν προοδευτική, κουλτουριάρικη διανόηση, πού, νομίζοντας ὅτι ἔχει ἐξελιχθεῖ καὶ φθάσει σὲ ἀνώτερη «γνώση», περιφρονεῖ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὴ «γνώση» αὐτή.

Ἀλλὰ τί σημαίνει ἀπρόσωπη δύναμη; Μιὰ δύναμη ποὺ δὲν προσωποποιεῖται σὲ μιὰ συγκεκριμένη ὀντότητα. Μιὰ οὐσία, μιὰ φύση ποὺ δὲν ὑλοποιεῖται σὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἐνσυνείδητη μορφή, δὲν «ὑποστασιάζεται» σὲ πρόσωπο, ὅπως λέει ἡ θεολογικὴ γλώσσα, δὲν ἀποτελεῖ μιὰ αὐτοτελῆ ὕπαρξη. Συνεπῶς δὲν ἔχει τὰ γνωρίσματα, τὶς ἰδιότητες ἑνὸς διακεκριμένου ὄντος. Δηλαδὴ δὲν ἔχει καμμιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της. Δὲν ξέρει ὅτι ὑπάρχει, ἐφόσον δὲν μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ. Εἶναι ὑποταγμένη στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση της. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία νὰ κινηθεῖ ἔξω ἀπὸ αὐτούς, νὰ ἐνεργήσει, νὰ κάνει κάτι διαφορετικό. Δὲν ἔχει προσωπικὴ θέληση, οὔτε προσωπικὰ συναισθήματα ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο προσωπικὸ χαρακτηρίζει μιὰ χωριστὴ ὕπαρξη.

Ἂς τὸ δοῦμε, γιὰ πιὸ εὔκολα, σὲ μιὰ φυσικὴ δύναμη. Ἂς πάρουμε τὴν ἐνέργεια σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς γνωστές της μορφές, π. χ. τὸν ἠλεκτρισμό. Γεμίζει τὸν φυσικὸ κόσμο, χωρὶς νὰ ὑλοποιεῖται σὲ μία συγκεκριμένη, ξεχωριστή, συνειδητὴ ὕπαρξη, ποὺ νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σκέφτεται, νὰ αἰσθάνεται, νὰ γνωρίζει ἄλλα ὄντα, νὰ ἔρχεται σὲ σχέση μαζί τους, νὰ ἀγαπᾶ ἢ νὰ μισεῖ. Ὅποιος τὸ ἰσχυρισθεῖ αὐτὸ θὰ θεωρηθεῖ ἀμέσως ἠλίθιος. Ἐκδηλώνεται μόνο ὅπως ἐπιβάλλουν οἱ φυσικοὶ νόμοι ποὺ τὴν διέπουν. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία οὔτε θέληση νὰ πράξει κάτι ποὺ δὲν ἐντάσσεται στοὺς νόμους αὐτούς. Δὲν ἔχει συνείδηση τῆς ὕπαρξής της, δηλαδὴ δὲν ξέρει κὰν ὅτι ὑπάρχει σὰν οὐσία ἢ ἐνέργεια. Εἶναι μιὰ τυφλὴ δύναμη. Ὅποιος μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τοὺς φυσικοὺς νόμους, μπορεῖ νὰ ρυθμίσει καὶ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ὁ ἠλεκτρισμός. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσει τὸν ἠλεκτρισμὸ καὶ τοῦ ὑπαγορεύει μὲ τί τρόπο θὰ ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔλεγχος τῶν φυσικῶν νόμων, ὁ ἠλεκτρισμὸς δρᾶ τυφλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕρμαιο τῆς ἀπρόσωπης δύναμής του (π. χ. κεραυνός). Δὲν μπορεῖ νὰ ἐλπίζει σὲ κάποια εὐσπλαχνία ἐκ μέρους μιᾶς ἀδυσώπητης τυφλῆς δύναμης.

Τί σημαίνει προσωπικὴ ὕπαρξη; Νὰ ὑπάρχει κάποιος μὲ συγκεκριμένη ὀντότητα. Νὰ ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Νὰ νοιώθει, νὰ ξέρει ὅτι ὑπάρχει. Νὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ, «εἶμαι ὁ τάδε». Νὰ εἶναι πρόσωπο, προσωπικότητα. Νὰ σκέφτεται, νὰ θέλει, νὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ἐλεύθερα, εἴτε γιὰ τὸ καλό του εἴτε γιὰ τὸ κακό του. Νὰ ἔχει συναισθήματα, νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ἢ νὰ μισήσει. Νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σχετισθεῖ κατὰ βούλησιν μὲ ἄλλα συνειδητὰ ὄντα, νὰ κινηθεῖ πρὸς αὐτὰ ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κοντά τους. Νὰ ἔχει ὅλα τὰ γνωρίσματα μιᾶς ὕπαρξης ποὺ ἔχει ἐνσυνείδητη αἴσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της.

Τέτοια ὅμως ὕπαρξη ἐνσυνείδητη, προσωπικὴ ὄχι ἀπρόσωπη, εἶναι καὶ ὁ Θεός, ὅπως μᾶς τὸν φανέρωσε ὁ Χριστός. Ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση ὅτι ὑπάρχει. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει ὅπως θέλει. Δὲν ὑποτάσσεται παρὰ τὴ θέλησή του σὲ κανένα τυφλὸ νόμο. Ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀγαπάει καὶ μάλιστα ἀπέραντα. Γνωρίζει τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ καὶ θέλει νὰ σχετίζεται μαζί του καὶ μάλιστα τὸν προσκαλεῖ σὲ μία, ἐλεύθερη πάντα, πραγματικὴ ἕνωση μαζί του. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν χάνει τὸ δικό του πρόσωπο, τὴ δική του ὕπαρξη, τὴ δική του αὐτοσυνειδησία. Ἀλλὰ δέχεται τὴν ἐνέργεια (ἀγάπη) τοῦ Θεοῦ καί, χωρὶς νὰ χάσει τίποτε ἀπ’ τὴ δική του ἐνσυνείδητη ὀντότητα, βιώνει καὶ μιὰν ἄλλη θαυμαστὴ πραγματικότητα. Σὰν τὸ σίδερο ποὺ θερμαίνεται στὴ φωτιά, ἑνώνεται μὲ τὴν ἐνέργειά της (τὴ θερμότητα) καὶ κοκκινίζει, χωρὶς νὰ παύει ποτὲ νὰ εἶναι σίδερο.

Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ μιὰ ἀπρόσωπη τυφλὴ θεότητα, λένε οἱ ὑπέρμαχοί της, σημαίνει νὰ διαλυθεῖ ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη μέσα στὴν ἀπρόσωπη ἀνώτερη(;) δύναμη. Ὅπως πέφτει μιὰ σταγόνα στὸν ὠκεανὸ καὶ διαχέεται, χάνεται. Γίνεται ἕνα μαζί του. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἡ σταγόνα παύει νὰ ὑπάρχει ξεχωριστά, νὰ ἔχει προσωπικὴ ζωή, ἐλευθερία, ὀντότητα. Οὔτε ὁ ὠκεανὸς οὔτε ἡ σταγόνα ἔχουν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχουν. Ἡ ὁποιαδήποτε ἐνέργειά τους ὑποτάσσεται στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση τοῦ νεροῦ.

Δηλαδή: Ἕνωση μὲ ἀπρόσωπη δύναμη σημαίνει στὸ ἑξῆς οὐσιαστικὰ ἀνυπαρξία γιὰ μένα, ἀπώλεια τῆς αἴσθησής μου ὅτι ὑπάρχω προσωπικά. Γι’ αὐτὸ καὶ προτιμῶ τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει ὡς πρόσωπο καὶ μάλιστα τριαδικά. Τὸν Θεὸ ποὺ ξέρει τί τοῦ γίνεται, γνωρίζει καλὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γνωρίζει κι ἐμένα μὲ τὸ ὄνομά μου, μὲ ἀγαπάει, μὲ καλεῖ -χωρὶς νὰ μὲ ἀναγκάζει- κοντά του καὶ μοῦ χαρίζει μιὰ αἰώνια, προσωπική, ἐνσυνείδητη ζωή, πληθωρικὰ γεμάτη ἀπ’ τὸν ὑπέροχο πλοῦτο τῆς δικῆς του ζωῆς. Τὸν ἕνα τριαδικὸ Θεὸ ποὺ κοντὰ σὲ μένα γνωρίζει καὶ ὅλα τὰ ἄλλα λογικά του πρόβατα, «τὰ καλεῖ κατ’ ὄνομα» καὶ κάνει τὰ πάντα γι’ αὐτά, ὥστε νὰ τὰ συναγάγει εἰς «μίαν ποίμνην».

Εἶναι ἡ μόνη διαθέσιμη προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Πῶς νὰ τὴν ἀπορρίψω;

Γι’ αὐτὸ καὶ «πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα, Παντοκράτορα, …καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, …καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, …τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον…». Στὸν τρισυπόστατο προσωπικὸ Θεό, τὸν ὁποῖο ἀνακαλύπτω καὶ συναντῶ, σὲ μιὰ ἀσύγκριτη σχέση ἀγάπης, μόνο μέσα στὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μου.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 391, Φεβρ. 2016, ἐπηυξημένο)

 

 

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

email: antiyli.gr@gmail.com

 

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails