ΑΛΕΞΙΟΣ ΤΟΥ ΕΛΝΑΤ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


 Ἀλέξιος τοῦ Ἔλνατ, ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς


Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς νεομάρτυρες τῆς ῾Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν καὶ ἀρκετοὶ εὐλαβεῖς λαϊκοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀλέξιος Ἰβάνοβιτς Βορόσιν, ὁ ὁποῖος βάδισε τὸν δύσκολο δρόμο τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Ἕνα δρόμο ποὺ ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσβατος ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξιος ἔζησε στὴ δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿30, ὅταν ἡ βιαιότητα τῆς Σοβιετικῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε φοβερή. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀλέξιος κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ στεφανωθῇ μὲ τὸν στέφανο τοῡ μαρτυρίου τὸ 1937. Ἂν καὶ οἱ ἐκτελεστές του ἔχουν πλέον ξεχαστῆ, τὸ ἄφθορο σῶμα του παραμένει στὴν πόλι τοῦ Ἰβάνοβο ζωντανὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς πιστούς.

Τὰ πρῶτα του χρόνια

Ὁ Ἀλέξιος γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 στὸ χωριὸ Καουρχίκχο στὴν περιοχὴ Οὔριεβετς τῆς ἐπαρχίας Κόστρομα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ Εὐδοκία Βορόσιν, ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴ γῆ. Ἡ περιοχὴ ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἀλέξιος ἦταν γνωστή, γιατὶ ἐκεῖ τὸν 16ο αἰῶνα ἔζησε ἀσκητικὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς. Οἱ ζωὲς τῶν δύο αὐτῶν ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες, ἴσως γιατὶ –ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή– ὁ Ἀλέξιος προσευχόταν θερμὰ στὸν ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ὁ Ἀλέξιος ἔφτασε σὲ ἡλικία γάμου, ἄρχισε νὰ ψάχνῃ γιὰ σύζυγο καὶ ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀρραβωνιαστῇ, ὅταν κάτι ἀναπάντεχο συνέβη κι ὁ ἀρραβώνας ἀπετράπη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ νέοι τῆς περιοχῆς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ συνάζωνται στὰ χωριὰ καὶ νὰ συζητοῦν, ἀλλὰ οἱ συζητήσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς δὲν εἶχαν θέματα πίστεως καὶ ἦταν ἀμφιβόλου ἠθικῆς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴν κοπέλλα νὰ μὴ λάβῃ μέρος σὲ τέτοιου εἴδους ἀνευλαβεῖς συζητήσεις, κάτι τὸ ὁποῖο ἐκείνη δὲν ἄκουσε. Καὶ ὁ Ἀλέξιος σκέφτηκε· Ἂν τώρα δὲν μὲ σέβεται καὶ δὲν ὑπακούει, τί θὰ γίνῃ ὅταν θά ᾿νε γυναίκα μου; Στὴ συνέχεια ἄρχισε νὰ προβληματίζεται μὲ τὴν ὅλη πολιτειακὴ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ ῾Ρωσία, τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα εἶχε ἀρχίσει νὰ σείεται. Εἶχε ἤδη ξεκινήσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πολλοὶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸν πόλεμο πολὺ διαφορετικοί. Ὁ Ἀλέξιος διαισθανόταν ὅτι ἕνας ἐπικείμενος κίνδυνος ἦταν πρὸ τῶν πυλῶν.

Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα του καὶ ν᾿ ἀποσυρθῇ στὸ ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Κριβοεζέρσκ. Τὸ ἐρημητήριο αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς, καὶ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ὑπῆρχαν λίμνες καὶ στὴν τέταρτη πλευρὰ βρισκόταν ὑψηλὲς ἀμμώδεις πλαγιές. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ πηγὴ ποὺ λεγόταν Ἡ πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπου ὁ Ἀλέξιος πήγαινε συχνὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε τὸν Ἀλέξιο ὡς δόκιμο, ὁ ὁποῖος σιγὰ – σιγὰ συνήθισε τὴν τάξι καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ κοινοβίου, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ.

Γυρίζοντας στὴν πόλι του δὲν ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ ἀποχωρητήριο – μπάνιο ἔξω στὴν αὐλή. Σύντομα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα του, ἔχτισε στὸν κῆπο ἕνα κελλάκι. Ὁ Ἀλέξιος ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο στὴν προσευχή, ἀπομονώνοντας τὸν ἑαυτό του εἴτε στὸ κελλί του εἴτε στὴν πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών. Ἡ περιοχὴ ἐκεῖ εἶχε τέτοια φυσικὴ διαμόρφωσι ποὺ ὁ Ἀλέξιος μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου.

Ἔφτασε ὁ Μάρτιος τοῦ 1917 καὶ ἡ ῾Ρωσία ἄρχισε νὰ δέχεται τὸ πρῶτο ταρακούνημα ἀπὸ τὸ προεπαναστατικὸ κίνημα. Στὰ χωριὰ δὲν ὑπῆρχαν κάποιες κρατικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ βάζουν μιὰ τάξι. Οἱ κάτοικοι συγκεντρώνονταν στὶς τοπικὲς συνελεύσεις ἀγροτῶν γιὰ ν᾿ ἀποφασίσουν πάνω σὲ θέματα ποὺ τοὺς ἀφοροῦσαν. Στὸ χωριὸ τοῦ Ἀλεξίου οἱ κάτοικοι τὸν ἐπέλεξαν ὡς πρόεδρο τῆς κοινότητός τους. Μὲ τὸ ποὺ ἔγινε πρόεδρος ὁ Ἀλέξιος δὲν ἄλλαξε καθόλου τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μέχρι τότε· προσευχόταν πολὺ καὶ συμμετεῖχε στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη κι ὅταν ἔπρεπε ν᾿ ἀποφασίσῃ γιὰ κάτι, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ παρέμενε μέσα προσευχόμενος μέχρι νὰ πάρῃ κάποια πληροφορία. Παρέμεινε πρόεδρος μόνο ἕνα χρόνο, γιατὶ κάποιος ἄλλος τοποθετήθηκε στὴ θέσι του ἀπὸ τὶς ἀρχές κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀλέξιος σταμάτησε νὰ ἔχῃ ἐπαφὲς μὲ τὸν κόσμο καὶ κλείστηκε στὸ κελλί του, ἀφιερώνοντας ὅλο του τὸν χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ νηστεία. Ἔτσι πέρασαν ἐννιὰ χρόνια.




Μιὰ νέα πάλη

Τὸ 1928 ἐπέλεξε νὰ βαδίσῃ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς σαλότητας. Ἄρχισε νὰ ζῇ ὅπου εὕρισκε, κ᾽ ἦταν ντυμένος μὲ κουρέλια. Κανείς δὲν γνώριζε ποῦ περνοῦσε τὰ βράδια του καὶ οἱ ἐμφανίσεις του ἦταν ἀναπάντεχες. Κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε νὰ βαδίζῃ μέσα στὰ χωράφια μετρώντας τα μὲ ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἐνοχλώντας τοὺς χωρικοὺς ποὺ δούλευαν. Αὐτή του ἡ συμπεριφορὰ προκάλεσε τὸ γέλιο τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία. Οἱ χωρικοὶ ἀγρίεψαν κι ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν. Ὁ ἅγιος ἔφυγε, ἀλλὰ ξαναγύρισε κάνοντας τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἕνα χρόνο μετά, ἐμφανίστηκε στὰ ἴδια χωράφια ἕνας Σοβιετικὸς γραφειοκράτης καὶ τὰ μετροῦσε.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς χωρικοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἐξοριστῇ χωρὶς νὰ εἶνε ἔνοχος. Ὅμως ὁ ὅσιος πήγαινε στοὺς χωρικοὺς ποὺ θὰ ἐξωρίζονταν καὶ τοὺς προειδοποιοῦσε.
Οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν τὶς ἐκκεντρικότητες τοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ μιὰ μέρα ἐμφανίστηκε γυμνὸς σὲ δύο ὑποδηματοποιούς, τὸν Ἀλέξανδρο Σταπάνοβιτς καὶ τὸν Δημήτριο Ἰβάνοβιτς, κάτι ποὺ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ἀπορρήσουν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦρθαν στὸ χωριὸ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ κατέσχεσαν ὅλη τὴν περιουσία τῶν δύο ὑποδηματοποιῶν, μέχρι τὸ τελευταῖο ροῦχο, ἀφήνοντάς τους γυμνοὺς δίπλα ἀπὸ τὰ σπίτια τους ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκαν πλέον.

Ἄλλες φορὲς ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ κάποια χωριὰ κι ἄρχιζε νὰ μετρᾷ τὰ σπίτια, δίνοντας ἕνα νούμερο ἄσχετο μὲ τὸ πραγματικὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν. Οἱ κάτοικοι τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτῶν τῶν σπιτιῶν συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν γιὰ τόσα χρόνια ὅσο ὁ Ἀλέξιος ἔλεγε ὅτι ἦταν τὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν τους.

Μιὰ ἄλλη φορὰ τὸ χειμῶνα, ποὺ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ καὶ κανείς δὲν βάδιζε στὸ δρόμο, ἐμφανίστηκε νὰ περπατᾶ ὁ Ἀλέξιος καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ χωριὸ Σερεντκίνο χωρὶς νὰ φοράῃ τὰ ροῦχα του. Χτύπησε τὴν πόρτα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Γεννάδιος. Ἡ γυναίκα, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τοῦ φώναξε ὑψώνοντας τὴ γροθιά της• «Ἀδιάντροπε ἄνθρωπε, πότε θὰ σταματήσῃς νὰ μᾶς ἐκθέτῃς;». Ὁ σύζυγός της ὅμως τὸν προσκάλεσε μέσα καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καινούργια φορεσιά. Ὁ Ἀλέξιος ντύθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε τὸ ζευγάρι, λίγο πιὸ πέρα ὅμως ξεντύθηκε, δίπλωσε τὰ ροῦχα καὶ τ᾿ ἄφησε πάνω στὸ χιόνι. Τὸ ζευγάρι βρῆκε τὰ ροῦχα καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἔψαχνε νὰ βρῇ τὸν λόγο τῆς πράξεώς του αὐτῆς. Στὸ τέλος τοῦ χειμώνα ἦρθαν στὸ σπίτι τοῦ ζευγαριοῦ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς πέταξαν ἔξω, ἀφήνοντάς τους μόνο μὲ τὰ ἐσώρουχα.

Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὴν ἀδελφή του Ἄννα. Μάζεψε κάποια πράγματα καὶ τὰ ἔβαλε πάνω στὸ τραπέζι. Ὅταν τὸ τραπέζι γέμισε, φόρεσε τὸ καπέλλο του κ᾽ ἔφυγε. Ἡ Ἄννα σκέφτηκε ὅτι ἴσως ἦταν κάποιο σημάδι, ἔτσι ἔκρυψε αὐτὰ τὰ πράγματα κάπου μακριὰ κι ὅταν τῆς πήραν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μόνα ποὺ εἶχε ἦταν ὅσα εἶχε κρύψει.


Ὁ ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόταν τὰ χωριὰ Σελεζένεβο καὶ Παρφένεβο, ὅπου σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια εἶχε ἕνα τσουβάλι βιβλία καὶ πήγαινε, διάβαζε πίνοντας τὸ τσάϊ του. Μιὰ φορὰ ὅμως μπῆκε στὸ σπίτι καὶ κάθησε πάνω ἀπὸ τὴ σόμπα σιωπηλός. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν φιλοξενοῦσαν εἶχαν συνηθίσει τὴν παράξενη συμπεριφορά του καὶ περίμεναν κ᾽ ἐκεῖνοι σιωπηλοί. Λίγη ὥρα ἀργότερα ὁ Ἀλέξιος βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ κεφαλόσκαλο, καὶ ἔτσι, ὅπως καθόταν, κατέβηκε τὶς σκάλες καθιστός. Ἔπειτα σκαρφάλωσε πάνω σ᾿ ἕνα κάρρο στὴν αὐλὴ καὶ ξάπλωσε ἀρχίζοντας νὰ βογγάῃ σιωπηλά.

Δυὸ ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ, παίρνοντας μία μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα βραστὸ νερό ἀπὸ τὴ σόμπα, τὴν ἔχυσε πάνω της καὶ κάηκε τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίσῃ. Βγῆκε ἔξω στὴ βεράντα, κάθησε στὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκε καθιστή, καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἔβαλαν πάνω στὸ κάρρο ὅπου ἔπρεπε νὰ περιμένῃ δύο ὧρες μέχρι ποὺ κατάφεραν νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο.

Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ Ἔλνατ ἦταν ὁ Παῦλος Ἰβάνοβιτς, ἕνας εὐσεβὴς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος. Κάποια μέρα ὁ Ἀλέξιος μπῆκε στὸ ναὸ ἐνῷ γινόταν ἡ ἀκολουθία, φορώντας καπέλλο κι ἔχοντας ἕνα τσιγάρο στὸ στόμα. Ἔκανε βόλτες μέσα στὸ ναὸ μὲ τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, προξενώντας τὴν δυσαρέσκεια ὅλων τῶν πιστῶν. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ἀρχὲς διέταξαν τὸ κλείσιμο τοῦ ναοῦ ζητώντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸν ἐπίτροπο Παῦλο, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι οἱ πιστοὶ ἐθελούσια συμπράττουν στὸ κλείσιμο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐκκλησία στοὺς ἄθεους.

Φυλακίστηκε καὶ πέθανε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἡ κλονισμένη του ὑγεία δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντέξῃ τὴν ἀνάκρισι. Μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ ἐπιτρόπου ἔκλεισαν τὴν ἐκκλησία καὶ ἐργάτες μὲ καπέλλα καὶ τσιγάρα βάδιζαν ἀναιδῶς μέσα στὸ ναό, ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ λέσχη διασκεδάσεως.

Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ γελοῦσαν ἢ κυνηγοῦσαν τὸν Ἀλέξιο, βλέποντας τὴν περίεργη συμπεριφορά του.

Πολλοὶ νέοι τὸν πείραζαν, περπατώντας δίπλα του, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος δὲν ἔδινε σημασία. Βάδιζε πάντοτε φορώντας ἕνα μακρὺ πουκάμισο μέχρι τὰ γόνατα. Ὅταν τοῦ ἔδιναν ροῦχα, ἐκεῖνος ἀμέσως τὰ μοίραζε.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχὲς τὸν εἶχαν συλλάβει, στέλνοντάς τον σὲ ψυχιατρικὴ κλινική, ἀλλὰ ἐκεῖ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διαγνώσουν κάποια ψυχικὴ πάθησι, κ᾽ ἔτσι τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο.



Ὁ ὅσιος ἔλεγε συχνὰ στὴν Ἄννα Μπεζεμίροβνα, ὅταν ἀκόμη ἦταν μικρή, τὴν ἑξῆς φράσι• «δῶσε μου μισὸ λίτρο». –Μὰ τί λέει ὁ Ἀλέξιος; ἀναρωτιόταν ἡ μικρή. Μέχρι ποὺ παντρεύτηκε καὶ [τότε] ἄκουγε συχνὰ ἀπὸ τὸν μέθυσο ἄντρα της τὴν ἴδια φράσι.

Τὸ 1931 ὁ πεθερὸς τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀλεξίου, ὁ Νικόλαος Βασίλιεβιτς, ἐξωρίστηκε. Ἐπειδὴ ἦταν ἥδη ἠλικιωμένος, ἡ οἰκογένειά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἐλπίδα νὰ τὸν ξαναδῇ ζωντανό. Μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ του, τοῦ Δημητρίου Μιχαΐλοβιτς, στὸ ὁποῖο ἦταν μόνο ἡ σύζυγός του Ἄννα Νικολάεβνα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ εἶνε ἄπραγος, βρῆκε κάτι ν᾿ ἀπασχολῆται• κ᾽ ἐνῷ ἦταν ἀπορροφημένος στὴ δουλειά του, σήκωσε τὸ κεφάλι κ᾽ εἶπε· –Δὲν θὰ ἔρθῃ ὁ Νικόλαος στὸ σπίτι; –Ποιός Νικόλαος; ρώτησε ἡ Ἄννα. –Ὁ πατέρας σου. Ἐκείνη χτύπησε τὰ χέρια της ὅλο χαρὰ καὶ ρώτησε μὲ τὴ σειρά της –«Τί ἐννοεῖς, θεῖε Ἀλέξιε; ὑπάρχει περίπτωσι νὰ εἶνε τώρα στὸ δρόμο καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ; –Ἴσως… ἴσως, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Νικόλαος ἐπέστρεψε σπίτι.

Ὅταν ἡ Ἄννα Νικολάεβνα γέννησε τὸ γυιό της, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Νικόλαος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθῆ λίγες μέρες πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Πρότειναν στὸν Ἀλέξιο νὰ εἶνε ὁ νονὸς τοῦ παιδιοῦ κ᾽ ἐκεῖνος δέχτηκε. Στὴ βάπτισι ὅλοι πῆγαν μὲ τὸ κάρρο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο πού, ὅπως συνήθιζε, πῆγε περπατώντας. Δύο μέρες μετὰ τὴ βάπτισι, μαζεύτηκαν στὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ νὰ γιορτάσουν τὴν ὀνομαστική του ἑορτή. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὸ σπίτι, μπῆκε μέσα ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ πῇ λέξι ξάπλωσε στὸ πάτωμα καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος, σὰν νὰ ἦταν νεκρός. Οἱ συγγενεῖς κοίταζαν τὸν Ἀλέξιο μὲ ἀπορία. Τὸ γεγονὸς ξεχάστηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τὸ ξαναθυμήθηκαν 42 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Νικόλαος βρέθηκε νεκρὸς στὸ δημοτικὸ κῆπο τοῦ Κίνεσμα καὶ κείτονταν στὸ ἔδαφος μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος.


Τὸ μαρτύριό του

Πλησίαζε ἡ ἐπέτειος τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Ῥωσικοῦ κράτους καὶ οἱ συλλήψεις συνεχίζονταν. Ὁ Ἀλέξιος γνώριζε, ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ διαφύγῃ τὴ σύλληψι καὶ τὸ θάνατο. Θέλησε λοιπὸν ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τοὺς συγγενεῖς του κ᾽ ἔτσι ξεκίνησε γιὰ τὸ πατρικό του, στὸ ὁποῖο τώρα ἔμενε ὁ ἀνιψιός του Δημήτρης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ἦταν Μάιος τοῦ 1937. Εἶχε μαζέψει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ὁποῖο ὅταν τὸν ἀντίκρυσε ἡ Ἄννα Νικολάεβνα τὸν ρώτησε· –Ἦρθες λοιπόν, Ἀλέξιε, νὰ μείνῃς γιὰ πάντα μαζί μας; Ὁ Ἀλέξιος δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ ἀρχίζοντας νὰ βγάζῃ ἕνα – ἕνα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σάκκο σκεφτόταν τί θὰ ἔδινε στὸν καθένα. Ἡ οἰκογένειά του διαισθάνθηκε ὅτι κάτι παράξενο θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ Ἀλέξιος, καθισμένος δίπλα στὴ σόμπα, ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὴ φυλακή. Ἡ Ἄννα τὸν ρώτησε ἂν πρόκειται νὰ τοὺς συλλάβουν ξανά. Ἀφοῦ γευμάτισαν ὅλοι μαζί, ὁ Ἀλέξιος τοὺς εἶπε, κάνοντας μιὰ ὑπόκλισι· –Δημήτρη Μιχαΐλοβιτς, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα. Θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε, ἔτσι δὲν εἶνε; Ἐγὼ θὰ πεθάνω πρῶτος καὶ θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ Ἀλέξιος τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Παρφένοβο, ὅπου οἱ ἀρχὲς περίμεναν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ φυλακὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, ἀσκητάς, πιστοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν καὶ κομμουνισταί, ποὺ εἶχαν καταλῃστέψει τὸ κράτος, ἄγριοι κακοποιοὶ καὶ φονιᾶδες. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν ἀνακατεμένοι στὰ ἴδια κελλιά. Ὁ Ἀλέξιος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ ἐγκληματίες, δὲν παρέλειπε νὰ προσεύχεται νύχτα καὶ μέρα. Κανείς δὲν γνώριζε πότε κοιμᾶται ἢ ἂν ἔτρωγε, διότι ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς συγκρατουμένους του.

Ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κάποια κατηγορία ἐναντίον του, χρησιμοποίησαν βασανιστήρια κ᾽ ἔτσι τὸν ἔβαλαν νὰ σταθῇ ξυπόλητος πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔκαιγε.

Σύντομα στὴ φυλακὴ διαδόθηκε ἡ φήμη, ὅτι ἀνάμεσά τους ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, κ᾽ ἔτσι ὁ ὑπεύθυνος τῆς φυλακῆς τὸν πλησίασε μιὰ μέρα καὶ τὸν ρώτησε· –Ὅλοι σὲ ἀποκαλοῦν ἅγιο. Τί ἔχεις νὰ πῇς γι᾿ αὐτό;

–Τί εἴδους ἅγιος εἶμαι ἐγώ; εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος.
–Σωστά, ἀπάντησε ὁ ὑπεύθυνος, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἁγίους στὴ φυλακή, κάτι θὰ ἔκανες γιὰ νά ᾿σαι ἐδῶ. Γιατί λοιπὸν σὲ ἔφεραν ἐδῶ;
–Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶνε ἀρεστὸ στὸ Θεό, ἀπάντησε μὲ πραότητα ὁ Ἀλέξιος.

Λίγα λεπτὰ σιγῆς ἀκολούθησαν ὅταν ὁ Ἀλέξιος εἶπε·

–Γιατί μιλᾶς τώρα σ᾿ ἐμένα, ἐνῷ αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι σου ὑπάρχει μιὰ μεγάλη συμφορά;

Ὁ ὑπεύθυνος τῶν φυλακῶν ξαφνιάστηκε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴ γυναῖκα του κρεμασμένη. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἀλέξιο, ἀλλὰ δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ὁ Ἀλέξιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἀναρρωτήριο τῶν φυλακῶν. Μετὰ ἀπὸ 13 μέρες τὸ σῶμα του παραδόθηκε στοὺς συγγενεῖς του νὰ τὸ θάψουν. Θάφτηκε στὸ παλιὸ κοιμητήριο τοῦ Κίνεσμα καὶ στὶς 12/25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1985 τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου μεταφέρθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς πόλεως Ζάρκι. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἰβάνοβο καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2.000 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξί του στοὺς νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἱερό του λείψανο βρίσκεται τώρα στὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱ. μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὴν πόλι Ἰβάνοβο, ὅπου ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις.




[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 286 Σεπτ.-Ὀκτ./2012 τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Orlovsky μετάφρασις• ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)

Θησαυρός Γνώσεων και ευσεβείας (II)

 O Αναληφθείς Χριστός, το σωτήριο χελιδόνι που μας οδηγεί στην Αιώνια Άνοιξη. (Άγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.497 επιπλέον λέξεις

ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΜΗ ΠΙΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ(Ιω.Καρδάση)

 

αρχείο λήψης

Σε διάφορα άρθρα, που βλέπουν, κατά καιρούς, το φως της δημοσιότητας και επιτίθενται στην Εκκλησία, φαίνεται σαφώς, ότι οι συντάκτες τους δεν είναι μέλη της Εκκλησίας και βλέπουν και αναλύουν κάποια εκκλησιολογικά θέματα, όντες εκτός της Εκκλησίας και εξηγούμεθα:

 

Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να σχολιάσει κάποια θέματα, που άπτονται της Ορθόδοξης Πίστης και Παράδοσης θα πρέπει να γνωρίζει αυτή την Πίστη και την Παράδοση. Aυτή η γνώση δεν λαμβάνεται δι’ επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, ούτε κοινωνείται με το Βάπτισμα. Δηλ. το Βάπτισμα στον Ορθόδοξο ναό σημαίνει, ότι ο βαπτιζόμενος γίνεται εν δυνάμει μέλος της Εκκλησίας. Αλλά δεν μπορεί να ονομαστεί πιστός, αν δεν γίνει και εν ενεργεία μέλος της Εκκλησίας και αυτό γίνεται με το βάπτισμά του στο άγιο Πνεύμα, που δεν επιτελείται με τυμπανοκρουσίες, όπως με το βάπτισμα στο νερό, αλλά «εν τω κρυπτώ» και τότε μόνο θεωρείται εν ενεργεία μέλος της Εκκλησίας και τότε μόνον μπορεί να του αποκαλυφθεί ο ίδιος ο Θεός!

 

Όλα τα ανωτέρω ασφαλώς θα φαντάζουν «κινέζικα», για τα μη μέλη ή τα εν δυνάμει μέλη, αλλά είναι κοινός τόπος για τα εν ενεργεία μέλη. Έτσι, όπως δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε στα άδυτα του Βουδδισμού, αν δεν ήμαστε πιστά μέλη του ή δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον κανονισμό μιας λέσχης κυνηγών, αν δεν ήμαστε μέλη της λέσχης αυτής ή δεν θα μπορέσουμε να ελέγξουμε αν καλώς ή κακώς έδωσε penalty ή off site ο διαιτητής, αν δεν γνωρίζουμε πολύ καλά τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου.

 

Για τα εν δυνάμει μέλη της Εκκλησίας λοιπόν, θα πρέπει να οριοθετήσουμε κάποιες βασικές αρχές, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε και να μην σχολιάζουμε πράγματα που αγνοούμε, Έτσι:

 

Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, το Σώμα των αγίων, των πραγματικών μελών της (των εν ενεργεία μελών της). Κεφαλή του Σώματος είναι ο Χριστός και τα μέλη της (οι άγιοι) είτε ζώντες, είτε τεθνεώτες είναι άνθρωποι, οι οποίοι είτε αμαρτάνουν και κάνουν λάθη (οι ζώντες), είτε αμάρτησαν και έκαναν λάθη (οι τεθνεώτες), με την διαφορά ότι και οι μεν και οι δε έχουν μετανοήσει για τα ατοπήματά τους (αμαρτήματά τους). Έτσι, τα μέλη της Εκκλησίας δεν είναι αναμάρτητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός, αλλά προσπαθούν να τον φθάσουν και αυτή η προσπάθεια ξεκινάει από αυτή τη ζωή και συνεχίζεται και στην άλλη! Το νομιζόμενο, ότι Εκκλησία είναι κάποια Σύνοδος Ιεραρχών είναι παντελώς ξένο προς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση.

 

Όπως είπαμε, τα μέλη της Εκκλησίας είναι τα βαπτισμένα στο νερό και στο άγιο Πνεύμα και μέλημά τους είναι να εκτελούν τις εντολές της κεφαλής, δηλ. του Χριστού. Αυτοί είναι και οι μόνοι, που πιστεύουν στο Χριστό και λέμε, ότι πιστεύουν στο Χριστό και όχι απλά στο Θεό, γιατί στο Θεό λένε ότι πιστεύουν πάρα πολλοί (αόριστα Θεό, Αλλάχ, ανώτερη δύναμη κ.λπ.), ενώ στο Χριστό ελάχιστοι θα πουν ότι πιστεύουν, γιατί πίστη στο Χριστό σημαίνει τήρηση κάποιων κανόνων, που είτε ο ίδιος έχει θέσει, είτε έχει αποκαλύψει στους εκλεκτούς του (δηλ. στους αγίους). Επομένως ά-Θεοι είναι λίγοι, ά-θρησκοι πάρα πολλοί και ά-Χριστοι σχεδόν οι πλείστοι.

 

Αλλά γιατί να υπάρχουν τόσοι πολλοί ά-Χριστοι; Αυτό συμβαίνει, είτε γιατί υπάρχει άγνοια ή αδιαφορία ή καπηλεία του Χριστού (το χριστεμπόριο) ή εχθρότητα. Για την καπηλεία βέβαια δεν φταίει ο ίδιος ο Χριστός (του οποίου το όνομα δύσκολα προφέρεται και από τους Χριστιανούς), αλλά ούτε και οι Γραφές και οι νόμοι του Θεού. Η καπηλεία αυτή οφείλεται σε εκείνους τους κληρικούς και μοναχούς, οι οποίοι το λειτούργημά τους το έχουν μετατρέψει σε επάγγελμα και το χειρότερο σε καριέρα.

Η Ορθόδοξη Πίστη εκφέρεται από τον ίδιο το Χριστό και τους Αποστόλους και τους διαδόχους αυτών, η δε Παράδοση της Εκκλησίας εμπεριέχει εκτός από τη διατυπωθείσα Πίστη και την ανάλυσή της, όπως καταγράφεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας ή σε γραπτά μεμονωμένων μελών της (αγίων). Κάθε καταγραφή, που δεν στηρίζεται στις ανωτέρω προϋποθέσεις είναι παρέκκλιση από τις αρχές της Εκκλησίας και κάθε τέτοια παρέκκλιση αποκαλείται αίρεση.

 

Όσον αφορά το πολλάκις αναφερόμενο θέμα της θεοπνευστίας των κειμένων των Γραφών και το αλάθητο της Εκκλησίας έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

 

Είναι λάθος να συγχέεται η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής με το αλάθητο. Η Αγία Γραφή είναι αλάθητη μόνο σε θέματα σωτηρίας και μόνο ερμηνευόμενη από την Εκκλησία, η οποία είναι και αυτή που έγραψε την Αγία Γραφή.

 

Τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, έχουν γίνει προσθήκες και αφαιρέσεις ή μετατροπές σε διάφορα σημεία τους. Βεβαίως οι μετατροπές είναι μικρής δογματικής σημασίας, εφόσον ξεκαθαρίζονται από άλλα σημεία, όμως δεν παύουν να είναι διαφορές.

 

Ο συγγραφέας ενός κειμένου της Αγίας Γραφής, συχνά μας γράφει αυτό που θυμόταν ή αυτό που κατάλαβε από μια ομιλία ή μια ιστορία. Μερικοί ακόμα, όπως ο ευαγγελιστής Λουκάς, δεν ήταν καν αυτόπτες μάρτυρες των όσων έγραψαν, αλλά μας μεταφέρουν όσα «διερεύνησαν» από τους αυτόπτες, όπως ο ίδιος ο Λουκάς παραδέχεται στην αρχή του βιβλίου του (1. 2): «καθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου». Έτσι έχουμε το Χριστό που μίλησε, αυτόν που τον άκουσε και κατάλαβε όσα κατάλαβε, τον Λουκά, στον οποίο μεταφέρθηκαν αυτά τα λόγια και τον τρόπο που τα κατάλαβε ο Λουκάς. Στη συνέχεια, έχουμε τον Λουκά να τα καταγράφει και εμάς με τη σειρά μας, να τα διαβάζουμε και να τα κατανοούμε με τους δικούς μας περιορισμούς και τις δικές μας προκαταλήψεις και αντιλήψεις.

 

Επομένως «θεοπνευστία» δεν σημαίνει «αλάθητο». Ο Θεός εκπληρώνει το σκοπό του, μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία και τα λάθη. Και τότε είναι φανερό, ότι δεν είναι κανένας άνθρωπος ο αλάθητος οδηγός και φωστήρας, αλλά μόνον ο Θεός είναι Αυτός που μπορεί να οδηγήσει ασφαλώς την Εκκλησία Του.

 

Η Αγία Γραφή δεν είναι «υπαγορευμένο κείμενο». Οι συγγραφείς της, δεν είχαν τη συναίσθηση, ότι αυτό που έγραφαν θα ενσωματωθεί στην Αγία Γραφή. Έγραφαν περί της Αποκάλυψης του Θεού σ’ αυτούς. Δεν τους υπαγόρευσε ο Θεός την Αγία Γραφή, υπό τύπον προϊσταμένου και γραμματέως. Κατέγραψαν κάποια πράγματα ωφέλιμα (είτε κατ’ εντολή του Θεού, είτε από μόνοι τους), στα οποία υπήρχε και θεία Αποκάλυψη. Και αυτή η θεία Αποκάλυψη που περιείχαν, τα έκανε να συγκαταριθμηθούν από την Εκκλησία ως Θεόπνευστα. Δεν ήταν ολόκληρα Θεία Αποκάλυψη. Αλλά περιείχαν Θεία Αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάθε τους λέξη ως αλάθητη. Αλλά μόνον εντός της παράδοσης της Εκκλησίας είναι δυνατό να γίνει η ορθή κατανόηση του κειμένου.

 

Αν ο σκοπός του Θεού ήταν να είναι η Αγία Γραφή αλάθητη, θα είχε αποτύχει! Γιατί έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω προβλήματα που αναφέραμε, κανείς δεν είναι δυνατόν να τη διαβάσει και να ισχυρισθεί, ότι διαβάζει και αντιλαμβάνεται το ακριβές νόημα, που είχε υπόψη του ο συγγραφέας του κάθε βιβλίου. Το ακριβές νόημα της Θείας Αποκάλυψης δεν είναι δουλειά της Αγίας Γραφής, αλλά της Εκκλησίας συνολικά και διαχρονικά.

 

Αλλά η Αγία Γραφή, ως θεόπνευστο σύγγραμμα, είναι γραμμένο με τη Θεία Πρόνοια. Και τίποτα εκεί μέσα δεν είναι τυχαίο. Ο Θεός δια της Εκκλησίας Του, φρόντισε να γραφεί και να μαζευτεί, οτιδήποτε χρειαζόταν για το σκοπό της Αγίας Γραφής. Αυτό σημαίνει, ότι έχουν το σκοπό τους εκεί, ακόμα και τα λάθη! Έτσι ο πιστός πρέπει να ζητάει βοήθεια κατανόησης από «τον στύλο και εδραίωμα της αληθείας» (Τιμόθ. Α΄ 3. 15), δηλ. την Εκκλησία.

 

Υπάρχει επίσης η εντύπωση στα εν δυνάμει μέλη της Εκκλησίας, ότι κάποιες εντολές που υπάρχουν στην Π. Διαθήκη αναιρούνται με την ανοχή ή την προτροπή της Εκκλησίας. Αυτό δεν ισχύει, γιατί η κεφαλή της Εκκλησίας, ο ίδιος ο Χριστός, είπε ότι ήρθε για να εκπληρώσει το νόμο του Θεού (την Π. Διαθήκη) στις σύγχρονές του πνευματικές συνθήκες. Έτσι, ενώ ο νόμος του Μωυσή επέτρεπε το διαζύγιο για οποιοδήποτε λόγο, ο Χριστός το περιόρισε μόνο στην περίπτωση της πορνείας, αργότερα δε η Εκκλησία επέτρεψε τον 2ο και 3ο γάμο, γιατί στάθμισε τα πράγματα και είδε, ότι καλύτερα είναι ένας τέτοιος γάμος, παρά η ζωή στην αμαρτία της πορνείας. Ο νόμος του Θεού (της Π. Διαθήκης) γράφτηκε το 1200 π.Χ. για ανθρώπους, που ζούσαν στην ειδωλολατρία και σε αγρία κατάσταση. Έπρεπε λοιπόν αυτοί οι νόμοι να λάβουν υπ’ όψη τους τις τότε συνθήκες και το χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Δεν μπορούσε κανείς να ειπεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ότι πρέπει να αγαπάει τον εχθρό του, γιατί δεν θα το καταλάβαινε, όπως δεν καταλαβαίνει το παιδί του Δημοτικού τον ολοκληρωτικό λογισμό στα Μαθηματικά, μιας και είναι γνώση του Πανεπιστημίου. Έτσι, η Π. Διαθήκη είναι η γνώση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, όπου υπάρχει και μια σχετική αταξία, λόγω του νεαρού της ηλικίας (και της πνευματικής) και όπου σε κάποιες περιπτώσεις πέφτει και λίγο ξύλο. Ο λαός της Π. Διαθήκης οδηγείτο κάποιες φορές και με το βούρδουλα, γιατί ήταν πνευματικά ανώριμος. Αντίθετα, η Κ. Διαθήκη απευθύνεται σε πνευματικά ώριμους ανθρώπους, ας τους παραλληλίσουμε με εκείνους του Πανεπιστημιακού επιπέδου, όπου πολλοί έχουν τον τίτλο του master (οι φωτισμένοι) και του doctor (οι άγιοι).

 

Στην Εκκλησία συμβαίνει κάτι ανάλογο που συμβαίνει και στην Πολιτεία. Στην Πολιτεία, η ανώτατη Παιδεία δίνει bachelor, η μεταπτυχιακή το master και η ανώτατη διάκριση το doctor. Στην Εκκλησία η αντίστοιχη κατάσταση αφορά τους καθαρμένους, δηλ. αυτούς που καθάρισαν την ψυχή τους από ό,τι βρωμερό την είχε κατακλύσει και έχουν διώξει από πάνω τους την ηδονή και την οδύνη. Στην επόμενη κατάσταση έχουμε τους φωτισμένους από το άγιο Πνεύμα, οι οποίοι έχουν συνεχή μνήμη Θεού και στην τελική κατηγορία υπάγονται οι δοξασμένοι (οι άγιοι), οι οποίοι ζουν σε απάθεια, δηλ. δεν τους προσβάλει κανένα πάθος.

 

Αν τα ανωτέρω, τα οποία δόθηκαν σε συντομία και σε γενικές γραμμές, έγιναν κατανοητά, τότε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε, για να λύσουμε τις απορίες, που δικαιολογημένα λόγω άγνοιας των κανονισμών και κανόνων της Εκκλησίας, διατυπώνονται  σε διάφορα κυκλοφορούντα κείμενα:

 

1.- Ο τίτλος «Θεοτοκολατρεία και Ορθόδοξη ειδωλολατρία» είναι θεμιτός και όντως υπάρχει κάτι τέτοιο και μάλιστα είναι σε έξαρση. Πράγματι, η τιμή προς την Θεοτόκο και τους Αγίους έχει αναχθεί από ορισμένους (μεταξύ των οποίων και αγράμματοι ή χριστοκάπηλοι κληρικοί) σε Θεοτοκολατρεία, Αγιολατρεία και τελικά ειδωλολατρία. Κάτι τέτοιο όμως είναι διαστροφή της Πίστης της Εκκλησίας (των αγίων και όχι του ΝΠΔΔ που ονομάζεται Εκκλησία), η οποία καθορίζει (δογματίζει) λατρεία μόνο στο Θεό και μάλιστα στον Τριαδικό Θεό (στον Θεό που είναι ένας, αλλά όχι μόνος), δηλ. στην Τριαδολατρεία. Ακόμη και η μεμονωμένη Χριστολατρεία (των ΡΚαθολικών) είναι ξένη προς την Εκκλησία. Όντως δε, υπάρχει έξαρση της θρησκοληψίας (φερμένης από τη Δύση) και σ’ αυτό έχει δίκαιο ο K. Marx, όταν καταγράφει, ότι η θρησκεία είναι το όπιο των λαών. Πράγματι, ενώ η Εκκλησία είναι βίωμα, η θρησκεία, δηλ. η μετατροπή του εκκλησιαστικού γεγονότος σε ιδεολογία, είναι διαστροφή της έννοιας της Εκκλησίας και καταντάει ειδωλολατρία. Ο Marx δεν γνώριζε την Ορθοδοξία, όταν έγραφε τα ανωτέρω, αλλά μόνο τον ΡΚαθολικισμό, που πράγματι είναι θρησκεία και όχι Εκκλησία.

 

2.- Όλο αυτό το σκηνικό των λιτανειών, των αγημάτων, των μουσικών, ακόμη και του Επιταφίου είναι ένα σκηνικό που ευδοκιμεί κατά κόρον στη Δύση και έχει μεταφερθεί στην καθ’ ημάς Ανατολή και προσφέρεται σε έναν αποίμαντο λαό, που αρέσκεται σε «άρτον και θεάματα». Αυτά όμως είναι ξένα προς την Εκκλησία, η οποία δεν δέχεται τις φανφάρες, αλλά συμβουλεύει για προσευχή, νηστεία, νήψη και εγρήγορση και όχι θέατρα.

 

3.- Όταν μιλάμε για θρησκευτικές παραδόσεις και όχι για την Παράδοση της Εκκλησίας, τότε πάλι πέφτουμε στο ιδεολόγημα της θρησκείας, οπότε δικαιολογημένα η ψυχή βρίσκεται σε πνευματικό χειμώνα και τέτοιος χειμώνας της ψυχής δεν την προάγει, ούτε καν στο 1ο στάδιο της κάθαρσης, που είναι προϋπόθεση για την πνευματική ανέλιξη και την αγιότητα.

 

4.- Το μάντρωμα, το άρμεγμα και η παραπλάνηση των λογικών (ή μάλλον αλόγων) προβάτων από εγγράμματους κληρικούς και θεολόγους αποτελεί εγκληματική πράξη στρεφόμενη κατά της Εκκλησίας. Αυτοί είναι οι χριστοκάπηλοι, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον Σταυρό, καθήμενοι πάνω του και καθοδηγούν το αμαθές ποίμνιο στον γκρεμό. Πράγματι, αυτοί θα ακούσουν εκείνο το φοβερό «ουδέποτε σας γνώρισα», «εν εκείνη τη ημέρα».

 

5.- Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί, ότι η πηγή της Πίστης είναι η αποκάλυψη – φανέρωση του θελήματος του Θεού στους αγίους, οι οποίοι έγραψαν την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και την ερμήνευσαν. Έτσι, η Π.Δ. δεν είναι ξεκομμένη από την Κ.Δ. Άλλωστε στην Κ.Δ. πολλά χωρία της είναι αυτούσια από την Π.Δ.

 

6.- Για το θέμα της θεοπνευστίας θα πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινήσεις, ώστε να κατανοηθούν, από εκείνους, που δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες σχετικά με την αποκάλυψη του Θεού στους αγίους.

 

Είναι λάθος να συγχέεται η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής με το αλάθητο. Η Αγία Γραφή είναι αλάθητη μόνο σε θέματα σωτηρίας και μόνο ερμηνευόμενη από την Εκκλησία, η οποία είναι και αυτή που έγραψε την Αγία Γραφή.

 

Όταν η Αγία Γραφή από μόνη της ερμηνευτεί ξέχωρα από την Ιερά Παράδοση, δεν διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο και περιέχει λάθη. Παράδειγμα: Γράφει ο Ματθαίος (27. 9): «τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος. και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ». Λοιπόν, όσο και αν ψάξει κανείς στον Ιερεμία, αυτή τη παράγραφο δεν θα τη βρει! Και ας γράφει ο Ματθαίος, ότι το λέει ο Ιερεμίας. Υπάρχει όμως αυτό το εδάφιο; Ναι, υπάρχει, αλλά στον προφήτη Ζαχαρία (11. 12): «και ερώ προς αυτούς ει καλόν ενώπιον υμών εστιν, δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε. και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς». Εδώ είναι προφανές, ότι ο Ματθαίος έγραψε από μνήμης τη προφητεία και έκανε λάθος! Νόμιζε ότι την είχε διαβάσει στον Ιερεμία, αλλά την είχε διαβάσει στο Ζαχαρία! Συνεπώς αυτά που έγραφε, δεν του τα υπαγόρευε ο Θεός. Δικά του ήταν! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να του υπαγόρευσε λάθος πληροφορία. Μήπως ο Θεός δεν ήξερε ποιος έγραψε την προφητεία; Όμως ο Θεός τον άφησε να κάνει αυτό το λάθος, για να είναι αυτό το λάθος σήμερα, ατράνταχτη απόδειξη, απέναντι σ’ αυτούς που έχουν την άποψη, ότι η Αγία Γραφή είναι αλάθητη!

 

Επομένως, αν έγιναν κατανοητά τα ανωτέρω, είναι λάθος να λέμε, ότι η Π. Διαθήκη ή η Κ. Διαθήκη είναι θεόπνευστες. Θεόπνευστα είναι ορισμένα μόνον αποσπάσματα αυτών, τα οποία αποσκοπούν αποκλειστικά στη σωτηρία των πιστών και μόνο. Και για να γίνουμε πιο λεπτομερείς: Για τα βιβλία των Γραφών και όπως διδάσκει η Εκκλησία έχουμε την εξής κατάταξη των αγίων Γραφών, οι οποίες δεν είναι ο λόγος του Θεού, αλλά ο λόγος περί του Λόγου του Θεού:

 

άγια  Βοηθητικά, ωφέλιμα βιβλία, χωρίς δογματική αξία.
αναγινωσκόμενα  Αυτά που μπορούν να διαβάζονται στην Εκκλησία.
αναγνωστέα  Χρήσιμα να διαβάζονται.
σεβάσμια  Οφείλουν οι Χριστιανοί να τα σέβονται.
θεία  Γράφτηκαν με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος.
Θεόπνευστα  Περιέχουν αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.
κανονιζόμενα  Αυτά που αν και είναι στον κανόνα, δεν οριστικοποιήθηκαν.
κανονικά  Αυτά που ανήκουν οριστικά στον Κανόνα.

 

7.- Με τα ανωτέρω δεδομένα, μπορούμε να εξηγήσουμε άνετα (όχι εμείς βέβαια, αλλά οι άγιοι της Εκκλησίας, που είναι οι ερμηνευτές) τις δυο πρώτες εντολές του Δεκαλόγου, που δεν είναι απλώς θεόπνευστες, αλλά και θείες. Οι εντολές αυτές είναι ξεκάθαρες, για την εποχή τους και λέμε εποχή τους, διότι αφορούν ανθρώπους της Π. Διαθήκης, δηλ. ανθρώπους του νόμου. Βεβαίως και απαγορεύουν την κατασκευή οποιουδήποτε ειδώλου (δεν λέει εικόνας, γιατί άλλο είναι το είδωλο και άλλο η εικόνα) και η προσκύνηση και η λατρεία αυτού και τούτο, γιατί ο λαός αυτός του νόμου ήταν επιρρεπής σε τέτοιου είδους καταστάσεις (πολλές φορές είχε κατασκευάσει χρυσά μοσχάρια και τα προσκυνούσε ή τα είδωλα του Βάαλ).

 

Στην Κ. Διαθήκη, όπου ισχύει ο νόμος της Χάριτος και όχι ο Μωσαϊκός, αυτά έχουν τροποποιηθεί, γιατί το πνευματικό επίπεδο έχει ανελιχθεί. Τώρα, ακολουθώντας την πορεία που έχει χαράξει ο Χριστός, λατρεύουμε μόνο το Θεό (δηλ. την αγία Τριάδα) και κανέναν άλλον άγιο ή την Παναγία (η Μαριολατρεία είναι διαστροφή του Παπισμού). Προσκύνηση της εικόνας των αγίων επιβάλλεται, γιατί με τον τρόπο αυτό τιμούμε τους αγίους (δηλ. αυτούς, που αξιώθηκαν να δουν τη δόξα του Θεού), όπως ακριβώς φιλάμε τη φωτογραφία προσφιλών μας προσώπων (και ασφαλώς το φιλί απευθύνεται στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στο χαρτί). Η κατασκευή αγαλμάτων των αγίων (δηλ. ειδώλων) απαγορεύεται από την Εκκλησία και κάθε τέτοια εκτροπή (όπως στον Παπισμό) είναι ειδωλολατρία.

 

8.- Όσον αφορά τις «Παρακλήσεις» προς την Παναγία ή και σε άλλους αγίους, έχουν αυτά όλα το σκοπό να τους παρακαλέσουμε να πουν «κάποιες καλές κουβέντες» στο Χριστό και μόνον σ’ αυτόν, ώστε αυτός να τις μεταφέρει στον Πατέρα του, ως ο μόνος «μεσίτης». Έτσι, η Παναγία και οι άγιοι είναι απλώς «μεσίτες» προς το Χριστό και τίποτε άλλο. Δεν σώζουν, γιατί ο Σωτήρας είναι ένας, ο Χριστός. Αυτοί, απλώς παρακαλούν το Χριστό για τη σωτηρία μας, δηλ. με απλά λόγια τον παρακαλούν να μας επιτρέψει να πλησιάσουμε ακόμη περισσότερο κοντά του.

 

9.- Στο σώμα του θεανθρώπινου οργανισμού της Εκκλησίας, δυστυχώς, υπάρχουν εξωεκκλησιαστικά στοιχεία (αν και μπορεί να φέρουν και ράσα), τα οποία εκμεταλλεύονται άγρια τον οργανισμό αυτό προς ίδιον όφελος. Έτσι δημιουργούν ιστορίες περί θαυματουργών εικόνων και από τις ιστορίες αυτές, φέρουν στα θυλάκιά τους χρυσόν. Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι τα θαύματα δεν είναι έκτακτες επεμβάσεις του Θεού, αντικείμενες προς τη τάξη της όλης δημιουργίας, όπως παραδέχεται ο Παπισμός, αλλά και ορθόδοξοι καθηγητές, ενώ οι Πατέρες διδάσκουν, ότι δεν είναι συμβάντα που ξεπερνάνε τις φυσικές και ιστορικές δυνατότητες, φανερώνουν δε απλώς τη παρουσία της θείας τάξης στον κόσμο. Το θαύμα δύναται να γίνει μόνο από το Θεό, μέσω της Χάριτός του, την οποίαν διαχέει στους αγίους, που είναι απλώς διαχειριστές της. Έτσι δεν υπάρχουν αποκλειστικοί άγιοι που θαυματουργούν, ούτε εικόνες, ούτε σταυροί και άλλα αντικείμενα, αλλά μέσω αυτών διαχέεται η Χάρις του Θεού. Μ’ αυτή την προϋπόθεση, όλοι οι άγιοι είναι «θαυματουργοί» και όλες οι εικόνες και όχι ειδικά κάποιες από αυτές. Βέβαια, η Χάρις του Θεού μέσω των αγίων ή των εικόνων δεν δρα κατά μαγικό τρόπο, αλλά για να ενεργοποιηθεί θα πρέπει να βρει τον κατάλληλο υποδοχέα, δηλ. να γεμίσει ένα κατάλληλο δοχείο χάριτος, δηλ. έναν άνθρωπο, που να είναι δεκτικός της Χάριτος αυτής, αλλιώς παραμένει ανενεργός.

 

10.- Βέβαια, το να παρουσιάζονται σε διάφορα κείμενα άγιοι, οι οποίοι να απειλούν, να βρίζουν, να καταρρώνται, να επισείουν ασθένειες, να φοβερίζουν κ.ά. θα πρέπει να μην αφορούν αγίους, αλλά δαίμονες. Αν οι άγιοι δεν έχουν ταπεινοφροσύνη και πραότητα, δεν είναι ειρηνοποιοί και αγαθοποιοί, τότε δεν θα πρόκειται για αγίους. Τώρα, το αν π.χ. το προσκύνημα της Παναγίας της Τήνου, έχει καταντήσει ειδωλολατρία, είναι πέραν του δέοντος αντιληπτόν και απορριπτέον. Εξ άλλου, γνωρίζουμε, ότι η εικόνα της Παναγίας της Τήνου είναι παπικής προέλευσης.

 

11.- Βέβαια κανείς άγιος, ούτε η Παναγία απαιτούν να προσκυνούνται. Η προσκύνηση είναι εκδήλωση τιμής προς τον εικονιζόμενο άγιο και δεν απαγορεύεται από τον Χριστό, το δε χωρίο του Ιωάννη, λέει ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και αυτοί που το προσκυνούν, το προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία». Στο χωρίο αυτό, αναφέρεται πώς πρέπει να προσκυνείται ο Θεός, δεν απαγορεύει την προσκύνηση των αγίων, αλλά αντίθετα μπορεί να επεκταθεί και στους αγίους. Στην περίπτωση αυτή οι άγιοι της Εκκλησίας μας επεξηγούν, ότι το «εν πνεύματι» εννοεί τον τρόπο που ταιριάζει στο δέσιμο του ασύλληπτου Θεού με εγκόσμιες ιδιότητες, ενώ το «αληθεία» συνδέεται με την αποκάλυψη αυτού του Θεού από τον Ιησού στους ανθρώπους. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Χριστός έχει αυτοαποκληθεί, ως «η αλήθεια». Τελικά, το χωρίο αυτό αποτελεί το τελικό κτύπημα κατά της εθνικής συγκεντρωτικής θρησκείας των Ιουδαίων.

 

12.- Όσον αφορά το άλλο χωρίο της Αποκάλυψης, όπου ο άγγελος αποτρέπει τον  Ιωάννη, από του να τον προσκυνήσει, πολύ καλά κάνει. Γιατί ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού, ενώ ο άγγελος όχι. Γιατί ο άνθρωπος έχει το τριπλό του Θεού: Νου, Λόγο, Πνεύμα, ενώ ο άγγελος έχει μόνο Νου και Λόγο. Ο άγγελος είναι απλώς ο υπηρέτης του Θεού, ενώ ο άνθρωπος μπορεί να γίνει «εις τύπον και τόπον Θεού», δηλ. ιερέας, ο άγγελος δεν μπορεί. Θα αντιτείνει κανείς. Μα καλά, ο Ιωάννης δεν το ήξερε; Και βέβαια το ήξερε, αλλά με τον τρόπο αυτό ήθελε να πολεμήσει ένα είδος αγγελολατρείας στην περιοχή των εκκλησιών της Ασίας («λατρεία αγγέλων» Κολοσ. 2. 18).

 

13.- Το χωρίο από το Δευτερονόμιο (13. 1-4) θέλει να πει, ότι ο Θεός διατάζει το λαό του Ισραήλ να εφαρμόζει επακριβώς τους νόμους του και να μην αφήνεται να παρασύρεται από προφήτες και ονειροκρίτες, που πραγματοποιώντας και θαύματα, τους οδηγούν σε άλλους θεούς. Είναι προφανές, ότι αυτό το προφήτες και ονειροκρίτες, αφορά τους ψευδοπροφήτες και αναλυτές ονείρων (κάτι τέτοιο αντιμετώπισε και ο Παύλος στους Φιλίππους). Βέβαια τέτοιους ψευδοπροφήτες έχουμε και στις μέρες μας και μάλιστα αρκετούς, που εκμεταλλεύονται την άγνοια των πιστών και την μη ποίμανσή τους από τους –υποτίθεται- (μισθωτούς) ποιμένες τους. Ας θυμηθούμε τα ίδια τα λόγια του Χριστού, ότι ο ποιμένας δεν μπορεί να είναι μισθωτός. Βέβαια, γι’ αυτή την κατάντια δεν φταίει το μαύρο ράσο, αλλά οι άνθρωποι, που κρύβονται κάτω από το ράσο αυτό. Δηλ. αν ήταν ποιμένας με άσπρο ράσο ή χωρίς ράσο (με κοστούμι) θα ήταν όλα καλά; Προφανώς εδώ ισχύει το ρητό: «το ράσο δεν κάνει τον παπά», αλλά βέβαια ο παπάς κάνει το ράσο να εκπέμπει, ορισμένες φορές, αγιότητα.

 

14.- Ποιος είπε, ότι στα σχολεία της Πολιτείας θα πρέπει να διδάσκεται η χριστιανική Πίστη; Το είπε ο Χριστός, το είπαν οι άγιοι, το είπε η Εκκλησία (το σώμα των αγίων); Προφανώς όχι. Αυτό το λέει ο ανθρώπινος οργανισμός (όχι θεανθρώπινος), που αποκαλείται «Εκκλησία της Ελλάδος» και είναι ΝΠΔΔ, όπως είναι η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, κ.λπ. και έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού συναισθήματος των ανθρώπων. Ωραίο παράδοξο: το λόγο του Θεού να τον διδάσκει η Πολιτεία και όχι η Εκκλησία, που είναι δικό της αντικείμενο.

 

15.- Θα πρέπει να διευκρινιστεί, ότι στο χωρίο του Ιωάννη (Ιω. Α΄ 4. 12): «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται» αναφέρεται, στο ότι δεν μπορεί να ιδεί κανείς το πρόσωπο του Θεού-Πατέρα, ενώ το πρόσωπο του Θεού-Υιού, το έχουν ιδεί χιλιάδες.

 

16.- Το να θέτει κανείς τον εαυτό του έξω και πάνω από την Εκκλησία και τα διάφορα θρησκεύματα, φαίνεται, ότι είναι απλώς μια εκδήλωση υπερφίαλης υπερηφάνειας και βέβαια υποκρύπτει, ότι όντας υπεράνω όλων, δημιουργεί υποσυνείδητα τη θρησκεία του εαυτού του. Εδώ προφανώς, οι διάφοροι συντάκτες συγχέουν την Εκκλησία με τις διάφορες θρησκείες, δηλ. το βίωμα με την ειδωλολατρία και άθελά τους, ίσως, ειδωλοποιούν τα πρόσωπά τους. Βέβαια αυτό είναι δικαίωμα του κάθε προσώπου, που αντί να πιστεύει σε Θεό, πιστεύει στον εαυτό του (και επομένως τον θεοποιεί), αλλά είναι το θαυμάσιο δώρο του Θεού αυτή η ελευθερία, να φτάνει κανείς στην ειδωλοποίηση του προσώπου (κάτι που έκανε ο Αδάμ κάποτε, αλλά συνεχίζουν εκατομμύρια Αδάμ ανά τους αιώνες). Αυτή μάλιστα η ελευθερία φτάνει στο σημείο να καθυβρίζεται ακόμη και το όνομα του Θεού, κάτι που ο Θεός αναγνωρίζει σαν παλικαριά  και μάλιστα τον τέτοιον εχθρό του, φθάνει να τον παραδέχεται (Απκ. 3. 16). Αντίθετα, κάτι τέτοιους θεολόγους, αθεολόγητους και χλιαρούς τους κάνει εμετό! Βέβαια θα πρέπει να γνωρίζουν οι συντάκτες, ότι η Εκκλησία (όχι το ΝΠΔΔ), ως θεολόγους θεωρεί αυτούς, που έχουν θέα του Θεού, θεώνονται δηλαδή και όχι τους σπουδάσαντες θεολογία στα Πανεπιστήμια. Αυτοί είναι θεολόγοι με «θ» μικρό, ενώ οι άλλοι θεολόγοι (δηλ. οι άγιοι) είναι με «Θ» κεφαλαίο.

 

17.- Αλλά το τραγικό της υπόθεσης είναι, ότι οι συντάκτες των άρθρων αυτών κρίνουν και κατακρίνουν επιφανειακά («μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε» Ιω. 7. 24), κρίνουν από αυτά που βλέπουν, ακούουν και αισθάνονται και νομίζουν, ότι Εκκλησία είναι αυτό που βλέπουν. Ίσως να έχουν κάποιο δίκιο, γιατί δεν έχουν ασχοληθεί καν σε βάθος με αυτό, που λέγεται Εκκλησία, που πραγματικά λίγοι το γνωρίζουν, ακόμη και αν διατείνονται, ότι είναι μέλη της! Αλλά θα πρέπει να μάθουν να διαλέγονται και να μη βγάζουν αφορισμούς. Για να απορρίψει κάποιος κάτι πρέπει προηγουμένως να το έχει γνωρίσει σε βάθος. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε το κομμουνιστικό δόγμα, από κάποια εγκλήματα οπαδών του, το ίδιο και με τον Χριστιανισμό (και έχουν γίνει πολλά εγκλήματα στο όνομα του Χριστού!), αλλά και για κάθε άλλη ιδεολογία ή θρήσκευμα. Τώρα, αν πίσω από όλα αυτά βρίσκονται σκοτεινά πολιτικά σχέδια, δεν αποκλείεται να συμβαίνει και αυτό. Πάντως ένα δεν μπορεί να συμβαίνει. Να υπάρχουν πολιτικά σχέδια και σκοτεινές δυνάμεις πίσω από την Εκκλησία (το σώμα του Χριστού, το σώμα των αγίων) και όχι πίσω από την Εκκλησία (το γνωστό ΝΠΔΔ).

 

18.- Βέβαια, το γενικότερο θέμα της Πίστης είναι θέμα εσωτερικών διεργασιών στην ψυχή του κάθε ανθρώπου (αρκεί να πιστεύει βέβαια, ότι έχει ψυχή). Αυτός ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, άλλοτε δέχεται πληροφορήσεις και άλλοτε όχι. Αν δε είναι επιρρεπής στην έρευνα και θέλει να μάθει την αλήθεια, τότε ελευθερώνεται από την σκλαβιά που ζει και αγάλλεται («γνώσεσθαι την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» Ιω. 8. 32). Ορισμένοι βέβαια δεν θέλουν να μάθουν την αλήθεια και νομίζουν, ότι η αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά που αντιλαμβάνονται και μόνο. Άλλοι πάλι, που δεν τολμούν να αποκηρύξουν την ιδιότητά τους σαν Χριστιανών, θεωρούν, ότι είναι περαστικοί και τυχαίοι στον κόσμο τούτο και όταν θα αποβιώσουν θα πάνε στο πουθενά, από όπου ήρθαν ή το πολύ να χρησιμεύσουν σαν κοπριά, για τα λάχανα. Δεν γνωρίζουμε, αν γνωρίζουν αυτό που διακηρύσσει η Εκκλησία. Δηλ. το ότι ο άνθρωπος είναι μετά το θάνατο, ό,τι ήταν και προ του θανάτου του.

 

20.5.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ