Η Ορθόδοξη Παράδοση και οι Συρο-Iακωβίτες για την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου


Επιμέλεια.πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

 

Α.Η ιστορία της Τιμίας Ζώνης στην Ορθόδοξη Παράδοση


Η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, διαιρεμένη σήμερα σε τρία τεμάχια, είναι το μοναδικό λείψανο ή κειμήλιο που σώζεται από την επίγεια ζωή της και φυλάσσεται στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου.

Σύμφωνα με την παράδοση, η Ζώνη φτιάχτηκε από τρίχες καμήλας από την ίδια την Θεοτόκο, και μετά την Κοίμησή της, κατά την Μετάστασή της στους ουρανούς, την παρέδωσε στον απόστολο Θωμά.

«Προς δόξαν ακήρατον ανερχομένη Αγνή, χειρί σου δεδώρησαι τω αποστόλω Θωμά, την πάνσεπτον Ζώνην σου», ψάλλει η Εκκλησία στο απολυτίκιο της εορτής της καταθέσεως της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου.

Την Τιμία Ζώνη ανέλαβαν να διαφυλάξουν δύο πτωχές ευσεβείς γυναίκες στα Ιεροσόλυμα. Η Παναγία, λίγο πριν την Κοίμησή της, είχε δώσει εντολή στον Ευαγγελιστή Ιωάννη να μοιράσει σε αυτές και τις δύο εσθήτες της.

Το έργο της διαφύλαξης από γενιά σε γενιά συνέχισε μία ευλαβής παρθένος καταγομένη από την οικογένεια αυτή.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αρκαδίου, υιού του Μ. Θεοδοσίου, έγινε η μεταφορά της Τιμίας Ζώνης στην ένδοξη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Την κατέθεσε σε μία υπέροχη λειψανοθήκη, την οποίαν ονόμασε «αγίαν σορόν». Η κατάθεση έγινε στις 31 Αυγούστου. Το ιερό κειμήλιο θα προστάτευε την πρωτεύουσα του κράτους και τους κατοίκους από κάθε εχθρική επίθεση, από κάθε δυστυχία και δαιμονική επιβουλή.

Μετά από λίγα χρόνια η κόρη του Αρκαδίου, η αυτοκράτειρα Πουλχερία, ανήγειρε το λαμπρό ναό των Χαλκοπρατείων και κατέθεσε εκεί την Τιμία Ζώνη.

Η ίδια η αυτοκράτειρα τη διακόσμησε με χρυσή κλωστή, έτσι όπως φαίνεται μέχρι σήμερα στην Ιερά Μεγίστη Μονή του Βατοπαιδίου.

Τον επόμενο αιώνα, άγνωστο πότε και με ποιόν τρόπο, μεταφέρθηκε η Τιμία Ζώνη στην Ζήλα της Καππαδοκίας, νότια της Αμασείας.

Στην Κωνσταντινούπολη μεταφέρθηκε ξανά στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Α΄ (527-565), κτήτορα της Αγίας Σοφίας.

Ο διάδοχός του Ιουστίνος Β΄ και η σύζυγός του Σοφία ανακαίνισαν τον ναό των Χαλκοπρατείων και ανήγειραν παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού. Πάνω στην Αγία Τράπεζα φυλασσόταν η Τιμία Ζώνη.

Πλήθος θαυμάτων επιτέλεσε η Τιμία Ζώνη της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη. Θεράπευσε τη Ζωή Ζαούτζη, σύζυγο του αυτοκράτορα Λέοντα  ΣΤ  του Σοφού (886-912), που βασανιζόταν από κάποιο ακάθαρτο πνεύμα. Όταν ο πατριάρχης ακούμπησε πάνω της την Αγία Ζώνη, αμέσως λυτρώθηκε από το μαρτύριό της.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Α΄ (715-730) αναφέρει με λυρισμό ότι η Τιμία Ζώνη διατηρεί αιώνια την θεία ευωδία των θεραπειών που επιτελεί, ευφραίνοντας όσους την πλησιάζουν με πίστη και ευλάβεια· και ο Ιωσήφ ο υμνογράφος (περίπου 816-866) εξυμνεί το άγιο κειμήλιο, γιατί αυτό με την Χάρη της Παναγίας, καθαγιάζει τους πιστούς που προσέρχονται ευλαβικά για να το προσκυνήσουν, τους ανυψώνει από τη φθορά και τους απαλλάσσει από ασθένειες και θλίψεις.

Γύρω στο 1150 η Τιμία Ζώνη βρισκόταν στο Μεγάλο Παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως, στο ναό του Αγίου Μιχαήλ. Μάλλον είχε τεμαχιστεί και τεμάχια είχαν μεταφερθεί στους ναούς.

Τον 12ο αιώνα, και συγκεκριμένα στα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180), καθιερώθηκε επίσημα η εορτή της Αγίας Ζώνης την 31η Αυγούστου, ενώ παλαιότερα εορταζόταν μαζί με την εορτή της Εσθήτος της Θεοτόκου, την 2α Ιουλίου.

Μετά την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας, το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τα στίφη των βαρβάρων και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ευτυχώς δεν χάθηκαν όλα. Είναι σίγουρο ότι ένα μέρος της Τιμίας Ζώνης παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την ανακατάληψή της το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο φυλασσόταν στο ναό των Βλαχερνών. Η μαρτυρία ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 1424-1453 είναι και η τελευταία σχετικά με την ύπαρξη της Αγίας Ζώνης στην Βασιλεύουσα. Είναι άγνωστο, τί απέγινε στη συνέχεια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Το μεγαλύτερο τμήμα της Τιμίας Ζώνης που σώζεται σήμερα φυλάσσεται στη Μονή μας. Το τεμάχιο αυτό έφτασε στη Μονή με περιπετειώδη τρόπο.

Ο Μ. Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει ένα σταυρό που τον έπαιρνε μαζί του στις εκστρατείες για να προστατεύει τον ίδιο και το στράτευμά του. Στη μέση ο σταυρός είχε τεμάχιο Τιμίου Ξύλου· υπήρχαν επίσης θήκες, όπου είχαν τοποθετηθεί και άγια λείψανα των πιο σημαντικών μαρτύρων και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Το σταυρό αυτό έπαιρναν στις εκστρατείες τους όλοι οι αυτοκράτορες. Σε μία εκστρατεία κατά των Βουλγάρων νικήθηκε από τον ηγεμόνα Ασάν ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195). Ένας ιερέας έριξε στο ποτάμι το βασιλικό σταυρό, για να μη βεβηλωθεί από τους εχθρούς. Εκείνοι όμως τον βρήκαν και τον παρέδωσαν στον Τσάρο των Βουλγάρων Ασάν.

Οι Βούλγαροι δεν είχαν καλές σχέσεις με τους Σέρβους. Αυτές επιδεινώνονταν συνεχώς. Γύρω στα 1330, σε μία μάχη κατανικήθηκε ο βουλγαρικός στρατός από τον ηγεμόνα των Σέρβων μεγαλομάρτυρα Λάζαρο (†1389). Ο βασιλικός σταυρός πέρασε στα χέρια των Σέρβων. Μετά από σαράντα χρόνια ο Λάζαρος δώρισε στη Μονή Βατοπαιδίου το βασιλικό σταυρό του Μ. Κωνσταντίνου μαζί με το τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης και τα άλλα άγια λείψανα. Πίσω από τον Τίμιο Σταυρό βρίσκεται γραμμένο στην σερβική γλώσσα το εξής:

«Λάζαρος, εν Χριστώ τω Θεώ Κνέζης της Σερβίας και Βασιλεύς Γραικίας, ανατίθημι το κραταιόν όπλον συν τη αχράντω Ζώνη της Πανάγνου μου, τη Μονή Βατοπαιδίου της Βασιλείας μου». Από τότε φυλάσσεται στο ιερό βήμα του καθολικού, δηλαδή του κεντρικού ναού της Μονής.

Πρέπει να αναφέρουμε και μία άλλη παράδοση που διασώζεται στη Μονή Βατοπαιδίου.. Σύμφωνα με αυτήν η Τιμία Ζώνη αφιερώθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη  ΣΤ  Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα, έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στη Μονή Βατοπαιδίου.

.Σήμερα στη Μονὴ Βατοπαιδίου διαφυλάσσονται τρία άνισα τμήματα της Αγίας Ζώνης, σε τρεις αργυρόχρωμες θήκες, χωρὶς όμως και τα τρία να απαρτίζουν την αρχική τους έκταση. Το πρώτο και μεγαλύτερο κομμάτι παραμένει πάντοτε στη  Μονὴ προς αγιασμό. Προέκυψε δε  αυτὸ κατά την μεταφορά της προς την Μονὴ Ιβήρων, όταν οι μοναχοί της  υπέφεραν από χολέρα. Το δεύτερο, μικρό, περιέρχεται εκτός της Μονής, για λόγους εξαγνιστικούς των χριστιανών από λοιμικὰ νοσήματα, πάντοτε όμως με συνοδεία ομάδος Πατέρων της Μονής. Το τρίτο, το μικρότερο, είχε χαθεί όταν κάποτε στάλθηκε  μέσα σε ασημένια θήκη προς αγιασμό, στη Χαλκιδική. Τον ιερομόναχο που  το συνόδευε συνέλαβαν στο δρόμο ληστές, οι  οποίοι, αφού πήραν την  θήκη, άφησαν το  περιεχόμενό της στο δάσος, χωρὶς να  του  δώσουν σημασία. Λέγεται, ότι ένας βοσκὸς που είχε ακούσει το  περιστατικό, βλέποντας λάμψη σε εκείνη τη θέση πήγε, το παράλαβε και, στη συνέχεια, το απέδωσε πάλι στη Μονὴ .

πολυτίκιον-χος πλ. δ’.

Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Zώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον

χος β’.-Τν ν πρεσβείαις.

Τὴν θεοδόχον γαστέρα σου Θεοτόκε, περιλαβοῦσα ἡ Zώνη σου ἡ τιμία, κράτος τῇ πόλει σου ἀπροσμάχητον, καὶ θησαυρὸς ὑπάρχει, τῶν ἀγαθῶν ἀνέκλειπτος, ἡ μόνη τεκοῦσα ἀειπάρθενος.


Β.Οι Συρο –Ιακωβίτες για την Τιμία Ζώνη

Οι Συρο –Ιακωβίτες είναι μονοφυσίτες και σύμφωνα με την εκκλησιαστική τους παράδοση κατέχουν το αρχαιότατο Θεομητορικό κειμήλιο ,την  Αγία Ζώνη της Παναγίας ,που μεταφέρθηκε μαζί με τα λείψανα του Αποστόλου Θωμά από την Ινδία ,όπου μαρτύρησε, στην Έδεσσα κατά τα τέλη του 4ου αιώνα.(Ιγνάτιος-Ιάκωβος III ,σελ 83-87).

Ένα αιώνα αργότερα μεταφέρθηκε η Αγία Ζώνη στην Έμεσσα (Ηoms) ,που ήταν μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Συρίας κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους. (Asaad 1940 8-27)Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε ένα μικρό αρχαίο ναό που ονομάζεται «Αγία Ζώνη».

Αυτός ο μικρός ναός κατασκευάσθηκε κατά τον πρώτο αιώνα και γύρω στον 15ο-16ο αιώνα τον αντάλλαξαν οι Ορθόδοξοι με τους Συρο-Ιακωβίτες ,χωρίς να γνωρίζουν ότι περιείχε αυτόν τον μεγάλο θησαυρό. Ο σημερινός μικρός ναός φαίνεται ότι χτίστηκε στην θέση του μεγάλου καθεδρικού Βυζαντινού ναού της Θεοτόκου, που αναφέρει ένας από τους μοναχούς του Αγίου Βάσσου το 478 ,στο πλαίσιο προσκυνηματικού ταξιδιού. Ο Βυζαντινός αυτός ναός μάλλον καταστράφηκε κατά την διάρκεια κάποιας  αραβικής  εισβολής, κατά την οποία καταστράφηκαν και άλλοι μεγάλοι ναοί, για να μεταφερθούν ή να χρησιμοποιηθούν  οι πέτρες του σαν οικοδομικό υλικό στην ανέγερση τεμένους .(Guyer ,1914,217-231-Butler ,1929,170-171,-Θεομητορικά προσκυνήματα στον Λίβανο ,Αρχιμ.Αλεξίου Nassour)

Ο Πατριάρχης των Συρο-Ιακωβιτών Ιγνάτιος-Ιάκωβος III ανακάλυψε τον Αύγουστο του 1953 ένα έγγραφο του 1852, το οποίο βεβαίωνε ότι, όταν έγινε η ανοικοδόμηση του παλαιού θυσιαστηρίου, βρέθηκε η ζώνη της Θεοτόκου. Όταν δε ο Πατριάρχης όρισε να συνεχίσουν οι εργασίες με επιμέλεια, βρέθηκε στην βάση της Αγίας Τράπεζας μία μικρή λάρνακα ,που περιείχε ένα δερμάτινο μπουκαλάκι. Μέσα σε αυτό φυλασσόταν μία υφασμάτινη ζώνη, μήκους74 εκατοστών, πλάτους5 εκατοστώνκαι πάχους2 χιλιοστών.Ύστερα από επισταμένη εξέταση του υφάσματος από την Διεύθυνση Αρχαιολογίας, το πόρισμα της επιτροπής στις 16 Αυγούστου 1953 έγραφε τα εξής.

«Το φιαλίδιο και η μικρή λάρνακα είναι της Βυζαντινής περιόδου, ενώ το ύφασμα ανήκε σε παλιότερη εποχή που ανάγεται στην εποχή των Ρωμαίων »

(Η γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Αρχαιολογίας περί της ζώνης ,Δαμασκός 16 Αυγούστου 1953.Nasrallah 1971,σελ.65).

Παρατηρήσεις

Στην μελέτη του -ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ-ο Αρχι.Αλέξιος Nassour σημειώνει και τα εξής.

-Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Συναξάρι του αναφέρει ότι η μεταφορά της Αγίας Ζώνης στην Κων/πολη έγινε κατά την βασιλεία του Αρκαδίου (395-408 μ.Χ) από την επισκοπή Ζήλας της Καππαδοκίας, όπου φυλασσόταν και όχι από τα Ιεροσόλυμα. Αυτό το γεγονός δημιουργεί τις εξής εύλογες απορίες.

Α. Η Επισκοπή Ζήλας ανήκε στην Μητρόπολη Εδέσσης;

Β. Η Ανακομιδή αυτή αφορούσε σε ένα τμήμα της Αγίας Ζώνης, ενώ το άλλο παρέμεινε στην Έδεσσα μέχρι το τέλος του 5ου αιώνος, από όπου μεταφέρθηκε στον Θεομητορικό ναό της Εμμέσσης (Ηoms);

-Η διήγηση για την εύρεση της Τιμίας Ζώνης από την ιστοσελίδα Syrian Orthodox Archbishopric of Homs and Hama έχει ως εξής.

 

MOVIMENTI DELLA SACRA CINTURA

San Tommaso prese la cintura,quando piu` tardi ritorno` inIndia, e la tenne con se fino alla sua morte.

Secoli dopo la morte di san Tommaso,la cintura venne presa insieme alle sue reliquie.

Alla finedel4 secolo nell`anno 394 D.C. la cintura viaggio dall`Indiafino aUrfainsieme alle reliquie di san Tommaso.

Nell`anno 476 D.C. la cintura e le reliquie del martire san Bassus,vennero portate a Homs da un padre chiamato fratello Daoud al-Tur Abdyni e vennero lasciate alla chiesa di Santa Maria dove furono trovate.

Da allora la chiese venne chiamata e conosciuta come la chiesa della Sacra Cintura o UM al-Zenar.

RINNOVO DELLA CHIESA E SCOPERTA DELLA CINTURA.

Durante un periodo di tempo dovuto a una situazione instabile,i cittadini diHoms,murarono la sacra cintura dentro l`altare in un contenitore di metallo.La cintura

rimase murata fino all`anno 1852 quando i Siriaci intrapresero il restauro e rinnovo della loro chiesa,durante il periodo del vescovo Julius Butros,che piu` tardi divenne il Patriarca Butros IV 91872-1884).Quando la chiesa fu demolita,trovarono la cintura della Vergine Maria in un contenitore di metallo nel centro dell`altare.La gente fu molto lieta di riavere ancora la sacra cintura.Essi la rimisero nelle stesse condizioni in cui fu trovata e misero sopra una larga pietra e incisero sopra la lastra(nell`antica lingua siriaco-aramaica cioe` il CARSCIONI) la data della ristrutturazione 1853,periodo della rielezione del vescovo Julius Butros e incisero anche il nome dei donatori della chiesa.Incisero inoltre sulla lastra che la chiesa datava dal 59D.C. e che per diverse ragioni,una delle quali le persecuzioni,i padri della chiesa murarono la cintura dentro l`altare.

La cintura resto` li` dimenticata per un centinaio di anni fino a quando Dio volle che questo tesoro di valore fosse ridato ai credenti come segno della sua benevolenza.

Dio rivelo` questo al patriarca il venerato Ignazio Efrem I Barsoum che disse nella sua patriarcale dichiarazione:”Alla fine dell`aprile 1953,quando noi cercavamo un libro di storie e sermoni scritto in CARSCIONI, abbiamo trovato un volume con la copertina fatta di diverse pagine di carta incollate una sull`altra.”(Trecento anni prima essendoci penuria di cartone,i medio-orientali usavano rilegare i loro manoscritti in questa maniera o con un pezzo di legno avvolto in pelle o con pesante stoffa).Quando aprirono la pelle che ricopriva la copertina,trovarono 46 lettere scritte in Carscioni antica lingua aramaica riguardanti la diocesi di Homs,scritti piu` di un centinaio di anni prima.Una,di queste lettere scritta in Carscioni nell`anno 1852,misurava 28 per20 cm. Era stata scritta dai capi delle diocesi di Homs,Damasco,Sadad,Fairuze` e Meskene` ai capi della citta` di Mardin e al patriarca del monastero Zafaran, sulle condizioni delle loro diocese.Essi menzionarono che quando per ordine del vescovo della diocesi Butros Musally, essi demolirono la chiesa nominata Nostra Signora Um al-Zenar in Homs per allargarla e rinnovarla e per mettere un soffitto in legno, essi trovarono la cintura della Vergine Maria posta in un contenitore nel centro dell`altare e cio` procuro` loro una grande gioia.Basato su questa affermazioni,il patriarca Efrem Barsoum esamino` l`altare,una mattina del 20 luglio 1953.Vi trovo` una lastra di pietra e sotto di essa un vecchio bacino di pietra con un coperchio di ottone.Dentro c`era un vaso rotto e dentro c`era avvolta la sacra cintura.In un angolo sulla cima del vaso si trovo` anche un tubo di metallo contenente un osso cavo che sembrava avere dentro un pezzo di pelle o una carta spessa che non era stata toccata.I pezzi del vaso furono raccolti e conservati.La notizia di questa scoperta,velocemente di propago` dappertutto nella citta` di Homs e la gente di tutta la cristianita` si affollo` nella chiesa per ricevere la sacra cintura come una benedizione.

 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ.

πηγη. ιστοσελίδα .Syrian Orthodox Archbishopric of Homs and Hama.

 

The two stone plates, one with a hole inside where the Holy Girdle was kept, and the other one which was covering the first stone plate with an inscription about it.-Η πέτρα της Αγίας Τράπεζας με την τρύπα που βρέθηκε η λάρνακα με την Ζώνη

The Altar-Ο χώρος που φυλάσσεται η Ζώνη

Ειδικοί της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας εξετάζουν το τμήμα της Ζώνης

BΟΗΘΗΜΑΤΑ.

Για την συγγραφή του παραπάνω άρθρου χρησιμοποιήθηκαν τα εξής βοηθήματα.

Α, Μεγάλος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Β. Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού-Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Γ. Τα Θεομητορικά προσκυνήματα στον Λίβανο. Αρχιμ. Αλεξίου Nassour. Διδακτορική διατριβή 2005.

Δ. Την ιστοσελίδα .Syrian Orthodox Archbishopric of Homs and Hama.

Ε. Η  Εύρεση  της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου στην Σαντορίνη.( Ματθαίου Ε.Μηνδρινού).

ΔΙΑΠΑΛΗ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ ( ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΩΡΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ)





Τον Δεκέμβριο του 1641 ο Francois Blaiseau εμφανίζεται στην Αθήνα, στην πόλη εκείνη που το όνομα και τα αρχαία λείψανά της, συνυφασμένα με τόσες αναμνήσεις κλασσικού μεγαλείου, δεν είχαν πάψει ν’ ασκούν γοητεία στην φαντασία όχι μόνον των λογίων, αλλά και του απλού λαού. Εκεί, γίνεται δεκτός με πολύ εκτίμηση από Έλληνες και Τούρκους, που θέλουν να τον κρατήσουν και του διευκολύνουν την εγκατάσταση. Οι νέοι ενδιαφέρονται κυρίως για τα μαθηματικά, που διδάσκει.

Οι Ιησουίτες δεν έμειναν πολύ καιρό στην Αθήνα. Διάφοροι λόγοι, όπως η έλλειψη μοναχών και μέσων για μόνιμη εγκατάσταση, η απουσία πολλών Καθολικών και τα εμπόδια των τουρκικών αρχών τους αναγκάσαν να φύγουν. Ύστερα όμως από αρκετά χρόνια, στα 1658, ήλθαν στην Αθήνα οι Καπουκίνοι, οι οποίοι στα 1669 αγόρασαν ένα σπίτι κοντά στο μνημείο του Λυσικράτη, στο Φανάρι του Διογένη, όπως ονομαζόταν τότε. Αυτή ήταν η αρχή της ιστορίας της μονής των Καπουκίνων, «των Φραγκοπατέρων», που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ζωή του τόπου, ως την επανάσταση του 1821. Είναι η μονή, όπου φιλοξενήθηκε ο λόρδος Βύρων κατά την διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στην Ελλάδα (1810-1811). Ο Francois Blaiseau λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Αθήνα επισκέπτεται την Χαλκίδα. Εκεί οι Ιησουίτες έχουν να κάνουν πολλά για τους Έλληνες και Αλβανούς, και ιδίως για τους Ευρωπαίους σκλάβους των γαλερών, Γάλλους, Ιταλούς, Μαλτέζους, Πολωνούς κ.λπ. «Quelle musique ce m’ est que le leurs frers» γράφει ο εκεί ΙησουίτηςFrancois Lucas.

Μολαταύτα, οι αλλεπάλληλοι θάνατοι, πολλών Ιησουιτών λόγω του ανθυγιεινού κλίματος της εποχής εκείνης, όπως αναφέρεται, ανάγκασαν τους μισσιοναρίους αυτούς ν’ αναστείλουν το έργο τους και να το ασκούν μόνο σε υγιεινότερες εποχές του έτους. Στα μέσα του 17 αι. εκτελεί ολομόναχος τα ιερατικά του καθήκοντα μέσα στο μεγάλο νησί ο Pere Francois Lucas με επιτυχία και ζητεί την συνδρομή και άλλων, για ν’ ανταποκριθεί στο παρηγορητικό του έργο. Σ’ αυτόν εξομολογούνται και Έλληνες ακόμη.

Αργότερα, στα 1650 και 1653, οι Ιησουίτες ανεβαίνουν στην Θεσσαλονίκη. Οριστικά εγκαθίστανται εκεί, στα 1706. Ψυχή της τελευταίας αυτής αποστολής είναι ο Pere Bracconier από την Champagne, ο οποίος είχε το δώρο να μαθαίνει γρήγορα ξένες γλώσσες και γενικά έγινε ο supereur όλων των αποστολών στις ελληνικές χώρες. Ο Bracconier· επισκέπτεται το Αγ. Όρος, την Καβάλα, τη Θάσο, τη Σκόπελο και την Εύβοια. Στην Θεσσαλονίκη, οι Ιησουίτες νοικιάζουν ένα σπίτι στην συνοικία του Αγ. Αθανασίου, στήνουν την έδρα τους και μέσα στο θρησκευτικό αυτό περιβάλλον διδάσκουν τα ελληνόπουλα, που πρόθυμα έτρεχαν να ικανοποιήσουν την δίψα της φιλομάθειάς τους. Τον Bracconier διαδέχθηκε ο Pere Francois Tarillon.

Άρρηκτα συνδεδεμένες με το θρησκευτικό και εκπαιδευτικό έργο των Καθολικών ιεραποστολών είναι οι υπηρεσίες τους και στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών. Οι δογματικές διαφωνίες τους με τους προτεστάντες, με το Port – Royal ή με τους Γιανσενιστές, θα τους κάνουν ν’ αναζητήσουν και να μελετήσουν τα έργα των θεολόγων της Ορθοδοξίας, να διευρύνουν τις θεολογικές και φιλοσοφικές τους γνώσεις και έτσι να διαποτίσουν το πετρωμένο πεδίο της θεολογικής επιστήμης και να γνωρίσουν καλύτερα την Ελλάδα. Μέσα στην χώρα των κλασσικών αναμνήσεων, είτε μόνοι τους, είτε και με την παρακίνηση επίσημων προσώπων της πατρίδας τους ή και εταιρειών αναζητούν χειρόγραφα όχι μόνο των πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και των αρχαίων συγγραφέων, μελετούν αντικείμενα του αρχαίου ή του μεσαιωνικού ελληνικού πολιτισμού και έτσι συμβάλλουν και αυτοί κατά το μέρος τους, όχι μόνο στην αναζωπύρωση της αρχαιολατρείας, αλλά και στην γένεση της βυζαντινολογίας. Έτσι, οι πιο καλοί εργάτες του νέου αυτού φιλολογικού κλάδου θα γίνουν οι Δομηνικανοί και Ιησουίτες, που θα ετοιμάσουν ένα λαμπρό πεδίο με νέους πνευματικούς ορίζοντες.

Ακόμη, η ανάγκη να μάθουν τη γλώσσα των κατοίκων των ελληνικών χωρών, όπου πήγαιναν να διδάξουν, και μάλιστα την γλώσσα του λαού, τους έκανε να εγκύψουν στην μελέτη της δημοτικής και της γραμματικής. Οι Ιησουίτες, προ πάντων μοναχοί, ακολουθώντας πιστά τις υποδείξεις της συνόδου του Trento, που παραγγέλλει τη χρήση της γλώσσας του λαού, όταν έρχονται στις ελληνικές χώρες, για να μπορέσουν να γνωρίσουν καλά τον τόπο και τους ανθρώπους, για να μιλήσουν μαζί τους, να τους διδάξουν και να τους κάνουν το θρησκευτικό κήρυγμα στις εκκλησίες τους, ρίχνονται με ζήλο στην σπουδή της και μερικοί σημειώνουν εκπληκτικές προόδους, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Άλλοι πάλι μελετούν συστηματικά την γραμματική και το λεξιλόγιό της με την επιθυμία να διευκολύνουν τους σπουδαστές της, πρώτα πρώτα βέβαια τους ομοϊδεάτες τους Μοναχούς. Μεσ’ απ’ αυτές τις ανάγκες είδε το φως το πιο παλαιό ιταλοελληνικό λεξικό και η στοιχειώδης γραμματική του Ιησουίτη μοναχού Gerolamo Germano. Το βιβλίο του, παρά τις ατέλειές του, πρόσφερε υπηρεσίες στους Καθολικούς Μοναχούς, που έφταναν στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Ακολουθούν έπειτα και άλλες γραμματικές της δημοτικής, Ελλήνων και ξένων, που είτε δημοσιεύθηκαν, είτε έμειναν ανέκδοτες. Αξίζει να μνημονευθεί η γραμματική του Έλληνα Σίμωνος Πορτίου, που είναι Ουνίτης, αλλά δεν παύει να είναι ένας μεγάλος πατριώτης. Τη γραμματική του αυτή την εκδίδει στα 1638 και την αφιερώνει στον πανίσχυρο καρδινάλιο Richelieu. Στην αφιέρωσή του (όπου του παρουσιάζει την αγνώριστη πια νέα Ελλάδα, πεσμένη ικετευτικά στα πόδια του), του εξομολογείται ανάμεσα στα άλλα και τον μεγάλο καϋμό των σκλαβωμένων:«Συμπάθησε, παρακαλώ σε, εξοχώτατε άρχοντα, την πολλά ζεστήν δούλεψιν και προσκύνησιν της Ελλάδας σου· κάμε μόνον ότι, ως καθώς εκείνη με την λάμψιν σου δοξασμένη απολαύει το κοινόν φως του ηλίου με τον τύπον, έτσι παραδοσμένη στα χέρια σου, κάμε να μεταστρέψη στην παλαιά της λαμπρότητα και ελευθερίαν».

Ορισμένοι Καθολικοί μοναχοί γράφουν μερικά έργα τους με λατινικούς χαρακτήρες, δηλαδή με τα λεγόμενα φραγκοχιώτικα, για να ευκολύνουν την ανάγνωση και την διάδοση των γραπτών τους. Πραγματικά, το φραγκοχιώτικο αλφάβητο με την εύκολη ορθογραφία του, προσείλκυσε τους Καθολικούς, ιδίως τους ξένους τους εγκαταστημένους στην Εγγύς Ανατολή, τους κοινώς ονομαζομένους φραγκολεβαντίνους, τους παρακίνησε στην σπουδή της ελληνικής και συνέβαλε στην διατήρηση και εξάπλωσή της ανάμεσά τους.

Σ’ όλη αυτή την καταιγίδα, άραγε υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις; Ας σημειώσουμε κάποιες περιπτώσεις που συνέβησαν κατά τον 16ο και 17οαιώνα, που είναι χαρακτηριστικά της επίδρασης του Παπισμού, αλλά και της Διαμαρτύρησης, στον ελληνικό χώρο:

1.- Γαβριήλ Σεβήρος και Μάξιμος Μαργούνιος

Ορισμένοι μετριοπαθείς και φωτισμένοι άνδρες έχουν την γνώμη, ότι μερικά βήματα θα μπορούσαν να γίνουν προς το μέρος της Δυτικής εκκλησίας, χωρίς να ζημιώσουν το πνεύμα της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο προϊστάμενος της ελληνικής κοινότητας Βενετίας Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1541-1616), μολονότι φανατικός πρόμαχος της Ορθοδοξίας και των παραδεδομένων, νομίζει ότι θα έπρεπε ν’ αποφεύγεται η χρήση ορισμένων εκκλησιαστικών βιβλίων της Ανατολικής Εκκλησίας, που έθιγαν τους Καθολικούς, προ πάντων η ακολουθία του Γρηγορίου του Παλαμά, και τα άλλα ν’ αποκαθαρθούν από ορισμένες δυσφημιστικές εκφράσεις. Επίσης, έχοντας υπ’ όψη του την ορθότητα των μεταρρυθμίσεων του γρηγοριανού ημερολογίου και επηρεαζόμενος ασφαλώς από το ορθολογιστικό περιβάλλον της Βενετικής πολιτείας και από τους ανώτατους εκπροσώπους της Καθολικής εκκλησίας, προτείνει επανειλημμένα στον Πατριάρχη Ιερεμία Β’ τον Τρανό, την εισαγωγή του και στις χώρες των Ορθόδοξων εκκλησιών. Ο Πατριάρχης όμως, με την επιστολή του της 6 Ιουλίου 1583, τον επιτιμά για τις λογικές, αλλά πρωτόφαντες για την εποχή εκείνη, προτάσεις του και του συνιστά εμμονή στα παραδεδομένα. Και συνεχίζει με τα παρακάτω, που σκοπό έχουν να του δώσουν θάρρος, αν υφίσταται πιέσεις απ’ έξω: «Ει δ’ αυτοί, ως εκ των γεγραμμένων ημίν τεκμαίρεται, σκοπόν έχουσιν ενοχλήσαι, όπερ (οίμαι) απίθανον, φέρειν οφείλετε· ο μεν γαρ παρών καιρός οδυνών και θλίψεων, ο δε μέλλων χαράς και ανταποδόσεως».

Τολμηρότερα ήταν τα βήματα του επίσης εγκαταστημένου στην Βενετία Κρητικού Μαξίμου Μαργουνίου (1549-1602), επιφανούς θεολόγου της εποχής, Επισκόπου Κυθήρων. Η πυκνή αλληλογραφία του με διακεκριμένες προσωπικότητες του Ορθόδοξου και δυτικού κόσμου, όπως με τον Ιερεμία Β’ τον Τρανό, τον Μελέτιο Βλαστό, τους ανθρωπιστές David Hoeschel, Friedrich Syburg, Ascanio Persio κ.α., καθώς και τα ποικίλα θέματα που τον απασχολούν, δείχνουν το κύρος και την βαθιά θεολογική και φιλολογική του μόρφωση. Επομένως, οι επιστολές του, πολλές από τις οποίες είναι ανέκδοτες, αποτελούν πηγές, για τη γνώση της πνευματικής ιστορίας της εποχής του και ειδικά των ελληνικών χωρών. Ο Μαργούνιος είναι γνωστός επίσης ως εκδότης πολλών φιλολογικών και θεολογικών κειμένων, τα οποία έκαναν εντύπωση στους δυτικούς λογίους και έδωσαν κάποια αίγλη στο αμαυρωμένο ελληνικό όνομα. Αξίζει να μνημονεύσουμε την μετάφραση του έργου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, στην δημοτική γλώσσα (χαρακτηριστική είναι η αφιερωτική του επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιερεμία Β’), καθώς και διαφόρων συναξαρίων με σύντομους βίους αγίων (Βενετία 1607). Η συλλογή των συναξαρίων αυτών, που γνώρισε έξι εκδόσεις μέσα στον 17 αι, χρησίμευσε ως βάση για παρόμοια μεταγενέστερα έργα.

Ο Μαργούνιος, καθαρός και άμεμπτος, είναι από τις σπάνιες εκείνες φυσιογνωμίες του ελληνικού κόσμου, που συγκεντρώνουν μεγάλα ηθικά και πνευματικά χαρίσματα: την πολυμάθεια, την ευρύτητα των ιδεών και την εμμονή στις αρχές τους, αλλά και την έλλειψη δογματισμού και την ανοχή των ιδεών των άλλων. Μέσα του, όπως και στον Χρυσολωρά και στον Βησσαρίωνα, είχε συντελεστεί η αρμονική σύλληψη και σύνθεση του ελληνοχριστιανικού κόσμου.

Ο Μαργούνιος είχε την γνώμη, ότι θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η ένωση των εκκλησιών, αν γινόταν «η του δόγματος θεραπεία», αν δηλαδή τα δύο μέρη συμβιβάζονταν ως προς το ζήτημα της διδασκαλίας για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Η αντίληψή του όμως αυτή παρεξηγήθηκε και προκάλεσε, στα 1583, την αντίδραση του ευερέθιστου Γαβριήλ Σεβήρου, του οποίου το πάθος τον σκοτίζει τόσο, ώστε να κατηγορήσει τον Μάξιμο, ότι λατινοφρονεί. Έτσι, ξέσπασε μεταξύ τους μια οξεία διένεξη, την οποία με πολύ κόπο και παρακλήσεις κατόρθωσαν να κατασιγάσουν, οι Ιερεμίας Β’ και προ πάντων ο Μελέτιος Πηγάς. Ο Πηγάς καταλαβαίνει καλά πόσα δεινά μπορεί να προκύψουν από την έριδα των δύο αυτών επιφανών θεολόγων, οι οποίοι κατά την έκφρασή του αποτελούν τας «ιεράς και ζώσας πλάκας της του Χριστού Εκκλησίας» και τον «δίδυμον οφθαλμόν της Ορθοδόξου πίστεως».«Ω πόνοι μάταιοι, (γράφει προς τον Φιλαδελφείας Σεβήρο), φροντίδες έωλοι! Ξένοι και πάροικοι άμφω ουκ αισχύνεσθε περί της παροικίας φιλονεικούντες; Αλλά καταλλάγητε, προς Θεού, μη γίνεσθε το φως υμείς σκότος, εν καιροίς ούτω χαλεποίς όπου των πραγμάτων πάντων δεινή τις γίνεται εξέτασις. Οι διαπληκτιζομένους υμάς δρώντες τους προέχοντας Γραικών, ούτως ατόπως, ούτως εκθύμως, τι περί των Γραικών νομιούσιν;… Μη προσταράττετε το ταλαίπωρον γένος καταχρησάμενοι και τα της ευσεβείας αυτής και αυτόν τον Χριστόν εις τας υμετέρας κενάς δόξας. Ευλαβήθητε το φοβερόν βήμα, ένθα τα κρυπτά κρίνεται δίχα παραπετασμάτων».

2.- Μελέτιος Πηγάς

Στις αρχές του 1588 ο Μελέτιος Πηγάς καλείται ν’ αναλάβει την διοίκηση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου και μετά τον θάνατο του Σιλβέστρου εκλέγεται «Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας» (5 Αυγούστου 1590).

Ο Μελέτιος πηγαίνει δυο φορές στην Κωνσταντινούπολη, την πρώτη για να λάβει μέρος στην σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως της 12 Φεβρουαρίου 1593 (η οποία μεταξύ άλλων σκοπό είχε να κυρώσει σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας την ανακήρυξη του Πατριαρχείου της Μόσχας) και την δεύτερη το 1594, για να ενισχύσει με την παρουσία του ηθικά τον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και να συντελέσει πάλι στην αποκατάσταση της γαλήνης μέσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γίνονται τώρα περισσότερο αισθητοί μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας οι κλονισμοί από τη δράση των Ιησουιτών.Κατά τα ταξίδια του προς την Κωνσταντινούπολη είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει το ζήλο και τις επιτυχίες τους. Και τρομαγμένος σημειώνει: «Παρασύρονται των ακεραιοτέρων αι ακοαί. Εις συνήθειαν ήλθον της διεστραμμένης διδασκαλίας… βαπτίσματα παρ’ εκείνων, προπομπαί των εξοδευόντων (αποθνησκόντων), επισκέψεις των ασθενούντων, παρακλήσεις των λυπουμένων, βοήθειαι των καταπονουμένων, αντιλήψεις παντοδαπαί, μυστηρίων κοινωνίαι, α πάντα δι’ εκείνων (των Ιησουϊτών) επιτελούμενα σύνδεσμος γίνεται τοις πολλοίς της προς αυτούς ομονοίας, ώστε μικρού χρόνου παρελθόντος μηδέ (ει γένοιτό τις άδεια) ελπίδα λοιπόν είναι τους υπό χρονίας απάτης κατασχεθέντας πάλιν προς την επίγνωσιν της αληθείας ανακληθήναι». Στη Χίο, οι Ιησουίτες, όπως είδαμε, είχαν σημειώσει τόσες επιτυχίες, ώστε ν’ αναγκαστεί να στείλει εκεί, κατά τα τέλη του 1589, τον ανεψιό και πρωτοσύγκελλό του Κύριλλο Λούκαρι και τον Ιερομόναχο Σωφρόνιο Παπαδόπουλο, για ν’ αναστείλουν τις προόδους των. Η παραμονή τους εκεί ήταν εφήμερη και είναι βέβαιο ότι δεν άφησε ουσιαστικές επιδράσεις, αλλά μάλλον σπέρματα αναταραχής και δυσάρεστες συνέπειες για τον Σωφρόνιο. Φαίνεται, ότι Χιώτες λατινόφρονες με την υποκίνηση ασφαλώς των Ιησουϊτών, που αμύνονταν, αντεπιτέθηκαν και κατόρθωσαν να διαβάλουν στο Πατριαρχείο, τον νεωτερίζοντα ίσως Σωφρόνιο για Λουθηροκαλβινισμό, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την καθαίρεσή του. Τον Λούκαρι, τον στέλνει επίσης ο Μελέτιος, το 1593 στην Πολωνία, για ν’ ανταπεξέλθει στην προπαγάνδα των Ιησουιτών, που κλόνιζαν εκεί τα θεμέλια της Ορθοδοξίας.

3.- Κύριλλος Λούκαρις

Τον Μελέτιο Πηγά διαδέχεται στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας ο ανιψιός του Κύριλλος Λόυκαρις σε ηλικία 29 ετών. Ο Λούκαρις είναι η πιο σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του 17ου αιώνα.

Οι μελέτες και οι σκέψεις του Λούκαρι τον έφεραν αντιμέτωπο με τους Καθολικούς και ιδίως με τους Ιησουίτες, οι οποίοι, μέσα στην ίδια την έδρα της Ορθοδοξίας, με τον θερμό τους ζήλο, τον συνδυασμένο με την πλατιά θεολογική και κοσμική παιδεία, με την προσήνεια, με την συστηματική άσκηση του διδασκαλικού τους έργου, με τη γνώση της ελληνικής και με τα κηρύγματά τους στις εκκλησίες του Πέραν, προκαλούσαν συνήθως ευμενή σχόλια στον λαό και δημιουργούσαν ρεύμα συμπαθείας, που γονιμοποιούσε το έδαφος για την προσέγγιση και την ένωση των εκκλησιών.

Η ευνοϊκή αυτή ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να επεκτείνεται και σ’ αυτούς ακόμη τους κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι ίδιοι οι λατινόφρονες Έλληνες, ιδίως ο ζήλος ορισμένων αποφοίτων του ελληνικού κολλεγίου του Αγ. Αθανασίου της Ρώμης. Συγκεκριμένα, ο Φραγκίσκος Κόκκος είχε τόσο επηρεάσει τον Πατριάρχη Ραφαήλ Β΄ (1603-1608), ώστε να δεχθεί να τον διορίσει καθηγητή της πατριαρχικής σχολής και τελικά να δεχθεί το πρωτείο του πάπα, ενώ ο Νικηφόρος Μελισσηνός, με την προπαγάνδα και των Ιησουιτών, είχε επιβληθεί τόσο στο πνεύμα του Νεοφύτου Β΄ (1608-1612), ώστε ν’ αποστείλει στις 6 Αυγούστου 1608 στον Πάπα Παύλο Ε΄ (1605-1621) και ομολογία πίστεως, με την οποίαν αναγνώριζε όχι μόνο το πρωτείο του πάπα, αλλά και την διδασκαλία της Δυτικής εκκλησίας.

Η φανερή όμως αυτή απόκλιση του Πατριάρχη Νεοφύτου Β΄ προς τον Καθολικισμό, και η συμπάθειά του προς τους Ιησουίτες, καθώς και άλλα αίτια, προκάλεσαν την εξέγερση του κλήρου και του λαού, ο οποίος επέτυχε να τον απομακρύνει τον Νοέμβριο του 1612. Την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ο Λούκαρις, για ζητήματα που αφορούσαν τον ταραχοποιό και παράνομο Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Λαυρέντιο, καθώς και για άλλα που σχετίζονταν με τους Ορθοδόξους της Ρωσίας. Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν, ότι στην ανατροπή του Νεοφύτου Β΄, πρωτοστάτησε ο Λούκαρις, αν λάβουμε υπ’ όψη την εχθρότητά του προς τους Ιησουίτες και γενικά προς τους Καθολικούς, την εκτίμηση, που του είχε το ορθόδοξο πλήρωμα, καθώς και τις σαφείς καταγγελίες των Καθολικών. Ίσως, έτσι εξηγείται και η εκλογή του αμέσως κατόπιν ως «επιτηρητού», δηλαδή τοποτηρητή, του πατριαρχικού θρόνου, ως την εκλογή του νέου Πατριάρχη.

Ακολουθεί όμως η αντεπίθεση. Τότε, όπως ειρωνεύεται ο ίδιος ο Λούκαρις, οι «άξιοι» ανώτατοι κληρικοί, ο Παλαιών Πατρών Τιμόθεος, ο Παϊσος, ο Θεσσαλονίκης, ο Λαρίσης Τιμόθεος και ο πρώην Μονεμβασίας Γερμανός επέβαλαν τον λατινόφρονα Τιμόθεο Β΄ ως Πατριάρχη ανεβάζοντας το πεσκέσι προς τον σουλτάνο σε 8.000 χρυσά νομίσματα και αυξάνοντας το χαράτσι από 3.000 σε 4.000.

Ο Λούκαρις αποσύρεται στο Αγ. Όρος και απ’ εκεί στην Βλαχία, απ’ όπου εξαπολύει σφοδρότατες επιθέσεις εναντίον της προπαγάνδας των Καθολικών, οι οποίοι έχουν πια κυριαρχήσει μέσα στα πατριαρχεία. Πραγματικά ο νέος Πατριάρχης στις 13 Μαΐου 1615 πληροφορεί τον πάπα Παύλο Ε΄, ότι τον αναγνωρίζει ως κεφαλή της Εκκλησίας και τον παρακαλεί να ιδρύσει στην Κωνσταντινούπολη ένα θεολογικό σεμινάριο, για την θρησκευτική μόρφωση των νέων και ν’ ανατεθεί η λειτουργία του σε Ιησουίτες!

Ο φανατισμός των Ορθοδόξων, προ πάντων των μοναχών, εναντίον των δυτικών φτάνει ως το σημείο, ώστε και σ’ αυτές ακόμη τις κωμοπόλεις και πόλεις των επαρχιών, όπως π.χ. της Μυτιλήνης, ν’ ακούει κανείς ότι, αν κάποτε στο μέλλον πρόκειται να κυριαρχήσουν στην Κωνσταντινούπολη οι Λατίνοι, πολύ καλύτερα είναι να μείνουν οι Τούρκοι.

Η αμοιβαία αποστροφή και η κατηγορία των μεν εναντίον των δε, ως σχισματικών είναι κάτι το συνηθισμένο. Ο Καπουκίνος πατήρ Arcangelo γράφει: «Δεν υπάρχει έθνος που μας είναι τόσο βαθιά μισητό όσο οι Έλληνες, γιατί είναι γένος αμαθές, διαφθαρμένο και αλαζονικό· εμείς δεν μπορούμε να τους πλησιάσουμε».

Πραγματικά, ο κατώτερος κλήρος εξακολουθεί να είναι αμόρφωτος, όπως και μετά την Άλωση, και ουσιαστικά δεν προσφέρει σπουδαία πνευματική τροφή στο ποίμνιό του, πράγμα που προκαλεί τα ειρωνικά σχόλια των Καθολικών ιερωμένων ή των ξένων που περιηγούνται τις ελληνικές χώρες, αλλά —πράγμα πολύ σπουδαίο— στέκεται πολύ κοντά του, παίρνει μέρος στους αγώνες του, συνυποφέρει και ασκεί άμεση επίδραση επάνω του. Έτσι, με την δραστηριότητα της Δυτικής εκκλησίας και με την αντίδραση της Ανατολικής, αναζωογονούνται και πάλιν οι έριδες με αποτέλεσμα να ιδούν το φως νέες εκδόσεις θεολογικών βιβλίων, οι οποίες πλουτίζουν τη θρησκευτική φιλολογία.

Στον αγώνα αυτό της Ορθοδοξίας ζητεί ο Λούκαρις και έχει την συμπαράσταση των Προτεσταντών, με τους οποίους αλληλογραφεί και συζητεί διάφορα θέματα. Ακριβώς, η ιδεολογική αυτή επικοινωνία και οι υποχωρήσεις του σε ορισμένες απόψεις των Διαμαρτυρομένων υπήρξαν οι αιτίες να κατηγορηθεί πολύ νωρίς, ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου.Η επιθυμία του μάλιστα να κάνει στενότερους τους δεσμούς του με τους Διαμαρτυρομένους και να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους, τον έκανε να στείλει στα 1617 (ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot) στην Αγγλία, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589-1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιον Όρος.

Η ώρα όμως του Λούκαρι, για τους μεγάλους και σκληρούς αγώνες του εσήμανε, όταν στις 4 Νοεμβρίου 1620 η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τιμώντας την αρετή και την σοφία του τον εξέλεξε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αμέσως, φαίνεται, ύστερ’ από την εκλογή, φεύγει από την έδρα του ο φιλοκαθολικός Μητροπολίτης Ίμβρου Αθανάσιος, ο οποίος επί χρόνια τριγυρίζει, μηχανορραφεί εναντίον του και ζητεί την επέμβαση του Γερμανού αυτοκράτορα. Έντονη είναι η αντίδραση εναντίον του Λούκαρι, εφόσον μάλιστα οι Ιησουίτες, η Αγία Έδρα και πίσω απ’ αυτούς οι ενδιαφερόμενες καθολικές δυνάμεις Αυστρία και Γαλλία τον υποπτεύονταν, ως Καλβινιστή. Αποκαλυπτικά είναι όσα γράφει ο «αποστολικός επισκέπτης» Ρ. Demarchis τον Οκτώβριο – Νοέμβριο του 1622, σχετικά με τα τότε σχέδια των Καθολικών: «Για να ξανακερδίσουμε την ελληνική Εκκλησία, πρέπει πρώτα πρώτα να φύγει αυτός ο Πατριάρχης, ο Κύριλλος,….. σαν ο μεγαλύτερος εχθρός της Καθολικής Εκκλησίας, επειδή, μολυσμένος από την Λουθηρανική και Καλβινική αίρεση, απομακρύνει και αποξενώνει, όσο μπορεί, τους Έλληνες από τους Καθολικούς και προσπαθεί να εκμηδενίσει το κύρος του (Λατίνου) Πατριάρχη και του τοποτηρητή του».

Πραγματικά, τον Απρίλιο κιόλας του 1623 απομακρύνεται ο Λούκαρις από τον θρόνο, με την επέμβαση του πρεσβευτή της Γαλλίας Fhillippe de Cesy, ύστερ’ από διαβήματα του αποστολικού νουντσίου στο Παρίσι Ορσίνι, στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’. Στη θέση του εκλέγεται στις 28 Μαΐου ο Αμασείας Γρηγόριος, «λατινόφρων», ο επονομαζόμενος «Στραβοαμασείας» και ύστερ’ από ένα μήνα, 25 Ιουνίου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος, αλλά στις 2 Οκτωβρίου ανεβαίνει και πάλι στον θρόνο ο Λούκαρις, χάρη στην υποστήριξη των πρεσβευτών Ολλανδίας Haga και της Αγγλίας Sir Thomas Rowe.

Η πρόσφατη δημοσίευση αποσπασμάτων από τις επιστολές του Πατριάρχη προς τον Sir Thomas Rowe (γραμμένες μεταξύ Ιουνίου 1625-Μαρτίου 1628) αποδεικνύει, ότι ο Λούκαρις είχε συνδεθεί πια στενά μαζί του, ότι του ζητούσε την αρωγή στις δύσκολες στιγμές και ότι τον κατατόπιζε στις ενέργειες των Καθολικών μέσα στην Κωνσταντινούπολη, τους οποίους παραπλανούσε ως προς τα πραγματικά του αισθήματα απέναντί τους. Έτσι π. χ. τον ενημερώνει στις συζητήσεις του με τον Έλληνα Καθολικό Κανάκη Ρώση, ο οποίος επιφορτισμένος με ειδικές οδηγίες από την Προπαγάνδα Πίστεως και από τον πρόεδρό της καρδινάλιο Bandini είχε φθάσει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1625 και επιδίωκε να του αποσπάσει —έναντι ανταλλαγμάτων— την αποκήρυξη των Καλβινικών του ιδεών και ομολογία πίστεως στον Πάπα: «….. Επιζητεί να διαφθείρη το ποίμνιόν μας και εμέ τον ίδιον με θαυμαστά τεχνάσματα και με πολλάς κολακείας επιχειρεί να κατακτήση. Επί τέλους μου έδειξε τας οδηγίας που έχει δι’ εμέ…..». Από απόσπασμα της επόμενης επιστολής του πρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Λούκαρις δεν ψυχραίνει τον ζήλο των συνομιλητών του, αλλά ότι τους βαυκαλίζει με ελπιδοφόρες υποσχέσεις και έτσι παρελκύει το θέμα με εσκεμμένη εφεκτικότητα και αδράνεια: «Εν τω μεταξύ θα δεικνύω περίσκεψιν κατά τας μετά των ανθρώπων αυτών διαπραγματεύσεις· και αν προτείνουν άλλο τι μετά ταύτα, θα το αναφέρω εις την υμετέραν εξοχότητα· άνευ της συμβουλής σας ουδέν θα πράξω… Εν ευθέτω θα συναντηθώμεν και θα συνεννοηθώμεν προφορικώς περί των λοιπών.. .» (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1625). Το ζήτημα έληξε με την συμβουλή, που του έδωσε ο Sir Thomas Rowe: να μη δώσει ρητή απάντηση στις προτάσεις των αντιπροσώπων της Προπαγάνδας Πίστεως, εφόσον δεν του τις υποβάλλουν γραπτά.

Ο Rowe θεωρεί τον Λούκαρι Καλβινιστή: «Όσο για τον ίδιο τον Πατριάρχη δεν αμφιβάλλω, πως στην θρησκευτική του συνείδηση δεν είναι παρά, όπως τον χαρακτηρίζουμε, ένας καθαρός Καλβινιστής και σαν τέτοιον οι Ιησουίτες τον στιγματίζουν». Ο πρεσβευτής φαίνεται υπεραισιόδοξος. Στην πραγματικότητα όμως ο Κύριλλος έμενε σταθερός στην Ορθοδοξία και δεν είχε ακόμη κατασταλάξει σε άλλες πεποιθήσεις ή τουλάχιστον δεν είχε ακόμη το θάρρος να τις διακηρύξει. Απόδειξη, το ναυάγιο των προσπαθειών του εφημερίου της Ολλανδικής πρεσβείας Piscator, που απέβλεπαν στην ένωση των εκκλησιών των Διαμαρτυρομένων και των Ορθοδόξων: ο ίδιος απογοητευμένος έλεγε στον διάδοχό του Ant. Leger, τον Ιούλιο του 1628 στην Βενετία, ότι είχε χάσει σχεδόν κάθε ελπίδα.

Η διαμάχη λοιπόν των Καθολικών και των Διαμαρτυρομένων εντείνεται.Οι βλέψεις τους είναι πώς να ματαιώσουν την επικράτηση των αντιπάλων τους και να επιτύχουν την διάδοση του οικείου δόγματος. Ας μη ξεχνούμε, ότι οι θρησκευτικοί πόλεμοι εξακολουθούσαν ακόμη ν’ αναστατώνουν τα ευρωπαϊκά κράτη και επομένως η προσέλκυση της Ανατολικής Εκκλησίας προς τον Καθολικισμό ή προς τον Προτεσταντισμό θα είχε τεράστιο αντίκτυπο, όχι μόνο στην κίνηση των θρησκευτικών ιδεών, αλλά και στην επιβολή της πολιτικής επιρροής τους. Γι’ αυτό και το ζωηρό ενδιαφέρον των ηγεμόνων και κυβερνήσεων, να στηρίξουν τις κινήσεις των κληρικών τους και να επηρεάσουν τους Ορθοδόξους, ιδίως το περιβάλλον του Πατριάρχη και τον ίδιο τον Πατριάρχη.

Οι συστάσεις του Leger φαίνεται ότι εισακούστηκαν, γιατί τον Μάρτιο κιόλας του 1629, ο μοναχός Μάξιμος Καλλιουπολίτης, με την επίβλεψη του Λούκαρι, έχει αναλάβει να μεταφράση την Καινή Διαθήκη στα νεοελληνικά· επίσης ο Πατριάρχης είχε ετοιμάσει και παραδώσει στα χέρια του Leger την περίφημη «Ομολογία» του, που είναι περισσότερο Καλβινική παρά Ορθόδοξη. Η Καινή Διαθήκη τυπώθηκε το 1638 στην Γενεύη με πρόλογο του ίδιου του Πατριάρχη, ενώ η «Ομολογία» του στον ίδιο τόπο τον Μάρτιο του 1629 σε λατινική μετάφραση, αφιερωμένη στον Ολλανδό πρεσβευτή Κορνήλιο Haga και το 1631 στην ελληνική και λατινική. Ενώ ο Κύριλλος συντάσσει και παραδίδει στα χέρια του Leger την περιβόητη «Ομολογία», από το άλλο μέρος ενισχύει την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως με την πρόσκληση του συμπατριώτη του Μελετίου Συρίγου, καταδικασμένου σε θάνατο από τους Βενετούς της Κρήτης, για την σφοδρότητα, με την οποία υποστήριζε τις θέσεις της Ορθοδοξίας εκεί, και του εμπιστεύεται την εκκλησία της Χρυσοπηγής. Ο άμβωνάς της είναι το ελεύθερο βήμα, απ’ όπου τώρα πια απερίσπαστος ο Συρίγος εξαπολύει τους μύδρους του εναντίον των πολεμίων της Ορθοδοξίας.

Η δημοσίευση της «Ομολογίας» προκαλεί κατάπληξη στους κύκλους των Ορθοδόξων και την αντίδραση των Καθολικών, κυρίως του πρεσβευτή της Γαλλίας de Marcheville, ο οποίος ανήσυχος ζητεί να βεβαιωθεί, αν πραγματικά ο Κύριλλος εμμένει στις ιδέες που αναπτύσσει στο βιβλίο του. Και ο Πατριάρχης δεν διστάζει καθόλου ν’ απαντήσει με αξιοπρέπεια και να κλείσει τη συζήτηση με τα εξής αξιομνημόνευτα: «. . . στο ζήτημα των πεποιθήσεων μου και της αιώνιας σωτηρίας μου δεν θα υπακούσω ούτε στον βασιλιά της Γαλλίας, ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο, αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνείδησής μου».

Κατά τα τέλη του 1637 έρχεται στην Κωνσταντινούπολη ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας, βρίσκει τον παλαιό του προστάτη Λούκαρι αγωνιζόμενο εναντίον της Καθολικής προπαγάνδας και παρακολουθεί τρομαγμένος την πτώση του. Πραγματικά, οι Καθολικοί στρέφονται τώρα με μανία εναντίον του και κατορθώνουν με σουλτανική διαταγή να τον καθαιρέσουν συκοφαντώντας τον, ότι δήθεν είχε ειδοποιήσει τις χριστιανικές δυνάμεις, για την αναχώρηση του σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη, ότι συνεννοούνταν με τους «Μοσκόβους και Κοζάκους» κ.λπ. Οι συκοφαντίες τους εναντίον του Λούκαρι ήταν τέτοιες, ώστε δεν ήταν δυνατόν ν’ αποφύγει τη θανάτωση. Κύριο όργανο των Καθολικών και πρωταγωνιστής στην τραγωδία αυτή ήταν ο διάδοχός του Κύριλλος Κονταρής από την Βέροια, γνωστός για τις σχέσεις του με τη ρωμαϊκή αυλή. Χαρακτηριστικά, για την ευθύνη και τους χαρακτήρες του Schmid και του Κονταρή είναι όσα αφηγείται ο πρώτος: «Καθώς είχαμε βρεθεί πάλι μαζί, ο Πατριάρχης (Κονταρής) μου είπε στο αυτί: «Ο πράκτοράς μου (ο παπάς Λαμέρνος κοντά στον μεγάλο βεζίρη Μπαϊράμ πασά στην Μ. Ασία) μου γράφει από την Ασία ότι ο Λούκαρις δύσκολα θα ξεφύγη τον θάνατο· τι σκέπτεσθε γι’ αυτό;» Του απάντησα πως κατά την γνώμη μου ο Πατριάρχης δεν έπρεπε να εργαστεί, ούτε κατά ούτε υπέρ, αλλά ν’ αφήσει τα γεγονότα ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο τους. Ο Πατριάρχης άρχισε τότε να χαμογελάει και δεν μου ξαναμίλησε πια γι’ αυτό το ζήτημα». Έτσι σιωπηλά υπέγραψαν την καταδίκη του Λούκαρι. Τον Κονταρή θεώρησε υπεύθυνο από την πρώτη στιγμή ο ελληνικός λαός, όπως αναφέρει στο δόγη ο Βενετός πρεσβευτής: «Εις τους Έλληνας δεν ήρεσεν αυτό το τέλος, το οποίον αποδίδουν εις τον νέον Πατριάρχην, εις τρόπον ώστε ούτος εφεξής θα διάγει με πολύν τρόμον». Ο βάιλος αποκαλύπτει και άλλα φοβερά πράγματα για τον χαρακτήρα του Κονταρή, που έρχονται σε άκρα αντίθεση με το εγκωμιαστικό πορτραίτο του, που του είχε κάνει άλλοτε, στα 1618, στα 25 του χρόνια, ο Ιησουίτης ηγούμενος και δάσκαλός του Dionys Guiller. Γράφει λοιπόν ο βάιλος: «Ο νέος Πατριάρχης εφρόντισεν αμέσως να συνομιλήση με τον αντιπρόσωπον του Πάπα, ο οποίος ήλθεν αμέσως και με κατέστησεν ενήμερον της συνομιλίας που διεξήχθη. Ο νέος Πατριάρχης εζήτησε να του δοθή χρηματική βοήθεια εκ Ρώμης, ως πολλάκις του την είχον υποσχεθή, αν εξεδίωκε τον Κύριλλον. Ο αντιπρόσωπος του πάπα του απήντησεν, ότι δεν είχε καμμίαν σχετικήν διαταγήν εκ Ρώμης και εγώ τον συνεβούλευσα ν’ αποφύγη την ανάμειξιν εις παρόμοια ζητήματα, διότι σήμερον με την γενικήν σύγχυσιν και διαίρεσιν των Ελλήνων, δεν ημπορεί κανείς να υπηρετήση έναν, χωρίς να δυσαρεστήση εκατόν…..». Τα 4.000 τάλληρα που είχαν υποσχεθεί στον Κονταρή τα έδωσαν αργότερα σε εμπορεύματα μέσω εμπόρων της Ραγούζας.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Λούκαρι, ο Κονταρής συγκαλεί στις 24 Σεπτεμβρίου/4 Οκτωβρίου 1638 σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδικάζει τον Καλβινισμό του Λούκαρι και αναθεματίζει τον ίδιο. Οδυνηρή ήταν ο θέση του Κριτοπούλου, που βρέθηκε στην ανάγκη να υπογράψει την καταδίκη του άλλοτε προστάτη του. Ίσως τα συνταρακτικά εκείνα γεγονότα και οι αλλεπάλληλες δυνατές συγκινήσεις και τύψεις τον έφεραν στον τάφο ύστερ’ από λίγους μήνες στη Βλαχία.

Ο Κονταρής ως Πατριάρχης υπογράφει στις 25 Δεκεμβρίου 1638 εμπρός στον πρεσβευτή της Αυστρίας Schmid και στον τοποτηρητή του Λατίνου Πατριάρχη Sonnino την Καθολική ομολογία πίστεως, σύμφωνα με υπόδειγμα του Ουρβανού Η΄, η οποία σώζεται ακόμη στα αρχεία του Βατικανού. Τον Ιούνιο όμως του 1639 απομακρύνεται από τον θρόνο και εξορίζεται στην Αλγερία, όπου και απαγχονίζεται ύστερ’ από ένα χρόνο ακριβώς. Ο θάνατός του ακούστηκε στις ελληνικές χώρες, σαν δίκαιη τιμωρία για όσα είχε κάνει.

Στην θέση του Κονταρή ανεβαίνει ο Παρθένιος Α’, ο οποίος εκδηλώνεται σαφώς κατά του Καλβινισμού και επιβεβαιώνει την απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (1638) με την σύνοδο του Ιασίου του 1642 (όπου πρωτοστατεί ο Μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας), αλλά δεν προσχωρεί, όπως ο προκάτοχός του, στην υπογραφή ομολογίας πίστεως προς τον Καθολικισμό και προς την ένωση των Εκκλησιών. Την στάση των δύο τελευταίων Πατριαρχών την θεωρεί ο Hofmann σαν την «οριστική νίκη» της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά του Προτεσταντισμού.

Το έντονο αυτό αντικαλβινικό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκφράζουν και τα πρακτικά της συνόδου της Λευκωσίας στα 1668, στην οποία έγινε συζήτηση για τα μυστήρια γενικά, για την αρχιερωσύνη κ.λπ. Τα πρακτικά της τα συνέταξε ο γνωστός ιερομόναχος και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιλαρίων Κιγάλας. Την καταδίκη του Καλβινισμού του Λούκαρι την επιβεβαίωσαν και οι σύνοδοι Ιεροσολύμων και Κωνσταντινουπόλεως στα 1672.

4.- Μητροφάνης Κριτόπουλος

Με το πρόσωπο του Κυρίλλου Λούκαρι συνδέεται, όπως ειπώθηκε, και ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ο οποίος ύστερ’ από πενταετείς ευδόκιμες σπουδές στην Οξφόρδη είχε αρχίσει —με την εντολή ασφαλώς του Λούκαρι— μια περιοδεία άλλων πέντε ετών (1623-1627), στις σπουδαιότερες χώρες του μεταρρυθμιστικού κινήματος, στην Αγγλία, Γερμανία και Ελβετία, από την οποία αποκόμισε ιδιαίτερο λεύκωμα με ενδιαφέροντα αυτόγραφα των διαπρεπέστερων φίλων του, λογίων της εποχής, την ονομαστή «φιλοθήκη» του. Σκοπός του ήταν να μελετήσει από κοντά τις διάφορες Προτεσταντικές εκκλησίες, τον Αγγλικανισμό, Λουθηρανισμό και τον Καλβινισμό, να γνωρίσει τις θεολογικές σχολές, να συγκεντρώσει τα σχετικά με τις απόψεις και τις ιδέες τους βιβλία και να προπαρασκευάσει το έδαφος για διαπραγματεύσεις, που θα είχαν αντικείμενο την προσέγγιση και την ένωση Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων. Πραγματικά ο Κριτόπουλος είχε την ευκαιρία να εξετάσει επί τόπου την κατάσταση των Εκκλησιών αυτών, να κάνει γνωστό στους εκπροσώπους των το πνευματικό περιεχόμενο και την οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, να την υπερασπίσει εναντίον των σπερμολογιών των δυτικών, να συζητήσει με τους Διαμαρτυρομένους διάφορα θεολογικά θέματα και να δεχτεί ή ν’ αποκρούσει ορισμένες απόψεις τους.

Οι συμπάθειές του προς τους «εκλαμπροτάτους και μεγαλοπρεπεστάτους Γερμανούς», τους «ανέκαθεν» φίλους του ελληνικού γένους και της Ορθοδοξίας, και η απόκλισή του προς τις μεταρρυθμιστικές τους ιδέες τον κάνουν να νομίζει, ότι οι διαφορές Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων είναι λίγες και «ιάσιμοι» και να πιστεύει ότι η ένωσή τους δεν θ’ αργήσει να πραγματοποιηθεί. Έτσι του «προμηνύει το πνεύμα το άγιον».

Πραγματικά πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο, ότι οι επαφές και οι συζητήσεις του Κριτόπουλου με διαπρεπείς Γερμανούς θεολόγους τον είχαν πείσει, ότι η ένωση είναι δυνατή. Στις συζητήσεις αυτές ο Κριτόπουλος —παρά την σταθερή έμμονή του στα δόγματα της Ορθοδοξίας— φαίνεται ότι, επηρεασμένος από το περιβάλλον και κουρασμένος ίσως από την συνεχή προβολή των ιδεών των Διαμαρτυρομένων, δείχθηκε διαλλακτικός και υποχωρητικός εμπρός σε μερικές απόψεις τους. Με το πνεύμα αυτό έχει γραφεί και η «Ομολογία» του. Χαρακτηριστικό είναι ότι και ο Ελβετός ιερέας Ant. Leger την θεωρεί συγκεχυμένη από τις διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και τον ίδιο ακόμη ταλαντευόμενο.

Γενικά όμως μεγάλες υποχωρήσεις δεν έγιναν ούτε από το ένα ούτε και από το άλλο μέρος και έτσι οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα, όπως και οι παλαιότερες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και στους θεολόγους της Βυρτεμβέργης. Εκκρεμείς επίσης έμειναν και οι συζητήσεις του Κριτόπουλου με τους εκπροσώπους της Καλβινικής εκκλησίας, στη Βασιλεία, Βέρνη, Γενεύη και Ζυρίχη.

5.- Ιωάννης Καρυοφύλλης

Ανάμεσα στους Έλληνες κληρικούς και λογίους, που καταγγέλλονται για Καλβινισμό, πρέπει να μνημονευθεί και ο Ιωάννης Καρυοφύλλης, που ακολουθούσε προφανώς τον δάσκαλό του Θεόφ. Κορυδαλλέα. Συγκεκριμένα, ο Καρυοφύλλης δεν δέχεται τον λατινικό όρο transubstantio (μετουσίωσις), δηλαδή το μυστήριο του μετασχηματισμού του άρτου και οίνου σε γνήσιο σώμα και αίμα του Χριστού, ζήτημα που είχε προκαλέσει στην Γαλλία νέες έριδες μεταξύ των Καθολικών, προ πάντων του Porte-Royale που υποστηρίζουν την μετουσίωση, και των Προτεσταντών Glaude, Aymon, καθώς και των Αγγλικανών, που την αρνούνται. Τις απόψεις των αρνητών της μετουσιώσεως υποστηρίζει και ο ιερέας της βρεττανικής πρεσβείας, μεταξύ 1670-1677, στην Κωνσταντινούπολη John Covel, ο οποίος είχε γνωρίσει πολλούς εξέχοντες Έλληνες λαϊκούς και κληρικούς, ίσως και τον Ιωάννη Καρυοφύλλη, και είχε ανανεώσει από το 1670 τις προσπάθειες, για την προσέγγιση της Αγγλικανικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως άλλωστε πριν από 100 χρόνια είχε μεσολαβήσει ο St. Gerlach, για την έναρξη των συζητήσεων των θεολόγων της Τυβίγγης με τους κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Χαρακτηριστικό της ταραχής, που δημιούργησαν στα πνεύματα των Ορθοδόξων τα προβλήματα και τα ζητήματα που έθεσε η Μεταρρύθμιση και η Αντιμεταρρύθμιση, του σφοδρού ανταγωνισμού των οπαδών των διαφόρων δογμάτων στην Ανατολή, της σύγχυσης και ρευστότητας των συνειδήσεων πολλών Ορθοδόξων, είναι η εμφάνιση κατά τον 17 αι. ποικίλων, μικρών ή μεγάλων, ομολογιών πίστεως Ορθοδόξων, επηρεασμένων από την απόκλιση των συντακτών τους ή προς τον Καθολικισμό ή προς τον Προτεσταντισμό. Πίσω από τις γραμμές τους διακρίνει κανείς την ανάγκη των ομολογητών να εδραιώσουν οι ίδιοι πρώτα τις δικές τους πεποιθήσεις, που κλονίζονται με την πνοή των δύο μεγάλων θρησκευτικών ρευμάτων. Οι ομολογίες όμως αυτές αποτελούν την έκφραση προσωπικών γνωμών, εφόσον δεν περιβάλλονται με το κύρος μιας οικουμενικής συνόδου. Είναι ανάγκη να γίνει ειδική μελέτη, που να διερευνήσει τις συνθήκες, μέσα από τις οποίες πρόβαλαν οι ομολογίες αυτές.

Η κατάσταση αυτή κατά τα μέσα του 17 αι. ευνοεί την άνοδο ευπροσάρμοστων και καιροσκόπων κληρικών, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να κινηθούν, άλλοτε προς την μία κατεύθυνση και άλλοτε προς την άλλη, μη λαμβάνοντας υπ’ όψη τους ούτε όσια ούτε και ιερά, παρά μόνο τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα συνυφασμένα με αυτές υλικά συμφέροντα. Από τα πιο γνωστά μάλιστα πρόσωπα, που μολονότι είχαν προσέλθει στον Καθολικισμό παρουσιάζονταν στις ελληνικές χώρες και γενικότερα στην Ανατολή ως Ορθόδοξοι, ήταν οι δύο όμοιοι ως προς τις υψηλές πνευματικές τους ικανότητες, αλλά και συγγενείς ως προς τον ελεεινό τους χαρακτήρα λόγιοι, ο μαθητής του ιησουϊτικού σχολείου του Πέραν, Κύπριος μοναχός Αθανάσιος ο Ρήτωρ (1571-1663), ο λεηλάτης των βιβλιοθηκών των ελληνικών μονών, και ο τρόφιμος επίσης του αντίστοιχου σχολείου της Χίου, φιλοχρήματος Παϊσιος Λιγαρίδης (1610-1678), ο οποίος κατορθώνει τον Σεπτέμβριο του 1652 να χειροτονηθεί Μητροπολίτης Γάζης και αργότερα, μεταξύ 1662-1678, να παρουσιαστεί στη Ρωσία, ως σύμβουλος του τσάρου Αλεξίου Μιχαήλοβιτς και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, ενώ συγχρόνως διατηρεί την αλληλογραφία του με τους Καθολικούς! Η αναίδεια των δύο αυτών προσώπων έφτασε ως το σημείο να καταγγείλει ο ένας τον άλλον για διπροσωπία.

Ενώ συχνά θαυμάζει κανείς την έξαρση ανθρώπων του λαού, ως την αυτοθυσία, όταν έχουν να εκλέξουν ανάμεσα στην εξωμοσία και στη σωτηρία, από το άλλο μέρος θλίβεται παρακολουθώντας την κατάπτωση ορισμένων ηγετών της Ορθοδοξίας: πόσο ασταθείς είναι στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, πώς παρασύρονται από την πνοή του μεταρρυθμιστικού ή αντιμεταρρυθμιστικού ανέμου, πόσο οι φιλοδοξίες ν’ ανεβούν ή να παραμείνουν στον πατριαρχικό ή στον μητροπολιτικό θρόνο ή άλλα πιο ταπεινά ακόμη ελατήρια, ν’ αποκτήσουν δηλαδή προσοδοφόρες εκκλησιαστικές επαρχίες ή και χρήματα, τους κάνουν να προσφεύγουν προς τους διπλωματικούς αντιπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μπλέκονται στα δίχτυα αυτών και των «εκκλησιών» τους.

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Θαύματα της Παναγίας της Προυσιώτισσας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Α.Κατά την επιδημία του 18

Οκτώβριος 1918. Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, η γρίπη, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνή τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.

Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψη τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές δε και χωρίς αυτήν, θάπτονται. Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας.

Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται. Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται. Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854. Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.

Η «σανίς σωτηρίας» είχε βρεθή. Ήταν η πίστη στην προστασία της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Στο θαύμα της Μεγαλόχαρης. Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθή η εικόνα της. Όλοι αυτομάτως πια ήταν βέβαιοι ότι, όταν η εικόνα της Προυσιώτισσας θα ερχόταν στο Αγρίνιο, η πόλη θα απαλλασσόταν από την τραγική δοκιμασία. Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάη στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρη την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο» λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή» ξεσπάση στους απεσταλμένους.

Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθή μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήση από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύση την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη.

Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνη άλλη την επομένη και να παρουσιασθή εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης.

Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθή. Μα τα λόγια του Δεσπότη, παρά την τελική ευλογία του, στριφογυρίζουν καυτερά στην ψυχή και στην σκέψη. Τα βήματά τους σέρνονται όχι προς το Αγρίνιο, αλλά προς την παραλία της Ναυπάκτου. Εκεί καθισμένοι στο μουράγιο, αμίλητοι, κάνουν αυτοκριτική. Είναι, άραγε, άξιοι να παρουσιαστούν μπροστά στην θαυματουργό Εικόνα; Αμαρτωλοί αυτοί, πρεσβεία αμαρτωλών; Ο Μητροπολίτης επέτρεψε, αλλά θα ευδοκήση, θα δώση συγχώρεση και η Παναγία; Αυτές οι σκέψεις τους βασανίζουν στις ώρες της σιωπής.

Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.

Το άλλο πρωΐ γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει το πρωΐ της 24ης Οκτωβρίου, μετά τον Όρθρο σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει…

Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθή. Από την πόλη και τα γύρω χιλιάδες οι πιστοί μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απόμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. Το ίδιο πρωΐ οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες από την φαντασία σε κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία. Η Θεία Εικόνα ακολουθουμένη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί να φτάση το πρωΐ της επομένης στο χωριό Προστοβά, όπου ψέλνεται κατανυκτική Παράκληση και τις νυχτερινές ώρες φτάνει στα προάστεια του Αγρινίου.

Όταν η ιερή πομπή έφθασε στα πρόθυρα της πόλης, το Αγρίνιο μέσα είχε ερημωθή. Δεν είχαν μείνει παρά μόνον μερικά παιδιά στα καμπαναριά των εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς οι παπάδες δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει. Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεββάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη. Το θαύμα είχε συντελεσθή ομαδικά. Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνη το ρυθμό της.

Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό. Όλη η γύρω περιοχή από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι παπάδες δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.

Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθή η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη πριν προσκυνήση όλος ο λαός και πριν ψαλή η μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία.

Κάποιοι, οι ψυχραιμότεροι από το πλήθος των κατοίκων, με επικεφαλής τον Ηγούμενο, πρωτοστατούν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού και αποφυγής του κακού που απειλείται από μια σύγκρουση των κατοίκων.

Η προσπάθεια αυτή και οι σχετικές διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετές ημέρες, ώστε δόθηκε ο καιρός στους Αγρινιώτες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθή. Ήθελαν τώρα η Εικόνα να λειτουργηθή σε όλες τις εκκλησίες της πόλης.

Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου, στο Ναό της Αγίας Τριάδος ψέλνεται κατανυκτικώτατα η ειδική ακολουθία με την οποία λιτανεύεται η πάνσεπτη Εικόνα της Προυσιώτισσας και κατόπιν σχηματίζεται ιερή πομπή η οποία δια μέσου των κεντρικωτέρων οδών της πόλης μεταφέρει την Εικόνα στον παλαιό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, που βρίσκεται έξω από το Αγρίνιο επάνω σε έναν λόφο. Εκεί εψάλη η Μεγάλη Παράκληση μετά από την οποία ο Ηγούμενος έδωσε την εξήγηση ότι η φοβερή αρρώστια δεν ήταν παρά μια δοκιμασία του πληθυσμού της πόλης για την εκτροπή από τον δρόμο της πίστεως και ανέλυσε τις υποχρεώσεις που δημιουργεί πια για τους Αγρινιώτες η δοθείσα Χάρις της Θεομήτορος.

Ακολούθησε 24ωρο προσκύνημα μετά το οποίο, κατά τα πέντε εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν, η Εικόνα μεταφέρθηκε διαδοχικά και λιτανεύθηκε στους Ναούς της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Στο διάστημα αυτό του προσκυνήματος ολόκληρος ο πληθυσμός εξομολογείται και μεταλαβαίνει των Αχράντων Μυστηρίων. Η ζωή και η κίνηση στην πόλη αποκαθίστανται, κανένας άρρωστος δεν υπάρχει, κανένας θάνατος δεν σημειώνεται.

Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζη τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν.

Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθειά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθη στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι. Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέη σφοδρότατος άνεμος που ξερρίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης. Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι. Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.

Στο Αιτωλικό επικρατεί η ίδια κατάσταση. Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου. Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας. Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων και ο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι: Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.

Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων.

Ο συνταξιούχος δάσκαλος Λάμπρος Μούτσος, ο οποίος υπηρετούσε άλλοτε στο χωριό Ντέμη, διηγείται: «Το 1918 η σύζυγός μου Σπυριδούλα είχε προσβληθή από βαρύτατη μορφή γρίπης. Οι φίλτατοί μου γιατροί Σελιμάς και Σακκάς με είχαν διαβεβαιώσει ότι η σύζυγός μου ευρίσκεται στις τελευταίες στιγμές της ζωής της. Εκείνο το πρωΐ είχε φθάσει στο σπίτι μου και ο αδελφός της συζύγου μου Νικ. Πανουκλιάς, από το Μεσολόγγι, για να ιδή για τελευταία φορά την αδελφή του. Όλοι στο σπίτι μου συζητούσαμε τα της κηδείας. Μετά από λίγες ώρες περνούσε εξω από το σπίτι μου η ιερή πομπή της Αγίας Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Η εκπνέουσα σύζυγός μου μας παρεκάλεσε να την μεταφέρουμε στο παράθυρο, πράγμα το οποίο πράξαμε. Η ασθενής μόλις αντίκρυσε την Εικόνα και προσευχήθηκε περιέπεσε σε νάρκη, αλλά μετά από μία ώρα παρατηρήσαμε κατάπληκτοι ότι το ανθρώπινο εκείνο ράκος άρχισε να κινείται, να ζωντανεύη και μετά από λίγες ημέρες να γίνεται εντελώς καλά. Ήδη η σύζυγός μου ευρίσκεται εν ζωή και χαίρει άκρας υγείας, χάρη στο θαύμα της Παναγίας της Προυσιωτίσσης».(Εφημερίδα Εκκλησιαστική Παρέμβασις).

Β.Ἡ τιμωρία τοῦ Γερμανοῦ

Στὸ ἱστορικό της μονῆς ἀναφέρεται ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλὲς φορές. Ἡ τελευταία ὅμως καταστροφή, ποὺ μετέβαλε τὰ κτίρια σὲ σωροὺς ἐρειπίων, ἔγινε τὸ 1944 ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν κτισμάτων, ἕνας ἀξιωματικὸς θέλησε νὰ κάψει καὶ τὴν ἐκκλησία. Προσπάθησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ λοιπὸν στεκόταν ἀπ᾿ ἔξω κι ἔδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικὰ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ πλακόστρωτο. Τὸ χτύπημα ἦταν δυνατό, καὶ ὁ Γερμανὸς ἀνίκανος νὰ σηκωθεῖ. Τὸν σήκωσαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ ζῶο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ Ἀγρίνιο.

Ἔτσι ὁ ναὸς παρέμεινε ἀβλαβής, ὅπως διαφυλάχθηκε ἀκέραιος διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

Γ.Ἡ ἄγνωστη «καλόγρια».

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσοῦ στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.

Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία. Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν.

Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ τὸ τέμπλο, στ᾿ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, νὰ ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή.

Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδῶ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους; Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, ποῦ βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά:

– Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴ δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο.

Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της. Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴ Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοὺς γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.

Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο.

– Ὁ ναός, τοὺς εἶπε, ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δυὸ χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε…

Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴ μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!

(www.nektarios.gr)

Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον.( Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας )

 

Φαιδρὸς ἡμῖν ὁ λόγος,
καὶ χάριτος ἐμπεπλησμένος,
ἐπειδὴ καὶ λαμπρὰ ἡ τῶν ἁγίων Πατέρων σύνοδος.

Καὶ γὰρ σφόδρα μου ἐν λύπῃ ὑπάρχοντος διὰ τὴν παράνομον βλασφημίαν Νεστορίου διήπειρον τοῦτο τὸ πολύκλονον καὶ πολυειδὲς καὶ ἀγγελικὸν καὶ ἐπουράνιον θέατρον.
Οὗτοι οἱ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι,
οἱ στύλοι καὶ ὄροφοι τῆς πίστεως,
οἱ πύργοι οἱ ἀσάλευτοι,
οἱ λιμένες οἱ γαμνοφόροι,
οἱ πιστοὶ καὶ φρόνιμοι οἰκονόμοι,
οἱ σοφοὶ ἀρχιτέκτονες,
οἱ τὸν αἰθέριον πλοῦν,
καὶ ἰσάγγελον βίον ἐπὶ γῆς διάγοντες,
οἱ τῶν προφητῶν σύσκηνοι,
καὶ τῶν ἀποστόλων σύνθρονοι,
καὶ τῶν ἁγίων Ἐκκλησιῶν προστάται,
οἱ τῆς μιαρᾶς βλασφημίας ἔκδικοι,
οἱ τῆς ἡμετέρας πτωχείας,
μᾶλλον δὲ εὐφημίας,
σοφοὶ ἀντιλήπτορες,
οἱ τὸν καλλιεπῆ καὶ θεόμορφον τῆς ἀρχιερωσύνης θρόνον ἐπέχοντες,
οἱ τὰ μελίῤῥυτα πηγάζοντες νάματα,
οἱ τῆς Θεοῦ φρονήσεως πνευματικοὶ ῥήτορες,
οἱ τὴν τετραπέρατον οἰκουμένην τῇ ἀκαμάτῳ ὁδοιπορίᾳ βαδίσαντες,
οὓς οὔτε καύσων,
οὔτε πελάγη θαλάττης,
οὔτε κυμάτων μαινομένων θυμὸς ἄγριος,
οὐ ζαλώδεις τρισκυμίαι εἰς ὄκνον ἐνέβαλεν,
ἀλλὰ τοῖς πιστοφόροις βήμασι σκιρτῶντες ἐνταῦθα γεγόνασι,
πάντα ὄκνον καταλείψαντες διὰ πόθον,
μᾶλλον δὲ φόβον Κυρίου,
καὶ ἀναλαβόντες τὸν σταυρὸν ὡς σοφοὶ ἔκδικοι τῆς Θεοτόκου Μαρίας,
ἐνταῦθα παραγεγόνασιν.
∆ιὸ καὶ θαῤῥοῦντες ταῖς εὐχαῖς αὐτῶν ταῖς ἁγίαις,
ὀλίγα τινὰ χαιρετίσωμεν ταύτην τὴν πόλιν,
καὶ οὕτως ἐπὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου ἐκτενῶ μου τὸν λόγον.

Χαίροις, ὦ Ἐφεσίων πόλις, μᾶλλον δὲ θαλασσοθέα,
διότι ἀντὶ λιμένων ἐπιγείων λιμένες ἀγγελικοὶ καὶ ἐπουράνιοι πρὸς σὲ παραγεγόνασιν.
Χαίροις, τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως τὸ καύχημα,
ὅτι καθάπερ μαργαριτῶν τιμίων τοῖς τῶν ἁγίων ναοῖς κύκλῳ περιοικοδομῆσαι, καὶ νῦν ὑπὸ πολλῶν ἁγίων Πατέρων καὶ πατριαρχῶν ἰχνοπατουμένη ἁγιάζῃ.
Εὐλογοῦνται γὰρ ἀληθῶς καὶ αἱ πύλαι, καὶ αἱ ῥύμαι, καὶ οἱ λιμένες, τῇ τῶν ἁγίων Πατέρων ἐπιδημίᾳ.
Ὅπου γὰρ πολλοὶ ποιμένες ἐλαύνουσιν,
πολὺς γίνεται δι’ αὐτῶν ὁ τῆς ἁγιωσύνης σύλλογος·
καὶ μάλιστα οὗτοι οἱ φιλόθεοι καὶ φιλόπιστοι,
καὶ ἰσάγγελοι,
ἐξελαύνουσι πᾶσαν σατανικὴν ἐνέργειαν,
καὶ Ἑλληνικὴν εἰδωλομανίαν,
Πορφυριανῶν τε καὶ Σαβελλιτῶν, Φρυγῶν τε καὶ Ἀπολιναριτῶν, Φωτινῶν […]
καὶ πᾶσα ἁπλῶς αἵρεσις μιαρὰ καταισχύνεται,
δοξάζεται δὲ τὸ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καύχημα.
Χαίροις δὲ καὶ αὐτὸς, τρισμακάριε Ἰωάννη,
ἀπόστολε καὶ εὐαγγελιστὰ,
τῆς παρθενίας τὸ καύχημα,
τῆς ἁγνείας διδάσκαλε,
τῆς τῶν δαιμόνων πλάνης ἐξολοθρευτὰ,
τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος καθαιρέτα,
τῆς Ἐφεσίων λιμὴν καὶ πρόμαχος,
τῶν πτωχῶν τροφεὺς,
τῶν θλιβομένων καταφυγὴ,
τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακρὰν ἀναψυχὴ καὶ ἀνάπαυσις.
Χαίροις, ἀμίαντον σκεῦος σωφροσύνης ἐμπεπλησμένον.

Σοὶ γὰρ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἀναλαμβανόμενος τὴν Θεοτόκον καὶ Ἀειπαρθένον,
ὡς παρθένῳ παρέδωκεν.

Χαίροις δὲ καὶ αὐτὴ, Μαρία Θεοτόκε,
Παρθενομήτωρ, Φωτοφόρε, σκεῦος ἀμίαντον.

Χαίροις, Παρθένε Μαρία, μήτηρ καὶ δούλη,
Παρθένε μὲν, διὰ τὸν ἐκ σοῦ τῆς Παρθένου τεχθέντα·
μήτηρ δὲ διὰ τὸν ἐν ἀγκάλαις σαῖς βασταχθέντα,
καὶ γάλακτι σῷ τραφέντα·
δούλη διὰ τὸν μορφὴν δούλου λαβόντα.

Εἰσῆλθε γὰρ ὁ βασιλεὺς ἐν τῇ πόλει σου,
μᾶλλον δὲ ἐν τῇ κοιλίᾳ σου,
καὶ πάλιν ἐξῆλθεν ὡς αὐτὸς ἠθέλησεν,
καὶ ἡ πύλη σου ἐκέκλειστο.
Συνέλαβες γὰρ ἀσπόρως,
θεοπρεπῶς δὲ ἐγέννησας.

Χαίροις, Μαρία, ὁ κατάλυτος ναὸς,
μᾶλλον δὲ ἅγιος,
καθὼς βοᾷ ὁ προφήτης ∆αβὶδ λέγων·
Ἅγιος ναός σου,
θαυμαστὸς ἐν δικαιοσύνῃ.

Χαίροις, Μαρία,
τὸ κειμήλιον τῆς οἰκουμένης·

χαίροις, Μαρία,
ἡ περιστερὰ ἡ ἀμίαντος.

Χαίροις, Μαρία,
ἡ λαμπὰς ἡ ἄσβεστος.
Ἐκ σοῦ γὰρ ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης γεγέννηται.

Χαίροις, Μαρία,
τὸ χωρίον τοῦ ἀχωρήτου,
ἡ τὸν Μονογενῆ Θεὸν Λόγον χωρήσασα,
ἡ τὸν στάχυν ἄνευ ἀρότρου καὶ σπέρματος βλαστήσασα τὸν ἀμαράντινον.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν προφῆται κελαδοῦσιν,
δι’ ἤν ποιμένες δοξολογοῦσιν,
λέγοντες σὺν ἀγγέλοις τὸν φοβερὸν ἐκεῖνον ὕμνον·
∆όξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ,
καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη,
ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν ἄγγελοι χορεύουσιν,
ἀρχάγγελοι σκιρτῶσι φρικωδεστάτους ὕμνους ἀναπέμποντες.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν μάγοι προσκυνοῦσιν,
ὑπὸ ἀστέρος λαμπαδούχου ὁδηγούμενοι.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν τὸ δεκάκτινον κάλλος τῶν ἀποστόλων ἐκλέλεκται.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν Ἰωάννης ἔτι ὢν ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρὸς αὐτοῦ ἐσκίρτησεν, καὶ προσεκύνησεν ὁ λύχνος τῷ φωτὶ τῷ ἀκοιμήτῳ.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς προῆλθεν ἡ χάρις ἡ ἀνεκλάλητος,
περὶ ἧς ὁ Ἀπόστολος βοῶν ἔλεγεν·
Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς προῆλθε τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, ὁ λέγων ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις·
Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς ἐπέλαμψε φῶς τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις.
Ὁ λαὸς γὰρ, φησὶν,
ὁ καθήμενος ἐν σκότει,
ἴδε φῶς μέγα.
Ποῖον ἄρα φῶς,
εἰ μὴ τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν,
τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν,
τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον;

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἣν ἐν Εὐαγγελίοις κηρύσσεται·
Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου·
δι’ ἣν καὶ ἐν πόλεσιν καὶ ἐν κώμαις καὶ ἐν νήσοις Ἐκκλησίαι ὀρθοδόξων τεθεμελίωνται.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς προῆλθεν ὁ τοῦ θανάτου νικητὴς,
καὶ τοῦ ᾅδου ὀλοθρευτής.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς προῆλθεν ὁ τοῦ πρωτοπλάστου πλάστης,
καὶ τῆς παραβάσεως αὐτοῦ διορθωτὴς,
καὶ τῆς ἐν οὐρανῷ βασιλείας ὁδηγός.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς ἤνθησε καὶ ἐξέλαμψε τὸ τῆς ἀναστάσεως κάλλος.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς βάπτισμα ἁγιοσύνης φρικτόν τε καὶ Ἰορδανικὸν ἔῤῥευσεν.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς ὁ Ἰωάννης καὶ Ἰορδάνης ἁγιάζονται,
καὶ διάβολος ἀτιμάζεται.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε,
δι’ ἧς πᾶσα πνοὴ πιστεύουσα σώζεται.

Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε·
διὰ σοῦ γὰρ καὶ τὰ θαλάττια κύματα γαληνιῶντα καὶ ἡσυχάζοντα,
τοὺς συνδούλους ἡμῶν καὶ συλλειτουργοὺς μετὰ χαρᾶς καὶ ἡμερότητος ἐβάστασαν.
Καὶ γὰρ ἡ γῆ ποτε ὑπὸ λῃστῶν πατουμένη,
τῇ τῶν ἁγίων Πατέρων ἐπιδημίᾳ εἰς εἰρήνην μεταβέβληται.

Γέγραπται γάρ·
̔Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην!
Ποίαν εἰρήνην;
τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν κήρυκα τῆς εἰρήνης,
τὸν λέγοντα ἐν τοῖς ἁγίοις Εὐαγγελίοις·
Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν.
Ποίαν εἰρήνην;
ἣν βλασφημήσας Νεστόριος οὐ παρεδέξατο λέγων,
ὅτι οὐκ ἐτέχθη, φησὶν,
ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς Λόγος ἐκ τῆς Παρθένου Μαρίας,
μήτε ἄτρωτον τὸν τῆς παρθενίας τόκον ἐπιστάμενος,
μήτε τῇ ἀρχαγγελικῇ φωνῇ πιστεύων τῇ λεγούσῃ·
Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Περσικῇ γὰρ βασιλείᾳ ἐξομοιούμενος,
καὶ τὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖν πειρώμενος,
ἐπὶ ἀπωλείᾳ πολλῶν καὶ βλασφημίᾳ ψυχῶν ταῦτα ἐμυθολόγησεν.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ τῇ προτέρᾳ πολλὰ περὶ τοῦ κακῶς δυσφημήσαντος τούτου ἀλεκτρυόνος ἐκελάδησα,
ὅτε τὸν πέρδικα ὑμῖν εἰσηγησάμην,
ὃν Ἱερεμίας ὁ προφήτης ἐκήρυξε λέγων,
Ἐφώνησε πέρδιξ,
συνήγαγεν ἃ οὐκ ἔτεκεν·
καὶ πάλιν ὁ μιαρὸς οὗτος καὶ βλάσφημος βλέπων τοὺς κόμητας ὑπερασπίζοντας αὐτοῦ,
τούτοις θαῤῥῶν ἀνεπτερύξατο,
καὶ δοκῶν ἡμᾶς καταπλῆξαι,
μᾶλλον διήγειρεν·
δεῦτε, μετὰ στεναγμῶν καὶ δακρύων συνήθως εἴπωμεν·
Ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον,
ἤ πεποιθέναι ἐπ’ ἄρχουσιν.
Οὗτος γὰρ, οὗτος ὁ ἐπικατάρατος τὴν χρυσοβελοθήκην αὐτοῦ κενώσας,
ὑπάτους ἡμῖν καὶ κόμητας,
καὶ τῶν μαγίστρων χορὸν καὶ βασιλίδων διήγειρεν·
ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπωμεν τὸ προφητικὸν ἐκεῖνο ῥῆμα·
Οὗτοι ἐν ἅρμασι,
καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις,
ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Εἰ γὰρ καὶ πρὸς τὰς ἐξουσίας τοῦ κόσμου,
ἤ πρὸς αὐτὸν τὸν εὐσεβέστατον βασιλέα ἐχρῆν τί με λαλῆσαι,
οὐ μὴ αἰσχυνθήσομαι, οὐδὲ δειλανδρήσω,
ἔχων τὸν προφήτην ∆αβὶδ παραινοῦντά μοι συνεχῶς καὶ λέγοντα·
Ἐλάλουν ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ᾐσχυνόμην.

Τίς ἤκουσεν τοιαῦτα φρικτὰ καὶ φοβερὰ πράγματα;
Τὸν ὑπὸ προφητῶν καὶ ἀποστόλων ἡμῖν κηρυττόμενον Χριστὸν καὶ Θεὸν Λόγον,
νῦν εἰς ἄνθρωπον μεταμορφούμενον,
καὶ τὴν Θεοτόκον ἀνθρωποτόκον λεγομένην!
Μή μοι λοιπόν τις λεγέτω τὴν τῶν ἀχαρίστων καὶ μιαρῶν Ἰουδαίων ἀπότομον τόλμαν,
ἣν κατὰ Χριστοῦ ἐτόλμησαν οἱ ἀγνώμονες τότε.
Τίς γὰρ νῦν παῤῥησίαν ἔδωκεν;
Ὁ βλασφημήσας τὸ λόγιον τοῦ Θεοῦ λέγων,
ὅτι Ἄνθρωπον ἐσταυρώσατε.
Ἔτι δὲ καὶ πλάνην Ἑλλήνων,
καὶ κνίσσας ἀνόμους καὶ θυσίας παρανόμους λίθοις προσφερομένας,
ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀγνωμοσύνης τὸ ἐπιτήδευμα,
μήτε τὴν πικρὰν νόσον Ἀρείου,
καὶ τὴν μιαρωτάτην βλασφημίαν τῶν Μανιχαίων,
καὶ λοιμικὸν ἐπιτήδευμα Σαβελλίου τε καὶ Πορφυρίου καὶ Φωτεινοῦ τοῦ κακόφρονος,
εἰς ὃν ἐγκύψας καὶ οὗτος ἐβλασφήμησεν·
οἴμοι!
πάντας ὑπερέβαλεν ἡ τούτων κακία,
καὶ πεπλήρωται εἰς αὐτὸν τὸ τοῦ ὑπερηφάνου ἐκείνου κεφάλαιον τοῦ λέγοντος·
Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας,
καὶ μείζονας οἰκοδομήσω·
ᾧ δὲ ἐῤῥέθη·
Ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ οἱ ἄγγελοι τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;
Ὅσον γὰρ ἀνηνέχθης εἰς ὕψος μίασμα ὑπάρχων καὶ αἰσχρογενὴς,
τοσοῦτον πάλιν κατηνέχθης εἰς βάραθρον βλασφημίας ἐμπεσὼν,
ὃν οὐκ ἔπεισε Παῦλος ὁ ἀπόστολος,
τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς,
ὁ τέττιξ ὁ ἐκκλησιαστικὸς,
τὸ εὐαγγελικὸν καὶ ἐπουράνιον θυμίαμα,
ἡ μυρότοκος πηγὴ,
ὁ ἐπιστολοφόρος καὶ ἐπιστολογράφος,
ὁ πηρωθεὶς ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ἀναβλέψας διόλου πρὸς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ τῇ θεογνωσίᾳ,
ὃν ὀπτασία Χριστοῦ ἐπ’ ὄψιν ἔῤῥιψεν,
καὶ θεογνωσία πάλιν πρὸς πίστιν ὡδήγησεν,
ὃς τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν πιστεύειν εἰς ὁμοούσιον Τριάδα,
εἰς ἕνα Κύριον,
μίαν πίστιν,
ἓν βάπτισμα,
ἕνα Πατέρα,
ἕνα Υἱὸν,
ἓν Πνεῦμα ἅγιον,
ἀδιάστατον οὐσίαν,
ἀπεριέργαστον,
ἀκατάληπτον θεότητα,
Θεὸν ἐκ Θεοῦ τὸν Κύριον,
φῶς ἐκ φωτὸς,
ἀπαύγασμα δόξης,
ἐκ Παρθένου Μαρίας γεννηθέντα,
κατὰ τὴν τοῦ ἀρχαγγέλου φωνὴν λέγοντος·
Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Καὶ πάλιν ὁ αὐτός·
Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ,
καὶ δύναμις ̔Υψίστου ἐπισκιάσει σοι.
∆ιὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον,
κληθήσεται Υἱὸς Θεοῦ ζῶντος.
Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ,
ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ μακαρίου ∆αβὶδ ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κελαδοῦντα αὐτὸν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις καὶ λέγοντα·
Κύριος εἶπεν πρός με·
Υἱός μου ει σύ·
ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε.

Καὶ ὁ μεγαλόφρων ̔Ησαΐας,
υἱὸς Ἀμῶς τοῦ προφήτου,
ὁ ἐκ προφήτου προφήτης,
ἐκήρυξε λέγων·
Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει,
καὶ τέξεται υἱὸν,
καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ,
ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον,
Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.
Ἀλλ’ οὐ πιστεύεις προφήταις καὶ ἀποστόλοις,
καὶ εὐαγγελισταῖς καὶ τῷ ἀρχαγγέλῳ Γαβριήλ;
κἂν τοὺς συνδαίμονάς σου μίμησαι,
τοὺς φρίξαντας αὐτοῦ τὴν δύναμιν καὶ φωνήσαντας·
Τί ἡμῖν καὶ σοὶ,
Ἰησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ;
ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς.
Εἰ γὰρ καὶ κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐλέγετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος τὸ ἀληθὲς πρὸ καιροῦ,
ἀλλὰ καὶ νῦν ἐπὶ σὲ ἔφθακεν.
Ἔδει μὲν ἐλθεῖν τὸν Ἀντίχριστον·
ἀλλὰ ταχέως ἀντ’ ἐκείνου παραγέγονας.
Οὔτε τῷ πλανῶντί σε διαβόλῳ ἐπίθης τῷ λέγοντι·
Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ,
εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται.
Ὧ πράγματος φοβεροῦ,
οὐδὲ ἐκστάσεως γέμοντος!
οἱ δαίμονες σὺν τῷ πατρὶ αὐτῶν τῷ διαβόλῳ,
Υἱὸν Θεοῦ καλοῦσι τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα,
καὶ οὗτος τὸν Υἱὸν Θεοῦ εἰς ἄνθρωπον μεταφέρει,
καὶ ἀνατροπήν τινα καὶ μανίαν κακὴν εὑράμενος,
ἀνάστατον ποιῆσαι ἐζήτησε τὸν εὐσεβέστατον βασιλέα,
φίλον καὶ δοῦλον ὄντα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως,
ἔτι δὲ καὶ χορὸν ἁγίων βασιλίδων ἐν πίστει διαλαμπουσῶν·
ἀλλ’ οὐκ ἠδυνήθη εἰς τέλος προχωρῆσαι.
Τὰ γὰρ τῶν πτωχῶν τοῖς φιλοχρύσοις διδοὺς,
ἐνόμισε δι’ αὐτῶν νικᾷν τὴν ἀλήθειαν,
καὶ διὰ τῆς παγκάλου φιλαργυρίας ναυαγίῳ δεινοτάτῳ περιέπεσεν·
ἐν λιμένι διάγων, ἐναυάγησε,
μὴ κατέχων τοὺς τῆς πίστεως οἴακας.
∆ιὸ καὶ ὑποβρύχιος γέγονε τοῖς κακοῖς,
καὶ θέατρον τραγῳδίας ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ.
Ἐνόμισε γὰρ διὰ τοῦ παγκάκου καὶ πικροτάτου φρονήματος ἀναπείθειν τοὺς τῆς εὐσεβείας ἐργάτας,
μὴ λαβὼν εἰς τὸν ἐσκοτισμένον αὐτοῦ νοῦν κατανοῆσαι διδασκαλίαν Πατέρων καὶ ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν,
καὶ ἀρχαγγέλων φωνὰς,
ἀσπλαγχνίαν τινὰ καὶ μανίαν εὑράμενος κακὴν,
καὶ ἀθεΐαν περιβεβλημένος,
λοιμὸν καὶ ἄθεον θρησκείαν τῇ οἰκουμένῃ θεσπίσαι ἠθέλησεν.
Ἀλλ’ οὐχ εὗρεν ἡμᾶς ἀπαρασκευάστους πρὸς τὴν παράνομον αὐτοῦ καὶ δύσφημον ἐπίνοιαν.
Οὐ γὰρ ὅπλοις στρατιωτικοῖς θαῤῥοῦμεν,
οὐδὲ τῇ χρυσοειδεῖ καὶ παγκάλῳ τιμωρίᾳ,
ἀλλὰ διὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοπνεύστων Γραφῶν πρὸς αὐτὸν τὰς ἀποκρίσεις ποιούμεθα.
Τὰ γὰρ ἡμέτερα ὅπλα οὐ σαρκικὰ, οὐδ’ ἐπίγεια,
ἀλλὰ πνευματικὰ καὶ ἐπουράνια,
καθὼς ὁ μακάριος Παῦλος ἐκήρυξεν.
Ἀλλὰ μὴ δόξῃ τις ταῦτα ἡμᾶς λέγοντας ὡς ἐπιχαίρειν τῷ πτώματί σου, πανάθλιε·
καὶ γὰρ πεσόντος σου ἐπὶ τὸ σκάμμα τῆς δυσφημίας ταύτης,
χεῖρά σοι διὰ γραμμάτων ὠρέξαμεν,
καὶ παρήκουσας τῆς ἡμετέρας μετριότητος·
διὰ τοῦτο τὸν τῆς παρακοῆς ἐκληρονόμησας κίνδυνον.
Ὅτι γὰρ τούτων οὕτως ὄντων ἀληθῶς μάρτυρα παρέχωμεν ἀξιόπιστον,
τὸν ἁγιώτατον καὶ ἀρχιεπίσκοπον πάσης τῆς οἰκουμένης,
Πατέρα τε καὶ πατριάρχην Κελεστῖνον τὸν τῆς μεγαλοπόλεως Ῥώμης,
ὃς καὶ αὐτός σοι διὰ γραμμάτων παρῄνεσε,
λέγων ἀποστῆναί σε τῆς μανιωδεστάτης δυσφημίας.
Καὶ παρήκουσας δὲ αὐτοῦ,
καὶ ἐνεκαυχήσω ἐν τῇ ματαιότητι τῆς μανίας σου·
ξυρὸν πάσης τῆς οἰκουμένης γενόμενος,
τὴν τετραπέρατον οἰκουμένην ἐτάραξας,
καὶ πάντας τοὺς ἁγίους εἰς τὸν τόπον τοῦτον μετὰ πολλοῦ πόνου καὶ φόβου συνήλασας.
Ἔγραψας γὰρ κακίαν,
καὶ οὐδ’ ὅλως ἀγαθωσύνην.

∆ιὰ τοῦτό σε ὁ Θεὸς καθελεῖ εἰς τέλος ἐκ τῆς ἱερωσύνης,
καὶ ἀπὸ τῆς τῶν Πατέρων σοφίας ἐκτελεῖς,
καὶ ἐκτείλας πρότερον ἀπὸ τῆς βασιλικῆς πόλεως,
ἔπειτα καὶ ἐκ τοῦ θρόνου τῆς ἀρχιερωσύνης,
οὗπερ ἀναξίως ἐτύγχανες.
∆ιὰ τοῦτο ὄψονται οἱ δίκαιοι καὶ φοβηθήσονται,
καὶ ἐπὶ σοὶ γελάσονται καὶ ἐροῦσιν·
Ἰδοὺ ἄνθρωπος ὃς οὐκ ἔθετο τὸν Θεὸν βοηθὸν αὐτοῦ,
ἀλλ’ ἤλπισεν ἐπὶ τῷ πλήθει τοῦ πλούτου αὐτοῦ,
καὶ ἐνεδυναμώθη ἐπὶ τῇ ματαιότητι αὐτοῦ.

Ημεῖς δὲ πάντες οἱ τῇ ἀληθείᾳ ἐξακολουθήσαντες τοῦ Εὐαγγελίου,
ἐσόμεθα, κατὰ τὸ προφητικὸν ἐκεῖνο ῥῆμα,
ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ,
δοξάζοντες Θεὸν Πατέρα παντοκράτορα,
καὶ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα,
καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
τὸ ζωοποιὸν καὶ ζωὴν παρέχον πᾶσιν,
ὑποτασσόμενοι βασιλεῦσι πιστοτάτοις,
τιμῶντες καὶ τὰς ἐν τῇ παρθενίᾳ διαλαμπούσας ἁγίας βασιλίδας·
τῇ δὲ ὑπὸ γάμον ὑπερευξόμεθα υἱὸν ἰδεῖν ἐξ αὐτῶν γεννηθέντα,
καὶ διαμεῖναι τὸ φιλόθεον καὶ φιλόπιστον καὶ ὀρθόδοξον βασίλειον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν,
ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Ἐπικοινωνίας,