Πώς γνώρισα τον π.Παίσιο και πώς ιδρύθηκε το Ησυχαστήριο της Σουρωτής

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ  ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΜΑΤΖΑΡΟΓΛΟΥ

Μάκρη – Αλεξανδρουπόλεως 68100

Το έτος 1965 ήμουν εφημέριος εις τον ιερόν Ναόν της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Ήταν Κυριακή, ήμουν Λειτουργός και στην αρχή του Όρθρου είδα να στέκονται λίγο πιο μακρυά από το Τέμπλο δύο Μοναχοί. Μου ήσαν άγνωστοι. Είπα στον νεωκόρο να τους βάλη στο Ιερό μέσα για να μην στεναχωρεθούν όταν η Εκκλησία θα γέ­μιζε από τον κόσμο και στους Αίνους κάθησα κοντά τους και ρώτη­σα τον νεώτερο από που ήταν και αν είχαν ανάγκη από βοήθεια, ευχαρίστως να τους συμπαρασταθώ.

Ο νέος ήταν ο π. Βασίλειος Γοντικάκης και ο μεγαλύτερος ό π. Παΐσιος και ασκήτευαν στην Σκήτη των Ιβήρων. Ο π. Παΐσιος ήταν άρρωστος. Μετά την Θεία Λειτουργία παρεκάλεσα τον ιατρό κ. Παπαδημητρακόπουλο, να δη τον π. Παΐσιο ακτινολογικά και την επο­μένη, σε γνωστή μικροβιολόγο, κάναμε εξετάσεις αίματος καί πτυέ­λων. Συγκέντρωσα αυτές τις εξετάσεις και τους πήγα από το ξενοδο­χείο «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ» που έμεναν, σε γνωστό μου γιατρό φυματιολόγο ο οποίος ήταν Διευθυντής στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Ο γιατρός συνέστησε «Νοσοκομείο και χειρουργική επέμβαση». Έπα­σχε ο π. Παΐσιος από εκτεταμένη βρογχεκτασία του κάτω λοβού του αριστερού πνεύμονας, φυματιώδους αιτιολογίας.

Ωστόσο ο π. Παΐσιος δεν δέχθηκε ούτε το νοσοκομείο ούτε έστω τις σαράντα στρεπτομυκίνες που υπέδειξε ο φυματιολόγος.

«Πάρε μου δύο στρεπτομυκίνες καί 3-4 κουτιά γάλα για να πω πως έκανα θεραπεία και να επιστρέψωμε στο Όρος», μου είπε.

Την επομένη τους πήγα στο πρακτορείο και έφυγαν για το Άγιον Όρος.

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήρθε ο π. Παΐσιος στα Γρα­φεία της Μητροπόλεως, όπου εργαζόμουν, μόνος του κρατώντας μια μικρή βαλιτσούλα και μου είπε: «Ήρθα να με πας στο Νοσοκομείο».

Πράγματι ανεζήτησα τον γνωστό μου φυματιολόγο και εκείνος έδωσε εντολή για εισιτήριο «εκτάκτου εισαγωγής» στο «Παπανικο­λάου» την ίδια μέρα, όπου υπεύθυνος χειρουργός ήταν ο κ. Οικονο-μόπουλος και Διευθύνουσα η κ. Χανιωτάκη.

Η επέμβασις καθυστερούσε και τότε κατέφυγα στον πεθερό του χειρούργου τον γνωστό κ. Παπαποστόλου, με το κατάστημα Ια­τρικών Ειδών, και ωρίσθηκε η ημερομηνία του χειρουργείου και συγ­χρόνως μας δόθηκε εντολή για την ανεύρεση δέκα φιαλών αίματος.

Yπάρχει ένα περιστατικό της νέας αναβολής της επεμβάσεως, οφειλόμενο στην ευαισθησία του π. Παϊσίου: Ένα μικρό παιδί νοση­λευόταν στο Νοσοκομείο εκείνο το διάστημα. Είχε μέσα σε κάποιο βρόγχο του ένα φυλλαράκι από πουρνάρι και αυτό το έκανε και υπέ­φερε. Ο π. Παΐσιος έδωσε λοιπόν την σειρά του στο άρρωστο παιδί και η δική του επέμβαση καθυστέρησε και πάλι.

Εδώ θα κάνω μια παρένθεση απαραίτητη για την σύνδεση της γνωριμίας μου με τον π. Παΐσιο και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής και την ιστορική αλήθεια του όλου θέματος:

Από το έτος 1961 είχα υπό την πνευματική μου καθοδήγηση είκοσι περίπου κοπέλλες οι οποίες είχαν πόθον και ιερή επιθυμία την ίδρυση ενός Ησυχαστηρίου.

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν ο μακαριστός Παντελεήμων Παπαγεωργίου, πνευματικός μου πατήρ, με του οποίου την υπόδειξη και ευλογία αγοράσθηκε, δαπάναις των ιδίων νεανίδων, αγρόκτημα 13 στρεμμάτων κοντά στο χωριό Φίλυρον Θεσσαλονίκης. Όταν όμως άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες των εγκαταστάσεων, ο Μητρο­πολίτης ζήτησε επτά μέλη από την «Πνευματική Συντροφιά» και μά­λιστα τις πλέον εγγράμματες να εγγράφουν και να εγκαταβιώσουν στην Μονή του Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Καμμία από τις κοπέλ­λες δεν θέλησε να αποχωρισθή από τις υπόλοιπες και η άρνησή των έγινε αφορμή να ανακαλέση ο Μητροπολίτης την ίδρυση της Μονής στην Μητροπολιτική του περιφέρεια.

Συνεχίζω τα της ασθενείας του π. Παϊσίου:

Το αίμα που χρειαζόταν για την εγχείρηση και την συμπαράσταση στην αρρώστεια του π. Παϊσίου, τα εξασφάλισα μέσα από την καλή διάθεση αυτών των πνευματικών μου παιδιών που ενώ δεν ζούσαν σε Μονή, δεν ήσαν καν Μοναχές, έκαναν μοναχικό αγώνα και υπακοή.

Συγχρόνως είχα ορίσει το καθημερινό πρόγραμμα διακονίας του άρρωστου πάλι με τα πνευματικά μου παιδιά.

Στο Νοσοκομείο ο π. Παΐσιος χρειάσθηκε να μείνη περισσότερο από δύο μήνες και επειδή οι τομές ήταν μεγάλες, ο γιατρός υπέδειξε να παραμείνη στην Θεσσαλονίκη ένα μήνα ακόμη. Τον πήγα στο σπί­τι της κ. Αντωνίας Καλογεροπούλου η οποία εξωμολογείτο σε μένα και ευχαρίστως δέχθηκε να τον φιλοξενήση και να τον φροντίση.

Όπως είναι φυσικό αυτή η περιπέτεια της ασθενείας του π. Παϊ­σίου και η τόσο μεγάλη επικοινωνία μαζί του, μου έδωσαν την καρ­διακή άνεση να του ακουμπήσω το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώ­πιζα με τις νεανίδες και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου. Μάλιστα συ­γκέντρωσα τις αδελφές παρόντος του π. Παϊσίου (ήταν ακόμη στην οικία της κ. Καλογεροπούλου ασθενής) και είπα την αρνητική απάντηση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Παπαγεωργίου.

Ο π. Παΐσιος επρότεινε να μιλήση σε έναν Ιερομόναχο γνωστό του τον π. Αγαθάγγελο Παρλάντζα και εκείνος θα πρότεινε στον Μη­τροπολίτη Κασσανδρείας, κυρό Συνέσιο Βισβίνη, στου οποίου την Μητρόπολη υπηρετούσε, να ιδρυθή εκεί το Ησυχαστήριο. Πράγματι σε δεκαπέντε ήμερες ήλθε θετική απάντηση από τον Μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο Βισβίνη.

Συνεφωνήθη δε όπως εγώ παραμείνω στην αφάνεια δια να μην λυ-πηθή ο άγιος Θεσσαλονίκης (Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγε-ωργίου) και σε κατάλληλο καιρό να ζητήσω απολυτήριο και να διο­ρισθώ στην Επαρχία Κασσανδρείας, κοντά κάπου στο Ησυχαστή­ριο για να κατευθύνω τις Αδελφές.

Ας σημειωθή ότι όλα αυτά δι’ επιστολής μου τα εγνώρισα στον Μητροπολίτη Κασσανδρείας.

Ο π. Αγαθάγγελος με τον Ιερομόναχο π. Θεόκλητο Μπόλκα εντόπισαν ένα αγροτεμάχιο οκτώ στρεμμάτων περίπου στην Σουρωτή, ήρθαν σε επικοινωνία μαζί μου, είδα το κτήμα και καταλήξαμε στην αγορά του.

Αυτή την εποχή, ενώ δηλαδή ο π. Παΐσιος δεν είχε φύγει ακόμη στο Άγιον Όρος, μία των ημερών, πήγαμε μαζί στο Ησυχαστήριο της αγίας Μαγδαληνής στον Πολύγυρο όπου εγκαταβιούσαν οι Ιερομό­ναχοι και συνέπεσε να συναντηθούμε με τον Μητροπολίτη Κασσαν­δρείας ο οποίος και ζήτησε να μάθη ποιοι είμασταν και ρώτησε πρώτα τον π. Παΐσιο:

– Εσείς;

– Μοναχός Παΐσιος Σιναΐτης. Έζησα στο Σινά επί Μητροπολίτου Πορφυρίου.

– Εσείς; (Ρώτησε εμένα).

– π. Πολύκαρπος Ματζάρογλου…

– Α! Ναι, σας γνωρίζω από τους πατέρες και την επιστολή σας. Δεν έχω καμμιά αντίρρηση για την ίδρυση του Ησυχαστηρίου.

Μετά μερικές ήμερες πήγα πάλι στον Πολύγυρο, στην Μητρόπο­λη, όπου ο Μητροπολίτης είχε έτοιμο το έγγραφο αδείας ανεγέρσε­ως κελλιών και ενός Ναού και το παρέδωσε στα χέρια μου.

Τα σχέδια για την αρχική πτέρυγα του Ησυχαστηρίου τα έκανε ένας Γερμανός αρχιτέκτων ονόματι Σωτήρης, προστατευόμενος του π. Θεοκλήτου, πάντα με συνεργασία μαζί μου. Και τα σχέδια του Κα-θολικού παρεκάλεσα να τα κάνη ο αδελφός της Γερόντισσας Μαριάμ Πολυχρονιάδου την οποία είχα πάρει στην εν τω κόσμω Πνευματική Συντροφιά, γιατί ζούσε στο σπίτι της, στην Έδεσσα. (Ήταν πρώην Ηγουμένη στην Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος Εδέσσης).

Ο Βασίλης Πολυχρονιάδης ήταν εμπειροτέχνης ναοδόμος της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης.

Την ανέγερση τόσον του Ναού όσον και της αρχικής πτέρυγας των κελλιών ανέλαβε ως εργολάβος ο Ματθαίος Ελευθεριάδης, γαμβρός της αδελφής Μαρίας Παντέλογλου.

Ανοίξαμε με τις Αδελφές ένα λογαριασμό στην Τράπεζα κοινό και συνεβάλαμε όλοι κατά την οικονομική δύναμη του καθενός. Είχαμε εξουσιοδοτήσει την Μαρία Παντέλογλου για να κάνη τις πλη­ρωμές.

Ο π. Αγαθάγγελος πολύ συχνά κατέβαινε στην Θεσσαλονίκη για την συνεργασία μαζί μου και την παρακολούθηση των εργασιών.

Τον Οκτώβριο του 1967 δέκα αδελφές εγκαταστάθηκαν στην Μο­νή.

Το 1970 ανέλαβα καθήκοντα Εφημερίου, Ιεροκήρυκος, Πνευμα­τικού και Αρχιερατικού Επιτρόπου στην ενορία Αγίου Γεωργίου Βασιλικών και συγχρόνως Πνευματικού πατρός και Καθοδηγητού εις το Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» δι’ εγγράφου υπ’ αριθ. 618/3-7-1970 της Ιεράς Μητροπόλεως Κασσαν-δρείας.

Στο μεσοδιάστημα από της εγκαταστάσεως των πρώτων Αδελφών έως του διορισμού μου, ανέβαινα στο Ησυχαστήριον και επέβλεπα και ανελάμβανα όλες τις ανάγκες της Αδελφότητος υλικές και πνευ­ματικές μέχρι λεπτομερείας και κατηύθυνα την Αδελφότητα.

Μια μικρή αναφορά θα κάνω πως αντιμετώπισα τις βασικές ανά­γκες του Ησυχαστηρίου για την καλή του λειτουργία.

Νερό:

Δεν υπήρχε παρά μια πηγή με υπόξινο νερό κάτω από την Μονή περίπου 800 μ. απόσταση, όπου αργότερα κάναμε δεξαμενή συλ­λογής του υπάρχοντος νερού και με αντλία το ανεβάσαμε στο Μοναστήρι. Ήταν ακατάλληλο προς πόση αλλά το χρησιμοποιούσαμε για πότισμα και άλλες ανάγκες. Καλό νερό απέκτησε ή Μονή αφού εξα­σφάλισα πρώτα την ηλεκτροδότηση.

Ηλεκτροδότηση:

Εγνώριζα τον κ. Κίτσο Γεώργιο, Περιφερειάρχη Μακεδονίας-Θράκης της ΔΕΗ, και με την βοήθεια του κ. Κίτσου τοποθετήθηκαν κολώνες από το χωριό Σουρωτή μέχρι το Ησυχαστήριο και έτσι απο­κτήσαμε το ρεύμα.

Όταν ήρθε το ρεύμα στην Μονή, μπορέσαμε να ανεβάσωμε και καλό νερό. Από τον κεντρικό αγωγό νερού της Κοινότητος Σουρωτής, ιδία δαπάνη της Μονής, και με την βοήθεια του τότε Προέδρου κ. Τζώλα, μεταφέραμε με σωληνώσεις το νερό στην Μονή.

Δρόμος:

Υπήρχε μόνον ένα μικρό μονοπάτι από την κεντρική αρτηρία μέ­χρι το Ησυχαστήριο και οι δυσκολίες ήταν πολλές. Ενθυμούμαι ότι με κάλεσε ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας και με ρώτησε αν έχωμε καμμιά ανάγκη στη Μονή που θα μπορούσε να την κάνη ο Στρατός, γιατί του το πρότεινε ο Διοικητής του 561 Τάγματος κ. Γκότσης που η Έδρα του ήταν στο Σέδες.

Του ανέφερα την ανάγκη του δρόμου και μου ενεχείρισε την κάρ­τα του Στρατηγού και μου είπε:

– Πήγαινε μόνος σου να συννενοηθής…

Όπερ και έπραξα. Πράγματι δέκα μέρες μετά την επίσκεψη μου στη Θέρμη, προσγειώθηκε στον γύρω χώρο της Μονής ένα ελικόπτε­ρο και κατέβηκε ειδικός στρατιωτικός ο οποίος και χάραξε τον «φι­δωτό δρόμο» από την κεντρική αρτηρία έως την Μονή και σε ένα μήνα μας παρέδωσαν τον δρόμο, φυσικά χωματόδρομο. Αργότερα το 1972 μου ήταν γνωστός ο Υπουργός Δημοσίων Έργων, κ. Ζαρντινίδης στον οποίον κατέφυγα και εκείνος προέβη στην ασφαλτόστρωση του υπάρχοντος δρόμου.

Ο π. Παΐσιος από καιρού εις καιρόν κατέβαινε από το Άγιον Όρος και έμενε στην Μονή για λίγο. Ήδη εγώ εμένα στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και τον συναντούσα στο Ησυχαστήριο. Ουδέποτε ο π. Παΐσιος ανεμείχθη στις κτιριακές ή άλλες υλικές υποθέσεις. Η προσφορά του ήταν καθαρά πνευματική αλλά πάντοτε με πολύ καλή επι­κοινωνία μαζί μου, χωρίς ποτέ να παίρνη καμμιά πρωτοβουλία αν δεν μιλούσε πρώτα και τις λεπτομέρειες των θεμάτων μαζί μου.

Μετά το 1970 που μπορούσα άνετα να ανεβαίνω στην Μονή προ­σθέσαμε και τα υπόλοιπα κτίσματα, τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, το Αγιογραφείο, την Δεξαμενή και ένα καλυβάκι στο βουνό για να μένη όταν ερχόταν ό π. Παΐσιος. Επειδή αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των Μοναζουσών, κάναμε πρώτα προσθήκη ενός ορόφου στην ήδη υπάρχουσα πτέρυγα κελλιών και πολύ αργότερα την νέα πτέρυγα με τον Ναό των Αρχαγγέλων.

Το 1972 μεταφέρθηκα μονίμως στην Μονή όπου εξωμολογούσα πλήθος προσκυνητών.

Το έτος 1974 ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας δια του υπ’ αριθ. 7/10-1-1974 εγγράφου του μου αναθέτει να προβαίνω εις την χειρο-θεσίαν ρασοφόρων μικροσχήμων και μεγαλοσχήμων εκ των ασκου­μένων εν τω Ησυχαστηρίω του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Προς πίστωσιν τούτου υπάρχει εν ημίν και έτερον έγγραφον του Ησυχα­στηρίου (1-2-1974) προς τον Μητροπολίτην Κασσανδρείας δια του οποίου η υπογράφουσα Καθηγουμένη Φιλοθέη Σαμαρά αιτείται την ευλογίαν του Μητροπολίτου δια να εγγραφή εις το Μοναχολόγιο του Ησυχαστηρίου μία μοναχή. Το έγγραφο γράφει ακριβώς: «η δόκιμος Σοφία Ακριτίδου χειροθετηθείσα υπό του Πνευματικού ημών πατρός Πολυκάρπου Ματζάρογλου -βάσει του υπ’ αριθμ. 7/10-1-1974 Υμε­τέρου εγγράφου- μετονομασθείσα Συγκλητική…».

Πλήθος αποδεικτικών γραπτών στοιχείων υπάρχει παρ’ ημίν δια την γνησιότητα της κτιτορικής ιδιότητος μου στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής και της πνευματικής μου πατρότητας επί 22 συναπτά έτη στην Αδελφότητα του Ησυχαστηρί­ου (από το 1961 εν τω κόσμω ακόμη, μέχρι το έτος 1983).

Θα καταθέσω μόνον την ομολογία του ιδίου του π. Παϊσίου όπως την γράφει στο βιβλίο του «Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης» στην έκδοση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής του έτους 1975:

Σελίς 8 γράφει: «…ο φίλος μου πατήρ Πολύκαρπος -ο Κτίτωρ και Γέροντας της Μονής αυτής-……»

Σελίς 11 γράφει: «… είχε παρουσιασθή σε μια αδελφή ο Πατήρ Αρσένιος καθώς και σε άλλη -όπως θα αναφέρω λεπτομερώς- και ο Πνευματικός, όταν τα έμαθε, αφού θόλωσε τα νερά στις αδελφές για να μη βλαφθούν, επικοινώνησε μαζί μου. Του απήντησα και πά­λι να τα αφήσουμε στον Θεό, χωρίς να γίνη λόγος».

Αυτές βέβαια οι μαρτυρίες του ιδίου του π. Παϊσίου αλλοιώθηκαν στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου αυτού και το όνομα π. Πολύκαρ­πος δεν αναφέρεται καν.

Διαμένων εις την Ιεράν Μονήν της «Παναγίας του Έβρου» 28 έτη (1983-2010), έλυσα την σιωπήν μου, όχι δια να δικαιωθώ εκ των ανθρώπων, η δικαιοσύνη και το έλεος του Θεού είναι τα ποθούμενα, αλλά πρώτον για την ιστορική αλήθεια:

α) Ποιος εγνώρισε τον π. Παΐσιο και πως τον συνέδεσε με την Αδελφότητα της Σουρωτής.

β) Ποιος συγκέντρωσε το έμψυχο υλικό του Ησυχαστηρίου και από πότε.

γ) Ποιος ίδρυσε εξ αρχής μέχρι το έτος 1983 το Ησυχαστήριο κτι­ριακά.

Και δεύτερον για τον τερματισμό του σκανδαλισμού χιλιάδων πι­στών, εκ του πλήθους των σκόπιμων ιστορικών αναληθειών που κυ­κλοφορούν εκ του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής με αποτέλεσμα την πνευματικήν ζημίαν.

Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Ματζάρογλου

Εν τη Ι. Μονή Παναγία του Έβρου

Εορτή του Τιμίου Σταυρού 2010

ΠΗΓΗ.http://www.imalex.gr

Advertisements

«Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα».Βαρυσήμαντη ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως στο Πολεμικό Μουσείο

Μια συγκλονιστική και βαρυσήμαντη ομιλία εκφώνησε σήμερα στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου με θέμα: «Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα», ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος.

Η ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου έχει ως εξής:

Ο τίτλος του θέματος που ανέλαβα να σας παρουσιάσω, έχει την πρωτοτυπία να σημαίνει κάτι, μόνο στη γλώσσα μας, στα ελληνικά! Αν μεταφραστεί σε άλλη γλώσα θα είναι τελείως ακατανόητος. Ας μην βιαστεί κάποιος να πει, «τι μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο!». Είναι ανάγκη πλέον, να μεταφράζουμε τις έννοιές μας και σε άλλες γλώσσες για να βλέπουμε δύο πράγματα:

1. πόσο μπορούν να μας κατανοήσουν οι άλλοι και

2. πόσο αντέχουν οι αλήθειες μας στο ευρύτερο σήμερα,

διαφορετικά θα μας παραμείνουν για εσωτερική κατανάλωση. Όμως, οι έννοιες «φυσιογνωμία» και «οικουμενικότητα», είναι εξωστρεφείς∙ τη «φυσιογνωμία» μας, άλλοι τήδιαπιστώνουν και η «οικουμενικότητα» είναι «άνοιγμα» σε άλλους.

Όταν συζητάμε τις δύο έννοιες του τίτλου «εθνική ταυτότητα»-«Ορθόδοξη Οικουμενικότητα» και τη σχέση που έχουν η που δεν έχουν, φανερώνουμε ότι όλοι μας, ανεξαιρέτως, είμαστε ακατάστατα ριγμένοι μέσα σ’ένα δίχτυ, από το οποίο, νομίζω πως πρέπει γρήγορα να βγούμε.

Τι εννοώ∙

για την πρώτη έννοια∙ κολακευόμαστε από το λόγο του Αϊνστάιν ότι «το σύμπαν είναι ελληνικό», πιστεύουμε ότι όλος ο κόσμος μας οφείλει το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» και από την άλλη, «ελληνικό» θεωρούμε μόνο ο,τι φαίνεται από την πλατεία Συντάγματος (Γ. Σεφέρης).

Την Ορθοδοξία, πάλι, τη βλέπουμε με τα γυαλιά της βοσπορίδος ανατολής, αυτά τα γυαλιά είναι πολύχρωμα∙ όμως, εκείνο που μας δυσκολεύει περισσότερο είναι το γεγονός ότι την Ορθοδοξία ενώ τη βιώνουμε γονιδιακά, την εξωτερικεύουμε προτεσταντικά.

Επιμένω, λοιπόν, ότι χρειάζεται να ξέρουμε πως μας βλέπουν οι άλλοι, για να βγούμε μέσα από το δίχτυ στο οποίο βρισκόμαστε, επειδή σε μια επίσκεψη των ονομάτων του τίτλου μας, το πιο ανώδυνο θα ήταν να συζητήσουμε: τι είναι «εθνικό», ποιά στοιχεία συγκροτούν την εθνική φυσιογνωμία μιας χώρας, ποιά τακτική κατέστησε το Βυζάντιο «οικουμενικό» και τι είναι η Ορθοδοξία!

Όμως, αφού στον τίτλο του Συνεδρίου μας βάλατε την δύσκολη λέξη «σήμερα», η ομιλία θα μας οδηγήσει σε κακοτοπιά, όπου το λιγότερο, θα είναι να παρεξηγηθούμε, όμως το χειρότερο θα είναι να χαθούμε σε αντιθέσεις και να πνιγούμε σε διαπιστώσεις, χωρίς να φτάσουμε πουθενά.

Λοιπόν, τι είναι «εθνικό», σήμερα;

Ποιά είναι, σήμερα, η εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας;

Αυτό που στο Βυζάντιο εννοούσαν «οικουμενικό» αποδίδεται, σήμερα, με τη λέξη «παγκόσμιο»;

Τι σημαίνει «Ορθοδοξία», σήμερα; όχι στη Θεολογία, εκεί το καταλαβαίνουμε∙ αλλά στην καθημερινότητα της κατά Χριστόν ζωής, όπου αποδεικνύεται η δεν αποδεικνύεται το ορθόδοξο του δόγματος σε κάθε εποχή.

Τι λέτε; θα το αντέξουμε το «σήμερα»; αν «ναι», τότε, σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μου αναθέσετε αυτήν την ομιλία και συνεχίζω.

Αγαπητοί μου∙

Α’

Υποπτεύομαι ότι στις μέρες μας, η διχασμένη εθνική μας προσωπικότητα έφτασε σε αδιέξοδο και χρειάζεται εξάπαντος να επανεξετασθεί. Άρχισε με την ελληνική επανάσταση, οπόταν, προκειμένου να μη θιγούν οι βλέψεις του τσάρου προς την Άσπρη θάλασσα και αξιοποιώντας το ρομαντικό φιλελληνισμό της Ευρώπης (απότοκο της ληστείας των αρχαιοελληνικών μας χώρων), οι επαναστάτες έκαναν μια προσυμφωνημένη και εξομολογημένη αμαρτία. Είπαν, θα ονομασθούμε «έλληνες, για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά ρωμηοί» (Μακρυγιάννης). Από τότε άρχισε ο ελληνισμός να βιώνει την διχασμένη εθνική του προσωπικότητα και συνεχίζεται με διάφορες μορφές μέχρι και σήμερα.

Να θυμίσω παραδείγματα;

Όλες οι διαφημιστικές αφίσσες και τα σποτάκια του υπουργείου Τουρισμού, παρουσιάζουν αρχαιοελληνικά αγάλματα και κίονες∙

Στις σελίδες των διαβατηρίων μας από τις 14 φωτογραφίες οι 12 έχουν αρχαιοελληνικές παραστάσεις, υπάρχουν δύο μόνο καθολικά μοναστηριών κι αυτά έτυχε να τα πάρουν από γραβούρες του 18ου αιώνα που συνέπεσε να μην έχουν σταυρό∙

Στις αναφορές του υπουργείου Πολιτισμού, στις μελέτες του, στους εκπαιδευτικούς προγραμματισμούς του, δε βλέπω να υφίστανται τα πρόσφατα 2000 χρόνια∙

οπότε και ο λαός μας έμαθε, ενώ επικαλείται τον Χριστό και την Παναγία, συγχρόνως να λανσάρεται με την Αφροδίτη της Μήλου η τον Ερμή του Πραξιτέλη.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό, που λέω διχασμό της εθνικής μας προσωπικότητος, συντηρείται για λόγους προβολής μας στο Εξωτερικό. Παρ’όλο, που, έξω κανείς πια δεν μας παίρνει στα σοβαρά ως απογόνους του Μ. Αλεξάνδρου, να το δεχθώ∙ είναι όμως και η συνολική εικόνα της Χώρας μας που δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την διατήρηση μιας ζωντανής εθνικής ταυτότητος. Επιμένω στο «ζωντανής εθνικής ταυτότητος». Και, αρέσει-δεν αρέσει, η ζωντανή ταυτότητα του λαού μας  είναι η ορθοδοξη χριστιανική, οπότε ορθόδοξη χριστιανική είναι και η φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, ακόμα. Και δεν είναι που το λέω εγώ, τώρα πλέον το λένε παντού, ότι πρώτιστο και δυναμικότερο στοιχείο της εθνικής φυσιογνωμίας μιας χώρας, είναι η θρησκευτική πίστη του λαού της.

Σ’εμας, φανερά η Πολιτεία μας, δεν τολμά να αποστασιοποιηθεί από τις ορθόδοξες χριστιανικές καταβολές μας, αλλά, δεν βιώνει όμως, με αυτοσυνειδησία και τόλμη αυτό το βίωμα του λαού μας. Κρυφά, λοιπόν, βλέπουμε να υφαίνονται μεθοδολογίες, να καταστρώνονται νομοσχέδια, να τυπώνονται βιβλία, να εφαρμόζονται τακτικές, να διορίζονται Δραγώνες, να μοντάρονται σποτάκια για τις τηλεοράσεις, που αμβλύνουν κάθε παραδοσιακή φυσιογνωμία και ταυτότητα της Πατρίδος μας. Επίσημα η Πολιτεία δε μας λέει∙ «θέλω να γίνω λαϊκό Κράτος», όμως, διαπιστώνουμε ότι η νέα πολιτική σκέψη που διαχέεται σε όλα τα κόμματα, επιστρατεύει ανθρώπους τελείως άγευστους της πνευματικής λαϊκής εμπειρίας, για να ευτελίσουν, να γελοιοποιήσουν και τελικά να ροκανίσουν το φρόνημα και το ήθος του λαού∙ (συμπτωματικά; κατευθυνόμενα; κανείς δεν μπορεί να το βεβαιώσει).

Υπήρξε Πρωθυπουργός μας που σημειώθηκε ότι καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας του δεν παρευρέθηκε ποτέ σε Δοξολογία και σε Παρέλαση!

Τα προηγούμενα χρόνια, αν μιλούσες για πατρίδα ήσουν εθνικιστής, αν συγκρινόσουν με κάποιον άλλο λαό ήσουν σωβινιστής, αν μιλούσες για το στρατό ήσουν μιλιταριστής, μέχρι πριν από 1 χρόνο αν έλεγες τη γνώμη σου για την ιθαγένεια ήσουν ρατσιστής, φονταμενταλιστής! Πατριώτης ποτέ δεν ήσουν. Η λέξη ήταν σχεδόν επικηρυγμένη, όπως και ο εκφραστής της.

Θυμάστε και τα παρεπόμενα∙ ο όρκος στα δικαστήρια και στη Βουλή, οι εικόνες στα σχολεία, οι παρελάσεις, η έπαρση και η υποστολή, ο σταυρός από το κοντάρι και το πανί της σημαίας.

Αλλά και στον υπόλοιπο κοινωνικό μας βίο, μια πλούσια σειρά νομοσχεδίων επιδιώκουν να αποχρωματίσουν την εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας από κάθε χριστιανικό χρώμα∙ πολιτικός γάμος, αυτόματο διαζύγιο, σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, το θρήσκευμα στις ταυτότητες, η πολιτική βάπτιση, η πολιτική κηδεία, όχι η σύμφωνη, αλλά η απλή γνώμη του επισκόπου, προκειμένου να ανεγερθεί τέμενος αλλοθρήσκων στην επαρχία του και άλλα.

Και το νυστέρι πήγε πιο βαθειά∙ στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν ήταν μόνο «ο συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης», είναι ακόμα ουσιαστικότερη η επέμβαση. Στα σχολικά βιβλία κατορθώθηκε η απάλειψη της αλυσιδωτής συνέχειας των ιστορικών γεγονότων (αν διδάξεις σε σχολική τάξη σήμερα ότι στην άλωση της Πόλης ήταν κι ο Μέγας Ναπολέων, τα παιδιά θα το αποδεχτούν, επειδή συνήθισαν σε ιστορικά άλματα και όχι στην ιστορική συνέχεια) καθώς και η απομυθοποίηση κάθε ιστορικής αλήθειας. (η παλιότερη φράση «μετριούνται οι τούρκοι 3 φορές και λείπουν 3.000, μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν 3 λεβέντες» μπορεί να έδινε με την υπερβολή της μια αίσθηση υπερηφάνειας, αλλά δεν έβλαφτε κανέναν, δεν αναβίωνε εχθρότητες, δεν πυροδοτούσε μίση)

Παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα, από τα αναγνωστικά του Δημοτικού απαλείφθηκε τελείως κάθε παραπομπή και σε εκκλησιαστικά στιγμιότυπα.

Όλα αυτά γίνονταν, έγιναν (είτε επειδή τα ζητούσε η Ε. Ε. είτε με εγχώριο ζήλο) μέχρι πριν από 14 μήνες που κοινολογήθηκε η οικονομική κρίση. Οπότε ακούσαμε τον Πρωθυπουργό μας να μας θυμίζει μια λησμονημένη λέξη∙ «η Πατρίδα μας» είπε∙ «χρειάζεται θυσίες». Ξαφνιαστήκαμε! Κοιταχτήκαμε περίεργα, ποιά πατρίδα, τι είναι αυτό; Τρομάζαμε να θυμηθούμε την έννοια! Μέχρι τότε ακούγαμε για Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, για ΟΝΕ, για Οικονομική Σύγκλιση και παρόμοια, οπότε δικαιολογημένα είχε επικρατήσει σε όλους μας η νοοτροπία που είχαμε. Αυτή η τακτική είχε ρημάξει κάποτε την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν δεν δίστασε να γράψει έξω από το ανάκτορο του Yildiz στην ΚΠολη, επάνω σε μαρμάρινη πινακίδα: «Το ταμείο του Πατισάχ είναι θάλασσα κι όποιος δεν πίνει απ’αυτό είναι χοίρος».

Αλλά, γιατί όχι; Χωρίς εθνική υπερηφάνεια (Ίμια), χωρίς εθνικές κόκκινες γραμμές (η κ. Μπενάκη στον Πρόεδρο Παπούλια), χωρίς ιστορικό μπούσουλα, χωρίς εθνική Παιδεία, σε τι άλλο θα μας εξυπηρετούσε μια Πατρίδα, αν όχι για να την αρμέξουμε; Ανάχωμα σε ένα τέτοιο εθνικό σπορ, οπωσδήποτε θα μπορούσε να σταθεί, μια «ηθική αγωγή του πολίτη», η η αξιοποίηση της ηθικής του Ευαγγελίου, που είναι μέσα στην Παράδοση του λαού μας. Αλλά αυτή η ηθική είχε προ πολλού εξοστρακιστεί από την Χώρα, μαζύ μ’αυτούς που την διδάσκουν. Θυμηθείτε, κάθε χρόνο πριν την Μεγ. Βδομάδα∙ τη μια χρονιά, ο «Κώδικας ντα-Βίντσι», την άλλη, ένα «Απόκρυφο Ευαγγέλιο», την τρίτη, η λειψανοθήκη με τα οστά κάποιου «Ιησού γιου του Ιωσήφ» και έπειτα η πλημμυρίδα των σκανδάλων στην Αθήνα, στα Ιεροσόλυμα, στο Βατοπαίδι∙ ε! πολύ θέλει να διαλυθεί ο ηθικός εθνικός ιστός ενός κρατιδίου;

Κάναμε και οι κληρικοί λάθη, να σας πω τι εννοώ. Όταν παρασυρθήκαμε σε άγνωστα για μας τερέν και μιλήσαμε οι ίδιοι για «κάθαρση της Εκκλησίας». Βλάσφημη φράση! Και οι ακάθαρτοι που θα πάνε, όταν η Εκκλησία γίνει κολλέγιο αγίων; Χάσαμε τότε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να μιλήσουμε στο λαό μας ορθόδοξα∙ για την πορεία προς την μετάνοια και την ανακαίνιση του όλου ανθρώπου, που είναι η κύρια «δουλειά της Εκκλησίας».

Ο λαός μας, λοιπόν, κρύωσε, χαλάρωσε, έχασε τα πρότυπά του, έχασε την ελπίδα του, ισοπέδωσε μέσα του τα πάντα, δεν είχε πλέον φραγμούς και μας ταύτισε με το διεφθαρμένο Κράτος του οποίου μας βλέπει αναπόσπαστο τμήμα. Είπα κάποτε σε πολιτικό, αν μάθετε στο λαό μας να πετάει πέτρες στους ιερείς, σε σας θα πετάξει χειροβομβίδες. Στο τέλος, ο λαός μας, παρασύρθηκε σ’ένα παιχνίδι που απαιτούσε να πληρώσει η Εκκλησία φόρους από την θρυλούμενη «αμύθητη περιουσία» της. Αλήθεια! διερωτήθηκε κανείς, από που κόβουμε τα χρήματα που πληρώνουμε φορολογία;

Μέσα στο 2010 ψηφίστηκαν και μια σειρά νόμοι και εγκαθιδρύθηκε σε βάρος μας νοοτροπία, που μας έκαναν να αισθανόμαστε οι πιο ανέντιμοι και αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου.

Σήμερα, αντιλαμβανόμαστε ότι συλλήβδην ο εκκλησιαστικός λόγος μόλις γίνεται ανεκτός, εκτός αν είναι «κατά παραγγελίαν». Για πολλούς είναι ύποπτος, οπισθοδρομικός και αντιδραστικός. Δικαιούται ύπαρξης, χάρη στη μεγαθυμία του «δημοκρατικού πλουραλισμού». Αρκεί να μην ενοχλεί την κοινωνία με πολλά λόγια και ο χρόνος και η «πρόοδος» θα εξαλείψουν και αυτό το φαινόμενο, όπως και τόσα άλλα κατάλοιπα της λαϊκής δεισιδαιμονίας» (π. Βασιλ. Καλλιακμάνης). Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι σε μια επόμενη αναθεωρητική Βουλή, τίποτε στις σχέσεις μας με το Κράτος δε θα παραμείνει ως έχει σήμερα. Το κακό είναι ότι δεν προετοιμαζόμαστε για κάτι τέτοιο, ούτε «επί χάρτου».

Όλα αυτά και όσα παρόμοια, ενδεχομένως, έχετε εσείς στο νου σας, δείχνουν με το δάκτυλο μια Χώρα, που δεν ξέρω τι φυσιογνωμία έχει, αλλά πάντως Ορθόδοξη Χριστιανική φυσιογνωμία δε θέλει να έχει, ενώ ο λαός της επιμένει να θρησκεύεται.

Αυτήν τη διχασμένη εθνική προσωπικότητα της Χώρας μας, τη ζουν έντονα οι πολιτικοί μας, οι οποίοι εκλέγονται μεν από ένα λαό που διαγκωνίζονται να τον συναντήσουν σε κάθε γιορτή (Χριστούγεννα, Πάσχα, 15αυγουστο, δοξολογίες, εθνικά μνημόσυνα), σε εσπερινούς και λιτανείες (προ εκλογικών περιόδων κυρίως), αλλά δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την πίστη του λαού, όταν νομοθετούν γι’αυτόν.

Θυμηθείτε τις δηλώσεις των πολιτικών μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας∙ κάποιος είπε πριν 2-3 χρόνια: «η Εκκλησία πρέπει να εκσυγχρονισθεί, να καθαρθεί και να επανεξετάσει το ρόλο της». Μιλούσε ασφαλώς για το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας, που ξέρει. Άλλο πρόσωπο της Εκκλησίας, πνευματικό, δεν ξέρει ο άνθρωπος∙ ίσως να γνωρίζει και το κοινωνικό πρόσωπο της Εκκλησίας μας, ιδρύματα, συσσίτια κ.λ.π.

Αυτόν τον τομέα, του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας μας, πάλι δεν τον αξιοποιήσαμε σωστά, προκειμένου να διδάξουμε στο λαό μας, ότι η φιλανθρωπία για μας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της δράσεως της Εκκλησίας μετά την λατρεία και το κήρυγμα. Η φιλανθρωπία είναι για μας απόρροια της ευαγγελικής εντολής της αγάπης, έτσι όπως οικοδομείται στα επισκοπικά γραφεία που δέχονται ανθρώπους καθημερινά, έτσι όπως καλλιεργείται από ιερείς που ξημεροβραδυάζονται στους Ναούς με το πετραχείλι στο λαιμό. Αυτήν την προσφορά δεν την αποτιμά κανείς. Ο συμβολισμός των κωδωνοκρουσιών, οι θείες Λειτουργίες, οι πολλές Αγρυπνίες στις πόλεις και στα μοναστήρια, στο Άγιον Όρος, οι Κατηχητικές συνάξεις, οι εποικοδομητικές ομιλίες, οι χριστιανικές Κατασκηνώσεις, δεν είναι στοιχεία που σηματοδοτούν το φρόνημα του λαού μας, οπότε και τη φυσιογνωμία της Χώρας;

Η σημερινή, λοιπόν, εθνική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, καταγράφεται ως ασύνδετη με την ιστορική μας συνέχεια. Προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε χριστιανικό της γονίδιο και κάθε ανάλογη συμπεριφορά, οπότε εμφανίζεται χωρίς εθνικό προσανατολισμό. Δεν μετέχει στην καθημερινή μεταφυσική πάλη του λαού μας, γι’αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αφήνει ίχνη της διαβάσεώς της στο σύνολο πολιτισμό. Στο δε θρησκευτικό γεγονός, που απαιτητικά επανέρχεται στην παγκόσμια πολιτισμική ιστορία σε Ευρώπη και Αμερική, νομίζω ότι η δική μας εθνική ταυτότητα, πλέον, δεν έχει να παίξει κανένα απολύτως ρόλο. Οπότε η Χώρα μας καθίσταται πλέον ξέφραγη σε οποιοδήποτε θρησκευτικό υποκατάστατο μεταναστεύσει και δράσει στην εδαφική επικράτειά μας.

Β’

Η έννοια της οικουμενικότητος δεν μπορεί να έχει σήμερα καμμιά ιστορική ομοιότητα με αυτήν που είχε στη βυζαντινή Οικουμένη. Εκείνο το σχήμα παρήλθε και ανάλογες σημερινές προσπάθειες (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ρωσία) έχουν εγγενείς αδυναμίες για να το αντιγράψουν. Οι αυτοκρατορίες πέρασαν∙ η πτώση των Αετών, όταν συντελέσθηκε, άφησε μακάβριο γδούπο που μας τρομάζει μέχρι σήμερα∙ η πρόσφατη παλλινόρθωση μερικών δικεφάλων δέφαίνεται να επιδιώκει τη συγκρότηση «Οικουμένης»∙ κι όσοι το προσπαθούν, μάλλον θέλουν να μονοπωλήσουν με τα παραμυθένια σύμβολα του παρελθόντος σύχρονες εθνικές διεκδικήσεις τους.

Άρα, λοιπόν, ταυτόχρονη συμπόρευση «βασιλείας και ιερωσύνης» με σκοπό τη δημιουργία «Οικουμένης» κατά το βυζαντινό μοτίβο, δεν υπάρχει τρόπος να επιτευχθεί, τουλάχιστον στη γηραιά Ήπειρο.

Η Εκκλησία πρέπει πρώτη να το καταλάβει αυτό, να αποτινάξει από πάνω της τη σκουριά του αυτοκρατορικού παρελθόντος μας και να αναλάβουμε, χωρίς ψευδαισθήσεις, έναν καίριο ρόλο δράσεως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου γης.

Μπορεί να γίνει αυτό; Μπορεί. Επειδή η έννοια της οικουμενικότητος του κηρύγματος της Εκκλησίας δεν έχει χάσει την δραστικότητά της, ούτε θα τη χάσει ποτέ. Αρχίζει με την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή για «μια ποίμνη με έναν ποιμένα» και καταλήγει με την εντολή Του «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».

Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Δεν έχει μέλη. Δεν έχει οπαδούς. Έχει πιστούς και ο πιστός εγγράφεται στην Εκκλησία με το βάπτισμά του∙ όμως, παραμένει σ’αυτήν με όρους πνευματικότητος, όχι με ταυτότητα μέλους. Η Εκκλησία θεωρεί όλο τον κόσμο δικό της. Θεωρεί ότι έχει ευθύνη ακόμα και για όσους δεν της ανήκουν. Θεωρεί ότι είναι υπεύθυνη ακόμα και για τη λάσπη με την οποία γράφεται η ιστορία του πλανήτη. Αυτή η ευθύνη της δεν είναι διεκδικητική, για να κατακτήσει τον κόσμο. Είναι ευθύνη ανανεωτική, για να αναπλάσει τον κόσμο. Να τον αναπλάσει όχι με βία, με επιβουλή, αλλά με αγιότητα.

Υπάρχουν ακόμα σήμερα, άθεοι άνθρωποι και λαοί που ενώ εκτιμούν την υπεροχή του Ευαγγελίου, δε γίνονται χριστιανοί, ξέρετε γιατί; επειδή εμείς οι Χριστιανοί δε ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ώστε να μας δουν, να διαπιστώσουν τα καλά μας έργα και τότε να δοξάσουν τον Πατέρα μας «τον εν τοις ουρανοίς».

Αυτή η έλλειψη της αγιότητος είναι που μας κάνει να φοβούμεθα να ανοιχτούμε στον κόσμο για να μην «αποκαλυφθεί» η ανεπάρκειά μας. Κλεινόμαστε, λοιπόν, στον εαυτό μας, ζυμωθήκαμε με τις εθνικές διεκδικήσεις των λαών μας, τρώμε τις σάρκες μας και δεν αφήνουμε το κοινό Ποτήριο να μας ενώσει, ούτε τους Ορθοδόξους εννοώ. Έχουμε έλειμμα της οικουμενικής αποστολής μας και προσπαθούμε να την αναπληρώσουμε με προσκόλληση στο γράμμα. Έχουμε μειωμένη αυτοσυνειδησία και γι’αυτό δεν αποφασίζουμε να παρουσιάσουμε κρυστάλλινο το λόγο του Ευαγγελίου στο παγκόσμιο χρηματιστήριο των αξιών. Δεν έχουμε ταπείνωση για να παραδεχτούμε την αλήθεια, ότι δε ζούμε «κατά Χριστόν» και για να καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας, ανυψώσαμε τους τύπους σε δόγματα. Τελικά, φαίνεται ότι έχουμε ελλειματική πίστη στο Χριστό, γι’αυτό διστάζουμε να πατήσουμε επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς, με βεβαιότητα ότι τίποτε δε θα μας βλάψει.

Αυτή η έλειψη πίστεως και αυτοπεποιθήσεως δημιουργεί την ιεραποστολική νωχελικότητα των ορθοδόξων, μειώνει τη δραστικότητα του Ευαγγελίου στην εποχή μας, δεν ανανεώνει την Εκκλησία μας εσωτερικά και της κόβει και την οικουμενική προοπτική.

Χρειάζεται, λοιπόν, να ξαναγυρίσουμε στην αρχή μας, στη βάση μας. Χρειάζεται να δοκιμάσουμε ξανά, πόσο στέρεος είναι ο λίθος επάνω στον οποίο στέκεται η Εκκλησία σήμερα. Όταν λέω «στέκεται» εννοώ όχι σαν κατεστημένη εξουσία, αλλά σαν πνευματικό γεγονός. (Πιστέψτε με, όταν στις καταθέσεις στεφάνων περνώ με τους επισήμους μπροστά από την μπάντα που παιανίζει, διερωτώμαι τι να σκέπτονται άραγε για μένα οι στρατιώτες που παρουσιάζουν όπλα.)

Χρειάζεται, από την αρχή, να εξετάσουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε στην κοινωνία πνευματικά, όχι στο Κράτος θεσμικά. Αλλιώς είχε αρχίσει αυτή η σχέση: το αναμφισβήτητο πνευματικό ειδικό βάρος μας στην κοινωνία, το πήρε η Πολιτεία και το τίμησε θεσμικά. Σήμερα, τι ισχύει; (δεν αντέχω την απάντηση)

Επανέρχομαι στο ότι χρειάζεται να προβληματιζόμαστε σε κάθε εποχή∙ και στη δική μας, να επανεξετάσουμε τη δραστικότητα του Ευαγγελίου, όχι επειδή αμφιβάλλουμε αλλά επειδή είναι ανάγκη να  εμπιστευθούμε το Χριστό περισσότερο. Χρειάζεται να μας προστεθεί πίστη.

Η Πίστη μας έχει οικουμενική δυναμική. «Οικουμενική» δεν εννοώ γεωγραφικά, αλλά μεθοδολογικά και ιεραποστολικά. Όμως, ούτε οι ίδιοι θα πεισθούμε γι’αυτό, ούτε κανέναν θα μπορέσουμε να πείσουμε, ούτε  το παραμικρό οικουμενικό αποτέλεσμα θα φέρουμε, αν δεν είμαστε θωρακισμένοι εσωτερικά. Αλλιώς, που να πάμε ξυπόλητοι στ’αγκάθια;

Θα γίνουμε σαν κι εκείνους που τους είπε ο Χριστός, ότι περιάγουν «την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον…»

Η οικουμενική δράση μας χρειάζεται να αρχίσει από μέσα μας, από το εσωτερικό της Πίστεώς μας και να επικεντρωθεί σε όσους συμπατριώτες μας έχουν να βρεθούν σε Εκκλησία από την ημέρα που τους βάπτισαν.

Ποιός δεν το αντιλαμβάνεται, ότι στην ελλαδική κοινωνία μας, ολοένα και λιγοστεύουμε, όσοι ξέρουμε την αξία της λατρευτικής και της μυστηριακής ζωής! Εξάπαντος χρειάζεται να αποκρυπτογραφήσουμε την «κατά Χριστόν ζωή» και να προτείνουμε σε όσους δεν τη γεύθηκαν ποτέ, τόσο την ωφελιμότητά της, όσο και την ομορφιά της (δίπλα μας υπάρχουν 40ρηδες, 50ρηδες, τεχνοκράτες, οικογενειάρχες, καλής πάστας, με ευγένεια χαρακτήρος και με καχυποψία, όμως, που τους κρατά μακρυά μας).

Να τους προτείνουμε να τη ζήσουν αφού τη διαπιστώσουν οι ίδιοι («γεύσασθε και ίδετε») κι όχι επειδή τους το λέμε εμείς η κάποιες Οικουμενικές Σύνοδοι.

Τα δόγματά μας, αν θέλουμε να είναι και σήμερα δείκτες ζωής, δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μαθηματικά αξιώματα. Κι αν είναι δείκτες ζωής θα είναι της δικής μας ζωής, όχι της ζωής άλλων, άλλοτε («ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν∙ αυτοί γαρ ακηκόαμεν και οίδαμεν ότι ούτος εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιω. 4, 42).

Σήμερα, είναι αλήθεια, ότι στον τόπο μας, στην Πατρίδα μας, δεν εμπνεόμαστε από την οικουμενική διάσταση του Ευαγγελίου, που την περιγράφω σαν έξοδο από τον εαυτό μας για μια συνάντηση με τον έλληνα ακατήχητο, κατ’αρχήν κι έπειτα με όλους τους παρόμοιους. Καί  ξέρετε γιατί δεν υπάρχει αυτή η εκρηκτική προοπτική; κατά την γνώμη μου. Επειδή, αισθανόμαστε εμείς και δίνουμε την εντύπωση και στους άλλους ότι είμαστε ένα μουσείο ιερών λειψάνων του παρελθόντος, της γλώσσης, του τυπικού, του τελετουργικού, της ενδυματολογίας, κ. α. Εμείς ξέρουμε τι αξία έχουν όλα αυτά, ως εργαλεία όμως, όχι ως στόχοι. Το «άνοιγμα» όλων αυτών, δεν γίνεται να δαιμονοποιείται ασυζητητί.

Ο Φλωρόφσκυ δεν είπε «πίσω στους Πατέρες» για να οπισθοδρομήσουμε  εκεί, είπε να πάμε μπροστά «μαζί με τους Πατέρες».

Λέμε ότι ο κόσμος σήμερα δεν έχει πυξίδα. Δεν έχει, επειδή η Εκκλησία δε γεννάει δόγματα∙ τα δόγματα είναι δείκτες ζωής. Μα, για να γεννηθούν δόγματα, χρειάζεται να προηγηθεί πνευματικός τοκετός, δυναμικός προβληματισμός, παλαίστρα, κονταροκτυπήματα.

Πέρασε η εποχή που οι άνθρωποι δεν αμφισβητούσαν εύκολα τα λόγια μας κι ἂν τα αμφισβητούσαν δεν το εξέφραζαν. Σήμερα χρειάζεται να πείσουμε για τα πάντα. «Κανενός δε θα πείσεις την καρδιά, αν ο λόγος δεν βγαίνει απ’τήν καρδιά σου, κανενός δε θα πείσεις τη ζωή, αν η ζωή σου δεν είναι ματωμένη».

Να ανοίξουμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και να αφήσουμε τη φράση: «οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ετούτο η το άλλο» χωρίς να παραπέμπουμε σε κανέναν Πατέρα. Να κατανοήσουμε ότι οι Πατέρες μας δεν ήταν πιόνια στη σκακιέρα του Θεού, αλλά ελεύθερες υπάρξεις που φαγώθηκαν με τα ρούχα τους προκειμένου να δουν τη δόξα του πραγματικού (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).

Να ξαναμιλήσουμε για το Χριστό,  (αναφέρομαι σχετικά στην έκδοση του Μp 3 με το κείμενο της Καινής Διαθήκης σε μετάφραση) χωρίς μεγάλες κουβέντες, πομπώδεις φράσεις και θεολογικά συμπλέγματα.

Βρίσκω ο ίδιος άρθρα σε περιοδικά, που τα διαβάζω και δεν τα καταλαβαίνω∙

μαθαίνω ότι και μερικά σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών, είναι ανυπόφορα.

Να πάψουμε τις μεγάλες κουβέντες για θέωση, για νήψη και για θαύματα.

Να ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας, για να μην ξαφνιάζεται ο κόσμος όταν «βγαίνουν στον αέρα» σκάνδαλα. Να καταθέσει ο καθ’ένας μας, την όση ταπεινή προσπάθεια κάνει για να λυτρωθεί από την αμαρτία.

-Γέροντα, είδες αγγέλους στο Άγιον Όρος; -Όχι, παιδί μου, εγώ μέχρι τώρα μόνο δαίμονες βλέπω, που τους πολεμώ!

Να ξανακάνουμε σκοπό μας την αγιότητα, αφού πρώτα συμφωνήσουμε στον ορισμό της αγιότητος. (άγιος είναι ο μετανοημένος αμαρτωλός κι όχι ο θαυματοποιός η ο καζαμίας)

Να παραδεχτούμε ότι και οι άγιοι Πατέρες μας έκαναν λάθη και να διαλαλήσουμε ότι αγιότητα δεν είναι η αναμαρτησία, αλλά η βαθειά συναίσθηση της αμαρτωλότητος.

Να πάψουμε να κακολογούμε τους Επισκόπους στην Πατρίδα μας, παγκόσμια ορθόδοξη πρωτοτυπία γκρεμίζοντας έτσι ολόκληρο το εκκλησιολογικό μας οικοδόμημα, γιατί  θα πάθουμε το «ει αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε…(Γαλ. 5,15).

Να γίνουμε φιλάνθρωποι με τον αμαρτωλό, με τον αιρετικό και τον άθεο και τέλος, να υψώσουμε τη φωνή μας ενάντια σε κάθε αδικία.

Να μάθουμε πρώτα εμείς και έπειτα να διδάξουμε στα νέα παιδιά, πως να μη φοβούνται τη ζωή κι έπειτα πως να νικούν το θάνατο. (Θα έχετε δει το σύνθημα στους δρόμους «υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;»)

Κοντολογίς, να γίνουμε αλάτι, ειδ’άλλως ας πεταχτούμε στο δρόμο.

Και αφού τα κάνουμε αυτά, αφού δηλαδή, κάνουμε την Εκκλησία στην Πατρίδα μας Ορθόδοξη κοινότητα με οικουμενική διάσταση, τότε∙ με αυτήν την εμπειρία του Χριστού, ως εξάρτυση∙

να βγούμε να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια των ιδεών,

να βγάλουμε την πνευματική πραμάτεια μας στον πάγκο, όπως οι παραγωγοί στη λαϊκή αγορά,

να πούμε, «ορίστε, κόσμε, εμείς οι ορθόδοξοι από την αγιότητα των χαρισματικών φορέων μας, από την Παράδοσή μας, από την αμαρτωλή εμπειρία μας, από την 2χιλιοχρονη πάλη μας με το Θεό, αυτήν την πρόταση ζωής έχουμε να προτείνουμε στον πλανήτη.

Έτσι, προσωπικά, εννοώ την οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας, που δε σταμάτησε ποτέ, δεν ολοκλήρωσε το έργο της, αφού ο Χριστός δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ στον κήπο της Γεθσημανή.

Αλλιώτικα οι Ορθόδοξοι δεν μπορούμε να μιλάμε (και γι’αυτό δε μιλάμε) για Οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας.

Όμως, όσο χρειάζεται το οικουμενικό μήνυμα του Ευαγγελίου ο δικός μας Ορθόδοξος Ελληνικός κόσμος, άλλο τόσο το χρειάζεται και ο έξω από την Ορθοδοξία κόσμος.

Χρειάζεται επανευαγγελισμό η δύσμοιρη Ευρώπη που ακόμα την εκδικούμαστε για τον Καρλομάγνο,

χρειάζεται την τρυφερότητά μας το Ισλάμ της πνευματικής Τουρκίας,

χρειάζεται την αποδοχή της λησμονιάς η Ορθοδοξία της Βουλγαρίας,

χρειάζεται κατανόηση η Εκκλησία των Σκοπίων,

χρειάζεται την αντισιωνιστική ειλικρίνειά μας ο εβραϊκός κόσμος,

χρειάζεται προσγείωση το τσαρικό ανεμόπτερο της Ρωσίας, για να μη συντριβεί.

Χρειάζεται να βγάλουμε την Αμερική από την πρόσφατη αλλοφροσύνη που την οδήγησε το δίπολο «εξέλιξη η δημιουργία»;

Χρειάζεται μια Ορθόδοξη συμπόρευση με το πείραμα του Cern για να λυτρωθεί από την ψευδαίσθηση ότι θα ανακαλύψει το γονίδιο του Θεού.

Χρειάζεται, όμως, και να πάρουμε στα σοβαρά τα νεώτερα πορίσματα πολλών επιστημών προκειμένου να τα «παντρέψουμε» με την Αγία Γραφή και την εκκλησιαστική μας εμπειρία, μήπως αναχθούμε έτσι σε μια ανώτερη αλήθεια, την οποία ενδεχομένως θέλει να μας αποκαλύψει ο Θεός. («Πολλά απεσιώπησεν η γραφή∙ παρέλειπεν δε η ιστορία τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα, εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθε τα υπόλοιπα», έγραφε το 370 ο Μέγας Βασίλειος).

Να το καταλάβουμε κάποτε∙ η Αγία Γραφή δεν είναι επιστημονικό βιβλίο, αν ήταν, έπρεπε να κλείσουν όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου.

Χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την ενορχηστρωμένη καχυποψία απέναντι στον Πολιτισμό, όσο καλό κι αν είναι το άλλοθι μας.

Χρειάζεται ερμηνεία το φαινόμενο της οικονομικής κρίσεως που διερχόμεθα∙ ερμηνεία όχι τραπεζική, ούτε φιλανθρωπική, ούτε «πνευματική». Αλλά ερμηνεία των λόγων του Χριστού για το δίπολο Θεός-μαμωνάς.

Τότε να βγούμε να συναντήσουμε τον Ρωμαιοκαθολικό και να του εξηγήσουμε, πως τον λοξοδρομεί το δόγμα της εξουσίας του.

Τότε να βγούμε να εξηγήσουμε στον Προτεστάντη, πως τον χιλιοκομμάτιασε η απόρριψη της ενιαίας εκκλησιαστικής Παραδόσεως.

Τότε να προκαλέσουμε σε δημόσιο διάλογο το Χιλιαστή, προκειμένου να ανατρέψουμε τις χριστολογικές δοξασίες του. (όχι δεν πας φαντάρος, δε δίνεις στο παιδί σου αίμα)

Έτσι μας χρειάζεται ο κόσμος! διαφορετικά, ερμηνεύστε, αν μπορείτε, τη δουλειά που έκανε ο Προηγούμενος της Μονής Φιλοθέου π. Εφραίμ στην Αμερική και στον Καναδά. Σήμερα αντιγράφει, αύριο θα κλονιστεί, θα πέσει, όμως μεθαύριο θα πατήσει στα πόδια της.

Έτσι, μ’αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία «ανοίγεται» και νικά!

Κάθε φορά που θα ανοίγεται θα νικά, κάθε φορά που θα την «κλείνουμε», θα την καταδικάζουμε στο να γίνει ιδεολογία.

Αν η πίστη μας έχει αλήθεια, δεν έχει ανάγκη τα ψιμμύθια του παρελθόντος, ούτε τις φοβίες του μέλλοντος.

Η Εκκλησία μεταποίησε κι έπειτα στήριξε την αυτοκρατορία, γιατί να φοβηθεί την παγκοσμιοποίηση;

Το Ευαγγέλιο με τα «σπαστά ελληνικά» του, πάλεψε και νίκησε την ελληνική φιλοσοφική διανόηση. Γιατί να μη νικήσουμε τους αφελείς σχεδιασμούς της Νέας Εποχής;

Η λαϊκή ρωσική ευσέβεια νίκησε την κομμουνιστική απάτη, γιατί να μη νικήσει την καπιταλιστική σχιζοφρένεια;

Πρώτα, λοιπόν, η εσωτερική καλλιέργειά μας σε μια οικουμενική διάνοιξη της υπάρξεώς μας και έπειτα η προς τα έξω οικουμενική ομολογία, με αυτοπεποίθηση και πίστη στο Χριστό.

Εμείς, σήμερα, τι κάνουμε στην Ελλάδα;

Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής,

οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακρυά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους∙

επιδεικνύουμε μια εικόνα προτεσταντικής ερμηνευτικής, Πηδάλιο, παραγωγή γεροντικών προτύπων, σωρηδόν αγιοποιήσεις μοναχών και ιερομονάχων,

υστερικού φανατισμού, Ορθοδοξία η θάνατος, τον πάπα να καταράσθε,

φοβικής συνωμοσιολογίας, Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, 666, κάρτα του πολίτη, μεσσαιωνικής σημειολογίας, συντέλεια του κόσμου, οικουμενισμός,

προφητικής μελλοντολογίας, π. Παίσιος∙ Πόλη, Β’Παρουσια,

«Ιεροποιούμε» η «δαιμονοποιούμε» τα ιερά κείμενα και δεν κατεβαίνουμε από το άρμα της κατά γράμμα θεοπνευστίας.

Καταφεύγουμε στο παρελθόν και στο μέλλον, λες και δεν έχουμε να πούμε τίποτε για το παρόν.

Έτσι που κάνουμε∙ πρώτοι οι πιστοί αισθάνονται άβολα, μέσα σε μια τέτοια Εκκλησία που τους στιγματίζει και τους κάνει δακτυλοδεικτούμενους κι έπειτα οι χλιαροί∙ δεν τολμούν μεν να αποποιηθούν το βάπτισμα, αλλά δε θέλουν να έχουν καμμία σχέση με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, παρά μόνο με την κοινωνική.

Φοβάμαι ότι χάνουμε το τραίνο

Όταν η Ελλάδα μπήκε στην Ε.Ε. η Le Monte έγραψε πρωτοσέλιδο: «καλωσορίζουμε τη Χώρα της Φιλοκαλίας». Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα όλη η Ευρώπη ψυχανεμίζονταν ότι η Ορθοδοξία θα αρθρώσει λόγο πρωτότυπο και δυναμικό. Δεν τον ακούσαμε.

Ο Ράνσιμαν είχε πει ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ορθοδοξίας.

Δεν τον βλέπω, ακόμα!

Αν αργήσουμε, η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ο ποιητής ρωτάει: «αγάπη πού’ναι η εκκλησιά σου, βαρέθηκα πια τα μετόχια» (Γ. Σεφέρης).

Τα συμπτώματα του σημερινού κόσμου οφείλονται στα υποκατάστατα της χριστιανικής ζωής και στις αυθαίρετες ερμηνείες του Ευαγγελίου. Αυτά είναι τα μετόχια!

Αλλά αν αργήσουμε, θα συμβεί και κάτι χειρότερο: θα απογοητεύσουμε.

Τότε δε θα μας μείνει παρά να κλείσουμε το στόμα μας για πάντα, να βάλουμε το Ευαγγέλιο σ’ένα σκονισμένο ράφι βιβλιοθήκης και να βολέψουμε, όπως όπως, τη συμβιβασμένη και υποκριτική ζωή μας καθώς θα τρώγεται με τις ζωές και τις υπολήψεις των άλλων.

«Καιρός του ποιήσαι», λοιπόν. «Καθαρθήναι είτα καθάραι», αυτό θα πει Ορθόδοξη Οικουμενικότητα.

Να ανοίξουμε την Εκκλησία στον κόσμο και να μετασχηματίσουμε τον κόσμο σε Εκκλησία.

Να φωτίσουμε τα πάντα μὲ το Χριστό, τίποτε άμοιρο, τίποτε ξένο, τίποτε εχθρικό να μην υπάρχει γύρω μας. «Τα πάντα δείται σταυρού» και «υπέρ πάντων Χριστός απέθανε».

Να μην κλειστούμε άλλο στον εαυτό μας,

Να ξεγίνουμε από θρησκεία και να γίνουμε Εκκλησία του «σύμπαντος κόσμου».

Κάποτε, το να μην «ανοίγεσαι», φτιάχνει προφίλ, δεν προδίδει και την ένδειά σου, όμως, τώρα, ήρθε η ώρα μας∙ το θέλουμε; το μπορούμε;

«Τα αδύνατα παρ’ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστιν».

Σαν συμπέρασμα∙

Στον τόπο μας μόνο η Εκκλησία μπορεί να αναλάβει οικουμενικό ρόλο,

η Πατρίδα μας πια, όχι! Και προσέξτε∙

Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό, είναι και οικουμενικό αλλιώς προτεσταντίζει.

Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό οικουμενικό, είναι και ελληνικό.

Ο,τι είναι ελληνικό, πάντα ήταν ανοιχτό. Γι’αυτό οι έλληνες ανοίγονταν σε όλα και ελληνοποιούσαν τα πάντα.

Πήγαιναν μετανάστες και έκαμναν τους εκεί γηγενείς έλληνες. Έρχονταν λαοί ως μετανάστες, τους κοινωνούσαν την Παιδεία τους και έτσι τους έκαμναν φίλους. Τώρα δεν έχουμε Παιδεία να τους δώσουμε γι’ αυτό τους κάναμε ξένους, εχθρούς.

Ο επανευαγγελισμός των πιστών μας, ημών των ιδίων, θα είναι πράξη οικουμενικών διαστάσεων, αφού είτε το θέλουμε είτε όχι, το κατασάρκιο της Ορθοδοξίας είναι ελληνικής κατασκευής και ολόκληρη η Εκκλησία κυλάει πάνω σε ρόδες ελληνικών προδιαγραφών.

Η ελληνική Ορθοδοξία, σήμερα, δεν έχει φωνή στο ευρύτερο πνευματικό γίγνεσθαι. Έχει μόνο μια εμπειρία, που τη σέρνει σαν λείψανο από το παρελθόν και που κάποτε, καταντάει ειδωλολατρία.

Διερωτώμαι∙ στέρεψε άραγε από μας η έμπνευση; Από την Εκκλησία μας, εννοώ.

Ο ελληνισμός ξεκομμένος από την Εκκλησία δεν έχει έμπνευση πια.

Ο,τι ελληνικό άξιζε, μας το πήραν μαζί με τα Ελγίνεια και στις Χώρες εκείνες, δημιουργήθηκαν Πανεπιστημιακές Έδρες ελληνικών γραμμάτων, ελληνικής γλώσσας, ανθρωπιστικές επιστήμες κ.λ.π.

Όμως εκείνη η παραγωγή χρειάζονταν να εμπλουτίζεται από την Ελλάδα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν τροφοδοτήθηκε από εμάς, αλλά εγκαταλείφθηκε κιόλας. Απαξιώθηκε τραγικά.

Άρα, τελειώσαμε.

Λέμε∙ «βαρειά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός μας».

Προ μηνών κάποιος μου είπε ότι πήγε στη Δήλο και παραμέριζε τα χόρτα για να διαβάσει τις επιγραφές κάτω από τα αγάλματα.

Οι απεργίες στην Ακρόπολη και τα πανώ στα Προπύλαια δήλωσαν όχι κοινωνία του αρχαίου πνεύματος, αλλά μόνο διαχείρηση και μάλιστα κακή διαχείρηση. Η γλώσσα μας φτώχυνε τραγικά και όταν η Εκκλησία αδήρητα κάποια στιγμή θα την βγάλει από την λατρεία, στην ουσία θα την κηδεύσει. Η κλασσική παιδεία είναι ανύπαρκτη. Η Ιστορία μας γελοιοποιήθηκε από το Χόλλυγουντ (Μ. Αλέξανδρος, Τροία, Θερμοπύλες).

Γι’αυτό επιμένω ότι, μόνο η Εκκλησία μπορεί να δώσει χρώμα και ταυτότητα στην εθνική φυσιογνωμία της Χώρας, αν φυσικά το θέλει η Χώρα μας και όσο το θέλει. Χωρίς την εκκλησιαστική καθημερινή ζωή, η Πατρίδα μας δεν έχει ιδιοπροσωπία, δεν μπορεί να διεκδικήσει πρότυπη φυσιογνωμία. Στη σύγχρονη Παιδαγωγική διαπιστώνουμε προσπάθεια αναδείξεως των ελαχίστων ιδιαιτεροτήτων ενός παιδιού, της όποιας διαφορετικότητος που χαρακτηρίζει και αναδεικνύει το «κάτι άλλο». Φανταστείτε, λοιπόν, μια Χώρα σαν τη δική μας, χωρίς την ανάδειξη της εκκλησιαστικής παραδόσεώς της, έτσι όπως αυτή καλλιεργείται μέσα στους Ναούς και διαχέεται στην καθημερινότητα των ελλήνων. Τί  θα περισσεύσει στην περιρρέουσα ελλαδική ατμόσφαιρα, αν αφαιρεθεί το εκκλησιαστικό τελετουργικό, το λατρευτικό τυπικό, η εορτολογική αλυσίδα, η η βιβλική ορολογία;

Θέλετε να σας πω παράδειγμα προς αποφυγήν;

Η Ε.Ε. που οραματίστηκε τον εαυτό της να υπάρχει και να δραστηριοποιείται όχι μόνο χωρίς τη χριστιανική προμετωπίδα στο Σύνταγμά της αλλά, το κυριώτερο, χωρίς πνευματική θωράκιση, δεν υποψιάστηκε ότι έπρεπε να προηγηθεί πνευματική σύγκληση, για να επιτευχθεί η οικονομική. Τα οικονομικά μεγέθη δε φέρνουν κοντά τις καρδιές, δεν εξομαλύνουν τις διαφορές. Τώρα που η οικονομική Ένωση παραπατάει και πολλοί προβλέπουν ότι θα σωριστεί, παρασέρνει μαζί της κι έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και πραγμάτων που συστάθηκαν σε πολιτισμό κάτω από τη σκια του Σταυρού. Τώρα που έκοψε τον ομφάλιο λώρο της με τη ζωή, υπάρχει το ενδεχόμενο «την επισκοπήν» αυτής να λάβει «έτερος» (Ψαλμ. 108,8).

Αγαπητοί μου∙

Ίσως να έχει φτάσει ο καιρός για την «ήττα» της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή της αστοχίας. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δεν μπορεί παρά να έχει δίκαιο, όταν σημειώνει∙ «ύστερ’από τόσες μεγάλες νίκες στην ιστορία, χρειάζονται τώρα και μερικές μεγάλες ήττες». (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).

Ας νικηθούν όλα όσα στην Πατρίδα μας πήραν τη θέση της Εκκλησίας∙ το σπίτι της εσωστρέφειας, το μαγαζί της εξουσιαστικότητας, η συντεχνία της θεσμικής επάρκειας, η ομάδα της αλαζονείας και της υποκρισίας, το σωματείο της αυταρέσκειας. Ας επανέλθει το θρησκευτικό σχήμα σε Οίκο από τον οποίο δε θα λείπει ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία Ἐκκλησία, αὐτὸς ποὺ σαρκώνει τὴν ἐλπίδα τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἀποδεικνύεται ἡ μόνη ὑπόστασή τους.

Πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι τότε, ὁ νικημένος Ἰησοῦς, θὰ ξανανικήσει γιὰ χάρη μας τὸν κόσμο του.

Προσευχή κατά τη χαραυγή



Ω Κύριε αιώνιε και Δημιουργέ των πάντων,
ο οποίος με την ανεξερεύνητη αγαθότητά σου
με κάλεσες σ’ αυτή τη ζωή, 
ο οποίος μου έδωσες τη χάρη του βαπτίσματος
και τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, 
ο οποίος με προίκισες με την επιθυμία 
να αναζητήσω εσέ 
τον μόνο αληθινό Θεό,
εισάκουσε την προσευχή μου.
Δεν έχω ζωή, φως, χαρά ή σοφία
ούτε δύναμη χωρίς εσένα, ω Θεέ.
Εξαιτίας των αμαρτιών μου δεν τολμώ να υψώσω
τους οφθαλμούς μου σ’ εσένα.
Αλλά συ είπες στους μαθητές σου:
« Κάθε τι που θα ζητήσετε στην προσευχή σας με πίστη,
θα το λάβετε»
και «κάθε τι που θα ζητήσετε στο όνομά μου 
θα γίνει».
Γι’ αυτό τολμώ να σε επικαλεστώ:
Καθάρισέ με από κάθε ρύπο σωματικό και 
πνευματικό.
Δίδαξέ με να προσεύχομαι ορθά.
Ευλόγησε αυτή τη μέρα που χάρισες σ’ εμένα 
τον ανάξιο δούλο σου.
Με τη δύναμη της ευλογίας σου κάνε με ικανό
συνέχεια να ομιλώ και να εργάζομαι για τη δόξα σου, 
με καθαρό πνεύμα, ταπείνωση, υπομονή, αγάπη, 
ευγένεια, ειρήνη, θάρρος και σοφία, 
να αισθάνομαι πάντοτε την παρουσία σου.
Με την άπειρη αγαθότητα σου, ω Κύριε Θεέ
δείξε μου το δρόμο του θελήματός σου, 
και δώσε ώστε να βαδίζω μπροστά σου 
χωρίς αμαρτία.
Ω Κύριε, σ’ εσένα όλες οι καρδιές είναι ανοικτές.
Συ γνωρίζεις όλα όσα έχω ανάγκη.
Συ γνωρίζεις την τυφλότητα και την άγνοιά μου.
Συ γνωρίζεις την αστάθεια και την διαφθορά της
ψυχής μου.
Αλλ’ ούτε ο πόνος και η αγωνία μου είναι κρυμμένα 
από σένα .
Δέξου ,σε παρακαλώ , την προσευχή μου
και με το Άγιο Πνεύμα σου δίδαξέ με τον δρόμο που
πρέπει να πορευθώ.
Και όταν η διεστραμμένη μου θέληση με οδηγήσει σ’ 
άλλους δρόμους, 
μη μ’ αφήσεις να χαθώ, αλλά κάνε με να επιστρέψω
σ’ εσένα.
Δος μου, με τη δύναμη της αγάπης σου, να κρατηθώ 
σταθερά στο αγαθό.
Φύλαξέ με από κάθε λόγο ή πράξη
που μπορεί να καταστρέψει την ψυχή, 
από κάθε επιθυμία που μπορεί να σε δυσαρεστήσει
Και να βλάψει τον αδελφό μου.
Δίδαξέ με πως πρέπει και τι πρέπει να λέγω.
Αν είναι θέλημά σου να μην απαντώ, 
δος μου πνεύμα ειρηνικής σιωπής, 
που να μην προκαλεί λύπη ή πόνο στον αδελφό μου.
Στήριξέ με στο δρόμο των εντολών σου
και μέχρι την τελευταία μου πνοή
δώσε να μην απομακρυνθώ από το φως των εντολών 
σου.
Οι εντολές σου ας γίνουν ο μόνος νόμος της ζωής
μου
στη γη και σ’ όλη την αιωνιότητα.
Ω Θεέ, σε παρακαλώ, ελέησέ με.
Λύτρωσέ με από τη θλίψη και την αθλιότητά μου
και μην κρύβεις από μένα το δρόμο της σωτηρίας.
Μέσα στη μωρία μου ,ω Θεέ, σου ζήτησα πράγματα 
πολλά και μεγάλα.
Θυμάμαι πάντοτε την αδυναμία μου, την αγένεια και 
την φαυλότητά μου και κράζω:
Ελέησέ με.
Μη με απομακρύνης από το Πρόσωπό σου εξαιτίας 
της αλαζονείας μου.
Δώσε και αύξησε σε μένα τη δύναμη 
να σε αγαπώ σύμφωνα με τις εντολές σου, 
εγώ ο χειρότερος των ανθρώπων, 
με όλη μου την καρδιά, 
με όλη μου την ψυχή, 
με όλη μου τη διάνοια, 
με όλη μου τη δύναμη, 
και με όλη μου την ύπαρξη.

Ναι, ω Θεέ, με το Άγιο πνεύμα σου, 
δίδαξέ με δίκαια κρίση και γνώση.
Δος μου τη γνώση της δικής σου αλήθειας,
πριν έλθει το τέλος μου.
Διατήρησε τη ζωή μου στον κόσμο τούτο, 
μέχρι να μπορέσω να σου προσφέρω άξια μετάνοια.
Μη με οδηγήσεις σε θάνατο στη μέση των ημερών 
μου.
Ούτε ενόσω ο νους μου είναι τυφλωμένος .
Όταν όμως θέλεις να βάλεις τέρμα στη ζωή μου, 
να μου το δείξεις από πρωτύτερα
για να προετοιμάσω την ψυχή μου
πριν παρουσιαστεί μπροστά σου.
Να είσαι μαζύ μου, ω θεέ, κατά την φοβερή αυτή ώρα
και να μου δωρίσεις τη χαρά της σωτηρίας ,
Καθάρισέ με από τις κρυφές αμαρτίες μου
και απ’ όλη την αχαριστία που έχω μέσα μου
Και δώρισέ μου καλή απολογία
μπροστά στο θρόνο της κρίσης σου.
Ναι, ω θεέ , με το μεγάλο σου έλεος
και την αμέτρητη αγάπη σου
για το ανθρώπινο γένος,

Άκουσε την προσευχή μου.

Ο Ματρόζος του Γεωργίου Στρατήγη (1860-1938)

 

Η ποίηση μπορεί και γράφει Ιστορία. Δίνει απαντήσεις σε καθημερινά φαινόμενα. Φωτογραφίζει συμπεριφορές ανθρώπων στο σήμερα και στο αύριο. Αποκαλύπτει πρόσωπα. Και το σπουδαιότερον: Διδάσκει.

Αναδημοσιεύουμε το γνωστό ποίημα του Γεωργίου Στρατήγη «Ο Ματρόζος» για να προσεγγίσουμε ένα επίκαιρο- επαναλβανόμενο συχνάκις-φαινόμενο που συναντά κανείς σε Οργανισμούς, σε Υπουργεία, σε ιδιωτικές Επιχειρήσεις και Γραφεία, γιατί όχι και στην Εκκλησία. Εκεί, όπου οι «Ματρόζοι» της καθημερινότητάς μας βρίσκονται αντιμέτωποι με τους πορτιέρηδες της κάθε λογής εξουσίας. Τους νεόκοπους υπηρέτες του «άρχοντα», που με πράξεις ή με λόγια, με παραλείψεις ή με κακές εισηγήσεις εξυφαίνουν τον ιστό της αράχνης. Κι αναγκάζουν τον παλιό αγωνιστή να υπενθυμίζει με φωνή λιονταριού κα βουρκωμένα μάτια την προσωπική ιστορία προσφοράς στον εκάστοτε άρχοντα, με την όντως συγκλονιστική φράση που χρησιμοποιεί στο ομώνυμο ποίημά του ο Γεώργιος Στρατήγης: «Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα, οι καπετάνοι σαν κι εσέ δεν θα φορούσαν στέμμα!…» Κι εννοούσε ο ήρωας Ματρόζος της Εθνεγερσίας του 1821, όλους εκείνους τους «παράγοντες» που βρέθηκαν χρυσοστολισμένοι στην αυλή του τοτε υπουργού Ναυτικών της άρτι απελευθερωθείσης Ελλάδος, ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη…





Ο Ματρόζος
του Γεωργίου Στρατήγη (1860-1938)

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.

Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.
Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.

Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.
Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.

Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.
Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
«Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…
Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα
απ’ έξω από την Τένεδο,
μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά.
«Παιδί μου, είναι πάνω ο Κωνσταντής;».
«Ποιος Κωνσταντής;». «Αυτός… ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!».

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!»

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.
«Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…».
«Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…».

Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.
«Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;»,
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.

Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;
«Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι;
Μια φρεγάδα σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.
Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και «όρτσα! μάινα τα πανιά!» φωνάζω στα παιδιά μου.
Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.

Οι ναύτες μου φωνάζανε: «Τι κάνεις καπετάνο;»
Κι εγώ τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…».
Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε – θυμάσαι;

Σου φωνάζω,»Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς»,
μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανέβουν…
έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε…
μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει