Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ’ Category

Δεν τα υπομένεις όλα για τη ιδική μου αγάπη; (Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού)

 

Τίποτε άλλο δεν μπορεί τόσο να βοηθήσει και κατευνάσει το θυμό και όλα τα πάθη, όσο η αγάπη προς τον Θεό και κάθε συνάνθρωπο. Με την αγάπη εύκολα νικάς, παρά με τους άλλους αγώνες.

Αλλά και αγωνιζόμενος δεν αισθάνεσαι πόνο, οπόταν κυριεύει το νου η αγάπη. Γι’ αυτό η αγάπη δεν πίπτει, εφ’ όσον της ψυχής το πηδάλιο κατευθύνεις πάντοτε προς αυτήν. Και ό,τι συμβεί, φωνάζεις το σύνθημα· «Διά την αγάπην σου, Ιησού μου, γλυκεία αγάπη, βαστάζω τας ύβρεις, ονείδη, αδικίας, κόπους, και πάσας τας θλίψεις, ό,τι ήθελε μου συμβή.» Και αμέσως, αυτά σκεπτόμενος, το φορτίο του πόνου γίνεται ελαφρό και η πικρία του δαίμονος σταματά.

Μία φορά, ένεκα των αλλεπαλλήλων μου φρικτών πειρασμών, είχα κυριευθεί από λύπη και αθυμία και έλεγα στο Θεό ως αδικούμενος- ότι με παραδί­δει σε τόσους πολλούς πειρασμούς χωρίς να τους αναχαιτίζει λίγο, να παίρνω έστω λίγη ανάσα. Και σ’ αυτή την πικρία άκουσα μία φωνή μέσα μου πολύ γλυκειά και πολύ καθαρή με πολλή μεγάλη συμπάθεια. «Δεν τα υπομένεις όλα για τη δική μου αγάπη;» Και με τη φωνή ξέσπασα σε δάκρυα τόσο πολλά, και μετανοούσα για την αθυμία που με είχε κυριεύσει. Δεν λησμονώ ποτέ μου αυτή τη φωνήν, την τόσο γλυκειά, που αμέσως εξαφανίσθηκε ο πειρασμός και όλη η αθυμία.

Γι’ αυτό μην αθυμείς μη στενοχωριέσαι στις θλί­ψεις και πειρασμούς, άλλα με την αγάπη του Ιησού μας να ελαφρύνεις τον θυμό και την αθυμία. Και δίδε θάρρος στον εαυτό σου λέγοντας: « Ψυχή μου, μη αθυμείς! Γιάτι μικρή θλίψη σε καθαρίζει από πολυχρόνια ασθένεια. Αλλά και σε λίγο θα φύγει».

Όσο λίγη είναι η υπομονή, τόσο μεγάλοι φαίνονται οι πειρασμοί. Και όσο συνηθίζει ο άνθρωπος να τους υπομένει, τόσο μικραίνουν και τους περνά χωρίς κόπο, και γίνεται στερεός σαν βράχος.

Λοιπόν υπομονή! Και αυτό που τώρα σου φαίνεται δύσκολο να το κατορθώσεις, αφού περάσουν χρόνια πολλά θα έλθει στο χέρι σου να το κατέχεις σαν δικό σου, χωρίς να καταλάβεις πως έγινε.

Γι’ αυτό εργάσου τώρα στην νεότητα χωρίς να λες το «γιατί» και να αθυμείς. Και όταν γεράσεις θα θερίσεις τους καρπούς της απάθειας και θα απορείς από πού γενήθηκαν τέτοιοι ωραίοι καρποί, αφού εσύ δεν καλλιέργησες τίποτε, και έγινες πλούσιος αν και δεν  άξιζες τίποτα, και όλοι οι γογγυσμοί, αι παρακοές και αθυμίες σου, βλάστησαν τέτοιους καρπούς και άνθη ευώδιαστά!

Γι’ αυτό να εξασκείς βία. Και αν μυριάκις πέσει ο δίκαιος, δεν χάνει την παρρησία του, αλλά πάλι σηκὠνεται και μαζεύει δυνάμεις και του επιγράφει νίκες ο Κύριος. Και τις μεν νίκες δεν του τις δείχνει, για να μην υπερηφανεύεται· τα δε πεσίματα τα φέρνει μπροστά του , να τα βλέπει, να πάσχει, να ταπεινώνεται.

Αφού δε ξεπεράσει τις ενέδρες  των εχθρών και κερδίσει νίκες παντού αφανείς, τότε αρχίζει να του δείχνει λίγο-λίγο ότι νικά, ότι βραβεύεται· ότι έχει στα  χέρια  του κάτι που προηγουμένως ζητούσε και δεν του δινόταν. Και έτσι γυμνάζεται, δοκιμάζεται, γίνεται τέλειος, όσο χωράει  η φύση, ο νους, η διάνοια, και το σκεύος της ψυχής μας.

Γι’ αυτό  «ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω» και μην ελαττώσεις  την προθυμία σου. Αλλά να ζητάς, να φωνάζεις διαρκώς, είτε λαμβάνεις είτε όχι.

 

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 71-74. -σε νεοελληνική απόδοση.)

«Ο νους βλέπει το σκότος της ψυχής» (Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού)

Σεπτεμβρίου 3, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Ο Γέρων Ιωσήφ είδε όλο το βάθος του παλαιού ανθρώπου και με πολύ κόπο και προσευχή καθάρισε τον εαυτόν του και όλη η ζωή του είναι ένα παράδειγμα μιμήσεως, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για τη σωτηρία της ψυχής του. Παραπονείται μάλιστα, ότι δεν φροντίζουμε για το εσωτερικό της ψυχής και γράφει:

«Η σημερινή κατάστασις των πολλών περιωρίσθη εις ένα τύπον εξωτερικόν. Πέραν τούτου δεν υπάρχει φροντίδα και μέριμνα διά το εσωτερικόν της ψυχής, όπου συνίσταται το παν· όπου ενώνεται ο υλικός με τον άυλον, ο άνθρωπος με τον Θεόν, κατά το εγχωρούν εις την χωματώδη μας φύσιν. Τούτο είναι το πολύ ωραίον και το πάνυ καλόν. Άλλα πάντες το αποφεύγομεν. Πάντες τα νώτα στρέφομεν. Καθότι απαιτείται αγών».

Εις τον αγώνα αυτόν του ανθρώπου, για να υπάρξουν τα ανάλογα αποτελέσματα, πρέπει να συνεργήσει η χάρις του Θεού και η προαίρεση του ανθρώπου: «θα λυώση ως κηρός ο παλαιός άνθρωπος. Και όπως ο σίδηρος, όταν εμβαίνη εις την φωτιά, ξεκολλάει και πέφτει η σκουριά, όπου έχει επάνω, έτσι γίνεται και εις τον άνθρωπον. Έρχεται κατ’ ολίγον η χάρις και μόλις πλη­σίαση εις τον άνθρωπον αναλύει ως κηρός. Και δεν γνωρίζει εις αυτήν την στιγμήν ο άνθρωπος τον εαυτόν του, ενώ όλος είναι πολυόμματος νους και διαυγέστατος. Όμως εις αυτήν την υπερφυή ενέργειαν δεν ημπο­ρεί να ξεχωρίση τον εαυτόν του, διότι ενούται με τον Θεόν. Και τότε πίπτει η σκουριά. Αφαιρείται η σφραγίδα. Αποθνήσκει ο παλαιός άνθρωπος. Αφαιρείται το μητρικόν αίμα. Ανακαινούται το φύραμα.

Και δεν αλλάζει κατά το σώμα ο άνθρωπος, αλλά τα φυσικά προτερήματα και χαρίσματα του ανθρώπου, αυτά φωτίζει, ενδυναμοί και ανακαινίζει η χάρις. Και ζωογονείται ο πάλαι Αδάμ, ο πλασθείς κατ’ εικόνα Θεού».

Όποιος αξιωθή να ιδή την άβυσσον των πταισμά­των της ψυχής του θρηνεί από το φρικτόν αυτό θέαμα. Εκ της οράσεως της καταστάσεως αυτής προέρχεται η μετάνοια, η επίγνωσις του εαυτού μας, η αληθινή ταπείνωσις και ο φόβος του Θεού. Όλα αυτά είναι δωρήματα της Χάριτος του Θεού.

Εφ’ όσον δεν υπάρχει η επίγνωσις του αμαρτωλού εαυτού μας θεραπεία δεν υπάρχει. Από την στιγμήν όμως που ο νους γίνεται θεωρός αυτού του σκότους της ψυχής αρχίζει να λειτουργή η ταπείνωσις και μαραίνεται η ρίζα της αμαρτίας, δηλαδή η υπερηφάνεια.

Η υπερηφάνεια είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Βάσις και θεμέλιο, κατά τους αγίους Πατέρας, της πνευματικής ζωής είναι η υπακοή, διότι αυτή χαρίζει την ταπεινοφροσύνη. Είναι αδύνατον χωρίς υπακοή η ψυχή να απαλλαγή από τα πάθη της οιήσεως, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας.

Η μετάνοια είναι ανεκτίμητο δώρο για τον άνθρωπο. Είναι το καλύτερο φάρμακο για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου.

Ο Γέρων Ιωσήφ είναι πρακτικότατος διδάσκαλος, βιαστής και απαράμιλλος συνεχιστής όλης αυτής της Νηπτικής παραδόσεως, της κρυπτής εργασίας που επιτελεί ο νους εγκλειόμενος  στην ψυχή. Να πως ερμηνεύει αυτή την κατάσταση της ψυχής και του νου. «Ο νους είναι ο οικονόμος της ψυχής, όπου κουβαλά τροφήν – ό,τι τον δώσης εσύ. Λοιπόν όταν έχη ειρήνην και τον δίδεις ό,τι καλόν θέλει, αυτός τα κατεβάζει εις την καρδίαν. Πρώτον καθαρίζει αυτός από όσας προλήψεις κατείχετο εις τον κόσμον. Ξεθολώνει από του βίου τες μέριμνες και λέγοντας την νοεράν προσευχήν τελείως παύει ο μετεωρισμός. Και τότε καταλαμβάνεις ότι εκαθαρίσθη. Διότι πλέον δεν κινείται εις τα ακάθαρτα και πονηρά, όπου είδεν ή ήκουσεν εις τον κόσμον.

Μετά αυτός διά της ευχής, εισερχόμενης και εξερχομένης στην καρδία, καθαρίζει δρόμο και εκβάλλει κάθε πικρία, αισχρότητα, ακαθαρσία από αυτήν. Στήνει πόλεμο ο νους προς τα πάθη και τους δαίμονες, που εγείρουν αυτά, που τόσα έτη φώλιαζαν  σε αυτή και κανείς δεν τους ήξερε ούτε  τους έβλεπε.

Τώρα όμως που ο νους έλαβε καθαρότητα -την αρχαία στολή του- τους βλέπει και ως κύων γαυγίζει, υλακτεί, μάχεται μετ’ αυτών ως κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικού μέρους».

Είναι μεγάλη αλήθεια αυτό το οποίο μας αποκαλύπτει ο Γέρων Ιωσήφ. Ο νους κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικοί μέρους της ψυχής. Αυτή η προσοχή, η νηπτική ικανότητα του νου, χαρίζει σε αυτόν μεγάλη απλότητα και καθαρότητα. Ο νους γυμνός από κάθε νόημα. Αφού είναι ελεύθερος από κάθε λογισμό, τότε και η θεία χάρις επαναπαύεται, για να έλθει να σκηνώσει σε αυτόν, διότι τίποτε δεν υπάρχει ευάρεστο στο Θεό, όσον ο καθαρός λογισμός.

Ο Γέρων Ιωσήφ με πολλή σαφήνεια περιγράφει πως ο νους με την ευχή καθαρίζει τη ψυχή από τις συγκαταθέσεις των εμπαθών λογισμών: «Κρατών ως όπλον το όνομα Ιησούς μαστίζει τους πολεμίους, άχρις ότου τους βγάλη όλους απ’ έξω, τριγύρω στο περικάρδιον· και υλακτούσιν και αυτοί ως άγριοι κύνες. Ο δε νους αρχίζει να καθαρίζη την βρώμαν και όλην την ακαθαρσίαν, όπου είχον μολύνει οι δαίμονες με τας συγκαταθέσεις όπου είχομεν κάμει εις ό,τι κακόν και εφάμαρτον… Και όλο αγωνίζεται να ρίχνη έξω τες βρώμες, όπου αυτοί διαρκώς ρίχνουν μέσα. Έπειτα ως οικονόμος φέρει τροφάς αρμόζουσας προς φωτισμόν και υγείαν ψυχής».

Και συνεχίζει τη θαυμάσια διδασκαλία του: «Εις όλα αυτά συνεργεί η χάρις η καθαρτική. Σκεπάζεται ο αγωνιζόμενος ως υπό σκιάν υπό την σκέπην της υπακοής. Φρουρείται υπό την χάριν αυτού, όπου ανέλαβε την ψυχήν του ενώπιον του Θεού. Και ολίγον-ολίγον γίνεται αλλοίωσις του Υψίστου. Και αφού εν ολίγοις διωχθώσιν τελείως έξω οι δαίμονες, καθαρισθή δε έσωθεν η καρδία, παύει ο μολυσμός.

Ενθρονίζεται ο νους ως Βασιλεύς επί την καρδίαν και χαίρει ως νυμφίος επί νύμφη εν τω θαλάμω. Άγει χαράν αγίαν, ειρηνικήν, άμωμον. Λέγει την ευχήν χωρίς κόπον».

Κυριότερο έργο επομένως για την υγεία της ψυχής μας δεν είναι άλλο από την άσκηση της νοεράς προσευχής. Λέγοντας την ευχή, το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δημιουργούνται μέσα στη ψυχή μας άλλες καταστάσεις. Διότι, όταν παραμένει πολύ χρόνο μέσα στη ψυχή μας το ένδοξο Όνομα του Ιησού Χριστού, προκαλεί θερμότητα σε αυτή και ανέκφραστη χαρά και αγάπη. Και πώς να μη χαίρεται η ψυχή, αφού βρήκε το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο είναι το γλυκύτατο Όνομα του Κυρίου Ιησού Χρίστου!

 

(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος – Αποσπάσματα)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ζημιά που προξενεί ο μετεωρισμός κατά τη διδασκαλία του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού.

 


Ο Γέρων Ιωσήφ χρησιμοποιούσε κάθε νύκτα τον χρόνο της προσευχής του, ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής του. Προσηύχετο προφορικά με απλά λόγια και, όταν δεν εύρισκε τον ανάλογο καρπό, έκλεινε το νου στην καρδία. Όταν η θεία χάρις λειτουργούσε δυνατά μέσα στη ψυχή του, τότε ο νους του φλεγόμενος από την θεία αγάπη αρπαζόταν σε θεωρία. Όταν όμως γινόταν μετεωρισμός, χρησιμοποιούσε τον εγκλεισμό του νου. Σημειώνει χαρακτηριστικά «και, ει μεν ενεργήση η χάρις, ευθύς ανοίγεται θύρα και φθάνει εις την πύλην του ουρανού, και ως στύλος η φλόγα πυρός αναβαίνει η προσευχή, και αυτήν την στιγμήν γίνεται η αλλοίωσις. Ει δε και δεν συμβάλλη η χάρις, αλλά γίνεται σκορπισμός του νοός, τότε τον κλείει εις την καρδίαν κυκλοφερώς, και ως εν φωλεά ησυχάζει και δεν μετεωρίζεται —ωσάν η καρδία να επέχη τόπον κλεισούρας και φυλακής του νοός».

Ήταν ακόμη δόκιμος μοναχός όταν έλαβε από την Παναγία το χάρισμα της νοεράς προσευχής. Τα δαιμόνια επετίθεντο επάνω του με μανία, αυτός δε χρησιμοποιούσε ως ασπίδα και ισχυρό δόρυ το κραταιό Όνομα του Ιησού Χριστού και τους έδιωχνε . Ἐκλειε το νου του, έρριπτε προς αυτούς τα φλογερά της ευχής βέλη και κατέκαιε τα στίφη των δαιμόνων. Γράφει διά τον εαυτόν του: «Εγώ είδα εκείνον τον αδελφόν, όπου, όταν ήταν νέος, 28-30 ετών, έξι ώρας κατέβαζε τον νουν του εις την καρδίαν και δεν τον εσυγχώρει να βγή έξω, από τας εννέα το απόγευμα έως τρεις την νύκτα -είχε ωρολόγι, όπου εκτυπούσε τις ώρες- και εγένετο μούσκεμα στον ιδρώτα».

Ποιός να μην θαυμάσει την ανδρεία αυτού του ασκητού, που με τη βοήθεια της Παναγίας και του Κυρίου πολεμούσε εναντίον των δαιμόνων;

Ποιός να μην επαινέσει αυτή την υπομονή και επιμονή που επεδείκνυε  στη προσευχή;

Ποιός πάλι δεν θα ωφεληθεί πνευματικά, όταν παρακολουθεί αυτήν την ασκητική διαγωγή;

Η πείρα και τα παλαίσματα των ασκητών είναι κληρονομιά όλης της Εκκλησίας. Η οσμή των ασκητικών αγώνων είναι μια θαυμάσια ευωδία που θεραπεύει τις ψυχές μας και φωτίζει το νου μας, για να αποδιώκει το σκότος των παθών και να πορεύεται μετά βεβαιότητος στην ευθείαν οδόν των εντολών του Θεού.

Ποιός μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος, όταν ακούει αυτό το ασκητικό πολεμικό διάγγελμα: «Έκτοτε ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ημέραν και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι! Μήτε ώραν να ησυ­χάσω. Επίσης και εγώ είχον μανίαν εις αυτούς. Εξ ώρας καθήμενος εις την προσευχήν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ίδρωτας έτρεχεν ωσάν βρύσι. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος αγρυπνία».

Θέλετε να παρακολουθήσετε και την πολεμική συμπλοκή μετά των δαιμόνων; Ας ακούσουμε την καταπληκτική αυτή σύγκρουση όπως την διηγείται ο ίδιος: «Λοιπόν μίαν νύκτα, καθώς ηυχόμην, ήλθον πά­λιν εις θεωρίαν και ηρπάγη ο νους μου εις ένα κάμπον και ήσαν κατά τάξιν -κατά σειράν- μοναχοί συνταγμένοι προς μάχην. Και ένας στρατηγός ήλθε πλησίον μου και μου λέγει: Θέλεις να εισέλθης να πολεμήσης εις την πρώτην γραμμήν; Και εγώ τόυ απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να μονομαχήσω με τους αν­τίκρυ αιθίοπας, όπου ήσαν κατέναντι ωρμόμενοι και πυρ πνέοντες ωσάν άγριοι σκύλοι, όπου μόνον η θεω­ρία τους σου επροξένει τον φόβον. Αλλ’ εις εμένα δεν ήταν φόβος διότι είχον τόσην μανίαν, όπου με τα δόντια μου να τους σχίσω.

Είναι δε αληθές ότι και ως κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής. Τότε λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τας γραμμάς, όπου ήταν η πληθύς των πατέρων. Και αφού διήλθομεν τρεις ή τέσαρας γραμμάς συνταγματικώς με έφερεν εις την πρώτην γραμμήν, όπου ήσαν ένας ή δύο ακόμη κατά πρόσωπον των αγρίων δαιμόνων. Αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν και εγώ έπνεον πυρ και μανίαν κατεναντίον τους. Και με άφησε εκεί αφού είπε: Όποιος επιθυμεί να πολεμήση ανδρείως με αυτούς, εγώ δεν τον εμποδίζω, αλλά βοη­θώ.

Αυτός είναι ο Γέρων Ιωσήφ ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ο οποίος με την βοήθεια του Χριστού πολεμεί  στην πρώτη γραμμή  και αποδιώκει τας φάλαγγας των δαιμόνων. Αυτός, όπως βεβαιώνει ο ίδιος, εισήλθε σε όλα τα καταφύγια του διαβόλου και τον κατατρόπωσε : «Καγώ δε επ’ αληθείας σας λέγω ότι εισήλθον εις όλα τα καταφύγια του εχθρού και σκληρώς μονομαχήσας εξήλθον διά της χάριτος»

Όταν ο Γέροντας ευρισκόταν εις τον Μ. Βασίλειον, δοκίμασε ένα είδος απολύτου εγκλεισμού και τον υπηρετούσε ο π. Αρσένιος. Κάποτε, σε μια εορτή, ο π. Αρσένιος πήγε σε μια γειτονική καλύβη διά να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Ο Γέροντας Ιωσήφ ησύχαζε μόνος του  στο κελλί του. «Όλο το βράδυ εκείνο, μας έλεγε, είχα έμμονο λογισμό ότι ενώ οι άλλοι πατέρες θα κοινωνήσουν εγώ δεν είμαι άξιος αυτής της Χάρι­τος για τις αμαρτίες μου.

Σε κάποια στιγμή, εκεί που καθόμουν και κρατούσα όσο μπορούσα την ευχή, σταμάτησα και συγκέντρωσα τις σκέψεις μου. Δούλευε μέσα μου ο ίδιος λογισμός και ένοιωθα έντονη επιθυμία για τον Άρτον της Ζωής. Άρχισα σαν μοιρολόι, με παράπονο την ευχούλα, που μάλλον αυτομεμψία ήταν, όταν αισθάνθη­κα μια παρουσία.

Άνοιξα τα μάτια μου, γιατί μολονότι πάντοτε έμενα στα σκοτεινά, συνήθιζα να έχω και τα μάτια μου κλειστά. Βλέπω λοιπόν μπροστά μου έναν ολόφωτο Άγγελο, όπως τους περιγράφει η Εκκλησία μας, που γέμισε τον τόπο φως, φως του άλλου κόσμου. Κρατούσε στο χέρι του ένα κομψότατο και φωτεινό σκεύος, που το χωρούσε η παλάμη του. Το άνοιξε με προσοχή, με πλησίασε όσο έπρεπε και με πολλή ευλάβεια και προσοχή μου έδωσε στο στόμα μου μερίδα του Δεσποτικού Σώματος.

Μετά, με κοίταξε με ένα σεμνό μειδίαμα, έκλεισε το σκεύος και έφυγε από την στέγη προς το μέρος που ήταν και πριν. Όλη την ημέρα εκείνη ο νους μου ήταν αιχμαλωτισμένος σε αυτή την θεωρία, η καρδιά μου γέμισε από αγάπη στον Χριστόν μας και δεν θυμόμουν τίποτε άλλο επίγειο».

Ποιά ήταν η πηγή από την οποίαν αντλούσε την χάριν και την δύναμιν, για να πολεμά τόσο γενναία με τα φοβερά δαιμόνια;

Ήταν ο αυστηρός εγκλεισμός του νου, διά του όποιου απομάκρυνε κάθε λογισμό εμπαθή. Απέκτησε από αυτό το άθλημα την οσιότητα και καθαρότητα της ψυχής, η οποία του έδιδε αυτό το θάρρος και τη δύναμη να μάχεται με τα δαιμόνια.

Αυτός ο απόλυτος εγκλεισμός του χάρισε ακόμη και πολλή αγάπη προς τον Χριστόν και την Παναγία μας και τον αξίωσε να τον κοινωνήσει ο Άγγελος του Δεσποτικού Σώματος του Χριστού.

 

Συμπεράσματα

  1. Για να μη μετεωρίζεται ο νους χρειάζεται να εγκλείεται μέσα  στη ψυχή και να παραμένει εκεί με νίψη και προσευχή. Το Όνομα του Ιησού Χριστού, επαναλαμβανόμενο νοερά, δίδει τη δυνατότητα και την πνευματική άνεση  στο νου, να παραμένει  στη ψυχή και να μην αποπηδά να εξέλθει εξ αυτής.
  2. Χρειάζεται εκτός από την νίψη και την προσευχή και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που θα σκεπάζει τον νου. Ευρισκόμενος ο νους υπό την φωτεινή νεφέλη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δεν μετεωρίζεται. Γίνεται επομένως συνεργασία της Θείας Χάριτος και της θελήσεως του ανθρώπου.
  3. Η χαρά, η ειρήνη και η αγάπη που αποκτά η ψυχή από την ενέργεια της ευχής ή μάλλον να πούμε καλύτερα, από τη Ζωοποιό χάριν του Αγίου Πνεύματος, κάνει τον νου να μη θέλει να αποσπασθεί από την ωραιότατη αυτή φυσική ένωση της ψυχής και του νου.
  4. Ο εγκλεισμός και κάθε είδος προσευχής είναι μέσα για να φθάσει και να ενωθεί η ψυχή με τον Θεό Πατέρα της. Όταν η ψυχή ζει εν Θεώ, δεν έχει καμία ανάγκη, δεν αισθάνεται καμία έλλειψη. Θέλει να παραμένει συνέχεια με τον Θεό Πατέρα και δημιουργό της. Αυτό είναι και η πραγματική θεολογία.

 

(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος)

 

Πειρασμοί και πνευματικός νόμος κατά τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή.

Το σύνθημα του αειμνήστου Γέροντος που εφάρμοζε διαρκώς ήταν το «δος αίμα, και λάβε Πνεύμα» των Πατέρων. Τολμηρός και ανδρείος όπως ήταν από την φύση του, δεν άφηνε περιθώρια ερωτηματικών ή αμφιβολίας στη ζωή του. Στον άριστο όμως αυτό συνδυασμό συνετέλεσε και η θερμή πίστη του, με θετικά πάντοτε αποτελέσματα. Αποφασιστικότητα, τόλμη και η προς τον Θεό πίστη -το μόνο που απαιτείται από την λογική φύση- είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ελευθερίας του ανθρώπου που εκδηλώνουν τη θέλησή του.

Αυτά προκαλούν και φέρνουν την θεία ενέργεια, που θεραπεύει τα ασθενή και συμπληρώνει τις ελλείψεις. Με την βοήθεια του Θεού και με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε ο Γέροντας δεν έκρινε τίποτε ως αδύνατο. Εκείνοι όμως που δεν μπορούσαν να φθά¬σουν στην κατάσταση αυτή, τον παρεξηγούσαν ως ελλειπή ή υπερβολικό. Σε κάθε πρόβλημα που φαινόταν δύσκολο ή περίπλοκο, ο Γέροντας είχε έτοιμη την απάντηση- «πού είναι ο Θεός;». Αυτό σήμαινε γι’ αυτόν ότι οπωσδήποτε θα το λύσει ο Θεός. Η στάση αυτή, που ήταν βασική αρχή του στηριζόταν όχι μόνο στη βαθύτερη πίστη -αυτήν που σύμφωνα με τους Πατέρες λέγεται “πίστη της θεωρίας”- αλλά και στην κηδεμονία του πνευματικού νόμου, απ’ όπου εξαρτούσε τα πάντα σε όλη τη ζωή του. Οτιδήποτε συνέβαινε, το έκρινε με βάση τον πνευματικό νόμο.

Ιδιαίτερα όμως σκεπτόταν έτσι για τα δικά μας προσωπικά θέματα που μας απασχολούσαν. Στην αρχή της παραμονής μας κοντά του κάναμε συχνότερες επισκέψεις για συμβουλές και παρακολούθηση. Φυσικά, είτε του λέγαμε είτε δεν του λέγαμε τα θέματα που μας απασχολούσαν, εκείνος μας ερμήνευε με λεπτομέρεια το νόημα των γεγονότων. Άρχιζε από τα αποτελέσματα και ανέλυε με την σειρά αυτά που προηγήθηκαν ως και αυτήν την προσβολή. Ερμήνευε το από πού, γιατί και πόσο, με τέτοια ακρίβεια, ώστε μέναμε κατάπληκτοι από την θέση που είχε μέσα του «ο νόμος του πνεύματος της ζωής».

Κάποτε που κάναμε ένα λάθος (πόσα δεν δημιουργεί η απειρία!) μου έβαλε κανόνα να κάνω τον άσκοπο κόπο μιας μεγάλης οδοιπορίας. Επειδή γνώριζα ότι τίποτε δεν κάνει χωρίς λόγο, δεν πρόβαλα ερωτηματικά, αλλά μου είπε μόνος του· «αν δεν προκαλέσουμε μαζί με την μετάνοια και μία ανάλογη φιλοπονία, δεν ικανοποιούμε την κρίση του πνευματικού νόμου και ενδέχεται να μας έλθει πειρασμός με άγνωστη εξέλιξη». Μπορώ να πω ότι ο πνευματικός νόμος ήταν η βάση και το κριτήριο σε όλα τα πράγματα και σε όλες τις κινήσεις μας και στις γενικές και μερικές υποθέσεις μας. Ο αββάς Μάρκος λέει· «γνώσις αληθής υπάρχει η των θλιβερών υπομονή· και το μη αιτιάσθαι τους ανθρώπους επί ταις εαυτού συμφοραίς». Ο Γέροντας συνήθιζε επίσης να αναφέρεται συχνά στην σημασία των πειρασμών. Τους έβλεπε ως περιεκτικό σύνολο των ποικίλων δεινών με τα οποία δοκιμάζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα και ως γεγονότα που απασχολούν τα επί μέρους άτομα.

Έχοντας ως βάση τον πνευματικό νόμο, δεχόταν τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις της περιεκτικής προνοίας του Θεού ως όργανα κατάλληλα για την διόρθωση των ανθρώπων και τα ονόμαζε πειρασμούς. Αν και γνώριζε σε βάθος την σημασία της ωφέλειας από αυτούς και επαναλάμβανε το πατερικό απόφθεγμα «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» και το «ανένδεκτον του μη ελθείν» αυτούς, λεπτολογούσε με ακρίβεια τα αίτια και τις αφορμές που τους προκαλούν και μας δίδασκε να τους αποφεύγουμε, όσο είναι δυνατόν. Το κέντρο της εμπειρίας του βρισκόταν στο διπλό καθήκον, όπως το ονόμαζε: από την μία πλευρά στη συνετή αντιμετώπιση των αιτίων και αφορμών, ώστε να προλαμβάνονται, και από την άλλη -όσες φορές συμβαίνουν- να αντιμετωπίζονται γενναία με πίστη και ελπίδα για την ωφέλεια που επακολουθεί. «Οι απροσδοκήτως συμβαί¬νοντες ημίν πειρασμοί, οικονομικώς ημάς φιλοπόνους διδάσκουσιν είναι, και μη βουλομένους εις μετάνοιαν έλκουσιν». Και πάλιν «αι επερχόμεναι θλί¬ψεις τοις ανθρώποις, των ίδιων κακών εισίν έκγονα». Με αυτά μας υπενθύμιζε ο αείμνηστος τον καθηγητή του πνευματικού νόμου, όπως τον καλούσε, τον αββά Μάρκο τον Ασκητή.

Στο πρακτικό μέρος της εν Χριστώ ζωής κρύβεται το περιπλοκότερο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής. Δύο τιτάνιες έλξεις, που συνδέονται με τον άνθρωπο, προκαλούν την πελώρια και αδιάσπαστη διελκυστίνδα με κέντρο τον άνθρωπο, τον οποίο σύρουν με μανία η κάθε μία προς το μέρος της για να τον κατακτήσουν. Δύο αγάπες, που στέκονται η μία αντίθετη στην άλλη και είναι στραμμένες προς τους δύο πόλους, αποτελούν το κίνητρο των δύο έλξεων: η προς τον Θεό αγάπη και η αγάπη αυτού του κόσμου. Το θύμα, ο άνθρωπος, δεν είναι πάντοτε σε θέση να διακρίνει ενσυνείδητα τις προτιμήσεις του, και γι’ αυτό προκύπτουν οι εκ των υστέρων μεταβολές. Τα μέσα, οι αφορμές και οι αιτίες, που προκαλούν την αφύπνιση στους περιπλεγμένους ανθρώπους σε αυτές τις έλξεις, λέγονται πειρασμοί. Να τους περιγράψουμε; «Εξαριθμήσομαι αυτούς, λέει ο Ψαλμωδός, και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται». Κάτι όμως, έστω και ελάχιστο, πρέπει να αναφέρουμε από τις εμπειρίες του Γέροντος, που είχε την δύναμη να αναλύει τους πειρασμούς με εξαιρετικά λεπτή διάκριση.

Γενικά θεωρούσε «πάντα πειρασμόν επωφελή» αλλά περισσότερη βαρύτητα απέδιδε στην ερμηνεία των ειδικών πειρασμών της αμελείας και της οιήσεως, τους οποίους αποκαλούσε συντριπτικούς. Ο Θεός ασφαλώς θέλει και καλεί όλους να Τον ακολουθήσουν, αλλά δεν δέχονται όλοι την κλήση Του. Πάντως όσοι δέχθηκαν αυτή την κλήση δοκιμάζονται σκληρά, σε βαθμό που Εκείνος ορίζει και ανάλογα με την γνώση που τους χάρισε. Η αρνητική πλευρά, που επιβουλεύεται τους θεόκλητους, είναι η αγάπη του κόσμου τούτου, του «εν τω πονηρώ κειμένου». Αυτή με δόλιο και υποκριτικό τρόπο καταφέρνει μερικούς να απατήσει και στους υπολοίπους, που δεν πείθονται στην απάτη, επιχειρεί με ανοιχτή και απροκάλυπτη βία να στραγγαλίσει την προαίρεση τους. Η αμείλικτη πίεση των “αλλοιώσεων” του κά¬κιστου αυτού γείτονά μας δεν αφήνει αμετάβλητη την καλή πρόθεση και αρχή. Είναι πολλοί και γνωστοί με λεπτομέρεια από τους Πατέρες μας οι λόγοι που προκαλούν τις αλλοιώσεις. Αυτοί είναι είτε φυσικοί, που προκαλούνται από τις αδιάβλητες ανάγκες μας, είτε επίκτητοι, που προκαλούνται από τα πάθη και τους δαίμονες. Αλλά, είτε προέρχονται από την μία αίτια είτε από την άλλη, η ουσία είναι ότι επιβουλεύονται την προαίρεσή μας. Σε αυτή την αδιάκοπη διελκυστίνδα εδρεύουν συνεχώς οι πειρασμοί. Κανείς, από όσους πλέουν το πολυκύμαντο αυτό πέλαγος του βίου δεν μένει ανέπαφος από την πάλη με αυτούς. Η απειρία, η άγνοια, η αδυναμία, η βαρύτητα της πήλινης σάρκας, το κακό παρελθόν, τα πάθη, οι συνήθειες, και πάνω από όλα αυτά ο διάβολος, αλλοιώνουν και διακόπτουν την ορθή πρόθεση και μεταβάλλουν τον καλό σκοπό. «Ο εν τοις μέλεσιν ημών νόμος της αμαρτίας» που είναι «η εκ νεότητος εγκειμένη επί τα πονηρά διάνοια ημών» χαλαρώνει την καλή πορεία, που χάραξαν η κλήση από τον Θεό και η ευγένεια της προθέσεως. Δεν μένει τώρα άλλο μέσο για αφύπνιση και προώθηση, παρά οι συμβατικές επιφορές, που είναι και λέγονται πειρασμοί.

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου-Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1 )

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers