Πάσχα στο Κοιμητήριο

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα

Μπήκε στο σπίτι αργά το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης κατάκοπος και σκεφτικός. Ακούμπησε την τσάντα στον καναπέ και έριξε μια βιαστική ματιά τριγύρω. Τα δυο αγόρια ήταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Ήταν τόσο απορροφημένοι από το LOL, που δεν κατάλαβαν ότι κάποιος στεκόταν πίσω τους.

Πήγε στην κουζίνα. Στην πόρτα του ψυγείου υπήρχε ένα post it. «Είμαι στο κομμωτήριο. Βάλε να φας». Τα post it ήταν η τελευταία μορφή επικοινωνίας στα είκοσι χρόνια του γάμου τους.

Άνοιξε το φούρνο μικροκυμάτων. Διέκρινε ένα πιάτο με καλαμαράκια και πιλάφι. Τον ξανάκλεισε. Δεν είχε φάει, αλλά δεν πεινούσε.

Ανόρεχτα κάθισε στον καναπέ. Άνοιξε την τηλεόραση. Το ίδιο κι απαράλλαχτο πρόγραμμα όπως πέρυσι και πρόπερσι. Τα πάθη α λα Τζεφιρέλι, νηστίσιμες λιχουδιές από τον Άκη, συνταγές για vegan από το master chef, ανακατεμένες με ίντριγκες και αγωνία για το ποιος θα είναι τελικά ο νικητής … Η απόλυτη ψευδαίσθηση ότι ζεις Μεγαλοβδομάδα.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τον έπιανε μια νοσταλγία για όλα όσα έζησε ως παιδί. Η περίοδος της Σαρακοστής, η Μεγαλοβδομάδα και το Πάσχα ήταν από τις πιο δυνατές αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας. Θυμάται πως ήταν μια σταλιά παιδάκι, δεν ήξερε καν να διαβάζει, αλλά καταλάβαινε πότε έμπαινε η Σαρακοστή. Ο πατέρας στη βραδινή προσευχή τους έβαζε να ψάλλουνε το «Κύριε των δυνάμεων». Μετά έμπαινε η Μεγαλοβδομάδα, πηγαίνανε κάθε βράδυ στην εκκλησία και περιμένανε τη μεγάλη μέρα της Λαμπρής. Όλα ήταν όμορφα εκείνη τη μέρα: η Λειτουργία αποβραδίς κι ας τον έπαιρνε καμιά φορά ο ύπνος στο στασίδι, η γιορτινή ατμόσφαιρα, το Λαμπριάτικο τραπέζι. Το πιο γλυκό και νοσταλγικό όμως, ήταν το κλείσιμο της γιορτής στο σπίτι.

Έτρωγαν νωρίς και μετά πηγαίνανε όλοι μαζί στα εικονίσματα, κάνανε την προσευχή και ετοιμάζονταν για τα κρεβάτια. Η μάνα τότε τους έλεγε μια πασχαλινή ιστορία, με το φως του καντηλιού. Την έλεγε μόνο μια φορά το χρόνο, το βράδυ του Πάσχα. Κάθε χρόνο την ίδια. Την είχε ακούσει τόσες φορές που την είχε μάθει απέξω. Ποτέ όμως, δεν την είχε βαρεθεί. Ήθελε να την ακούει ξανά και ξανά.

«Στο νησί που γεννήθηκα, σε ένα από τα Μαστιχοχώρια, ζούσε ένας άνθρωπος του Θεού, ο παπα Γιάννης με την παπαδιά την Αμαλία και τα εφτά παιδιά τους. Όλα ευλογημένα. Ένα όμως ξεχώριζε: ο Αλέξανδρος. Προικισμένος από το Θεό με πολλά χαρίσματα, είχε καταφέρει να ξεχωρίζει από τα παιδιά της ηλικίας του. Πήγε νωρίτερα από την κανονική ηλικία στο Δημοτικό και κατάφερε όχι μόνο να το τελειώσει, αλλά και να αριστεύσει. Ύστερα ακολούθησαν οι Γυμνασιακές σπουδές. Παντού και πάντα πρώτος. Όχι μόνο στα μαθήματα. Είχε μια έμφυτη κλήση στη δημοσιογραφία και στην ποίηση. Έβγαλε δικό του περιοδικό όταν ήταν μόλις 15 χρόνων. Και έγραφε όμορφα ποιήματα … Άλλοτε με το ψευδώνυμο Πέτασος κι άλλοτε με το Λαμπρινός. Αργότερα υπέγραφε με το όνομα Βερίτης που θα πει αληθινός. Γιατί ο Αλέξανδρος ήταν αληθινό παιδί του Θεού. Και στη χαρά και στη λύπη. Που τον επισκέφθηκε πρόωρα, όταν δέκα χρονών παιδάκι έπεσε στο κρεβάτι με ψηλό πυρετό και του άφησε μόνιμο πρόβλημα στην καρδούλα του.

Τι κι αν κουβαλούσε όμως, από τότε μια ασθενική καρδούλα; Μέσα της είχε φωλιάσει ο ίδιος ο Θεός που του έδινε τόση δύναμη, ώστε να μην μπορούν να καταλάβουν οι γύρω του πως το παλικάρι με το αστείρευτο χιούμορ είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Ο Αλέξανδρος ήταν παιδί του Θεού. Φτιαγμένο να αφιερωθεί στο Θεό. Και Του δόθηκε ολοκληρωτικά, με όλη του την ψυχή. Μέχρι τα ξημερώματα, ανήμερα της Αγίας Ειρήνης, στις 5 Μαΐου του 1948, τρεις μέρες μετά τη Λαμπρή, όταν νικημένος από την πάθησή του, πήγε να συναντήσει Εκείνον για τον οποίο είχε γράψει τα πιο όμορφα ποιήματά του… Ήταν μόλις 33 χρόνων.»

Κι όταν τέλειωνε η ιστορία, η μάνα τους τραγουδούσε ένα ποίημα που είχε γράψει ο Αλέξανδρος για το Πάσχα. Με την όμορφη γλυκιά φωνή της. Ήταν λυπητερό τραγούδι, γιατί διηγόταν έναν θάνατο τις μέρες του Πάσχα. Κι όμως, τελείωνε με μια ελπίδα. Όμορφο και παράξενο τραγούδι!

Φέτος θα είναι το πρώτο Πάσχα χωρίς τη μάνα του. Δεν περίμενε να το πάρει τόσο βαριά το φευγιό της. Κι ας ήταν 87 ετών. Κι ας το περίμεναν. Κι ας το εύχονταν κατά βάθος, όταν πια ο καρκίνος είχε προσβάλλει όλα τα ζωτικά όργανα και την έκανε όχι μόνο να μη μπορεί να κινηθεί, μα ούτε να πλαγιάσει κανονικά στο κρεββάτι, αφού κοβόταν η αναπνοή της … Δεν άντεχε να τη βλέπει κι ας ήταν τόσο γαλήνια μέχρι την τελευταία στιγμή, τότε που είπε «Δόξα Σοι ο Θεός» και ξεψύχησε …

Ήταν καλά διαβασμένος για την ψυχολογία του πένθους, ήξερε και για τα πέντε στάδια, αλλά άλλο να τα ξέρεις θεωρητικά κι άλλο να κλαις σαν μικρό παιδί τα βράδια κρυφά από τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου.

Βυθισμένος στις σκέψεις του δεν κατάλαβε ότι είχε αρχίσει η ακολουθία των Παθών στην τηλεόραση. Στο πλάνο ήταν ένας δεσπότης που διάβαζε έναν ψαλμό. Με μιας του αιχμαλώτισε την προσοχή. Κι απόμεινε ώρα πολλή, ακουμπισμένος στον καναπέ να παρακολουθεί την ακολουθία και τον δεσπότη που ’χε μια ήρεμη φυσιογνωμία και ένα βλέμμα που κάποιες στιγμές νόμιζε πως από την οθόνη της τηλεόρασης έφτανε ως τα τρίσβαθα της καρδιάς του …

Η ώρα πέρασε, η ακολουθία έφτανε στο τέλος της κι ο δεσπότης είπε δυο λόγια. Απλά, λιτά μα … τόσο αληθινά. Κλείνοντας είπε «σας περιμένω όλους τη Μ. Παρασκευή να σας δώσω μια λαμπάδα από αγνό κερί, να την κρατείστε την Ανάσταση».

Περίμενε πώς και πώς τη Μεγάλη Παρασκευή. Όχι βέβαια, για να πάρει τη λαμπάδα – δώρο του δεσπότη. Αλλά για να τον ξαναδεί και να τον ξανακούσει. Αυτή τη φορά live. Έπρεπε όμως, να παρακάμψει τη συνήθεια της οικογένειας να πηγαίνουν από τη Μ. Πέμπτη στο εξοχικό των κουμπάρων τους στο Λουτράκι. Εδώ βρέθηκε ανέλπιστος σύμμαχος ο Διευθυντής στη δουλειά. Σε ένα meetingυπενθύμισε πως οι μέρες της αργίας του Πάσχα δεν ισχύουν για τους καθολικούς. Ήταν επομένως αναγκαίο να παραμείνει κάποιος τις ημέρες του Πάσχα στην Τράπεζα, προκειμένου να κάνει συναλλαγές με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Προς μεγάλη ανακούφιση των συναδέλφων δέχθηκε εκείνος να παραμείνει στην πρωτεύουσα.

Ξημέρωσε η Μ. Παρασκευή. Η γυναίκα του με τα παιδιά είχαν φύγει για το Λουτράκι. Τώρα ήταν μόνος στο σπίτι. Μόνος με τις αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια. Και με τις ενοχές για το τι θα μπορούσε να κάνει και δεν έκανε στη μάνα του.

Νωρίς το απόγευμα ξεκίνησε να βρει την εκκλησία όπου θα ήταν ο δεσπότης που είχε ακούσει στην τηλεόραση. Έφτασε λίγο πριν αρχίσει η ακολουθία. Δίπλα του έκατσε ένα νέο παιδί ίσαμε είκοσι χρονών. Με μοντέρνο ντύσιμο και όμορφη όψη. Έβγαλε από την τσέπη ένα βιβλιαράκι. Τότε θυμήθηκε πως κι η μάνα έδινε στον καθένα τους από ένα βιβλιαράκι της Σύνοψης κάθε φορά που πήγαιναν στην εκκλησία τη Μεγαλοβδομάδα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του μπουφάν. Έβγαλε το κινητό. Ενεργοποίησε τα δεδομένα και γκούγκλαρε «Μεγάλη Παρασκευή». Μετά από μερικών λεπτών περιπλάνηση, βρήκε την ακολουθία που έψαχνε και την κατέβασε. Τώρα μπορούσε να παρακολουθεί κι αυτός τα όμορφα και κατανυκτικά τροπάρια. Μια – μια διάβαζε τις λέξεις της ακολουθίας κι ο νους του έκανε ατέλειωτα ταξίδια. Στην παιδική ηλικία από τη μια και στα χρόνια του Χριστού από την άλλη.

Πέρασε η ώρα. Η ακολουθία έφτασε στο τέλος της. Ο δεσπότης συνεπής στην υπόσχεσή του, μοίρασε με τα χέρια του στον καθένα μια λαμπάδα από αγνό κερί που μοσχομύριζε . «Σας τις δίνω με την υπόσχεση να τις ανάψετε το βράδυ της Ανάστασης και να τις κρατήσετε μέχρι το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας. Φέτος ας μη γυρίσουμε τα νώτα μας στον Αναστημένο Χριστό. Είμαστε καλεσμένοι Του στο μεγάλο τραπέζι. Τότε είναι το μεγάλο γλέντι. Μεγαλύτερο από την ώρα που λέμε το Χριστός Ανέστη».

Δεν το σκέφτηκε καθόλου. Ξαναπήγε στην ίδια εκκλησία, το βράδυ της Ανάστασης κι έκατσε ως το τέλος … Με τη λαμπάδα του δεσπότη στο χέρι. Και με την εικόνα της μάνας στο μυαλό.

Πόσο θα ’θελε να γυρνούσε ο χρόνος πίσω και να την έβλεπε ζωντανή μόνο για δέκα λεπτά. Μετρημένα με το ρολόι. Μόνο δέκα λεπτά! Για να της πει «κοίτα μάνα, εγώ ξαναπάω εκκλησία!». Και κείνη να του τραγουδήσει εκείνο το τραγουδάκι μιας άλλης εποχής, το πασχαλινό που έγραψε το παλικάρι από τη Χίο, ο Αλέξανδρος, που έφυγε από τη ζωή τις μέρες του Πάσχα. Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπορούσε ούτε τους στίχους να θυμηθεί ούτε τη μουσική.  Είχε ψάξει πολλές φορές να το βρει στο ίντερνετ, αλλά όταν πληκτρολογούσε «Αλέξανδρος ποίημα Πάσχα», έβγαιναν  σελίδες με κείμενα του Παπαδιαμάντη. Νευρίασε με το ίντερνετ, νευρίασε και με τον εαυτό του …

Η Αναστάσιμη Λειτουργία τελείωσε. «Εμείς θα τα πούμε αύριο το πρωί στα Κοιμητήρια», είπε  ο δεσπότης πριν το τέλος. «Το πρόγραμμα έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης, το ξαναλέω όμως …». Με κόπο συγκρατήθηκε για να μην βγάλει επιφώνημα μέσα στην εκκλησία. Ο δεσπότης θα ερχόταν στο Κοιμητήριο όπου αναπαυόταν η μάνα του στις 12 το μεσημέρι. Για να ψάλλει αναστάσιμο τρισάγιο ! Αυτό κι αν ήταν έκπληξη !

Γύρισε στο σπίτι, μα από τη χαρά του δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Και το πρωί σηκώθηκε πριν από το ξυπνητήρι με τη λαχτάρα ενός μικρού παιδιού που περιμένει κάτι πολύ – πολύ μεγάλο!

Στις εντεκάμιση ακριβώς πάρκαρε έξω από το Κοιμητήριο. Μπήκε μέσα. Σιγά – σιγά άρχιζαν να φτάνουν κι άλλοι. Από μακριά ακούγονταν εύθυμα τραγούδια που ανακατεύονταν με την τσίκνα του ψημένου κρέατος από τα γύρω σπίτια.  Στις 12 παρά 5 έφτασε κι ο Δεσπότης. Με τη χαρά της Ανάστασης ολοφάνερη στο πρόσωπό του. Πίσω του ένας διάκος με ένα πανέρι γεμάτο κόκκινα αβγά. Άρχισε το τρισάγιο. Στην αρχή κάποιοι ήταν μουδιασμένοι. Ύστερα άρχισαν να ψάλλουν όλοι το «Χριστός Ανέστη». Με την ελπίδα της αντάμωσης με τους αγαπημένους τους, που κείτονταν μερικά μέτρα πιο κει μέσα στο χώμα … Όλοι! Κι η μαυροφορεμένη μάνα που έχασε το παλικάρι της σε τροχαίο πριν από δυο βδομάδες. Κι ο σύζυγος που συνόδευσε την αγαπημένη του εδώ, στο κοιμητήριο αμέσως μετά τον τοκετό … Και ο έφηβος που έχασε το μητρικό χάδι, λίγο πριν δώσει Πανελλήνιες … Όλοι! Πρωτόγνωρες εικόνες. Πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Ένας – ένας  φίλησαν το χέρι του δεσπότη, πήραν το κόκκινο αβγό και το φυλλάδιο με το αναστάσιμο μήνυμα και σκόρπισαν. Λίγο πριν φύγει, πέρασε από το μνήμα της μάνας. Ακούμπησε το κόκκινο αβγό πάνω στο κρύο μάρμαρο και έτσι στα ξαφνικά, χωρίς να συμβεί κάτι, του ’ρθε στο νου η γνώριμη φωνή της να τραγουδά γλυκά:

Πού τραβάς ανθοπέταλο
τη ζωή σου να σβήσεις;
Πάω να φέρω την άνοιξη
σε μια χώρα άλλης ζήσης.

Οι δυο μαυροφορεμένες γυναίκες που είχαν μείνει τελευταίες δεν παραξενεύτηκαν καθόλου σαν είδαν τον υψηλόβαθμο chief dealer της Τράπεζας να κλαίει μπροστά στο ψηλό μνήμα. Να κλαίει και να σιγοτραγουδά. Δεν του μίλησαν. «Τις ώρες του μεγάλου πόνου είναι προτιμότερη η σιωπή» σκέφτηκαν.

Τώρα είχε μείνει ολομόναχος στο Κοιμητήριο. «Μάνα, Χριστός ανέστη, καλή αντάμωση» της είπε πριν φύγει κι εκείνος. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπρος τη μηχανή, όταν θυμήθηκε ότι είχε κλείσει τα δεδομένα από χθες το βράδυ! Και δεν είχε πάρει report για τις τελευταίες εξελίξεις.

Ο γνώριμος ήχος των ειδοποιήσεων τον έκανε να κλείσει τη μηχανή και να ανοίξει τα μηνύματα. Ήταν ο συνάδελφος από το Χονγκ Κονγκ. Αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί, του πληκτρολόγησε «Χριστός Ανέστη!».

Η απάντηση ήρθε αμέσως. «I don’t understand Greek !!!!!»

Γέλασε!

«Εσύ χάνεις!» του απάντησε στα ελληνικά και … έκλεισε το κινητό.

Έβαλε ξανά εμπρός και έστριψε δεξιά για τη Λεωφόρο Ανθούσας. Μπήκε στην Αττική οδό και σχεδόν αμέσως σταμάτησε στα διόδια. Η υπάλληλος του είπε τυπικά «χρόνια πολλά» και όταν πήγε να του δώσει τα ρέστα, τον έκοψε ότι ήταν στο … αλλού και του είπε με νόημα «Να είστε προσεκτικός, σήμερα είναι εντατικοί οι έλεγχοι … και τα αλκοτέστ»

Την κοίταξε. «Χριστός Ανέστη!» της είπε και ξεκίνησε. Έπιασε μεσαία λωρίδα, έκλεισε τα τζάμια και άρχισε να τραγουδά δυνατά

Μη με κλαις. Σ’ άλλα χώματα
τον Απρίλη θα φέρω,
θα σκορπίσω το μήνυμα
μιας αλήθειας που ξέρω.

Νύχτα – νύχτα το μήνυμα
το τρανό θα κηρύξω
του Χριστού την Ανάσταση
στους νεκρούς που θα σμίξω.

Κρ. Π.

ΠΗΓΗ.ΑΜΦΟΤΕΡΟΔΕΞΙΟΣ