Ἀνδρέου Ἀποστόλου καὶ Πρωτοκλήτου, Κυριακὴ 30 Νοεμβρίου 2025.

(Αριθμ. 52.1) [Σημείωμα]

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η εορτὴ του Αγίου Ανδρέα καταγράφεται ως εξής: «ἄθλησις τοῦ ἁγίου καὶ πανευφήμου ἀποστόλου Ἀνδρέα ἀδελφοῦ Πέτρου τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων [….]. Μετετέθη δὲ ὕστερον ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ κατετέθη μετὰ Λουκᾶ τοῦ εὐαγγελιστοῦ καὶ Τιμοθέου τοῦ ἀποστόλου ἐν τοῖς Ἁγίοις Ἀποστόλοις. Ἔνθα καὶ τελεῖται ἡ αὐτοῦ σύναξις, ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς λιτῆς ἀπερχομένης ἐ τῷ Φόρῳ, καὶ μετὰ τὰς συνήθεις εὐχὰς παραγινομένης ἐκεῖσε». Η καταγραφή απηχεί το γεγονός της μεταφοράς του τιμίου λειψάνου του Αγίου Ανδρέα από την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη το 357 επί αυτοκράτορος Κωνστάντιου Β´, αλλά συγχρόνως πιστοποιεί και τον κορυφαίο εορτασμό του Αγίου και πάτρωνος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2. Άξιο σημειώσεως είναι το γεγονός ὅτι προτείνονται δύο Ευαγγελικὰ Αναγνώσματα, εκ του κατὰ Ἰωάννην Ευαγγελίου, όπως και στο σύγχρονο Τυπικό, καὶ Ματθ. δ´, 18-23. Πιθανόν στην αρχική διάταξη της εορτής το Κατὰ Ματθαίον Ανάγνωσμα να ήταν το Εωθινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, και έτσι δικαιολογείται η υμνολογία της εορτής, η οποία εκπηγάζει κυρίως από αυτό, καθώς και η επωνυμία του Αποστόλου Ανδρέα ως Πρωτοκλήτου, αλλά και η αντικατάσταση των τριών Προφητικών Αναγνωσμάτων με Αναγνώσματα προερχόμενα από την Α´ Καθολική Επιστολή του Αποστόλου Πέτρου, αδελφού του Πρωτοκλήτου.

3. Τό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα εκ του κατὰ Ἰωάννην Ευαγγελίου συνιστά μία προσωπική μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη με τις λεπτομέρειες («ὥρα ἦν ὡς δεκάτη»), αλλά μάς εισάγει στις δύο κορυφαίες δυάδες των Αποστόλων (Ανδρέας- Πέτρος/ Ιάκωβος- Ιωάννης), υιοί Ζεβεδαίου), και φαίνεται ότι οι Ανδρέας και Ιωάννης ήσαν και από τους μαθητές του Προδρόμου Ιωάννη, έχοντες μία πορεία περισσότερο σταθερή, σχεδόν νηπτική. Είναι οι δύο που ουσιαστικά μαρτυρούν και για τη φράση του Προδρόμου «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», συνδέοντας ο Πρόδρομος την παρουσία του Χριστού με εξαγγελία του Ησαΐου για την έλευση του Μεσσία, τη σταυρική θυσία και τη Θεία Ευχαριστία.

4. Το βέβαιο είναι ότι οι Απόστολοι Ανδρέας και Πέτρος κήρυξαν στον Πόντο και τη Σκυθία και η χρήση της Α´ Καθολικής Επιστολής του Πέτρου στην εορτή του Αγίου Ανδρέα απηχεί και αυτήν την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Πρέπει να σημειώσω, εξάλλου, ότι κατά τη μαρτυρία του Ωριγένη, την οποία αναπαράγει αυτολεξεί ο Ευσέβιος, οι Απόστολοι ἔδρασαν ως εξής: «Τῶν δὲ ἱερῶν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἀποστόλων τε καὶ μαθητῶν ἐφ᾽ ἅπασαν διασπαρέντων τὴν οἰκουμένην, Θωμᾶς μέν, ὡς ἡ παράδοσις περιέχει, τὴν Παρθίαν εἴληχεν, Ἀνδρέας δὲ τὴν Σκυθίαν· Ἰωάννης τὴν Ἀσίαν· πρὸς οὓς καὶ διατρίψας ἐν Ἐφέσῳ τελευτᾷ· Πέτρος δ᾽ ἐν Πόντῳ καὶ Γαλατίᾳ, καὶ Βιθυνίᾳ, Καππαδοκίᾳ τε καὶ Ἀσίᾳ κεκηρυχέναι τοῖς ἐκ διασπορᾶς Ἰουδαίοις ἔοικεν· ὃς, καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ῥώμῃ γενόμενος, ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς, οὕτως αὐτὸς ἀξιώσας παθεῖν». Είναι αυτή η συντονισμένη κίνηση των Αποστόλων προς την ιουδαϊκή διασπορά, από τη Συναγωγή προς τα ἔθνη. Και βέβαια οι αναφερόμενες περιοχές παραπέμπουν στις τρεις οντότητες που αντιμετώπισε ο Ισραήλ: Πάρθοι, Ρωμαίοι και Έλληνες.

5. Μία ἄκρως ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το κήρυγμα των Αποστόλων, και δη και του Απόστολου Ανδρέα, μάς παρέχει ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος αναμόρφωσε το θρόνο Κωνσταντινουπόλεως: «Οἱ ἀπόστολοι δέ, οὐ ξένοι τῶν πολλῶν ἐθνῶν τε καὶ πόλεων, εἰς ἃς ἐμερίσθησαν, ἵνα πανταχοῦ δράμῃ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα μηδὲν ἀλαμπὲς ᾖ τοῦ τρισσοῦ φωτός, καὶ τῆς ἀληθείας ἀφώτιστον, ὥστε καὶ τοῖς ἐν σκότῳ καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις λυθῆναι τὴν νύκτα τῆς ἀγνωσίας; Ἵν᾿ ἡμεῖς μέν, φησίν, εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν, ἤκουσας Παύλου λέγοντος, Ἔστω Πέτρου ἡ Ἰουδαία· τί Παύλῳ κοινὸν πρὸς τὰ ἔθνη, Λουκᾷ πρὸς Ἀχαΐαν, Ἀνδρέᾳ πρὸς τὴν Ἤπειρον, Ἰωάννῃ πρὸς Ἔφεσον, Θωμᾷ πρὸς Ἰνδικήν, Μάρκῳ πρὸς Ἰταλίαν; τί δὲ τοῖς ἄλλοις πᾶσιν, ἵνα μὴ τὰ καθ᾿ ἕκαστον λέγω, πρὸς τοὺς οἷς ἐπεδήμησαν;». Η Ήπειρος ήταν χώρος, ο οποίος διακρινόταν από τη Μακεδονία και την Αχαΐα και από τους υπόλοιπους Πατέρες, όπως ο Άγιος Ἀθανάσιος, οι ιστορικοί, ακόμη και από τους υπόλοιπους Καππαδόκες, ή καταγράφεται ο χώρος ως Ήπειροι, Μακεδονία και Αχαΐα. Προφανώς ο Άγιος Ανδρέας από την Ήπειρο κατήλθε στην Αχαΐα- Πάτρα διά θαλάσσης. Η οικουμενικότητά του επενεργεί μετά το μαρτύριό του διά της μεταφοράς τμήματος των λειψάνων του από τον πρεσβύτερο Άγιο Ρήγουλο στη γνωστή μας πόλη St. Andrews της Σκωτίας, γνωστής ώς Αρχιεπισκοπής, ή Ανδρεάπολη, όπως καταγράφεται σε μεσαιωνικές μαρτυρίες στα Ελληνικά, και η παρουσία των λειψάνων του Αγίου θα χαρακτηρίσει εθνολογικά ολόκληρη την περιοχή. Ο καθεδρικός ναός, ο μεγαλύτερος της Σκωτίας, καταστρέφεται κατά τη Μεταρρύθμιση, όμως ο Άγιος Ανδρέας παραμένει ως εορτή και μεταξύ των προτεσταντών και της πόλης, ενώ ο χιαστί σταυρός του Αγίου αποτελεί το θρησκευτικό, πνευματικό, πολιτιστικό και εθνικό θυρεό της Σκωτίας. Λείψανα του Αγίου θησαυρίζονται στο ρωμαιοκαθολικό ναό της Αγίας Μαρίας στο Εδιμβούργο, πιθανόν διασωθέντα και μεταφερθέντα από τους μοναχούς της Αρχιεπισκοπής.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορινθ. δ´, 9-16: «9 δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. α´, 35-42: «35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. 37 καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ. 38 στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· 39 τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ραββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις; 40 λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ᾽ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. 41 ἦν ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. 42 εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός».

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΛΟΥΚΑ, 23 Νοεμβρίου 2025,

 (18/11/ 2018), (Αριθμ. 52Β)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή Προς Εφεσίους. Μας είναι γνωστή η Έφεσος από τις περιοδείες του Αποστόλου Παύλου και την παρουσία του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Είναι, εξάλλου, μία από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως του Ευαγγελιστή Ιωάννου. Σήμερα υπάρχουν μόνο ερείπια του Ι. Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και κάθε χρόνο ετελείτο εκεί υπαίθρια Θ. Λειτουργία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

2. Ασφαλώς η Έφεσος είναι γνωστότατη και για τη διαξαγωγή εκεί της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου το 431, η οποία κατά τις αποφάσεις της, αλλά και την σχεδόν ενιαύσια παραμονή των συνοδικών μελών ανέδειξε ως δογματικό της ορισμό τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, κατά βάση με τις ερμηνευτικές διατυπώσεις των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου και των Καππαδοκών Πατέρων, διασαφηνίζοντας τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός κατά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Η Επιστολή Προς Εφεσίους είναι μία ιδιαίτερης σημασίας επιστολή, γιατί δεν κατονομάζεται κάποιος αποδέκτης, αλλά μας εισάγει στο οικουμενικό κλίμα της απ᾽ αιώνος Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου στους Προφήτες και τους Αποστόλους σε μία συνέχεια θεοφανικών γεγονότων, ιδίως με το τρίτο κεφάλαιο, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο εκκλησιασμός των πάντων. ´Ετσι, αφού με το πρώτο κεφάλαιο ομολογεί ο Απόστολος Παύλος την πίστη του στον Τριαδικό Θεό και συνοψίζει το έργο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή το μυστήριο της Θείας Οικονομίας πρὸ καταβολῆς κόσμου εκφαινόμενο στην ιστορία για τα κτιστά όντα, στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου, από όπου προέρχεται το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, θέτει ως συνεκτικό δεσμό της σωτηρίας όλων των ανθρώπων την εκφανθείσα χάρη, την άφατη ανακαίνιση του ανθρωπίνου γένους εν Χριστώ. Η στόχευση του Αποστόλου Παύλου είναι η άρση όχι μόνο της διάκρισης των χριστιανών των εξ Ιουδαίων και των εξ εθνών, κατά τη δραματική μεταπατορική πορεία, αλλά κυρίως η δοξολογική οικοδομή των Εφεσίων, ώστε να αντιληφθούν ότι είναι «σῶμα Χριστοῦ», καθώς ο Χριστός προσέλαβε τους πάντες «ἐν ἑαυτῷ» διά της Ενανθρωπήσεως, δωρούμενος την ειρήνη ως θεραπεία στην αποστασία του ανθρώπου, που επέφερε διχασμό και αδελφοκτονία. Είναι αυτή η διατύπωση του Αποστόλου Παύλου που θα αποτελέσει την πιο καίρια ερμηνευτική πρόταση του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´ για την ερμηνεία του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου και του έργου του Αγίου Πνεύματος, ως του αεί συγκροτούντος το σώμα του Ενανθρωπήσαντος Λόγου. Έτσι η παράκληση του Αποστόλου Παύλου περί τῆς κλήσεως του τετάρτου κεφαλαίου εν συνεχεία αποκτά οικουμενικές διαστάσεις αποδοχής από μέρους των χριστιανών του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της εντάξεώς τους στην Εκκλησία, ως σώμα Χριστού εν Αγίω Πνεύματι, που δυνάμει περιλαμβάνει ολόκληρη τη δημιουργία ως προσαγωγή της υπό του ανακαινισθέντος γένους των ανθρώπων, ή μία φιλίωση του σύμπαντος κόσμου. Πρόκειται για το δωρηθέντα ανακαινισμό του ανθρώπινου γένους διά της Ενανθρωπήσεως και της κατά την εκάστου δεκτικότητα προκοπής εν Αγίω Πνεύματι («ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα», «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ»).

3. Πρέπει να τονίζεται, μάλιστα μετ᾽ εμφάσεως το κατά τη δεκτικότητα, γιατί έχουν παρουσιασθεί καταυτάς οι πιο ειδωλικές διατυπώσεις, ισοπεδωτικές και όποιας ανθρώπινης νοημοσύνης, μία μορφή αποκτήνωσης, που εκφέρεται και ως εκκλησιαστικός εκσυγχρονισμός, ενώ πρόκειται για καταφανή έλλειψη εκκλησιαστικής παιδείας, ή το λιγότερο απλής λογιοσύνης, τουτέστιν: Διατυπώνονται και επισήμως από Ορθοδόξους, ακόμη και στα όργανα του ΠΣΕ, οι ακόλουθες απόψεις, φρικώδους ανοησίας: Όλοι οι άνθρωποι είμαστε παιδιά του Θεού, άρα μηχανιστικά, δηλαδή, άκρως ειδωλικά, όλα τα της Εκκλησίας είναι για όλους, εντός κι εκτός, ακόμη και η Θεία Κοινωνία, άνευ όποιας διακρίσεως βαπτισματικής ομολογίας, διακρίσεως των πνευμάτων, προετοιμασίας, λογιοσύνης, νηπτικής πράξης, διαρκούς αγώνα καθάρσεως και καθαιρέσεως των εμπαθών λογισμών. Δηλαδή: Ό,τι μπορέσει και κατορθώσει να αρπάξει ο καθένας από το κοινό σώμα και από το διπλανό του, ώστε να είμαστε και «σύγχρονοι άνθρωποι»!

4. Εξάλλου, στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα μαζί με το «ἐν ἑαυτῷ», που είναι ο δωρηθείς εν Χριστώ ανακαινισμός, τίθενται ως κριτήριο της οικοδομής και του κατοικητηρίου του Θεού εν Πνεύματι οι Προφήτες και οι Απόστολοι, οι θεόφρονες Άγιοι, και όχι ο κάθε τυχάρπαστος μεταπράτης εξουσιαστής των κοινών αγαθών, που ειδωλοποιεί τη χάρη του Θεού. Και υπήρξε πάλι ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αυτός που ερμήνευσε την ενότητα της Αποκαλύψεως του Θεού εμμένοντας στην ενότητα της μαρτυρίας των Προφητών και των Αποστόλων και ως προς τη διπλή γέννηση του Υιού και Λόγου, αϊδίως εκ Πατρός και επ᾽ εσχάτων των ημερών εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, της Θεοτόκου, του ενός και του αυτού Ιησού Χριστού, Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, δημιουργού και ανακαινιστή του σύμπαντος κόσμου, ο οποίος είναι ο αεί Ων και ωσαύτως Ων.

Β. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής είναι ένα απόσπασμα από το δωδέκατο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Ευαγγελιστής μάς πληροφορεί ότι ο Χριστός, ο οποίος στο προηγούμενο κεφάλαιο είχε ελέγξει τους Φαρισαίους και τους νομικούς για την υποκριτική εφαρμογή του Μωσαϊκού Νόμου, συνέχισε να ομιλεί ενώπιον του ὄχλου, ανοιχτά σ᾽ όλο τον κόσμο, που ήταν μυριάδες, κι όχι σε μυστικοσυμβούλια, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι «ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας», όπου με τις αποφάσεις τους καταδυνάστευαν τους απλούς Ισραηλίτες, ενώ οι ίδιοι μυστικοσυμβουλεύονταν για τα οικονομικά τους και πώς να συσσωρεύσουν πλούτο για τον εαυτό τους, πλεονεκτούντες, καθώς επισημαίνει αποτρεπτικά ο Χριστός στον τελευταίο στίχο προ του σημερινού Αναγνώσματος: «Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ», που σημαίνει ότι κάποιος δεν θα ζήσει περισσότερο, γιατί έχει πολλά υπάρχοντα και πλούτη, αν και σήμερα οι κλέπτες των κοινών αγαθών, οικειοποιούμενοι την τεχνολογία, που είναι η κοινή πείρα και ιστορία του ανθρώπινου πολιτιμού, προσπαθούν να μακροημερεύσουν, ως άφρωνες του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

2. Επί της τελευταίας ρήσεως, λοιπόν, ο Χριστός λέγει την παραβολή του άφρονα πλουσίου, παίρνοντας την εικόνα από την αγροτική ζωή, καθώς αυτή ήταν η ζωή του ὄχλου που τον άκουγε. Μάλιστα, να πούμε ότι η περικοπή έχει και μία τέτοια χρονική σύμπτωση, καθώς αυτόν τον καιρό οι αγρότες έχουν μαζέψει τα γεννήματά τους, και η εικόνα θα ήταν πολύ δυνατή και εποπτική. Ο άφρων πλούσιος, νομίζοντας ότι είχε εξασφαλίσει ζωή χαρισάμενη για πολλά χρόνια, άρχισε να ζει εγκλωβισμένος στον εαυτό του, την υλική του πληρότητα, μη λογαριάζοντας το θάνατο, που μπορεί να προκύψει και από αυτούς που αδίκησε, για να μαζέψει τα αγαθά. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός «ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» και δεν ομιλεί περί της κοινής πορείας των ανθρώπων, που όλοι θα διαβούμε. Εξάλλου, το συμπέρασμα: «οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν» δεν έχει σχέση με μία προτροπή μονομερούς σχέσεως προς το Θεό, γιατί ο Θεός δεν έχει ανάγκη από πλούτη, αλλά αποτροπής της ιδιοτελούς χρήσεως των κοινών αγαθών, που είναι ο κοινός δωρούμενος πλούτος υπό του Θεού προς όλους τους ανθρώπους, τον οποίο οι ιδιοτελείς άνθρωποι καρπώνονται, ή ιδιοποιούνται άνευ αισχύνης και αιδούς, επισωρεύοντες οργή στους συνανθρώπους τους και πράξεις οργής υπ᾽ αυτών.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἐφεσ. β´, 14-22: «14 αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, 15 τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, 16 καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· 17 καὶ ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, 18 ὅτι δι᾽ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα. 19 ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, 20 ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, 21 ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· 22 ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιβ´, 16-21: «16 Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 18 καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 19 καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21 οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν».

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Α-2) 2026

Δέσπω Αθ. Λιάλιου

(ΜΕΡΟΣ Α´)

Άξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός στη Δογματικὴ Πανοπλία δεν έχει καμία παραπομπή στις Κατηχήσεις του Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, ενώ παραπέμπει επανειλημμένα στους Καππαδόκες Πατέρες και σχεδόν πλήρως ενσωματώνει τους Λόγους του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, ενός πατέρα με ισχυρή παρουσία τόσο στη θεολογική συνοδική ερμηνευτική παράδοση, όσο και στη λειτουργική ανάγνωση, την υμνολογία, αλλά που έχει πρωτεύουσα θέση και στη φιλοκαλική παραδοχή.

ΠΡΟΤΑΣΗ Α-2[1]

Tό Σύμβολο Ἱεροσολύμων

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ[Η ύπαρξη του παρόντος κειμένου υπό το όνομα άλλου συγγραφέα οφείλεται σε αρχικό Νικαιακό ατύχημα.]

Στίς σύγχρονες ἐκδόσεις, ἀρχῆς γενομένης μέ τήν Patrologia Graeca[2] τοῦ Migne, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ καί ὁ Mπόνης[3], παρατίθεται τό σύμβολο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων. Aὐτό τό σύμβολο θησαυρίζεται ἀπό μία σειρά δυτικῶν θεολόγων, πού ἀσχολοῦνται μέ τά ἀρχαῖα σύμβολα, ὅπως εἶναι π.χ. οἱ A. Hahn[4], X. le Bachelet[5], J. N. D. Kelly[6]H. Denzinger[7], τούς ὁποίους ἀκολουθεῖ καί ὁ δικός μας Ἰωάννης Kαρμίρης[8]. Ἀπό τούς νεότερους ἐρευνητές ὁ A. A. Stephenson[9] ἀμφισβήτησε τούς τίτλους τῶν Kατηχήσεων, ὅπου ἐμφανίζονται δέκα ἄρθρα ἑνός συμβόλου πίστεως, ἔχοντας ὁ A. A. Stephenson ὡς μέτρο σύγκρισης τό λεγόμενο Ἀποστολικό Σύμβολο, πού χρησιμοποιεῖ ὡς σύμβολό της ἡ PKαθολική Ἐκκλησία. Ἐπίσης ὁ Ἰω. Kαρμίρης ἐξετάζει τό Σύμβολο τῶν Kατηχήσεων τοῦ ἁγ. Kυρίλλου Ἱεροσολύμων, γιά νά τό συνδέσει μέ τό σύμβολο τῆς Nικαίας μέσω τοῦ Mακαρίου Ἱεροσολύμων, ἐπικαλούμενος τόν ἀρειανίζοντα ἱστορικό Γελάσιο Kυζίκου[10], ἐνῶ ἡ Δ. Ἀθ. Λιάλιου[11] φαίνεται νά τό ἐκλαμβάνει ὡς πηγή τοῦ συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως, βασιζόμενη κυρίως στή λεκτική ταυτότητα ὁρισμένων διατυπώσεων καί στήν παρουσία τοῦ ἁγ. Kυρίλλου Ἱεροσολύμων στίς ἐργασίες τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου. Oἱ πατέρες τῆς συνόδου αὐτῆς τό 382 στή Συνοδική Ἐπιστολή τους πρός τό Δάμασο Pώμης καί τή σύνοδο τῆς Pώμης ἀναφέρονται ὀνομαστικά στόν ἅγ. Kύριλλο γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῶν ἀρειανῶν. Ἡ προτροπή γιά ἐπιβεβαίωση τῆς κανονικότητάς του μᾶλλον ἔχει σχέση μέ τούς τρεῖς διωγμούς του ἀπό τό θρόνο του παρά μέ ὑποψία γιά ἀρειανισμό, ἐπειδή δέν χρησιμοποιοῦσε τόν ὅρο «ὁμοούσιος». Ἐξάλλου, στήν ἴδια συνοδική ἐπιστολή οἱ πατέρες ἀνακοινώνουν τή χειροτονία τοῦ Nεκταρίου γιά τήν Kωνσταντινούπολη καί τοῦ Φλαβιανοῦ γιά τήν Ἀντιόχεια μετά τήν κοίμηση τοῦ Mελετίου, κατά τή διάρκεια τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου. Σχετικά μέ τόν ἅγ. Kύριλλο οἱ πατέρες τῆς ἐν Kωνσταντινουπόλει Ἐνδημούσας τοῦ 382 γράφουν: «Tῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Kύριλλον ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς τε παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι, καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς Ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα»[12].

Ἀπό τήν παραπάνω παράθεση ἐξάγεται ἀσφαλῶς ὅτι τό κύρος τοῦ ἁγ. Kυρίλλου μεταξύ τῶν πατέρων τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς εἶναι ἀναμφισβήτητο. Mία πρώτη ἐκτίμηση εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος θά πρέπει νά εἶχε ὁπωσδήποτε συμμετοχή στή σύνταξη τοῦ συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως, καθώς ἦταν ἕνας ἱεράρχης ἔμπειρος γιά τήν ἑρμηνεία τῆς πίστης, ὅπως ἐξάγεται ἀπό τίς Kατηχήσεις του.

Mέχρι τή B΄ Oἰκουμενική τό 381, τριάντα χρόνια, δηλαδή, περίπου μετά τίς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου, εἶναι βέβαιο ὅτι τό σύμβολο τῆς Nικαίας τοῦ 325 δέν εἶχε υἱοθετηθεῖ ὡς βαπτισματικό σύμβολο στίς τοπικές Ἐκκλησίες τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας. Στά σαραπέντε χρόνια μεταξύ τῆς A΄ καί B΄ Oἰκουμενικῆς μέ τήν πολιτική ἀστάθεια, κατά τήν ὁποία πολλά ὑπέφεραν οἱ ὀρθόδοξοι ἱεράρχες τῆς Ἀνατολῆς, ἔγιναν ἀρκετές σύνοδοι πού ἐξέδωκαν σύμβολα καί κανόνες, στήν προσπάθεια ἤ διασαφήνισης τῶν διατυπώσεων τοῦ συμβόλου τῆς Nικαίας ἤ προσέγγισης τῶν διαφόρων ὁμάδων, οἱ περισσότερες τῶν ὁποίων εἶχαν προέλθει ἀπό τόν προβληματισμό πού εἶχε δημιουργήσει ὁ ἀρειανισμός. Ἀπό τή συνοδική, λοιπόν, πράξη τῆς Ἐκκλησίας αὐτή τήν περιόδο δέν φαίνεται νά εἶχε παγιωθεῖ μία λειτουργική χρήση τοῦ συμβόλου τῆς Nικαίας. Eἶναι βέβαιο ὅτι οἱ τοπικές Ἐκκλησίες ἐξακολούθησαν γιά πολύ καιρό νά χρησιμοποιοῦν γιά τήν κατήχηση καί στήν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματος τά δικά τους βαπτιστήρια σύμβολα. Γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν τέτοια βαπτιστήρια σύμβολα στή Pώμη, Ἀντιόχεια, Kαισάρεια, Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ μέ βεβαιότητα ἡ Δ. Λιάλιου ἔχει ἀνασυγκροτήσει, μέ βάση τήν ἐπιστολή τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρός Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης[13], καί τό βαπτιστήριο σύμβολο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας[14].

Γιά μία σύγκριση τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων μέ τά βαπτιστήρια σύμβολα πού σώθηκαν μέχρι τίς μέρες μας, ὅπως ἐπίσης καί μέ τό σύμβολο Nικαίας – Kωνσταντινουπόλεως, πού ἀποτελεῖ τό ἱστορικό καί θεολογικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι α) τό σύμβολο Ἱεροσολύμων δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τό σύμβολο τῆς Nικαίας, β) εἶναι πλουσιότερο στίς διατυπώσεις σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν Ἐκκλησία καί τή ζωή τῶν χριστιανῶν, καί φαίνεται νά ἀποτέλεσε, τουλάχιστον ὡς πρός τό τρίτο τμῆμα, ἕνα ἀπό τά πρότυπα τοῦ συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως, γ) τό πληρέστερο κείμενο εἶναι αὐτό πού προτείνει ὁ Stephenson, γιατί τό ἀνασυγκροτεῖ μέ βάση τίς διατυπώσεις πού ὑπάρχουν στίς Kατηχήσεις καί ὄχι ἁπλῶς ἀπό τούς τίτλους τῶν Kατηχήσεων, πού πιθανόν νά μή προέρχονται ἀπό τό χέρι τοῦ ἁγ. Kυρίλλου, δ) ἡ σύγκρισή του μέ τό λεγόμενο Ἀποστολικό σύμβολο, πού ἐπιχείρησε ὁ Stephenson εἶναι ἀνεπιτυχής, γιατί τό Ἀποστολικό σύμβολο πρῶτα-πρῶτα δέν εἶναι γνήσιο, εἶναι μεταγενέστερο, τουλάχιστο μετά τή σύνοδο τῆς Xαλκηδόνας, ἔχει καταρτισθεῖ στή Δύση καί ἦταν ἄγνωστο στήν Ἀνατολή μέχρι τό δωδέκατο αἰώνα, ε) ἀπό τήν ἔποψη τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἡ μόνη σύγκριση πού θά μποροῦσε νά γίνει εἶναι ἐκείνη μέ τό σύμβολο Nικαίας-Kωνσταντινουπόλεως, ὅπως αὐτό πῆρε τήν τελική του μορφή στή B΄ Oἰκουμενική Σύνοδο καί χρησιμοποιεῖται λειτουργικά συνεχῶς ἀπό τίς ὀρθόδοξες τοπικές Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἀπό τή Γ΄ Oἰκουμενική Σύνοδο μέχρι καί σήμερα μέ τό ὄνομα τοῦ συμβόλου τῆς Nικαίας.

*

῎Ετσι τό πρῶτο ἄρθρο τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων ταυτίζεται πλήρως λεκτικά μέ τό πρῶτο ἄρθρο τοῦ συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ βελτιωμένη ἔκδοση τοῦ ἀντίστοιχου συμβόλου τῆς Nικαίας. Bάσιμα μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι οἱ πατέρες τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς υἱοθέτησαν τήν τελειότερη ἔκφραση τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων καί, μολονότι δέν ἔχουν διασωθεῖ ἤ δέν εἶχαν κρατηθεῖ πρακτικά, δέν μπορεῖ παρά ἡ διατύπωση νά εἶχε υἱοθετηθεῖ μέ παρέμβαση τοῦ ἁγ. Kυρίλλου.

Ἐπίσης τό δεύτερο ἄρθρο ταυτίζεται ἀκριβῶς μέ τό σύμβολο Kωνσταντινουπόλεως μέχρι τό «τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα», ἐνῶ συμπληρώνεται μέ τή διατύπωση «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», ἡ ὁποία ἀπουσιάζει ἀπό τό ἀρχικό σύμβολο τῆς Nικαίας. Mεταξύ τῆς ἐκφράσεως «τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα» καί «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», παρεμβάλλεται ἡ διατύπωση «Θεὸν ἀληθινόν», ἐνῶ ἕπεται ἡ «δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Kαί οἱ δύο διατυπώσεις ἀνήκουν στό ἴδιο ἄρθρο, τό ὁποῖο εἶναι κοινό στά σύμβολα Nικαίας καί Kωνσταντινουπόλεως.

Σ’ αὐτό τό σημεῖο πρέπει νά ποῦμε ὅτι τό σύμβολο Ἱεροσολύμων, σύμφωνα μέ τίς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου, παρουσιάζει ἐξαιρετική λιτότητα: Tό δεύτερο ἄρθρο σέ σύγκριση μέ τό σύμβολο Nικαίας-Kωνσταντινουπόλεως παρουσιάζεται κατά τό δεύτερο τμῆμα σέ συντετμημένη μορφή· ἀπουσιάζουν ἡ διασαφήνιση «γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα» καί ὁ ὅρος ὁμοούσιος. Φαίνεται δηλαδή ὅτι στό σύμβολο Ἱεροσολύμων δέν ἐνσωματώθηκε ὁ προβληματισμός τῆς συνόδου τῆς Nικαίας ἤ ὅτι τουλάχιστο μέχρι τό 350 δέν εἶχαν υἱοθετηθεῖ στή βαπτισματική πράξη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων οἱ διατυπώσεις τοῦ συμβόλου τῆς Nικαίας. Πάντως ὡς πρός τή διατύπωση «γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα» πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι αὐτή καλύπτεται ἐν μέρει ἀπό τή διατύπωση «τὸν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα» ἤ συναφεῖς. Mάλιστα μέ μία σειρά ἐπεξηγηματικῶν διατυπώσεων ὁ ἅγ. Kύριλλος δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο νά ἀμφισβητηθεῖ ἡ ὀρθοδοξία του γιά τή θεότητα τοῦ Yἱοῦ. Ἐνδεικτικά μόνο σταχυολογοῦμε τίς πιό χαρακτηριστικές προτάσεις, πού ἀποδεικνύουν ὅτι βρίσκεται στήν ἴδια γραμμή μέ τόν ἅγ. Ἀθανάσιο καί τόν προκάτοχό του ἅγ. Ἀλέξανδρο Ἀλεξανδρείας:

«Yἱὸς τοίνυν τοῦ Θεοῦ ἐστι φύσει καὶ οὐ θέσει, γεννηθεὶς ἐκ Πατρός»[15].

«Oὐ γὰρ πρότερον ἦν Θεὸς ἄπαις, ὕστερον ἐν χρόνοις ἐγένετο Πατήρ· ἀλλ’ ἀεὶ ἔχει τὸν Yἱόν, γεννήσας αὐτὸν πρὸ πάντων τῶν αἰώνων Θεὸν ἀληθινόν»[16].

«Ἡμεῖς δὲ οἵδαμεν τὸν Xριστὸν γεννηθέντα λόγον οὐ προφορικόν, ἀλλὰ Λόγον ἐνυπόστατον, ζῶντα, οὐ χείλεσι λαληθέντα καὶ διαχυθέντα, ἀλλ’ ἐκ Πατρὸς ἀιδίως καὶ ἀνεκφράστως, καὶ ἐν ὑποστάσει γεννηθέντα»[17].

«Kαὶ καθὼς εἴρηται πολλάκις, οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τὸν Yἱὸν παρήγαγε οὐδὲ τὸν μὴ ὄντα εἰς υἱοθεσίαν ἤγαγεν· ἀλλ’ ἀιδίως ὢν ὁ Πατήρ, ἀιδίως ἐγέννησε καὶ ἀνεκφράστως Yἱόν, ἕνα μόνον, ἀδελφὸν μὴ ἔχοντα. Oὔτε δύο εἰσὶν ἀρχαί· ἀλλὰ κεφαλὴ τοῦ Yἱοῦ ὁ Πατήρ, μία ἡ ἀρχή. Πατὴρ γὰρ Yἱὸν ἐγέννησε Θεὸν ἀληθινόν, Ἐμμανουὴλ προσαγορευόμενον· ὁ δὲ Ἐμμανουὴλ μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς ἑρμηνεύεται»[18].

Σ᾽ αὐτές τίς διατυπώσεις, μέ τόν ἔντονα ἀντιαρειανικό χαρακτήρα, γίνεται διάκριση κτιστοῦ – ἀκτίστου, ὁ δέ Yἱός τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπό τά κτιστά ὄντα, πού παράγονται ἐκ τοῦ μή ὄντος, δηλ. ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ.

«Ἕν, διὰ τὸ κατὰ τὴν θεότητα ἀξίωμα· ἐπειδὴ Θεὸς Θεὸν ἐγέννησεν. Ἕν, διὰ τὸ κατὰ τὴν βασιλείαν· οὐ γὰρ ἄλλων βασιλεύει Πατήρ, ἄλλων δὲ Yἱός… ἀλλ’ ὧν βασιλεύει ὁ Πατήρ, τούτων βασιλεύει καὶ ὁ Yἱός. Ἕν, διὰ τὸ μηδεμίαν εἶναι διαφωνίαν ἢ διάστασιν· οὐ γὰρ ἄλλα βουλήματα Πατρός, ἄλλα δὲ Yἱοῦ»[19]Ἀποδεικνύεται ἡ θεότητα τοῦ Yἱοῦ μέν τόν ταυτισμό ἐνεργείας καί βουλήσεως Πατρός καί Yἱοῦ, μία ἐπιχειρηματολογία πού μᾶς εἶναι γνωστή κυρίως ἀπό τόν ἅγ. Ἀθανάσιο καί τούς Kαππαδόκες πατέρες.

Ὡς πρός τό δεύτερο ἄρθρο, πού ἀναφέρεται στήν ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Yἱοῦ, τό σύμβολο Ἱεροσολύμων μπορεῖ νά συμπληρωθεῖ ὡς πρός τήν ἔκδοση τοῦ J. Migne καί ἰδίως τοῦ Stephenson ἀκόμη περισσότερο μέ τίς διατυπώσεις «φῶς ἐκ φωτός», «Θεὸν ἐκ Θεοῦ γεννηθέντα», πού ἀπαντοῦν στίς Kατηχήσεις, καί μάλιστα σέ ἕνα πλαίσιο πού θυμίζει τήν παράθεση τοῦ δευτέρου ἄρθρου κατά τό σύμβολο Nικαίας – Kωνσταντινουπόλεως. Διαβάζουμε στίς Kατηχήσεις ἐνδεικτικά:

«Yἱὸν δὲ πάλιν ἀκούων, μὴ καταχρηστικῶς ἄκουε μόνον· ἀλλά υἱὸν ἀληθῶς, υἱὸν φυσικόν, ἄναρχον οὐκ ἐκ δουλείας εἰς προκοπὴν υἱοθεσίας ἀνελθόντα, ἀλλὰ Yἱὸν ἀεὶ γεννηθέντα ἀπεριεργάστῳ καὶ ἀκαταλήπτῳ τῇ γεννήσει… ζωὴ ἐκ ζωῆς γεγεννημένος, καὶ φῶς ἐκ φωτός, καὶ ἀλήθεια ἐξ ἀληθείας καὶ σοφία ἐκ σοφοῦ καὶ βασιλεὺς ἐκ βασιλέως, καὶ Θεὸς ἐκ Θεοῦ, καὶ δύναμις ἐκ δυνάμεως»[20].

«Ὅμοιος γὰρ ἐν πᾶσιν ὁ Yἱός τῷ γεγεννηκότι. Zωὴ ἐκ ζωῆς γεννηθείς, καὶ φῶς ἐκ φωτός, δύναμις ἐκ δυνάμεως, Θεὸς ἐκ Θεοῦ, καὶ ἀπαράλλακτοι τῆς θεότητος οἱ χαρακτῆρές εἰσιν ἐν τῷ Yἱῷ… Ἀλλ’ ὁ Πατὴρ γεννήσας τὸν Yἱόν, ἔμεινε Πατὴρ καὶ οὐκ ἠλλοίωται. Σοφίαν ἐγέννησεν, ἀλλ’ οὐκ αὐτὸς ἄσοφος ἐγένετο· καὶ δύναμιν  γεννήσας, οὐκ ἠσθένησε. Θεόν γεννήσας, οὐκ αὐτὸς τῆς θεότητος ἐστερήθη· καὶ οὔτε τι αὐτὸς ἀπώλεσε μειωθείς ἢ ἀλλοιωθείς. Οὔτε ὁ γεννηθεὶς ἔχει τι λεῖπον. Tέλειος ὁ γεννήσας, τέλειον τό γεννηθέν. Θεὸς ὁ γεννήσας, Θεὸς καί ὁ γεννηθείς· Θεὸς μὲν τῶν πάντων, Θεὸν δὲ ἑαυτοῦ τὸν Πατέρα ἐπιγραφόμενος»[21]. Mολονότι ὁ ἅγ. Kύριλλος χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο ὅμοιος, πού παραπέμπει σέ ἄκρως ἀντιαρειανικές διατυπώσεις.

Ἐπιγραμματικός εἶναι ὁ ἅγ. Kύριλλος στήν Δ΄ Kατήχηση, ὅπου ὁ ἴδιος σημειώνει «ὅτι κεφαλαιώδεις εἰσαγωγὰς πίστεως νῦν ποιούμεθα»[22] ἔχοντας ἀναφέρει προηγουμένως τήν περί Xριστοῦ ὁμολογία σέ τύπο τοῦ σχετικοῦ δεύτερου ἄρθρου: «Πίστευε δὲ καὶ εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν ἕνα καὶ μόνον, τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Xριστόν· τὸν ἐκ τοῦ Θεοῦ Θεὸν γεννηθέντα, τὸν ἐκ φωτὸς φῶς γεννηθέντα, τὸν ὅμοιον κατὰ πάντα τῷ γεννήσαντι. Tὸν οὐκ ἐν χρόνοις τὸ εἶναι κτησάμενον, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἀϊδίως καὶ ἀκαταλήπτως ἐκ τοῦ πατρὸς γεγεννημένον. Tὴν σοφίαν Θεοῦ καὶ δύναμιν καὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐνυπόστατον. Tὸν ἐν δεξιᾷ τοῦ πατρὸς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων  καθεζόμενον. Oὐ γάρ, ὥς τινες ἐνόμισαν, μετὰ τὸ πάθος στεφανωθείς, ὥσπερ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ὑπομονὴν ἔλαβε τὸν ἐν δεξιᾷ θρόνον· ἀλλ’ ἀφ’ οὗπέρ ἐστιν ἔχει τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα»[23].

Ἐνῶ, λοιπόν, ὁ ἅγ. Kύριλλος παραλείπει τόν ὅρο «ὁμοούσιος» καί χρησιμοποιεῖ τή διατύπωση «ὅμοιον κατὰ πάντα», ὡστόσο ὅλες του οἱ ἐπεξηγήσεις εἶναι ἀντιαρειανικές καί διαφοροποιημένες ἀπό ἐκεῖνες τῶν ὁμοιουσιανῶν καί ἰδίως τῶν ὁμοίων καί οὐσιαστικά συμπίπτουν μέ ἐκεῖνες τῶν ἁγίων Ἀλεξάνδρου καί Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας.

Ὁ Stephenson ἀφήνει κενά τά ἄρθρα 3 καί 4, ἐνῶ στήν ἔκδοση τοῦ Migne συμπληρώνονται ἐπισφαλῶς ἀπό τούς τίτλους τῶν Kατηχήσεων. Ὅμως βασικές διατυπώσεις τῶν δύο ἄρθρων εἰκάζονται κυρίως ἀπό τίς Kατηχήσεις Δ΄, IA΄, IB΄, ὅπου ὁμολογεῖται τό ἔργο τοῦ Yἱοῦ κατά τήν ἐνανθρώπηση μέ τή γέννηση ἐκ Παρθένου, τά πάθη, τό σταυρό, τήν ἀνάσταση, τή μέλλουσα κρίση, θεματολογία πού ἀντιστοιχεῖ στό περιεχόμενο τῶν ἄρθρων καί τοῦ συμβόλου Nικαίας- Kωνσταντινουπόλεως. Ἡ κειμενική τεκμηρίωση ἀπό τίς Kατηχήσεις ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Πίστευε δὲ ὅτι οὗτος ὁ μονογενὴς Yἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐξ οὐρανῶν κατῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς… καὶ γεννηθεὶς ἐξ ἁγίας παρθένου καὶ ἁγίου Πνεύματος· οὐ δοκήσει καὶ φαντασίᾳ τῆς ἐνανθρωπήσεως γενομένης, ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ»[24].

«Oὗτος ἐσταυρώθη ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἀληθῶς… ἐσταυρώθη δὲ οὐχ ὑπὲρ ἰδίων ἁμαρτιῶν, ἀλλ’ ἵνα ἡμεῖς τῶν οἰκείων ἁμαρτιῶν ἐλευθερωθῶμεν»[25].

«Ἐν μνήματι πέτρας ἐτέθη ἀληθῶς ὡς ἄνθρωπος»[26].

«Ἀλλ’ ὁ καταβὰς εἰς τὰ καταχθόνια, πάλιν ἀνῆλθε καὶ ὁ ταφεὶς Ἰησοῦς πάλιν ἀνέστη τὸ τριήμερον ἀληθῶς»[27].

Ἤδη μέ τήν Δ΄ Kατήχηση μποροῦν νά συμπληρωθοῦν τά ἄρθρα 3 καί 4, ἐνῶ ἐπιπρόσθετα καί πάντως ἐνδεικτικά προσάγομε τά ἑξῆς:

«Kαὶ θέλεις γνῶναι ὅτι Θεός ἐστιν, ὁ ἐκ Πατρὸς γεννηθεὶς καὶ ὕστερον ἐνανθρωπήσας;… Bλέπεις Θεὸν μετὰ τὴν Mωσέως νομοθεσίαν ἐνανθρωπήσαντα;»[28].

«Πιστευέσθω δὲ ὅτι καὶ ἐνηνθρώπησεν»[29].

«Mήτι μάτην Xριστός ἐνηνθρώπησεν;»[30].

«Mέλλοντος αὐτοῦ πρότερον ἐνανθρωπεῖν καὶ ἐκ παρθένου γεννᾶσθαι προσδοκωμένου Θεοῦ»[31].

«Σὺ δὲ μνημόνευσον τῶν χθὲς περὶ τῆς θεότητος εἰρημένων. Πίστευσον ὅτι ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς υἱὸς οὗτος πάλιν ἐγεννήθη… ὁ μὲν γὰρ λόγος αἰώνιος πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ πατρὸς γεννηθείς, τὴν δὲ σάρκα προσφάτως ἀνέλαβε δι’ ἡμᾶς»[32].

«Ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πλεῖστον πάντα διπλᾶ παρὰ τῷ κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Xριστῷ. Διπλῆ γέννησις, μία ἐκ Θεοῦ πρὸ τῶν αἰώνων, καὶ μία ἐκ παρθένου ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων»[33].

Eἰκάζοντας ὅτι τά ἄρθρα 3 καί 4 συμπίπτουν κατά περιεχόμενο μέ τά ἀντίστοιχα τοῦ συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως καί λαμβάνοντας ὑπόψη ὅτι καί τά ὑπόλοιπα 5 μέχρι 12 κατά τό πλεῖστον συμπίπτουν, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό σύμβολο Ἱεροσολύμων ἀπετέλεσε τό δομικό πρότυπο τοῦ Συμβόλου Kωνσταντινουπόλεως. Mάλιστα ἴσως ἡ λειτουργική χρήση τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων νά ἀποτέλεσε καί τό λειτουργικό πρότυπο γιά τή βαθμιαία υἱοθέτηση τοῦ συμβόλου Nικαίας– Kωνσταντινουπόλεως στή λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Tό τελικό κείμενο μπορεῖ νά λάβει τήν ἑξῆς μορφή:

1. Πιστεύομεν εἰς ἕνα θεὸν πατέρα παντοκράτορα

ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς

ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων

2. καὶ εἰς ἕνα κύριον Ἰησοῦν Xριστὸν τὸν υἱὸν

τοῦ θεοῦ τὸν μονογενῆ

τὸν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα

θεὸν ἀληθινὸν

πρὸ πάντων τῶν αἰώνων

(φῶς ἐκ φωτὸς

καὶ ἀλήθεια ἐξ ἀληθείας, θεὸν ἐκ θεοῦ γεννηθέντα)

δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο

3. (κατῆλθεν ἐπὶ γῆς…

γεννηθεὶς ἐξ ἁγίας παρθένου

καὶ ἁγίου πνεύματος

καὶ …ἐνηθρώπησεν)

4. (ἐσταυρώθη ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἀληθῶς…

ἐν μνήματι πέτρας ἐτέθη ἀληθῶς)

5. ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ

6. καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς

καὶ καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ πατρὸς

7. καὶ ἐρχόμενον ἐν δόξῃ κρῖναι ζῶντας καὶ νεκροὺς

οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος

8. καὶ εἰς ἓν ἅγιον πνεῦμα τὸν παράκλητον

τὸ λαλῆσαν ἐν τοῖς προφήταις

9. καὶ εἰς ἓν βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν

10. καὶ εἰς μίαν ἁγίαν καθολικὴν ἐκκλησίαν

11. καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν

12. καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον.


[1]. Βλ. επικεφαλίδα Προτάσεως.

[2]. PG 33, 533A – 536A.

[3]. Ἐν Bιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (BEΠEΣ), Kύριλλος Ἱεροσολύμων, Ἀθῆναι 1969, τόμ. 39, σελ. 86.

[4]Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der Alten Kirche, Hildesheim 31962, σελ. 132 – 134.

[5]Dictionnaire de Thὐologie Catholique 3, 2, 2539-40.

[6]Early Christian Creeds, London 1972, σελ. 183-4.

[7]Enchiridion Symbolorum, Barcinone 321963, σελ. 30.

[8]Tὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. I., ἐν Ἀθήναις 21960, σελ. 64-65.

[9]«The texte of the Jerusalem Creed», ἐν Studia Patristica III: 1, Berlin 1961, 303 – 307.

[10]Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Mνημεῖα, μν. ἔργ., σελ. 64.

[11]Ἑρμηνεία τῶν Δογματικῶν καί Συμβολικῶν Kειμένων, τόμ. A΄, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 125.

[12]. ΘEOΔΩPHTOY, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 9, PG 82, 1217C.

[13]. H. – G. OPITZ, Athanasius Werke 3:1, Urkunden zur Geschichte des arianischen Streites, Berlin – Leipzig 1934, (Urkunde 14), σσ. 19 – 29.

[14]«Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου λεξανδρείας πρς λέξανδρον Θεσσαλονίκης», ἐν EEΘΣΠΘ, Tμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Kοινωνικῆς Θεολογίας 9(2004), σσ. 15 – 16.

[15]. BEΠEΣ 39, Kατήχησις 11, 7, σελ. 129, 34-5.

[16]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 8, σελ. 130, 18-21.

[17]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 10, σελ. 130, 39-131, 2.

[18]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 4, σελ. 132, 36-133, 2.

[19]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 16, σελ. 133, 26-31.

[20]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 4, σελ. 128, 28-129, 7.

[21]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 18, σελ. 134, 9-12, 20-26.

[22]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 8, σελ. 69, 23

[23]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 4, 7, σελ. 68, 37-69, 9.

[24]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 4, 9, σελ. 69, 25-29.

[25]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 4, 10 σελ. 70, 1-7.

[26]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 4, 11, σελ. 70, 12.

[27]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 4, 12, σελ. 70, 24-25.

[28]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 11, 15, σελ. 133, 3-4, 8-9.

[29]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 12, 1, σελ. 138, 4.

[30]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 12, 16, σελ. 143, 39.

[31]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 15, 11, σελ. 190, 16-17.

[32]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 12, 4, σελ. 138, 40-139, 5.

[33]. ῎Ενθ. ἀν., Kατήχησις 15, 1, σελ. 185, 27-30.

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/?m=0

Ἡ ἐν τῷ Ναῷ Εἴσοδος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, 21 Νοεμβρίου 2025.

 

(21/11/2018), (Αριθμ. 53Δ)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Η εορτή των Εισοδίων είναι η προτελευταία του κύκλου μιας σειράς εορτών, ο οποίος κύκλος αρχίζει με τον Ευαγγελισμό και κλείνει με την εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόλου από την Προμήτορα Άννα. Υπογραμμίζω την αρχή με τον Ευαγγελισμό, γιατί κατά το Παλαιό Ρωμαϊκό Ημερολόγιο η αρχή του έτους συνέπιπτε με το μήνα Μάρτιο, ενώ ως προς το περιεχόμενο της πίστεως ο Ευαγγελισμός είναι η κορύφωση της διακονίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, που διενεργεί ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ως αποφωνείται, εξάλλου, και στο Απολυτίκιο της εορτῆς: «Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

2. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των εορτών προς τιμήν της Παναγίας είναι η συνοδική επίκλησή της ως Θεοτόκου, κατά τις ερμηνευτικές διατυπώσεις εν πρώτοις με το Σύμβολο της Πίστεως και εν συνεχεία ονομαστικά με τους Όρους και τις συνοδικές αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν πρόκειται για μία υστερογενή ερμηνεία, αλλά αποτελεί την ανάδειξη της Προφητικής και Αποστολικής καταγραφής των Προφητικών επαγγελιών, των Θεοφανειών, δηλαδή, και της ανακεφαλαιώσεως του ανθρώπινου γένους και ολόκληρης της κτίσης με την Αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού σαρκί, μέσα σε μία και ενιαία πορεία του αρχαίου και του νέου Ισραήλ, ζώντων και κεκοιμημένων. Τούτο συνιστά, εξάλλου, και το γεγονός της καθολικότητος της Εκκλησίας κατά το Σύμβολο της Πίστεως και όχι κατά τις θεωρίες των νεοφανών «θεολόγων». Προϋποτίθεται η συναγωγή του γένους των ανθρώπων ως ανακεφαλαίωση, και έπεται η πορεία του στην Εκκλησία.

3. Κατά τις εορτές της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ενιαύσιο κύκλο παρακαλουθούμε την επανάληψη σχεδόν των αυτών Προφητικών, Αποστολικών και Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων, όπου στο κέντρο είναι πάντα ο δρων την Αποκάλυψη Υιός και Λόγος του Θεού, και όπου η κάθε εορτή της Παναγίας είναι ένας ευθύς προχειρισμός, μία εξαγγελία για τα θεοφανικά γεγονότα του Χριστού, που έπονται χρονικά. Η όποια απόκλιση από τον κεντρικό επαναληπτικό πυρήνα σχετίζεται μόνο με τον τονισμό του ιδιαίτερου γεγονότος. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι οι Καταβασίες, που μας προετοιμάζουν για την εορτή, ένα είδος προχειρισμού, ο οποίος βαίνει προς κορύφωση με έναρξη στα Προεόρτια, κατά την προηγούμενη ημέρα, τα οποία αποτελούν λειτουργική εισαγωγή για την κύρια ημέρα και δεν απουσιάζουν από καμία εορτή της Παναγίας.

4. Θα πρέπει επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι γιορτές αυτές παρουσιάζουν εν πολλοίς κοινά στοιχεία στην υμνολογία, με τις επιμέρους διαφοροποιήσεις να εξυπηρετούν τον τονισμό του εκάστοτε επιμέρους γεγονότος. Πάντως, πάντοτε υπάρχει η αναφορά στην αντιστοιχία των Προφητικών εξαγγελιών και της καταγραφής της μαρτυρίας των Ευαγγελιστών και των Αποστόλων, ιδίως του Απόστολου Παύλου, ο οποίος δεν κήρυξε απλώς προς τα έθνη αλλά επέμεινε στην ενότητα του ανθρώπινου γένους, στο δωρηθέντα ανακαινισμό του ανθρώπου και της κτίσης από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο, ως δρώντα Θεό, που κτίζει τον κόσμο, ως Δημιουργός, και τον ανακεφαλαιώνει, ανακαινίζει τη δημιουργία του κατά τους Πατριάρχες και τον αρχαίο Ισραήλ και τους Αποστόλους και τους Αγίους του νέου, ανακαλώντας άπαν το γένος των ανθρώπων στην κατάσταση της κατά χάρη φωτοείδειας. Σ᾽ αυτήν την πορεία γίνεται η αναγωγή στον Αβραάμ ως πατέρα των εθνών, όχι μόνο του Ισραήλ.

5. Για να αντιληφθούμε ένα βασικό στοιχείο της υμνολογίας, η οποία δίνει μία εικόνα της ζωής της Παναγίας, ιδίως κατά την Είσοδό της στο Ναό, πρέπει να λάβουμε ως προϋπόθεση όλη την ερμηνευτική που ακολούθησε στη μεταποστολική περίοδο, την κυρηγματική πράξη των Πατέρων της Εκκλησίας, που επέμειναν στην ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, στην ερμηνεία των εξαγγελιών και των εκπληρώσεων, σ᾽ αυτό που λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα τύπος, παραστατικές εικόνες, σκιά, δηλαδή μία εικόνα παραβολική, και αλήθεια, εκπληρουμένη στο πρόσωπο του Χριστού, αποκαλυφθέντος καταρχάς στο στενό οικογενειακό του κύκλο, με εξαίρετη θέση αυτήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, των γονέων της, της Ελισάβετ και του Ζαχαρία και του υιού αυτών Ιωάννη του Προδρόμου, οι οποίοι ήσαν οι φορείς της Προφητικής παραδόσεως του Ισραήλ. Μόνο, αν έχουμε υπόψη μας όλη αυτήν την ενότητα της παραδόσεως, αντιστοιχίας θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, καθίσταται κατανοητή η υμνολογική ερμηνευτική της Εκκλησίας για γεγονότα της αγίας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που δεν καταγράφονται λεπτομερειακά στην Καινή Διαθήκη, αλλά συμπληρώνονται διά των εξαγγελιών υπό των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και εν συνεχεία αντιστοίχησης στα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, μία μέθοδος που την εφήρμοσε στό κήρυγμά του ο Χριστός, ώστε να τον αναγνωρίσει ο Ισραήλ και ο ὄχλος, όλοι οι άνθρωποι αδιακρίτως φυλετικής καταγωγής, ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ως Νέος Αδάμ και η Παναγία ως Νέα Εύα. Σημειώνω όλα αυτά, για να μην παγιδευόμαστε από την παραφιλολογία της λεγόμενης απόκρυφης γραμματείας, η οποία προβάλλεται προς αμφισβήτηση της παρουσίας της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως, ως της εξαιρέτου μάρτυρος της πραγματικής Γεννήσεως του Λόγου, γι᾽ αυτό και «κυρίως Θεοτόκου» εκ ρίζης Δαβίδ και όχι μιας «άγαμης μητέρας», κατά τη ρήση των νεοφανών υβριστών της Θεοτόκου, οι οποίοι αγνούν ακόμη και τα τρία πρώτα κεφάλαια του Ευαγγελίου του Ματθαίου, για να καταλάβουν, πώς μεταβαίνει ο ευαγγελικός λόγος συμβατικά από τη γυναίκα Ιωσήφ του Μνήστορος στη Μητέρα και τον υιό αυτής, τουτέστιν στο Χριστό και τη Θεοτόκο. Θυμίζουν ενπολλοίς την απόκρυφη γραμματεία, η οποία προήλθε από αποκλίνοντες χριστιανούς, που ήθελαν να ερμηνεύσουν την παράδοση της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης κατά τη δική τους γνώμη και κατά τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, στο περιθώριο της εκκλησιαστικής κοινότητας, μόνο που οι σύγχρονοι υβριστές θέλουν να επιβληθούν εξουσιαστικά οι απόψεις τους στο εκκλησιαστικό πλήρωμα, εισπράττοντες, μάλιστα, και πλουσιοπάροχες απολαβές, ως εξωνημένοι φαρισαίοι!

Β. 1. α. Η Εκκλησία εορτάζει κατά τα Προεόρτια των Εισοδίων επίσης τη μνήμη του Αγίου Πρόκλου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (434-446). Υπήρξε μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και έκανε την ανακομιδή των λειψάνων του και την εναπόθεσή τους στο Ιερό Βήμα της εκκλησίας των Δώδεκα Αποστόλων. Μετά την κλοπή από τους Σταυροφόρους τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου επεστράφησαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2004 και φυλάσσονται προς προσκύνηση στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Ο Άγιος Πρόκλος υπήρξε ένας από τους υπερασπιστές των αποφάσεων της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου και των ερμηνευτικών διατυπώσεων της Εκθέσεως των Διαλλαγών, ενός Συνοδικού Κειμένου διαλλαγής μεταξύ των τοπικών εκκλησιών Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας μετά την Τρίτη Οικουμενική, διά του οποίου επαναβεβαιώθηκε η καταδίκη του Νεστορίου, ο οποίος δεν δεχόταν τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, και γι᾽ αυτό η Εκκλησία ενσωμάτωσε τις διατυπώσεις της Εκθέσεως των Διαλλαγών μαζί με αυτές του Αγίου Κυρίλλου στον Όρο και τις ερμηνευτικές διασαφηνίσεις κατά την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, ενέταξε δε τη μνήμη του στο πλαίσιο των εόρτιων γεγονότων αποδόσεως της εξαίρετης τιμής της Παναγίας ως Θεοτόκου. Ενδεικτικό είναι το Ἐξαποστειλάριο του Αγίου, ἦχος β´: «Ὡς ἀρετῶν ὁμότροπος, τοῦ σοφοῦ Χρυσοστόμου, καὶ τοῦ ἐκείνου γέγονας, θρόνου ἔνδοξε Πρόκλε, διάδοχος θεοκήρυξ· καθελὼν Νεστορίου, τοῦ δυσσεβοῦς τὴν αἵρεσιν, Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθῶς, τὴν Ἁγνὴν ἐκήρυξας καὶ Παρθένον, μεθ᾽ ἧς ὑπὲρ τῆς Ποίμνης σου, τὸν Χριστὸν ἐκδυσώπει».

β. Το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας παρέχει την πληροφορία ότι η εικοστή Νοεμβρίου είναι ημέρα μνήμης των Αγίων Πατριαρχών «τῆς βασιλίδος πόλεως Μαξιμιανοῦ, Πρόκλου, Ἀνατολίου καὶ Γενναδίου», ωστόσο, αναγράφεται ότι «Τὴν δὲ αὐτῶν σύναξις ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀεὶ ἐν ἡμέρᾳ κυριακῇ ἑορτάζει», ενώ, με τις υμνολογικές προσθήκες που ισχύουν μέχρι την εορτή των Θεοφανείων, καθοράται ως ενιαία περίοδος γεγονότων τα Εισόδια μέχρι και τα Θεοφάνεια, τα οποία, προ της εισαγωγής των Χριστουγέννων ως ιδιαίτερης εορτής, συνείχαν τη Γέννηση και τη Βάπτιση του Χριστού ως ένα γεγονός, ήτοι ως το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, της φωτοειδούς Θείας Οικονομίας του.

γ. Ας σημειωθεί ὅτι οι τέσσερεις ἅγιοι Πατριάρχες ηγούνται του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης από την πρώτη μεταεφέσια περίοδο (ο Μαξιμιανός εκλέγεται από την αντιπροσωπεία που εστάλη από την Έφεσο στην Κωνσταντινούλη εις αντικατάσταση του καταδικασθέντος Νεστορίου και ο Γεννάδιος διαδέχτηκε τον Ανατόλιο, τον Πατριάρχη της Δ´ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, και αναλώθηκε στην προσπάθεια ομαλής εφαρμογής των αποφάσεων της Χαλκηδόνος κυρίως στην Αντιόχεια.

δ. Και πάλι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η εορτή των Εισοδίων, «ὅτε ἀφιερώθη καὶ ἀνετέθη ἐν τῷ ναῷ», τελείται «ἐν τῷ πανσέπτῳ αὐτῆς ναῷ ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις, τῆς λιτῆς ἕωθεν μετὰ τοῦ πατριάρχου ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκεῖσε παραγινομένης». Η Παναγία των Χαλκοπρατείων, όπως και η Παναγία των Βλαχερνών, υπήρξαν Πατριαρχικοί Ναοί. Ειδικότερα στην Παναγία των Χαλκοπρατείων ενσωματώθηκε το αρχαιότερο βαπτιστήριο της Κωνσταντινούπολης και μεταφέρθηκαν εκεί όλα τα καταπιστεύματα της Θεοτόκου, των Θεοπατόρων και των Αγίων Ιακώβου και Συμεώνος του Θεοδόχου από το αρχικό Προφητείο, το οποίο είχε ιδρυθεί από το Μεγάλο Κωνσταντίνο μαζί με το Ναό του Αγίου Μωκίου στο έβδομο τμήμα στα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 330. Κατά ταύτα, μαζί με το Σύμβολο Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, τα καταπιστεύματα της Θεοτόκου και η συνοδική και λειτουργική πράξη της βασιλίδος των πόλεων για την παρουσία της Θεοτόκου ως της εξαιρέτου, κατά το λειτουργικό ἐξαιρέτως, μάρτυρος της αληθούς Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου κατέστησαν την Κωνσταντινούπολη Νέα Σιών όλων των εθνών.

2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Εισοδίων είναι το ίδιο με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της εορτής της Αναμνήσεως της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, την 1η Οκτωβρίου και στον ελλαδικό χώρο κατά μετάθεση την 28 Οκτωβρίου, η οποία εορτή της Αναμνήσεως εποιήθη μεταγενέστερα στους νεότερους χρόνους, όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατά το πρότυπο των ήδη καθιερωμένων εορτών προς τιμή της Θεοτόκου. Ουσιαστικά πρόκειται για το αρχικό Ανάγνωσμα των Εισοδίων.

α. Τό Αποστολικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε αντιστοιχία προς το πρώτο (και τρίτο) Προφητικό Ανάγνωσμα της εορτής, Ἐξόδ. κεφ. 40, 1-9,14 καὶ 28-29, σύμφωνα με το οποίο o Θεός δίνει οδηγίες στο Μωϋσή για το πώς θα κατασκευάσει τη σκηνή του Μαρτυρίου και πού θα τοποθετήσει την Κιβωτό του Μαρτυρίου (κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα, Ἑβρ. η´: 4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης»), με το πρώτο καταπέτασμα, το κάλυμμα του καταπετάσματος, την τράπεζα, την πρόθεση, τη λυχνία, το θυσιαστήριο των καρπωμάτων, τον αγιασμό του χρυσού θυσιαστηρίου στο ἅγιον τῶν ἁγίων, όπου και η Κιβωτός του Μαρτυρίου. Το απόσπασμα κατακλείεται με την παρατήρηση: «Καὶ ἐκάλυψεν ἡ νεφέλη τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ δόξης Κυρίου ἐπλήσθη ἡ σκηνή. Καὶ οὐκ ἠδυνάσθη Μωυσῆς εἰσελθεῖν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, ὅτι ἐπεσκίαζεν ἐπ᾽ αὐτὴν ἡ νεφέλη καὶ δόξης Κυρίου ἐνεπλήσθη ἡ σκηνή», γιατί ο Μωϋσής δὲν είχε ούτε το ιερατικό ούτε το αρχιερατικό αξίωμα. Το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, κεφ. 43, 27 καὶ 44, 14, όπου ο Προφήτης βρίσκεται ενώπιον του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, στο οποίο ο Αρχιερεύς, έχοντας προσφέρει τα ολοκαυτώματα ζωντανών κτηνών, όπως λέγεται και στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, εισήρχετο μια φορά το χρόνο στη Σκηνή του Μαρτυρίου: «7 εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Ἑβρ. θ´, 7). Ο Προφήτης οράται την όγδοη ημέρα και το επέκεινα αυτής, το ευχαριστιακό δείπνο της Πεντηκοστής με την κατά ανατολάς κλειστή πύλη, δηλαδή την Παναγία και το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και τη Θεία Ευχαριστία: «Ἔσται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὀγδόης καὶ ἐπέκεινα, ποιήσουσιν οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ τοῦ σωτηρίου ὑμῶν, καὶ προσδέξομαι ὑμᾶς, λέγει Κύριος. Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων τῆς ἐξωτέρας, τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. Καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι᾽ αὐτῆς ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾽ αὐτῆς καὶ ἔσται κεκλεισμένη. Διότι ὁ ἡγούμενος οὗτος καθήσεται ἐν αὐτῇ, τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐναντίον Κυρίου» (Ἰεζ. κεφ. 43, 27- 44, 2-3).

β. Στο δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα (Ἐξόδ. κεφ. 3, 1-8)[1] καταγράφεται το γνωστό σε όλους μας περιστατικό με το Μωϋσή στο όρος Χωρήβ, όπου βρέθηκε ενώπιον της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης βάτου, μία σκηνή γνωστή και από την αγιογραφία, που θυμίζει το γεγονός της Μεταμορφώσεως, και συνομίλησε με τον εξερχόμενο εκ της βάτου Άγγελο, το Μεγάλης βουλής Άγγελο, τον άσαρκο Λόγο, ο οποίος τον κάλεσε να ελευθερώσει και να οδηγήσει το λαό του Ισραήλ από την Αίγυπτο πίσω στη γη της επαγγελίας, αποκαλύπτοντάς του ότι είναι ο Θεός των Πατέρων του: «ἐγὼ εἰμι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου, Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Θεὸς Ἰσαάκ καὶ Θεὸς Ἰακώβ» (Ἐξόδ. 3, 6). Πρόκειται για μία από τις πολύ γνωστές Θεοφάνειες του άσαρκου Λόγου της προφητικής παραδόσεως, όπου με τη βάτο προτυπώνεται η Θεοτόκος και αποτελεί μέχρι σήμερα ισχυρό τοπόσημο της Ι. Μ. Αγίας Αικατερίνης Σινά, ένα σημείο που συνέχει όλη τη φιλόκαλη παράδοση των Ορθοδόξων.

γ. Ο Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος προς τους Εβραίους χριστιανούς (και δεν λαμβάνω υπόψη μου τί λένε οι βιβλικοί θεολόγοι, αν προέρχεται η Επιστολή από τη γραφίδα του Αποστόλου Παύλου ή από άλλο χέρι χριστιανού, γιατί τα κείμενα της Αγίας Γραφής καταγράφουν τα γεγονότα της εκκλησιαστικής κοινότητας του αρχαίου και του νέου Ισραήλ σε μία συνέχεια μαρτυρίας κηρύγματος και υμνολογίας, ανεξαρτήτως κονδυλογράφων), τους εξηγεί ότι όλες οι Θεοφάνειες του Ισραήλ εκβάλλουν και ανακεφαλαιώνονονται στο Χριστό, γιατί είναι οΘεός που ανακεφαλαιώνει ἐν ἑαυτῷ όλο τον κόσμο, συνέχων τα τρία αξιώματα του Ισραήλ, τον οποίο εισάγει στο Μυστικό Δείπνο ολοτελώς (βασιλεύς-δημιουργός, προφήτης/διδάσκαλος (γι᾽ αυτό χρησιμοποιεί τις παραβολές) και ιερεύς/ θύτης και θύμα, θύων και θυόμενος, προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος τη λογική θυσία μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, ορώμενος και μετεχόμενος Πνευματικώς δυνάμει υπό όλων κατά την εκάστου δεκτικότητα και όχι κατά ειδωλικό, ήτοι μηχανιστικό τρόπο.

δ. Απέναντι σε ένα αντισημιτικό πνεύμα, που διαπνέει πολλούς χριστιανούς, οι οποίοι οδηγούνται στην υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης και σε μία συνθηματολογική χρήση της Καινής Διαθήκης, πρέπει να σημειώσω ότι Εκκλησία χωρίς την Προφητική μαρτυρία και παράδοση δεν υφίσταται, γιατί μία τέτοια εκδοχή της Εκκλησίας συνιστά συγκαιριακή οργάνωση και χρονική κατασκευή, που δεν έχει σχέση με την οικουμενικότητα και τη συμπαντική συναγωγή επί τω αυτώ της κτίσης και της ιστορίας του ανθρώπινου γένους και μιας πορείας του στους ανοιχτούς ορίζοντες της των πάντων φωτοδοσίας. Κατά ταύτα και ο όρος ολοκαύτωμα για τον Εβραϊκό λαό έχει άκρως βιβλικό περιεχόμενο, και οφείλουμε να ανακαλούμε για την κατανόηση της απάνθρωπης περιπέτειάς τους όλα τα γεγονότα της Προφητικής παραδόσεως ως κοινής ζωής του ανθρώπινου γένους.

3. To Αποστολικό Ανάγνωσμα, που ήδη μάς είναι οικείο, σε συνάρτηση με τα Προφητικά Αναγνώσματα που ανακυκλώνονται με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, τα οποία αποτελούν την πρώτη ύλη της εορτής των Προεορτίων, μας καθιστούν οικεία μία υμνολογία Προφητικών εξαγγελιών, προτυπώσεων και παραστατικών φυσικών συμβόλων, ώστε από τη σκιά του Νόμου να προοδεύσουμε στην αποδοχή της αληθείας για την προετοιμασία της Θεοτόκου να αποδεχθεί να γίνει η δούλη Κυρίου η Κεχαριτωμένη, ο Ναός και το παλάτιον του Παμβασιλέως Χριστού, η μόνη Θεοτόκος«Τὸ πλῆρες δόξης παλάτιον, τὸ μέγα Προφητῶν περιήχημα, θρόνος ὁ ἅγιος, ἔνδον εἰς Ἅγια τίθεται, τῷ Βασιλεῖ τῶν ὅλων ἑτοιμαζόμενος» (Κανών α´, Προεόρτιος, Ὠδὴ στ´, τροπάριο γ´). Εξάλλου, η πρόοδος της Παναγίας εντάσσεται στο όλο σχέδιο της Θείας Οικονομίας ως προφητική αναμονή, ζωή και ελπίδα του κόσμου[2], όπου όλα τα γεγονότα συμπίπτουν: «Ὑμνῶ σου Κόρη τὴν σύλληψιν, ὑμνῶ σου τὴν ἀπόρρητον γέννησιν, ὑμνῶ τὴν σκέπην σου, βλάβης δι᾽ ἧς πάσης ῥύομαι, ὁ πρὸς τὴν σὴν γαλήνην κατεπειγόμενος» (Κανών α´, Προεόρτιος, Ὠδὴ στ´, τροπάριο δ´), ή «Ζηλοῦσα τὴν πάλαι θεοφρόνως, ἡ Ἄννα εὐχὴν ἀποπληροῖ, καὶ σὲ προσανατίθεται, τῷ Ἱερῷ Πανάμωμε, ἱερωτάτην σύλληψιν, μέλλουσαν ἕξειν καὶ γέννησιν» (Κανών α´, Προεόρτιος, Ὠδὴ γ´, τροπάριο γ´). Περισσότερο περιληπτικό είναι το Θεοτοκίο των Προσομοίων των Προεορτίων, ἦχος δ´: «Σήμερον ὁ θεοχώρητος ναός, ἡ Θεοτόκος, ἐν Ναῷ Κυρίου προσάγεται, καὶ Ζαχαρίας ταύτην ὑποδέχεται. Σήμερον τὰ τῶν Ἁγίων Ἅγια ἀγάλλονται, καὶ ὁ χορὸς τῶν Ἀγγέλων μυστικῶς πανηγυρίζει, μεθ’ ὧν καὶ ἡμεῖς ἑορτάζοντες σήμερον, σὺν τῷ Γαβριὴλ ἐκβοήσωμεν. Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος», και το Απολυτίκιο της εορτής, όπου σαφέστατα η εορτή των Εισοδίων είναι ο προχειρισμός της Γεννήσεως του Χριστού: «Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις. Ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν· Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Γ. Η σημερινή εορτή έχει την κορύφωσή της στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι το ίδιο με την εορτή της Κοιμήσεως και του Γενεθλίου της Θεοτόκου. Η ιδιαίτερη διακονία της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως καταγράφεται στην κατακλείδα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, όπου ο μακαρισμός της απλής γυναίκας εκ του ὄχλου, μπορεί να μεταφρασθεί κάπως έτσι: Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και τρεις φορές χαρά της, φέρνει συγχρόνως και την απάντηση από το Χριστό για κλήση του κάθε ανθρώπου να ακούσει και να τηρήσει το λόγο του Θεού, μία πρόταση, που υπονοεί αφενός τη μίμηση του τρόπου της Παναγίας ως δούλης Κυρίου, αφετέρου ότι ο ίδιος είναι ο Λόγος του Θεού ο παρέχων τη σωτηρία και την ανάσταση.

Δ. Ως σημείωση μόνο ενταύθα θέλω να επισημάνω το θόρυβο που προσπαθούν να εγείρουν οι αυτοί ασχημονούντες εναντίον της Θεοτόκου για χειροτονία διακονισσών, γυναικών και άλλων τινών δικαιωματιστών υπηρετούντες ατζέντες που δεν προέρχονται από εκκλησιαστική ανάγκη, αλλά από την ανάγκη των ιδίων, της μειωμένης τους ανδρικότητας, ή του μειωμένου τους ανδρικού φρονήματος, ώστε να εκμεταλλεύονται δωρεάν τις γυναίκες, ως συνήθως, ελέγχοντάς τες επιπλέον με επίπλαστες χειροτονίες -χειροθεσίες, ενώ επιβραβεύουν και το «ανίερο κυησιακό τράφικινκ» με την καμουφλαρισμένη ορολογία περί παρένθετης μητρότητας.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. θ´, 1-7: «1 Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν. 2 σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια. 3 μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, 4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, 5 ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. 6 Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, 7 εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (ὁμοίως 8 Σεπτ.) Λουκ. ι´, 38-42, ια´, 27-28: «38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς.- 27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».


[1]«Καὶ Μωυσῆς ἦν ποιμαίνων τὰ πρόβατα ᾿Ιοθόρ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ τοῦ ἱερέως Μαδιὰμ καὶ ἤγαγε τὰ πρόβατα ὑπὸ τὴν ἔρημον καὶ ἦλθεν εἰς τὸ ὄρος Χωρήβ. 2 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς ἐκ τοῦ βάτου, καὶ ὁρᾷ ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ὁ δὲ βάτος οὐ κατεκαίετο. 3 εἶπε δὲ Μωυσῆς· παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὅραμα τὸ μέγα τοῦτο, ὅτι οὐ κατακαίεται ὁ βάτος. 4 ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; 5 ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί. 6 καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου, Θεὸς ῾Αβραὰμ καὶ Θεὸς ᾿Ισαὰκ καὶ Θεὸς ᾿Ιακώβ. ἀπέστρεψε δὲ Μωυσῆς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· εὐλαβεῖτο γὰρ κατεμβλέψαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 7 εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τῆς κραυγῆς αὐτῶν ἀκήκοα ἀπὸ τῶν ἐργοδιωκτῶν· οἶδα γὰρ τὴν ὀδύνην αὐτῶν, 8 καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτοὺς ἐκ χειρὸς τῶν Αἰγυπτίων καὶ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης καὶ εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς γῆν ἀγαθὴν καὶ πολλήν, εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι».

[2]«Βουλὴ προαιώνιος, τοῦ πρὸ αἰώνων Θεοῦ ἡμῶν, εἰς πέρας προέρχεται, προερχομένης σου, ἀνατραφῆναι, εἰς Ἅγια Ἁγίων, εἰς Λόγου κατοίκησιν, Κόρη πανάμωμε», Κανών α´, Ὠδὴ α´, Προεόρτιος, ἦχος δ´).

ΠΗΓΗ..https://ellenophonia.blogspot.com/

ΔΙΚΑΙΟΙ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ (π. Δημητρίου Μπόκου)

Η μνήμη του ευαγγελιστού Ματθαίου (16 Νοε.) μας φέρνει μπρος στο γεγονός της κλήσης του από τον Χριστό. Ο Ματθαίος δεν ήταν από την ομάδα των αποστόλων που κλήθηκαν πρώτοι στο αποστολικό αξίωμα. Κλήθηκε αργότερα, σε δεύτερη φάση, εν ώρα μάλιστα υπηρεσίας. «Καθήμενος επί το τελώνιον». Ήταν ο εντεταλμένος από την πολιτική (ρωμαϊκή) εξουσία της εποχής φοροεισπράκτορας.

Οι τελώνες, λόγω θέσης, είχαν την ευκολία να εκμεταλλεύονται ατιμωρητί τους ανθρώπους, εισπράττοντας κατά βούλησιν, για ίδιον όφελος, ανεξέλεγκτα ποσά πέρα των κανονικών φόρων. Απέκτησαν έτσι το στίγμα των πιο διεφθαρμένων ανθρώπων.

Ο Ματθαίος, παρά ταύτα, εγκατέλειψε αμέσως τη δουλειά του και ακολούθησε τον Χριστό. Έκανε μάλιστα μεγάλο τραπέζι στον Χριστό και τους μαθητές του, στο οποίο παρακάθισε «όχλος τελωνών πολύς και άλλων». Πράγμα που κίνησε την αγανάκτηση των γραμματέων και φαρισαίων, που θεώρησαν απαράδεκτο για τον Χριστό να συντρώγει με αμαρτωλούς. Ήταν μολυσμός γι’ αυτούς η συναναστροφή με διαβεβλημένα πρόσωπα. Και τότε ο Χριστός είπε το περίφημο, ότι ήρθε να σώσει αρρώστους και όχι υγιείς, αμαρτωλούς και όχι «δικαίους».

Οι «δίκαιοι» φαρισαίοι έθεταν εαυτούς πάντοτε έναντι του Χριστού. Ποτέ δεν θέλησαν να συνταχθούν μαζί του. Η στάση τους απέναντί του ήταν πάντα κριτική και επικριτική. Πάντα εύρισκαν στα λόγια και τα έργα του κάτι που δεν ήταν σωστό, σύννομο, σύμμορφο με το κατά τη γνώμη τους θέλημα του Θεού. Ποτέ δεν τα πήγαν καλά με τον Θεό οι «δίκαιοι» (φαρισαίοι, ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής του ασώτου, ο μέγας Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκη κ.λ.π.).

Ο Χριστός ξεσκεπάζει όλους αυτούς χωρίς δισταγμό. Είστε, τους λέει, «οι δικαιούντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο δε Θεός γινώσκει τας καρδίας υμών». Ποτέ τους όμως και αυτοί δεν του το συγχώρησαν αυτό. Το πνεύμα τους διαφαίνεται πεντακάθαρα στον μέγα Ιεροεξεταστή.

Εκεί ο Χριστός (υποθετικά βέβαια) παρουσιάζεται απρόσμενα μια ωραία μέρα στη Σεβίλλη της Ισπανίας. «Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας, και -πράγμα παράξενο- όλοι τον αναγνωρίζουν. Ο λαός, σαν να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν». Θεραπεύει ένα γέρο τυφλό και ανασταίνει ένα εφτάχρονο νεκρό κοριτσάκι.

«Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής, ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες. Τα είδε όλα και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Τον κλείνουν σ’ ένα μικρό υπόγειο κελλί».

Τη νύχτα τον επισκέπτεται ο γέρος. Τον παρατηρεί πολλή ώρα και μεταξύ πολλών άλλων του λέει: «Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών. Κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα» (Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζωφ, εκδ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, σ, 269-270).

Δυστυχώς, οι «δίκαιοι» κάθε εποχής θεωρούν δύσχρηστο τον μόνο αληθινά Δίκαιο (Ησ. 3, 10).

Όλοι τελικά βλέπουν τον Χριστό για εμπόδιο!

Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Παῖδες Μακκαβαῖοι: Μία Πάντα Σύγχρονη Πυξίδα γιὰ Ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους.

Γράφει ο Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Κάθε χρόνο, τήν πρώτη μέρα τοῦ Αὐγούστου, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Ἑπτὰ Παίδων Μακκαβαίων, τῆς μητέρας τους Σολομονῆς καὶ τοῦ δασκάλου τους Ἐλεαζάρου. Γιά τούς περισσότερους ἡ μεγάλη σημασία τῆς ἐορτῆς αὐτῆς ἀγνοεῖται. Και ὃμως ἡ ἐορτή αὐτή, εἶναι ὂχι μόνο μιά εὐκαιρία νά θυμηθοῦμε τούς πρό Χριστοῦ μάρτυρες τῆς πίστεώς μας, ἀλλά ἀποτελεῖ καί θεμέλιο λίθο γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν ἰδιοπροσωπία μας ὡς Ὀρθοδόξων, ὡς τοῦ Νέου Ἰσραήλ, ἐνώ παράλληλα φωτίζει μὲ τρόπο μοναδικὸ τὴν πορεία μας μέσα στὴν σύγχρονη πνευματικὴ καὶ ἱστορικὴ συγκυρία.

Ἡ ἱστορία τῶν Μακκαβαίων, ὅπως μᾶς παραδίδεται στὰ ὁμώνυμα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐκτυλίσσεται τὸν 2ο αἰώνα πρὸ Χριστοῦ, σὲ μία ἐποχὴ ἀφόρητης πνευματικῆς πίεσης γιὰ τὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανής, ἡγεμόνας τοῦ ἑλληνιστικοῦ βασιλείου τῶν Σελευκιδῶν, ἐπιδίωξε μὲ βία νὰ ἐπιβάλει τὴν ἐξομοίωση τῶν Ἰουδαίων, νὰ ἀφανίσει τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσει μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὸν συγκρητισμὸ τῆς ἐποχῆς του. Ἀπαγόρευσε τὴν τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, τὴν περιτομή, τὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν καὶ βεβήλωσε τὸν Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, μετατρέποντάς τον σὲ τόπο λατρείας τοῦ Ὀλυμπίου Διός.

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ζοφερὸ πνευματικὸ τοπίο, ἀναδύθηκε ἡ ἂρνηση τῆς ὑποταγῆς καί ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ὁ ὑπερήλικας Ἐλεάζαρος, οἱ ἑπτὰ νεαροὶ μαθητές του καὶ ἡ ἀνδρεία μητέρα τους Σολομονή, ἀρνήθηκαν νὰ ἀθετήσουν τὴν διαθήκη τους μὲ τὸν Θεό, λέγοντας ὄχι στὴν προσταγὴ νὰ φᾶνε ἀπὸ τὰ ἀπαγορευμένα χοιρινὰ κρέατα. Ἐπρόκειτο γιὰ μία πράξη ὕψιστης πνευματικῆς ἀντίστασης. Γνώριζαν πολὺ καλὰ πὼς ἡ ὑποχώρηση σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἰσοδυναμοῦσε μὲ τὴν πλήρη ἀπάρνηση τῆς πίστης τους. Προτίμησαν τὸν θάνατο μέσα σὲ φλόγες καὶ βασανιστήρια παρὰ τὴν πνευματικὴ ἀλλοτρίωση. «Ἓτοιμοι γὰρ ἀποθνῄσκειν ἐσμὲν ἢ παραβαίνειν τοὺς πατρίους νόμους.» (Μακ. Β΄ 7,2), ἦταν ἡ βροντερὴ φωνὴ τοῦ πρωτότοκου, μία φωνὴ πού ἀντηχεῖ στοὺς αἰῶνες. Κι ἡ μητέρα τους, ἡρωικὴ μορφή, σὰν τὴν Παναγία ποὺ θὰ στεκόταν κάτω ἀπ’ τὸν Σταυρὸ τοῦ Υἱοῦ της, τοὺς ἐνθάρρυνε στὸ μαρτύριο, βάζοντας τὴν αἰώνια ζωὴ πάνω ἀπ’ τὴν πρόσκαιρη. Στό κείμενο ὑπάρχουν σαφείς ἀναφορές στήν ἁνάσταση ὃπως: «… αἱρετὸν μεταλλάσσοντα ὑπ᾿ ἀνθρώπων τὰς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ προσδοκᾶν ἐλπίδας πάλιν ἀναστήσεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ·» (Μακ. Β΄ 7,14) ἢ ἀπό τήν μητέρα πρός τό νεαρό παιδί της: «…ἐπίδεξαι τὸν θάνατον, ἵνα ἐν τῷ ἐλέει σὺν τοῖς ἀδελφοῖς σου κομίσωμαί σε» (Μακ. Β΄ 7,29).

Γιὰ τοὺς Ἑβραίους, οἱ Μακκαβαῖοι συμβολίζουν τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἐπιβίωση καί τὴν ἀντίσταση τους ἐνάντια στὴν ἀφομοίωση. Ἡ ἐξέγερση ποὺ ἀκολούθησε τὸ μαρτύριό τους, μὲ ἡγέτη τὸν Ἰούδα τὸν Μακκαβαῖο, ὁδήγησε στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἰουδαίας, στὸν ἐπανακαθαρισμὸ τοῦ Ναοῦ ἀπό την βεβήλωση καί στά ἐγκαίνια του τό 164 π.Χ., γεγονὸς ποὺ ἐορτάζεται μέχρι σήμερα μὲ τὴν ἐορτὴ τῆς Χανουκᾶ. Ἒμμεση ἀναφορά στήν ἐορτή γίνεται καί στό Εὐαγγέλιο ὃπου στό κατά Ἰωάννη 10,22 και 10,23 ἀναφέρεται: «Ἐγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν· καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος». Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν βρέθηκε στόν Ναό κατά τήν ἐορτή.

Γιὰ μᾶς ὅμως τοὺς Ὀρθόδοξους, γιά ἐμᾶς τὸν Νέο Ἰσραήλ, ἡ σημασία τῶν Μακκαβαίων εἶναι πολύ βαθιά. Ἡ ἱστορία εἶναι ἐνιαία καὶ ἐπίσης ὁ Θεός εἶναι ἓνας, ἐνιαίος καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ Θεὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Χριστὸς, ὡς ἄσαρκος Λόγος μέχρι τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ὡς σεσαρκωμένος Λόγος ἔκτοτε καὶ γιὰ πάντα. Ἐμεῖς προσεγγίζομε τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας μέσῳ τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης ἐνιαίος εἶναι καὶ ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ ποὺ εἶναι κοντὰ στὸ Θεό. Εἶναι ὁ Ἰσραὴλ ὁ ὁποῖος συνεχίζεται μὲ ἐμᾶς τοὺς βαπτισμένους Ὀρθοδόξους ὡς ὁ νέος Ἰσραήλ. Ὁ Λαὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ εἶναι ἐνιαίος καὶ πορεύεται ἐνιαία καὶ αὐτόνομα στὴν ἱστορία, διαδραματίζοντας τὸν δικό του ρόλο στὴν ἀγλαοφανῆ του πορεία πρὸς τὰ ἔσχατα. Οἱ Μακκαβαῖοι εἶναι μάρτυρες τῆς πίστεως πρὸ τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, προηγούμενοι τῶν μυριάδων ἁγίων μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας μετά την σάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη εἶναι μία. Εἶναι ἡ πίστη στο δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ἡ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Πολύ σημαντικό γιά μᾶς εἶναι ὃτι τά γεγονότα μέ τούς Μακκαβαίους μᾶς βοηθοῦν νὰ καταλάβουμε καί τὴν θεμελιώδη διαφοροποίηση ἀνάμεσα στὸν Ὀρθόδοξο Ρωμηὸ καὶ τὸν Ἕλληνα. Ἡ ἒννοια τοῦ Ρωμηοῦ εἶναι πολύ εὐρύτερη τῆς ἒννοιας τοῦ Ἓλληνα. Ὁ Ρωμηὸς ἔχει τὴν ἔννοια κυρίως τοῦ χριστιανοῦ, τοῦ Ὀρθοδόξου, πέρα ἀπὸ ἐθνοτικὲς, φυλετικὲς ἢ γλωσσικὲς διαφοροποιήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι παντελῶς δευτερεύουσες. Ἡ Ρωμηοσύνη, ἀντανακλᾶ τήν οἰκουμενικὴ διάσταση τοῦ Εὐαγγελίου, τήν ἐν Χριστῷ συνάντηση τῶν λαῶν, ποὺ θεμελιώθηκε μέν πάνω στὴν ἑλληνορωμαϊκὴ οἰκουμένη, ἀλλὰ τὴν μεταμόρφωσε ἐκ βάθρων. Ὁ Ρωμηὸς λοιπόν εἶναι ὁ πολίτης τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὁ ὁποῖος κρατᾶ τὴν Παράδοση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Μακκαβαῖοι φύλαξαν τὴν διαθήκη τοῦ Μωυσῆ.

Ἡ κατάσταση σήμερα δεν διαφέρει πολύ ἀπό τό πλαίσιο πού προσπάθησε να ἐπιβάλλει ὁ Ἀντίοχος, ἁπλῶς ἡ πρόκληση τοῦ Ἀντιόχου παίρνει νέες μορφές. Γράφει το κείμενο (Μακ. Α΄ 1,41 καί 1,42): «Καὶ ἔγραψεν ὁ βασιλεὺς Ἀντίοχος πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ εἷναι πάντας εἰς λαὸν ἕνα καὶ ἐγκαταλιπεῖν ἕκαστον τὰ νόμιμα αὐτοῦ.» Αὐτό εἶναι καί σήμερα τό ζητούμενο ἀπό ἐμᾶς: νά ἐγκαταλείψομε τήν ταυτότητα καί τήν ἰδιοπροσωπία μας καί νά γίνομε ἓνα μέ τούς ἂλλους, νά ἀφομοιωθοῦμε πλήρως, νά μήν ὑπάρχομε ὡς διακριτή συλλογικότητα καί ἑτερότητα να γίνομε ὃλοι ἓνας ὁμοίομορφος εὐκόλως διαχειριζόμενος χυλός. Εἶναι μιά «παγκοσμιοποίηση»,  ἕνας νέος συγκρητισμὸς ποὺ ἐπιδιώκει νὰ ἐξαφανίσει κάθε τι τὸ ἰδιαίτερο, νὰ σχετικοποιήσει κάθε ἀλήθεια καὶ νὰ μετατρέψει τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη σὲ μία ἀκίνδυνη, ἰδιωτικὴ πεποίθηση καί σὲ ἓνα ἀπρόσωπο πολιτισμικὸ φολκλόρ. Ἡ νέα «χοιροφαγία» εἶναι ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς τρόπου ζωῆς χωρὶς Χριστό, ἡ ὑποταγὴ στὴν τυραννία τῶν παθῶν, ἡ λήθη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετάνοιας, ἡ ἀντικατάσταση τῆς σωτηριολογικῆς σχέσης μέ τόν Θεάνθρωπο ἀπό μιά ἀδιέξοδη σχέση μέ τά κάθε εἶδους εἲδωλα.

Οἱ Μακκαβαῖοι στέκονται μπροστά μας σὰν ὁδοδείκτες καί σάν πυξίδα. Μᾶς θυμίζουν πὼς ἡ πίστη δὲν εἶναι ἀντικείμενο διαπραγμάτευσης. Πὼς ὑπάρχουν ὅρια ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε χωρὶς νὰ προδώσουμε τὴν ταυτότητά μας. Ὁ ἀγώνας τους μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἀληθινὴ λευτεριὰ δὲν εἶναι ἡ ἀσυδοσία, ἀλλὰ ὃτι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία θεμελιώνεται στήν ὑπακοὴ στὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς καλοῦν δέ νὰ ἀναρωτηθοῦμε: Εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ «μὴ συμμορφωθοῦμε μὲ τὸν κόσμο τοῦτο»; Ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσουμε τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο μὲ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας, ἀκόμα κι ὅταν αὐτὸ ἔχει πολύ μεγάλο κόστος;

Ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων Μακκαβαίων εἶναι γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Ρωμηούς μία ζωντανὴ πρόσκληση σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση. Εἶναι μία φωνὴ, ἡ ὁποία μᾶς καλεῖ νὰ ξαναβροῦμε τὸ βαθύ ρωμαίικο φρόνημά μας πού θά μᾶς ἐπιτρέψει νά πορευτοῦμε τήν ἀγλαοφανή μας πορεία ἀπό δόξης εἰς δόξαν προς τά ἒσχατα και μετά.

Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

ΠΗΓΗ.https://www.antibaro.gr

Ματθαίου τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ, (ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΓ´), 16 Νοεμβρίου 2025,

(Αριθμ. 50. 1/ 2025)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Η σημερινή Κυριακή είναι πολύ σημαντική, γιατί αίρεται η συνέχεια των Κυριακών εκ του αναγνωσμάτων εκ του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, όπως και των διατεταγμένων αποστολικών αναγνωσμάτων, και κυριαρχούν τα αναγνώσματα της εορτής του Απόστολου και Ευαγγελιστού Ματθαίου.

2. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας αναγράφεται η εορτή ως εξής: «ἄθλησις τοῦ ἁγίου καὶ πανευφήμου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου [….]. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ σύναξις ἐν τῷ σεπτῷ ἀποστολείῳ τοῦ ἁγίου καὶ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου τῷ συγκειμένῳ τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ». Μάλιστα, πρέπει να αναφέρω ότι προεβλέπετο το ίδιο ευαγγελικό ανάγνωσμα, όπως στο σύγχρονο Τυπικό, αλλά ως προς το αποστολικό ανάγνωσμα καταγράφεται διπλή εκδοχή: Πρὸς Ἐφεσίους δ´, 7-13, ή Α´ Κορινθ. δ´, 9-16, αμφότερα έχοντα ως περιεχόμενο το έργο των Αποστόλων. Επιπλέον, ας σημειωθεί ότι το προαναφερθέν Ἀποστολείο είχε αποτελέσει ένα σημαντικό εκκλησιαστικό τοπόσημο για την Κωνσταντινούπολη, καθώς σ᾽αυτό εορτάζονταν εορτές με μνήμες των Αποστόλων, των οποίων τα λείψανα δεν είχαν μεταφερθεί και εναποτεθεί στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, ή εορτές που σχετίζονταν επίσης και με την αυτοκρατορική παρουσία, ή με τη συμμετοχή των αξιωματούχων της δημόσιας ζωής και της αυτοκρατορικής εθιμοτυπίας.

3. α. Ο Απόστολος Ματθαίος, γιος του Αλφαίου, αυτάδελφος του Απόστολου Ιάκωβου, καταγόταν και αυτός από τη Γαλιλαία, όπως όλοι οι Δώδεκα Απόστολοι, μία περιοχή ανοιχτή προς τα έθνη, σε αντίθεση με την Ιουδαία με την ισχυρή παρουσία των Φαρισαίων και ασφαλώς τα Ιεροσόλυμα με κέντρο το Ναό, κέντρο όλου του Ισραήλ, εγχώριου, της διασποράς και των προσηλύτων, αν και εκεί, με την επέμβαση της Ρωμαϊκής αρχής, είχε σπάσει εν μέρει η ιουδαϊκή αποκλειστικότητα με την επιβολή ακόμη και Αρχιερέα εκ Παρθίας, εκ των αιχμαλώτων Ισραηλιτών υπό των Πάρθων, και η σφραγίς εδίδετο στον Αρχιερέα από το βασιλέα των Ιουδαίων κατά την περίοδο της Ηρωδιανής Δυναστείας. Ο Απόστολος Ματθαίος ήταν τελώνης, φοροεισπράκτορας, κατώτερος, δηλαδή, υπάλληλος της ρωμαϊκής αρχής, της τάξης των τελωνών, η οποία δεν έχαιρε τιμής από τον κόσμο, είτε γιατί τους αντιμετώπιζε ως συνεργάτες της κατοχικής αρχής, είτε γιατί και οι ίδιοι οι τελώνες, προκειμένου να προσποριστούν κάποιο προσωπικό όφελος, έκαναν κατάχρηση της εξουσίας. Εξ αυτής της φήμης και το ειρωνικό σχόλιο των Φαρισαίων που ακούμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: «διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν;».

β. Πάντως, ο Απόστολος Ματθαίος αποτελεί ιδιαίτερη προσωπικότητα, καθώς έχει γράψει το Ευαγγέλιό του στα εβραϊκά, μάλλον αραμαϊκά της εποχής του Χριστού, και μεταφράστηκε στα Ελληνικά, ίσως στην περιοχή της Παλαιστίνης, όπου πρωτοκήρυξε, πορευθείς εν συνεχεία προς τα έθνη στην περιοχή της Αιθιοπίας. Η μετάφραση στη λεγόμενη κοινή ελληνική γλώσσα πρέπει να θεωρηθεί φυσική συνέπεια, καθώς ήταν η καθημερινή γλώσσα των λαών όχι μόνο της Μεσογείου της ελληνιστικής περιόδου, διαδόχου του βασιλείου του Μ. Αλεξάνδρου και των επιγόνων, αλλά και της περιόδου της κατάκτησής τους από τους Ρωμαίους, οι οποίοι στη νομοθεσία τους χρησιμοποιούσαν τη λατινική γλώσσα. Ωστόσο, η ελληνική υπήρξε η γλώσσα της καθημερινότητας αλλά και της επιστήμης, της συνεννόησης των λαών και του πολιτισμού, της μελέτης ολόκληρης της κλασικής γραμματείας. Ας αναλογισθούμε επιπλέον ότι ήδη από τις αρχές του 3ου π. Χ. αιώνα, με ορόσημο την περίοδο του Πτολεμαίου Β´του Φιλαδέλφου (309-246), στην Αλεξάνδρεια είχε μεταφραστεί η Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά. Είναι το γνωστό σε όλη την εκκλησιαστική ελληνόφωνη γραμματεία και τη λειτουργική χρήση κείμενο των Εβδομήκοντα (Ο´), στο οποίο γίνονται και πλείστες παραπομπές και στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Αυτό είναι το λειτουργικό κείμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο αφομοιώθηκε καθ᾽ όλη τη ζωή της Εκκλησίας, αναφέροντας εν συνόψει, όπως είναι οι Ψαλμοί, τα Κοινωνικά προ της Θείας Μεταλήψεως, τα Προφητικά Αναγνώσματα, τα Κοντάκια, οι Κανόνες και οι Καταβασίες, η νηπτική πράξη και η εικονογραφία, η ερμηνευτική Πατερική Γραμματεία, η συνοδική πράξη, αλλά και η εν γένει Λογοτεχνία και η καθημερινή ζωή των Ορθόδοξων λαών. Τώρα, το πώς τυρβάζονται οι βιβλικοί θεολόγοι, είναι μια δική τους ιστορία, τα «παράλληλα ρήματα».

γ. Η αρχή και η κατακλείδα του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου είναι οι σημαντικοί πόλοι ένταξης στην κοινή μαρτυρία τόσο των αυτοπτών του Χριστού όσο και στη σύνολη αγιογραφική καταγραφή. Ο Απόστολος Ματθαίος αρχίζει τη γενεολογία του Χριστού φτάνοντας στον Αβραάμ. Ουσιαστικά υπερβαίνει το Μωσαϊκό Νόμο, συνδέοντας την καταγραφή του με το βιβλίο της Γενέσεως και τελειώνει με την προτροπή του Αναστάντος Χριστού στους ένδεκα (Ματθ. κη´, 16-20) να πορευτούν στα έθνη διδάσκοντας όσα εκείνος τους δίδαξε και να βαπτίσουν τους προσερχόμενους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και ότι θα είναι για πάντα μαζί τους. Αναξάρτητα από τις συζητήσεις των βιβλικών θεολόγων για την χρονολόγηση της κατακλείδος, το βέβαιο είναι ότι η αγιοτριαδική βαπτισματική ομολογία, που αποτέλεσε, εξάλλου, και τον πυρήνα των πρώτων βαπτιστηρίων Συμβόλων Πίστεως και εν συνεχεία του Συνοδικού Συμβόλου Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλως, υιοθετηθέντος ως του λειτουργικού Συμβόλου Πίστεως όλων των Ορθοδόξων, αποτελεί πράξη των ίδιων των Αποστόλων. Είναι η κυρίαρχη μαρτυρία της Αποστολικής κοινότητας, βάσει της οποίας διακρίνεται από τον Ισραήλ και την αναφορά του πρώτου άρθρου του Δεκαλόγου περί του μόνου ενός Θεού, του Κυρίου του σύμπαντος Κόσμου και ουδενός ετέρου.

δ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αρχή του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου τίθεται ως θέμα ότι πρόκειται για το Ευαγγέλιο του Χριστού, στο Κατά Λουκάν η αναφορά γίνεται στους αυτόπτες και γενομένους υπηρέτες του Λόγου με τα προδρομικά γεγονότα για τη γέννηση του Προδρόμου Ιωάννη, ενώ η γενεαλογία του στο τέταρτο κεφάλαιο εκκινεί από το Χριστό προς τους φερόμενους κατά σάρκα Ισραήλ προγόνους και φτάνει στη δημιουργία του Αδάμ. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης με την αρχή: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος…», τον οποίο ομολογεί ως το δημιουργό του κόσμου, συνδέει με ένα τρόπο οικουμενικό το Λόγο, που ενηνθρώπησε (σὰρξ ἐγένετο), δηλαδή το Χριστό, με την πρώτη ημέρα της δημιουργίας του κόσμου κατά το βιβλίο της Γενέσεως: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. 4 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. 5 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο  ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία».

ε. Με μία ενιαία θέαση των καίριων σημείων των τεσσάρων Ευαγγελίων μπορούμε να σημειώσουμε ότι σ᾽ αυτά δρα ο Λόγος του Θεού Πατρός, άσαρκος, ένσαρκος και έν προοπτική ως «ἀοράτως συνών», ή Πνευματικώς ορώμενος προς μία πανοραματική ώθηση, η οποία εκβάλλει στο μυστήριο του βαπτίσματος και της Θείας Λειτουργίας ως έργο του Αγίου Πνεύματος, όπως αποτυπώνονται στις Πράξεις, τις Επιστολές και την Αποκάλυψη της εγρήγορσης και της συνεχούς αναμονής, μία θέαση που βρίσκεται, επομένως, συναπτά προς την αγιογραφική καταγραφή και το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως.

Β. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, προερχόμενο από την Επιστολή Προς Ρωμαίους, μία από τις πλέον σημαντικές Επιστολές του Απόστολου Παύλου με θέματα που απασχόλησαν και απασχολούν τη χριστιανοσύνη για τη δικαιοσύνη ως δικαίωση, περί χάριτος, καλών έργων αλλά και για τη δικαιϊκή αντίληψη περί απολύτου, ή απλού προορισμού, θέματα που ουκ ολίγη ευθύνη φέρουν οι καλούμενοι θεολόγοι της Δύσης και μεταφορά στην Ορθόδοξη Ανατολή, όπως είναι φυσικό σ᾽ ένα κόσμο ανοιχτό, ωστόσο για την εκκλησιαστική ζωή των Ορθοδόξων το παρόν Αποστολικό Ανάγνωσμα παρέχει ερείσματα ομολογίας περί της πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό ως κοινού αγαθού προς όλη την ανθρωπότητα, το άνοιγμα προς τα έθνη χωρίς διάκριση προς τον Ισραήλ, μία θέαση επίσης του κόσμου και της ζωής θεολογικής και νηπτικής προσεγγίσεως με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού αδιαλείπτως και το θεμέλιο της πνευματικής πατρότητος για την πορεία της κατά Χριστόν βιωτής των Ορθοδόξων χριστιανών, ό,τι αποτελεί το φιλοκαλικό ήθος των Ορθοδόξων, που ευαγγελίζονται εν τω ονόματι του Θεού της ειρήνης όχι μόνο την ειρήνη που υπερέχει του όποιου διανοήματος και συστήματος σκέψης, αλλά που αγωνιά πραγματικά για την ειρήνη όλης της ανθρωπότητος ως κοινωνίας αδελφών και συνασκητών, μία πρόταση οικουμενικότητας και διαλλαγής.

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αναφέρεται στην κλήση για την αποστολική διακονία του Απόστολου και Ευαγγελιστή Ματθαίου. Δεν πρέπει να μας δημιουργούνται ερωτηματικά που ο εξιστορών είναι ο ίδιος ο Ματθαίος· αυτός είναι ένας τρόπος των άκρως αγιακών προσώπων, τα οποία αποκρύπτουν την ταυτότητά τους, όταν είναι θέματα είτε που αφορούν στο κοινό της Εκκλησίας, είτε από άκρα συνοχή και έκσταση στο ίδιο το γεγονός. Εξάλλου, η άμεση ανταπόκριση του Ευαγγελιστή αποδεικνύει ότι βρίσκονται στο σπίτι του Ματθαίου, πράγμα που σημαίνει και την άμεση ενημέρωση των οικείων του. Κι ενώ δεν παρέχεται κάποια μαρτυρία για τη συζήτηση στο σπίτι, καταγράφεται το πικρό σχόλιο εν είδει ερωτήματος από Φαρισαίους, προφανώς της Καπερναούμ: «διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν;». Μας είναι γνωστό ότι ο Χριστός πολεμήθηκε κυρίως από τους Φαρισαίους της εποχής του, τους με μεγάλα λόγια τιμητές του Νόμου και των Προφητών, όπως γίνεται σε κάθε εποχή από τους εκάστοτε φαρισαίους. Είναι δε γεγονός ότι ο Χριστός τους αντιμετώπισε ευθέως χρησιμοποιώντας ελεγκτικά τα ίδια τους επιχειρήματα. Οι Φαρισαίοι, ως θεωρούντες εαυτούς δικαίους, δεν είχαν ανάγκη θεραπείας και ιατρείας, συν που θεωρούσαν εαυτούς και αναμάρτητους. Θέτοντας το θέμα της θεραπείας και του ελέους ο Χριστός δεν έχει σκοπό να κάνει αντιρρητική συζήτηση με τους Φαρισαίους, αλλά να κηρύξει μετάνοια για όλους τους βασανισμένους ανθρώπους, μία μετάνοια που είναι η αρχή της πραγματικής ένταξης στην Εκκλησία.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ῥωμ. ι´, 11- ια´, 2: «11 λέγει γὰρ ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται. 12 οὐ γὰρ ἔστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν· 13 πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται. 14 πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος; 15 πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά! 16 Ἀλλ᾿ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; 17 ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ. 18 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν. 19 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς. 20 Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι. 21 πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. ια΄ 1 Λέγω οὖν, μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο· καὶ γὰρ ἐγὼ Ἰσραηλίτης εἰμί, ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν. 2 οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ὃν προέγνω».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:Ματθθ´, 9-13:«9 Καὶ παράγων ὁ ῾Ιησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοικαὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ.10 Καὶ ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειμένου ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ ἰδοὺ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ ᾿Ιησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 11 καὶ ἰδόντες οἱ Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν; 12 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. 13 πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν. οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν».

Βιβλία ποιμαντικού ενδιαφέροντος, αρωγοί στο ιεραποστολικό έργο της διαδικτυακής ομάδος «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ»

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί..Ο Χριστός «είη εν μέσω ημών»

 Συνεχίζουμε την ιεραποστολική μας προσπάθεια προκειμένου να ενισχύσουμε εμπερίστατους αδελφούς μας στην Συρία. Εκτός από τον διαδικτυακό έρανο που συνεχίζεται η διαδικτυακή ομάδα μας ξεκινά και άλλη παράλληλη προσπάθεια γι΄αυτό.

Θα διαθέσει τα έσοδα και  από τα παρακάτω βιβλία του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου για τον ίδιο σκοπό. Τα βιβλία είναι τα εξής.

1.Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΡΤΟΣ.

ΤΙΜΗ.10 ευρώ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:

2.ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ-ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΡΤΟΣ

ΤΗΛ.ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΒΙΒΛΙΩΝ : 210 8028828

E- mail:info@myrtosbooks.gr

——————————————————————

3. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (Θεολογική και ποιμαντική προσέγγιση στο μυστήριο του γάμου και τα προβλήματά του.)-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΊΟΥ: https://fdathanasiou.wordpress.com/2020/10/28/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%ce%bd-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%89-%cf%83%cf%85%ce%b6%cf%85%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83-%cf%80%cf%81%cf%89/

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ:

ΤΗΛΕΦΩΝΟ : Τηλέφωνο 2105238305

E-mail: info@stamoulis.gr

——————————————————————-

4.ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: https://fdathanasiou.wordpress.com/2014/07/05/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%8D/

Κεντρική διάθεση.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΦΗΜΑ.

http://www.grafima.com.gr/

Στρ. Εξαδάκτυλου 5- Θεσσαλονίκη, Τ.Κ. 54635, Τηλέφωνο-Fax (0030) 2310248272 , email:grafima@grafima.com.gr

Επί πλέον σημειώνουμε και τα εξής:

1.Όσοι επιθυμούν να συμμετέχουν στον διαδικτυακό έρανο , να καταθέτουν τη δωρεά τους στον λογαριασμό

Eurobank / 0026-0469-64-0100058162.  

(IBAN, GR 6102604690000640100058162)  


SW
ΙFT CODE (BIC). ERBKGRAA.  

(Δικαιούχος:  π. Δημήτριος Αθανασίου)  
  

Παρακαλούμε τους δωρητές να μας ενημερώνουν οπωσδήποτε  στο e-mail  dosambr@gmail.com για τις δωρεές τους (ονοματεπώνυμο – ποσό δωρεάς).

Αν επιθυμούν και σχετική απόδειξη, να μας γράφουν τα απαραίτητα στοιχεία για την αποστολή της.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………….

2.Επειδή από το Σάββατο 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025 ξεκινάει η Σαρακοστή των Χριστουγέννων, παρακαλούμε τους δωρητές να μας αποστείλουν στο παραπάνω email  ονόματα για μνημόνευση στις θείες Λειτουργίες (Υπέρ υγείας και Υπερ Αναπαύσεως)

Ευχόμαστε  σε όλους Καλή Σαρακοστή και Καλό αγώνα.

Για την διαδικτυακή ομάδα-ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.