Αρχείο

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Η στάμνα της Σαμαρείτιδος – Αρχιμ. Χριστοδούλου Φάσσου.

 

Αυτή η ευαγγελική περικοπή, αδελφοί μου, που δια­βάσαμε, η συνομιλία του Κυρίου μας με τη Σαμαρείτιδα, είναι μία από τις ωραιότερες αλλά και διδακτικότερες σελίδες της ευαγγελικής διηγήσεως. Ο Κύριός μας αποκαλύπτει στη συνομιλία Του με τη γυναίκα αυτή αλή­θειες δογματικές, θεολογικές και λατρευτικές, τις οποίες για πρώτη ίσως φορά ακούμε και διαβάζουμε μέσα στο Ευαγγέλιο τόσο «καθαρά».

Οταν διάβαζα προ ολίγων ημερών για να προετοιμα­στώ για τη Θ. Λειτουργία, στάθηκα σε μία φράση, η οποία με προβλημάτισε. Η φράση αυτή είναι στο τέλος της συνομιλίας του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα. Οπως θυμάστε, ο Κύριος ήρθε κουρασμένος και κάθισε στο πηγάδι. Οι μαθητές έφυγαν για να αγοράσουν τρόφιμα. Ο Ιωάννης φαίνεται πως έμεινε μαζί Του, γι’ αυτό και περιγράφει τόσο λεπτομερώς αυτή την υπέροχη συζήτηση μεταξύ του Κυρίου και της Σαμαρείτιδος. Και αφού ο Κύριος απεκάλυψε αυτές τις αλήθειες, που σας είπα, και έφερε τη γυναίκα αυτή σε συναίσθηση της καταστάσεώς της, δημιουργήθηκε εκεί με τη Χάρη του Θεού μία μετα­βολή στον εσωτερικό της κόσμο, ώστε να καταλάβει την αμαρτωλή κατάστασή της και συγχρόνως να ανάψει μέσα στην καρδιά της ένας ζήλος για να μεταφέρει αυτό το μήνυμα: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιω. Α’, 42). Διότι της απεκάλυ­ψε ο Κύριος ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας, πράγμα που δεν το είχε αποκαλύψει σε κανέναν τόσο σαφώς. Και μόλις ήρθαν οι μαθη­τές, φέροντες τα τρόφιμα, αυτή έφυγε για να πάει να αναγγείλει το μήνυμα.

Στο σημείο αυτό ο Ευαγγελιστής έχει αυτή την πρό­ταση, που σας είπα ότι με προβλημάτισε. Λέει: «Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν και λέγει τοις ανθρώποις» (Ιω. Δ’, 28). Οταν διαβάζει κανείς τα προηγούμενα, που είναι υψηλού θεολογικού περιεχομένου μηνύματα, και μετά έρχεται στη φράση: «Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή…», ότι άφησε η γυναίκα τη στάμνα της εκεί πέρα και έφυγε, νομίζει ότι είναι αυτός ο στίχος μία ασήμαντη και ίσως περιττή λεπτομέρεια, την οποίαν αναγράφει ο Ευαγγελιστής. Αλλά σκέφτηκα, υπάρχουν ασήμαντα και περιττά, λέξεις και φράσεις ασήμαντες και περιττές στην ευαγγελική διήγηση; Υπάρχουν;

Οι μαθητές είχαν μία εμπειρία τριών χρόνων, κατά τους οποίους συνανεστράφησαν τον Κύριο κι έπρεπε να γράψουν λίγες σελίδες ευαγγελικές, με την πλούσια αυτή εμπειρία που είχαν. Επρεπε να επιλέξουν τα πλέον σημαντικά. Μεταξύ, λοιπόν, των πλέον σημαντικών, να βάζουν αυτή τη φράση, που εγώ τη θεωρώ ότι είναι ασήμαντη και κάπως περιττή; Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, συγκεκριμέ­να, ο οποίος γράφει το περιστατικό, λέει: «έστι δε και άλλα πολλά» (Ιω. ΚΑ’, 24) από όσα έκαμε και δίδαξε ο Κύριος, τα οποία δεν είναι γραμμένα στο ευαγγέλιο΄ και αν γραφό­ντουσαν, ούτε ο κόσμος δεν θα χώραγε τα γραφόμενα βιβλία. Οταν λοιπόν υπάρχει τέτοια στενότητα χώρου, σκέπτομαι, θα κατανάλωνε έναν στίχο για να γράψει μία περιττή φράση, μία ασήμαντη φράση; Δεν φαντάζομαι. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η φράση αυτή, ότι δηλαδή άφησε η γυναίκα την υδρία της και πήγε μέσα στην πόλη να φέρει το μήνυ­μα, δεν είναι ασήμαντη. Είναι πολύ σημαντική και από τη φράση αυτή αποκαλύπτονται πτυχές της ψυχολογίας, μυστικές πτυχές της ψυχολογίας της γυναίκας, με τις οποίες ολοκληρώνεται η προσωπικότητά της. Επί πλέον με αυτή τη φράση, ότι η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, δίνει και σε μας κάποια μηνύματα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Ας την αναλύσουμε λοιπόν. Τί εξήγηση να δώσουμε; Γιατί άφησε τη στάμνα της; Θα μπορούσε να πει κανείς σαν πρώτη εξήγηση για το ότι την ξέχασε. Την ξέχασε, για να πάει να φέρει το μήνυμα. Αλλά κάθε μέρα, ή μέρα παρά μέρα, ερχότανε να πάρει νερό για τη λάτρα του σπιτιού και να πιει η πολυμελής οικογένεια, την οποίαν είχε. Τώρα λοιπόν γι’ αυτό το λόγο ήρθε. Είναι δυνατόν να έφυγε με άδεια χέρια; Να μην πάρει τη στάμνα γεμάτη νερό για τη χρεία; Αλλά, αδελφοί μου, η σημερινή μέρα δεν είναι σαν τις άλλες. Σήμερα δεν είναι σαν τις άλλες μέρες που έπαιρνε νερό και πήγαινε στο σπίτι της. Σήμε­ρα συνέβη γεγονός, το οποίον είναι συγκλονιστικό γι’ αυτή. Η συνάντησή της με τον Κύριο και η συνομιλία της μαζί Του έφερε μία μεταβολή και αναστάτωση και ανα­τροπή, θα έλεγα, σε ολόκληρο τον ψυχικό της κόσμο και στα όσα ως τώρα κυριαρχούσαν μέσα της. Αυτή η μετα­βολή δεν είναι δική μου κρίση, αλλά καταφαίνεται από τα λόγια τα οποία πήγε και είπε, μόλις συνάντησε τους συμπατριώτες της. Λέει: «Δεύτε ίδετε άνθρωπον (ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο) ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα» (Ιω. Δ’, 29).
Αυτές οι λέξεις «είπέ μοι πάντα όσα εποίησα…» δείχνουν έναν εσωτερικό κόσμο, ο οποίος έχει αναστατωθεί, ο οποίος έχει ανακαινισθεί. Ελάτε να δείτε κάποιον που μου φανέρωσε ό,τι έχω κάμει στη ζωή μου΄ «μήτι ούτός εστιν ο Χριστός;» (Ιω. Δ’, 29). Αυτή έχει βεβαιωθεί ότι είναι ο Χρι­στός, διότι της το ομολόγησε ο Κύριος και το βεβαίωσε΄ αλλά το λέει έτσι για να κινήσει το ενδιαφέρον. Τα λόγια αυτά δείχνουν ότι σήμερα έγινε κάτι κοσμογονικό μέσα στην καρδιά της.

Λέει ο ι. Χρυσόστομος: «Ούτως υπό των ειρημένων ανήφθη, ώστε και την υδρίαν αφείναι και την χρείαν δι’ ην παρεγένετο» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG). Από όσα της είπε ο Χριστός άναψε τέτοια φωτιά μέσα της, ώστε και τη στάμνα και τη δίψα να ξεχάσει. Το σκοπό δηλαδή για τον οποίο ήρθε, να ξεδιψά­σει αυτή και η οικογένειά της, τον ξεχνάει. Από τί; Από τη φωτιά που άναψε μέσα της. Εν πάση περιπτώσει, είναι δυνατόν να την ξέχασε τη στάμνα, αλλά είναι και δυνατόν να την άφησε εσκεμμένα εκεί. Γιατί να την άφησε εσκεμμένα; Διότι από αυτή την ημέρα και μετά, από αυτή τη συνομιλία, όπως είπα, ένας καινούργιος κόσμος έχει ανοιχθεί μπροστά της και με και­νούργια μέτρα μετράει τώρα τα πράγματα της ζωής. Λέει ένας ερμηνευτής: «Διατίθεται η γυνή προς το ύδωρ ως ο Ιησούς μετ’ ολίγον εις τον άρτον» (Βλ. Τρεμπέλας Π. Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. «Σωτήρ», σελ. 153). Ο Κύριός μας, όταν πήγαν οι μαθητές και του έφεραν το ψωμί, τους είπε: Εγώ έφαγα. Την ξέχασε τη σωματική Του πείνα, με όσα είχε ειπωμένα με τη Σαμαρείτιδα. Οπως ο Κύριος ξέχασε την πείνα, έτσι ξέχασε κι αυτή τη δίψα. Έτσι ξέχασε τώρα και το σταμνί. Γιατί; Γιατί είναι δευτερευούσης σημασίας πράγματα. Διότι άλλα πράγματα τώρα πήραν την πρώτη θέση μέσα στη ζωή της και την πολιτεία της.

Αλλά ακόμα, αδελφοί μου, αυτή η στάμνα η εγκατα­λελειμμένη είναι γι’ αυτή τη γυναίκα μία ανάμνηση, αν θέλετε, αντιπροσώπευση της ζωής που έκανε ως τώρα. Δεν τη θέλει πια αυτή τη ζωή. Την εγκαταλείπει αυτή τη ζωή. Καινούργια ζωή αρχίζει και ως εκ τούτου μπορεί να εγκαταλείψει και τη στάμνα, διότι της θυμίζει την απο­γοήτευση που δοκίμασε ζώντας χωρίς το Χριστό. Δεν το έβλεπε πρώτα αυτό, τώρα το βλέπει. Γιατί τώρα γνώρισε το Χριστό. Τώρα άκουσε τη διδασκαλία Του. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της τα πνευματικά και έτσι, ας πούμε, η στάμνα, σαν ένας αντιπρόσωπος εκείνης της παλιάς ζωής, της είναι πλέον περιττή. Λέει ένας ερμηνευτής: «Ούτως άρα ταχέως προετίμησε το ύδωρ του Χριστού της του Ιακώβ πηγής» (Βλ. Τρεμπέλας Π. Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. «Σωτήρ», σελ. 153). Ξεχνάει τη δίψα. Προτιμάει το νερό που έδωσε ο Χριστός. Το ύδωρ το ζων, που όποιος πιει απ’ αυτό, καθώς της είπε, δεν ξαναδιψάει. Προτιμάει αυτό το νερό παρά το νερό απ’ το πηγάδι του Ιακώβ. Και κάνει ο Ι. Χρυσόστομος μία παρατήρηση, την οποίαν σας παρα­καλώ να την προσέξουμε, διότι από κει βγαίνει το δίδαγ­μά μας. «Ήλθεν υδρεύσασθαι (ήλθε για να πάρει νερό) και επειδή της αληθινής πηγής επέτυχε, (και επειδή τώρα βρήκε την αληθινή πηγή με το ζωντανό νερό), κατεφρόνησε της αισθητής (κατεφρόνησε την πηγή την υλική) διδάσκουσα ημάς… (τί μας διδάσκει;) εν τη των πνευ­ματικών ακροάσει πάντων υπεροράν» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG). Οταν έχουμε μπροστά μας τον καινούργιο πνευματικό κόσμο και ασχο­λούμεθα με αυτόν και τον μελετάμε, τον κόσμο που μας φανερώνει ο Χριστός και το Ευαγγέλιό Του, όλα πρέπει να τα περιφρονούμε. «Πάντων υπεροράν των βιοτικών και μηδένα λόγον αυτών ποιείσθαι» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG) και δεν κάνουμε κουβέντα πλέον γι’ αυτά τα πράγματα. Όλα όσα συζη­τούσε ως τώρα δεν την ενδιαφέρουν πλέον. Αλλες κουβέ­ντες κάνει τώρα, που τις εμπνέει ο Χριστός και η διδα­σκαλία Του. Αυτό είναι το μήνυμα για μας.

Να κάνουμε ένα ερώτημα: Συμβαίνει αυτό με μας; Μήπως εξακολουθούμε να αντλούμε από δύο πηγάδια; Εμείς -όταν λέω εμείς το συγκεκριμενοποιώ- είμαστε μέλη μίας χριστιανικής ομάδος, που εδώ και πενήντα χρόνια ιδρύθηκε στην Πάτρα και ακούσαμε τόσα πολλά πράγματα από πατέρες πνευματικούς και διδασκάλους θεολόγους. Τί έγιναν αυτά τα πράγματα; Μας ανοίξανε πηγάδι τότε, το πηγάδι του Χριστού, οι πνευματικοί και διδάσκαλοί μας. Αντλούμε από αυτό το πηγάδι ή έχουμε ακόμα το μαγγανοπήγαδο του κόσμου και αντλούμε από αυτό και από το Χριστό και τα ανακατεύουμε; Και ασφαλώς δεν πετάξαμε αυτή τη στάμνα. Να κοιτάξουμε πλάι στο πηγάδι της ζωής μας εγώ, εσύ, ο καθένας. Υπάρχει κάποια εγκαταλελειμμένη στάμνα; Αφήκαμε κάποια πράγματα; Να το πούμε, αδελφοί μου, καθαρά, αφήκαμε κάποια πράγματα από την παλιά ζωή μας; Τη ζωή των αδυναμιών, της αμαρτίας, των παθών μας; Λέει ο μακαριστός Τρεμπέλας, σχολιάζοντας αυτήν την περι­κοπή για την οποία μιλάμε: «Οσοι εγνώρισαν τον Χριστόν, αποδεικνύουν τούτο δι’ αγίας περιφρονήσεως προς τα μάταια αγαθά του κόσμου» (Βλ. Τρεμπέλας Π. Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. «Σωτήρ», σελ. 154). Να προβληματιστούμε μ’ αυτή τη φράση.

Υπάρχει και άλλος ένας λόγος, αδελφοί μου, που μπο­ρεί γι’ αυτό να άφησε τη στάμνα. Αυτή ξεκινάει να τρέξει να φέρει ένα μήνυμα. Μήνυμα ιεραποστολής και σωτη­ρίας. Η στάμνα είναι βαριά. Η στάμνα είναι ένα βάρος. Αυτή θέλει νά ‘ναι εύζωνας. Δεν θέλει νά ‘χει βάρη επάνω της. Γιατί το έργο της ιεραποστολής του Χριστού δεν επι­δέχεται βάρη. Και την αφήνει τη στάμνα για να γίνει γνή­σια ιεραπόστολος. Και έγινε γνήσια ιεραπόστολος. Μας το λέει το ευαγγέλιο.
Ηλθαν οι Σαμαρείτες και παρακαλούσαν τον Κύριο να μείνει. Αλλά μας το λέει και η εκκλησιαστική μας ιστορία με το βίο της και με το μαρτύ­ριό της. Λοιπόν, η στάμνα ήταν βάρος γι’ αυτήν. Η ιερα­ποστολή θέλει εύζωνους στρατιώτες.

Τώρα προσέξτε κάτι. Ο κάθε πιστός, από την ώρα που συνειδητοποιεί την πίστη του και τη διδασκαλία του Χρι­στού μας, είναι ιεραπόστολος και πρέπει να φέρνει αυτό το μήνυμα κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο στους συνανθρώπους του. Για να είναι ιεραπόστολος και να φέρνει αυτό το μήνυμα, δεν πρέπει νά ‘χει βάρη επάνω του. Πόσες βαριές στάμνες, υδρίες, κουβαλάμε εμείς, ρωτήστε τον εαυτόν σας. Γεμάτες με εγωισμό, δειλία, ασυνέπεια, ακόμα και με νόμιμες απαιτήσεις της ζωής… Τις κουβαλάμε και αυτό είναι εμπόδιο στην ιεραποστολή μας και στο έργο μας το ιεραποστολικό. Λέει ο ι. Χρυσόστομος: «Οταν γαρ πυρωθή ψυχή τω πυρί τω θείω, προς ουδέν των εν τη γη λοιπόν ορά..» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG). Αμα ανάψει η φωτιά του Χριστού μεσ’ την καρδιά, δεν βλέπει ο άνθρωπος τα γήινα πράγ­ματα. «Ενός εστι μόνου, της κατεχούσης αυτήν φλο­γός» (Ioannes Chrysostomus, In Johannem, Homiliae 34, 59, 193, 21 TLG). Η ψυχή ένα πράγμα νιώθει και αισθάνεται, τη φλόγα που την καίει.

Αδελφοί μου, αυτοί οι πατέρες και αδελφοί μας αποτελούν για μας ιεραποστολικά πρότυπα. Εχει πάρα πολλή σημασία το ότι ήρθαμε εδώ εφέτος. Δεν θα επεκταθώ σ’ αυτό το θέμα. . . . Αλλά εδώ που είμαστε, είμαστε κάτω από τη σκιά μίας βασιλικής δρυός. Και η βασιλική δρυς, αυτό το δένδρο το πλατύκλαδο και σκιερό, υπήρξε ο πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος. Υπήρξε ο πρώτος κατηχητής. Πριν έλθουν οι δικοί μας μεταγενέστεροι κατηχητές, ο π. Γερβάσιος ήταν κατηχητής εδώ και εβδομήντα και πλέον χρόνια στην πόλη αυτή. Και ήταν ιεραπόστολος, όπως η Σαμαρείτισσα. Και όσοι μετά, κάτω από τη σκιά του και δροσίστηκαν και διδάχτηκαν, κληρικοί και λαϊκοί, όλοι αυτοί κάτω από τη σκιά του ετράφησαν και αναπαύθηκαν και αναζωογονήθηκαν. Ολοι αυτοί, με επικε­φαλής τον π. Γερβάσιο, υπήρξαν ιεραπόστολοι χωρίς να κουβαλάνε πάνω τους στάμνες και βάρη. Θυμηθείτε τους, έναν-έναν. Πόσο ανιδιοτελείς, πόσο αφιλοχρήματοι και πόσο άνθρωποι θυσίας υπήρξαν! Αληθινοί ιεραπόστολοι που μεσ’ την καρδιά τους έκαιγε, όπως λέει ο Χρυσόστο­μος, αυτή η φλόγα, η οποία, άπαξ και άναψε, τους έκανε όλα τα άλλα να τα βλέπουν σαν δευτερεύοντα. Λοιπόν, αν θέλουμε να τους κάνουμε μνημόσυνο, να μην περιοριζόμα­στε στα κόλλυβα και στα κεριά, αλλά να είμαστε μιμητές όλοι της ζωής τους και του ιεραποστολικού τους έργου. Αυτά μας δίδαξε σήμερα η Σαμαρείτιδα. Αυτά μας διδά­σκει ο δίσκος με τα κόλλυβα.

Αυτά μας διδάσκει η θρη­σκευτική ιστορία αυτής της πόλεως. Εχει μία ένδοξη ιστορία, θρησκευτική και εκκλησιαστική, αυτή η πόλη. Και μέσα σ’ αυτή την ιστορία είμαστε γεννημένοι. Μέσα σ’ αυτή την ιστορία είμαστε ποτισμένοι. Μέσα σ’ αυτή την ιστορία είμαστε βαπτισμένοι. Λοιπόν, γεννημένοι, βαπτισμένοι και ποτισμένοι μ’ αυτή την ιστορία και μ’ αυτά τα ιδανικά που και η Σαμα­ρείτιδα και οι πατέρες μας και οι λαϊκοί διδάσκαλοί μας μας δίδαξαν, μ’ αυτά να πορευόμαστε. Και αυτά να τα λέμε και στα παιδιά μας. Να τα διδάσκουμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας. Και πιστεύω πως η ευχή όλων αυτών, οι προσευχές τους, που είναι μέσα στην αγκαλιά του Θεού και απολαμβάνουν τα αγαθά του παραδείσου, θα ευλογήσουν το έργο το δικό μας. Δε θέλω να επε­κταθώ. Εμείς μπήκαμε σ’ ένα χωράφι που το έσπειραν αυτοί. Το είπε σήμερα το ευαγγέλιο. Αλλοι σπέρνουν και άλλοι θερίζουν. Αλλοι κοπίασαν και άλλοι μπήκανε και αναπαύονται στους κόπους αυτών. Εμείς είμαστε μέσα σ’ αυτούς. Ας προσπαθούμε τουλάχιστον να φανούμε αντά­ξιοι των κόπων που έκαμαν για μας. Αμήν.

[Πάτρα 12-05-1996, Ομιλία στον Ι. Ναό Αγίας Παρασκευής Συχαινών (κατασκήνωση π. Γερβασίου)]

(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008).-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

Κατηγορίες:Uncategorized

Παρασκευή και καθαγιασμός Αγίου Μύρου.

 
Οἱ Ἀρχιερεῖς κατερχόμενοι ἐκ τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Ανδρέου εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Ναὸν κατὰ τὸν καθαγιασμὸν τοῦ Ἁγίου Μύρου τὸ ἔτος 1973.

Η παρασκευή και ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου, γεγονός ιδιαίτερης σημασίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα πραγματοποιηθεί φέτος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το Άγιο Μύρο παρασκευάζεται περίπου κάθε δέκα χρόνια, στο Φανάρι και χρησιμοποιείται στο μυστήριο του βαπτίσματος για την μετάδοση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος στους νεοφώτιστους Ορθοδόξους.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα καθαγιάσει για δεύτερη φορά κατά την Πατριαρχία του νέα ποσότητα Αγίου Μύρου την Μ. Πέμπτη το πρωί, παρουσία εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Η όλη προετοιμασία της παρασκευής του Μύρου θα αρχίσει την Κυριακή των Βαΐων, όταν ο Πατριάρχης με ειδική ευχή θα αναθέσει στον Άρχοντα Μυρεψό και στους συνεργάτες του Μυρεψούς, την ευθύνη της όλης διεργασίας.

 Πρόκειται για ένα έργο πολύ υπεύθυνο, που απαιτεί ειδικές γνώσεις. Για αυτό το αξίωμα του Μυρεψού πάντα αναλαμβάνουν φαρμακοποιοί και χημικοί.

Σήμερα, επικεφαλής τους είναι ο Άρχων Μυρεψός Πρόδρομος Θανάσογλου, ενώ της αρμόδιας Συνοδικής Επιτροπής προεδρεύει ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως και Θείρων Αθανάσιος.

Η διαδικασία της παρασκευής και «εψήσεως», του ψησίματος δηλαδή, του Μύρου γίνεται στο ειδικά διαμορφωμένο κουβούκλιο που βρίσκεται στον περίβολο του Πατριαρχείου.

Τα υλικά με τα οποία παρασκευάζεται το Άγιο Μύρο, είναι:

Ελαιον καθαρόν   ………………………………………………………………………….        οκ. 700

Οίνος στίφων μέλας    ……………………………………………………………………        οκ. 200

Ανθόνερον αρίστης ποιότητας     ………………………………………………………..        λιτ.  32

Ροδόσταμον αρίστης ποιότητας    ………………………………………………………..        λιτ.  40

Μαστίχη καθαρή  ……………………………………………………………………………       λιτ.  20  

Μετζουβί ή κόμμι ευώδες ………………………………………………………………….       λιτ.  20

Αμωμον (γενί παχάρ)  ……………………………………………………………………..       λιτ.   6

Ξυλαλόη μαβέρτη   …………………………………………………………………………       λιτ.   4

Πέπερι μακρόν (δαρί φιλφίλ)   ……………………………………………………………        λιτ. 4 1/2

Κάρυα αρωματικά (τζεβίζ πεβά ή χιντιστάν) …………………………………………….        λιτ.  6

Φύλλος ινδικός (σαδέτζ χιντί ή χιντ γιαπραγί) …………………………………………        λιτ.1 1/2

Ξυλοκασία ήτοι αγγέλικα Βοεμίας (σελιχί καπουγιού ή αντζελίκ κιοκιού ή μελέκ κιοκιού)..λιτ. 4

Στύραξ υγρά (μεχέ σελέ ή καρά κισενλούκ γιαγί) …………………………………….        λιτ.  4

Σμύρνα καθαρά (μουρού σαφί) …………………………………………………………..        λιτ. 12

Πέπερις (καρά μπιμπέρ ή φουλφούλι ασβέστι) ………………………………………….        λιτ. 10

Εχινάνθη (ιχτίρι μεκάι ή κιαπέ σαμανί) …………………………………………………..        λιτ.  4

Ξυλοβάλσαμον  ………………………………………………………………………………      λιτ.  1 1/2 

Ακορος ή κάλαμος ευώδης (αζάκ εγιρί ή βετζ) ………………………………………….       λιτ. 6

Ιρις φλωρεντινή (ιρισά ή μενεξέ κιοκιού) ………………………………………………..       λιτ. 12

Βάκχαρις ή αντ’ αυτής εμπερατόρια (σαφρέντ παχαρί ή κρατ κιοκιού) ……………….       λιτ. 6

Αριστολοχία βέρα (τζεραβέντι ταβίλ)  ……………………………………………………       λιτ. 1 1/2

Καρποβάλσαμον ή κουβέβι (χάμπουλ παλασάν ή ή κεπαπέ) …………………………..       λιτ.  4

Κύπερις (τοπαλάκ κιοκιού ή σαδ) …………………………………………………………       λιτ.  6

Μυρισινόκοκκα (μερσίν τοχουμού) ……………………………………………………….       λιτ.  2

Νάρδος κελτική (σουμπούλι φρεγκί ή σουμπούλι ρουμί)  ……………………………..        λιτ.  4

Κασσία μέλαινα ή αντ’ αυτής κασκαρίλια όπερ εστί φλοιός αμπάρεως

                                   (καρεμφίλ καπουγιού ή άμπερκα πουγιού) ………………        λιτ. 4

Βάλανος μυριψική (χάμπουλ μπαν). …………………………………………………….         λιτ. 1 1/2

Καρδάψωμον μικρόν (κακουλέγι σαγίρ) ………………………………………………..        λιτ.  6

Κρυόφυλλα (καρεμφίλ) …………………………………………………………………..        λιτ.  12

Κινάμωμον (ταρτζίν) ……………………………………………………………………….       λιτ. 12

Ασσαρον βέρον (εσαρούν) ………………………………………………………………..        λιτ.  6

Μάκερος Ολλάνδας (μπεσπάσεγι χιντί) ………………………………………………… .       λιτ.  4

Τερέβινθος βενετική (τιρεμεντίνη βενεδίκ) ……………………………………………..       λιτ. 14

Ρετσίνη λευκή καθαρά (τσαμ σακίζ εμπιάζ) ……………………………………………..        λιτ.  28

Μυροβάλανον καθαρόν (χελιλέγι χιντί) …………………………………………………        λιτ. 4

Σάμψυχος ή μαντζουράνα (μερτζαντζού) ……………………………………………….        λιτ. 4

Λάδανος καθαρά (λαδένι κιριντί) …………………………………………………………        λιτ. 20

Στάχυς νάρδου ινδικού (σουμπούλι χιντί) ……………………………………………….        λιτ. 4

Λίβανος λευκός (κισινλούκ εμπιάζ)  ………………………………………………………        λιτ. 20

Ζιγγίβερις λευκή (τζεντζεπίλ εμπιάζ) …………………………………………………….        λιτ. 12

Ζαρνάβας (ζουρουμπάτ) …………………………………………………………………..        λιτ. 5

Τύλλις (χαλαμπέ τοπόι τοχουμού)  ………………………………………………………        λιτ. 4

Ελένιον (ατζί κιοκιού) ……………………………………………………………………..        λιτ. 4

Υλη μετά την έψησιν των ανωτέρω τω Μύρω εγχεομένη.

Ελαιον κινναμώμου σειλάνικον (ταρτζίν γιαγί) …………………………………………        λιτ. 1 1/2

Ελαιον καρυοφύλλων ……………………………………………………………………..        λιτ. 1 1/2

Μοσχοκαρυδέλαιον Ολλάνδας πηκτόν (χιντιστάν τζεβισί γιαγί) ………………………        λιτ. 3

Βάλσαμον Μέκκας ήτοι βαλσαμέλαιον (κιαμπέ πελεσανί ή πελεσέγκ γιαγί) …………        λιτ. 14

Ροδέλαιον ή έλαιον τριανταφύλλου (γκιουλ αγατζί γιαγί) ……………………………        δρμ. 200

Έλαιον μάκερις (πεσπασέι χιντί γιαγί) …………………………………………………..        δρμ. 20

Έλαιον κίτρου ………………………………………………………………………………        δραμ. 70

Έλαιον καρποβαλσάμου …………………………………………………………………..        δραμ. 35

Έλαιον σαμψύχου …………………………………………………………………………        δραμ. 35

Έλαιον δάφνης …………………………………………………………………………….        δραμ. 70

Έλαιον δενδρολιβάνου ……………………………………………………………………        δραμ. 35

Έλαιον νάρδου ή λεβάντας ………………………………………………………………        δραμ. 35

Μόσχος ινδικός (μίσκι χιντί ) …………………………………………………………….        δραμ. 40

Αμπαρι (αμπέρ εμπιάζ) ……………………………………………………………………        δραμ.  65

Τα συστατικά αυτά με διάφορες παραλλαγές και προσθήκες, εμφανίζονται σε καταλόγους από τον 8ο αιώνα μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα.

Άγιο Μύρο παρασκευάσθηκε στο Φανάρι:

Το 1208 επί Πατριαρχίας Μιχαήλ Δ΄ (στη Νίκαια)

Το 1705 επί Πατριαρχίας Γαβριήλ Γ΄

Το 1759 επί Πατριαρχίας Σεραφείμ Β΄

Το 1833 επί Πατριαρχίας Κωνσταντίου Α΄

Το 1856 επί Πατριαρχίας Κύριλλου Ζ΄

Το 1865 επί Πατριαρχίας Σωφρονίου Γ΄

Το 1879 επί Πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄

Το 1890 επί Πατριαρχίας Διονυσίου Ε΄

Το 1903 επί Πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄

Το 1912 επί Πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄

Το 1928 επί Πατριαρχίας Βασιλείου του Γ΄

Το 1939 επί Πατριαρχίας Βενιαμίν

Το 1951 επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα

Το 1960 επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα

Το 1973 επί Πατριαρχίας Δημητρίου

Το 1983 επί Πατριαρχίας Δημητρίου

Το 1992 επί Πατριαρχίας Βαρθολομαίου

Το 2002 επί Πατριαρχίας Βαρθολομαίου

Η παρασκευή (έψηση) του Αγίου Μύρου βασίζεται στην περιγραφή του Μωυσή στο Βιβλίο της Εξόδου (Έξοδος λ΄22-25) 

Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 18 ποίησον λουτῆρα χαλκοῦν καὶ βάσιν αὐτῷ χαλκῆν, ὥστε νίπτεσθαι· καὶ θήσεις αὐτὸν ἀνὰ μέσον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐκχεεῖς εἰς αὐτὸν ὕδωρ, 19 καὶ νίψεται Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐξ αὐτοῦ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὕδατι. 20 ὅταν εἰσπορεύωνται εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, νίψονται ὕδατι καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσιν· ἢ ὅταν προσπορεύωνται πρὸς τὸ θυσιαστήριον λειτουργεῖν καὶ ἀναφέρειν τὰ ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, 21 νίψονται τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὕδατι· ὅταν εἰσπορεύωνται εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, νίψονται ὕδατι, ἵνα μὴ ἀποθάνωσι· καὶ ἔσται αὐτοῖς νόμιμον αἰώνιον, αὐτῷ καὶ ταῖς γενεαῖς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν. 22 καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 23 καὶ σὺ λάβε ἡδύσματα, τὸ ἄνθος σμύρνης ἐκλεκτῆς πεντακοσίους σίκλους καὶ κινναμώμου εὐώδους τὸ ἥμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα καὶ καλάμου εὐώδους διακοσίους πεντήκοντα 24 καὶ ἴρεως πεντακοσίους σίκλους τοῦ ἁγίου καὶ ἔλαιον ἐξ ἐλαιῶν εἲν 25 καὶ ποιήσεις αὐτὸ ἔλαιον χρῖσμα ἅγιον, μύρον μυρεψικὸν τέχνῃ μυρεψοῦ· ἔλαιον χρῖσμα ἅγιον ἔσται. 26καὶ χρίσεις ἐξ αὐτοῦ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου 27 καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὴν λυχνίαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦ θυμιάματος 28 καὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ πάντα αὐτοῦ τὰ σκεύη καὶ τὴν τράπεζαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὸν λουτῆρα καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ 29 καὶ ἁγιάσεις αὐτά, καὶ ἔσται ἅγια τῶν ἁγίων· πᾶς ὁ ἁπτόμενος αὐτῶν ἁγιασθήσεται. 30 καὶ Ἀαρὼν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ χρίσεις καὶ ἁγιάσεις αὐτοὺς ἱερατεύειν μοι. 31 καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λαλήσεις λέγων· ἔλαιον ἄλειμμα χρίσεως ἅγιον ἔσται τοῦτο ὑμῖν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. 32 ἐπὶ σάρκα ἀνθρώπου οὐ χρισθήσεται, καὶ κατὰ τὴν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς ὡσαύτως· ἅγιόν ἐστι καὶ ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν. 33 ὃς ἂν ποιήσῃ ὡσαύτως, καὶ ὃς ἂν δῷ ἀπ᾿ αὐτοῦ ἀλλογενεῖ, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.34 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· λάβε σεαυτῷ ἡδύσματα, στακτήν, ὄνυχα, χαλβάνην ἡδυσμοῦ καὶ λίβανον διαφανῆ, ἴσον ἴσῳ ἔσται· 35 καὶ ποιήσουσιν ἐν αὐτῷ θυμίαμα, μυρεψικὸν ἔργον μυρεψοῦ, μεμιγμένον, καθαρόν, ἔργον ἅγιον. 36 καὶ συγκόψεις ἐκ τούτων λεπτὸν καὶ θήσεις ἀπέναντι τῶν μαρτυρίων ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ὅθεν γνωσθήσομαί σοι ἐκεῖθεν· ἅγιον τῶν ἁγίων ἔσται ὑμῖν. 37 θυμίαμα κατὰ τὴν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς· ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν Κυρίῳ· 38 ὃς ἂν ποιήσῃ ὡσαύτως ὥστε ὀσφραίνεσθαι ἐν αὐτῷ, ἀπολεῖται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.

Τρόπος Παρασκευῆς – Καθαγίαση (Μέρος Α΄)

Ἡ τελετὴ τῆς παρασκευῆς, τῆς ἔψησεως καὶ τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἀρχίζει τὸ Σάββατον τοῦ Λαζάρου. Ἀφοῦ ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ ὅλαι αἱ προετοιμασίαι  καὶ  ἔχουν  συγκεντρωθεῖ  ὅλα  τὰ  ἀπαιτούμενα  ὑλικά,  τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον στολίζεται καταλλήλως “διὰ τὸ φαιδρὸν τῆς Πανηγύρεως“.

Κατὰ τὴν παράδοση, μόνο στὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν τῆς παρασκευῆς τοῦ Ἁγίου Μύρου ἐκτίθεται στὸ ἐκκλησίασμα γιὰ προσκύνημα ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας “Ἐλπὶς Ἀπηλπισμένων ”, ἡ ὁποία παίρνει τὴ θέση της στὸν αὐλόγυρον τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
 
Τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων οἱ 9 κοσμήτορες – μυρεψοί μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν Ἄρχοντα Μυρεψὸ ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸν Μέγα Ἐκκλησιάρχη ἔμπροσθεν τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου φορώντας λευκοὺς ποδήρεις χιτῶνας. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀναγιγνώσκει τὴν εἰδικὴν εὐχὴν “ὁ καλέσας τοὺς δούλους σου τούτους εἰς τὸ διακονῆσαι τῷ ἱερῷ ἔργῳ τῆς παρασκευῆς καὶ ἐψήσεως τοῦ Ἁγίου Μύρου…
 
 

Οἱ Μυρεψοὶ μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν Ἄρχοντα Μυρεψὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἀνάγνωσης τῆς εἰδικῆς εὐχῆς γιὰ τὸ ξεκίνημα τῶν ἐργασιῶν τους ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Διακρίνονται (ἀπὸ ἀριστερά) Γ. Σαββίδης, Πρόδρομος Θανασόγλου (χημικός), Α. Στουγιαννίδης, Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης καὶ Σ.Λουκίδης (φαρμακοποιοί)

 
Ἀμέσως μετὰ τοὺς εὔχεται καλὴ δύναμη καὶ ἐναποθέτει στὸ στῆθος των τὸν Χρυσὸ Σταυρὸ τῆς διακονίας ὁ ὁποῖος φέρει καὶ τὴν Πατριαρχικὴν σφραγῖδα, ἐνῶ στὸν Ἄρχοντα Μυρεψὸ ἐπιθέτει καὶ “μεταξωτὸ λέντιο“. Στὴ συνέχεια οἱ μυρεψοὶ παρακολουθοῦν ἀπὸ περίοπτη θέση ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ὡς πρόσωπα ἄξια “προσηκούσης τιμῆς” τὴ Θεία Λειτουργία μέχρι τὴν ἀπόλυση της.
 
Τῇ Μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μετὰ τὸ τέλος τῆς Προηγιασμένης, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του καὶ τοὺς ἱεροψάλτες νὰ προπορεύονται, βγαίνουν ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν Ναὸν καὶ κατευθύνονται στὸ Ἱερὸν Κουβούκλιον. Ἐκεῖ ὁ Πατριάρχης τελεῖ τὸν Μικρὸν Ἀγιασμὸν καὶ ῥαντίζει ὅλα τὰ σκεύη, τοὺς λέβητας, τὰ δοχεῖα καὶ τὶς πρῶτες ὕλες.
 
Γιὰ νὰ δείξῃ δὲ τὴ συμμετοχή του στὴν παρασκευὴ καὶ ἔψηση, πρῶτος ῥίχνει στοὺς λέβητας, σὲ σχῆμα “Σταυροῦ“, λάδι καὶ κρασὶ καὶ κρατώντας ἕνα καλαθάκι μὲ ἄνθη τῆς ἐποχῆς προσθέτει σέπαλα καὶ πέταλα στὸ λέβητα. Στὴ συνέχεια ἀνάβει τὴν πρώτη φλόγα στοὺς λέβητες “ὡς τῷ τοῦ πνεύματος ἐξυπηρετὼν μυστηρίῳ” ποὺ μέχρι καὶ τὴν Μεγάλη Τετάρτη θὰ συνεχίσῃ νὰ καίῃ, μὲ τεμάχια ἀπὸ εἰκόνες καὶ φρύγανα. Στοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους τὴν ἐπιστασία τῆς παρασκευῆς φαίνεται ὅτι εἶχε ὁ Μέγας Σκευοφύλαξ, ὁ ὀποίος πρῶτος ἄναβε τὴν “ὑπὸ κάτω τῶν λεβήτων (κακαβῶν) πυράν, ἐκτελὼν ὁ σήμερον Πατριάρχης ἔργον..
 
Ἀφοῦ μὲ τὴν συμβολικὴ αὐτὴ χειρονομία ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δώσει τὸ ἔναυσμα γιὰ τὸ ξεκίνημα τῶν ἐργασιῶν, οἱ μυρεψοὶ ἀρχίζουν τὴ διαδικασία τῆς παρασκευῆς, χωρὶς νὰ σταματήσουν οὔτε στιγμὴ ἐπὶ ἕνα τετραήμερο. Μὲ βάρδιες ἐκτελοῦν τὶς ἱστορικὲς συνταγὲς καὶ παρακολουθοῦν τὴν ἐξέλιξη τῶν ἐργασιῶν, “τὴν ἐπιστήμην εἰδότος μετὰ πολλῆς ὅτι προσοχῆς“. Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς διακονίας τους, μὲ πρῶτο τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, στὴ συνέχεια τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἱερατικὴν τάξην καὶ τὸ τυπικὸν τοῦ Πατριαρχείου τοὺς ἀρχιμανδρίτας καὶ τέλος τοὺς ἱερεῖς μὲ τὴν σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα ἐναλλαγή των, ἀναγιγνώσκονται ἀπὸ τὸ “Τετραβάγγελο” ἐδάφια ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον.
 
Τῇ Μεγάλῃ Τρίτῃ, μετὰ τὴν προηγιασμένη, μὲ τὴν ἴδια τάξη, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ ἤδη ἔχουν ἔλθει ἀπὸ τὶς χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεία κατευθύνονται πρὸς τὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο, ὅπου ψάλλεται ὁ Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανόνας τῆς Θεοτόκου.
Τὴν ἡμέρα αὐτὴ μνημονεύονται τὰ ὀνόματα ὅσων προσέφεραν σὲ εἶδος, σὲ χρῆμα καὶ σὲ ἐργασία γιὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ Παρασκευὴ τοῦ Ἁγίου Μύρου. Μὲ τὴν ἴδια τελετουργία τῆς προηγουμένης ἡμέρας ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης πάλι συμβολικά, προσθέτει στοὺς λέβητες λάδι, κρασὶ καὶ ἄνθη πολύχρωμα καὶ παρακολουθεῖ τὸν βρασμὸ καὶ τὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν.
 
Ἡ ἡμέρα ἐξελίσσεται μὲ τὸ ἴδιο τυπικό. Μὲ τοὺς κληρικοὺς ὅλων τῶν βαθμίδων τῆς ἱεραρχίας νὰ διαβάζουν ἐδάφια ἀπὸ τὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον καὶ τοὺς μυρεψοὺς νὰ δίδουν ὅλο τους τὸν ἑαυτό, γιὰ νὰ παρασκευάσουν “Μύρον εὔοσμον καὶ θεῖον” ὅπως προστάττουν τὰ ἱερὰ βιβλία.
 
Ὅπως ὅμως καὶ νὰ ἔχῃ ἡ μεγάλη αὐτὴ ἱεροτελεστία τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μία ἀρκετὰ δαπανηρὴ διαδικασία. Γι’ αὐτὸ καὶ δημιουργήθηκε τὸ ἔθος νὰ συνεισφέρουν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες κάποια βοήθεια ὑλικὴ καὶ οἰκονομική. Ἀπὸ διάφορες παλιὲς ἀναφορὲς γίνεται γνωστὸ ὅτι τὸ 1890 ἡΣμύρνη καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ἔστειλαν 3500 καὶ 2140 ἀργυρᾶ γρόσια ἀντίστοιχα, καὶ οἱ “ Ὀρθόδοξοι τῶν Ἰωαννίνων ” 3130 ἀργυρᾶ γρόσια.
 
Ἐπισημαίνεται ὅτι βοήθησαν οἱ Σέρρες καὶ ἡ “ Ἡγεμονία ” τῆς Σάμου πάντοτε σὲ χρηματικὰ ποσά. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ τοποτηρητοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Μελετίου Πηγὰ τὸ 1598 στὸν ἱερέα Γ. Μαρμαρὰ τῆς Ἐπαρχίας Κυδωνίας τῆς Κρήτης στὴν ὁποία γράφει: “…ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἁγίου Μύρον κατασκευὴν μελετῶμεν, εἴπερ αἱ ἀνάγκαι καὶ οἱ κίνδυνοι, ἀλλὰ καὶ τῶν τινῶν αἱ ἀπείθειαι συγχωροῦσι, πλὴν ἀνάγκη χρημάτων πολλῶν καὶ ἀλλαχόθεν…
 
Οἱ Κρῆτες, οἱ Σαμιῶτες, οἱ Κυδωνιάτες καὶ οἱ Μυτιληναίοι εἴχαν στείλει κατὰ διάστήματα ἐψήσεων μεγάλη ποσότητα λαδιοῦ, ἐνῶ οἱ Ἀλεξανδρουπολίτες εἴχαν προμηθεύσει τὸ περιζήτητο ῥοδέλαιο τὸ ὀποῖο τὰ τελευταία χρόνια τὸ προμηθεύει τὸ Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας. Οἱ Ἐκκλησίες τῆς Φιλιππουπόλεωςκαὶ οἱ ὀργανώσεις τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν τῆς Θρᾴκης ἔστελναν πολύτιμα καὶ σπάνια βότανα.
 
Ἤδη τὸ Φανάρι, ἡ ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται τὸ ἔντονο ἄρωμα που βγαίνει ἀπὸ τὶς καπνοδόχους τοῦ Ἱεροῦ Κουβουκλίου, δεῖγμα γραφῆς αἰώνων ὁλοκλήρων, ἑνὸς θεσμοῦ τῆς Πόλεως καὶ ὅλης τῆς οἰκουμένης.
 
Τῇ Μεγάλῃ Τετάρτῃ ἀπὸ τὸ πρωὶ ἀρχίζει ἡ σταδιακὴ μείωση τῆς ἔντασης τῆς φωτιᾶς οὕτως ὥστε τὸ μεσημέρι νὰ ξεκινήσῃ ἡ διαδικασία τῆς ἀποστάξεως, τοῦ φιλτραρίσματος καὶ τοῦ καθαρισμοῦ τοῦ ὑλικοῦ.
 
Ἀφοῦ γίνει ἡ πρώτη ἐπεξεργασία τοῦ περιεχομένου τῶν πέντε λεβήτων, μὲ τὸ ἴδιο πάντα τυπικὸν προσέρχεται ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης στὸν Ἅγιο Φοῦρνο καὶ μετὰ ἀπὸ μία μικρὴ ἀκολουθία προσθέτει στοὺς λέβητας τὰ αἰθέρια ἔλαια, ῥοδέλαιον, ἔλαιον κίτρου, δαφνέλαιον, ἔλαιον δενδρολιβάνου, νάρδου, κ.ἄ.
 
Οἱ κληρικοὶ συνεχίζουν τὴν ἀνάγνωση ἐδαφίων ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο ὅπως τὶς προηγούμενες μέρες, μέχρι καὶ τὸ Μέγα Εὐχέλαιο τὸ ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Τετάρτης.
 
1992. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μέσα στο Ἰερὸ Κουβούκλιο ῥίχνει κρασὶ στους λέβητές που εἶναι πλήρεις ἀπὸ λάδι, ἀλκοολούχα ἐκχυλίσματα καὶ δρόγες
Μετὰ τὸ πέρας τοῦ εὐχελαίου ὁ Μεγ. Ἐκκλησιάρχης με τὴ βοήθεια τῶν ἱερέων καὶ τῶν διακόνων φέρνει στοὺς μυρεψοὺς τὰ ἀργυρᾶ δοχεῖα ποὺ εἶναι:
- 12 ἀργυροῖ ἀμφορεῖς μὲ 2 λαβὲς ποὺ ἔχουν κατασκευασθεῖ τὸ 1902 καὶ ἔχουν χαραγμένο πάνω τους τὸ “διὰ συνδρομῆς εὐγενῶν Χριστιανῶν
- 8 ἀργυρὲς λήκυθοι
- 22 ἀργυρᾶ μικρὰ δοχεῖα
- 2 ἀργυρὲς καὶ μία ἀλαβάστρινη μυροθήκη
 
 

Τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.


Σὲ αὐτὰ τὰ δοχεῖα θὰ μεταγγισθῇ πλέον τὸ καθαρὸ ὑλικὸ τὸ ὀποῖο μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια μεταφέρεται στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρίσκεται μέσα στὰ πατριαρχικὰ δώματα, ὅπου θὰ παραμείνῃ μέχρι τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
 
Ἕνα ἀπὸ τὰ μικρὰ δοχεῖα θα παραμείνει στὰ Πατριαρχικὰ δώματα καὶ δὲν θὰ καθαγιασθῇ. Θὰ φυλαχτῇ γιὰ ἱατρικοὺς θεραπευτικοὺς σκοπούς.
 
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Γκοὰρ στὸ Εὐχολόγιο του τὸ 1730, «κομίζειν δὲ ἐκ τοῦ οὕτως ἐψηθέντος Μύρου ἐπιτρέπειν εἰς τὴν πατριαρχικῶν κέλλην, ἱατρείας χάριν, τῶν ἐπιτρεπόντων ἂν εἴη συγκομίζειν καὶ ταῖς ἐπὶ τοῦ μωσαϊκοῦ Μύρου τοῦ Θεοῦ ἀπειλὰς καὶ ἄρας».
 
 

Λάδι, κρασί, ἀλκοολικά ἐκχυλίσματα δρογῶν,
αἰθέρια ἔλαια καὶ ἀρωματικά φυτὰ ὡς μῖγμα
κατὰ τὴν παρασκευὴ καὶ ἕψηση τοῦ Μύρου.

 
Τὸ ἀκάθαρτο ὑλικό, αὐτὸ ποὺ καθιζάνει, τὸ κατακάθι ὅπως ἀποκαλεῖταί, ποὺ περιέχει καὶ τὸ ἀρωματικὸ ἀδιάλυτο ἴζημα, εἶναι τὸ μίγμα ἀπὸ τὸ ὀποῖο μὲ εἰδικὴ κατεργασία θὰ φτιαχτῇ θυμίαμα. Θὰ κοπεῖ σὲ μικρὰ κομμάτια καὶ θὰ μπῇ σὲ ἐπίχρυσα καὶ ἐπάργυρα κουτάκια ποὺ φέρουν τὴν πατριαρχικὴ σφραγῖδα τὰ ὁποῖα θὰ δοθοῦν στοὺς συμμετέχοντες ἀρχιερεῖς, θὰ σταλοῦν στὶς ἀνὰ τὸν κόσμον ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καὶ θὰ μοιρασθοῦν σὲ ὅσους παρευρίσκονται τὴν Μεγάλην Πέμπτην στὴν λειτουργίαν καθαγιασμοῦ.
 
Ἡ διαδικασία αὐτὴ μᾶς μεταφέρει πάλι στὴν Πεντάτευχο ποὺ γράφει:
«λαβὲ σ᾽ ἑαυτῷ ἠδύσματα, σταχτὺν ὄνυχα χαλβάνην ἠδυσμοῦ καὶ λίβανον διαφανὴ ἴσον, ἴσῳ ἔστε καὶ ποίησον ἐν αὐτῷ θυμίαμα μυρεψικὸν ἔργον μυρεψοῦ μεμιγμένον καθαρόν, ἔργον ἄγων».
 
Τῇ Μεγάλῃ Πέμπτῃ ὁ ὄρθρος ψάλλεται στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Ἀφοῦ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης πάρει καιρὸ ἀπὸ τὰ δίπτυχα ἀρχίζει ἡ ἀμφίεση του ἐνῶ οἱ χοροὶ ψάλλουν τὸ «Ἄνωθεν οἱ προφῆται».
 
Οἱ ἀρχιερεῖς φοροῦν τὰ ἄμφια τους σ᾽ ἄλλο χῶρο τῶν πατριαρχικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα ἔχουν προετοιμασθεῖ κατάλληλα γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τους. Μετὰ τὴν ἔνδυση τους προσέρχονται καὶ παραλαμβάνουν τὰ ἀργυρᾶ δοχεῖα καὶ τοὺς ἀμφορεῖς καὶ ἀρχίζει ἡ λιτανεία, ἡ κάθοδος δηλαδὴ στὸν Πατριαρχικὸ Ναό μὲ τὴν παρακάτω τάξῃ: Προπορεύεται ὁ Τίμιος Σταυρὸς καὶ τὰ ἐξαπτέρυγα, ἕπονται οἱ πατριαρχικοὶ χοροί, ἀκολουθεῖ ὁ Πριμικήριος ποὺ φέρει τὸ Διβάμβουλον καὶ οἱ διάκονοι τῆς Πατριαρχικῆς αὐλῆς. Ἀκολουθοῦν οἱ ἀρχιμανδρίτες ποὺ κρατοῦν ἀνὰ δύο τοὺς 12 ἀργυροῦς ἀμφορεῖς μὲ τὶς λαβὲς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς πάντα μὲ σειρὰ πρεσβειῶν χειροτονίας ποὺ κρατοῦν τὰ μικρὰ ἀργυρᾶ δοχεῖα. Τὴ λιτανεία πλαισιώνουν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐκπρόσωποι Πατριαρχείων καὶ Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
 
Ἀκολουθεῖ ὁ Πατριάρχης ποὺ κρατὰ τὴ μικρὴ μυροθήκη μὲ τὴν ἀκολουθία του καὶ ἡ πομπὴ ὁλοκληρώνεται μὲ τοὺς μυρεψοὺς ποὺ περιστοιχίζουν τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Στὸν πάνσεπτο Πατριαρχικὸ ναὸ ἐπικρατεῖ μεγαλοπρέπεια. Ἄρχοντες καὶ τιτλούχοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀντιπρόσωποι τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καὶ ἄλλων δογμάτων, ἐπίσημοι καὶ προξενικὲς ἀρχὲς παρακολουθοῦν τὴν μεγαλοπρεπὴ λειτουργία.
 
Ὅταν ἡ ἱερὰ πομπὴ μπεῖ στὸν Πατριαρχικὸ Ναό, οἱ ἀρχιμανδρίτες τοποθετοῦν τοὺς ἀργυροῦς ἀμφορεῖς ἔξω ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς ἀποθέτουν τὰ μικρὰ ἀργυρᾶ δοχεῖα πίσῳ καὶ δίπλα στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἀμέσως μετὰ ἀρχίζει ἡ Θεία Λειτουργία τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
 
 

1992. Τὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Ἀνδρέου τῇ Μεγάλῃ Πέμπτῃ τὸ πρωΐ μὲ τοὺς ἀργυροῦς ἀμφορεῖς πλήρεις ”μύρου εὐώδους”.

 
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, μετὰ τὴ Μεγάλη Εἴσοδο, τοποθετεῖ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης τὸ ἀλαβάστρινο δοχεῖο τοῦ ἁγιασμένου Μύρου δεξιὰ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου καὶ τὸ ἀργυρὸ δοχεῖο τοῦ μὴ ἀγιασμένου Μύρου ἀριστερὰ τοῦ Ἁγίου Δίσκου. Στὴ συνέχεια καθαγιάζει τὰ δοχεῖά, μὲ γρήγορο ῥυθμὸ τὰ σφραγίζει, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπικαλεῖται τρεῖς φορὲς τὴ χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὁ κλῆρος καὶ τὸ ἐκκλησίασμα γονατιστοὶ προσεύχονται. Μετὰ τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, μὲ τὴν ἴδια διάταξη τῆς εἰσόδου, ἡ πομπὴ ἐξέρχεται τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ κατευθύνεται στο Μυροφυλάκιο, ὅπου θὰ ἐναποτεθεῖ τὸ Ἅγιο Μύρον γιὰ φύλαξη, μέχρις ὅτου ἐξαντληθεῖ τὸ ἀπόθεμα, ὁπότε καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἡ προετοιμασία τῆς νέας παρασκευῆς.
 
Οἱ χῶροι ὅπου ἐξελίσσεται ἡ διαδικασία παρασκευῆς, ἔψησης καὶ φύλαξης τοῦ Ἁγίου Μύρου εἶναι δύο:
α) Τὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο καὶ
β) Τὸ Μυροφυλάκιο.
Θα ἐπιχειρήσουμε τὴν περιγραφή τους, γιατὶ συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν ὅλη διαδικασία. 

Τρόπος Παρασκευῆς – Καθαγίαση (Μέρος Β΄)

α) Ἱερὸ Κουβούκλιο:
 
Θα μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ἐργαστήρι τῶν φαρμακοποιῶν μυρεψῶν. Βρίσκεται στὸν αὐλόγυρο τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὰ ἀριστερὰ ὅπως εἰσέρχεται κάποιος μὲ κατεύθυνση τὸ Ναὸ καὶ κτίσθηκε τὸ 1880 ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ Ἰωακεὶμ Γ´.
 
Ἀνατρέχοντας τὴν ἱστορία συναντᾶμε στοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καὶ γύρῳ στὸν 15ο αἰῶνα ὁ χῶρος παρασκευῆς τοῦ Ἁγίου Μύρου νὰ ἀποκαλεῖται «ἐμψητήριον» ἢ «ἅγιος φοῦρνος» καὶ νὰ ὁρίζεται ἡ θέση του ἔξω ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ ναό, στὴ βόρεια πλευρά, ὅπου βρίσκονταν τὰ «κελιὰ τῶν παπάδων». Καὶ ὅταν ἀναφέρει ὁ Δ. Βουλησμὰς τὸ “ἐν ἄλλαις ἐποχαίς“, σαφῶς ὑπονοεῖ τὸν ἅγιο φοῦρνο ποὺ βρισκόταν στὸ σκευοφυλάκιο τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας καταλήγοντας στὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἀπὸ Ῥωσικὲς πηγὲς οἱ ὀποῖες ἐξιστοροῦν τὰ συμβάντα τῆς ἐποχῆς γράφοντας “καὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ σκευοφυλάκιον καὶ θυμιᾶ ὁ Βασιλεὺς κακεῖσε τὸν ἅγιον φοῦρνον…“.
 
 

1982. Παρεκκλήσιο Ἁγίου Ἀνδρέου τὴν Μεγάλη Πέμπτη τὸ πρωΐ μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τ᾽ ἄμφια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου  μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐνδυθῇ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ πατριαρχικοὶ χοροὶ θὰ ψάλλουν τὸ Ἄνωθεν οἱ προφῆται”.

 
Τὸ 1879 καὶ τὸ 1890, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πληροφορίες ἡ ἔψηση τοῦ Ἁγίου Μύρου ἔγινε “στὴν πρὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ πλατεῖα. Κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐκτίσθησαν αἱ ἑστίαι ἐπὶ τοῦ πρὸς μεσημβρίαν τοίχου τοῦ περιβάλλοντος τὸ προαύλιον τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ ἐν κιγκλίσιν εὐπρεπεστέραις πως“, προφανῶς στο σημεῖο ποὺ κτίσθηκε τὸ 1880 τὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο ποὺ ἀναφέρεται ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς καὶ ὡς «στοά» καὶ περιγράφεται ὡς ἐξῆς:
 
Τὴν Μεγάλην Δευτέραν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μετὰ ἑπτὰ ἀρχιερέων ἤτοι τῶν Ἐφέσου, Νικομήδειας, Χαλκηδόνος, Ἀδριανουπόλεως, Δράμας, Ἴμβρου καὶ Φαναριοφερσάλων καὶ τοῦ λοιποῦ ἱεροῦ κλήρου, μετὰ τῆς νενομισμένης ἐκκλησιαστικῆς παρατάξεως ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις ἐξελθὼν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ διηυθύνθη εἰς τὸ παρασκευασθὲν ἐπὶ τούτῳ διὰ τὴν ἔψησιν τοῦ Ἁγίου Μύρου παρὰ τὴν ἐξωτέραν πύλην τοῦ πατριαρχικοῦ περιβόλου παράπηγμα. Ἡ ἐπὶ τούτῳ ὁρισθεῖσα τριμελὴς ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τοῦ Μητροπολίτου Φαναριοφερσάλων, τοῦ Β. Καλλίφρωνος καὶ τοῦ μυρεψοῦ Θ. Θωμάδη, ἐφρόντισεν ὅπως διατεθῶσι τὰ ἐν τῷ δαφνοστολίστῳ καὶ διὰ σιδηρῶν κιγκλίδων περιορισμένῳ παραπήγματι, ὡς οἴοντε εὐπρεπῶς, κελεύσει πατριαρχικὴ ἀναρτηθεισῶν ἐν αὐτῷ εἰκόνων μεγάλου μεγέθους, πολυελαίου καὶ λυχνιῶν…“.
 
 

Τὸ ἐρμάριο μὲ τὰ εὐγενῆ αἰθέρια ἔλαια, τὶς ἀρωματικὲς δρόγες καὶ τὰ ἀπαραίτητα ὑλικὰ ποὺ θὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ τὴν παραπέρα φαρμακοτεχνικὴ διεργασία ἀπὸ τοὺς μυρεψούς.

 
Μέσα στὸ ἱερὸ Κουβούκλιο ὑπάρχουν ἑπτὰ μόνιμες ἑστίες ἐψήσεως τοῦ μύρου, δηλαδὴ ἑπτὰ εὐμεγέθεις χάλκινοι λέβητες, ἐνσωματωμένοι σὲ κτιστὲς ἀπὸ τούβλα καὶ τσιμέντο ἑστίες οἱ ὀποῖές μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ “μπουριά” βγάζουν τὸν καπνὸ καὶ τὴ μεθυστικὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων στὸν ἔξω τοῦ Πατριαρχείου χῶρο.
 
Οἱ χάλκινοι λέβητες, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς εὐδιάκριτα χαραγμένες γραμμές, εἶναι δωρεὰ τῆς «συντεχνίας τῶν σαράφηδων» τῆς Πόλης, οἱ ὁποῖοι ἦταν εὐκατάστατοι καὶ προσηλωμένοι στὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα. Πρέπει νὰ εἰπωθῇ ὅτι ἡ κατασκευή τους ἔγινε ἀπὸ τοὺς εἰδήμονες στὸ εἶδος αὐτὸ Ποντίους λεβητοποιοὺς καί, ἂν μή τί ἄλλο ἡ διάσωση τους σὲ τέλεια κατάσταση ἀπὸ τὸ 1801 μέχρι σήμερα δηλώνει τὴ δεξιοτεχνία ἀλλὰ καὶ τὴν μαστορική τους δουλεία. «1801 Μαρτίου α´, ἀφιέρωμα τῶν ἐν Κωσταντινωπόλει Σαράφηδων εἰς μνημόσυνον αὐτῶν ὑπὲρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ ψυχικῆς σωτηρίας ἀνακαινισθὲν δὲ ἐκ τοῦ ἰδίου ὑλικοῦ τὴν 1880 Ἰανουαρίου α´ ἐπὶ πατριαρχείας Ἰωακεὶμ Γ´».
 
Πέρα ἀπὸ τοὺς λέβητες πάνω ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἡ παράσταση τοῦ Χριστοῦ, στὸ χῶρο αὐτὸ βρίσκονται τὰ ἀπαραίτητα ὄργανα καὶ σκεύη, ποὺ ὅμως μεταφέρονται ἐδῶ γιὰ τὴν περίσταση ἀπὸ τὸ μυροφυλάκιο.
 
Τὸ ἐντοιχισμένο ντουλάπι στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ ἐμπεριέχει τὰ διάφορα ἀλαβάστρινα καὶ ὑάλινα δοχεῖα τὰ ὁποῖα περιέχουν τὰ εὐγενῆ αἰθέρια – ἁρωματικὰ ἔλαια.
 
Στὴ δεξιὰ πλευρά, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται ὡς ἐργαστήριο καὶ ἀποθηκευτικὸς χῶρος, ὑπάρχουν ὑάλινα σκεύη ὅπως ὀγκομετρικὲς φιάλες, κωνικὲς φιάλες, πιπέτες, δοκιμαστικοὶ σωλῆνες, φίλτρα καὶ ὅ,τι ἄλλο θεωρεῖται ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ὁμαλὴ διεξαγωγὴ τῆς ὅλης ἐργασίας.
 
«..Κάμινοι, λέβητες κενοὶ μείζονες καὶ ἐλάσσονες, λαβίδες, λόγχαι καὶ πάντα τὰ τῆς μυρεψικῆς κατασκευῆς ἐπιτήδεια».
 

1992. Ἄποψη ἀπὸ τὴν σημερινὴ διαμόρφωση
τοῦ Πατριαρχικοῦ Μυροφυλακίου.

 
β) Τὸ Μυροφυλάκιο:
 
Ὁ πύργος αὐτὸς τῶν Πατριαρχείων στὸν ἐπάνω ὄροφο φιλοξενεῖ τὸ Σκευοφυλάκιο ὅπου φυλάσσονται τὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ τὰ σκεύη. Στὸ μεσαῖο ὄροφο ὑπάρχει τὸ Ἀρχειοφυλάκειο ἐνῶ ὁ κάτω ὄροφος τοῦ πύργου χρησιμοποιεῖται ἐξ ὁλοκλήρου για τὴ διαφύλαξη τοῦ Ἁγίου Μύρου.
 
Ὁ Πύργος εἶναι τετράγωνος, ὑψηλός, κτισμένος ἀπὸ σειρὲς πελεκητῶν λίθων καὶ πλίνθων. Ἡ κατασκευή του, ὅσον ἀφορᾷ τὴ μορφή, τὴν τεχνοτροπία καὶ τὰ ὑλικὰ ἀνάγεται στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΕ´ αἰῶνα. Χρησιμοποιήθηκε στὴν ἀρχὴ σὰν κτίσμα γυναικείας μονῆς τοῦ Φαναρίου, ὅπου τὸ 1601 μεταφέρθηκε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἡ Μονὴ σταμάτησε τὴν ἐκεῖ δραστηριότητα της.
Διαμορφώθηκε σὲ Μυροφυλάκιο τὸ 1879 ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιὰ τὴν φιλοκαλία του καὶ τὴν προοδευτικότητα του.
 
Ὁ ὅρος Μυροφυλάκιο ποὺ πρωτοχρησιμοποιεῖται σήμερα ἀντικατέστησε τοὺς ὅρους «Μυραποθήκη» ἢ «Μυροθήκη» ποὺ κατὰ πολὺ χρησιμοποιήθηκαν τὸν Μεσαίωνα.
 
 

1982. Στιγμιότυπο ἀπὸ τὴν παραλαβὴ τῶν ἀργυρῶν ληκύθων ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς. Διακρίνονται: ὁ ἀειμν. Πατριάρχης κ. Δημήτριος, ὁ νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ὡς Μητρ. Χαλκηδόνος, ὁ Μητρ. Μελιτινῆς κ. Ἰωακεὶμ, νῦν Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ.ἄ.

 
Ὁ χῶρος αὐτὸς ἐπιλέχθηκε ὡς μυροφυλάκιο, ἐπειδὴ θεωρήθηκε ὁ πλέον κατάλληλος μιᾶς καὶ τὰ ἐντὸς τῶν δοχείων φυλασσόμενα αἰθέρια ἔλαια, μετὰ τὴν παρασκευὴ τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἀπαιτοῦν χῶρο δροσερό, λίγο ἀεριζόμενο καὶ κυρίως προστατευόμενο ἀπὸ τὶς ἔντονες ἡλιακὲς ἀκτῖνες, γιὰ νὰ μὴν συντελεσθῇ διάσπαση τῶν χημικῶν ἐνώσεων τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐξάτμιση τῶν ἀρωματικῶν οὐσιῶν.
 
Γιὰ τοῦτο τὸ λόγο τὸ κτίσμα γενικὰ καὶ ὁ κάτω χῶρος εἰδικὰ ποὺ διαθέτει μόνο ἕνα παράθυρο εἶναι ὁ καταλληλότερος γιὰ τὴ διαφύλαξη τοῦ πολυτίμου παρασκευάσματος τὸ ὀποῖο, κατὰ σύστημα, μένει ἐδῶ ὀκτὼ ἕως δέκα χρόνια. Μέσα στὸ Μυροφυλάκιο εἶναι μόνιμα ἐγκατεστημένοι δώδεκα πήλινοι «μεγαρικοὶ πίθοι» ἢ ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν «ἱερὲς στάμνες», οἱ ὁποῖοι ἔχουν στὸ κάτω τους μέρος στρόφιγγες καὶ εἶναι τοποθετημένοι σὲ κιγκλιδωτὲς βάσεις.
 
 

Σελίδα ἀπὸ τὸ ἔργο Νικολάου Μυρεψοῦ στὸ ἐπάνω μέρος τῆς ὁποίας παριστάνεται ἡ Δέησις μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ Θεομήτορα πλαισιομένους ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ τοὺς ἀγγέλους. Στὸ κάτω μέρος τὸ φαρμακεῖο μὲ τὰ ἰάματα καὶ τὰ ἔλαια μὲ τον ἰατρο-φαρμακοπειὸ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς.

 
Ἐπίσης, ἐδῶ παραμένουν καὶ τὰ δώδεκα μεγάλα ἀργυρᾶ δοχεῖα ἢ «ξοπλισμένα λαγήνια», τὰ ὁποῖα κάθε φορὰ ποὺ καθαγιάζεται τὸ Ἅγιο Μύρο, μεταφέρονται στὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο, γεμίζουν μὲ τὸ Ἅγιο ὑλικὸ ἀπὸ τοὺς μυρεψοὺς καὶ τοποθετοῦνται στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα μέσα στὸν Πατριαρχικὸ οἶκο γιὰ νὰ μεταφερθοὺν ἐκ νέου ἀπὸ 24 ἱερεῖς τῇ Μεγάλῃ Πέμπτῃ καὶ νὰ καθαγιασθοὺν στὸν Πατριαρχικὸ Ναό.
 
Τὸ κάθε δοχεῖο ἔχει δύο λαβές, εἶναι φιλοτεχνημένα ἀπὸ καθαρὸ ἀσήμι καὶ φέρουν ἡμερομηνία κατασκευῆς τὸ 1903 καὶ 1912, καθὼς καὶ παραστάσεις δικεφάλων ἀετῶν καὶ ἀποτελοῦν δῶρο καὶ πρόσφορα τῆς Μεγάλης καὶ Ἁγίας Ῥωσίας πρὸς τῇ Μεγάλῃ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ.
 
Ἐκτὸς ἀπ᾽ αὐτὰ μέσα στο Μυροφυλάκιο ὑπάρχουν ὀκτὼ «ἀργυρὲς λήκυθοι» μὲ μία λαβή, τὶς ὀποῖες μεταφέρουν οἱ ἀρχιερεῖς. Λόγῳ τοῦ ὅτι στὴν καθαγίαση τοῦ 1992 συμμετείχαν 36 ἀρχιερεῖς, ἔγινε εἰδικὴ παραγγελία καὶ αὐξήθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν ληκύθων μὲ κλασσικοῦ σχεδιασμοῦ ἀργυρᾶ δοχεῖα. Τὶς δύο μυροθῆκες ἐπίσης, χρονολογίας 1903, τὶς μεταφέρουν οἱ ἐνδημοῦντες ἱεράρχες, ἐνῶ ἀπὸ τὶς δύο μικρότερες τὴν πλέον μικρὴ τὴν μεταφέρει ὁ Πατριάρχης καὶ τὴν ἄλλη ὁ «πρῶτος τῇ τάξει» μητροπολίτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
 
 

1973. Καθαγιασμὸς Ἁγίου Μύρου Πατριαρχοῦντος κ. Δημητρίου τοῦ Α´. Διακρίνονται: Αὐστρίας κ. Χρυσόστομος. Θυατείρων καὶ Μεγ. Βρετανίας Ἀθηναγόρας Β´, Χαλδίας κ. Κύριλλος, Θεσσαλονίκης Παντελεήμων, Ἀντιπρόσωπος Πατρ. Ἀλεξανδρείας, Ἀντιπρόσωπος Πατρ. Ἱεροσολύμων, Ἰμβρου καὶ Τενέδου κ. Μελίτων, Νεοκαισαρίας κ. Χρυσόστομος.

 
Ἀκόμη φυλάσσονται ἐδῶ δύο ἀλαβάστρινα δοχεῖα μὲ μετάλλινη λαβὴ ποὺ ἐμπεριέχουν τὸ προαγιασθὲν καὶ τὸ πρὸς καθαγιασμὸ Ἅγιο Μύρο, τὸ χῶρο κοσμοῦν καὶ διάφορα ἄλλα ἀντικείμενα ὅπως ἀργυροῖ ἀμφορεῖς, δίσκοι, κυλινδρικὰ δοχεῖα, κάνιστρα καθὼς καὶ ὄργανα ὅπως πιεστήριο, σκεύη ἀποστάξεως, ὑάλινοι σωλῆνες καὶ δοχεῖα, τὰ ὁποῖα βρίσκονται καλῶς καὶ ἐντέχνως τοποθετημένα σὲ τοῦτο τὸ χῶρο.

  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης

Κατηγορίες:Uncategorized

Η ακολουθία του Μεσονυκτικού.


Πολύ περίεργη θα μας φανεί ίσως σήμερα η έμπνευση των ευλαβών ανθρώπων των παλαιών χριστιανικών γενεών να συνθέσουν μία ειδική ακολουθία για τα μεσάνυκτα. Σήμερα την ώρα αυτή της νύκτας οι κάτοικοι των πόλεων κυρίως δεν έχουν ακόμη αρχίσει να απολαμβάνουν την ευχάριστη ανάπαυση του ύπνου. Η ζωή έχει αλλάξει ρυθμό. Την μακάρια εκείνη εποχή των πατέρων μας η περίοδος του φωτός και η περίοδος του σκότους είχαν σαφή όρια και η ζωή ρυθμιζόταν με βάση τη φυσική αυτή διαδοχή της ημέρας και της νύκτας. Η πρώτη ήταν περίοδος εργασίας· η δεύτερη αναπαύσεως. Έτσι τα μεσάνυχτα εύρισκαν τον άνθρωπο ξεκουρασμένο ψυχικά και σωματικά, με ήσυχο και ειρηνικό νου. Και μέσα στη μεγάλη σιγή και την ειρήνη της φύσεως ο άνθρωπος του Θεού εύρισκε την ευκαιρία να υψώσει τον νου και την καρδία προς τον Θεό και να δοξολογήσει το αινετό και δοξασμένο όνομά Του.

Μα δεν ήταν μόνο φυσικοί λόγοι που γέννησαν την προσευχή του μεσονυκτίου. Στην ιστορία του παλαιού λαού του Θεού, του Ισραήλ, υπήρχε ένα γεγονός συνταρακτικής σημασίας, που έμεινε αλησμόνητο. Κατά τη νύκτα εκείνη της απελευθερώσεως από το ζυγό των Αιγυπτίων, της Εξόδου, «μεσούσης της νυκτός», έδειξε ο Θεός τη δυναμική Του επέμβαση· πέρασε ο ολοθρευτής άγγελος και επάταξε τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων. Κατά την ανάμνηση του γεγονότος αυτού κατά τη νύκτα του εβραϊκού Πάσχα, οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού περίμεναν και πάλι τον ελευθερωτή, που θα συνέτριβε τους εχθρούς του λαού του Θεού. Ο τύπος όμως έγινε πραγματικότης στο νέο λαό του Θεού.     Ο λυτρωτής του ανέστη κατά τη νύκτα του Πάσχα, «οψέ Σαββάτων». Η χριστιανική παράδοση εντόπιζε χρονικά το γεγονός αυτό στο μεσονύκτιο. Να λοιπόν ένα βασικό χριστολογικό θέμα που έδωσε ιδιαίτερο νόημα στην ακολουθία του μέσου της νυκτός.

Αλλά τα μεσάνυκτα συνδέθηκαν και με την ώρα της ελεύσεως του Κυρίου, της δευτέρας ενδόξου παρουσίας Του. Ο ίδιος ο Κύριος συνιστούσε στους μαθητές Του να γρηγορούν, να αγρυπνούν και να προσεύχονται, γιατί δεν γνωρίζουν ποιά ώρα θα έλθει «ή οψέ ή μεσονύκτιον ή αλεκτροφωνίας ή πρωΐ, μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας». Και οι απόστολοι τονίζουν ότι ο Κύριος έρχεται «ως κλέπτης εν νυκτί». Ιδίως στην παραβολή των δέκα παρθένων προσδιορίζεται το μεσονύκτιο ως η ώρα της ελεύσεως του Νυμφίου.    Όπως τότε «μέσης νυκτός» ακούσθηκε η κραυγή «Ιδού ο νυμφίος», έτσι και την ώρα εκείνη «μέσης νυκτός» θα αντηχήσει η σάλπιγγα της παρουσίας Του. Οι πιστοί δεν θα ζήλευαν τον ρόλο των μωρών, των κοιμωμένων παρθένων· διακαής τους πόθος ήταν να ανήκουν στον κλήρο των φρονίμων, να γρηγορούν και να αναμένουν μαζί με αυτές, να έχουν λάδι στις λαμπάδες τους. Ο απ. Παύλος και ο Σίλας στη φυλακή των Φιλίππων «κατά το μεσονύκτιον…προσευχόμενοι ύμνουν τον Θεόν» (Πραξ. 16,25).

Αν έλθει όμως η δευτέρα παρουσία του Κυρίου, τότε και «οι νεκροί οι εν Χριστώ» θα αναστηθούν, κατά τη σαφή διδασκαλία του Κυρίου, και θα επακολουθήσει η γενική κρίση. Νέα λοιπόν θέματα προστίθενται στα προηγούμενα:

Η ανάσταση των νεκρών και η κρίση. Αλλά και αυτό το φυσικό ξύπνημα και η έγερση από το κρεβάτι δεν ήσαν εικόνες εκείνης της εγέρσεως από το βαθύ ύπνο του θανάτου και της εξόδου από τους τάφους; Και η είσοδος στο ναό, τον οίκο του Θεού, τον επίγειο ουρανό, δεν ήταν μία ζωντανή εικόνα της παραστάσεως προ του Χριστού, της επιφανείας Του και της εισόδου μας στον ουράνιο παράδεισο, το νυμφώνα της δόξης;

Θα αναστηθούν οι νεκροί. Αυτή ακριβώς η αναμενόμενη πραγματικότητα έφερνε στο νου των πιστών και το προς τους προκεκοιμημένους πιστούς καθήκον. Ο χρόνος ήταν ιδιαιτέρως κατάλληλος για να αναπεμφθεί μία φιλάδελφος δέηση για την ανάπαυση των ψυχών των και μία ταπεινή ικεσία για να φανεί ίλεως και προς αυτούς ο Θεός κατά τη στιγμή της κρίσεως.

Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε η ακολουθία του μεσονυκτικού, με την αλυσίδα αυτή των θεμάτων που είδαμε. Πιο πλούσια σε συμβολισμούς ακολουθία δεν υπάρχει. Θέματα συνταρακτικά, που έγιναν αιτία να συγκεντρωθεί για τον καταρτισμό της ένα απαράμιλλου κάλλους λειτουργικό υλικό. Ήταν όμως από τη φύση της προορισμένη μόνο για τα μοναστήρια. Εκεί οι πατέρες έμεναν κοντά στον οίκο του Θεού και με το ζήλο και την αυταπάρνηση, που τους διέκρινε, έτρεχαν τα μεσάνυχτα στο ναό του Θεού για να ενώσουν τη φωνή τους με τους χορούς των αγγέλων και να αναφέρουν στο Θεό την άυπνο δοξολογία των. Εξάλλου οι μοναχοί  ήθελαν να μιμηθούν τους ακοίμητους αγγελικούς χορούς και  είχαν ως ιδεώδες των την αγγελική πολιτεία και το αγγελικό έργο της υμνωδίας; Το κτύπημα του ξύλου και τη συνάθροιση στο νάρθηκα του ναού παραβάλλει ο Άγιος Συμεών προς την εσχάτη σάλπιγγα και την ανάσταση και συνάθροιση των ανθρώπων κατά τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου.

Φυσικά στους ενοριακούς ναούς δεν βρήκε κατάλληλο έδαφος να μεταφυτευθεί το απόκοσμο αυτό φυτό. Όταν από μοναχική επίδραση θέλησαν να εισάγουν την ακολουθία του μεσονυκτικού στους ναούς των λαϊκών, δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν παρά μερικά μόνο ράκη της. Και σήμερα σε πολλούς ναούς θα ακούσετε πρωί – πρωί να διαβάζεται επιτροχάδην μία μικρή εκλογή από το περιεχόμενο της παρουσία μόνον του νεωκόρου. Παραλείπεται το κύριο στοιχείο της, ο άμωμος. Αλλά και στα μοναστήρια η ασθένεια της σαρκός έκαμε να χάσει πολύ η ακολουθία αυτή από την πρώτη της λαμπρότητα. Οι ψαλμοί και τα τροπάρια της δεν ψάλλοντα πια, αλλά διαβάζονται. Και η ώρα της τελέσεώς της μετετέθει, για να συναντήσει την ακολουθία του όρθρου και να αποτελέσει μαζί με αυτήν και την Α’ ώρα την πρώτη ομάδα των μοναχικών ακολουθιών. Στις αγρυπνίες δε, που θα περίμενε κανείς να έχει φυσιολογικά την κυρίαρχη θέση, το μεσονυκτικό παραλείπεται. Επικρατεί δηλαδή παμπάλαια παράδοση, έστω κι αν αυτό δεν είναι γνωστό, κατά την οποία η ακολουθία του μεσονυκτικού ήταν το πρώτο μέρος του σημερινού όρθρου, που άρχιζε παλαιότερα από τον 50ό ψαλμό.

Ας ρίξουμε μία ματιά στο περιεχόμενο της.

1. Αρχίζει με τον 50ό ψαλμό, το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεος σου…». Για να γίνει εισακουστή η προσευχή των αμαρτωλών ανθρώπων από τον Θεό, το πρώτο που έχουν να κάμουν είναι να ζητήσουν το έλεος και την συγγνώμη Του, εξομολογούμενοι την αμαρτωλότητά των. Πιο κατάλληλος ψαλμός για το σκοπό αυτό δεν βρίσκεται άλλος. Αλλά σ’ αυτόν υπάρχει και αίτηση για την κατάπεμψη του φωτισμού του αγίου Πνεύματος· «Και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου… Και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού… Και Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με…». Το Πνεύμα το άγιον θα φωτίσει τον άνθρωπο τι και πως θα προσευχηθεί. Αυτό θα ανοίξει το στόμα του για την ευάρεστο δοξολογία.

2. Ακολουθεί το 17ο Κάθισμα του Ψαλτηρίου, ο 118ος  ψαλμός, ο μεγαλύτερος ψαλμός του Ψαλτηρίου (176 στίχοι), ο «άμωμος», που ονομάσθηκε έτσι από την αρκτική του φράση «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…». Είναι διπλά κατάλληλος για το μεσονυκτικό: πρώτο για το στίχο που λέγει «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» και δεύτερο για την αναφορά στα κρίματα, στους νόμους, στα λόγια, στις εντολές και στα δικαιώματα του Θεού, που διεγείρουν στη ψυχή το φόβο και την εμπιστοσύνη στο νόμο και στη δικαία Του κρίση.

3. Απαγγέλεται το Σύμβολο της Πίστεως για να στηριχθεί ο άνθρωπος στην ορθή πίστη και ομολογία. Χωρίς την εμμονή στην ορθή πίστη δεν γίνεται δεκτή η προσευχή του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Άγιος Συμεών αναφέρει ότι μόλις σηκωθούμε από τον ύπνο αλλά και πριν κοιμηθούμε ( στο Απόδειπνο) λέμε το Πιστεύω, «ώστε εάν μας βρει ο θάνατος να μας βρει σταθερούς στην ορθή ομολογία της πίστεως».

Και να το θέμα της ελεύσεως του Νυμφίου και της κρίσεως ζωηρά περιγράφεται στα δύο τροπάρια που ακολουθούν. Το πρώτο είναι το γνωστό από τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος «Ιδού ό Νυμφίος έρχεται.. .». Αυτό, όπως και το δεύτερο, εμπνέονται από το θέμα των δέκα παρθένων του Ευαγγελίου και υπογραμμίζουν την ανάγκη της εγρηγόρσεως για την υπάντηση του Νυμφίου. Άλλα δύο τροπάρια αναφέρονται στους κεκοιμημένους και αποτελούν δέηση για τη συγχώρηση και ανάπαυσή τους.

Αυτά για τα θέματα και για το περιεχόμενο του μεσονυκτικού των καθημερινών της εβδομάδος έκτος Σαββάτου και Κυριακής. Το Σάββατο έχει άλλου τύπου μεσονυκτικό με θέματα νεκρώσιμα. Τον «άμωμο» αντικαθιστά το 9ο  κάθισμα του Ψαλτηρίου. Την Κυριακή  υποχωρούν το νεκρώσιμο θέμα και το θέμα της κρίσεως και διατηρείται μόνον η μετά των αγγέλων τριαδική δοξολογία και η ανάσταση του Κυρίου. Τον άμωμο αντικαθιστά τριαδικός κανών κατά τον ήχο της Κυριακής, ποίημα του Μητροφάνους Σμύρνης. Στο τέλος ψάλλονται τριαδικά τροπάρια, στα οποία δοξολογείται ο εν Τριάδι Θεός και η ανάσταση του Κυρίου.

 

(Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική λατρεία». Επεξεργασία: Α. Χ)

 

Κατηγορίες:Uncategorized

Πτυχές της προσωπικότητας της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και πολιούχου της Άρτας.

Η Θεοδώρα Πετραλείφη – Δούκα εγεννήθη είς τήν Θεσσαλονίκην, ( Κ. Τσιλιγιάννη, Ο τόπος γεννήσεως τής Αγίας Θεοδώρας Βασιλίσσης τής Άρτης, Θεσσαλονίκη 20001) καί ήτο θυγάτηρ ενός ικανού άρχοντος, τού Σεβαστοκράτορος τής Θεσσαλονίκης Ιωάννου Πετραλείφη. Από μικρή εγαλουχήθη μέ τά νάματα τής Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως καί παραλλήλως εβίωσεν τό πνεύμα τών καλών σχέσεων καί τήν σοφίαν τών συμβιβασμών, παρακολουθούσα τήν διπλωματικήν δραστηριότητα τού πατρός της Σεβαστοκράτορος τής Θεσσαλονίκης. Ύστερον, ότε ευρίσκετο υπό τήν προστασίαν τού μεγαλυτέρου αδελφού της Θεοδώρου Πετραλείφη, τοπικού άρχοντος είς τά Σέρβια τής Μακεδονίας, διέκρινε καί είς αυτόν τό ίδιο πνεύμα τής διατηρήσεως ισορροπιών. Ούτω ή Θεοδώρα ανατραφείσα είς ένα τοιούτον ηγεμονικόν οικογενειακόν περιβάλλον απέκυησεν ορισμένα ανεξίτηλα βιώματα καί ισχυράς πεποιθήσεις διά μίαν συνετήν πολιτικήν διπλωματίαν. Η Θεοδώρα διέθετε λεπτήν ωραιότητα καί γλυκείαν χάριν. Όμως περισσότερον από τά φυσικά ταύτα προσόντα διέθετεν ανεκτιμήτους θησαυρούς μιάς διακεκριμένης προσωπικότητας. Δυνατόν χαρακτήρα φυσικήν καί απλή λογικήν κρίσιν, διακεκριμένην σύνεσιν, ισχυράν θέλησιν καί κυρίως μίαν απόλυτον πίστιν είς τήν Ορθοδοξίαν, διά τήν οποίαν ηγωνίσθη μέ απόλυτον συνέπειαν ώς βασίλισσα καί ώς άνθρωπος καί μετά θεικής χάριτος είς τάς δυσμάς τού βίου της ώς Οσία μοναχή. Κατά αυστηράν ιστορικήν τεκμηρίωσιν τρείς ήσαν οί αναλλοίωτοι πολιτικοί στόχοι τού Μιχαήλ Β’ καί τής Θεοδώρας.

1). Η υπεράσπισις καί ή διατήρησις τών εδαφών τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου.

2). Η διαφύλαξις τής Ορθοδόξου Πίστεως.

3). Η επίτευξις τού υπερτάτου σκοπού τής απελευθερώσεως τής Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους. Από τό 1246 μέχρι τό 1267:

Οίαδήποτε επιτυχής ή ανεπιτυχής πολεμική ενέργεια έγινεν, οιαδήποτε συμμαχία μέ δυτικούς ηγέτας εντός ή εκτός τής Ελλάδος ή μέ τόν Βυζαντινό Αυτοκράτορα τής Νικαίας επετεύχθη, οσοιδήποτε πολιτικοί γάμοι έγιναν, οιαδήποτε προνόμια παρεχωρήθησαν μέ χρυσόβουλον είς ειδικάς περοχάς τού Δεσποτάτου, πάντα ταύτα συνετελέσθησαν διά νά υπερασπισθούν οί τρείς προλεχθέντες βασικοί στόχοι.

Αί διπλωματικαί δραστηριότητες τής Βασιλίσσης Θεοδώρας αφορούν μόνο τούς δύο πρώτους στόχους ήτοι: α) τήν ύπαρξιν τού Δεσποτάτου καί τήν ηγεμονικήν κυριότητα τών εδαφών τού μόνου τότε επί Φραγκοκρατίας ελευθέρου Ελλαδικού κράτους καί β) τήν διαφύλαξιν τής Ορθοδόξου Πίστεως

Όσον αφορά τήν διατήρησιν τών εδαφών τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου ό Μιχαήλ ό Β’ αντιπαλεύων πρός τρείς εχθρούς, έναν ομοεθνή καί δύο αλλοεθνείς καί συγκεκριμένως μέ τήν Βυζαντινήν Νίκαιαν, τήν Φραγκικήν Κωνσταντινούπολιν καί τά δυτικά κράτη Ιταλίας Γαλλίας καί Γερμανίας, ηδυνήθη νά διατηρήση μεγάλας εκτάσεις διά τό Δεσποτάτον τής Ηπείρου. Αί εκτάσεις αύται εντός τού Ελλαδικού χώρου, από τήν Ναύπακτον μέχρι τό Δυρράχειον καί από τήν Κέρκυραν μέχρι τόν Βόλον, περιελάμβανον σημαντικά περάσματα στρατιωτικά καί εμπορικά, από τόν βορράν πρός τόν νότον καί από τήν δύσιν πρός τήν ανατολήν.

Η Βασίλισσα Θεοδώρα διαδραμάτισεν σπουδαίον πολιτικόν καί διπλωματικόν ρόλον πλησίον τού ηγεμόνος συζύγου της καθ’ όλην τήν περίοδον τής ηγεμονίας του, μέχρι τάς δυσμάς τού βίου του. Συγκεκριμένως ή Θεοδώρα είχεν έναν κορυφαίον σκοπόν: τήν ειρηνικήν συμβίωσιν τών ελληνικών κρατών καί τήν αναχαίτισιν τής βουλιμίας τών δυτικών χριστιανικών κρατών.

Τά μέσα, τά οποία διακριτικώς εχρησιμοποίησεν ήσαν:

α) Η συνειδητοποίησις τής κοινής ιστορικής καί πολιτισμικής βυζαντινής καταγωγής τού λαού τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου. Η Θεοδώρα έλαβεν τήν βυζαντινήν παρακαταθήκην από τήν μητέρα της, αρχόντισσα τής Κωνσταντινουπόλεως καί όχι από τόν πατέρα της ό οποίος ετύγχανεν νορμανδικής καταγωγής. Δι’ αυτήν τήν παρακαταθήκην επάλεψεν είς ολόκληρον τήν ζωήν της καί κατώρθωσε νά αφυπνισθούν αί διάφοροι τοπικοί άρχοντες καί ομάδες τού Δεσποτάτου διά τήν κοινήν εθνικήν καί πολιτισμικήν καταγωγήν καί διά τό κοινόν μέλλον. Η Θεοδώρα ώς βασίλισσα διεκρίθη διά τάς αξιολόγους πρωτοβουλίας της περί τής εθνικής καί πολιτισμικής αυτοσυνειδήσεως τού Ηπειρωτικού, καί όχι μόνον λαού ώς ομιλούντος τήν ελληνικήν γλώσσαν καί πιστεύοντος είς τήν ορθόδοξον χρισταινικήν πίστιν διά τής εκπαιδεύσεως καί τών κοινωνικών  θεσμών, οί οποίοι ελειτούργον κατά τήν μακραίωνα παράδοσιν τού βυζαντινού πολιτισμού.

β) Η διαφύλαξις τής Ορθοδόξου πίστεως. Η Θεοδώρα προσέφερε τόσα πολλά είς τήν Ορθοδοξίαν όσον ουδεμία άλλη βυζαντινή βασίλισσα, ώστε επαξίως ανεδείχθη μέ τήν χάριν τού Θεού καί τήν ευλάβειαν τού Αρτηνού Λαού Οσία.

γ) Αί συνθήκαι ειρήνης, πρίν καί μετά από τάς πολεμικάς συρράξεις, κυρίως μεταξύ τών δύο αντιζήλων ελληνικών κρατών τού Δεσποτάτου εντός τού Ελλαδικού χώρου καί τής αυτοκρατορίας τής Νικαίας είς τήν Μικράν Ασίαν.

 ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ ΑΓΙΑ

Ο Μιχαήλ Β’ αντίθετος ών μέ τήν διπλωματικήν κίνησιν συμβιβασμού τής συζύγου του, διέλυσεν ακρίτως τήν συνθήκην ειρήνης. Ένεκα τούτου τό 1264 ό αυτοκράτωρ στρέφεται επικεφαλής μεγάλου στρατού κατά τού Μιχαήλ Β’. Τότε παρεμβαίνει αμέσως ή Βασίλισσα Θεοδώρα αποφεύγεται ή μάχη καί υπογράφεται νέα συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη αύτη επεσφραγίσθη τό 1269 μέ τήν μνηστείαν τού πρίγκηπος τής Ηπείρου Νικηφόρου Α’ μετά τής ανεψιάς τού αυτοκράτορος ‘Αννης Παλαιολόγου. Ο Νικηφόρος  επένθησεν ειλικρινώς επί δύο έτη τήν πρώτη του σύζυγο Μαρίαν εγγονή τού Βατάτζη. Ομως ό  τίτλος του καί αί δικαιολογημέναι φιλοδοξία αυτού, τάς οποίας ενίσχυεν ή Βασίλισσα τής ‘Αρτας τόν ηνάγκασαν νά επανυμφευτή τό 1265 μετά εννέα έτη περίπου από τόν πρώτον γάμον καί δή τήν ‘Ανναν τρίτην θυγατέρα τού Ιωάννη Καντακουζηνού καί τής Ειρήνης.

Ο αυτοκράτωρ πεισθείς ούτω από τής Βασιλίσσης Θεοδώρας, αποστέλει είς τάς αρχάς τού 1265 τήν ανεψιά του μέ λαμπράν συνοδείαν είς τήν ‘Αρταν, ένθα ετελέσθησαν αμέσως οί γάμοι τού Νικηφόρου καί τής ‘Αννης Παλαιολόγου μέ περισσή λαμπρότητα είς τήν πρωτεύουσαν τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου. Από τόν γάμο του αυτόν απέκτησεν τρία τέκνα: τήν Θαμάρ, τόν διάδοχον Θωμάν καί τήν Μαρίαν. Η Βασίλισσα Θεοδώρα ησθάνετο πανευτυχής διά τήν επίτευξιν τής νέας συνθήκης ειρήνης καί δή πολυετούς, είς τρόπον ώστε ό σύζυγός της Μιχαήλ Β’ νά βασιλεύση εφ’ εξής ειρηνικώς μέχρι τού θανάτου αυτού.

Τοιουτοτρόπως, ή σεμνή πλήν όμως δραστήρια βασίλισσα Θεοδώρα ηνάλωσε μεγάλο μέρος τής ζωής της είς αόκνους καί συνεχείς διπλωματικάς προσπαθείας διά τήν επίτευξιν συνθηκών ειρήνης, διά τήν συμβίωσιν τού Δεσποτάτου μέ τήν Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν, ώστε δικαίως ωνομάσθη από τήν Ιστορίαν ώς >

Η ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ.

‘Οσον αφορά τάς προσπαθείας τής βασιλίσσης τής ‘Αρτης νά εξασφαλίση συνθήκας ειρήνης καί αρρήκτους σχέσεις μεταξύ τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου καί τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας τής  Νικαίας, αφ’ ενός μέν διά λόγους εξωτερικής πολιτικής καί αφ’ ετέρου, καί κυρίως διά τό θέμα τής Ορθοδοξίας, ή Θεοδώρα συνεβούλευεν μετά συνέσεως καί θερμής πίστεως τόν ηγεμόνα σύζυγόν της καί τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορας νά μήν προσχωρήσουν είς τήν ένωσιν τών δύο εκκλησιών Καθολικισμού καί Ορθοδοξίας. Η προσπάθεια δέ τής Θεοδώρας νά αντισταθή είς τήν ενωτικήν απόφασιν τού αυτοκράτορος ( τής Νικαίας καί έν συνεχεία τής Κωνσταντινουπόλεως ) Μιχαήλ Η’ Παλαιολογου τής εστοίχισεν τόν οικτρόν θάνατον δύο γενναίων τέκνων της, τού Δημητρίου καί τού Ιωάννου, οί οποίοι άλλωστε είχον διακριθή ώς γενναίοι στρατηγοί είς τόν Βυζαντινόν στρατόν.

Η Θεοδώρα παρά ταύτα απτόητος εσυνέχισεν τήν φιλοορθόδοξον πολιτικήν. Επεδίωξεν καί κατώρθωσεν νά επιτύχη γάμον διά τήν θυγατέρα της ‘Αννα μέ τόν Γοδεφρίγον Βιλλεαρδουίνον, ηγεμόνα τής βορείου Πελοποννήσου μέ πρωτεύουσαν τήν Ανδραβίδα. Διά τού γάμου τούτου ή Θεοδώρα εξησφάλισε μιάν ισχυράν συμμαχίαν διά τά συμφέροντα τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου. Τούτο απεδείχθη είς τήν μάχην τής Πελαγονίας, είς τήν οποίαν ό Βιλλεαρδου΄ί΄νος, ών καθολικός, παρά ταύτα επολέμησεν υπέρ τού ορθοδόξου συζύγου της Μιχαήλ Β’ κατά τού φιλοπαπικού καί ενωτικού Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου. Παραλλήλως επετεύχθη καί ή ανάπτυξις καί ή κατοχύρωσις τής Ορθοδόξου πίστεως υπό τής βασιλίσσης ‘Αννης Δούκα-Βιλλεαρδου΄ί΄νου από τής Ανδραβίδος μέχρι τού Μυστρά καί κατ’ επέκτασιν είς ολόκληρον τήν ολόκληρον τήν νότιον Ελλάδα.

Η Ορθοδοξία ώς θρησκευτική πίστις καί ώς συνεκτικός εθνικός κρίκος, είς τήν ‘Αρταν ώς καί είς ολόκληρον τόν λαόν τής Ηπείρου, ενισχύθη κυρίως υπό τών θερμών, πεισμόνων καί αόκνων προσπαθειών τής Αγίας Θεοδώρας καί επεκράτησεν καί μετά τόν θάνατον αυτής. Σχετικόν έν προκειμένω είναι τό γεγονός ότι ό Νικόλαος Ορσίνι καί οί έτεροι Ιταλοί διάδοχοι αυτού ενηγκαλίσθησαν εμφατικώς τήν Ορθόδοξον πίστιν, διότι όπως υπεστήριξαν τό πρώτον ό Γ. Φερεντίνος καί αργότερον ό D. Nicol, μόνον κατ’ αυτόν τόν τρόπον, ώς κληρονόμοι δηλαδή τών Χριστιανών Ελλήνων ηγεμόνων τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου, ηδύναντο νά καταστούν αποδεκτοί υπό τών Ηπειρωτών.

Πάντα ταύτα τά ιδιαίτερα ιστορικά ντοκουμέντα περί τών διπλωματικών δραστηριοτήτων τής Αγίας Θεοδώρας ήτο επάναγκες επιτέλους νά τονισθούν αναλυτικώς καί τεκμηριωμένως διά τήν δοξαστικήν μνημόνευσιν τής εναρέτου καί εφυούς βασιλίσσης Θεοδώρας Πετραλείφη-Δούκα, Αγίας καί Πολιούχου τής ‘Αρτης, τής πάλαι ποτέ πρωτεούσης τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου.

Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΙΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Η διαφύλαξις τής χριστιανικής πίστεως ήτο διά τό Δεσποτάτον τής Ηπείρου απόλυτος καί διηνεκής καί κατέστη ούτω καθ΄όλον τόν ιστορικόν βίον τούτου επιτυχής.

Ο ύψιστος ούτος σκοπός τών ηγεμόνων τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου επετεύχθη διά τών εξής διακεκριμένων διπλωματικών δραστηριοτήτων:

α) Μετά προσωπικού πάθους καί εμπνευσμένων καί πεισμόνων δραστηριοτήτων, μετά συγκεκριμένων πυκνών καί αδιαλείπτων προσπαθειών, δι’ έργων καί επιμόνου διαφωτίσεως, διά τής οργανώσεως τού κλήρου καί διά τής ανεγέρσεως περιφήμων βυζαντινών ναών καί μοναστηριών επέτυχεν εμπνευσμένως ή Βασίλισσα Θεοδώρα, καί κυρίως μέ τήν συναίνεσιν καί συμπαράστασιν τού συζύγου της Μιχαήλ Β’, τήν ενδυνάμωσιν τής χριστιανικής πίστεως δι’ ολόκληρον τόν λαόν τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου.

β) Τήν προστασίαν καί τήν διατήρησιν τής Ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως έν σχέσει μέ άλλους ομοεθνείς ή αλλοεθνείς λαούς τής Βαλκανικής καί τής Ιταλικής χερσονήσου ώς καί τής Μικράς Ασίας. Ειδικώς ή Θεοδώρα μέ γενναίας καί θαυμασίας διπλωματικάς πρωτοβουλίας προσεπάθησε νά μεταλαμπαδεύση τήν Ορθοδοξίαν είς τήν Καθολικήν Ιταλίαν. Η προσπάθεια αύτη θά είχεν βεβαίως πετύχει εάν ό γαμβρός αυτής Μανφρέδος, βασιλεύς τών δύο Σικελιών, ό οποίος είχε νυμφευθή τήν θυγατέρα της Ελένην, δέν είχεν ηττηθή από τόν Κάρολον τόν Β’ είς τήν μάχην τού Μπενεβέντο. Η Θεοδώρα ευφυώςείχεν επιδιώξει καί επέτυχεν τόν γάμον τούτον χάριν τής Ορθοδοξίας, διότι ό βασιλεύς τής Νοτίου Ιταλίας Μανφρέδος ήδη είχεν στραφή κατά τού Πάπα καί τού Καθολικισμού καί εάν ενίκα, ή Ορθοδοξία θά είχεν επεκταθή είς ολόκληρον τήν Ιταλίαν. Μάλιστα ή Θεοδώρα συνεβούλευσεν τήν θυγατέρα της Ελένη, νεωτάτη χήρα τού Μανφρέδου, νά μήν ασπασθή τόν καθολικισμόν καί υπανδρευθή πρίγκηπα φιλοπαπικόν. Γνωστά  έν προκειμένω είναι τά βασανιστήρια τής βασιλίσσης Ελένης καί των τέκνων της υπό τών καθολικών ηγεμόνων διά τήν πίστιν των είς τήν Ορθοδοξίαν.Ο μελετητής τής ζωής τής Ελένης Μιχαήλ Δένδιας διετύπωσεν δι’ αυτήν τήν εξής ενδιαφέρουσα άποψιν: >. Παραπομπή : (βλ. Δημητρίου Γιαννούλη .. Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ σελίς 30 ).  Στό σημείο αυτό νά σημειώσουμε ότι ή Ελένη μετά τόν θάνατο τού συζύγου της τό 1266 δέχτηκε όλο τό  μίσος τού Πάπα Κλήμη Δ’. Φυλακίζεται αυτή καί τά παιδιά της γιά αρκετά χρόνια στό υγροσκότεινο καί απομονωμένο φρούριο τής Βουκερίας. Οί προσπάθειες πού έγιναν γιά τήν απελευθέρωσή της από τούς γονείς της Μιχαήλ Β’ καί Θεοδώρα απέτυχαν. Μιά τελευταία προσπάθεια πού επιχειρήθηκε, νά δοθεί δηλ. ώς σύζυγος στό γιό τού Φερδινάνδου τής Ισπανίας, τόν Ερρίκο, βρήκε τήν Ελένη αντίθετη μή θέλοντας νά προδώσει τή μνήμη τού συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον από τούς αντιπάλους του, ούτε μέ τήν συγκατάθεσή της σέ τέτοιο γάμο νά ενισχύσει τά μεγαλεπίβολα σχέδια τού ανίερου συνασπισμού Πάπα καί Καρόλου τού Ανδεγαυού εναντίον τών ελληνικών χωρών καί τής Ορθοδοξίας. >, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ό Μιχαήλ Δένδιας. Τό τραγικόν τέλος τής μαρτυρησάσης έν Ιταλία βασιλίσσης Ελένης Δούκαινας- Χοεστάουφεν καί τών επίσης μαρτυρησάντων τέκνων αυτής Ερρίκου, Φρειδερίκου καί Ατζολίνου οφείλεται σαφώς είς πολιτικάς καί θρησκευτικάς σκοπιμότητας.

‘Εν προκειμένω γίνεται μνεία ότι ό Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος είς τήν εορτήν τής Οσίας Θεοδώρας, ομιλήσας είς τόν έν ‘Αρτη ομώνυμον ναόν κατά τόν εσπερινόν τής 10ης Μαρτίου τού 1997, υπεστήριξεν μετά πάθους τήν οσιότητα τής Ελένης, θυγατρός τής Οσίας καί πολιούχου τής ‘Αρτης καί συνετάχθη ασμένως μέ τήν άποψιν τού Μιχαήλ Δένδια, όπως υπό τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος εγγραφή καί αύτη μεταξύ τών Οσίων τής Ορθοδοξίας.

Κ.ΤΣΙΛΙΓΙΑΝΝΗ . ΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ Μ/Φ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΡΤΗΣ >.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers