Αρχείο

Archive for the ‘AΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ’ Category

Είπε Γέροντας με πολλή αγάπη και διάκριση. (Γερ. Εφραίμ Κατουνακιώτη)


 

«Δικαιούσαι τόση χάρι, όσο μέγεθος πειρασμού μπορείς να βαστάσεις με ευχαριστία».

Έλεγε συχνά: «Χριστέ μου, τα κουλούρια σου είναι πολύ νόστιμα, αλλά τα πουλάς πολύ ακριβά», εννοώντας την απόκτηση της χάριτος.

«Ανάλογα με την πίστη και την ευλάβεια που έχεις σε κάποιον, ωφελείσαι και παίρνεις χάρι».

 «Ο λόγος πού βγαίνει από την Χάρι και την πείρα, έχει δύναμη».

«Οι προσευχές ποτέ δεν πάνε χαμένες, αν και στην αρχή φαίνεται ότι δεν πιάνουν, ότι δεν μας ακούει ο Θεός».

       «Θέλεις να αποκτήσεις κατάσταση πνευματική; Βίασε τον εαυτό σου πρώτα στην υπακοή, υστέρα στην ευχή και σε όλα».

      «Από την υπομονή στις θλίψεις διακρίνονται όσοι αγαπούν τον Θεό».

«Όταν ο Θεός θελήσει να βοηθήσει μία ψυχή βασανισμένη, δεν την απαλλάσσει από τις θλίψεις, αλλά της χαρίζει υπομονή».

       «Όλοι οι Άγιοι στην θλίψη εδοκιμάσθηκαν και όχι στην χαρά. Και ο Χριστός στους μακαρισμούς την θλίψη εμακάρισε και όχι την χαρά».

      «Να ευχώμεθα ο Θεός να μας δίνη υπομονή και όχι να μας πάρει τα βάσανα, γιατί αυτά μας πηγαίνουν στον Παράδεισο».

«Ο άνθρωπος δοκιμάζεται με τα βάσανα, με την θλίψη, με την ασθένεια, με τις κακουχίες. Εκεί θα πάρεις τον μισθό σου. Ξάπλα, κοιμώμενος δεν παίρνεις μισθό».

Είπε σε κάποιον: «Ουδέποτε λειτούργησα χωρίς δάκρυα και πολλές φορές με περιέλαμψε άκτιστο φως».

 «Να μην υπάρχει κενό μεταξύ του νου και του Θεού, για να μην εισχωρούν ξένοι λογισμοί».

«Οι λογισμοί έρχονται και παρέρχονται, τα φρονήματα μένουν».

«Όταν πάμε στην Λειτουργία και κοινωνάμε και μετά καθόμαστε να κεραστούμε, μετά πέφτουμε σε αργολογία και κατάκριση, τότε είναι σαν να ξερνάμε τον αγιασμό που πήραμε».

        «Οι ελεημοσύνες πρέπει να δουλεύονται. Να ξεχρεώνονται με προσευχές και Λειτουργίες».

        «Και στην ευρυχωρία και στην ανάπαυση δεν μανθάνει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό έδωσε ο Θεός πειρασμούς. Οι πειρασμοί διδάσκουν τον άνθρωπο. Η χά­ρις δεν διδάσκει τόσο όσον οι πειρασμοί».

       «Αν στα μικρά είσαι αμελής, στα μεγάλα θα προκόψεις;».

«Οι άνθρωποι σε ακούν εάν όσα τους λες, συμφωνούν με το δικό τους το μυαλό· εάν όμως δεν συμφωνούν, δεν σε ακούν».

«Έρχονται εδώ διάφοροι, αλλά όλους δεν μπορώ να τους αναπαύσω. Ήρθε μία φορά ένας καθηγητής Πανεπιστημίου και μου είπε ότι έχει πρόβλημα με την γυναίκα του. Του είπα ότι φταις εσύ, γιατί δεν την αγαπάς πραγματικά, και έφυγε σκανδαλισμένος. Περίμενε να του δώσω δίκαιο».

«Κάποια γυναίκα μου έστειλε γράμμα. Πήγα να τ’ ανοίξω και βρωμούσε. Κατάλαβα ότι είχε πάει σε μάγους».

(πηγή: «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση», Αγ. Όρος 2011) 

Ψυχική Αρμονία – Η Εμπειρία της Ειρήνης.(Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου)

 

 

      Για ένα τόσο μεγάλο και σοβαρό θέμα. όπως είναι η αρμονία των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου και η ψυχική ειρήνη, είναι μάλλον επιβεβλημένο να επιστρέψουμε στους παλαιούς ερευνητές και σοφούς της Πάατερικής φιλοσοφίας, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως βάση τις παρατηρήσεις των προγενεστέρων, αρχαίων, κυρίως Ελλήνων, φιλοσόφων. Ιδιαιτέρως όμως, μας μετέφεραν διά των γραπτών κειμένων την δική τους εμπειρία, αφού ανέλυσαν πρακτικά και σε βάθος το ανθρώπινο είναι και έφθασαν οι ίδιοι στο βίωμα της «υπέρ νουν ειρήνης» (βλ. Φιλιπ. 4,7), που έρχεται άνωθεν, όπως αναφέρει ο Κύριος: «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμἰν» (Ιω. 14-27)·

 

     Κατά τους σοφούς της Πατερικής φιλοσοφίας, οι δυνάμεις της ψυχής είναι τρεις· το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό. Οι βασικές αυτές δυνάμεις της ψυχής λειτουργούν λογικά ή παράλογα, αρμονικά ή όχι, ανάλογα με την γνώση του κάθε άνθρωπου και τις καλές ή κακές επιλογές που κάνει, εφόσον όλοι οι άνθρωποι έχουμε κρίση και συνεχώς την χρησιμοποιούμε στις επιλογές μας. Από την φυσική χρήση των τριών δυνάμεων της ψυχής, που προαναφέραμε, προκύπτει η ψυχική αρμονία και πηγάζει η υπερφυσική ειρήνη, που δίνει μία γαλήνια μορφή στο πρόσωπο, θερμαίνει την καρδία και δίνει προσήνεια, χαρά και γλυκύτητα στην επικοινωνία με τον συνάνθρωπο.

 

     Όταν στρέφουμε το βλέμμα μας σήμερα στην ρουτίνα της καθημερινής μας ζωής, συνήθως ακούμε το γνωστό· ότι η αγάπη δεν διέπει πια τις σχέσεις των ανθρώπων, αλλά μάλλον πλεονάζει η κακία. Μάλιστα κάποιες ανατολικές θρησκείες ανάγουν την κακία σε θεότητα, η οποία αντιμάχεται τον θεό του καλού. Σ’ αυτήν την ουσιαστική κρίση για την ψυχική αρμονία και ειρήνη, που αφορά την ορθή γνώση της λογιστικής δυνάμεως κάθε ψυχής, οι Πατέρες της Εκκλησίας απαντούν ότι το κακό καθ’ εαυτό είναι ανύπαρκτο.

 

     Ολόκληρη η κτίση, ως δημιουργία, όταν γίνει αντικείμενο παρατηρήσεως και μελέτης, μαρτυρεί για το ότι έγινε «καλή λίαν» (βλ. Γέν. 1,31). Τα πάντα στην δημιουργία διέπει «η ανθρωπική αρχή», όπως ορίζουν οι επιστήμονες. Δηλαδή τα πάντα έγιναν για να μπορεί να υπάρξει ο άνθρωπος με την συγκεκριμένη μορφή ζωής, είτε εξετάζει κανείς τον μικρόκοσμο είτε τον μακρόκο­σμο οι εποχές, οι βροχοπτώσεις, οι σχετικές με αυτά παραγωγές αγαθών από την γη, τα βασικά συστατικά της ζωής, οι νόμοι που διέπουν το ηλιακό μας σύστημα, οι νύκτες και ημέρες κ.ά. Γι’ αυτό στο σύμπαν δεν υπάρχει κακία, αλλά μάλλον ακολουθούνται νόμοι φυσικοί, που εξυπηρετούν την ζωή μας.

 

     Αν εξετάσουμε, πώς και πότε εμφανίζεται η κακία και πώς επιδρά στις δυνάμεις της ψυχής, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η κακία είναι αποκύημα της δυσαρμονί­ας στις ψυχές μας. Αυτή καταστρέφει την ψυχική ειρήνη του ανθρώπου. Αυτή δημιουργεί δυσάρεστο κλίμα στις σχέσεις του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος και της οικογενείας και ευρύτερα των οποιονδήποτε άλλων σχέσεων.

 

     Η εμφάνιση της ανυπάρκτου κακίας δεν γίνεται αντιληπτή από άσοφες ψυχές, οι οποίες δεν έχουν εμπειρική γνώση της ειρήνης του Θεού, διότι δεν παρουσιάζεται ως κακία, αλλά ως σοφία και δικαιοσύνη για να απατήσει και πλανέσει την άπειρη ψυχή. Υπάρχουν βέβαια και ψυχές, οι οποίες έχουν τόσο πολύ πλέον αποκτήσει έξη της κακίας, ώστε να χαίρονται, που παραδίδουν τις ψυχικές τους δυνάμεις απευθείας στην υποδούλωσή τους.

 

     Η γνώση του καλού και του κακού, όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, έχει δοθεί σε κάθε άνθρωπο και κάθε προσωπικότητα ακολουθεί τον δρόμο της επιλέγοντας το ένα ή το άλλο. Βοηθός της λογιστικής δυνάμεως της ψυχής, για την επίγνωση του καλού ή του κακού, έχει δοθεί από τον πανάγαθο πλάστη και Θεό, από μεν κατασκευής του ανθρώπου η συνείδηση, από δε της ενανθρωπήσεώς Του η προσωπικότητα και το φρόνημά Του, το οποίο και ο απόστολος Παύλος παροτρύνει να μιμούμεθα (βλ. Α΄ Κορ. 11,1). Ο Χριστός σε κάθε έκφραση της ζωής Του, ακόμα και στις δυσκολότερες για έναν άνθρωπο, δεν ανταπέδιδε κακό αντί κακού. Αλλά με ειρήνη και πραότητα, αν και ήταν τέλειος άνθρωπος, έδειχνε στην ανθρώπινη φύση μας, πως μπορεί να ομοιωθεί με τον απαθή αόρατο Θεό, ο οποίος είναι πρωτίστως Θεός ειρήνης και αγάπης προς πάντας και ως εκ τούτου και δικαιοσύνης.

 

     Πριν εμφανισθεί ο Θεός, ως άνθρωπος, με τον Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης ενίσχυσε την ταλαιπωρημένη από κακία ανθρώπινη συνείδηση. Αργότερα με την προσωπική Του παρουσία έδειξε ότι μπορούμε να αρνηθούμε την κακία σε όλη της την έκταση και να αγαπήσουμε τον ενάρετο βίο. Επίσης έδειξε ότι είναι θέμα προσωπικής επιλογής, δηλαδή προαιρέσεως, η κάθε ενέργεια του ανθρώπου προς το καλό ή το κακό, εφόσον με την τήρηση της εντολής της αγάπης, αλλά και όλων των περιεκτικών εντολών, «ου κλέψεις, ου φονεύσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου κ.λπ.» (βλ. Δευτ. 4,6-21), προήγαγε ανάμεσα στους ανθρώπους την ειρήνη και την αγάπη.

 

      Την παράβαση των εντολών του Θεού επακολουθεί σύγχυση και ταραχή των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου. Μετά την κλοπή, την μοιχεία κ.λπ. παρατηρείται διάσπαση της ενότητας και της αγάπης προς το πρόσωπο, που λυπήσαμε, έστω και αν το πρόσωπο αυτό δεν το γνωρίζει. Έτσι συσσωρεύονται ταραχή και παράλογα συναισθήματα στον άνθρωπο, που ενήργησε την κακία. Αν δεν υπάρξει μεταμέλεια και διόρθωση, ο άνθρωπος, που ενεργεί το κακό, φθείρει βαθύτατα την προσωπική του υπόσταση.

 

     Η κακία και η πονηρία σήμερα θεωρούνται από πολλούς εξυπνάδα και τρόπος επιβιώσεως! Όμως πραγματικά έξυπνος και σοφός είναι αυτός που ήδη ζει από την ζωή αυτή μέρος της παραδείσιας ζωής, όπου βασιλεύουν η αγάπη, η ειρήνη και η μακαριότητα· και αυτός είναι ο ενάρετος, ο άγιος.

 

     Ο τρόπος για να πετύχει κανείς την ομαλότητα και την αρμονία των ψυχικών του δυνάμεων και να περάσει ακολούθως, με την Χάρη του Χριστού, στην εμπειρία της «υπέρ νουν ειρήνης», που ο Ίδιος έφερε στην γη, είναι να ζει πάντοτε με βάση τα θεία προστάγματα, επικαλούμενος προς τούτο την θεία συνδρομή και βοήθεια.

 

 [...]. Γενικότερα στην χριστιανική άσκηση, από τους αδαείς δίνεται περισσότερο έμφαση στην κοπιώδη σωματική άσκηση, κυρίως της νηστείας, της αγρυπνίας και των κακοπαθειών, που έχουν σχέση με το σώμα. Στην πραγματικότητα όμως, η χριστιανική άσκηση είναι άσκηση εξυγιάνσεως των εμπαθών εσωτερικών κινήσεων. Ανάλογα δε με την ψυχική και σωματική αντοχή, αλλά και την αντίδραση, που ίσως παρουσιάζεται εξαιτίας των παλαιών κακών συνηθειών, προστίθεται η κατά δύναμιν άσκηση του σώματος. Για να ξεκινήσει κανείς την χριστιανική άσκηση των αρετών, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσει την ουσιαστική ψυχική βλάβη και διαταραχή, που προήλθε από την υποχώρηση στην ποικιλόμορφη κακία και την παράλογη αμαρτία στην «λίαν καλώς» δημιουργημένη από τον Θεό ψυχή του. Όταν ο άνθρωπος συλλάβει λίγο ή πολύ το πρόβλημα αυτό, επιθυμεί να αλλάξει τρόπο ζωής. Η αλλαγή αυτή στον χώρο της Εκκλησίας ονομάζεται μετάνοια. Μετάνοια δηλαδή είναι η μεταστροφή του νου στην φυσιολογική του θέση και βάση του και η επαναφορά του από τα κάτω και χείριστα προς τον Θεό και τα άριστα.

 

     Η προαίρεση βέβαια για την απώθηση της κακίας από την ψυχή ανήκει στον άνθρωπο. Όμως αυτός που μετανοεί, δεν θα αργήσει να εξακριβώσει, μόνος του, ότι είναι αδύνατο να αντισταθεί με τις πτωχές του δυνάμεις στην δύναμη των αμαρτωλών παθών, που έχουν συσσωρευθεί, όσο καιρό δεν ασχολιόταν με τις αρετές, αλλά με τις αμαρτίες. Και τότε ζητεί από τον Θεό με έμπονη προσευχή την δύναμη να αντιστρατευθεί στις κακές συνήθειες, που απέκτησε. Ο αγώνας αυτός είναι νοερός και πολύ ουσιαστικός για την κάθαρση της ψυχής από την αμαρτία, ώστε ο άνθρωπος να γευ­θεί την «υπέρ νουν» ειρήνη του Θεού, που εμφανίζεται στην ψυχή όταν μισήσει και βδελυχθεί κάθε μορφής κακία.

 

 

 

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, Άγ. Όρος 2012, σ. 167-173)

 

Έτσι γίνεται, όταν εμείς τα αφήνουμε όλα στο Θεό. (Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)


 

       Άκουσε ένα θαυμαστό γεγονός που έγινε εδώ  στο Άγιον Όρος και ίσως έως τώρα δεν το έχεις ακούσει.

     Έτυχε κάποιος στις ημέρες μας εδώ στα Κατουνάκια, που εγώ δεν τον πρόφθασα, γιατί πριν από λίγο καιρό είχε πεθάνει. Αυτός ήταν υποτακτικός σε ένα Γέροντα τυφλό. Λοιπόν μία ημέρα ήλθε ένας πτωχός κοσμικός, περαστικός από το Κελλί του. Και τον ρωτά ο νέος μοναχός­ :

     Από πού είσαι;

     Και αυτός ήταν χωριανός του.

     Λοιπόν δεν του έδωκε γνωριμία, μόνον του είπε τί κάμνει ο τάδε – για τον πατέρα του. Του λέει ο ξένος, ότι αυτός πέθανε και άφησε τη γυναίκα του και τρία κορίτσια  στους δρόμους ορφανά και πτωχά. Είχαν και έναν υιό, λέει, που έφυγε από χρόνια και δεν γνωρίζουν τι έγινε.

     Λοιπόν σαν να τον κτύπησε κεραυνός τον μοναχό. Και αμέσως τον προσέβαλε η πάλη των λογισμών.

- Θα φύγω, λέει στο Γέροντά του. Θα φύγω να πάω να τους προστατεύσω!

     Ζητά ευλογία. Δεν του δίνει ο Γέροντας. Αυτός συνεχώς επιμένει. Και συμβουλεύοντάς τον ο Γέροντας κλαίει για τον εαυτό του, κλαίει και για εκείνον. Αλλά στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσει. Τέλος τον άφησε στο θέλημά του, και έφυγε ο υποτακτικός,

     Αφού βγήκε έξω από το Όρος κάθισε να συνέλ­θει κάτω  από τη σκιά ενός  δένδρου.

Εν τω μεταξύ έφθασε εκεί ιδρωμένος και ένας άλλος  μοναχός· κάθισε και αυτός κάτω από την ιδία σκιά. Και άρχισε  να του λέει:

- Σε βλέπω, αδελφέ, ταραγμένο. Δεν μου λες τί έχεις;

-Άφησε, Πάτερ, του λέει· έπαθα μεγάλο δυστύχημα. Και του διηγείται με λεπτομέρεια όλη την ιστορία του, Ο δε αγαθός οδοιπόρος του λέει:

-Αν θέλεις, αγαπητέ αδελφέ,  άκουσέ με· γύρισε πίσω στο Γέροντά σου και ο Θεός θα προστατεύσει το σπίτι σου. Συ να υπηρετείς το Γέροντά σου, αφού μάλιστα είναι και τυφλός.

     Αλλ’ αυτός δεν τον άκουε. Κυριευμένος από τους λογισμούς του φαίνονταν σαν παραλήρημα  τα λόγια του άλλου. Και, αφού του έφερε πολλά παραδείγματα,  σηκώθηκε ο ανυπάκουος μοναχός να συνεχίσει το δρόμο του προς τον κόσμο. Ο μοναχός  εν τέλει του λέει­·

- Λοιπόν δεν με ακούς να γυρίσεις πίσω;

-Όχι! αντιλέγει εκείνος.

-Ε τότε λέει ο μοναχός·  Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου και εμένα πρόσταξε ο Θεός, αμέσως όταν πέθανε ο πατέρας  σου να πάω κοντά τους να τους φυλάω και να γίνω προστάτης τους. Αφού λοιπόν τώρα εσύ πηγαίνεις αντί για μένα,  εγώ τους αφήνω και φεύγω, εφ’  όσον δεν με ακούς. Και έγινε άφαντος. Τότε λοιπόν συνήλθε ο μοναχός και γύρισε αμέσως στο Γέροντα· και τον βρήκε γονατιστό, να προσεύχεται γι’ αυτόν.

      Κατάλαβες, τέκνο μου; Έτσι γίνεται, όταν εμείς τα αφήνουμε όλα στο Θεό. Αφού πολύ καλά τα οικονομεί Εκείνος ως αγαθός κυβερνήτης και κανένα σφάλμα δεν υπάρχει στο θέλημά του. Αλλά χρειάζεται να έχει υπομονή εκείνος που ζητά να σωθεί. Αν δε ζητούμε εμείς να τα κάνει ο Θεός, όπως αρέσουν στη δική μας διάκριση, τότε αλλοίμονο  στο χάλι μας.

 

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 109-111- απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.)

 

Παναγιά μου τι να κάνω;(Από το βίο του αγίου Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτου)

Σ’ ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, το γνωρίζετε, ιδιόρυθμο ήτανε. Είπε ο παπάς στον αγωγιάτη:

-Κύριε Δημήτριε, μου φέρνεις και μένα πέντε-δέκα φορτία ξύλα, να κάψω το χειμώνα;

-Θα σου φέρω, παπα-Εφραίμ.

Έφερε.

-Φερ’ τα από ‘δω.

-Όχι από ‘κει, το ζώο φοβάται, Γέροντα.

-Φερ’ τα από ‘δω, ντε.

Μαλώσανε.

-Ασυγχώρητος.

Κι εσύ ακοινώνητος.

Έφυγε ο αγωγιάτης πήγε απάνω στο βουνό. Ο παπάς τώρα τι πρέπει να κάνει; Μπορεί να λειτουργήσει, να φέρει σε αδιαφορία, ότι εγώ είχα δίκιο; Όχι. Μπορεί να λειτουργήσει; Όχι. Τι να κάνει. Τώρα μάχονται δύο: «Καλά, αύριο που θά ‘ρθει -γιατί ήτανε βραδάκι- αύριο που θά ‘ρθει ο αγωγιάτης, του λέω ότι να με συγχωρέσει». Ο άλλος λέει: «Καλά, αν δεν έρθει ο αγωγιάτης αύριο κι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τη γυναίκα του να πάει ότι το παιδί αρρώστησε, τι θα κάνεις;» Πάτερ, εδώ είναι ο θησαυρός του καλογήρου. Προσευχή.

-Παναγία μου, τι να κάνω; (Το Ιβήρων ήταν το μοναστήρι.)

-Παναγία Πορταΐτισσα, τι να κάνω, βοηθησέ με.

Κεραυνοβόλος έρχεται η πληροφορία, η έμπνευση, να πούμε, η παρουσία της Παναγίας.

Όλοι μας ξέρομε ότι τα μοναστήρια τα Αγιορείτικα, όταν βασιλεύει ο ήλιος κλείνουνε. Έχουν όμως κι ένα πορτάκι μικρό τόσο, που εν καιρώ, σπάνια το ανοίγουν αυτό. Ανάβει λοιπόν ο παπάς το φανάρι του, περνάει το πορτάκι κι ανεβαίνει απάνω στο βουνό.

-Καλησπέρα σας.

-Καλώς τον παπά.

-Ευλογημένε κύριε Δημήτρη, να με συγχωρέσεις.

-Θεός σχωρέσου. Συγχώρεσέ με κι εσύ.

Συγχωρεθήκανε και κατέβηκε κάτω ο παπάς πάλι και λειτούργησε την άλλη μέρα. Βλέπετε ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται η προσευχή. Δεν μπορείς εκείνη την ώρα τι να κάνεις, σαστίζεις δεν ξέρεις τι να κάνεις. «Παναγία μου, τι να κάνω;» Και σε βοηθάει η Παναγία. Δεν μπορείς, πάτερ, να λειτουργήσεις. «Μη τα αμαρτήματά μου κωλύσωσι ενθάδε παραγενέσθαι το Άγιόν Σου Πνεύμα». Πάτερ μου, λειτουργάμε, μεταλαμβάνομε, η χάρις κατέρχεται, αλλά «μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα», το λέμε κι αυτό.

ΠΗΓΗ.ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers