Αρχείο

Archive for the ‘ΣΤΑΡΕΤΣ’ Category

Ο παπα- Ιάκωβος, ο παπα-Αντώνης, και ο παπα- Αλύπιος (Τατιάννα Γκορίτσεβα)

 

απόσπασμα από το βιβλίο:
Είναι επικίνδυνο να μιλάς για τον Θεό
Μετάφραση Μαρία Λαγουρού
ΤΗΝΟΣ

Ο παπα- Ιάκωβος

Οι στάρετς είναι πραγματικοί ιατροί. Δεν προφέρουν ποτέ μάταια λόγια στοργικά, δίνουν ένα φάρμακο, συχνά πικρό, αλλά πάντοτε αποτελεσματικό. Κανένας δεν φεύγει από έναν στάρετς, με απελπισία, ούτε με θλίψη. Φεύγει από κοντά του παρηγορημένος, μ’ ένα ακτινοβόλο και ξανανοιωμένο πρόσωπο.
Δεν είναι μόνον η πνευματική σοφία που επιδρά, αλλά και η δύναμη της προσευχής τους, η δύναμη της θετικής και άμεσης αγάπης που γίνεται αισθητή αμέσως από τον καθένα, όπως επίσης και η απεριόριστη εμπιστοσύνη που τους δίνει ο λαός. Χιλιάδες άνθρωποι στην Ρωσία ζουν με την ανάμνηση της συνομιλίας τους μ’ έναν στάρετς και με τις συμβουλές που τους έδωσε. Ο στάρετς είναι μια εικόνα του Θεού. Ακόμα και μια φορά να τον δη κανείς, καταλαβαίνει ότι δεν είναι πια δυνατόν να ζήσει όπως πριν, ότι εις το εξής ολόκληρη η ύπαρξη θα εκτιμάται σε σχέση μ’ αυτή την ομορφιά, μ’ αυτό το φως της χάριτος. Η αγιότητα στους στάρετς, γίνεται μια απαίτηση κι ένα κάλεσμα.

Η φίλη μου είπε μια φορά: «Εάν ο στάρετς Ιάκωβος είναι έτσι, τότε πως πρέπει να είναι ο Χριστός!»
Ένα τεράστιο πλήθος, ανθρώπων ακολουθούσε τον παπα-Ιάκωβο που λουζόταν από το φως της αγάπης όπου κι αν εμφανιζόταν. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η ταπείνωση; Ο στάρετς Ιάκωβος λέει συχνά για τον εαυτό του: «Είμαι ένα χαλάκι όπου οι άνθρωποι σκουπίζουν τα πόδια τους». Κι ακόμα: «Προσπαθώ συνέχεια να σκαρφαλώσω στον πάγκο και ξαναβρίσκομαι από κάτω. Αλλά ξαναπροσπαθώ, δεν κουράζομαι».
Ο παπα-Ιάκωβος είχε πολύ ευρύ πνεύμα. Εγώ κι άλλοι πιστοί διανοούμενοι, συνηθισμένοι να είμαστε ανεκτικοί και να μην εκπλησσόμεθα ποτέ με τίποτα, ξαφνιαστήκαμε από αυτήν την ευρύτητα των κρίσεων των στάρετς, που δεν έχει κανένα κοινό σημείο με το φιλελευθερισμό ούτε με την αδιαφορία. Μια τέτοια ευρύτητα απόψεων κι ένα τέλειο θάρρος ήταν φανερά το αποτέλεσμα της εσωτερικής ηρεμίας, της δυνάμεως και της εμπιστοσύνης στο Θεό.

Ο στάρετς ήταν πολύ οικτίρμων. Θυμάμαι πως μια φορά μετά την ακολουθία στην εκκλησία της κοιμήσεως, είχαμε σχηματίσει μια μεγάλη ουρά περιμένοντας να δεχτούμε την αγία του ευλογία και να του φιλήσουμε το χέρι. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένας άνδρας στην εκκλησία. Ήταν ένας γνωστός μου, που μόλις είχε έρθει στο Πετσόρι με το λεωφορείο. Εγώ ήξερα καλά τη δύσκολη ζωή του. Μόλις είχε τραβηχτεί από έναν κόσμο όπου άφηνε άλυτα δράματα στην οικογένεια του και στη δουλειά του. Το νέο και κουρασμένο πρόσωπο του Νικόλα είχε την έκφραση μιας καταστροφής. Έμοιαζε χαμένος. Μεγάλη ήταν η αντίθεση αυτού του προσώπου και των άλλων που ήσαν ήρεμοι και ειρηνικοί μετά από μια μεγάλη ακολουθία.
Ο Νικόλαος, αναποφάσιστος, πιάνει θέση στην άκρη της ουράς για να ζητήσει ευλογία από τον στάρετς, αλλά ο ίδιος ο στάρετς τον προσέχει αμέσως, τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει (είναι η πρώτη φορά που τον βλέπει), τον φιλά στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο λαιμό. Μόνον μια μητέρα μπορεί να χαϊδέψει έτσι ένα παιδί της που υποφέρει. Ο στάρετς ρωτά το Νικόλα από που ήρθε και πότε θα μπορέσει να περάσει για εξομολόγηση.
Όταν θυμάμαι αυτή τη σκηνή, η απαίδευτη καρδιά μου μου φαίνεται πέτρινη, χονδροειδής. Στη συνέχεια είχα, εγώ η ίδια την εμπειρία της αγάπης του στάρετς. Μετά από μια συνομιλία μαζί του αποκόμισα μια αίσθηση συμφιλιώσεως χωρίς όρια, με ολόκληρο τον κόσμο, με τους ανθρώπους, τα ζώα, τις πέτρες. Δεν είναι τυχαίο το ότι ονομάζουμε το Άγιο Πνεύμα Παράκλητο: που παρηγορεί. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν μαζί μας το Άγιο Πνεύμα. Ο στάρετς μου μίλησε άμεσα και αυστηρά για τα ελαττώματα μου, για την ανυπομονησία μου, για την έλλειψη ωριμότητας, αλλά βγήκα από το εξομολογητήριο παρηγορημένη σαν να είχα βρεθεί στον παράδεισο. Άλλωστε δεν έκρυβε την πρόθεση του να με παρηγορήσει. Κατά τη διάρκεια της συζητήσεως μας πολλές φορές μου είπε: «Να πως μπορώ ακόμα να σε παρηγορήσω». Η αγάπη του ήταν συγχρόνως μεγαλειώδης, τρυφερή και τόσο δυνατή, που δεν φοβόμουν καθόλου να του τα πω όλα ειλικρινά.

Με τα λόγια έδινε την εντύπωση ότι στέκεται με σεβασμό μπροστά σε κάθε μικρό χορταράκι. Δεν έλεγε, «μήλο» αλλά «μηλαράκι»• ο ίδιος ήταν μια προσωπικότητα ανανεωμένη και πυρπολημένη γεμάτη από το Λόγο και από θείες ενέργειες.
Ο στάρετς Ιάκωβος δεν έκανε γενικές ερωτήσεις. Το πλησίασμα των ανθρώπων γι’ αυτόν ήταν αναγκαστικά άμεσο και συγκεκριμένο. «Κάθε άνθρωπος θα διανύσει τον δικό του δρόμο προς τον Θεό. Πρέπει να δώσεις στον καθένα σύμφωνα με τα μέτρα του», έλεγε.
Θυμάμαι που τον είδα να μιλά με μερικές γυναίκες που του ζητούσαν μια ευλογία για το γάμο τους. Στη σκληρή εποχή μας, το πρόβλημα των γάμων και των διαζυγίων έχει γίνει δραματικό. Σπάνιος είναι ο γάμος που μπορεί να θεωρηθεί ως πετυχημένος. Επίσης, οι μισοί γάμοι στη χώρα καταλήγουν σε διαζύγιο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι στάρετς δεν δίνουν εύκολα την ευλογία τους για ένα γάμο. Σε μια από τις γυναίκες που του είχε ζητήσει την ευλογία του, ο πατήρ Ιάκωβος έκανε την εξής ερώτηση:
«Μπορείς να φέρεις στον κόσμο έναν άγιο; “Αν μπορείς τότε παντρέψου, διαφορετικά δεν σου δίνω την ευλογία μου».
Σε μιαν άλλη είπε:
«Είσαι μια μορφωμένη γυναίκα, η επιστήμη υπήρξε πάντα για σένα το ουσιωδέστερο πράγμα, από την άλλη μεριά ο γάμος ζητά πολλές θυσίες. Είσαι ικανή να θυσιάσεις τις επιστημονικές σου ασχολίες για ν’ αφιερώσεις το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου σου σε πράγματα βαρετά για σένα: το νοικοκυριό, τα ψώνια, το πλύσιμο; Κι αν έχεις παιδιά, θα πρέπει αναγκαστικά να κάνεις αυτήν τη θυσία. Σκέψου».
Κι έτσι μιλούσε στην κάθε μια μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.
Σε νεοφώτιστους σαν κι εμάς, ο παπα-Ιάκωβος, του άρεσε να λέει: «Ετοιμαστείτε, για μια μεγάλη απόσταση, μη βιάζεστε». Συγχρόνως ήταν απαιτητικός αγρυπνούσε αυστηρά ώστε να υπάρχει μια πνευματική πρόοδος, και ώστε οι δυνάμεις των πνευματικών του παιδιών ν’ αυξάνονται μέρα με τη μέρα.

Ο παπα-Αντώνης

Ο παπα-Αντώνης είναι ένας εξορκιστής γνωστός σ’ όλη τη Ρωσία. Είναι αδύνατος, κοντός, με γκρίζα μαλλιά. Είναι ένας καλόγερος ακόμα εν δυνάμει που δεν έχει φτάσει τα εξήντα. Απ’ όλες τις γωνιές της χώρας έρχονται στο μοναστήρι για τους δαιμονισμένους και τους αρρώστους. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι στην καθημερινή ζωή οι δαιμονισμένοι δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους άλλους ανθρώπους. Αλλά στο μοναστήρι το χειρότερο και το καλύτερο αποκαλύπτονται. Στον κόσμο πολλές απ’ αυτές τις δυστυχισμένες γυναίκες (υπάρχουν επίσης και άνδρες, αλλά είναι λιγώτεροι) αισθάνονται ένα μόνιμο βάρος που τις καταπιέζει με ανυπόφορο τρόπο. Αυτό το αίσθημα τις σπρώχνει να βρουν την απελευθέρωση στα μοναστήρια. Μερικές στιγμές κατά τη διάρκεια της λειτουργίας στο μοναστήρι του Πετσόρι, ακούμε ουρλιαχτά: μερικοί βγάζουν κραυγές ζώων, άλλοι χτυπιούνται κατά γης, άλλοι πάλι, επιθετικοί, βλασφημούν. Δεν είναι εύκολο να τους οδηγήσουν για τη Θεία κοινωνία, χρειάζονται πολλοί για να τους συγκρατήσουν. Πάντα έμενα έκπληκτη από την απόλυτη ηρεμία του ιερέα που έδινε τη Θεία κοινωνία. Ενεργούσε σαν να είχε δύναμη, σαν ένας γιατρός και σαν ένας νικητής! Μετά τη Θεία κοινωνία οι δαιμονισμένοι, γενικά, ηρεμούσαν, τα πρόσωπά τους γινόντουσαν γλυκά και τρυφερά, πολλοί έκλαιγαν σιωπηλά.

Δυό φορές την εβδομάδα, ο παπα-Αντώνης οργανώνει μιαν ακολουθία για εξορκισμό. Η είσοδος είναι αυστηρά απαγορευμένη στους ξένους. Ο στάρετς διαβάζει για κάμποσες ώρες ειδικές προσευχές. Τότε είχε για βοηθό έναν νεαρό μοναχό, όλοι οι άλλοι ήταν άρρωστοι.
Στην αρχή, οι δαιμονισμένοι φωνάζουν, φτύνουν τον στάρετς, κυλιούνται κατά γης. Αλλά σιγά-σιγά μερικοί απ’ αυτούς ηρεμούν, άλλοι αρχίζουν να βοηθούν τον στάρετς, να βάζουν κεριά, να προσεύχονται μαζί του.
Τέτοιες ακολουθίες μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν παράνομη λατρεία σύμφωνα με τους σοβιετικούς νόμους. Στην χώρα μας η εξάσκηση, κατά κάποιον τρόπο, θεραπευτικών μεθόδων που γίνονται χωρίς δίπλωμα, χωρίς ένα ιατρικό πιστοποιητικό τιμωρούνται αυστηρά.
Στο μοναστήρι, έλεγαν, ότι ο παπα-Αντώνης είχε φάει πολλές φορές ξύλο από αστυνομικούς που τον άφηναν σχεδόν ημιθανή. «Η εκδίκηση των δαιμόνων» έλεγε ο κόσμος. Μια φορά, συνέβηκε μπροστά στους άλλους μοναχούς. Ρώτησα έναν από τους αδελφούς «Γιατί δεν τον υπερασπιστήκατε;» Ο μοναχός μου απάντησε: «Ως μοναχός δεν μπορώ ν’ αναμιχθώ στα σχέδια του Θεού. Ο παπα-Αντώνης ήθελε να υποφέρει για τον Χριστό, ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο».

Ο παπα- Αλύπιος

Ο παπα-Αλύπιος συχνά καθόταν στο μπαλκόνι του ηγουμενείου. Είχε μια κάποια πλευρά ενός κατά Χριστόν σαλού. Είχε διάλογο με τους προσκυνητές χωρίς να κατεβαίνει από το μπαλκόνι του. Είχε το χάρισμα μιας καταπληκτικής διακρίσεως.
Μια νέα γυναίκα καλοντυμένη πλησίασε το μπαλκόνι με χαμηλωμένα μάτια.
«Δώστε μου την ευλογία σας, πάτερ Αλύπιε. Θέλω να γίνω μοναχή».
«Εσύ, μοναχή; Δεν σου δίνω την ευλογία μου. Και πρόσθεσε θυμωμένος: Πήγαινε να εργαστείς σαν νοσοκόμα στο νοσοκομείο θ’ αρχίσεις να πίνεις, θα μάθεις να ορκίζεσαι αλλά κάνοντας αυτή την δουλειά θα σωθείς ενώ μέσα στο μοναστήρι θα χαθείς. Δεν σου δίνω την ευλογία μου».

Συχνά ομάδες τουριστών επισκέπτονται το μοναστήρι. Βρίσκονται σε αναζήτηση καλλιτεχνικών μνημείων, εξωτισμού της μοναστικής ζωής. Οι επισκέπτες σχηματίζουν μικρές ομάδες αναποφάσιστες. Πολλοί απ’ αυτούς αισθάνονται ότι βρίσκονται σ’ έναν ξεχωριστό κόσμο που τους ενδιαφέρει, αλλά δεν ξέρουν πως να κινηθούν, πως να κοιτάξουν και να μιλήσουν σε τέτοιες ασυνήθιστες συνθήκες. Δίπλα στους μοναχούς με τις αρμονικές και πλαστικές κινήσεις, οι ξένοι φαίνονται χαμένοι και γελοίοι. Μερικοί απ’ αυτούς δείχνουν να ντρέπονται για την περιέργεια τους, άλλοι (είναι λίγοι) συμπεριφέρονται με προκλητικό τρόπο. Κυρίως ενοχλούνται από τους πρόσφατα μεταστραφέντες, όπως εγώ και η φίλη μου.

«Πως είναι δυνατόν νέες γυναίκες με πρόσωπα διανοουμένων, να βρίσκονται σ’ ένα μοναστήρι, να κάνουν τον σταυρό τους, να προσκυνούν τις εικόνες, να φοράνε μαντήλες, κι όλα αυτά στην εποχή κοσμογονικών εξελίξεων στην εποχή της επιστήμης! Είναι τελείως τρελλές».
Μερικοί επισκέπτες, οι πιο νευρικοί, φλέγονται από την επιθυμία να παλέψουν εναντίον αυτού του ναρκωτικού που λέγεται θρησκεία. Συνήθως οι μοναχοί περνούν από μπροστά τους χωρίς να τους απευθύνουν τον λόγο. Μόνον στον ηγούμενο του μοναστηριού τον παπα-Αλύπιο αρέσει να μιλά με τους άθεους.
«Δεν ντρέπεστε να κοιτάτε τον λαό κατάματα! φωνάζει μια από τις μαχητικές άθεες. Είσαστε παράσιτα, ζείτε εις βάρος του λαού. Από που βγαίνει το ψωμί που τρώτε;»
«Εμείς είμαστε ο λαός, απαντά ήσυχα ο παπα-Αλύπιος. Δεν μπορούν να μας ξεχωρίσουν από τον λαό. Για παράδειγμα δεκαπέντε από τους μοναχούς μας έχουν πολεμήσει. Άλλωστε κι εγώ είχα λάβει μέρος στον πόλεμο».
Βέβαια, ο παπα-Αλύπιος, δεν θέλησε να μπει σε λεπτομέρειες μπροστά σ’ αυτήν τη γυναίκα για να της πει ότι τώρα τα μοναστήρια δίνουν στο κράτος το εξήντα τοις εκατό των εσόδων τους. Πληρώνουν ένα φόρο, και το κράτος, χωρισμένο από την Εκκλησία, δεν μπορεί παρά να ζηλέψει την καλή οργάνωση της μοναστικής οικονομίας και της δουλειάς των μοναχών, που γίνεται με προσευχή• πολλές φορές η δουλειά μοιράζεται και σε προσκυνητές που συμμετέχουν με πολύ χαρά. Στην σημερινή Ρωσία που μαστίζεται από τη φτώχεια ολόκληρα χωριά τρέφονται από τις κουζίνες των μοναστηριών.
Ο παπα-Αλύπιος, ζωγράφος στα νεανικά του χρόνια, αγαπά πολύ τη δημιουργική νεολαία. Οι ειδωλολάτρες και οι σκεπτικιστές του χθες, οι ανατρεπτές των ηθικών κανόνων και κάθε εξουσίας, σήμερα προφέρουν τ’ όνομά του με χαμηλή φωνή, με σεβασμό.
www.egol[iom.com

Η εμπειρία ενός Στάρετς.(Μητροπ. Αντωνίου του Σουρόζ)

Ιανουαρίου 26, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

Να που κάθε συνάντηση με τον Θεό ή με τον άνθρωπο είναι πέρα από τυπικές προϋποθέσεις: Όταν ζητούμε τον Θεό πρέπει ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας κι όταν ζητούμε τον πλησίον μας πρέπει ν’ αγαπούμε τον Θεό.

Σε μια από τις επιστολές του, ένας Ρώσος στάρετς (γέροντας) περιγράφει πως του ζητήσανε κάποτε να απαντήσει στο ερώτημα: «Πώς γίνεται οι υποτακτικοί σου να δουλεύουν τόσο σκληρά και τόσο καλά χωρίς εσύ να στέκεσαι από πάνω τους, ενώ αυτοί που εμείς επιβλέπουμε να προσπαθούν πάντα να μας ξεγελάσουν;»

Κι ο άγιος αυτός άνθρωπος απάντησε: «Όταν έρχομαι το πρωί να τους δώσω τη δουλειά τους, με πλημμυρίζει μια συμπόνια γι’ αυτούς. Έχουν αφήσει το χωριό τους, τις οικογένειες τους για ένα μηδαμινό μεροκάματο — πόσο φτωχοί πρέπει να είναι! Κι αφού τους μοιράσω τη δουλειά γυρίζω στο κελλί μου κι αρχίζω να προσεύχομαι για τον καθένα χωριστά, λέγοντας στον Κύριο: “Κύριε, μην ξεχνάς τον Νικόλα, είναι τόσο νέος. Άφησε το νεογέννητο παιδί του για να βρει δουλειά επειδή είναι πάμπτωχοι και δεν έχει άλλο μέσο να το θρέψει. Μην τον ξεχνάς και φύλαγέ τον από τις κακές σκέψεις. Μην ξεχνάς και τη γυναίκα του και προστάτευέ την”.

Αυτά λέω στην προσευχή μου και καθώς νιώθω την παρουσία του Θεού περισσότερο έντονη, φθάνω στο σημείο να μην προσέχω πια τίποτα γύρω μου. Η γη εξαφανίζεται. Μένει μόνον ο Θεός. Και τότε ξεχνώ τον Νικόλα, τη γυναίκα του, το παιδί του, το χωριό του, τη φτώχεια του και μεταφέρομαι στον Θεό.

Και τότε βαθιά στην αγκαλιά του Θεού, ανακαλύπτω την άγια αγάπη Του που περιλαμβάνει και τον Νικόλα, τη γυναίκα του, το παιδί τους, τη φτώχεια τους, τις ανάγκες τους, κι αυτή η άγια αγάπη είναι ο χείμαρρος που με ξαναφέρνει πίσω στη γη και στην ανάγκη να προσευχηθώ γι’ αυτούς.

Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται: Η παρουσία του Θεού γίνεται εντονότερη, η γη υποχωρεί. Και μεταφέρομαι ξανά στο βάθος των πραγμάτων όπου βρίσκω τον κόσμο που τόσο πολύ αγαπά ο Θεός».

 Η συνάντηση με τον Θεό, η συνάντηση με τον άνθρωπο είναι δυνατά όταν αγαπάει κανείς πολύ και τους δύο, έτσι που ο προσευχόμενος να μπορεί να ξεχνά τον εαυτό του, ν’ αποσπάται από τον εαυτό του και να στρέφεται ολοκληρωτικά και προς τους δύο, για χάρη τους. Αυτός είναι ο βασικός όρος των «πρεσβειών» στην προσευχή.

Θα ήθελα να ερευνήσω αυτό το θέμα της συναντήσεως λίγο περισσότερο. Πρώτο θα ήθελα να τονίσω ότι η συνάντηση με τον Θεό και τον άνθρωπο είναι επικίνδυνη.

Δεν είναι χωρίς λόγο που η ανατολίτικη παράδοση των Ζεν ονομάζει τον τόπο όπου συναντούμε κάποιον που αναζητήσαμε φωλιά της τίγρης. Η αναζήτηση του Θεού είναι μια πράξη τόλμης έκτος αν είναι μια πράξη πλήρους ταπεινώσεως.

 Η συνάντηση με τον Θεό αποτελεί πάντα μια κρίση με το αρχικό νόημα της λέξης στα ελληνικά, δηλαδή λήψη αποφάσεως.

Αυτή η συνάντηση μπορεί να συμβεί μέσα σε ατμόσφαιρα έκστασης και ταπείνωσης. Όπως μπορεί να συμβεί μέσα σε ατμόσφαιρα τρόμου και κατάκρισης.

 Έτσι είναι εύλογο που τα ορθόδοξα εγχειρίδια περί προσευχής ασχολούνται πολύ λίγο με θέματα τεχνικής και μεθοδολογίας, ενώ δίνουν ατέλειωτες συμβουλές γύρω από τις απαραίτητες ηθικές και πνευματικές προϋποθέσεις της προσευχής.

 Ας θυμηθούμε πρώτα απ’ όλα την εντολή του ίδιου του Ευαγγελίου: «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσια­στήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστη­ρίου, και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου.» (Ματθ. 5, 23).

Αυτή την εντολή την προβάλλει θαυμάσια ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγοντάς μας πως αν θέλουμε να προσευχηθούμε με αδέσμευτη καρδιά, πρέπει πρώτα να συμφιλιωθούμε με τον Θεό, τη συνείδησή μας, τον πλησίον μας κι ακόμη με τα άψυχα πράγματα γύρω μας.

Τούτο σημαίνει πως προϋπόθεση για μια ζωή προσευχής είναι μια ζωή σύμφωνη με το Ευαγγέλιο. Μια ζωή που καθιστά τις εντολές και τις νουθεσίες του Ευαγγελίου δεύτερη φύση μας.

    Δεν αρκεί να τις υπάκουμε όπως ο δούλος υπακούει τις επιθυμίες του κυρίου του. Πρέπει να θέλουμε να υπακούουμε μ’ όλη μας την καρδιά, όπως ένα παιδί, σαν τέκνα της Βασιλείας τα οποία ζητούν ειλικρινά αυτό για το οποίο προσεύχονται, όταν προφέρουν το «αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου».

 

(Μητροπ. Αντωνίου του Σουρόζ, «Θέλει τόλμη η Προσευχή», εκδ. Ακρίτας, σ. 26-29.)

 

 

 

 

Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (+ 10 Νοεμβρίου 1924)

Νοεμβρίου 9, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

 

    [...] Αυτό δε που βοηθούσε περισσότερο και ενίσχυε τους φοβισμένους Χριστιανούς για να μένουν σταθεροί στην πίστη τους, δεν ήταν τα ενισχυτικά του λόγια μόνο, αλλά τα θαυμαστά έργα, που έβλεπαν να κάνει ο Πατήρ Αρσένιος, διότι είχε άφθονη την θεία Χάρη και θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Οι Χριστιανοί, όταν τα έβλεπαν, γίνονταν πιο πιστοί, διότι έβλεπαν την μεγάλη δύναμη της πίστεως μας. Οι δε Τούρκοι, που τα έβλεπαν και αυτοί, και Χριστιανοί να μη γίνονταν, έπαυαν κάπως να δαγκώνουν τους Χριστιανούς.

    Η συνηθισμένη τροφή του Πατρός ήταν τα κριθαρένια πέτουρα, τα οποία έψηνε μόνος του επάνω σε μια λαμαρίνα· γι’ αυτό και μερικοί Φαρασιώτες αστειευόμενοι τον έλεγαν Αρπατζή, που σημαίνει κριθαρά στην Τουρκική γλώσσα. Έψηνε απ’ αυτά τα πέτουρα κάθε μήνα και τα έβρεχε, όταν του χρειάζονταν. Έβραζε καμιά φορά ούμπα (σαν φιδόχορτα), ξινολάπατα, αγριοκρέμμυδα και κάπου-κάπου πλιγούρι. Δοκίμαζε δε και από όλες τις άλλες τροφές, και ένα είδος από τα αρτύσιμα δεν το δοκίμαζε για ένα χρόνο, άλλοτε το ψάρι, άλλοτε τα γαλακτερά. Κρέας φυσικά δεν έτρωγε, όταν όμως τύχαινε να βρεθεί σε τραπέζι, δεν μιλούσε, αλλά έτρωγε λίγο με διάκριση -όταν είχε κατάλυση- για να μη τους λυπήσει  και βάλει σε ανησυχία. Οι Φαρασιώτες σ’ αυτές τις περιπτώσεις πάντα προσπαθούσαν να τον οικονομήσουν με κάτι άλλο, γιατί ήξεραν ότι θα κάνει μετά αγώνα στο κελλί του, με το να μη πίνει νερό για τις μπουκιές του κρέατος που έφαγε από αγάπη.

    Η διακριτική του άσκηση πάντοτε συνοδευόταν με την αγάπη προς τους άλλους και με την ταπείνωση στον εαυτό του. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε ο Πατήρ να κρυφτεί, δεν ήταν εύκολο, διότι τον ζούσαν ολόκληρα χρόνια από κοντά. Όλες τις νηστείες, και ακόμη κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και την Δευτέρα, που είναι αφιερωμένη στους αγγέλους, δεν έπινε ούτε νερό μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος.

    Στις ολονυκτίες, που έκανε στα μακρινά Εξωκκλήσια συνήθως, όσο μακριά και αν ήταν, ποτέ δεν έπαιρνε ζώο, αλλά πάντοτε με τα πόδια του πήγαινε, και σ’ όλη την διάρκεια της ολονυκτίας στεκόταν όρθιος. Πολλές φορές τον παρακαλούσε ο ψάλτης του να καθίσει και αυτός λίγο στο γαϊδουράκι, που έπαιρνε στα μακρινά Εξωκκλήσια, αλλ’ ο Πατήρ δεν δεχόταν ποτέ, γιατί είχε τυπικό να μη κάθεται σε ζώο ποτέ σ’ όλη του τη ζωή, όσο μακρινή και αν ήταν η απόσταση του δρόμου· αφού και στα Ιεροσόλυμα που πήγε πέντε φορές, με τα πόδια βάδιζε πέντε ήμερες μέχρι την Μερσίνα, για να πάρει το πλοίο.

    Η μεγάλη ευαισθησία του Πατρός δεν άντεχε να κουράζει τα ζώα και να ξεκουράζει τον εαυτό του. Δεν φθάνει που βάδιζε πεζός, αλλά συνήθιζε και ξυπόλυτος. Όταν πλησίαζε ανθρώπους, φορούσε λίγο τα παπούτσια του, και όταν απομακρυνόταν, πάλι τα έβαζε στον τουρβά του.

   Στην Νίγδη δεν τον περίμεναν μόνον οι Φαρασιώτες, αλλά και πολλοί κάτοικοι της πόλεως ασθενείς, για να τους θεραπεύσει, όταν άκουσαν ότι περνούσε από εκεί. Μεταξύ των άλλων ήταν και μία δαιμονισμένη, κόρη ενός πλουσίου, με φοβερό δαιμόνιο. Επειδή είδε ο Πατήρ να τρέχουν πολλοί από περιέργεια πίσω από την βασανισμένη ψυχή, που έκανε αταξίες, τους έδιωξε όλους και είπε στον πατέρα της να την φέρει την άλλη ημέρα. Πράγματι την πήγε, και αφού ο Πατήρ της διάβασε το Ευαγγέλιο, το δαιμόνιο έφυγε αμέσως και έγινε καλά. Ο πατέρας της κόρης από ευγνωμοσύνη έβγαλε τον κεσέ του (πουγκί) και παρακαλούσε τον Πατέρα Αρσένιο να τον δεχθεί, αλλά δεν τον δεχόταν με κανένα τρόπο. Εκείνος όμως επέμενε, νομίζοντας ότι θα ξαναπάθαινε η κόρη του, εάν δεν δεχόταν ο Πατήρ τα χρήματα. Βλέποντας λοιπόν την επιμονή του ο Πατήρ Αρσένιος, αδειάζει κατά γης τον κεσέ και λέγει.

-Εάν θέλεις να μη πάθει η κόρη σου τίποτε άλλη φορά, μοίρασέ τα με τα χέρια σου στους φτωχούς.

Εκείνος με χαρά τότε μοίρασε τα χρήματα μόνος του.

   Βλέπει κανείς ότι, ενώ βρισκόταν μέσα στην ανθρώπινη εκείνη εγκατάλειψη, στον δρόμο της ταλαιπωρίας, για να είναι όμως ο Άγιος Πατήρ ενωμένος με το Θεό, σκορπούσε συνέχεια την θεία Χάρη και έτσι ένοιωθαν οι γύρω του την θεία σιγουριά.

    Αυτός ήταν ο Πατήρ Αρσένιος!

Μόνος, μικρός, με μόνη του Θεού την προστασία!

Μόνος, μεγάλος, δοσμένος μόνο στον Θεό και στην εικόνα Του !

Μόνος στο τέλος της ζωής του με τον Θεό μόνο !

     Επανειλημμένως του έκαναν προτάσεις για Επίσκοπο, αλλά πάντα αρνιόταν προφασιζόμενος ότι δεν πρέπει να γίνει, επειδή είναι θυμώδης. Σ’ αυτούς πάλι, που τον είχαν καταλάβει πως είναι πράος, έλεγε· «δεν γίνομαι, γιατί φοβάμαι την υπερηφάνεια· όσο ψηλά είναι τα βουνά, τόσο περισσότερη αντάρα μαζεύουν». Και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήθελε να τον κάνει Επίσκοπο και είχε βάλει και τον αδελφό του Πατρός, τον Βλάσιο, να τον παρακαλέσει να δεχθεί, αλλά ο Πατήρ Αρσένιος πάλι δεν δέχθηκε.

Προτίμησε του φτωχού το σακί στις πλάτες, το οποίο και έκρυβε συνέχεια την Βασιλεία του Θεού, που κατοικούσε μέσα στην ταπεινή ψυχή του, από τον πολύτιμο Αρχιερατικά σάκο, τον βασιλικό. Επειδή όμως δεν θέλησε να λυπήσει τον Πατριάρχη, δέχθηκε να γίνει Έξαρχος του Παναγίου Τάφου, για να βοηθά τους προσκυνητές, και Έξαρχος της Περιφερείας του, για να μη λυπήσει τον Άγιο Καισαρείας, ο οποίος πολύ τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε. Η αρετή, βλέπετε, δεν κρύβεται, όσο και να θέλει κανείς, όπως ο ήλιος δεν κρύβεται με το κόσκινο, διότι από τις τρυπούλες θα περάσουν ακτίνες αρκετές.

…, επόμενο ήταν και να τον ευλαβούνται σαν Άγιο, όπως και ήταν.

    Και όμως όλα αυτά έφεραν τον Πατέρα σε δύσκολη θέση και τον ανάγκασαν να μπει σε άλλο μεγαλύτερο αγώνα, πώς να καλύψει την αγιότητα του και να αποφύγει τους ανθρώπινους επαίνους. Μπορεί να μη βλάπτονταν στο να υπερηφανευθεί, αλλά οι έπαινοι των ανθρώπων του έκαναν την εξόφληση των αγώνων του σε τούτη την μάταιη ζωή.

      Η μόνη λύση ήταν να κάνει κάπου-κάπου και «τον διά Χριστόν σαλόν», και να παρουσιάζεται αντίθετος απ’ ό,τι ήταν, με προσποιητές ιδιοτροπίες, όπως και έκανε. Για να μη τον λένε πράο, έκανε τον θυμώδη. Για να μη τον λένε νηστευτή, έκανε τον γαστρίμαργο, όπως και πολλά άλλα παρόμοια. Όταν κανείς του έλεγε, «εσύ είσαι Άγιος», ο Πατήρ του απαντούσε· «το δικό σου το σόι, σόι δεν είναι». Όταν το άκουγε αυτό ο άλλος, να του κατηγορεί το σόι του με απότομο ύφος, θιγόταν πολύ, και άλλη φορά δεν έλεγε ότι ο Πατήρ Αρσένιος είναι Άγιος, αλλά θα ήταν Άγιος, αν είχε καλή συμπεριφορά.

Πολλές φορές όμως, που πήγαινε να κάνει τον θυμώδη, δεν τα κατάφερνε καλά, διότι κάτω από τα φρύδια του γελούσε. Αλλά εκείνος προσπαθούσε να πείσει και με τα λόγια τους άλλους, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός και με πολλά πάθη. Έλεγε δε τα εξής:

—Να, τέτοιος είμαι που βλέπετε. Τί νομίζετε ότι είμαι Άγιος;

 

(Μοναχού Παϊσίου, Αγιορείτου, «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»-αποσπάσματα)

 

Αμερικανίδα καλλιτέχνις ερημίτισσα των δασών

Σεπτεμβρίου 28, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Από τη Βαρβάρα Μακ Κάρθυ στη Μητέρα Μπριγκίτα

Το 1969, δυο φίλοι άφησαν πίσω τους το Σαν Φρανσίσκο και έχτισαν ένα ερημητήριο στην Πλατίνα της Καλιφόρνιας, μια περιοχή στο βουνό Νόμπλ Ριτζ, με την επιθυμία να ακολουθήσουν τη ζωή των αρχαίων πατέρων της ερήμου, αλλά και να μεταδώσουν την πολύτιμη πνευματική κληρονομιά της Ορθοδοξίας στην Αμερική. Ήταν ο Αμερικάνος Ευγένιος Ρόουζ και ο Ρώσος Γκλεμπ Ποντμοσένσκυκαι το ερημητήριό τους το αφιέρωσαν στον άγιο Γερμανό της Αλάσκας, ένα Ρώσο μοναχό του 19ου αιώνα, που με την απλότητά του και τα αγιοπνευματικά του χαρίσματα υπερασπίστηκε τους Αλεούτους απέναντι στους αποικιοκράτες, αλλά και τους βοήθησε να πλησιάσουν το Χριστό.

Έτσι ιδρύθηκε η Αδελφότητα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, με την ευλογία του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς του Θαυματουργού, πνευματικού πατέρα των δύο φίλων, και του αγίου Γέροντα Σωφρόνιου Σαχάρωφ, την ευλογία του οποίου ζήτησαν και έλαβαν με επιστολή. Εκεί έγραφαν και τύπωναν το περιοδικόΟρθόδοξος Λόγος (The Orthodox Word), επιλέγοντας συνειδητά χειροκίνητα μηχανήματα παλαιάς τεχνολογίας, σε μια προσπάθεια αντίστασης στον πειρασμό του καταναλωτισμού. Το περιοδικό εκδίδεται ακόμη αλλά και η δράση της Αδελφότητας είναι σημαντική και σήμερα.

 

Αργότερα, μετά από πιέσεις επισκόπων της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, όπου υπάγονταν, οι δυο φίλοι έγιναν μοναχοί με τα ονόματα Σεραφείμ και Γερμανός και πιο μετά χειροτονήθηκαν ιερείς (ιερομόναχοι).

Παρακάτω θα δούμε κάποια στιγμιότυπα από τη ζωή της Βαρβάρας Μακ Κάρθυ, αλλά και άλλων κοριτσιών, που συνδέθηκαν με την Αδελφότητα, επειδή αγάπησαν την ερημιτική ζωή, όπως πολλές παλιές αγίες. Παλιές, είπα; Όχι μόνο παλιές, γιατί και σήμερα υπάρχουν πολλές αγίες ορθόδοξες ερημίτισσες, αθέατες ή ακατανόητες για τους πολλούς…

Α. Μια φωνή που ψάλλει τις νύχτες στα δάση
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα τουτόμ. Β΄, Μυριόβιβλος 2007, σελ. 329-334. Κεφ. «Η Έρημος για τις γυναίκες της Αμερικής».
Ήταν Φεβρουάριος του 1975 όταν η Νίνα ήρθε στο ερημητήριο της Πλατίνα και είπε στους πατέρες ότι σκεφτόταν όλο και περισσότερο να ζήσει μία ήρεμη ζωή στην επαρχία. Είχε βρει άλλη μια νέα γυναίκα με το ίδιο ενδιαφέρον, μια σπουδάστρια κλασικού τραγουδιού ονόματι Βαρβάρα Μακ Κάρθυ.
«Τόσο η Νίνα όσο και η Βαρβάρα» σημείωσε ο π. Σεραφείμ «ονειρεύονται μια ζωή ησυχαστική», «μετριοπαθή». «Πόση όμως ταπείνωση και εμπιστοσύνη και αγωνιστικότητα, και πραγματική αυτοπειθαρχία πρέπει να έρθουν πρώτα!».
Η Βαρβάρα, που είχε μεταστραφεί στην ορθοδοξία το 1968, είχε εμπνευστεί από τον μοναχισμό της ερήμου μετά την ανάγνωση του πρώιμου Ορθόδοξου Λόγου για τις ερημικές σκήτες του Καναδά. Αφήνοντας τη σταδιοδρομία της στην όπερα, το 1972 έκανε ένα προσκυνηματικό ταξίδι σε αυτές τις σκήτες και το 1974 πήγε σε μια μονή στο νησί της Χίου. Είχε μείνει στη μονή για ένα χρόνο πριν επιστρέψει στις ΗΠΑ.
Στις 5 Ιουλίου 1975 η Βαρβάρα με τη Νίνα επισκέφθηκαν το Ερημητήριο του Αγίου Γερμανού για πρώτη φορά. «Μετά από διάφορες μοναχικές εμπειρίες» έγραφε ο π. Σεραφείμ, «η Βαρβάρα αναζητά ακόμη ένα ήσυχο μέρος για μοναχικά αγωνίσματα· ερωτεύτηκε τη σκήτη μας». Ο π. Γερμανός θυμάται ότι, σε αυτή την πρώτη επίσκεψη, του είπε με έντονο ύφος: «Επιθυμώ ό,τι έχετε εδώ. Θέλω την έρημο!».
Σε λιγότερο από δυο εβδομάδες η Βαρβάρα επέστρεψε στο ερημητήριο μόνη της, μέσα στον ιδρώτα, αφού είχε περπατήσει το μισό δρόμο από το Ρέντινγκ και είχε περάσει τη νύχτα μέσα στην ερημιά. Ο ερχομός της ήταν μια έκπληξη για τους πατέρες… Η Βαρβάρα έμεινε για τρεις ημέρες στον ξενώνα έξω από το μοναστήρι, διαβάζοντας τις πνευματικές συμβουλές του Αββά Δωρόθεου και προσφέροντας λίγη εργασία. «Θέλει να πάει στο δάσος» έγραψε ο π. Σεραφείμ στο Χρονικό του. Φοβούμενοι ότι μπορεί να απομακρύνει και να χάσει από τα μάτια της τη νηφάλια πραγματικότητα της ορθόδοξης ζωής, οι πατέρες προσπάθησαν να συγκρατήσουν το ζήλο της. Άφησε το ερημητήριο με την ιδέα της μετάβασής της στην Έτνα με τη Νίνα, για να αρχίσει μια ήρεμη ημι-μοναστική ζωή.
Στην Έτνα, η Νίνα ζούσε κοντά στους Γιανγκ [οικογένεια ορθόδοξων Αμερικανών υψηλής πνευματικότητας], ενώ η Βαρβάρα ζούσε μόνη της σε ένα χρυσωρυχείο που ανήκε στη θεία της Σούζαν Γιανγκ… Τον Οκτώβριο η Βαρβάρα, που ζούσε ακόμα στην Έτνα, αρρώστησε σοβαρά και έπρεπε να επιστρέψει στο πατρικό της στο Οχάιο, για να αναρρώσει. «Ήταν σε θέση να μιλήσει ελάχιστα εξ αιτίας της ασθένειάς της, αλλά έφυγε με δάκρυα· προφανώς συγκινήθηκε πολύ»…
Το επόμενο καλοκαίρι επέστρεψε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στον προσανατολισμό της: η νοσταλγία της ερήμου ήταν πιο δυνατή παρά ποτέ. Παρέμεινε για μια εβδομάδα στον ξενώνα της μονής και, όπως ο π. Σεραφείμ κατέγραψε, «ήταν πολύ ευτυχής κάνοντας υπακοή για να σκάψει τα θεμέλια ενός μικρού σπιτιού (στην άλλη πλευρά της κορυφογραμμής). Συμμετείχε στις ακολουθίες και στην τράπεζά μας [στο κοινό γεύμα] πολύ διακριτικά, έχοντας αναθαρρήσει με το σκάψιμο και τη θέα του φαραγγιού». … «Ο π. Γερμανός της έδωσε ευλογία να μην είναι μόνη της παραπάνω από τρεις μέρες κάθε φορά, με την προϋπόθεση να ξέρουμε πού θα βρίσκεται».
Ο επίσκοπος Νεκτάριος, στο μεταξύ, ευλόγησε με χαρά τη Βαρβάρα και τη συμβούλευσε να υπομείνει, λέγοντας: «Τοποθέτησε όλη την ελπίδα σου στο Θεό και θα έρθει φως».
«Η πνευματική συγκρότηση της αδελφής Βαρβάρας» γράφει ο π. Γερμανός «ήταν βασικά καλλιτεχνική. Όπως ο π. Σεραφείμ, είχε και εκείνη μια γήινη αίσθηση του ανθρώπινου συνδέσμου με τη φύση. Το αγαπημένο βιβλίο της, το οποίο σχεδόν δεν αποχωρίστηκε ποτέ, ήταν οι Πενήντα Πνευματικές Ομιλίες του Αγίου Μακαρίου του Μεγάλου, όπου ένας υψηλός στόχος συνδέεται ξεκάθαρα με μια πρακτική, ρεαλιστική εφαρμογή. Η ανάγνωση πατερικών πηγών μαζί με την αγάπη της για τη μουσική την έκαναν να δει τη δραματική κατάσταση της ερήμου της Πλατίνα ως έργο τέχνης του Θεού, στο οποίο ήταν συμμέτοχος. Αλλά δεν της ήταν αρκετό να κρατήσει αυτό το συναίσθημα μέσα της. Θέλησε να το μοιραστεί με άλλους, ακριβώς όπως μια τραγουδίστρια, που αισθάνεται μέσω όλου του είναι της το πάθος της μουσικής, εμπνέεται εκ των άνω και το εκπέμπει σε εκείνους που θα ακούσουν. Ο χρόνος της μεταξύ των προσευχών, επομένως, καλύφθηκε με τη μετάφραση των πατερικών κειμένων από την ελληνική, την μεταγραφή των ρωσικών κειμένων για τον ερημήτικο μοναχισμό για τονΟρθόδοξο Λόγο και, κατά περιόδους, ακόμη και την εκτύπωσή τους, όταν ο π. Σεραφείμ και εγώ ήμασταν επιβαρυμένοι με άλλες δραστηριότητες.
Σε κάθε ευκαιρία, εντούτοις, η Βαρβάρα εξαφανιζόταν στην αυστηρή “εσωτερική έρημο”. Αργότερα άρχισε να μένει εκεί για εβδομάδες και ακόμη και μήνες κατά περιόδους. Προσευχόταν ολόκληρες νύχτες και μερικές φορές, κατά τη δύση του ηλίου, η φωνή της αντηχούσε στους λόφους, μεταφερόμενη από τον αέρα.
Υπήρξε ένα γεγονός, που συνέβη σε περίοδο που η αδελφότητα ήταν ανήσυχη από τη σύγκρουση με την Εκκλησία. Στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσε ένταση και αβεβαιότητα, για τις οποίες γνώριζε η αδελφή Βαρβάρα. Εμφανίστηκε στην πύλη σε μια εσφαλμένη χρονική στιγμή και της μεταβίβασα την αγωνία μας, προτείνοντάς της να απομακρυνθεί για λίγο. Υπάκουσε ταπεινά και επέστρεψε στο δάσος. Τότε μόνον κατάλαβα ότι ίσως είχε έρθει για τρόφιμα και προμήθειες, ότι ίσως ήταν πεινασμένη. Έγραψα ένα σημείωμα όπου της ζητούσα συγγνώμη, συσκεύασα κάποια τρόφιμα και πήγα κάτω, στο σημείο του δάσους απ’ όπου έπαιρνε τις προμήθειές της, ένα καθορισμένο κιβώτιο που ήταν δεμένο σε κάποιο δέντρο.
Ήταν σούρουπο. Πήγαινα πάνω κάτω στο λόγο, ψάχνοντας το δέντρο, αλλά δε μπορούσα να το βρω εύκολα. Τότε, από το λόφο, άκουσα το όμορφο ψάλσιμό της. Αντήχησε μέσα από τον ξεροπόταμο και έσβησε μακριά, κάπου χαμηλά, ενώ στον ουρανό έλαμπε το πρώτο αστέρι της νύχτας και η ημισέληνος. Σκέφτηκα: “Πόσο ευγνώμων είναι αυτή η ψυχή για τη ζωή μας, ακόμη κι αν σε αυτή την περίπτωση είχε στερηθεί την αναγκαία τροφή!”. Κανένας από τους πρώτους αδελφούς δεν είχε εκφράσει τέτοια αγάπη για την έρημο, ούτε τέτοιο φιλότιμο για την εφαρμογή των πατερικών διδασκαλιών.
Καθώς έπεφτε η ζεστή θερινή νύχτα, η ψαλμωδία της αδελφής Βαρβάρας προκαλούσε συντριβή στην ψυχή. Ακούγοντας αυτές τις ελληνικές μελωδίες βυζαντινών ύμνων, είπα στον εαυτό μου: “Πώς μπορώ να μοιραστώ το δικό μου μικρό κομμάτι του Αγίου Όρους μαζί σου”.
Αυτό θα συνέβαινε μέσα σε μερικά χρόνια. Το Άγιο Όρος, μέσω του πνευματικού πατέρα μου εκεί, του μεγαλόσχημου μοναχού Νικόδημου, θα παραχωρούσε ευλογία και έναν μοναχικό μανδύα σε αυτή τη νεαρή αμερικανίδα που είχε αφιερώσει τον εαυτό της και την θαυμάσια φωνή της στο Θεό Δημιουργό».
Β. Η Σκήτη της Αγίας Ξένιας
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, τόμ.Γ΄, Μυριόβιβλος 2008, σελ. 57-58. Κεφ. «Η βασιλική οδός».
Στις 27 Νοεμβρίου 1976, ο π. Σεραφείμ έγραψε:
«Απρόσμενοι επισκέπτες έφτασαν: η Μαρία Μανσούρ, μια νεαρή γυναίκα (28) ρωσικής καταγωγής, που για χρόνια συμμετείχε σε ένα προτεσταντικό παρακλάδι (“Εξάπλωση του Ευαγγελίου”) στη Γιούρικα της Καλιφόρνιας, αλλά τώρα έχει αποφασίσει ότι πρέπει να το εγκαταλείψει και να υπηρετήσει την Ορθοδοξία. Αυτή, μαζί με τη φίλη της Σολωμονή Μίνκιν, μια πρόσφατα νεοφώτιστη από τον Ιουδαϊσμό (βαπτίστηκε από τον π. Ιωαννίκιο στο Τζόρντανβιλ), σχεδιάζει να πάει στο Νέο Ντιβέγιεβο [ορθόδοξη γυναικεία μονή στο Σπρινγκ Βάλλεϋ της Ν. Υόρκης] και να αρχίσει κάποια δραστηριότητα κάτω από την καθοδήγηση του Βλαντίκα Ανδρέα.
Ο π. Σεραφείμ (*) βαδίζει μαζί τους στη Σκήτη του Προφήτη Ηλία, συζητά μαζί τους και έχει εντυπωσιαστεί με τη θέρμη και την επιθυμία που έχουν να υπηρετήσουν το Θεό στην Ορθοδοξία με όλη τους την καρδιά και την ψυχή. Είχαν ελκυστεί από έναν προτεσταντικό οργανισμό, επειδή δεν έβρισκαν διέξοδο για τη φλογερή τους επιθυμία στην “κανονική” Ορθοδοξία (όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα). … Είθε ο Θεός να μας δώσει γνώση και σοφία για να τις βοηθήσουμε!» (* σημείωση: ο π. Σεραφείμ, στο Χρονικό της Αδελφότητας, κι όταν αναφέρεται στον εαυτό του γράφει σε τρίτο πρόσωπο).
Όταν αυτές οι δυο προσκυνήτριες ήρθαν στο μοναστήρι για πρώτη φορά, η Βαρβάρα Μακ Κάρθυ έμεινε πάνω, μιλώντας μαζί τους στον ξενώνα κατά το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Ήσαν κάπως σε θέση ν’ αντιληφθούν την ομορφιά που κρυβόταν στις προσπάθειες των πατέρων στην έρημο, απαλλαγμένες καθώς ήταν, όπως και εκείνοι, από την εξωτερική δόξα.
*****
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, τόμ. Γ΄, Μυριόβιβλος 2008, από τις σελ. 245-261. Κεφ. «Οι Αδελφές της Αγίας Ξένης».
Μετά από τη χειροτονία του π. Σεραφείμ, η Μαρία και η Σολωμονή έμεναν στον ξενώνα στο κάτω μέρος του λόφου της μονής. Είχαν παραιτηθεί από το αρχικό τους σχέδιο της μετακόμισης δίπλα στο κοινόβιο του Νέου Ντιβέγιεβο. Στην Πλατίνα είχαν βρει μια ατμόσφαιρα πιο συγγενή σε αυτές ως Αμερικανίδες, με περισσότερη έμφαση στην ιεραποστολή για τους Αμερικανούς νεοφώτιστους. Ήταν πολύ ευχαριστημένες να παραμένουν εκεί και να βοηθούν τους πατέρες στην εκδοτική εργασία τους, με την καταγραφή των μεταφράσεων από τις κασέτες. Η ειδικότητά τους ήταν να βοηθούν στην προετοιμασία για δημοσίευση των βίων των Νέων Μαρτύρων της Ρωσίας πρώτα στον Ορθόδοξο Λόγο και αργότερα σε ένα ξεχωριστό βιβλίο. …
Η Βαρβάρα, εν τω μεταξύ, παρέμεινε στο άξενο της ερήμου [=στα δάση], ερχόμενη στο μοναστήρι περιοδικά [=πού και πού].
Εκείνο τον καιρό, ακριβώς όπως οι πατέρες περίμεναν, ένας ψευδής ψίθυρος άρχισε να διαδίδεται, ότι τάχα οι πατέρες έχουν ένα «χαρέμι» στην Πλατίνα.Προς το παρόν τέτοια πράγματα δεν φάνηκαν να ενοχλούν τον π. Σεραφείμ.
«Όταν είπα στον π. Σεραφείμ πως ακούω ψιθύρους», θυμάται ο π. Αλέξιος Γιανγκ, «τα μάτια του έκλεισαν απότομα και είπε σταθερά: “Καλά, αυτό είναι πάρα πολύ κακό. Αυτές οι γυναίκες θέλουν κάτι, που ο οργανισμός της Εκκλησίας δεν θέλει –ή δεν μπορεί– να δώσει, και αν δεν τους το δώσουμε εμείς, ποιος θα τους το δώσει; Έτσι, αφήστε τις ηλικιωμένες γυναίκες να κουτσομπολεύουν· θα αναλάβουμε αυτό το ρίσκο”. Αυτό μας φανέρωσε την αδιαφορία του για τις απόψεις εκείνων που δεν κατάλαβαν ότι αυτός και ο π. Γερμανός ήταν γενικά στο στόχαστρο – κάτι που εγώ θα το έβλεπα συχνά στο διάβα του χρόνου».
…Τον Ιανουάριο του 1978, οι πατέρες άρχισαν να αναζητούν ένα κομμάτι γη όπου οι αδελφές θα μπορούσαν να εγκατασταθούν. Περιέγραψαν τις ανάγκες τους σε έναν κτηματομεσίτη, που τους πρόσφερε ένα ακίνητο στον τομέα του παλαιού νταμαριού στο  Γουάιλντγουντ (Wildwood)… [Το ακίνητο ξαφνικά πουλήθηκε σε άλλον] αλλά έπειτα ο υπεύθυνος πρόσφερε μια άλλη περιορισμένη έκταση στην περιοχή Γουάιλντγουντ, πιο μακριά από το χωριό, το οποίο είπε πως θα ταίριαζε καλύτερα σ’ αυτούς. Οι πατέρες πήγαν εκεί στις 11 Φεβρουαρίου και το βρήκαν ακριβώς όπως το ήθελαν. Τρία πόδια χιονιού στο έδαφος και, όπως ο π. Σεραφείμ αργότερα είπε, αυτό του φάνηκε σαν «ένας χειμερινός παράδεισος». Σε μια υψηλότερη κορυφή από την Πλατίνα, η απομονωμένη έκταση είχε ψηλά έλατα και κέδρους αντί για πεύκα και βαλανιδιές. Το νερό παρεχόταν από μια πηγή και ένα μικρό ρυάκι.
Η έκταση αγοράστηκε. Οι αδελφές μετακόμισαν εκεί το καλοκαίρι, ζώντας κάτω από τον ανοικτό ουρανό και μαγειρεύοντας πάνω σε μια εστία προσκόπων, ενώ έχτιζαν ένα μικρό σπίτι με παρεκκλήσι για να ζήσουν μέσα. Ένα καθάρισμα στον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τα δέντρα χρησίμευσε ως ένα υπαίθριο παρεκκλήσι, στο οποίο οι πατέρες λειτουργούσαν περιστασιακά. Εγκαίρως μπήκαν τα θεμέλια για ένα εκκλησιαστικό κτήριο.
Ζώντας μια ημι-μοναστική ζωή στο Γουάιλντγουντ, οι αδελφές τηρούσαν έναν ελαφρώς συντομευμένο κύκλο των ακολουθιών [δηλ. των κοινών προσευχών, που έχουν μορφή τελετής & συνήθως τελούνται στην εκκλησία, έκοβαν τα καυσόξυλά τους και είχαν έναν κήπο, κοτόπουλα και κατσίκες. Σύντομα ενώθηκαν κι άλλες νέες γυναίκες από την «Εξάπλωση του Ευαγγελίου», όπως ηΝίνα [όχι η ίδια της αρχής του post], που είχε μεταστραφεί στην Ορθοδοξία μέσω του παραδείγματος της Μαρίας και της Σολωμονής.
Στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1978 (*), καθώς οι αδελφές τελείωναν το σπίτι με το παρεκκλήσι τους, η οσία Ξένη αγιοποιήθηκε από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία  της Διασποράς (το 1988 και από το πατριαρχείο Μόσχας). Ο π. Σεραφείμ μετέφρασε ολόκληρη την ακολουθία της, που είχε βρεθεί στα αρχεία του αρχιεπισκόπου Ιωάννη [Μαξίμοβιτς], και οι πατέρρες τη δημοσίευσαν στον Ορθόδοξο Λόγο με την ευχή να δέεται ενώπιον του Θεού για τις αδελφές.
Όταν ο π. Γερμανός πήγε στο Άγιον Όρος το 1979, ένας από τους σκοπούς του ήταν να μιλήσει με τον π. Νικόδημο για τις αδελφές και να τον συμβουλευτεί για τον μοναχισμό των γυναικών στην Αμερική. Στο άκουσμα του θέματος, ο π. Νικόδημος τον ενθάρρυνε να θέσει τα θεμέλια για τη μοναστική ζωή στη νέα Σκήτη. Έδωσε τον μοναστικό μανδύα του, το καλπάκι του (σκούφο) και τηνπαραμάνα του (*), για την κουρά της πρώτης μοναχής, δηλώνοντας πως κανένα εμπόδιο δεν πρέπει να θεωρηθεί σοβαρό, αφού υπάρχει μια τοποθεσία όπου επιτελείται η ευχή του Ιησού, φέροντας φως στον κόσμο. Είπε πως η Σκήτη των γυναικών πρέπει κατά προτίμηση να είναι υπό μορφή απλής, ήσυχης αθωνικής Καλύβης. (* παραμάνα: ένα τετράγωνο κομμάτι ύφασμα, που φορούν κατά την κουρά τους οι μοναχοί και οι μοναχές, στο οποίο κεντιέται ένας σταυρός και τα γράμματα «Φέρω στο σώμα μου τις πληγές Ιησού» [προφανώς από τη φράση του αποστόλου Παύλου στο τέλος της Προς Γαλάτας]. Πρόκειται για το αντίστοιχο «μικρό σχήμα» της δικής μας μοναστικής παράδοσης, το οποίο οι Ρώσοι μοναχοί και μοναχές φορούν στο στήθος, δένοντάς το χιαστί στην πλάτη).
…Αν και οι πατέρες είχαν προσπαθήσει να τους οριοθετήσουν μια κοινή ζωή στο Γουάιλντγουντ, φάνηκε πως αυτές οι διαφορετικές γυναίκες είχαν διαφορετικές κλήσεις. Η Βαρβάρα, βεβαίως, ήθελε την απόλυτη ερημιτική μοναστική ζωή. Η Μαρία ήθελε να αφιερώσει τη ζωή της εξ ολοκλήρου στο Θεό και υπέθεσε ότι αυτό θα σήμαινε να γίνει μοναχή, αλλά σ’ αυτή τη φάση δεν είχε λάβει μια τελική απόφαση σχετικά με το μοναχισμό. Η Νίνα είπε ότι επιθυμούσε το μοναχισμό, αλλά δεν ήταν τόσο αποφασισμένη όπως η Βαρβάρα. Και η Σολωμονή δεν ήταν βέβαιη εάν η κλήση της ήταν να γίνει μοναχή ή να παντρευτεί.
Εξαιτίας αυτού που πίστευε ως αστάθεια και έλλειψη κοινού μοναστικού στόχου στη Σκήτη του Γουάιλντγουντ, η Βαρβάρα είχε παραμείνει έξω στο δάσος, διαμένοντας περιστασιακά στο “κελλί του ηγουμένου Ναζαρίου”, το οποίο είχε χτιστεί γι’ αυτήν στην Έτνα [λεγόταν έτσι γιατί ήταν αφιερωμένο στον άγιο Ναζάριο του Βαλαάμ  που έστειλε τους πρώτους ορθόδοξους ιεραποστόλους
στην αμερικανική ήπειρο τέλη του 18ου αι.]. Η Σολωμονή, εν τω μεταξύ, μετακόμισε από τη Σκήτη και άρχισε να εργάζεται ως νοσοκόμα στο Ρέντινγκ, απ’ όπου συνέχισε να βοηθά τους πατέρες στην έκδοση του Ορθόδοξου Λόγου.
[Στη συνέχεια οι πατέρες Σεραφείμ και Γερμανός ανέθεσαν στη Μαρία, μαζί με τον π. Αλέξιο Γιανγκ, την έκδοση της μηνιαίας εφημερίδας Ορθόδοξη Αμερική, το αρχείο της οποίας, με πολλά άρθρα τεύχος προς τεύχος, αξίζει να δείτε εδώ].
… Το απόγευμα της ημέρας της Κοίμησης της Θεοτόκου, 15/28 Αυγούστου 1980, ο π. Γερμανός ανήγγειλε ότι η κουρά (της Βαρβάρας) επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την επόμενη μέρα [κουρά: η τελετή, με την οποία κάποιος γίνεται μοναχός].
Η ακολουθία της κουράς πραγματοποιήθηκε στο Γουάιλντγουντ πριν από τη θεία λειτουργία, με παρόντες πολλούς προσκυνητές. Δεδομένου ότι η εκκλησία  ήταν ακόμη ατελής, οι ακολουθίες πραγματοποιήθηκαν στο υπαίθριο παρεκκλήσι. Ήταν συγκινητικό για τους προσκυνητές να παρακολουθούν την ακολουθία στο δάσος, μπροστά από ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό και την εικόνα του Σωτήρα, που είχε δοθεί ως ευλογία από τον γέροντα Μιχαήλ του Βαλαάμ.
Όταν η αδελφή Βαρβάρα ήρθε μπροστά για την κουρά, ο π. Σεραφείμ την κάλυψε με το μανδύα του – με τον τρόπο αυτό γινόταν «ο γέροντάς της» [ο πνευματικός της οδηγός]. Κάνοντάς την (σταυροφόρα) μοναχή, ο π. Γερμανός της έδωσε το όνομα Μπριγκίτα, το όνομα της πρώτης γυναίκας μοναχής και αγίας της ιρλανδικής χώρας των προγόνων της. Πριν απ’ αυτό, ο π. Σεραφείμ την είχε ενθαρρύνει να έλθει σε επαφή με τις δυτικές ορθόδοξες ρίζες της και με την ανάγνωση των βίων και των γραφών των  δυτικών (ειδικά Κελτών) Αγίων και Πατέρων.
Στην ίδια ακολουθία, η Νίνα έγινε ρασοφόρα μοναχή – ένα προπαρασκευαστικό στάδιο πριν από την τελική κουρά. Η ακολουθία τελείωσε, οι μοναχές έπρεπε να παραμείνουν, σύμφωνα με την παράδοση, για τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην εκκλησία– σ’ αυτή την περίπτωση, μια υπαίθρια εκκλησία  μέσα στο δάσος – προσευχόμενες για τον κόσμο.
Ο π. Σεραφείμ έγινε ο πνευματικός πατέρας των νέων μοναχών της Σκήτης της Αγίας Ξένη. Μια εβδομάδα μετά από την κουρά και τη ρασοφορία τους ξαναπήγε στη Σκήτη και σημείωσε στο Χρονικό του ότι βρήκε τις μοναχές «γαλήνιες και ευτυχισμένες».
Η συνέχεια
Υπό την καθοδήγηση της μητέρας Μπριγκίτας και με τη σαφήνεια του μοναστικού σκοπού, για τον οποίο ιδρύθηκε, η Σκήτη αναπτύχθηκε. Οι μοναχές τελείωσαν μια ξύλινη εκκλησία  κατά την παράδοση της Ρωσικής Βόρειας Θηβαΐδας, όπου έκαναν τον καθημερινό κύκλο των ακολουθιών και όπου οι πατέρες Σεραφείμ και Γερμανός έρχονταν να λειτουργήσουν. Το 1981 μια δεκαεπτάχρονη νεοφώτιστη ορθόδοξη ήρθε στη Σκήτη, την οποία διάλεξε για να αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό· και άλλες νέες γυναίκες νεοφώτιστες ήρθαν αργότερα. Έχτισαν τα μικρά κελλιά τους από ξύλα του δάσους, βγάζοντας τα προς ο ζην με το πλέξιμο κομποσκοινιών, ενώ συνέχισαν να καλλιεργούν τον κήπο και να εκτρέφουν κοτόπουλα και κατσίκες. Όταν έπρεπε να πάνε στο ταχυδρομείο και στο παντοπωλείο, θα περπατούσαν μέσα από τα λιβάδια και το δάσος, φέρνοντας πίσω την αλληλογραφία και τις προμήθειες σε έναν ντορβά κατσικίσιο, τον οποίο κουβαλούσαν στην πλάτη.
Μερικοί επισκέπτες δεν καταλάβαιναν γιατί φυσιολογικές Αμερικανίδες γυναίκες, ηλικίας κολεγίου, αποφάσισαν να ενστερνιστούν μια τέτοια ζωή. Περισσότερο από μία φορά οι αδελφές αναφέρθηκαν ως «κορίτσια της πυροσβεστικής». Μια τοπική εφημερίδα, που προσπάθησε να δημιουργήσει μια συγκλονιστική, αποκαλυπτική είδηση, έγραψε ένα άρθρο με τον τίτλο: «Δεκαεπτάχρονο κορίτσι αναγκάζεται να χτίσει την κατοικία της». Αλλά οι αδελφές της Αγίας Ξένης, όπως οι καλές παρθένες του Ευαγγελίου, συνέχισαν να υπομένουν για χάρη του Κυρίου, χωρίς ταραχή για τις σχετικές   απόψεις του κόσμου.
Παρά τις δυσκολίες που συνάντησαν τα πρώτα χρόνια, οι αδελφές ήξεραν ότι η Αγία Ξένη φρόντιζε το μοναστήρι της. Σε μια περίπτωση η αγία φάνηκε ακόμη και να περιπλανιέται στο δάσος ευλογώντας το χώρο.
…Όσο ζούσε ο π. Σεραφείμ, αλλά και μετά, η Σκήτη της Αγίας Ξένης έχει δημοσιεύσει ασκητικά κείμενα, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς βιβλίων που αποκαλούνται «Σύγχρονο Μητερικό»: βίοι των ερημιτισσών γυναικών, διά Χριστόν σαλών, οσίων μοναζουσών και κτητόρων μονών .
Οι αδελφές έχουν προσφέρει αυτά τα κείμενα στις Αμερικανίδες ως μέσο για να βελτιώσουν την πληροφόρησή τους σχετικά με τον παραδοσιακό μοναχισμό και τις ορθόδοξες αρχές της πνευματικής ζωής. Σαν από ευγνωμοσύνη στον π. Νικόδημο, έχουν ετοιμάσει επίσης δύο τόμους με βίους σύγχρονων γερόντων του Άθωνα.
Τις δεκαετίες μετά από την κοίμηση του π. Σεραφείμ (1982), πολλές από τις μοναχές που ήταν στη Σκήτη της Αγίας Ξένης έχουν ξεκινήσει μοναστικές κοινότητες σε άλλα μέρη της χώρας: Αλάσκα, Μισσούρι, Ιντιάνα, Αριζόνα. Όσες νέες Αμερικανίδες –μεταστραφείσες όλες τους στην Ορθοδοξία – συνεχίζουν να εισέρχονται ως νέα μέλη σε αυτές τις μονές, λαμβάνουν το μοναχικό σχήμα και την κουρά τους εκεί και ενώνονται με τις αρχικές αδελφές της Αγίας Ξένης, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή τους στο Θεό.
Στη σημερινή  κοινωνία  όπου η ίδια η έννοια της χριστιανικής αρετής και της αγνότητας χλευάζεται, η ύπαρξη των καταφυγίων της ερήμου για γυναίκες γίνεται όλο και πιο σημαντική…
 
  
  
  
  
  
  
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers