Αρχείο

Archive for the ‘ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΙ’ Category

Oσία Μητέρα Μαρία του Παρισιού(Μαρία Σκόμπτσοβα).Μία εν Χριστώ Σαλή στους μοντέρνους καιρούς.

Φεβρουαρίου 6, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

Η Μητέρα Μαρία Σκόμπτσοβα απεβίωσε την Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1945, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως τουRavensbrück, κοντά στο Βερολίνο. Το “έγκλημα” αυτής της Ορθόδοξης μοναχής και Ρωσίδας πρόσφυγος ήταν η προσπάθειά της να σώζει Εβραίους και άλλους που εδιώκοντο από τους Ναζί στην υιοθετημένη πόλη της, το Παρίσι, όπου το 1932 είχε ιδρύσει έναν οίκο φιλοξενίας. Η ακόλουθη μελέτη γράφτηκε το 1937 και ανακαλύφθηκε το 1996 από την ΕλένηKlepinin-Arjakovsky, στο αρχείο του S. B. Pilenko. Το Ρωσικό κείμενο δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 1998 από το περιοδικό “ΒΕΣΤΝΙΚ” που έχει την έδρα του στο Παρίσι, Φύλλο Νο.176 (II-III 1997), σελ. 5-50, και είναι επίσης αναρτημένο στην ιστοσελίδα Άγιος Φιλάρετος της Μόσχας, στο: http://www.stphilaret.org/types.html.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΒΙΟΥ

 Όταν, την Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1932, ο Μητροπολίτης Ευλόγιος δέχθηκε τους μοναχικούς όρκους της Ελισαβέτας Σκόμπτσοβα στην εκκλησία του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, πολλοί σκανδαλίσθηκαν. Στο κάτω-κάτω, αυτή η γυναίκα ήταν δύο φορές διαζευγμένη, είχε αποκτήσει ένα νόθο παιδί από άλλον άνδρα, είχε αριστερές πολιτικές συμπάθειες και γενικά, όπως και να το εξέταζε κανείς, ήταν μοναδική περίπτωση. Κατά την ομολογία της, έλαβε το όνομα Μαρία σε ανάμνηση της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μιας πόρνης που έγινε ερημίτισσα και άκρως ασκητική. Ως θρησκευόμενο πρόσωπο, η Μητέρα Μαρία συνέχισε να σκανδαλίζει, σαν γνήσια “δια Χριστόν Σαλή”. Το “αγγελικό σχήμα” της ήταν συνήθως γεμάτο λεκέδες από τα λίπη της κουζίνας και τις μπογιές από το εργαστήρι της. Σύχναζε σε μπαράκια αργά την νύχτα. Φαινόταν να έχει ελάχιστη υπομονή με τις μακροσκελείς Ορθόδοξες λειτουργίες, και τις αυστηρές και συχνές νηστείες έμοιαζε να τις θεωρεί βαρύ φορτίο. Και – τι φρίκη! – κάπνιζε και δημοσίως, φορώντας το ράσο!

 Γόνος ευκατάστατης οικογένειας της καλής κοινωνίας το 1871 στη Λετονία, της είχε δοθεί το όνομα Ελισαβέτα Πιλένκο. Ο πατέρας της απεβίωσε όταν εκείνη ήταν στην εφηβεία, και έκτοτε ενστερνίστηκε τον αθεϊσμό. Το 1906 η μητέρα της πήρε την οικογένεια στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί συνδέθηκε με ριζοσπαστικούς κύκλους διανοουμένων. Το 1910 παντρεύτηκε ένα Μπολσεβίκο ονόματι Ντιμίτρι Κουζμίν-Καράβιεφ. Κατά το διάστημα αυτό της ζωής της ασχολήθηκε ενεργά με τους λογοτεχνικούς κύκλους και έγραψε αρκετή ποίηση. Το πρώτο της βιβλίο, “Σκυθικά Θραύσματα”, ήταν μια συλλογή ποιημάτων αυτής της περιόδου. Μέχρι να έρθει το 1913, ο γάμος της με τον Ντιμίτρι είχε τελειώσει. Μέσω της μελέτης της ανθρώπινης φύσης τού Ιησού, άρχισε να έλκεται πίσω στον Χριστιανισμό. Μετακόμισε – τώρα πλέον με την κόρη της την Γκαϊάνα – στον Νότο της Ρωσίας, όπου αυξήθηκε και η θρησκευτική της προσήλωση. Το 1918, μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων, εξελέγη Αντιδήμαρχος της πόλεως Ανάπα στην Νότια Ρωσία. Όταν ο Λευκός Στρατός κατέλαβε την Ανάπα, ο Δήμαρχος έφυγε εσπευσμένα και εκείνη έγινε Δήμαρχος της πόλεως. Ο Λευκός Στρατός την δίκασε επειδή είχε υπάρξει Μπολσεβίκα. Όμως ο δικαστής ήταν ένας παλιός της καθηγητής, ο Δανιήλ Σκόμπτσοβ, και έτσι απαλλάχθηκε. Σύντομα οι δυο τους ερωτεύθηκαν και παντρεύτηκαν. Σύντομα όμως άρχισε πάλι να αλλάζει το πολιτικό ρεύμα. Για να αποφύγει τον κίνδυνο, η Ελισαβέτα, ο Δανιήλ, η Γκαϊάνα και η μητέρα της Ελισαβέτα, Σοφία, έφυγαν από την χώρα. Η Ελισαβέτα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της. Ταξίδεψαν πρώτα στην Γεωργία (όπου γεννήθηκε ο γιος της ο Γιούρι) και μετά στην Γιουγκοσλαβία (όπου γεννήθηκε η κόρη της Αναστασία). Τελικά έφθασαν στο Παρίσι το 1923. Σύντομα η Ελισαβέτα αφιερώθηκε σε θεολογικές σπουδές και κοινωνικά έργα. Το 1926, η Αναστασία πέθανε από γρίπη – γεγονός που ράγισε την καρδιά της οικογένειας. Την Γκαϊάνα την έστειλαν σε σχολείο του Βελγίου, εσώκλειστη. Σύντομα μετά, ο γάμος του Δανιήλ και της Ελισαβέτα άρχισε να διαλύεται. Ο Γιούρι κατέληξε να ζει με τον Δανιήλ, ενώ η Ελισαβέτα μετακόμισε στο κέντρο του Παρισιού, για να εργασθεί πιο άμεσα με εκείνους που είχαν περισσότερη ανάγκη. Ο επίσκοπός της την ενθάρρυνε να δώσει τους μοναχικούς όρκους για να γίνει μοναχή. Το 1932, με την έγκριση του Δανιήλ Σκόμπτσοβ, εγκρίθηκε η “Εκκλησιαστική Πράξη χωρισμού”, και τελικά πήρε τους μοναχικούς όρκους. Το όνομα που πήρε στην κουρά της ήταν Μαρία. Αργότερα, έστειλαν τον π. Δημήτριο Κλεπίνιν να γίνει προϊστάμενος του ιδρύματος εκείνου.

 Στα γραπτά της η Μητέρα Μαρία εκφράζει εκείνο που προσπαθούσε να βιώσει. Έχοντας πάρει τους μοναχικούς όρκους – που τους θεωρούσε ένα μέσον για να προσηλωθεί αμετάκλητα στην κλήση της μέσα στην Εκκλησία – ενοικίασε ένα κτίριο που έγινε το μοναστήρι της, και καταφύγιο για τους απόβλητους της κοινωνίας. Ήταν ένας τόπος με πόρτα ανοιχτή για τους πρόσφυγες, τους ενδεείς και τους μοναχικούς. Σύντομα έγινε και κέντρο για πνευματική και θεολογική συζήτηση. Για την Μητέρα Μαρία, αυτά τα δυο στοιχεία – διακονία των φτωχών και θεολογία – πήγαιναν χέρι-χέρι. Ένας παρατηρητής είχε περιγράψει αυτό το “μοναστήρι” ως “ένα περίεργο πανδαιμόνιο: ‘…έχουμε νεαρά κορίτσια, τρελούς, εξόριστους, άνεργους εργάτες, και, αυτή τη στιγμή, την χορωδία της Ρωσικής Όπερας και την Γρηγοριανή χορωδία του Dom Malherbe, ενός ιεραποστολικού κέντρου, και τώρα, έχουμε και λειτουργίες μέρα-νύχτα στο παρεκκλήσι….’ Το Μοναστήρι φιλοξενούσε ομιλίες και συζητήσεις, με ομιλητές από το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου. Οι πολύ έντονες πνευματικές πεποιθήσεις της Μητέρας Μαρίας δεν την εμπόδισαν να οργανώνει και σε μεγάλη κλίμακα. Ίδρυσε ένα σανατόριο για στερημένους ανθρώπους που υπέφεραν από φυματίωση, και υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την εκκίνηση της “Orthodox Action” (Ορθόδοξη Δράση), μια οργάνωση με πολλαπλές αγαθοεργίες.

 Όταν τα Γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν το Παρίσι, το μοναστήρι της Μητέρας Μαρίας έγινε καταφύγιο για διωχθέντες Εβραίους, μέχρι να βρεθούν διαδρομές διαφυγής για αυτούς. Σε όσους το ζητούσαν, τους προμήθευε με πλαστά πιστοποιητικά Βαπτίσεως. Οι Ναζί κάποτε ανακάλυψαν τι γινόταν. Η Μητέρα Μαρία, ο γιος της Γιούρι, ο προϊστάμενος Ιερέας του παρεκκλησίου και ο λαϊκός διαχειριστής τέθηκαν υπό κράτηση και τους έστειλαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο ο λαϊκός επιβίωσε. Όσοι γνώρισαν την Μητέρα Μαρία στα στρατόπεδα ήσαν μάρτυρες του κουράγιου, της ελπίδας και της αισιοδοξίας που μετέδιδε στους άλλους, κάτω από τις χειρότερες δυνατόν συνθήκες. Η ημερομηνία και οι συνθήκες του θανάτου της δεν είναι βέβαιες. Υπάρχουν αναφορές πως το όνομά της εμφανίσθηκε σε κατάλογο εκείνων που οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων την 31η Απριλίου 1945, και πως η ίδια είχε προσφερθεί να πάρει την θέση μιας νεαρής Πολωνής, όμως αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί πλήρως.

 Η Μαρία Σκόμπτσοβα ανήκει όντως σύμφωνα με την παράδοση σε εκείνους τους  “δια Χριστόν Σαλούς”, οι οποίοι καλούν την Εκκλησία να στραφεί προς την πραγματική Της αποστολή, οι οποίοι απογυμνώνουν όλες τις παραισθήσεις και πλάνες, οι οποίοι αποτελούν ένδειξη αντίφασης σε ό,τι αποκαλείται ανθρώπινη σύνεση και ανθρώπινη “ευπρέπεια”. Μας προκαλεί, μέσα στην αδιαφορία μας και την ατομική μας ευχαρίστηση, στα ημίμετρά μας και την στείρα ευσέβεια. Σφυροκοπά με βαρειά την -δυστυχώς επικρατούσα- αναζήτηση προσωπικής εκπλήρωσης, αρμονίας, ειρήνης και ικανοποίησης μέσα από την θρησκεία. Αλλά δεν θα ήταν Ορθόδοξη, αν ο θάνατος και το μαρτύριο είχαν τον τελευταίο λόγο˙ διότι, επειδή ακριβώς κατέβηκε στην Κόλαση και άφησε τον Εαυτό της να χαθεί ανάμεσα στους άθεους, η Ζωή νίκησε το κράτος του θανάτου. Όπου εισήλθε η Ζωή, εκεί δεν μπορεί πλέον να εισέλθει ο θάνατος. Μέσα από Τάφο ακτινοβολεί η δόξα της Αναστάσεως.

 Η Αγιότητα της Μητέρας Μαρία αναγνωρίστηκε με πράξη της Αγίας Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου την 16η Ιανουαρίου 2004. Ηαγιοκατάταξη της Μητέρας Μαρία, μαζί με τον π. Δημήτριο, τον Γιούρι και τον Ηλία Φονταμίνσκυ τελέσθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκυ στο Παρίσι την 1 και 2 Μαίου 2004. Εορτάζεται η μνήμη τους την 20η Ιουλίου.

******************************************************

oσία Μαρία Σκομπτσόβα (+1945)

«Σταμάτα να ψέλνεις και να τραγουδάς και να μουρ­μουρίζεις
πάνω απ’ τις χάντρες του κομποσχοινιού σου!


Ποιόν λατρεύεις σ’ αυτή τη μοναχική σκοτεινή γωνιά της πολυτελούς εκκλησίας ( και της ψυχής σου)
με τις πόρτες όλες κλειστές;


Άνοιξε τα μάτια σου
και δες πως ο Θεός σου
δεν βρίσκεται μπροστά σου!

[ ...;]
Βγές από τους στοχασμούς σου
και βάλε στην άκρη
τα λουλούδια καί το λιβάνι σου!


Τι πειράζει αν τα ρούχα σου κουρελιαστούν και λερωθούν;
(και η ψυχή σου)

Συνάντησέ Τον και στάσου πλάι Του στη σκληρή δου­λειά με τον Ιδρώτα του προσώπου σου. ( και της ψυχής σου)

[ ...;]Ανοίξτε τις πόρτες σας στους αστέγους κλέφτες, αφήστε τον έξω κόσμο να περάσει και να γκρεμίσει το υπέροχο λειτουργικό σας σύστημα, ταπεινώστε τον εαυτό σας, αδειάστε τον, κάντε τον εαυτό σας ασήμαντο. Όσο κι αν το κάνετε αυτό, μπορεί νομίζε­τε, η κένωση του εαυτού σας να συγκριθεί με αυτή του Χριστού; Δεχτείτε τον όρκο της πενίας σε όλη του τη συντριπτική αυστηρότητα: καταστρέψτε κάθε άνεση, ακόμη και την μοναχική άνεση [...].

Εξ άλλου, ο μοναχός είναι η κοπριά στη γλάστρα του Παραδείσου

———————————————————————————————————-

Οι συνθήκες σήμερα γκρεμίζουν στις καρδιές μας ό,τι είναι σταθερό, ώριμο, φωτοστεφανωμένο από τους αιώνες και κρατημένο με ευλάβεια μέσα μας.

«Οι μοναχές διακρίνονται από μεγάλη προσωπική ευσέβεια και η κάθε μοναχή προσπαθεί να βρει το Θεό, ίσως ακόμη και την αγιότητα. Αλλά ως αυθεντικοί οργανισμοί, ως ολότητες…είναι απλώς ανύπαρκτες. Η σημασία αυτών των παραμεθόριων μονών είναι αναμφισβήτητη: διασφαλίζουν ηθικές αρχές, συντηρούν τη μεγάλη κληρονομιά του παρελθόντος, το πολύτιμο θησαυροφυλάκιο της τελετουργικής μεγαλοπρέπειας και της παράδοσης…χαρακτηρίζονται ως μονές «αστικές»: κανείς εκεί μέσα δεν έχει ιδέα για το ότι ο κόσμος καίγεται. Δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για τη μοίρα του κόσμου…Χρειάζεται ένας νέος τύπος μοναχισμού…ένας δρόμος ούτε εσωστρεφής, ούτε ασφαλής…μακριά από συνθήκες «άνεσης και ζεστασιάς».

«Στις περισσότερες περιπτώσεις ο όρκος της αγνότητας…φέρνει στη μοναχική ζωή ανθρώπους που δεν έχουν δική τους οικογένεια, που δεν έχουν χτίσει προσωπική ζωή και που δεν έχουν αντιληφθεί σε ποιο βαθμό η απόλυτη ανεξαρτησία της προσωπικής ζωής είναι εντελώς ασύμβατη με το εσχατολογικό πνεύμα του μοναχισμού…Η ανάγκη να χτίσεις μια οικογένεια…είναι ανάγκη να χτίσεις μια φωλιά, να οργανώσεις και να σχηματίσεις μια προσωπική ζωή…Ένα εξαιρετικά περίεργο φαινόμενο έχει επιτελεστεί και οι θεμελιώδεις αξίες της μοναχικής ζωής έχουν σταδιακά αλλάξει…». «Ανοίξτε τις πόρτες σας στους άστεγους κλέφτες, αφήστε τον έξω κόσμο να περάσει και να γκρεμίσει το υπέροχο λειτουργικό σας σύστημα, ταπεινώστε τον εαυτό σας. ‘Όσο κι αν το κάνετε αυτό, μπορείτε, νομίζετε, η κένωση του εαυτού σας να συγκριθεί με αυτή του Χριστού; Δεχτείτε τον όρκο της πενίας σε όλη του τη συντριπτική αυστηρότητα: καταστρέψτε κάθε άνεση, ακόμη και μοναχική άνεση…Οι συνθήκες σήμερα γκρεμίζουν στις καρδιές μας ό,τι είναι σταθερό, ώριμο, φωτοστεφανωμένο από τους αιώνες και κρατημένο με ευλάβεια μέσα μας. Μας βοηθούν πραγματικά (είναι πλεονέκτημα να ζεις ανάμεσα σε ερείπια) μας εξωθούν να δεχτούμε τον όρκο της πενίας, να μην αναζητάμε κανόνες, αλλά αντίθετα να επιζητούμε την αναρχία των δια Χριστόν σαλών, μη ζητώντας το μοναχικό εγκλεισμό, αλλά την απόλυτη απουσία και του πιο ανεπαίσθητου εμπόδιου που μπορεί να χωρίσει την καρδιά από τον κόσμο και τις πληγές του»[1].


[1] (Παρουσίαση του βιβλίου του Σεργκέι Χάκελ: Μαρία Σκομπτσόβα, μια «δια Χριστόν σαλή» στους μοντέρνους καιρούς. εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ. Μετάφρ. Νίκη Ι. Τσιρώνη).

——————————————————————————————————————————

Μία αγία με 1 ολόκληρη ζωή αντισυμβατικής αγιότητας και ολοκαυτώματος για τον αδελφό σε κάθε επίπεδο... Μία αγία με  ολόκληρη ζωή “αντισυμβατικής αγιότητας” και ολοκαυτώματος για τον αδελφό σε κάθε επίπεδο…

“Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι κάθε Χριστιανός καλείται να προσφέρει κοινωνική εργασία[....]Καλείται να οργανώσει την προσωπική ζωή των εργαζομένων, να προσφέρει στους ηλικιωμένους, να χτίσει νοσοκομεία, να ενδιαφερθεί για τα παιδιά, να πολεμήσει την εκμετάλλευση, την αδικία, την ανάγκη και την ανομία[...]. Οι ασκητικοί κανόνες είναι απλοί από αυτήν την άποψη, δεν επιτρέπουν παρεκβάσεις[...]για μυστικιστικές πτήσεις, συχνά περιορίζονται σε απλούς καθημερινούς στόχους και ευθύνες.(1939, Pravoslavnoe Delo, σσ.37-38).

——————————————————————————————–

Η Μητέρα Μαρία είχε την δική της Λειτουργία «πέρα από τα σύνορα του ναού «μια Λειτουργία που προεκτεινόταν από την εκκλησία στον κόσμο». Εκείνοι που σχολίαζαν την απουσία της από τις ακολουθίες δε λάμβαναν υπόψη τους την επιμονή της στην ρήση:
«μέσα στην βαρετή, εργάσιμη ημέρα και τους , κάποιες φορές, κοινότοπους , ασκητικούς κανόνες που αφορούν στην συμπεριφορά μας απέναντι στις υλικές ανάγκες του πλησίον μας υπάρχει επίσης η εγγύηση της πιθανής κοινωνίας μας με τον Θεό.»
Η «ευσέβεια» μπορούσε να εξοργίσει και να θλίψει βαθειά την Μητέρα Μαρία. Όταν έμαθε ότι η Μητέρα Ευδοκία, μάζευε χρήματα στην εκκλησία για να αγοραστούν λειτουργικά βιβλία, θύμωσε πολύ. Ήταν δικαιολογημένη μια τέτοια δαπάνη σε εποχή ανεργίας και δυστυχίας; «Αυτό που με θλίβει περισσότερο από όλα είναι ότι ακόμη και με τους κοντινούς μου ανθρώπους αισθάνομαι να μας χωρίζει ένα τείχος , ακόμη και στα πιο στοιχειώδη πράγματα» έγραφε στο σημειωματάριο της. «Ευσέβεια, ευσέβεια, ευσέβεια, αλλά που η αγάπη που μετακινεί όρη; Όσο προχωρώ τόσο περισσότερο δέχομαι μέσα μου ότι αυτό είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά κάποια υποχρεωτική εξωτερική πειθαρχία»

————————————————————————————————————–

Οι δια Χριστόν σαλοί ήταν οι άγιοι της ελευθερίας

Οι δια Χριστόν σαλοί ήταν οι άγιοι της ελευθερίας. Η ελευθερία μας καλεί, ενάντια σ’ όλο τον κόσμο, ενάντια όχι μόνο στους ειδωλολάτρες, αλλά και σε πολλούς που αρέσκονται να λέγονται Χριστιανοί, να αναλάβουμε το έργο της Εκκλησίας σ’ αυτό το δρόμο ο οποίος είναι και ο πιο δύσκολος. Και θα γίνουμε σαλοί δια Χριστόν, γιατί γνωρίζουμε όχι μόνο τη δυσκολία αυτού του δρόμου, αλλά και την απέραντη ευτυχία του να νιώθουμε το χέρι του Θεού σε ό,τι κάνουμε.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να ζήσεις

Εντελώς νόμιμα και αξιοπρεπώς μπορείς να περπατάς πάνω στη γη: να μετράς, να ζυγίζεις και να προγραμματίζεις για το μέλλον. Aλλά είναι εξίσου δυνατό να περπατάς επί των υδάτων. Τότε είναι αδύνατο να μετράς και να προγραμματίζεις το μέλλον. Το μόνο πράγμα που είναι απαραίτητο είναι να πιστεύεις διαρκώς. Μια στιγμή ολιγοπιστίας κι αρχίζεις να βυθίζεσαι.

[…]Ανοίξτε τις πόρτες σας στους αστέγους κλέφτες, αφήστε τον έξω κόσμο να περάσει και να γκρεμίσει το υπέροχο λειτουργικό σας σύστημα, ταπεινώστε τον εαυτό σας, αδειάστε τον, κάντε τον εαυτό σας ασήμαντο. Όσο κι αν το κάνετε αυτό, μπορεί νομίζετε, η κένωση του εαυτού σας να συγκριθεί με αυτή του Χριστού; Δεχτείτε τον όρκο της πενίας σε όλη του τη συντριπτική αυστηρότητα: καταστρέψτε κάθε άνεση, ακόμη και την μοναχική άνεση [...]..

———————————————————————

ΠΗΓΕΣ

Ο.Ο.Δ.Ε

plibyos.blogspot.com

misha.pblogs.com

Άγιος Φιλούμενος: (29 Nοεμβρίου)

Νοεμβρίου 29, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Ο ΕΞΥΨΩΘΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ  ΤΑΠΕΙΝΌΣ

Ο συμπατριώτης μας Σοφοκλής Ορουντιώτης στην πορεία της ζωής και της αγιοποίησής του.

Στα μονοπάτια που ανέβαιναν

Μια σεπτή μορφή κινούσε τον δρόμο της. Σιωπηλή, γλυκιά, άκακη -λες κι ήταν αόρατη και άυλη- προχωρούσε με βήματα ανάλαφρα. Στην αρχή δεν διέκρινες τίποτα -τι να καταλάβεις από ένα παιδί- τα μονοπάτια είχαν ροπή ανάβασης. Ανέβαιναν κι όλο ανέβαιναν, χωρίς εκείνου να αλλάζει η μορφή, παρά να γίνεται σοφότερη, ίσως φωτεινότερη. Σίγουρα ταπεινότερη. Ο δρόμος είχε προ πολλού χαραχθεί -ο μοναχικός και δύσβατος- που αν έβαζες λουλούδια με την πρώτη θα φύτρωναν. Πήρε η ζωή την πορεία της -η μοίρα είχε γράψει τις σελίδες της- με τα μονοπάτια να συνεχίζουν στην ίδια κλίση: ψηλά, εκεί που δεν υπάρχει πάρα πέρα.

Τον είχαν πάρει από μόνα τους τα μονοπάτια της ζωής στην υψηλότερη θέση: της αγιοσύνης. Έγινε άγιος -ένας σύγχρονος άγιος- που μόλις μετρά δύο χρόνια από τότε. Στις 29 Νοεμβρίου 2009 συγκεκριμένα, ο μοναχός Φιλούμενος Σο­φοκλής Ορουντιώιης ως λαϊκός- αγιοποιήθηκε από την Εκκλησία. Συμπατριώτης μας από την Ορούντα, η μορφή του -η τόσο σεπτή και ταπεινή- έχει περάσει πια στις χρυσές σελίδες της ορθοδοξίας. Μα μέχρι να φτάσει εκεί, είχε διαβεί ένα δρόμο πολύ πειθαρχημένο, που το επίγειο τέλος του έθρυβε μαρτύριο. Κατάκτηση παράλληλα του κόσμου του ουράνιου.

Ουρανός και γη, γη και ουρανός, δέσιμο διάφανο και αθέατο σε μας, ήταν για τον Φιλούμενο κρατήρας ψυχής. Από κάτω είχε στραμμένο το εσωτερικό βλέμμα προς τα πάνω, σε μια σχέση Θεού και ανθρώπου ανώτερη. Ήταν ένα παιδί όπως όλα τα άλλα -έτσι θα νόμιζες- που μεγάλωνε αλλά διακριτικά ξεχώριζε από τους γύρω του, καθώς και ο δίδυμος αδελφός του Αλέξανδρος, όμως, έκρυβαν κάτι το μοναδικό. Το μοναδικό εξελίχθητε και στους δύο, σε αυτές τις όμοιες στάλες μορφών, διαφορετικού ωστόσο χαρακτήρα.

Χάραξε η μέρα και έδωσε φως -μπορεί και να πετούσαν περιστέρια στον ουρανό –όταν τα δυο αγόρια, Σοφοκλής και Αλέξανδρος, γεννιούνταν. Ήταν στις 15 Οκτωβρίου 1913 στην ενορία του Αγίου Σάββα Λευκωσίας, όπου έρχονταν στη ζωή. Οι γονείς Γεώργιος και Μαγδαληνή Ορουντιώτη από την Ορούντα, παντρεύ­τηκαν και κατέληξαν στη Χώρα, φέρνοντας στον κόσμο 10 παιδιά. Χάνι, ένα μικρό πανδοχείο και φούρνος ήταν οι δουλειές του πατέρα, που ήθελε τα αγόρια του να ακολουθήσουν το εμπόριο (τα μεγαλύτερα αγόρια ασχολήθηκαν με το εμπόριο γαϊδουριών στο Παρίσι).

Στο σπίτι, την εποχή του μεγαλώματος των παιδιών, ήταν και η γιαγιά η Λωξανδρού. Μια γλυκύτατη γυναίκα, με μαντίλα και σοφία ζωής, έβαζε τα παιδιά γύρω γύρω απ’ το τραπέζι για να της διαβάζουν -καθότι αγράμματη- συναξάρια αγίων. Εκείνα μετά αποσύρονταν με τη σειρά στο προσευχητάρι του σπιτιού -με τα εικονίσματα και τα καντήλια- για να προσευχηθούν. Κι ύστερα κατευθείαν για ύπνο.

Τα δίδυμα, όμως, περνούσαν ώρες στο προσευχητάρι και τα άλλα παιδιά διαμαρτύρονταν. Να προσκυνήσουν ήθελαν βιαστικά-βιαστικά και να πάνε να ξαπλώσουν. Σύσκεψη η οικογένεια: αποφασίστηκε να πηγαίνουν πρώτα οι υπόλοιποι κα τελευταία τα δίδυμα, ώστε να περνούν όσο χρόνο θέλουν εκεί μέσα Πολλές ήταν οι φορές, όπου σηκώνονταν κατά τη διάρκεια της νύχτας και πήγαιναν στο προσευχητάρι. Η γιαγιά κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε με τα δίδυμα -που τα παρότρυνε κιόλας· με τα οποία εκκλησιαζόταν στο ναό του Τρυπιώτη. Τα ενέπνεε εκείνα ο χώρος· το αμυδρό φως των κεριών, οι παλιές θαυματουργικές εικόνες, το ξυλόγλυπτο χρυσοποίκιλτο εικονοστάσι νιώθοντας εκεί πιο κοντά στον Θεό.

Ο πατήρ Νεόφυτος ήταν ο πνευματικός τους και ο βίος του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτου σαν την Αγία Γραφή τους. Το κάλεσμα ήταν πασιφανές -δεν θα οργούσε να ‘ρθει- επιθυμώντας τα δίδυμα να αφιερωθούν στη μοναστική ζωή. Τελειώνουν το δημοτικό και αποφασίζουν να αναχωρήσουν για το Σιαυροβούνι. Κα­λοκαίρι του 1927 -14 χρόνων- και αφού εξασφαλίζουν την ευχή του παπά Νεό­φυτου (γνωρίζοντας ότι ο πατέρας τους δεν θα τους επέτρεπε να φύγουν) καταστρώνουν το σχέδιο απόδρασης. Πρότειναν να μείνουν εκείνα κοντά στον πατέρα στις δουλειές και να πάνε τα μεγαλύτερα αγόρια στην Ορούντα με τους άλλους. «Γιατί να στερούνται πάντα οι άλλοι, την εξοχή;» είπαν του πατέρα και έφυγαν. Βέβαια, δεν έμειναν να βοηθήσουν στο χάνι και στο φούρνο, αλλά πήραν τον δρόμο για το Σταυροβούνι. Με τα πόδια. Και στο δρόμο απαντούν έναν αμαξά…

«Πού πάτε;», ρώτησε ο αμαξάς τα δύο αγόρια, που
τους αναγνώρισε από το χάνι του πατέρα που στάθμευε συχνά. «Πάμε στο Σταυροβούνι», απάντησαν, προτείνοντας ο αμαξάς να τους μεταφέρει παρά πέρα –ως εκεί που πήγαινε- με την άμαξά του. «Σε παρακαλούμε. Μην μας μαρτυρήσεις στον πάτερα μας, γιατί θα έρθει να μας πάρει» Το υποσχέθηκε ο αμαξάς, ωστόσο δεν τήρησε την υπόσχεσή του, ενημερώνοντας την επομένη τον πατέρα τους. Πιάνει τότε εκείνος το καμπριολέ μαζί και η σύζυγος και η μικρότερη του κόρη Γαλάτεια -κινώντας για τα βουνά του Στουροβουνίου. «Μπαμπά, μπαμπά, να ο Σοφοκλής και ο Αλέξανδρος», αναγνώρισε η Γαλάτεια τα δύο αδέλφια της, τα οποία με ρούχα καλόγερων σκάλιζαν τη γη στις γεωργικές εργασίες τους.

Τους βάζει ο πατέρας στο καμπριολέ και όλοι φτάνουν στο μοναστήρι. Συζητούν με τον ηγούμενο Βαρνάβα -καθοδηγητή των διδύμων- εκείνα ικετεύουν -«και να μας πάρεις πίσω, εμείς θα ξανάρθουμε»- και ο πατέρος λυγίζει. Τα δίδυμα πια ζουν στο μοναστήρι· επιστρέφουν μόνο μία φορά στο πατρικό καθότι αρρωστούν· και το 1934 κινούν για ένα μακρύτερο δρόμο: των Ιεροσολύμων. Τους πρόσεξε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος, όταν βρέθηκε στο
Σταυροβούνι, για ακολουθία, ζητώντας την άδεια του πατέρα Βαρνάβα για να τους πάρει μαζί του.

Στα Ιεροσόλυμα πηγαίνουν γυμνάσιο. Ο Σοφοκλής -ο άγιος της ιστορίας μας- παρουσιάζει κάτι το ιδιαίτερο: η συμπεριφορά του, η ομιλία του, σε έκαναν να τον συμπάθησης αμέσως. Μιλούσε πάντα με χαμόγελο, ποτέ δεν θύμωνε, καμία φιλοδοξία δεν εξέφραζε. Αντιθέτως ο Αλέξανδρος ήταν μια ηγετική μορφή.

Το 1937 Σοφοκλής και Αλέξανδρος εκάρησαν από τον Πατριάρχη Τιμόθεο μοναχοί, λαμβάνοντας αντιστοίχως τα ονόματα Φιλούμενος και Ελπίδιος. Τον ίδιο χρόνο χειροτονούνται διάκονοι, καθώς αποφοιτούν το 1939 από το γυμνάσιο. Το 1940 ο Ελπίδιος προχειρίζεται πρεσβύτερος. Το 1947 παραλαμβάνεται από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και αναχωρεί από τα Ιεροσόλυμα. Αλλιώτικη η πορεία του Φιλούμενου που παραμένει στην Αγία γη.

Διορίζεται εργοδηγός το 1940 στο Πατριαρχείο, μετά διάκονος στη Μονή του Αγίου Σάββα, αναλαμβάνοντας αργότερα καθήκοντα επιμελητή των πατριαρχικών γραφείων. Χειροτονείται πρεσβύτερος. Ακολούθως υπηρετεί ως βοηθός φροντιστής στο κεντρικό μαγειρείο μέχρι τον Φεβρουάριο του 1946. Διορίζεται ηγούμενος στην Τιβεριάδα και το 1946 χειροτονείται αρχιμανδρίτης.

Στην Ιόππη υπηρετεί για έξι χρόνια. Από το 1959 μέχρι το 1961 είναι διευθυντής του οικοτροφείου της Πατριαρχικής Σχολής, ενώ τον Μάιο της ίδιας χρονιάς διορίζεται στη μονή του Αρχαγγέλου. Τον Φεβρουάριο του 1962 αποστέλλεται στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Ακολουθεί η Ραμάλα 1965-1967, όπως και τις χρονιές 1976-1979. Υπηρετεί και στον Άγιο Θεοδόσιο και στον Προφήτη Ηλία. Ο Φιλούμενος γρήγορα αποκτά τη φήμη του εξαίρετου πνευματικού ιερομόναχου. Με ένα μεγάλο ποίμνιο. αναπτύσσει συνομιλίες, πίνει καφέ μαζί τους και συμβουλεύει: «ταπείνωση, προσευχή, ελεημοσύνη». Καθημερινά τον επισκέπτονται χριστιανοί από όλες τις γωνιές του Ισραήλ, τον αγαπούν, τον σέβονται. Φορά αντερί γκρίζο -το αγαπημένο του χρώμα- και σκουφάκι μαύρο, ανεβοκατεβαίνοντας τα σκαλιά του Προφήτη Ηλία και εξυπηρετώντας κόσμο. Αφηγείται βίους αγίων κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, ψάλλει και προσφέρει φρούτο και γλυκά. Ταπεινός -ένας καθόλα σωστός μοναχός- ο Φιλούμενος γαλήνιος μελετά τα βιβλία του. Βοηθά, νηστεύει και προσεύχεται.

Τον Μάιο του 1979 μετακινείται στη Νεάπολη, ηγούμενος στο Φρέαρ του Ιακώβ, αλλά εκεί δεν είναι από όλους αγαπητός. Σιωνιστές, φανατικοί Εβραίοι, θέλουν να τον εξοντώσουν και τον απειλούν…


Η απειλή, η επίθεση και το φρικτό μαρτύριο.

Κατέβασε τα εικονίσματά σου. Αυτός ο χώρος μας ανήκει. Φύγε, γιατί θα το μετανιώσεις πικρά», αγριεμένοι αλλόθρησκα φοβερίζουν τον Φιλούμενο. Διεκδικούσαν το ναό, με τη δικαιολογία ότι ήταν εβραϊκός, εξηγούσε ήρεμα εκείνος ότι ο χώρος μετρά αιώνες χριστιανικής παρουσίας. Τίποτα. Εκείνοι, έρχονταν κάθε Πα­ρασκευή με τις απειλές τους. Ο Φιλούμενος διαισθάνθηκε ότι θα τον σκότωναν, και το είπε στον γέροντα Θεοδόσιο: «Τι να κάνω γέροντα; Με απειλούν. Ας με σκοτώσουν. Ένα μαρτύριο θα μας σώσει» κι αποφάσισε να μείνει στο ναό.

Λίγο καιρό μετά, μια εβδομάδα πριν, επισκέπτεται γνωστούς και φίλους μοναχούς. Μια εβδομάδα πριν το προαίσθημά του βγει αληθινό. Ήταν απόγευμα Πέμπτης, της 29ης Νοεμβρίου 1979. Ημέρα βροχερό, ημέρα γιορτής του αγίου Μάρτυρος Φιλουμενου (μαρτύρησε στην Άγκυρα τοα270). Γιόρταζε ο ηγούμενος μας και μετά τις 4 ήταν μονός στο ναό, μιας και ο φύλακος είχε φύγει. Γύρω σιωπή, μόνα η βροχή και κάποιες σκοτεινές φιγούρες κρυμμένες. Όπως και ο Φιλούμενος -ώρα 5- να τελεί τον εσπερινό. Επίθεση. Επίθεση στον Φιλούμενο με τσε­κούρι: 36 τσεκουριές σε σχήμα σταυρού στο κρανίο. Ξερίζωσαν μάτια. Ξερίζωσαν δόντια. Έκοψαν χέρια. Έκοψαν πόδια Έκοψαν γεννητικά όργανα. Ο δίδυμος Ελπίδιος από τη θεία χάρη «ενημερώνεται»: «αδελφέ με σκοτώνουν». Η εκκλησία βεβηλώνεται.

Την επομένη τον βρήκαν νεκρό. Ειδοποιούνται αστυνομία και πατριαρχείο. Μετά από πέντε ημέρες ιερείς παραλαμβάνουν το σκήνωμα. Ήταν γυμνός ο Φιλούμενος, και παρότι πέρασαν μέρες από τον θάνατό του δεν παρουσίαζε το φαινόμενο της νεκρικής ακαμψίας. «Βοήθα γέροντα να σε ντύσω», είπε ο πατέρας Σωφρόνιος στο νεκρό Φιλούμενο, με το σώμα να «συνεργάζεται» στο ντύσιμό του. Στις 4 Δεκεμβρίου 1979 τελείται από το ναό της Αγίας Θέκλας η κηδεία του. Θάβεται στο κοιμητήριο της Αγιοταφικής Αδελφότητας στην Αγία Σιών. Στο Φρέαρ του Ιακώβ τον τόπο μαρτυρίου του Φιλούμενου- διορίζονται διάφοροι ιε­ρείς, με τελευταίο τον πατέρα Ιουστίνο. Το 1982 δέχεται επίθεση, αλλά νεότερος ο Ιουστίνος τον αφοπλίζει με ένα κηροπήγιο. Έτσι συλλαμβάνεται ο δολοφόνος του Φιλούμενου. Εξακολουθούν φανατικοί να πολιορκούν το Φρέαρ, με τον Φιλούμενο να «προστατεύει» ναό και ιερέα.

Ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, σης 29 Νοεμβρίου 1963, πεθαίνει και ο δίδυμος του Ελπίδιος. Εκείνον τον καιρό αποφασίζεται η ανακομιδή των οστών του Φιλούμενου και ο ενταφιασμός τους στο Φρέαρ. Όταν, όμως, άνοιξαν τον τάφο μια ευχάριστη μυρωδιά αναδυόταν. Το σώμα άφθαρτο: το χρώμα σκούρυνε λίγο, μαλλιά, γένια, ρούχα –όλα εκεί. Τοποθετείται για προσκύνημα στο ιερό βήμα της Αγίας Σιών. Να ξαναταφεί σε άλλη γη, σε νέο τσιμεντένιο τάφο, για να διαπιστωθεί αν θα φθαρεί. Στις 8 Ιανουαρίου 1985 ανοίγουν τον τάφο. Το σώμα έπλεε στο νερό, ελάχιστη η φθορά του. Σε γυάλινο φέρετρο πια, στην Αγία Τριάδα της Σιών, μέχρι τον Αύγουστο του 2008 όπου μεταφέρεται στο Φρέαρ.

Θαύματα! Είναι άγιος, ο οποίος, ανακηρύσσεται στις 29 Νοεμβριίου 2009.

Απόψε τελείται εσπερινός από τον μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο στο ναό της Ορούντας στη μνήμη και το όνομα του αγίου Φιλουμένου. Του αγίου μας.

(Αναστασία Σιακαλλή. Αφιέρωμα της Εφημερίδας «Φιλελεύθερος» της Κυριακής. Λευκωσία 28 Νοεμβρίου 2010)

Κατηγορίες:ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΙ

Η Ρωσίδα Νεομάρτυς Λυδία και οι στρατιώτες Κύριλλος και Αλέξιος.

Νοεμβρίου 15, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Η Λυδία, κόρη ενός ιερέως της πόλεως Ούφα, γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1901. Από παιδί ήταν ευαίσθητη, στοργική και αγαπητή από όλους. Φοβόταν την αμαρτία και κάθε τι που δεν το επέτρεπε ο νόμος του Θεού. Μόλις τελείωσε το παρθεναγωγείο στα δεκαεννιά της χρόνια, παντρεύτηκε και αμέσως έχασε τον άνδρα της στον εμφύλιο πόλεμο με την αναχώρηση του Λευκού (τσαρικού) Στρατού.

Ο πατέρας της, από τις πρώτες αρχές του σχίσματος των «Ανακαινιστών» που οργανώθηκε από τους Μπολσεβίκους το 1922, προσχώρησε σ’ αυτό. Η θυγατέρα του τότε γονάτισε μπροστά στα πόδια τού πατέρα της και είπε: «Δώσε μου την ευχή σου, πατέρα, να σ’ αφήσω, για να μη σε δεσμεύω στη σωτηρία της ψυχής σου». Ο γέρων ιε­ρέας ήξερε καλά την κόρη του, όπως ήξερε καλά και το εσφαλμένο της κινήσεώς του. Δάκρυσε και, δίνοντας την ευλογία του στη Λυδία να ζήσει μόνη της, της είπε προφητικά: «Κοίταξε, κόρη μου, όταν κερδίσεις το στεφάνι σου, να πεις στον Κύριο ότι παρόλο που φάνηκα πολύ αδύνατος για αγώνα, ωστόσο δεν σε εμπόδισα, αλλά σου έδωσα την ευχή μου», «θα το πω, πατέρα», του είπε εκείνη φιλώντάς του το χέρι και προβλέποντας έτσι κι αυτή προφητικά το μέλλον.

Η Λυδία πέτυχε να διοριστεί στην δασονομική υπηρεσία και το 1926 μετατέθηκε στην κολλεκτίβα υλοτομίας της περιοχής, όπου δούλευε κοντά στους πιο χαμηλόμισθους εργάτες. Εδώ ήρθε αμέσως σ’ επαφή με απλούς ανθρώπους του ρώσικου λαού, τους όποιους αγαπούσε πολύ και οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Οι ξυλοκόποι και οι οδηγοί, που είχαν σκληρυνθεί από τη δουλειά μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αφηγούνταν με κατάπληξη ότι στο γραφείο του Τμήματος Υλοτομίας, όπου ερχόταν σε επαφή μαζί τους η Λυδία, τους διαπερνούσε ένα γνώριμο αλλά τώρα μισοξεχασμένο αίσθημα, παρόμοιο μ’ εκείνο που είχαν νιώσει κάποτε, όταν πριν την επανάσταση είχαν πάει να υποδεχθούν την περίφημη εικόνα της Παναγίας από το χωριό Μπογκορόντσκογιε της περιφερείας της Ούφα. Στο γραφείο δεν ακούγονταν πια άσχημες κουβέντες, βρισιές και καυγάδες. Τα πάθη είχαν εκλείψει και οι άνθρωποι έγιναν ευγενικότεροι μεταξύ τους.

Αυτό ήταν καταπληκτικό και έγινε αντιληπτό απ’ όλους, των κομματικών οργάνων μη εξαιρουμένων. Παρακολούθησαν τη Λυδία, αλλά δεν ανακάλυψαν τίποτε ύποπτο. Δεν πήγαινε καθόλου στις εκκλησίες που είχαν νομιμοποιηθεί από τους Μπολσεβί­κους και συμμετείχε αραιά και προσεκτικά σε ακολουθίες της μυστικής εκκλησίας «των κατακομβών».

Η Γκε-Πε-Ου (σοβιετική μυστική αστυνομία την περίοδο 1922-34) ήξερε ότι υπήρχαν μέλη της μυστικής εκκλησίας στην περιφέρεια, δεν έβρισκε όμως τον τρόπο να τα ανακαλύψει και να τα συλλάβει. Με σκοπό να ανακαλύψει όσους δεν είχαν ακόμη συλληφθεί η Γκε-Πε-Ου ξαφνικά επανέφερε από την εξορία τον επίσκοπο Ανδρέα που ήταν πολύ σεβαστός στον λαό, αλλά και σ’ όλους τους παράγοντες της μυστικής εκκλησίας. Σύμφωνα όμως με οδηγίες που είχε στείλει πρωτύτερα, ο επίσκοπος έγινε φανερά δεκτός μόνο από μία εκκλησία της Ούφα, παρόλο που μυστικά ήρθε να τον δει ολόκληρη η περιφέρεια. Η Γκε-Πε-Ου πεπεισμένη για την αποτυχία του σχεδίου της συνέλαβε πάλι τον επίσκοπο Ανδρέα και τον εξόρισε.

Η Λυδία συνελήφθη στις 9 Ιουλίου 1928. Οι μυστικές υπηρεσίες για αρκετό καιρό αναζητούσαν μία δακτυλογράφο που εφοδίαζε τους εργάτες της δασονομικής υπηρεσίας με δακτυλογραφημένα φυλλάδια, που περιείχαν βίους αγίων, προσευχές, ακολουθίες και συμβουλές αρχαίων και συγχρόνων Ιεραρχών της Εκκλησίας. Παρατήρησαν ότι στην γραφομηχανή αυτής της δακτυλογράφου το κάτω μέρος του «κ» ήταν σπασμένο. Έτσι αποκαλύφθηκε η Λυδία.

Η Γκε-Πε-Ου κατάλαβε ότι είχε πέσει στα χέρια της το κλειδί, για να ανακαλύψει ολόκληρη τη μυστική εκκλησία.

 

 

Δέκα μέρες αδιάκοπης ανακρίσεως δεν κατάφεραν να κλονίσουν την μάρτυρα. Πολύ απλά αρνήθηκε να πει οτιδήποτε. Στις 20 Ιουλίου ο ανακριτής, έχοντας χάσει την υπομονή του, παρέδωσε τη Λυδία στο «ειδικό τμήμα» για ανάκριση.

Αυτό το «ειδικό τμήμα» εργαζόταν σ’ ένα γωνιακό δωμάτιο στο υπόγειο της Γκε-Πε-Ου. Ένας φρουρός στεκόταν μόνιμα στον διάδρομο του υπογείου. Εκείνη την ημέρα φρουρός ήταν ο Κύριλλος Ατάεβ, ένας εικοσιτριάχρονος φαντάρος. Είδε την Λυδία καθώς την έφερναν στο υπόγειο. Η προηγούμενη δεκαήμερη ανάκριση είχε εξαντλήσει τη μάρτυρα και δεν μπορούσε να κατέβη τα σκαλιά. Ο στρατιώτης Ατάεβ, σε πρόσταγμα των προϊσταμένων του, την κράτησε και την οδήγησε κάτω στον ανακριτικό θάλαμο. «Ο Χριστός να σε σώσει» είπε η Λυδία ευχαριστώντας τον φρουρό, καθώς αντιλήφθηκε μια σπίθα συμπαθείας γι’ αυτήν στη λεπτή ευγένεια των δυνατών χεριών του φρουρού του Ερυθρού Στρατού.

Και ο Χριστός έσωσε τον Ατάεβ! Τα λόγια της μάρτυρος και τα γεμάτα πόνο και αμηχανία μάτια της μίλησαν στην καρδιά του. Δεν μπορούσε πια ν’ ακούει με αδιαφορία τις αδιάκοπες κραυγές και τα κλάματά της, όπως είχε προηγουμένως ακούσει όμοιες κραυγές από άλλους ανακρινόμενους και βασανιζόμενους.

Η Λυδία βασανίστηκε πολύ ώρα. Οι βασανιστές της Γκε-Πε-Ου δρούσαν συνήθως με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αφήνουν κανένα ιδιαίτερα ευδιάκριτο σημάδι στο σώμα του βασανιζόμενου. Όμως στην ανάκριση της Λυδίας καμία προσοχή δεν δόθηκε σ’ αυτό. Οι κραυγές και τα κλάματα της Λυδίας συνεχίστηκαν σχεδόν χωρίς διακοπή για πάνω από μιάμιση ώρα.

«Μα δεν πονάς; Τσιρίζεις και κλαις. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε πονάει;» ρώτησαν εξαντλημένοι οι βασανιστές σε ένα από τα διαλείμματα.

«Πονάει! Ω Κύριε, πόσο πονάει!» απάντησε η Λυδία μ’ ένα σπασμένο βογγητό.

«Τότε γιατί δεν μιλάς; θα σε πονέσει περισσότερο!» είπαν με φανερή αμηχανία οι βασανιστές.

«Δεν μπορώ να μιλήσω… Δεν μπορώ… Δεν θα το επιτρέψει αυτό…», βόγκηξε η Λυ­δία.

«Ποιός δεν θα το επιτρέψει;»

«Ο Θεός δεν θα το επιτρέψει!».

Τότε οι βασανιστές επινόησαν κάτι καινούργιο για τη μάρτυρα: την ηθική κακοποίηση. Ήταν τέσσερεις. Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους. Χρειαζόταν ένας άλλος. Φώναξαν τον φρουρό να τους βοηθήσει.

Μόλις ο Ατάεβ μπήκε στο δωμάτιο, είδε τη Λυδία, κατάλαβε τον τρόπο του παραπέρα βασανισμού της και τον δικό του ρόλο σ’ αυτόν και μέσα του έγινε ένα θαύμα παρόμοιο με την απροσδόκητη μεταστροφή των αρχαίων βασανιστών. Η ψυχή του Ατάεβ είχε σιχαθεί την σατανική αποτροπαιότητα και ένας ιερός ενθουσιασμός τον κατέλαβε. Χωρίς καθόλου να συνειδητοποιήσει το τι έκανε, ο φρουρός του Ερυθρού Στρατού σκότωσε επί τόπου με το πιστόλι του τους δύο βασανιστές που στέκονταν μπροστά του. Πριν κιόλας αντηχήσει ο δεύτερος πυροβολισμός, ο άνδρας της Γκε-Πε-Ου που στεκόταν από πίσω, χτύπησε τον Κύριλλο στο κεφάλι με τη λαβή του πιστολιού του. Ο Ατάεβ είχε ακόμη αρκετή δύναμη, ώστε να γυρίσει και να αρπάξει τον αντίπαλό του από το λαιμό, αλλά ένας πυροβολισμός από τον τέταρτο τον έριξε στο πάτωμα.

Ο Κύριλλος έπεσε με το κεφάλι προς το μέρος της Λυδίας, που ήταν δεμένη και τεντωμένη με λουριά. Ο Κύριος του έδωσε την ευκαιρία ν’ ακούσει για μία ακόμη φορά λόγια ελπίδας από το στόμα της μάρτυρος. Κοιτώντας την Λυδία κατ’ ευθείαν στα μάτια και με το αίμα να τρέχει από το σώμα του, ο Κύριλλος πρόφερε ασθμαίνοντας τις λέξεις που δήλωναν την ένωσή του με τον Θεό.

«Αγία, πάρε με μαζί σου!» «θα σε πάρω», χαμογέλασε ολόλαμπρη η Λυδία.

Με το άκουσμα και τη σημασία αυτής της συνομιλίας ήταν σαν να ανοίχτηκε ξαφνικά μια πόρτα για το υπερπέραν μπροστά στα μάτια των δύο ανδρών της Γκε-Πε-Ου που επέζησαν. Ο τρόμος τους συσκότισε τη συνείδηση. Με υστερικές κραυγές άρχισαν να πυροβολούν τα δυο ανυπεράσπιστα θύματα, που είχαν απειλήσει την ασφάλεια της κοσμοθεωρίας τους, μέχρι που άδειασαν και τα δύο πιστόλια τους. Αυτοί που ήρθαν τρέχοντας στο άκουσμα των πυροβολισμών, τους απομάκρυναν, ενώ εκείνοι ούρλιαζαν υστερικά. Αλλά και οι ίδιοι το έβαλαν γρήγορα στα πόδια κυριευμένοι από έναν ακατανόητο τρόμο.

Ο ένας από αυτούς τους δύο άνδρες της Γκε-Πε-Ου περιήλθε σε κατάσταση τελείας παραφροσύνης. Ο άλλος σύντομα πέθανε από νευρικό κλονισμό. Πριν από το θάνατό του αυτός ο δεύτερος τα διηγήθηκε όλα στο φίλο του λοχία Αλεξέι Ικόνικοφ, ο οποίος επέστρεψε στο Χριστό και γνωστοποίησε το γεγονός στην Εκκλησία. Λόγω δε του ότι διέδιδε παντού με ζήλο αυτό το γεγονός, βρήκε μαρτυρικό θάνατο και ο ίδιος.

Και οι τρεις, Λυδία, Κύριλλος και Αλέξιος, έχουν καθιερωθεί ως άγιοι στη συνείδηση της ρωσικής μυστικής εκκλησίας «των κατακομβών». Με τις πρεσβείες τους είθε ο Κύριος να ελεήσει τον χριστιανικό λαό της Ρωσίας!

 

(«Αγιορειτική Μαρτυρία», τευχ. 3, σ. 145-147)

Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (+ 10 Νοεμβρίου 1924)

Νοεμβρίου 9, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

 

    [...] Αυτό δε που βοηθούσε περισσότερο και ενίσχυε τους φοβισμένους Χριστιανούς για να μένουν σταθεροί στην πίστη τους, δεν ήταν τα ενισχυτικά του λόγια μόνο, αλλά τα θαυμαστά έργα, που έβλεπαν να κάνει ο Πατήρ Αρσένιος, διότι είχε άφθονη την θεία Χάρη και θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Οι Χριστιανοί, όταν τα έβλεπαν, γίνονταν πιο πιστοί, διότι έβλεπαν την μεγάλη δύναμη της πίστεως μας. Οι δε Τούρκοι, που τα έβλεπαν και αυτοί, και Χριστιανοί να μη γίνονταν, έπαυαν κάπως να δαγκώνουν τους Χριστιανούς.

    Η συνηθισμένη τροφή του Πατρός ήταν τα κριθαρένια πέτουρα, τα οποία έψηνε μόνος του επάνω σε μια λαμαρίνα· γι’ αυτό και μερικοί Φαρασιώτες αστειευόμενοι τον έλεγαν Αρπατζή, που σημαίνει κριθαρά στην Τουρκική γλώσσα. Έψηνε απ’ αυτά τα πέτουρα κάθε μήνα και τα έβρεχε, όταν του χρειάζονταν. Έβραζε καμιά φορά ούμπα (σαν φιδόχορτα), ξινολάπατα, αγριοκρέμμυδα και κάπου-κάπου πλιγούρι. Δοκίμαζε δε και από όλες τις άλλες τροφές, και ένα είδος από τα αρτύσιμα δεν το δοκίμαζε για ένα χρόνο, άλλοτε το ψάρι, άλλοτε τα γαλακτερά. Κρέας φυσικά δεν έτρωγε, όταν όμως τύχαινε να βρεθεί σε τραπέζι, δεν μιλούσε, αλλά έτρωγε λίγο με διάκριση -όταν είχε κατάλυση- για να μη τους λυπήσει  και βάλει σε ανησυχία. Οι Φαρασιώτες σ’ αυτές τις περιπτώσεις πάντα προσπαθούσαν να τον οικονομήσουν με κάτι άλλο, γιατί ήξεραν ότι θα κάνει μετά αγώνα στο κελλί του, με το να μη πίνει νερό για τις μπουκιές του κρέατος που έφαγε από αγάπη.

    Η διακριτική του άσκηση πάντοτε συνοδευόταν με την αγάπη προς τους άλλους και με την ταπείνωση στον εαυτό του. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε ο Πατήρ να κρυφτεί, δεν ήταν εύκολο, διότι τον ζούσαν ολόκληρα χρόνια από κοντά. Όλες τις νηστείες, και ακόμη κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και την Δευτέρα, που είναι αφιερωμένη στους αγγέλους, δεν έπινε ούτε νερό μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος.

    Στις ολονυκτίες, που έκανε στα μακρινά Εξωκκλήσια συνήθως, όσο μακριά και αν ήταν, ποτέ δεν έπαιρνε ζώο, αλλά πάντοτε με τα πόδια του πήγαινε, και σ’ όλη την διάρκεια της ολονυκτίας στεκόταν όρθιος. Πολλές φορές τον παρακαλούσε ο ψάλτης του να καθίσει και αυτός λίγο στο γαϊδουράκι, που έπαιρνε στα μακρινά Εξωκκλήσια, αλλ’ ο Πατήρ δεν δεχόταν ποτέ, γιατί είχε τυπικό να μη κάθεται σε ζώο ποτέ σ’ όλη του τη ζωή, όσο μακρινή και αν ήταν η απόσταση του δρόμου· αφού και στα Ιεροσόλυμα που πήγε πέντε φορές, με τα πόδια βάδιζε πέντε ήμερες μέχρι την Μερσίνα, για να πάρει το πλοίο.

    Η μεγάλη ευαισθησία του Πατρός δεν άντεχε να κουράζει τα ζώα και να ξεκουράζει τον εαυτό του. Δεν φθάνει που βάδιζε πεζός, αλλά συνήθιζε και ξυπόλυτος. Όταν πλησίαζε ανθρώπους, φορούσε λίγο τα παπούτσια του, και όταν απομακρυνόταν, πάλι τα έβαζε στον τουρβά του.

   Στην Νίγδη δεν τον περίμεναν μόνον οι Φαρασιώτες, αλλά και πολλοί κάτοικοι της πόλεως ασθενείς, για να τους θεραπεύσει, όταν άκουσαν ότι περνούσε από εκεί. Μεταξύ των άλλων ήταν και μία δαιμονισμένη, κόρη ενός πλουσίου, με φοβερό δαιμόνιο. Επειδή είδε ο Πατήρ να τρέχουν πολλοί από περιέργεια πίσω από την βασανισμένη ψυχή, που έκανε αταξίες, τους έδιωξε όλους και είπε στον πατέρα της να την φέρει την άλλη ημέρα. Πράγματι την πήγε, και αφού ο Πατήρ της διάβασε το Ευαγγέλιο, το δαιμόνιο έφυγε αμέσως και έγινε καλά. Ο πατέρας της κόρης από ευγνωμοσύνη έβγαλε τον κεσέ του (πουγκί) και παρακαλούσε τον Πατέρα Αρσένιο να τον δεχθεί, αλλά δεν τον δεχόταν με κανένα τρόπο. Εκείνος όμως επέμενε, νομίζοντας ότι θα ξαναπάθαινε η κόρη του, εάν δεν δεχόταν ο Πατήρ τα χρήματα. Βλέποντας λοιπόν την επιμονή του ο Πατήρ Αρσένιος, αδειάζει κατά γης τον κεσέ και λέγει.

-Εάν θέλεις να μη πάθει η κόρη σου τίποτε άλλη φορά, μοίρασέ τα με τα χέρια σου στους φτωχούς.

Εκείνος με χαρά τότε μοίρασε τα χρήματα μόνος του.

   Βλέπει κανείς ότι, ενώ βρισκόταν μέσα στην ανθρώπινη εκείνη εγκατάλειψη, στον δρόμο της ταλαιπωρίας, για να είναι όμως ο Άγιος Πατήρ ενωμένος με το Θεό, σκορπούσε συνέχεια την θεία Χάρη και έτσι ένοιωθαν οι γύρω του την θεία σιγουριά.

    Αυτός ήταν ο Πατήρ Αρσένιος!

Μόνος, μικρός, με μόνη του Θεού την προστασία!

Μόνος, μεγάλος, δοσμένος μόνο στον Θεό και στην εικόνα Του !

Μόνος στο τέλος της ζωής του με τον Θεό μόνο !

     Επανειλημμένως του έκαναν προτάσεις για Επίσκοπο, αλλά πάντα αρνιόταν προφασιζόμενος ότι δεν πρέπει να γίνει, επειδή είναι θυμώδης. Σ’ αυτούς πάλι, που τον είχαν καταλάβει πως είναι πράος, έλεγε· «δεν γίνομαι, γιατί φοβάμαι την υπερηφάνεια· όσο ψηλά είναι τα βουνά, τόσο περισσότερη αντάρα μαζεύουν». Και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήθελε να τον κάνει Επίσκοπο και είχε βάλει και τον αδελφό του Πατρός, τον Βλάσιο, να τον παρακαλέσει να δεχθεί, αλλά ο Πατήρ Αρσένιος πάλι δεν δέχθηκε.

Προτίμησε του φτωχού το σακί στις πλάτες, το οποίο και έκρυβε συνέχεια την Βασιλεία του Θεού, που κατοικούσε μέσα στην ταπεινή ψυχή του, από τον πολύτιμο Αρχιερατικά σάκο, τον βασιλικό. Επειδή όμως δεν θέλησε να λυπήσει τον Πατριάρχη, δέχθηκε να γίνει Έξαρχος του Παναγίου Τάφου, για να βοηθά τους προσκυνητές, και Έξαρχος της Περιφερείας του, για να μη λυπήσει τον Άγιο Καισαρείας, ο οποίος πολύ τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε. Η αρετή, βλέπετε, δεν κρύβεται, όσο και να θέλει κανείς, όπως ο ήλιος δεν κρύβεται με το κόσκινο, διότι από τις τρυπούλες θα περάσουν ακτίνες αρκετές.

…, επόμενο ήταν και να τον ευλαβούνται σαν Άγιο, όπως και ήταν.

    Και όμως όλα αυτά έφεραν τον Πατέρα σε δύσκολη θέση και τον ανάγκασαν να μπει σε άλλο μεγαλύτερο αγώνα, πώς να καλύψει την αγιότητα του και να αποφύγει τους ανθρώπινους επαίνους. Μπορεί να μη βλάπτονταν στο να υπερηφανευθεί, αλλά οι έπαινοι των ανθρώπων του έκαναν την εξόφληση των αγώνων του σε τούτη την μάταιη ζωή.

      Η μόνη λύση ήταν να κάνει κάπου-κάπου και «τον διά Χριστόν σαλόν», και να παρουσιάζεται αντίθετος απ’ ό,τι ήταν, με προσποιητές ιδιοτροπίες, όπως και έκανε. Για να μη τον λένε πράο, έκανε τον θυμώδη. Για να μη τον λένε νηστευτή, έκανε τον γαστρίμαργο, όπως και πολλά άλλα παρόμοια. Όταν κανείς του έλεγε, «εσύ είσαι Άγιος», ο Πατήρ του απαντούσε· «το δικό σου το σόι, σόι δεν είναι». Όταν το άκουγε αυτό ο άλλος, να του κατηγορεί το σόι του με απότομο ύφος, θιγόταν πολύ, και άλλη φορά δεν έλεγε ότι ο Πατήρ Αρσένιος είναι Άγιος, αλλά θα ήταν Άγιος, αν είχε καλή συμπεριφορά.

Πολλές φορές όμως, που πήγαινε να κάνει τον θυμώδη, δεν τα κατάφερνε καλά, διότι κάτω από τα φρύδια του γελούσε. Αλλά εκείνος προσπαθούσε να πείσει και με τα λόγια τους άλλους, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός και με πολλά πάθη. Έλεγε δε τα εξής:

—Να, τέτοιος είμαι που βλέπετε. Τί νομίζετε ότι είμαι Άγιος;

 

(Μοναχού Παϊσίου, Αγιορείτου, «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»-αποσπάσματα)

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers