Αρχείο

Archive for the ‘AΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ’ Category

Για το λόγο του Θεού που είναι κραταιότερος και από το θάνατο.(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)


Όσο διαρκεί η φλόγα ενός κεριού σ’ ένα δωμάτιο, εκεί δεν υπάρχει σκοτάδι, διότι το κερί εκπέμπει φως. Αν το φαγητό αρταίνεται με αλάτι, συντηρείται και δεν σαπίζει. Αν κάποιος συντηρήσει στην καρδιά του τα λόγια του Χριστού, αυτός διατηρεί στη ψυχή του το αλάτι και το φως και η ζωή κατοικεί εντός του. Μια τέτοια ψυχή δεν θα σκοτεινιάσει σε τούτη τη ζωή, ούτε θα γνωρίσει τη σήψη του θανάτου.

Όποιος συντηρεί μέσα του το λόγο του Χριστού, αυτός ο λόγος τον τρέφει, τον στηρίξει, τον φωτίζει και τον αναζωογονεί. Είτε είναι έν σώματι, είτε εκτός του σώματος, πάντως αισθάνεται εξίσου ζωντανός μέσα απ’ το λόγο του Χριστού. Ο θάνατος μπορεί να χωρίσει τη ψυχή από το σώμα του, αλλά όχι και από το Χριστό, δηλαδή από την αθάνατη και αιώνια ζωή. Ο θάνατος του σώματός του απλώς θα επιτρέψει στη ζωηφόρο ψυχή του μια πιο ελεύθερη έξοδο για να εγκολπωθεί τον Αγαπημένο Χριστό, τον Ζωοδότη.

Αλλά, αδελφοί μου, τί σημαίνει να συντηρούμε εντός μας τον λόγο του Θεού; Σημαίνει, πρώτον, να συντηρούμε το λόγο του Χριστού στο νου μας, να τον σκεπτόμαστε· δεύτερον, να συντηρούμε το λόγο του Χριστού στη καρδιά μας αγαπώντας τον τρίτον, να συντηρούμε το λόγο του Χριστού στη θέλησή μας, εκπληρώνοντάς τον με τις πράξεις μας· τέταρτον, να συντηρούμε το λόγο του Χριστού στη γλώσσα μας, ομολογώντας τον ανοικτά όπου χρειάζεται. Έτσι, το να συντηρούμε το λόγο του Χριστού σημαίνει να γεμίζουμε με αυτόν και να τον εφαρμόζουμε. Όποιος συντηρεί με αυτόν τον τρόπο το λόγο του Χριστού, στ’ αλήθεια δεν θα γευτεί ποτέ θάνατο.

Ω Κύριε, Παντοδύναμε Κύριε, συ, που είσαι κραταιότερος από το θάνατο, δώσε μας δύναμη και κατανόηση, ώστε να τηρήσουμε τον άγιο λόγο Σου μέχρι τέλους· ώστε να μη γευθούμε ποτέ το θάνατο και ο θάνατος ποτέ να μην μας γευθεί· και η σήψη ποτέ να μην αγγίξει τις ψυχές μας.

Πανοικτίρμον Κύριε ελέησέ μας!

 

Να πεθαίνεις κάθε ημέρα για να ζεις!

Σχετικά με την αδιάλειπτη θεωρία του Θεού, ο άγιος Αντώνιος διδάσκει τα εξής: «Ας διαμένει η ψυχή σου εν Κυρίω σε κάθε περίπτωση κι ας παραμένει το σώμα σου στη γη σαν άγαλμα. Πάντοτε ευθυτενής να ίστασαι ενώπιον του προσώπου του Κυρίου.    Ας παραμένει συνεχώς στα μάτια σου ο φόβος του Θεού, η μνήμη του θανάτου και η αποστροφή προς καθετί εγκόσμιο. Να πεθαίνεις κάθε ημέρα για να ζεις, διότι όποιος φοβάται το Θεό θα ζει για πάντα.    Νήφε διαρκώς για να μην πέσεις στη ραθυμία και την ακηδία.     Ν’ αποστρέφεσαι καθετί εγκόσμιο και ν’ απομακρύνεσαι απ’ αυτό· διαφορετικά αυτό θα σε απομακρύνει απ’ το Θεό. Ν’ αποστρέφεσαι καθετί που μπορεί να καταστρέψει τη ψυχή σου. Μην παρεκκλίνεις απ’ το Θεό προς χάριν των φευγαλέων πραγμάτων. Μην παραδειγματίζεσαι από κάποιον πιο αδύναμο από εσένα, αλλά να μιμείσαι τα χαρίσματα τα κρείττονα ενός πιο τέλειου. Προσκολλήσου στο παράδειγμα εκείνων που αγάπησαν τον Κύριο με όλη την καρδιά τους και έχουν κάνει καλά έργα. Πριν απ’ όλα, αδιαλείπτως να εκχέεις προς το Θεό την προσευχή σου, ευχαριστώντας Τον για όλα όσα σου συμβαίνουν. Αν τηρείς όλες τις εντολές Του θα λάβεις την κληρονομιά: «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν  ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α΄ Κορινθ. 2:9).

 

Αν έχουμε ελπίδα για τη σωτηρία μας, έχουμε και ελπίδα για την αγιοσύνη!

 

«τοις αγίοις τοις ούσιν εν Εφέσω», (Εφ. 1, 1)

 

Ο απόστολος αποκαλεί αγίους τους χριστιανούς στην Έφεσο. Δεν αποκαλεί αγίους έναν ή δύο ή μία ομάδα μόνον, αλλά όλους! Δεν είναι αυτό ένα εξαίσιο θαύμα του Θεού, προς τους ανθρώπους – όχι στην ερημιά, άλλα μέσα σε μια πολιτεία ειδωλολατρική και διεφθαρμένη να γίνονται άγιοι; Άνδρες νυμφευμένοι, οι οποίοι φέρνουν στον κόσμο παιδιά και οι οποίοι συναλλάσσονται και γενικώς εργάζονται, αυτοί να γίνονται άγιοι! Η αφοσίωση, η προσήλωση και ο ζήλος τους για την Πίστη, όπως και η αγιασμένη και καθαρή ζωή τους, δικαιώνουν πλήρως το γεγονός ότι αποκαλούνται άγιοι!

Αν στους σύγχρονους καιρούς οι άγιοι αποτελούν την εξαίρεση μάλλον, σ’ εκείνους τους παλαιούς καιρούς εξαίρεση ήταν οι βέβηλοι. Οι άγιοι τότε ήταν ο κανόνας! Συνεπώς, ας μη σκανδαλιζόμαστε που ο απόστολος αποκαλεί όλες τις βαπτισμένες ψυχές στην Έφεσο «αγίους» και χρησιμοποιεί ένα ακόμη υψηλότερο όνομα για όλους τους χριστιανούς: «υιούς», υιούς του Θεού (Γαλ. 4, 6). Ο ίδιος ο Κύριος μας έδωσε το δικαίωμα να αυτοαποκαλούμεθα έτσι, όταν μας δίδαξε πως να Του απευθυνόμαστε: ως Πατρός ημών (Ματθ. 6, 9).

Ω αδελφοί μου, μήπως δεν λέμε κάθε ημέρα στο Θεό: «Άγιε Θεέ;». Μήπως δεν αποκαλούμε αγίους τους αγγέλους; Αλλά και τους προφήτες, τους αποστόλους, τους μάρτυρες και τους δικαίους; Μήπως δεν αποκαλούμε άγιο τον ουρανό και τη Βασιλεία των Ουρανών; Ποιός άλλος, παρά ο άγιος, είναι ικανός να εισέλθει στην αγία Βασιλεία; Έτσι, λοιπόν, αν έχουμε ελπίδα για τη σωτηρία μας, έχουμε και ελπίδα για την αγιοσύνη.

Ω άγιε Θεέ, ο οποίος σκηνώνεις στην αγιότητα και αναπαύεσαι εν μέσω των αγίων και καλείς προς Σε τους αγίους και τους δείχνεις το έλεός Σου, βοήθησε κι εμάς να γίνουμε άγιοι – στα λόγια, στις σκέψεις και στα έργα μας – προς δόξαν Σου και προς χάριν της σωτηρίας μας.

 

 

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο πρόλογος της Αχρίδος»-Φεβρουάριος,       εκδ. Άθως)

 

 

 

 

 

 

O Αναληφθείς Χριστός ,το σωτήριο χελιδόνι που μας οδηγεί στην Αιώνια Άνοιξη.(Άγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος

Ὅταν τὰ χελιδόνια μένουν ἀπὸ τροφὴ καὶ τὸ κρύο πλησιάζει, ξεκινοῦν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὰ θερμὰ κλίματα. Ἐκεῖ θὰ βροῦν πολὺ ἥλιο καὶ ἀρκετὴ τροφή. Ἕνα χελιδόνι πετᾶ μπροστά, δοκιμάζει τὸν ἀέρα καὶ δείχνει τὸ δρόμο. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χελιδόνια ἀκολουθοῦν τὴν πορεία του.

Ὅταν οἱ ψυχὲς μας μένουν ἀπὸ τροφὴ στὸν ὑλικὸ κόσμο κι ὅταν ἡ κρυάδα τοῦ θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλὰ θὰ ἦταν νὰ ὑπῆρχε ἕνα χελιδόνι σὰν κι ἐκεῖνο, νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ τόπο θερμό, ὅπου θὰ βρίσκαμε πολλὴ πνευματικὴ ζέστη καὶ τροφή! Ὑπάρχει ἄραγε τέτοιος τόπος; Καὶ μποροῦμε ἄραγε νὰ βροῦμε τέτοιο χελιδόνι;

Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας. Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ. Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.

Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν.ιβ’ 32); Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.

Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.

«Τὶς δώςῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;»(Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

«Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει φτερὰ γιὰ νὰ πετάξω μακριὰ ἀπ’αὐτὴ τὴ ζωή;» πρέπει νὰ ἦταν ἡ ἐρώτηση πού ἔκαναν πολλὲς εὐγενικὲς κι εὐαίσθητες ψυχές. Ἀλλά ποῦ θὰ κατευθυνθεῖς, ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη ψυχή; Μπορεῖς ἀκόμα νὰ ὀνειρεύεσαι, νὰ νιώθεις τὸν τόπο τῆς θαλπωρῆς καὶ τοῦ φωτὸς ἀπ’ ὅπου ἐξορίστηκες; οἱ πύλες ἔκλεισαν πίσω σου, τὶς προσέχουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη τους, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσέγγισή σου. Ἡ ἁμαρτία κόλλησε τὰ φτερά σου, ὄχι τὰ φτερὰ τοῦ πτηνοῦ, μὰ τὰ θεϊκά, κι ἔχεις ἐγκλωβιστεῖ στὴ γῆ. Χρειάζεσαι κάποιον γιὰ νὰ σ’ ἐλευθερώσει πρῶτα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ καθαρίσει καὶ νὰ νὰ σὲ βοηθήσει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ χρειάζεσαι κάποιον νὰ τοποθετήσει νέα φτερά, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ πετάξεις.

Μετὰ θὰ χρειαστεῖς κάποιον ἄλλον, κάποιον πολὺ δυνατό, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ παραμερίσουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη, ὥστε γιὰ χάρη Του νὰ περάσεις στὴν ἔνδοξη πατρίδα σου. Καὶ τελευταῖο, ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον πού θὰ ζητήσει γιὰ λογαριασμό σου ἔλεος ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ὥστε νὰ σὲ δεχτεῖ ξανὰ στὸν τόπο τῆς αἰώνιας πατρίδας.

Αὐτὸς ὁ «κάποιος» ἦταν ἄγνωστος στὸν προχριστιανικὸ κόσμο. Αὐτοαποκαλύφτηκε ὡς Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, Υἱὸς τοῦ Ζῶντος Θεοῦ. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ σένα κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ντύθηκε ἀνθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γιὰ χάρη σου, ἐπειδὴ ἤσουν φυλακισμένος, ἵδρωσε, κρύωσε, πείνασε καὶ δίψασε, δέχτηκε ἐμπτυσμούς, καρφώθηκε στὸ σταυρό, ἔμεινε στὸν τάφο τρεῖς μέρες, κατέβηκε στὸν Ἅδη γιὰ νὰ καταστρέψει μιὰ φυλακὴ χειρότερη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, πού εἶχε προετοιμαστεῖ γιὰ σένα ὅταν ἡ ψυχή σου θὰ χωριζόταν ἀπὸ τὸ σῶμα.

Καί ὅλ’ αὐτὰ γιὰ νὰ σὲ σώσει ἀπὸ ἐκεῖ πού κυλιόσουν στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ κάνει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ ἀναστήθηκε «ἐκ νεκρῶν», γιὰ νὰ δώσει καὶ σὲ σένα φτερά, νὰ πετάξεις στὸν οὐρανό. Τελικὰ ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ γιὰ ν’ ἀνοίξει καὶ γιὰ σένα τὸ δρόμο, νὰ σὲ ὁδηγήσει στὰ σκηνώματα τῶν ἀγγέλων.

Τώρα δὲν ἔχεις λόγο ν’ ἀναστενάζεις μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, οὔτε νὰ ἐπιθυμεῖς πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς. Τώρα ἐμφανίστηκε ὁ Ἀετός, πού ἄνοιξε τὰ φτερά Του καὶ σοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο. Τὸ μόνο πού ἔχεις νὰ κάνεις, εἶναι ν’ ἀναπτύξεις τὰ πνευματικὰ φτερὰ πού σοῦ δόθηκαν ὅταν βαφτίστηκες στὸ ὄνομά Του καὶ νὰ ἐπιθυμήσεις μ’ ὅλη σου τὴν ψυχὴ ν’ ἀνεβεῖς ἐκεῖ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Ἴδιος. Ὁ Κύριος ἔκανε τὰ ἐνενήντα ἐννιὰ ἀπὸ τὰ ἑκατὸ βήματα πού χρειάζεσαι γιὰ τὴ σωτηρία σου. Δὲν θὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις τὸ βῆμα πού ἀπέμεινε γιὰ νὰ ἐπιτύχεις τὴ σωτηρία σου, ὅταν μάλιστα «οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Β’ Πέτρ.α’ 11);

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἦταν καὶ στοὺς ἀγγέλους ἡ ἐλευσή Του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ κι ἡ κατὰ σάρκα γένννησή Του. Ἀλλά καὶ ποιὸ γεγονὸς στὴ ζωή Του δὲν ἀντιπροσωπεύει κάτι μοναδικὸ κι ἀπρόσμενο στὸν κόσμο; Ὅπως οἱ ἄγγελοι παρατηροῦσαν μὲ θαυμασμὸ πῶς ξεχώριζε ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὴν πρώτη δημιουργία καὶ τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν ξηρά, πῶς τοποθέτησε τὰ ἄστρα στὸν οὐράνιο θόλο καὶ πῶς δημιούργησε τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τελικὰ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, δίνοντάς του ψυχὴ ζῶσα, ἔτσι κι ἐμεῖς ὅλοι βλέπουμε μὲ θαυμασμὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Σωτήρα μας, ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου ὡς καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ ἦταν ὅλα ἀπρόσμενα, ἀναπάντεχα. Ὅταν ὅμως γίνεται φανερὸ πώς ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας, ὅλοι οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κραυγάσουν μὲ χαρὰ καὶ νὰ δοξολογήσουν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Δὲν μπορεῖς ν’ ἀφαιρέσεις κάποιο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ παραμορφώσεις ὁλόκληρο τὸ ἔργο Του, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ κόψεις τὸ χέρι ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ τὸ πόδι του καὶ νὰ μὴ τὸν παραμορφώσεις, ἤ νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο τὸ φεγγάρι ἤ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ μυριάδες ἄστρα καὶ νὰ μὴν παραμορφώσεις τὴν τάξη καὶ τὸ κάλλος τοῦ οὐρανοῦ. Γι’ αὐτὸ μὴ σκέφτεσαι πώς ἴσως «δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος». Ὅταν μερικοὶ ἀπό τούς Ἰουδαίους ἀναγκάστηκαν νὰ παραδεχτοῦν καὶ νὰ κραυγάσουν πώς «καλῶς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πῶς ἐμεῖς πού βαφτιστήκαμε στὸ ὄνομά Του νὰ μὴν πιστέψουμε πώς ὅλα ὅσα ἔκανε ἦταν καλά; Ὅλα τὰ σχεδίασε καὶ τὰ ἔφτιαξε μὲ μεγάλη σοφία. Καὶ ἡ Ἀνάληψή Του ἦταν καλὰ σχεδιασμένη, μὲ πολλὴ σοφία, ὅπως ἦταν κι ἡ Ἐνσάρκωση, τὸ Βάπτισμα, ἡ Μεταμόρφωση κι ἡ Ἀνάστασή Του.«Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιστ’ 7), εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.

Βλέπεις πώς ρυθμίζει καὶ κάνει τὰ πάντα γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων; Κάθε λόγος καὶ κάθε πράξη Του ἔχουν ὡς σκοπὸ τους τὸ καλὸ ὅλων μας. Διαφορετικὰ δὲν θὰ εἶχε ἀναληφθεῖ. Ἂς μείνουμε ὅμως στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάληψης, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὰ δυό του ἒργα: στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του: «εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ» (Λουκ. κδ’ 46). Ἀπὸ ποιὸν γέγραπται; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ἔγραψε, μέσῳ τῶν προφητῶν στὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, στοὺς προφῆτες καὶ στοὺς Ψαλμούς. Ὁ Κύριος ἐκτιμᾶ τὰ βιβλία αὐτά, στὸ μέτρο πού ἀναφέρονται προφητικὰ σὲ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ τοῦ συμβοῦν. Ἐκεῖ εἶχαν γραφεῖ κι ἐκπληρώθηκαν. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἡ σκιά, ἐδῶ ἡ ζωὴ κι ἡ ἀλήθεια.

«Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). Ἡ «διάνοιξη» τοῦ νοῦ εἶναι θαῦμα ἴσο μὲ ἀνάσταση νεκρῶν, γιατί κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ πέπλο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀνθρώπινη ἀντίληψη βρίσκεται στὸ σκοτάδι τοῦ τάφου. Διαβάζει, μὰ δὲν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μὰ δὲ βλέπει, ἀφουγκράζεται, μὰ δὲν ἀκούει. Ποιὸς ἄνθρωπος στὴν Ἱερουσαλὴμ εἶχε δεῖ κι εἶχε διαβάσει καλύτερα ἀπό τούς Γραμματεῖς τὰ λόγια τῶν Γραφῶν; Μὰ τὰ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί ὁ Κύριος δὲν τράβηξε τὸν πυκνὸ πέπλο ἀπὸ τὸ νοῦ τους, ὥστε νὰ κατανοήσουν κι αὐτοὶ ὅπως οἱ ἀπόστολοι; Ἐπειδὴ οἱ ἀπόστολοι θέλησαν νὰ γίνει αὐτὸ ἐνῶ οἱ Γραμματεῖς ἀρνήθηκαν. Ἐπειδὴ οἱ Γραμματεῖς κι οἱ πρεσβύτεροι εἶπαν ὅτι «οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ἐστι» καὶ περίμεναν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν, οἱ ἀπόστολοι ὅμως εἶπαν: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Ἰωάν. στ’ 68). Ὁ Θεὸς «διανοίγει τὸ νοῦ» ἐκείνων πού τὸ θέλουν χορηγεῖ τὸ ζῶν ὕδωρ σ’ αὐτοὺς πού διψᾶνε, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅσους τὸν ἀναζητοῦν.

«Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει…» Ἄν τὴν Ἁγία Γραφὴ τὴν εἶχαν γράψει συνηθισμένοι ἄνθρωποι, μὲ ἀνθρώπινη ἀντίληψη, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ εἶχε ἀναφερθεῖ στὰ κείμενά τους. Τὰ κείμενα τῶν προφητῶν ὅμως ἦταν ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ὁ Θεός, πού εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του, ἔστειλε τὸ Μονογενῆ Του Υἱό γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς προφητεῖες καὶ νὰ τηρήσει τὶς ἐπαγγελίες Του. «Οὕτως ἔδει…» εἶπε Ἐκεῖνος πού βλέπει ὁλόκληρο τὸν κτιστὸ κόσμο, ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη στὴν ἄλλη, ὅπως ὁ ἄνθρωπος βλέπει μιὰ γραμμένη σελίδα πού ἔχει μπροστά του. Κι ὅταν ὁ πάνσοφος λέει πώς «οὕτως ἔδει…» δὲν εἶναι καταγέλαστοι οἱ τυφλοὶ πού λένε πώς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ γίνει ἡ Ἀνάληψή Του; Ἔπρεπε νὰ γίνει. Ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ πάθει στὴν ὥρα Του, νὰ χαρεῖ στὴν αἰωνιότητα. Ἔπρεπε ν’ ἀναστηθεῖ, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς στὴν αἰώνια ζωή.

«Καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν και ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ» (Λουκ. κδ’ 47). Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του ἀναφέρει τὸ ἴδιο μὲ ἄλλα λόγια: «κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει»(Μάρκ. ιστ’ 15). Πάσῃ τῇ κτίσει σημαίνει σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, στὴν ΙΣΤ΄ ὁμιλία του λέει: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάτι κοινὸ μὲ ὅλη τὴν κτίση. Μὲ τὴν πέτρα ἔχει τὴν ἴδια ὕπαρξη· μὲ τὸ ξύλο, τὴ ζωή· μὲ τὰ ζῶα, τὶς αἰσθήσεις· μὲ τοὺς ἀγγέλους, τὸ νοῦ… Ἔτσι μὲ τὴν ἔκφραση πάσῃ τῇ κτίσει πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸν ἄνθρωπο».

Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε πάθει καὶ δὲν εἶχε πεθάνει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ποιὸς ἀπό μᾶς θὰ γνώριζε πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; Ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, ποιὸς ἀπό μᾶς, πού εἶχε ἀνακαλύψει πόσο φοβερὸ πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ εἶχε ἐλπίδα; Τότε ἡ μετάνοια θὰ ἦταν ἀνώφελη, ἡ συγχώρηση ἀδύνατη. Ἡ μετάνοια συνδέεται μὲ τὸ πάθος, ἡ συγχώρηση μὲ τὴν ἀνάσταση, μέσω τῆς Θείας χάρης. Μὲ τὴ μετάνοια ὁ παλιὸς ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας πεθαίνει, ὁδηγεῖται στὸν τάφο. Μὲ τὴ συγχώρηση γεννιέται ὁ νέος ἄνθρωπος, στὴν καινούργια ζωή.

Προσέξτε! Ἐδῶ εἶναι οἱ πιὸ χαρμόσυνες εἰδήσεις γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ξεκινώντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸ δίκαιο Ἰωσὴφ μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α’ 21). Αὐτὰ βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἐμπειρία Ἐκείνου πού ἔπαθε καὶ τὸ δικαίωμα Αὐτοῦ πού νίκησε. Γιατί λέει ὅμως,ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ; Γιατί στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔγινε ἡ μέγιστη θυσία γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ἐπειδὴ ἐκεῖ ἔλαμψε ἀπὸ τὸν τάφο τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης. Ἂν ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀντιπροσωπεύει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ κάποιο μυστηριώδη τρόπο εἶναι εὐνόητο πώς ἡ μετάνοια κι ἡ ταπείνωση πρέπει νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ κεῖ νὰ διαχυθοῦν σ’ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη.

Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ ἔστειλε τὸ σατανᾶ στὴν κόλαση· ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ χώρισε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀπὸ τὸν Θεό, ὤθησε τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό. Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι τὸ πιὸ πρόσφορο ἔδαφος γιὰ ν’ ἀναπτυχθεῖ ἡ ἁμαρτία ὡς τὶς μέρες μας. Ἂν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν γονατίσει μπροστὰ στὸν Χριστό, τὰ γόνατά του δὲν θὰ λυγίσουν. Ὅποιος ξεκίνησε νὰ εἰρηνέψει τὸ νοῦ του μὲ τὴ μετάνοια, ἄρχισε ἤδη νὰ θεραπεύει καὶ τὰ βαθύτερα τραύματά του.

«Ὑμεῖς δὲ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ’ 48). Μάρτυρες σὲ τί; Μάρτυρες τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τῆς ἔνδοξης Ἀνάστασής Του. Μάρτυρες τῆς ἀνάγκης γιὰ μετάνοια, μάρτυρες τῆς ἀλήθειας, τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ διώκτης ἄλλαξε κι ἔγινε ἀπόστολος, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι» (Πράξ. κστ’ 16). Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶπε στὸ πρῶτο κήρυγμά του πρὸς τὸ λαὸ μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὐ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες» (Πράξ. β’ 32). Λέει ἐπίσης κι ὁ ἀπόστολος κι εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον» (Α’ Ἰωάν. α’1, 3).

Οἱ ἀπόστολοι ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ, τῶν θαυμάτων Του κι ὅλων ἐκείνων πού ἔγιναν στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ὅλων αὐτῶν στὰ ὁποῖα θεμελιώθηκε ἡ σωτηρία μας. Ἄκουσαν, εἶδαν, συμμετεῖχαν στὴν Ἀλήθεια. Ἦταν οἱ πρῶτοι πού μπῆκαν στὸ πλοῖο τῆς σωτηρίας, γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μπορέσουν νὰ βάλουν κι ἄλλους στὸ πλοῖο γιὰ νὰ τοὺς σώσουν. Ὁ νοῦς τους ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια κι οἱ καρδιὲς τους καθαρίστηκαν ἀπὸ τὰ πάθη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διαβεβαίωσε γι’ αὐτό: «ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε’ 3). Κι ἦταν μάρτυρες ὄχι μόνο τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πού μποροῦσαν νὰ δοῦν, ν’ ἀκούσουν, νὰ ἐρευνήσουν καὶ ν’ ἀγγίξουν σχετικὰ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μάρτυρες καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναγέννησης καὶ ἀνακαίνισης τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὸ εὐαγγέλιο δὲν ἀνοίχτηκε μόνο μπροστὰ στὰ μάτια καὶ τ’ αὐτιά τους, ἀλλά καὶ μέσα τους, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους. Στὰ τρία χρόνια πού ἦταν μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους ἔγινε ὁλόκληρη ἐπανάσταση.

Ἡ ἐπανάσταση αὐτὴ συνίστατο στὴν ὀδυνηρὴ διαδικασία θανάτου τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καὶ στὴν ἀκόμα πιὸ ὀδυνηρὴ γέννηση μέσα τους τοῦ νέου, τοῦ καινοῦ ἄνθρωπου. Πόσους νεκρικοὺς πόνους δοκίμασε ἡ ψυχὴ τους ὡσότου ἀναγεννηθοῦν, φωτιστοῦν καὶ μπορέσουν τελικὰ ν’ ἀναφωνήσουν: «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Α’ Ἰωάν. γ’ 14); Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση ἀμφιβολία, φόβος, ἀγωνία, περιπλάνηση καὶ ἔρευνα, ὥσπου νὰ γίνουν ἀληθινοὶ καὶ πιστοὶ μάρτυρες τῶν σωματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καθὼς καὶ τῶν δικῶν τους πνευματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασής τους; Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βέβαια οἱ ἀπόστολοι δὲν ἦταν ἀρκετὰ ὥριμοι καὶ πνευματικὰ σταθεροί.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος συνέχισε νὰ τοὺς καθοδηγεῖ σὰν παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει τὴ στιγμὴ τοῦ χωρισμοῦ μὲ τὰ λόγια: «Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς»(Ἰωάν. ιδ’ 18). Γι’ αὐτὸ κι ἔμεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3). Καὶ τελικά τούς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δύναμιν ἐξ ὕψους.

«᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». (Λουκ. κδ’ 50-51). Τί μεγαλειώδης, τί συγκινητικὴ ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ γῆ! Ἐκεῖ στὴν ἄκρη τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, μὲ θέα τὸ λόφο ὅπου ὁ νεκρὸς Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ ξαναγύρισε στὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή, ὁ ἀναστημένος Κύριος ἀναλήφθηκε στὰ ἄπειρα ὕψη τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό, ὄχι στ’ ἄστρα, μὰ πάνω ἀπ’ αὐτά. Δὲν πῆγε κοντὰ στοὺς ἀγγέλους, ἀλλά πάνω ἀπ’ αὐτούς, πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις, πάνω ἀπό τούς χοροὺς τῶν ἀθανάτων κι οὐράνιων ὑπάρξεων, πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ παραδείσια ἐνδιαιτήματα τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀναλήφθηκε ψηλά, ἐκεῖ πού δὲν τὸν φτάνουν τὰ μάτια τῶν Χερουβίμ, στὸ θρόνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, στὸ μυστικὸ θυσιαστήριο τῆς Ἁγίας καὶ Ζωοποιοῦ Τριάδος. Τὰ μέτρα πού ἒχουν αὐτὰ τὰ ὕψη δὲν ὑπάρχουν στὸ δημιουργημένο κόσμο. Τὸ μόνο συγκρίσιμο μέγεθος ἴσως εἶναι τὸ βάθος ὅπου ἒριξε ἡ ὑπερηφάνεια τὸν Ἑωσφόρο, ὁ ὁποῖος ἀποστάτησε ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ βάθος ὅπου ὁ Ἑωσφόρος θέλει νὰ ρίξει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸν ἀτέλειωτο αὐτὸ ὄλεθρο. Κι ἀντὶ γιὰ τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου, μᾶς ἀνάστησε στὰ θεία ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Γιὰ δυὸ λόγους μᾶς ἀνάστησε: Πρῶτο ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀναστήθηκε ὡςἄνθρωπος κατὰ σάρκα, ὅπως εἴμαστε κι ἐμεῖς· καὶ δεύτερο ἐπειδὴ δὲν ἀναστήθηκε γιὰ δική Του χάρη ἀλλά γιά μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸ δρόμο τῆς εἰρήνευσης μὲ τὸν Θεό. Ἀναλήφθηκε μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα Του, ἐκεῖνο πού οἱ ἄνθρωποι εἶχαν σκοτώσει κι εἶχαν θάψει στὴ γῆ. Τοὺς εὐλόγησε μὲ τὰ χέρια Του, πού ἔφεραν τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά.

Εὐλογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ἒλεός Σου! Ἡ ἱστορία τῆς ἔλευσής Σου στὸν κόσμο ξεκίνησε μὲ εὐλογία καὶ τελειώνει μὲ εὐλογία. Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀνάγγειλε τὴν ἐλευσή Σου στὸν κόσμο, χαιρέτησε τὴν Παναγία Μητέρα Σου μὲ τὰ λόγια: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη… εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί!» (Λουκ. α’ 28). Τώρα πού ἀποχαιρετᾶς ἐκείνους πού πίστεψαν σὲ Σένα, ἄνοιξες διάπλατα τὰ χέρια Σου καὶ τοὺς ἔδωσες τὴν εὐλογία Σου. Ὦ, ὑπερευλογημένε! Ὦ, Πηγὴ κάθε εὐλογίας! Εὐλόγησε καί μᾶς, ὅπως εὐλόγησες τοὺς ἀποστόλους Σου!

«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. α’ 10-11). Οἱ δυὸ ἄνθρωποι πού ἦταν ντυμένοι ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, εἶναι δυὸ ἀπὸ τὶς ἀόρατες χορεῖες ἀγγέλων πού συνόδευσαν τὸν Κύριό τους ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ὅπως τὸν εἶχαν συνοδεύσει νωρίτερα ἀπό τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ὅταν ἔγινε ἡ σύλληψή Του στὴ Ναζαρὲτ κι ἡ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ. Στὴν Ἀνάληψη δυὸ ἀπ’αὐτοὺς μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔγιναν ὁρατοὶ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δώσουν ἕνα μήνυμα στοὺς μαθητές.

Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἦταν ζωτικῆς σημασίας γι’ αὐτούς, ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ μὴ νιώσουν μόνοι τους κι ἐγκαταλελειμμένοι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Σωτήρα μας·«οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται». Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα πού ἒστειλε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς μέσω τῶν δύο ἀγγέλων Του.

Βλέπεις τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς Ἀνάληψής Του στοὺς οὐρανούς, στὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὸν ἑαυτό Του ἡ μὲ τὴ δόξα Του, μετὰ τὶς ταπεινώσεις πού δέχτηκε, οὔτε ν’ ἀναπαυτεῖ μετὰ τὸ βαρὺ ἔργο πού ἒκανε ὅσο ζοῦσε στὴν ἐπίγεια ζωή, ἀλλά μὲ τοὺς μαθητές Του, πού ἔμειναν πίσω στὴ γῆ. Ἂν καὶ τοὺς εἶχε συμβουλεύσει πολὺ ὁ ἴδιος καὶ τοὺς εἶχε ἐνθαρρύνει, τοὺς στέλνει καὶ τοὺς ἀγγέλους Του γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει περισσότερο καὶ νὰ τοὺς χαροποιήσει. Μ’ ὅλο πού εἶχε ὑποσχεθεῖ πώς θὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, ἂν καὶ τοὺς εἶχε πεῖ πώς «οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιδ’ 18), ὁ ἴδιος κάνει τώρα στὴν πράξη κάτι περισσότερο ἀπ’ ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ: τοὺς φανερώνει ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανό, τοὺς ὑπηρέτες κι ἀγγελιοφόρους Του, πρῶτον γιά νὰ τοὺς πείσει γιὰ τὴν ἐξουσία Του καὶ δεύτερον γιὰ ν’ ἀνανεώσει μὲ τὰ χείλη τῶν ἀγγέλων τὴν ὑπόσχεσή Του πώς θὰ ἔρθει πάλι κοντά τους.

«Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. κδ’ 52). Προσκύνησαν τὸν Κύριο μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τους, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς. Ἡ προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε! Κι ἔπειτα γύρισαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ πού εἶχαν λάβει. Γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης, ὄχι μὲ λύπη. Θὰ ἦταν λυπημένοι ἂν ὁ Κύριός τους εἶχε ἀποχωριστεῖ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο. Ὁ ἀποχωρισμὸς αὐτὸς ὅμως γι’ αὐτοὺς ἦταν μιὰ καινούργια καὶ μεγαλειώδης ἀποκάλυψη. Δὲν εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ μπροστά τους μὲ κάποιο τρόπο γιὰ νὰ πάει ἀπλά κάπου. Ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ μὲ δόξα καὶ δύναμη.

Ἔτσι ἐκπληρώθηκαν κι ἐδῶ τὰ προφητικὰ λόγια Του, ὅπως εἶχαν ἐκπληρωθεῖ στὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Κι ὁ νοῦς τῶν ἀποστόλων ἄνοιξε γιὰ νὰ κατανοήσουν αὐτὰ πού τοὺς εἶχε πεῖ: «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν εἰμὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὧν ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ἰωάν. γ’ 13). Κι ἄλλοτε τοὺς εἶχε πεῖ κάτι μὲ τὴ μορφὴ ἐρώτησης, τότε πού εἶχαν σκανδαλιστεῖ μὲ τὰ λόγια Του γιὰ τὸν ἄρτο πού κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;» (Ἰωάν. στ’ 62). Κι ἀλλοῦ πάλι: «Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἰωάν. ιστ’ 28).

Τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας σκορπάει φόβο καὶ σύγχυση στὴν ψυχή. Τὸ φῶς τῆς γνώσης τῆς ἀλήθειας παρέχει χαρά, δημιουργεῖ δύναμη καὶ πίστη. Οἱ μαθητὲς βρίσκονταν σὲ σύγχυση καὶ φόβο ὅταν ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως τὸν εἶδαν ζωντανό, ἀναστημένο, εἶχαν χαρὰ μεγάλη. Οἱ μαθητὲς θὰ πρέπει νὰ ξαναβρέθηκαν σὲ σύγχυση καὶ φόβο, ὅταν ὁ Κύριος τούς μίλησε γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἀποχωρισμό τους. Ὅταν αὐτὸ ὅμως ἔγινε μπροστὰ στὰ μάτια τους, ὅπως τὸ εἶχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Ὁ φόβος τους ἐξαφανίστηκε, ἡ ἀμφιβολία τους διαλύθηκε, ἡ σύγχυση τοὺς ἐγκατέλειψε. Καὶ τὴ θέση ὅλων αὐτῶν πῆρε ἡ βεβαιότητα, μιὰ θαυμάσια καὶ ὁλοφώτεινη βεβαιότητα. Κι ἀπὸ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ προέκυψε δύναμη καὶ χαρά. Βεβαιώθηκαν πώς ὁ Κύριος καὶ Διδάσκαλός τους εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ τώρα ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας, ἀφοῦ τώρα γύρισε στὸν Πατέρα.

Πώς ἦταν καὶ εἶναι στὴ γῆ, ἀφοῦ ἄγγελοι τὸν συνοδεύουν καὶ κάνουν τὸ θέλημά Του. Μὲ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ εἶχε συνδεθεῖ τώρα κι ἡ βέβαιη πίστη τους πώς θὰ ξανὰ ‘ρθει, τώρα ὅμως μὲ δόξα καὶ δύναμη, ὅπως τοὺς εἶχε πεῖ πολλὲς φορές. Κι οἱ ἄγγελοι τώρα ἐπανέλαβαν τὴν ὑπόσχεσή Του. Γι’ αὐτοὺς λοιπὸν δὲν ἔμενε τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολές Του μὲ ζῆλο καὶ θέρμη. Τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μείνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ περιμένουν δύναμιν ἐξ ὕψους. Κι ἐκεῖνοι γύρισαν στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ μεγάλη καὶ δικαιολογημένη χαρά, ἀλλά καὶ μὲ μεγάλη πίστη πώς ἡ δύναμις ἐξ ὕψους θὰ τοὺς ἐπισκεφτεῖ.

«Καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ Ἱερῷ αἰνοῦντες χαὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεὸν» (Λουκ. κδ’ 53). Σ’ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς συνέχισαν ὅλοι ὁμοθυμαδὸν νὰ προσκαρτεροῦν στὴν προσευχὴ (Πράξ. α’ 14). Μετὰ ἀπ’ ὅλα ὅσα εἶχαν δεῖ κι εἶχαν διδαχτεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ κρατήσουν τὸ νοῦ τους μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο, πού ἀναλήφθηκε μπροστὰ στὰ μάτια τους, μὰ πού ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ λόγο εἶχε μπεῖ μέσα στὶς ψυχές τους. Εἶχε ἐνοικήσει στὴν καρδιά τους μὲ δύναμη καὶ δόξα, κι ἐκεῖνοι αἰνοῦσαν διαρκῶς καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Κύριο.

Ὁ Κύριος γύρισε κοντὰ τους πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπ’ ὅ,τι περίμεναν. Δὲν εἶχε ἔρθει ὁρατός, γιὰ νὰ τὸν δοῦν τὰ σωματικὰ μάτια, μὰ εἶχε κατοικήσει μέσα τους, εἶχε μπεῖ στὴν ψυχή τους. Μὰ δὲν εἶχε ἔρθει μόνος Του στὴν ψυχή τους, ἀλλά μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶχε πεῖ γιὰ ὅλους ὅσοι τὸν ἀγαποῦν: «(Ἐγώ) καὶ ὁ πατήρ μου… πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Ἰωάν. ιδ’ 23). Ἐκεῖνο πού ἔμενε, ἦταν νὰ ἔρθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ κατοικήσει μέσα τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τέλειους ἄντρες, στοὺς ὁποίους ἀνακαινίζεται ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοίωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ περιμένουν στὴν Ἱερουσαλήμ. Νὰ περιμένουν ὡσότου πραγματοποιηθεῖ.

Δέκα μέρες ἀργότερα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ δύναμις ἐξ ὕψους, στὴν πρώτη αὐτὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴν ἐγκαταλείψει ποτὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι σήμερα καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Κύριο, γιατί μὲ τὴν Ἀνάληψή Του φώτισε τὸ νοῦ μας γιὰ νὰ δοῦμε τὸ δρόμο καὶ τὸν προορισμὸ τῆς ζωῆς μας. Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Πατέρα, πού μὲ τὴν ἀγάπη Του ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Υἱό καὶ ἐνοικεῖ, μαζὶ μὲ τὸν Υἱό, σὲ ὅλους ἐκείνους πού ὁμολογοῦν καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του. Ἔχουμε διαρκῶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ στὸ νοῦ μας, τοὺς αἰνοῦμε καὶ τοὺς εὐλογοῦμε ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἀναμένουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, νὰ ἔρθει καὶ σέ μᾶς. Περιμένουμε Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐπισκιάζει ὅλους στὸ βάπτισμα, ἀλλά ἀποσύρεται ὅταν ἁμαρτάνουμε.

Εἴθε ν’ ἀνακαινιστεῖ μέσα μας ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ οὐράνιος. Εἴθε κι ἐμεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους νὰ αἰνοῦμε καὶ νὰ εὐλογοῦμε τὸν ἀναληφθέντα στοὺς οὐρανοὺς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα καὶ ὕμνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο:Ἀναστάσεως Ἡμέρα,

ἐκδ.Πέτρου Μπότση

Ο Θεός δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι κακό.(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

«Και είδεν ο Θεός ότι καλόν» (Γέν. 1:4. 10. 12. 18. 21. 25)

 

     Αδελφοί μου, μόνον αγαθά έργα εκπορεύονται απ’ τον Αγαθό Δημιουργό. Επομένως, ας σωπάσουν όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι και τα αγαθά και τα πονηρά προέρχονται εξίσου από τον Θεό! Ύστερα από κάθε ενέργεια Του ο Θεός ο ίδιος επιβεβαιώνει ότι είναι καλό το έργο Του. Έξι φορές επανέλαβε ότι αυτό που δημιούργησε είναι καλό και μία τελευταία, την εβδόμη, όταν είδε τα πάντα στην ολότητά τους. Τέλος, αποφάνθηκε για όλα όσα δημιούργησε: «και ιδού καλά λίαν» (Γέν. 1, 31). Συνεπώς, επτά φορές επανέλαβε ότι ήταν όλα καλά, αυτά που «παρήγαγε εις το είναι», διά του αγίου θελήματός Του.

     Δεν είναι απορίας άξιον που ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζονται υπέρμαχοι του άθεου επιχειρήματος ότι το καλό και το κακό εξίσου εκπορεύονται απ’ το Θεό; Ο Θεός γνωρίζοντας ότι θα εξαπολυθούν εναντίον Του τέτοιες συκοφαντίες, ή, ορθότερα, ότι τέτοιες συκοφαντίες θα εξαπολύονται συνεχώς ανά τους αιώνες -έλαβε θέση εκ προοιμίου- και την τοποθέτησή Του την επανέλαβε επτά φορές, για να την γνωρίζουν όλες οι γενιές εις αιώνας αιώνων. Το κακό προέρχεται από την αμαρτία και αμαρτία δεν υπάρχει στο Θεό! Ο Θεός δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι κακό. Ονομάζεται Παντοκράτωρ, διότι έχει τη δύναμη να δημιουργήσει καθετί καλό. Πονηροί και διεστραμμένοι είναι οι πολέμιοι του Θεού, που ισχυρίζονται ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος, επειδή μπορεί να κάνει το καλό αλλά και το κακό. Ο Θεός είναι η πηγή του αγαθού και από τίποτα δεν επισκιάζεται και τίποτα δεν μπορεί να προέλθει απ’ Αυτόν, το οποίο να είναι αντίθετο προς το αγαθό! Ας γνωρίζετε, αδελφοί μου, το εξής: όλοι όσοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει δυϊκότητα στο Θεό, στην αιώνια Πηγή κάθε καλού, είναι εκείνοι ακριβώς που έχουν μέσα τους τη δυαρχία καλού και κακού. Ωστόσο, όλοι εκείνοι που αγαπούν το καλό, ακολουθούν το δρόμο του καλού και επιθυμούν το καλό. Έχουν μέσα τους μια ξεκάθαρη αποκάλυψη ότι ο Θεός είναι καλός και μόνο καλός!

     Αδελφοί μου, η πρώτη αποκάλυψη που μας διαμηνύει η Αγία Γραφή για τούτο τον κόσμο είναι ότι ο κόσμος προήλθε από το καλό και όχι από το κακό· από τον Θεό και όχι από κάποια δύναμη αντίθετη προς το Θεό ούτε από κάποια φανταστική αρχέγονη μείξη καλού και κακού.

Η δεύτερη αποκάλυψη για τον κόσμο τούτο, αδελφοί, είναι πως όλα όσα ο Θεός δημιούργησε είναι καλά! Το φως είναι καλό· το στερέωμα του ουρανού είναι καλό· η ξηρά είναι καλή· η θάλασσα είναι καλή· το χορτάρι, η βλάστηση εν γένει και όλα τα καρποφόρα δέντρα είναι καλά· τα φωτεινά ουράνια σώματα -ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια- είναι καλά· τα ζωντανά πλάσματα στη Θάλασσα και τα πετεινό του ουρανού είναι καλά· όλα τα έμβια όντα, παντός είδους και γένους, είναι καλά· τα κτήνη, τα μικρά ζώα και τα θηρία της γης είναι καλά. Τέλος, ο άνθρωπος -ο υπό την δεσποτεία του Θεού κύριος πάσης της κτίσεως- είναι καλός.

«Και είδεν ο Θεός, ότι καλόν». Αυτός που ζυγίζει και εκτιμά την αξία αυτού του κόσμου δεν είναι και δεν μπορεί να είναι κάποιος που βλέπει αυτόν τον κόσμο επιφανειακά και αποσπασματικά, αλλά μόνον Αυτός που βλέπει συλλήβδην όλη την κτίση, αλλά και το κάθε μέρος της, εξατομικευμένα. Αυτός ο οποίος γνωρίζει το είδος, το γένος, τον αριθμό, το όνομα, τη σύνθεση και την ουσία κάθε κτιστού μέρους, καλύτερα απ’ ό,τι όλοι οι άνθρωποι επί της γης! «Και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε,  και ιδού καλά λίαν (Γέν. 1, 31).

Ανέκαθεν υπήρχαν άνθρωποι που διέβαλλαν το έργο του Θεού, ισχυριζόμενοι ότι ο κόσμος αυτός είναι τάχα κακός στην ουσία του, ότι κάθε επιμέρους κτίσμα είναι κακό και ότι η ύλη, απ’ την οποία συντίθενται όλα τα επίγεια πλάσματα, είναι κάτι κακό.

     Αλλά το κακό βρίσκεται στην αμαρτία και η αμαρτία εκπορεύεται απ’ το κακό πνεύμα. Επομένως, το κακό κατοικεί στο πνεύμα του κακού και όχι στην ύλη! Το πνεύμα αυτό που εξέπεσε από το Θεό είναι ο σπορέας του κακού μέσα στον κόσμο. Από αυτό προέρχεται η ήρα που παρεισφρέει μέσα στο στάρι του Θεού!

Το πνεύμα του κακού άοκνα εργάζεται και αγωνίζεται να εκμεταλλευτεί το πνεύμα του ανθρώπου και την υλική κτίση εν γένει ως όπλα του, του κακού. Αυτό το πνεύμα είναι που ενσταλάζει στον νου του ανθρώπου τη σκέψη ότι ολόκληρος ο κτιστός κόσμος είναι τάχα κακός και ότι η ύλη, απ’ την οποία πλάστηκε η κτίση, είναι θεμελιωδώς κακή. Με άλλα λόγια, το πονηρό πνεύμα διαβάλλει τα έργα του Θεού για να κρύψει τα δικά του κακοποιά έργα κατηγορεί το Θεό για να μην κατηγορηθεί!

Ω αδελφοί μου, ας φυλάξουμε άτρωτους τους εαυτούς μας από τη μοχθηρία του κάκου πνεύματος. Ας διαφυλαχθούμε ιδιαίτερα από τούς πονηρούς λογισμούς που το πνεύμα της πονηρίας ενσπείρει μέσα μας.

     Όλα τα πλάσματα του Θεού και τα μέσα, με τα οποία ο αγνός και αναμάρτητος Θεός τα δημιούργησε, είναι αγνά και αναμάρτητα! Κάθε πλάσμα του Θεού είναι αγνό και αναμάρτητο, στο βαθμό που στρέφεται προς το Θεό και στο βαθμό που ούτε αποχωρίζεται από το Θεό ούτε Τον αποστρέφεται. Κάθε πλάσμα εκ φύσεως δοξάζει και υμνεί το Θεό, στο βαθμό που παραμένει αγνό και αναμάρτητο. Γι’ αυτό και ο Ψαλμωδός ψάλλει: «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. Αλληλούια!», (Ψαλμ. 150, 6). Κάθε έλλογο πλάσμα του Θεού αισθάνεται ότι ο φυσικός και πρωταρχικός σκοπός του είναι να δοξάζει το Θεό.

    Ρωτούν οι άνθρωποι, αδελφοί μου: «Αν είναι έτσι, τότε από πού προήλθε το κακό στον κόσμο;». Προήλθε από την αμαρτία και μόνον από την αμαρτία! Η αμαρτία διαστρέφει: διέστρεψε έναν φωτεινό άγγελο σε διάβολο. Ο διάβολος με τη θέλησή του έκανε τον εαυτό του όργανο της αμαρτίας και ύστερα έσπευσε να διαστρέψει και άλλα πλάσματα του Θεού σε παρόμοια με αυτόν όργανα. Με τη δική τους ελεύθερη βούληση και άλλοι άγγελοι συναίνεσαν στην αμαρτία, συνεργώντας με το διάβολο· στη συνέχεια οι πρωτόπλαστοι, Αδάμ και Εύα, συναίνεσαν και αυτοί. Γι’ αυτό και προήλθε ο συμφυρμός, το ανακάτεμα του καλού με το κακό μέσα στον κόσμο.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα, αυτό που είναι δημιούργημα του Θεού είναι καλό, όπως ήταν τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας. Το δηλητήριο προήλθε απ’ την αμαρτία, διότι η αμαρτία είναι πραγματικά δηλητήριο, το πιο πικρό δηλητήριο που υπάρχει στον κόσμο! Η αμαρτία ήταν η αιτία της κατάρας. Διότι επέφερε τον σκοτασμό του νου στους ανθρώπους και διέστρεψε τα δημιουργήματα του Θεού, στρέφοντάς τα εναντίον του Δημιουργού τους. Απομάκρυνε τον άνθρωπο από το Θεό, τον άνθρωπο από το συνάνθρωπο, τον άνθρωπο από τη φύση και τη φύση από τον άνθρωπο!

Αδελφοί μου, όλα τα προερχόμενα από το Θεό είναι καλά και όλα τα προερχόμενα από την αμαρτία είναι κακά. Δεν υπάρχει κανένα κακό, που να συνδέεται με το Θεό και δεν υπάρχει κανένα είδος κακού που να μην είναι σύμφυτο με την αμαρτία.

Πολλοί φιλόσοφοι εξέτασαν την ουσία του κακού και, εξαιτίας της σκοτισμένης διανοίας τους, ισχυρίστηκαν ότι το κακό βρίσκεται στην ύλη και ότι η ύλη είναι κάτι κακό. Όμως, μόνον εμείς οι χριστιανοί γνωρίζουμε ότι η αμαρτία είναι η ουσία του κακού και ότι το κακό δεν έχει καμία άλλη ουσία, παρεκτός την αμαρτία. Προφανώς, από αυτό συνάγεται ότι.

 

αν επιθυμούμε να προστατευθούμε από το κακό, πρέπει να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία.

   Ω αναμάρτητε Κύριε, ικάνωσέ μας να φυλαχθούμε από την αμαρτία και από τη φθορά της αμαρτίας!

Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» – Δεκέμβριος, εκδ. Άθως)

 

 

 

 

 

 

 

«Από πού προέρχεται αυτός ο κόσμος;»(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

                                                          

 

Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ούρανόν και την γην (Γέν. 1, 1)

 

Αδελφοί μου, αυτή είναι η διά στόματος του προφήτου απάντηση του Θεού στο ερώτημα που όλοι διψάμε να μάθουμε την απάντησή του: «Από που προέρχεται αυτός ο κόσμος;»,

    Ο Θεός εισακούει το ερώτημά μας, άρρητο η ομολογημένο·

Εκείνος ενωτίζεται και απαντά. Όπως στέλνει τη βροχή στη χερσωμένη γη. Όπως δίνει υγεία στον ασθενή, όπως δίνει ψωμί και ένδυμα στο σώμα του ανθρώπου, έτσι και απαντά στο πνεύμα του ανθρώπου. Εκείνος δίνει απάντηση στο ερώτημα του πού του έχει προκαλέσει πείνα και δίψα, πόνο και απογύμνωση· μέχρις ότου αυτό (το πνεύμα) τραφεί, κορεστεί, αποκατασταθεί στην υγεία του και ενδυθεί με την αληθινή απάντηση. Το ερώτημα λοιπόν είναι: «Από πού προέρχεται αυτός ο κόσμος;» και η απάντηση: «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην».

Ο κόσμος δεν υπάρχει αφ’ εαυτού· τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι αυθύπαρκτο· ούτε αυτός ο κόσμος είναι προϊόν κάποιας κακής δύναμης, ούτε είναι προϊόν πολλών δημιουργών, καλών τε και κακών, αλλά είναι δημιούργημα του Ενός Φιλάνθρωπου Θεού!

Η απάντηση αυτή κάνει την καρδιά κάθε ανθρώπου να σκιρτά από χαρά, παρακινώντας τον προς καλά και θεάρεστα έργα. Έτσι πληροφορείται, μεταξύ άλλων, ότι αυτή είναι η μόνη ορθή και αληθινή απάντηση. Οποιαδήποτε άλλη απάντηση, αντίθετη προς αυτήν, προξενεί ταραχή, φόβο και λύπη μέσα μας και μας ωθεί προς έργα πονηρίας· έτσι λοιπόν γνωρίζουμε ότι οι άλλες απαντήσεις είναι ψευδείς.

Αδελφοί, αυτός ο κόσμος είναι εκ του Θεού· χαίρετε και αγαλλιάσθε! Ο κόσμος προέρχεται από τον Θεό και, συνεπώς, αφού η αρχή του είναι στο Θεό, είναι και το τέλος του στο Θεό! Ο κόσμος αυτός είναι από καλή ρίζα και γι’ αυτό θα δώσει καλό καρπό! Προήλθε εκ της πηγής του Φωτός και στο Φως θα καταλήξει. Όταν γνωρίζουμε ότι η αρχή είναι καλή, τότε γνωρίζουμε ότι τείνει προς το καλό και ότι το τέλος θα είναι καλό.

Δείτε, αδελφοί, στα πρώτα λόγια της Γενέσεως, για την αρχή του κόσμου, ενυπάρχει συγκαλυμμένη και η προφητεία για το τέλος του. Όπως ήταν η αρχή, έτσι θα είναι και το τέλος. Εκ Θεού η αρχή, εν Αυτώ και το τέλος. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Ας κρατήσουμε ζωντανή μέσα μας αυτή τη σωτήρια αλήθεια, για να έχουμε ολοζώντανη ελπίδα και να δυναμώνει η αγάπη μας προς τον Ένα Θεό, ο οποίος με αγάπη μας έπλασε, διότι Αυτός είναι η Αγάπη.

     Πόσο πυκνός και μεστός είναι ο κάθε λόγος του Θεού! Μοιάζει με το διπλωμένο ύφασμα, το οποίο μπορεί να μεταφερθεί παραμάσχαλα και να απλωθεί επάνω στο χορτάρι καλύπτοντας μια μεγάλη έκταση. Πόσο πολλά, πόσα ανεκτίμητα καλά πράγματα μας αποκαλύπτει αυτός ο λόγος του Θεού!

«Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Πρωτίστως, αυτός ο λόγος μας δείχνει ότι ο Θεός είναι ο μόνος αιώνιος, ο μόνος άναρχος. Αυτή η πρώτη αποκάλυψη μας προξενεί μια πρώτη, άρρητη ευφροσύνη. Μέσα στη δίνη της μεταβολής και της προσωρινότητας του κόσμου, χαίρουμε με χαρά ανεκλάλητη, διότι ο Πλάστης μας είναι υπεράνω της αέναης μεταβολής του φθαρτού και προσωρινού. Επιπλέον, μας λέει ότι ο ένας και μόνος αγαθός Θεός είναι ο Δημιουργός του κόσμου και, ως Δημιουργός, είναι επίσης ο Παντοδύναμος και Χορηγός των πάντων. Η δεύτερη αυτή αποκάλυψη μας προξενεί μια δεύτερη, ανεκλάλητη ευφροσύνη: ο κόσμος δεν προήλθε απ’ το χάος, τυχαία, χωρίς σχέδιο ή σκοπό· προήλθε από τον Πανοικτίρμονα Θεό, ο οποίος διακρατεί τον κόσμο και τον κατευθύνει προς τον προορισμένο σκοπό του.

     Επίσης μας αποκαλύπτει ότι αυτός ο (επίγειος) κόσμος είχε μια αρχή και κατά συνέπεια θα έχει και ένα τέλος. Η τρίτη αυτή αποκάλυψη μας φέρνει επίσης άρρητη ευφροσύνη. Διότι θα ήταν λυπηρό, εάν αυτός ο κόσμος ήταν αιώνιος και αν όλοι οι στόχοι του, άμεσοι και απώτατοι, εξαντλούνταν μόνον σε αυτό. Κάτι τέτοιο θα προξενούσε ζαλάδα στα διάνοια των στοχαστών και λύπη στη καρδιά των δικαίων!

      Τέλος, η αρχή της Βίβλου δηλώνει σαφώς ότι ο Θεός δημιούργησε δύο κόσμους, τον ουράνιο και τον επίγειο, ή τον ασώματο και τον σωματικό, υλικό. Η τέταρτη αυτή αποκάλυψη μας προσφέρει μια τέταρτη ανείπωτη αγαλλίαση. Και καθώς τώρα υψώνουμε το βλέμμα μας στον ουρανό κι ευφραινόμαστε με τον ήλιο, το φεγγάρι και τα άστρα πάνω απ’ τα κεφάλια μας, έτσι υψώνουμε το πνεύμα μας προς τον κόσμο τον αγγελικό, που είναι συγγενής σ’ εμάς αλλά πιο αγνός και πιο φωτεινός από τον δικό μας. Αγαλλόμεθα, διότι τώρα γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος απ’ τον δικό μας, στον οποίο και εμείς θα εισέλθουμε· σαν τους κατάκοπους ταξιδιώτες θα επιστρέψουμε στο σπίτι μας και θα βρούμε ανάπαυση. Ω! πόσο λυπημένο θα περιφερόταν το βλέμμα των ανθρώπων τριγύρω στον κόσμο, εάν αυτός ήταν ο μόνος κόσμος κι αν δεν υπήρχε κατάστερο ουράνιο στερέωμα! Επιπλέον, πόσο λυπημένο θα περιφερόταν στον υλικό κόσμο το πνεύμα του ανθρώπου, εάν δεν υπήρχε πνευματικός κόσμος, ο παραδει­σένιος ουράνιος κόσμος! Αδελφοί, ό,τι ο Θεός επιθυμεί να αποκαλύψει σε ανθρώπους, το αποκαλύπτει και ό,τι δεν επιθυμεί ν’ αποκαλύψει, παραμένει κρυμμένο. Ο θεόπτης Μωυσής, ο άνθρωπος που είδε το Θεό, δεν μπορούσε να πει τίποτε περισσότερο για τον ουρανό παρά ότι τον δημιούργησε εν αρχή ο Θεός! Αφού είπε αυτό, συνέχισε για να περιγράψει λεπτομερώς τη δημιουργία της γης.

Γιατί ο Μωυσης δεν ομιλεί αναλυτικά για τη δημιουργία του ουρανού; Διότι ο Θεός δεν ήθελε να του αποκαλύψει κάτι περισσότερο, στον βαθμό που οι άνθρωποι της εποχής του Μωυσή δεν ήταν αρκετά ώριμοι, ούτε και ικανοί να κατανοήσουν τα, «επέκεινα» των αισθήσεών τους, ουράνια ζητήματα. Μόνον αφού πέρασαν πολλοί αιώνες και δόθηκε στους ανθρώπους η Καινή Διαθήκη του Θεού, μόνον τότε ο Θεός αποκάλυψε πολλά περισσότερα για τον ουράνιο κόσμο στους πιστούς και εκλεκτούς Του. Μόνον χριστιανοί άρχισαν να βλέπουν «τους ουρανούς ανεωγμένους». Το επιμαρτυρεί ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Μετά ταύτα είδον, και ιδού θύρα ηνεωγμένη εν τω ουρανώ…». (Αποκάλ. 4, 1). Το επιμαρτυρεί ο άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυς: «ιδού θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους» (Πράξεις 7, 56). Το επιμαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος: «αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού… και ήκουσεν άρρητα ρήματα» (Β΄ Κορ. 12, 2-4)· ομιλεί για τους χορούς των Αγγέλων, για τους Θρόνους, τις Κυριότητες, τις Αρχές και Εξουσίες και λέει ότι «εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ονρανοίς και τα έπη της γης… τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται». (Κολοσσαείς 1, 16).

Ο μαθητής του άγιος Διονύσιος περιγράφει την ουράνια ιεραρχία λεπτομερώς, ενδελεχώς, όπως και ο Μωυσής περιγράφει τον επίγειο κόσμο κατά τη γένεσή του. Έτσι το θέλησε η απερινόητη σοφία του Θεού. Εκείνα που ο Θεός δεν θέλησε να αποκαλύψει στον Μωυσή, τα αποκάλυψε στους Αποστόλους και τους πιστούς που τους ακολουθούσαν. Εκείνο που δεν μπορούσε να ειπωθεί σε παιδιά, λέγεται σε ώριμους ανθρώπους. Η αποκάλυψη των μυστηρίων ήλθε διά της πνευματικής ωριμότητας.

Αυτό είναι θαυμάσιο μάθημα για όλους εμάς! Ας είμαστε επιμελείς στην αναζήτηση της αλήθειας και ακόμη πιο ενδελεχείς στην κάθαρση της καρδίας μας, υπομονετικοί και προσκαρτερούντες και ασάλευτοι στην πεποίθηση ότι ο Θεός θα μας δώσει τα πάντα εν καιρώ, με τον τρόπο και στο μέτρο που Εκείνος γνωρίζει ότι είναι κατάλληλα και αναγκαία για τη σωτηρία μας.

Ω Κύριε, πάνσοφε και φιλάνθρωπε, Συ που μας διδάσκεις και μας οδηγείς στη σωτηρία χωρίς βία, αλλά και χωρίς καθυστέρηση, Σοι πολυεύσπλαχνε, πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» – Δεκέμβριος, εκδ. Άθως)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers