Αρχείο

Archive for the ‘ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ’ Category

Προσευχή στο Άγιο Πνεύμα.(Του Νομοφύλακα Ιωάννου του Ευγενικού)

Παράκλητε αγαθέ· το Πνεύμα το άγιο· το Πνεύμα της αλήθειας που εκπορεύεται από τον Πατέρα με τρόπο ανέκφραστο και ακατανόητο· που συμπληρώνει την αγία και ζωαρχική Τριάδα, τον ένα Θεό μας· που προσκυνείται και δοξάζεται ισότιμα με τον Πατέρα και τον Υιό· που πραγματικά είσαι ο αληθινός Θεός και θεοποιός- που αγιάζεις και φωτίζεις και μεταπλάθεις σε ναούς τους αξίους να Σε υποδεχθούν και να χαρούν τη χάρη Σου. Συ που είσαι, μαζί με τον πρώτο Νου και Λόγο, συνδημιουργός της πνευματικής και υλικής δημιουργίας. Συγκατατέθηκες για τη σάρκωση και την επίσκεψή Του σ’ εμάς του συνάναρχου Λόγου Σου και μαζί Του αγίασες τη φύση μας· κι ύστερα απ’ τη δοξασμένη Του Ανάληψη στους ουρανούς, κατήλθες ουσιωδώς στη γη Συ που είσαι παντού παρών και γεμίζεις με την παρουσία Σου τα πάντα· κι αφού παρουσιάσθηκες στους αγίους Αποστόλους,  τους γέμισες με την ανέκφραστη χάρη και δύναμη κι οδήγησες μ’ αυτούς όλη την οικουμένη στο να γνωρίσει σε βάθος την αλήθεια.

Συ, ουράνιε Βασιλιά, φιλάνθρωπε, φιλόδωρε και μεγαλόδωρε, που εύκολα συμπαθείς και πλούσια ελεείς· ο θησαυρός και η πηγή κάθε αγαθού και δωρητής της ζωής· από τα ιερά υψώματα της δόξας Σου, ρίξε βλέμμα συμπαθές στη δική μου ταπεινότητα και κακοπάθεια σήμερα και την ώρα τούτη, και σε κάθε στιγμή και τόπο, που εγώ ο ανάξιος επικαλούμαι το πανάγιο και προσκυνητό Σου όνομα· μη με συχαθείς, φιλάγαθε, για τις άτοπες κι παράλογες αμαρτίες μου που διέπραξα από τη παιδική μου ηλικία μέχρι τώρα. Αλλ’ όπως στα παλιά χρόνια συνέδραμες το Μανασσή και το Δαβίδ για να μετανοήσουν, τον ευγνώμονα ληστή πάνω στο σταυρό, την πόρνη για την αγαθή επιστροφή· όπως ενέπνευσες τους αγίους Προφήτες και Θεολόγους, και δίδαξες με τα στόματά τους· όπως και τώρα και μέχρι τη συντέλεια των αιώνων με θείο φόβο ενισχύεις αυτούς που επιδιώκουν την αρετή· βοήθησε κι εμένα τον αμαρτωλό, που προστρέχω στην αγάπη Σου, ζητιάνος της δικής Σου χαράς και χάρης.

Βγάλε με από τα βάθη της αβύσσου και της ματαιότητας, της άγνοιας και της πώρωσης, Συ ο ελευθερωτής του κόσμου από την πλάνη του εχθρού. Αγίασέ με, με τη ζωοποιό Σου δύναμη, Συ η αγιαστική ύπαρξη, το προαιώνιο φως, από το οποίο πηγάζει η χορηγία των αγαθών για όλα τα δημιουργήματα. Κατάφλεξε τον αμέτρητό όγκο των παραπτωμάτων μου, Συ που κατέκαψες τις μηχανουργίες του αποστάτη δράκοντα με τη φωτιά της άυλής Σου θεότητας. Σύντριψε την κεφαλή του κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ προχωρώ ειρηνικός στο δρόμο Σου. Κύκλωσέ με, με όπλα φωτός· περιφρούρησέ με, με της πίστης την ασπίδα· περιτείχισέ με, με της δικαιοσύνης το θώρακα· καθαγίασε το στόμα μου με του Θεού τα λόγια· Πνεύμα ευθύτητας κι ειλικρίνειας θρόνιασε μέσα στη καρδιά μου και με ηγεμονικό Πνεύμα στήριξε τη διάνοιά μου που ξεγλιστρά απ’ την πορεία που μου χάραξες.

Στεφάνωσέ με νοερά με δικό Σου στεφάνι δόξας και τιμής· λαμπροστόλισέ με, με το πλήθος των ιερών αρετών, Συ που συγκρατείς των ουρανών τη δύναμη· δόξασέ με, αγαθέ Παράκλητε, με τα ποικίλα Σου χαρίσματα· δώρισέ μου Πνεύμα σοφίας, σύνεσης, θέλησης, δύναμης, γνώσης, ευσέβειας, φόβου Θεού· εξασφάλισε τη ζωή μου με τις αρετές της εγκράτειας και της απάθειας· με πρόσχαρη πραότητα· καλοσυνάτη κάνε την καρδιά μου· με της πίστης τη σταθερότητα οικοδόμησε τη ψυχή μου· συντήρησε τους λογισμούς μου με της αγαθοσύνης τη γαλήνη· μαλάκωσε την αγνώμονά μου διάθεση μ’ αισθήματα συμπάθειας· διόρθωσε τη νωθρότητά μου με την ανοχή και την επιμέλεια των καθηκόντων μου· δώρισε στις δυνάμεις της ψυχής μου γλυκιά ειρήνη· αφάνισε με την τέλεια χαρά τη λύπη που μου προξενεί η αμαρτία· και με την καθαρή αγάπη προς τον πλησίον, ανάδειξέ με τέλειο στην αγάπη μου προς Εσένα.

Συ, Παράκλητε αγαθέ, με τη λαμπρότητα της δίκης Σου σωτηριώδους δύναμης, φώτισε το νου μου που σκοτίσθηκε απ’ των παθών τα μαύρα σύννεφα· το λογικό, που υποτάχθηκε στην παραλογία. Σωφρόνισέ με, αξίωσέ με να είμαι  εγκρατής στις παράλογες ορέξεις· οδήγησέ με στον ευθύ δρόμο του αγίου Σου θελήματος. Θέρμανε το πνεύμα μου, που πάει ν’ αφανισθεί απ’ την παγωνιά της νωθρότητας και να νεκρωθεί από την κατάψυξη της αμαρτίας. Στρέψε το θυμό μου μόνο κατά της αμαρτίας και του καταστροφικού φιδιού· την επιθυμία της καρδιάς μου κατεύθυνε προς Εσένα, το ακρότατο εφετό· το λογικό μου διευθέτησε να εξοικονομεί τα πάντα και να τα χειρίζεται σύμφωνα με το άγιό Σου θέλημα. Αξίωσέ με, με τη δική Σου δύναμη, πνευματικά και αληθινά να προσκυνώ Σε τον Παράκλητο Θεό, να λατρεύω, να δοξολογώ, να υμνώ, πάντοτε και για όλα να ευχαριστώ Σε που δοξολογείσαι στους αιώνες από τις άγιες ουράνιες δυνάμεις.

Συ, Παράκλητε αγαθέ, Θεέ υπεράγαθε, είσαι ο τελεσιουργός των αγίων μυστηρίων, είσαι το μέσο της αναγέννησης, της ανάπλασης, της αναμόρφωσής μου και της οικείωσής μου με το Θεό. Με δική Σου ενέργεια σημειώθηκα και σφραγίσθηκα με βασιλικό χρίσμα, κατατάχθηκα στου Θεού τη μερίδα κι έλαβα δωρεά τη δική Σου χάρη. Με δική Σου ενέργεια αξιώθηκα να μετέχω στο αθάνατο τραπέζι των ζωοποιών μυστηρίων και σύμμορφος γίνομαι του Χριστού «και Θεός κατά χάριν». Συ είσαι ο αυτουργός της ιερωσύνης, ο χειραγωγός των σκλάβων στην ελευθερία της σωφροσύνης, ο χορηγός της αγνότητας στις παρθένες, ο οδηγός προς μετάνοια αυτών που πεθαίνουν. Βοήθησέ με στους κινδύνους, γίνε σύμμαχός μου, Παντοδύναμε, με την ανέκφραστη δύναμή Σου. Ανάλαβέ με προστατευτικά, όταν ασθενώ, λυπήσου με, όταν η αμέλεια και η νωθρότητα με παραλύουν. Μη μ’ αφήσεις να καταντήσω παίγνιο στη διάθεση των ψυχοφθόρων δαιμόνων. Μη με εγκαταλείπεις, όταν αιχμαλωτίζομαι στα αίσχιστα πάθη.

Αλλά δος, Πανάγαθε, μέχρι την τελευταία μου αναπνοή, να διανύσω το τέλος της παρούσας ζωής με αγνότητα και προσοχή και θείο φόβο κι απ’ εδώ καθαρά ν’ αντιληφθώ και να γευθώ τις απαρχές της μέλλουσας αιώνιας ζωής και τρυφής των ουράνιων αγαθών. Δος μου τη δύναμη, τέλος, μέχρι τότε, να δοξάζω, να ευχαριστώ και να προσκυνώ Σε τον δοξασμένο Παράκλητο Θεό μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Απάνθισμα λίαν κατανυκτικών ευχών», σ. 41-43 – σε νεοελληνική απόδοση.)

Κυριακή της Πεντηκοστής -Τα δώρα του Αγίου Πνεύματος. (Ιων. 7, 37 – 52. 8, 12)

 

«Εάν τις διψά ερχέσθω προς με και πινέτω». Μ’ αυτά τα λόγια αρχίζει ο Ιησούς την ομιλία του που κατά την σημερινή ευαγγελική περικοπή απηύθυνε προς τους Ιουδαίους την τελευταία ημέρα της μεγάλης εορτής της Πεντηκοστής. Κοντά στις άλλες σημασίες που είχε η εορτή αυτή στον Ιουδαϊκό κόσμο ήταν και η ανάμνηση της Νομοδοσίας: ο δεκάλογος δόθηκε στον Μωϋσή, κατά την ιουδαϊκή παράδοση, πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα. Στον χριστιανισμό η πεντηκοστή ημέρα μετά το Πάσχα σημαίνει την δωρεά του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο και την ίδρυση της Εκκλησίας. Γι’ αυτό λοιπόν το Πνεύμα ομιλεί ο Ιησούς στην περικοπή μας σαν μελλοντικό και επικείμενο γεγονός που θα ακολουθήσει μετά τη δόξα του σταυρού και της αναστάσεως. Ο Νόμος του Μωϋσέως, αν και δόθηκε από αγάπη και φροντίδα του Θεού για το λαό του, στάθηκε ανήμπορος να συμπαρασταθεί στην ανθρώπινη αδυναμία. Το Πνεύμα του Θεού που υπόσχεται ο Ιησούς και έρχεται την ημέρα της Πεντηκοστής για να παραμείνει ο καθοδηγητής της Εκκλησίας είναι «ύδωρ ζων» που ξεδιψά τον άνθρωπο και του προσφέρει ζωή.

Τί είναι όμως το Άγιο Πνεύμα; Πώς μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την παρουσία του και τα δώρα του; Πέραν από τους ύμνους που ψάλλουμε στην Εκκλησία και από τις λεπτές τριαδολογικές διατυπώσεις της Δογματικής, πώς μπορεί να νιώσει ο κάθε χριστιανός το Πνεύμα του Θεού; Το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν είναι αντικείμενο θεολογικών στοχασμών αλλά κυρίως και κατ’ εξοχήν υποκείμενο ζωής· είναι «ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός», είναι «αυτάγαθον και πηγή αγαθότητος», «ζωή και ζωοποιούν», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας σήμερα. Πάνω λοιπόν από τις λεπτολόγες δογματικές διατυπώσεις, που για τους πολλούς χριστιανούς είναι άγνωστες και απρόσιτες, βρίσκεται η αγαθοποιός και ζωο­ποιός ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, εφ’ όσον μέσα στην ατμόσφαιρα των δωρεών του κινούμεθα κι αναπνέουμε και ζούμε. Το Πνεύμα είναι η σφραγίδα που ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον μη χριστιανό, είναι η εγγύηση του Θεού για το ελπιδοφόρο μέλλον που αναμένει τον κάθε πιστό, εφ’ όσον αυτό είναι η απαρχή, ο πρώτος καρπός, η πρόγευση των αιωνίων αγαθών.

Τούς καρπούς του Πνεύματος απαριθμώντας ο Απ.  Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή του γράφει: «Ο καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη,  μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (5, 22). Τα εκδηλώματα αυτά αποτελούν την σφραγίδα του χριστιανού, τα γνωρίσματα του «πνευματικού» ανθρώπου, τα χαρακτηριστικά της βασιλείας του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι λοιπόν θεωρία, αλλά κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και απτό, είναι η καινούργια ζωή που προσφέρει ο Χριστιανισμός στην ανθρωπότητα. Η ζωή αυτή χαρακτηρίζεται όχι από το μίσος που σκοτώνει τους ανθρώπους αλλά από την αγάπη που εξυψώνει το ανθρώπινο πρόσωπο· όχι από την κατήφεια και τον φόβο της μελλοντικής τιμωρίας αλλά από την χαρά της τωρινής και αναμενόμενης λυτρώσεως· χαρακτηρίζεται ακόμη από την ειρήνη προς το Θεό, προς τον άλλο άνθρωπο, προς τον εαυτό μας· από την μακροθυμία έναντι των αδυναμιών και των προσβολών του συνανθρώπου· από την χρηστότητα και αγαθωσύνη που εκφράζουν θετικότερα την στάση έναντι του αδελφού· από την πίστη στο λυτρωτικό έργο του Χριστού επί του σταυρού που ολοκληρώνεται με την ανάσταση·  από την πραότητα και την εγκράτεια που συμπληρώνουν το πορτραίτο του χριστιανού που ζει εν Πνεύματι Θεού, που ζει δηλ. μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας και παράγει τους γλυκείς καρπούς της ζωής Πνεύματος. Όπου δε κυριαρχεί το Πνεύμα του Θεού με τις παραπάνω εκδηλώσεις του, εκεί υπάρχει και η πραγματική ελευθερία, η εν Χριστώ ελευθερία, η ελευθερία από τον νεκρό τύπο του νόμου, από την φθορά, από τον θάνατο· η ελευθερία του Πνεύματος που είναι ζωή, «ύδωρ ζων» προσφερόμενο δωρεάν και κατά χάρη στον διψασμένο για ζωή άνθρωπο.

 

(Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, Καθηγ. Παν/μίου, «Οδός ελπίδας», σ. 130-132)

Κατηγορίες:ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ

Η Θεοτόκος στην εικόνα της Πεντηκοστής.Μιά θεολογική διερεύνηση του θέματος.

(Απόσπασμα από το κείμενο του  Leonid Ouspensky – Ἡ εἰκόνα στὸ φῶς τῆς ὀρθόδοξης ἑρμηνείας -Περὶ τῆς Πεντηκοστῆς)

 

…Ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντιστοιχεῖ πλήρως πρὸς τὰ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Πεντηκοστῆς μεταφέροντας ὁλοκληρωμένα τὴν σημασία της· τὸ δογματικὸ περιεχόμενο τῆς εἰκόνας δὲν ἐπιδέχεται κανένα εἶδος ἐπέμβασης, ὅπως αὐτὴ τῆς Παρθένου. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Θεοτόκου στὸν ἀποστολικὸ κύκλο θὰ ἔθετε τὸ ἐρώτημα: τί σημαίνει ἡ παρουσία Της; Ποιὰ τροποποίηση φέρνει στὴν σημασία τῆς εἰκονογραφίας τῆς Πεντηκοστῆς; Ὑπάρχουν πολλὲς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν παρουσία Της· ἂς τὴν δοῦμε καλύτερα.

..O  L. Reau ἐκφράζει τὴν παρακάτω σκέψη: «Μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ Παρθένος σημαίνει, ἐδῶ, ὅ,τι καὶ στὴν Ἀνάληψη· συμβολίζει τὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἀπόστολοι σχηματίζουν κύκλο γύρω ἀπὸ τὴν Παρθένο ποὺ προεδρεύει τῆς σύναξης χωρὶς νὰ μετέχει στὸ θαῦμα»(  L᾿ iconographie de l᾿ art chretien, στὸ ἴδιο, σελ. 594.).

Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη: ἡ Θεοτόκος μετέχει τοῦ θαύματος.

Δὲν συμμετέχει στὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα καὶ δὲν παίζει κάποιο ἐνεργὸ ρόλο στὸ κήρυγμα καὶ στὰ μυστήρια. Γιὰ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν συμβολισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπὸ τὸ Πρόσωπο τῆς Παρθένου μία ἀνάλογη ἐκτίμηση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους στὴν διάρκεια τῆς συζήτησης: «Ἡ Θεοτόκος εἶναι μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀναπαύεται ὄχι μόνο στοὺς δώδεκα ἀλλὰ σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία»

(  Ἀπολογισμὸς τῆς συνελεύσεως τοῦ Συλλόγου «Εἰκόνα» τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1957, παραγρ.7.).

Αὐτὸς ὁ συλλογισμός, ὅπως καὶ τοῦ L.Reau, συγκροτεῖται βάσει ἀναλογίας μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ χαράζεται μὲ τέτοιο μηχανικὸ τρόπο μία ἀναλογία ἀνάμεσα σὲ δυὸ εἰκόνες τῶν ὁποίων ἡ σημασία εἶναι πολὺ διαφορετική. Ἂν κατανοήσουμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὴν παρουσία τῆς Παρθένου, ἡ Ἐκκλησία εἰκονίζεται δυὸ φορές: ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν Θεοτόκο καὶ ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀποστόλους, ἐκτὸς κι ἂν βλέπει κανεὶς τοὺς ἀποστόλους ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας.

Εἶναι σωστὸ ὅτι ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συντελέσθηκε γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Οἱ πύρινες γλῶσσες ὅμως τοποθετήθηκαν πάνω σὲ κάθε πρόσωπο ποὺ ἦταν παρὸν κατέβηκαν χωριστὰ γιὰ καθένα μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ γιὰ τὴν Θεοτόκο ὡς ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν δόθηκε σ᾿ ἕνα πρόσωπο μέσῳ ἄλλου, ἀλλὰ ἄμεσα στὸ καθένα ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ κάθοδός Του στὴν Θεοτόκο δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς μιὰ κάθοδος στὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τοῦ προσώπου Της. Μιὰ προσωποποίηση δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα ἐδῶ. Ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ προσωποποιήσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δοχεῖον περιέχον τὴν θεότητα ἀλλὰ ὄχι ὡς τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνιστοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ προσωποποιήσει ἕνα ἄλλο, ἢ ἕνα σύνολο ἀνθρώπων. Γενικὰ μποροῦμε νὰ προσωποποιήσουμε ὅ,τι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἔχουν κοινό, ὅπως τὴν ἀνθρώπινη φύση, πεπτωκυία πρὶν ἀπὸ τὴν Σάρκωση, καθαγιασμένη μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν(*). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ δῶρο τῆς ἁγιότητας πάντα μοναδικὸ καὶ προσωπικὸ καὶ ποὺ δὲν ἀντικαθίσταται ἀπὸ κανέναν ἄλλον· ἡ ἁγιότητα τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου εἶναι μία ἰδιαίτερη περίπτωση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ ἄλλη περίπτωση. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατὰ τὴν Πεντηκοστή, κατὰ τὴν θέωση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Παναγία βρίσκεται πρώτη καὶ ὑψηλότερα ἀπὸ κάθε ἄλλο ἁγιασμένο πιστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ μερικοὶ βλέπουν στὴν ἀπεικόνισή Της στὴν Πεντηκοστὴ τὴν εἰκόνα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεό. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε, ὅμως, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἑξαίρεσε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Πεντηκοστῆς τὸ θέμα τῆς θέωσης μεταφέροντας τὸ σὲ μία ἄλλη ἡμέρα: τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀφιερώθηκε στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς Πεντηκοστῆς· μετὰ Πάντων τῶν Ἁγίων ἡ Θεοτόκος τιμᾶται ἰδιαίτερα: «Πρὸ δὲ πάντων καὶ ἐν πᾶσι καὶ μετὰ πάντων τὴν τῶν Ἁγίων Ἁγίαν, τὴν ὑπεραγίαν καὶ αὐτῶν ὑπερσυγκρίτως κρείττονα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, τὴν Κυρίαν ἡμῶν καὶ Δέσποιναν Θεοτόκον, Μαρίαν τὴν ἀειπάρθενον» (Συναξάριον τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων).

Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως εἴπαμε, θεολογικὲς μελέτες τῆς εἰκονογραφίας τῆς Πεντηκοστῆς. Βρίσκουμε ὅμως ἀναφορές, ὅπως αὐτὴ τοῦ ἐπισκόπου Κασσιανοῦ καὶ τοῦ M. Spassky.

Ὁ π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ δὲν ἀναφέρεται στὴν εἰκονογραφία τῆς Πεντηκοστῆς ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὴν παρουσία τῆς Θεοτόκου στὴν ἀποστολικὴ σύναξη. Κατ᾿ αὐτὸν «ἡ Θεοτόκος εἶχε δεχθεῖ τὴν προσωπική της Πεντηκοστὴ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐπ᾿ Αὐτὴν (κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς εἰκονογραφίας πῆρε μορφὴ περιστερᾶς ὅπως καὶ κατὰ τὴν Βάπτιση) καὶ εἶχε ἤδη προσωπικὰ τέλεια καθαγιασθεῖ καὶ χαριτωθεῖ…», ὅμως «ὄφειλε μ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κτίση νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν Πεντηκοστή, ποὺ θὰ σήμαινε γιὰ Ἐκείνην τὴν «σωτηρία», δηλαδὴ τὴν κατάργηση τῆς δύναμης τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σ᾿ ὁλόκληρη τὴν κτίση κι Ἐκείνην προσωπικά.

Ἡ Θεοτόκος ΗΤΑΝ ΠΑΡΟΥΣΑ στὴν σύναξη τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἐδέχθη πύρινη φλόγα γιὰ Ἐκείνην προσωπικὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία»( «Ὁ σταυρὸς τῆς Θεοτόκου» στὸ Θεολογικὴ Σκέψη, Παρίσι 1942, σελ. 10, ρωσικά.).

Βλέπουμε ἐδῶ μιὰ ἀναλογία ἀνάμεσα σὲ δυὸ γεγονότα θεμελιωδῶς διαφορετικά: τὸν Εὐαγγελισμὸ – τὴν συγκατάθεση καὶ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία ἐκ μέρους ὁλόκληρης τῆς κτίσης (ὅρος τῆς σωτηρίας μας, διαφορετικὰ ὁ Εὐαγγελισμὸς θὰ σήμαινε μία ἐξατομικευμένη ὑπόθεση) καὶ τὴν Πεντηκοστή, δηλαδὴ τὴν κάθοδο τοῦ Τρίτου Προσώπου τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο, σὲ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ Θεοτόκος συγκεφαλαιώνει ἐδῶ, ὅπως καὶ στὸν Εὐαγγελισμό, ὁλόκληρη τὴν κτίση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ λάβαινε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ κάθοδος τοῦ Παρακλήτου στ᾿ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἀκατανόητη(90). Ἀκατανόητα καὶ παράδοξα μοιάζουν ἐπίσης τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ προσωπικὴ μαρτυρία τῶν ἁγίων, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁλόκληρη ἡ κτίση ἔχει ἤδη δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διὰ τοῦ Προσώπου τῆς Παρθένου. Διαπιστώνουμε ἐδῶ μιὰ σύγχυση σ᾿ ὅ,τι χαρακτηρίζει τὴν φύση καὶ σ᾿ ὅτι ἀναφέρεται στὰ πρόσωπα.

Ἂν παραμείνουμε στὴν παραδοσιακὴ σύνθεση τῆς εἰκόνας τῆς Πεντηκοστῆς καὶ εἰσαγάγουμε μόνο τὴν Παρθένο δημιουργεῖται διαφωνία ἀνάμεσα στὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Ἐπὶ πλέον, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἐξήγηση τῆς παρουσίας τῆς Θεοτόκου μέσα στὴν εἰκόνα διπλασιάζει, κάτι ἢ κάποιον: ἂν ποῦμε ὅτι προσωποποιεῖ τὴν κτίση ἢ τὴν ἀντιπροσωπεύει, τότε σὲ τί χρησιμεύει ἡ ἀπεικόνιση τοῦ «Κόσμου»; Ἂν ποῦμε ὅτι δηλώνει τὴν «καινὴ κτίση», τὴν Ἐκκλησία, τότε γιατί νὰ ὑπάρχουν οἱ ἀπόστολοι; Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συγχρόνως σ᾿ Ἐκείνη ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὰ μέλη ποῦ ἐκπροσωποῦνται διὰ τῆς παρουσίας Της δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ἀκατανόητο;

Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Θεοτόκου εἶναι τόσο πλούσιες ἡ καθεμιὰ ἀπὸ τὸ δικό της περιεχόμενο, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ συζευχθοῦν. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν παρουσία τῆς Θεοτόκου εἶναι ὄχι μόνο λανθασμένη, ἀλλὰ παύει νὰ εἶναι εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν εἶναι ζήτημα συνύπαρξης δυὸ εἰκονογραφιῶν τῆς Πεντηκοστῆς μὲ ἢ χωρὶς τὴν Παρθένο.

Τὴν περίοδο παρακμῆς τῆς εἰκονογραφίας, στὰ τέλη τοῦ ΙΣΤ´ καὶ κατὰ τὸν ΙΖ´ αἰώνα, ἄρχισαν στὴν Ρωσία νὰ εἰκονίζουν τὴν Παρθένο στὶς εἰκόνες τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν ἔμειναν ὅμως ἐκεῖ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, κατὰ τὴν βαθυστόχαστη παρατήρηση ἑνὸς σύγχρονου ἱστορικοῦ τῆς τέχνης, οἱ εἰκονογράφοι «ἀρχίζουν νὰ σκέφτονται». Ἀρχίζοντας λοιπὸν νὰ σκέφτονται, θυμήθηκαν ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἀπὼν ἀπὸ τὴν σύναξη. Τὸν καταργοῦν λοιπόν. Στὴν συνέχεια περιβάλλουν τὴν Θεοτόκο μὲ τὶς μυροφόρες γυναῖκες, ἀφοῦ ἦταν παροῦσες, καὶ προσθέτουν μερικοὺς πιστούς. Ὁ «Κόσμος» καταργεῖται. Σύμφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ τῶν Πράξεων ἡ σύνθεση γεμίζει ἀταξία καὶ ποικιλία. Μ᾿ ἄλλα λόγια ἀναπαρέστησαν ὅ,τι ἔβλεπαν ἄνθρωποι ξένοι πρὸς τὴν Ἐκκλησία κι ὄχι αὐτὸ ποὺ βλέπει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζῆ, αὐτὸ στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ. Ὁλόκληρη ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας ἀποσυντέθηκε στὴν κυριολεξία, χάνοντας τὴν ἁρμονία καὶ τὸν ρυθμό της, μὲ τρόπο ποὺ τὸ ἐκκλησιολογικό της νόημα καὶ τὸ περιεχόμενό της ἐξαφανίσθηκαν. Ἔτσι ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς μεταμορφώθηκε σ᾿ ἕνα πίνακα ἱστορικοῦ θέματος φθάνοντας, στὴν καλύτερη περίπτωση, νὰ χρησιμεύει ὡς εἰκονογράφηση τοῦ χωρίου τῶν Πράξεων, ἀλλὰ ἀδυνατώντας πλέον νὰ μεταδώσει τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς.

Ἂν παρατηρήσουμε τοὺς σύγχρονους εἰκονογράφους, θὰ δοῦμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ εἰσάγουν τὴν Θεοτόκο στὴν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ἀκολουθοῦν τὸν ἴδιο δρόμο σὲ γενικὲς γραμμές. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ διακρίνουμε μία λογικὴ συνέπεια. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Θεοτόκου ὁδηγεῖ στὴν τροποποίηση ὁλόκληρης τῆς σύνθεσης τῆς ἑορτῆς καὶ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ δογματικοῦ της χαρακτήρα καθὼς καὶ τοῦ πλούτου τοῦ περιεχομένου της. Λογικὴ ἀναγκαιότητα ἀπαιτεῖ τὴν κατάργηση τοῦ «Κόσμου» κι ἡ εἰκόνα ἀπὸ τριαδολογικὴ γίνεται εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τῆς παράστασής Της ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους παρόμοια μ᾿ ἐκείνη τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους.

Ἡ συζήτηση γύρω ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἐνδεικτική. Δείχνει ὅτι οἱ πιστοὶ ξέχασαν σιγὰ σιγὰ τὸ δογματικὸ περιεχόμενο τῆς εἰκόνας γιὰ νὰ καταλήξουν σ᾿ ἕναν ἀδογμάτιστο συναισθηματισμό, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχή μας καὶ δὲν ἀναπαύεται παρὰ στὰ θρησκευτικὰ «συναισθήματα» καὶ τὶς ὑποκειμενικὲς καταστάσεις τῆς ψυχῆς. Ἡ ἀπουσία τῆς Θεοτόκου ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ μερικοὺς ὡς ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὸ Πρόσωπό Της, δηλαδὴ ὡς ἄρνηση τῆς προσκύνησής Της. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἡ παρουσία της στὴν εἰκόνα εἶναι ἕνα δεῖγμα ἀντικατάστασης, τόσο συχνὸ καὶ πολλὲς φορὲς ἀσυνείδητο, τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἑρμηνεία. Στὴν θέση δηλαδὴ τῆς καθολικῆς γνώσης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοποθετοῦμε ἕναν συλλογισμό μας, χωρὶς ἀμφιβολία εὐσεβῆ, ποὺ ὡστόσο δὲν εἶναι παρὰ ἀτομικός.

Γιατί λοιπὸν μία εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παύει νὰ εἶναι εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ὅταν εἰσαγάγουμε τὴν Παρθένο; Τὸ ἐρώτημα ἐπανέρχεται καὶ γιὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἡ Θεοτόκος δὲν ἀναφέρεται ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα καὶ τιμᾶται μόνο μέσα στὰ χριστολογικὰ πλαίσια.

Στὴν Ἀνάληψη, εἴδαμε ὅτι ἡ Παρθένος  εἰκονίζεται γιατί ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πληρότητά της βρίσκεται στὸν εἰκονισμὸ τῆς Κεφαλῆς της, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Μητρός Του, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀντίθετα, στὴν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἐπίσης μιὰ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πληρότητα βρίσκεται ἀκριβῶς στὴν παρουσία μόνο τῶν ἀποστόλων χωρὶς κάποιο πρόσωπο στὴν κεφαλὴ τοῦ κύκλου τους. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀποῦσα ὄχι γιατί, ἐπαναλαμβάνουμε, δὲν ἦταν στὴν σύναξη, ἀλλὰ γιατί ἡ παρουσία Της δὲν ταιριάζει σὲ ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ μᾶς ἀποκαλύψει διὰ τῆς εἰκόνος καὶ τῆς Λειτουργίας τῆς Πεντηκοστῆς.

Μέσα στὴν σειρὰ τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἡ Πεντηκοστὴ ἔχει μία ἰδιαίτερη σημασία, γιατί πανηγυρίζει τὴν ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας τοῦ Τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν Ἀνάληψη ὁλοκληρώθηκαν τὰ σωματικὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, «τὰ σωματικὰ τοῦ Χριστοῦ πέρας ἔχει, μᾶλλον δὲ τὰ τῆς σωματικῆς ἐνδημίας»( Ἑλλ. Πατρ. 36, 436 A-C. ).

Τί ἀναφέρεται στὸν Χριστό; ρωτάει. «Ἡ Παρθένος, ἡ γέννηση, ἡ φάτνη…» δηλαδὴ ὅ,τι συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν Μητέρα Του, πρόσωπο ποὺ πραγμάτωσε τὴν Σάρκωση μεταδίδοντας στὸν Χριστὸ τὸν χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Μὲ τὴν Πεντηκοστὴ «ἀρχίζουν τὰ ἔργα τοῦ Πνεύματος» συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἡ ἐπίγεια ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν πληρότητα τῆς ζωῆς της, μέσα στὴν Χάρη.

Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα πνευματικὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. «Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός». Κατὰ τὴν ἐνανθρώπηση ὁ Θεὸς γεννᾶται μέσα στὴν σάρκα, γίνεται ἄνθρωπος. Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ κι ὕστερα ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπορεῖ νὰ θεωθεῖ. Διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὁ Θεὸς Λόγος τοῦ Πατρὸς ἐμβαίνει καὶ εἰς ἡμᾶς», λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «καθὼς καὶ εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Ἀειπαρθένου, τὸν ὁποῖον τὸν δεχόμεθα διδασκόμενοι τὴν εὐσέβειαν καὶ εὑρίσκεται μέσα εἰς ἡμᾶς, ὡσὰν σπόρος… καὶ ἡμεῖς συλλαμβάνομεν αὐτὸν ὄχι σωματικῶς, καθὼς συνέλαβεν αὐτὸν ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἀλλὰ πνευματικῶς μέν, οὐσιωδῶς δέ»( Λόγος Τεσσαρακοστὸς Πέμπτος, στὸ ἴδιο, σελ. 221.).

Μιλώντας στὴν συνέχεια γιὰ τὴν πνευματικὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου ὁ ἅγιος Συμεὼν ὑπογραμμίζει τὴν διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἐν σαρκὶ γέννηση τοῦ Χριστοῦ: «Ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκος γέννησις τοῦ Θεοῦ Λόγου ὁποὺ ἔγινεν ἀπὸ τὴν Θεοτόκον καὶ ἄλλη ἐκείνη ὅπου γίνεται πνευματικῶς ἀπὸ ἡμᾶς. Διατὶ ἡ σαρκικὴ γέννησις, ὅπου ἐγέννησε τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ ὅπου ἐσαρκώθη, ἐγέννησε τὸ μυστήριον τῆς ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ τὴν σωτηρίαν ὅλου τοῦ κόσμου, ὅπου εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστός, ὅπου ἕνωσε μὲ τὸν ἐαυτόν του τὰ χωρισμένα, ἤγουν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐβάστασε τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Αὐτὴ δὲ ἡ πνευματικὴ γέννησις ὅπου γεννᾶ πάντοτε μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν Λόγον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ εἰς τὰς καρδίας μας, τελειώνει τὸ μυστήριον τῆς ἀνακαινουργώσεως τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν καὶ κάμνει τὴν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν ἡμῶν μὲ τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸν»(95). Ἡ κατὰ χάριν «μητρότης» εἶναι ἑπομένως ἕνα καθῆκον προορισμένο γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ πλαίσια ἡ Θεοτόκος εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο ὃν μοναδικὸ καὶ ξεχωριστό. Κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίδεται σ᾿ Ἐκείνην, στὸ Πρόσωπό Της, γιὰ νὰ καταστεῖ τὸ μέσον τῆς θεώσεως Της· ὁ δρόμος ὅμως τῆς ἕνωσής Της μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι δρόμος μοναδικός, γιατί, θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Συμεών, «ὅτι ἀνίσως ἐκείνη τὸν ἐγέννησε σωματικῶς, ὅμως βεβαιότατα τὸν εἶχεν ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της, καὶ τὸν ἔχει καὶ τώρα καὶ πάντοτε ὁμοίως ἀχώριστον» (Λόγος Τεσσαρακοστὸς Πέμπτος ). Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ κανένα ἄλλο ἀνθρώπινο πλάσμα δὲν μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν ἴδια θέση, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἁγιότητά του, ἀκόμα καὶ ἡ ἀποστολική του ἁγιότητα. Ἑπομένως ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ μυστήρια της, τὴν διδασκαλία της, τοὺς θεσμούς της, τὴν ἁγιότητά της, δηλαδὴ τὶς δομὲς ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτείνει.

Ἡ Ἐκκλησία θεμελιώθηκε στὴν διπλὴ ἔλευση τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πνεύματος μέσα στὸν κόσμο. Ὅπως γνωρίζουμε, ἡ οἰκονομία τοῦ Δευτέρου Προσώπου τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τοῦ Τρίτου Προσώπου, ἔχει καθεμιὰ τὸν δικό της χαρακτήρα καὶ νόημα. Εἶναι ἀδιαίρετες μεταξύ τους καὶ γι᾿ αὐτὸ στὸν κανόνα τοῦ ὄρθρου τὴν Δευτέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναλαμβάνουμε τὸν εἱρμὸ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι στὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Γέννησή Του ὡς γέννηση τοῦ Θεανθρώπου. Οἱ δυὸ αὐτὲς οἰκονομίες δὲν μποροῦν, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, νὰ ἀναμειχθοῦν. Τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου δείχνουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ Ἐκκλησία χαράζει ἀνάμεσά τους ἕνα ὅριο ἀρκετὰ καθαρό. Μήπως δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ ποὺ στὴν Πεντηκοστὴ ἑξαιρεῖται ἀπὸ τὴν εἰκόνα ὁ χαρακτήρας τῆς ἐν σαρκὶ οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ Παρθένος, καὶ δὲν παρουσιάζεται ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα ποὺ ἔλαβαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα;

Ἡ Θεοτόκος δὲν συνδέθηκε μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Τρίτου Προσώπου τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ «ἔργα τοῦ Πνεύματος», τὸ ἴδιο ἄμεσα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κατὰ τὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας ὁ κυρίαρχος ρόλος Της, δηλαδὴ ὡς συμμετεχούσης στὴν ἀπολύτρωση, εἶναι πέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ πλήρης ἁγιασμὸς τῆς Παρθένου ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σκοπούς του, ἀναμφίβολα τὸν πρῶτο, ὡστόσο ἡ Παναγία δὲν ἀποτελεῖ ἕνα μέσον τῆς σωτηρίας μας, ὅπως συνέβαινε κατὰ τὴν οἰκονομία τοῦ Λόγου. Δεχόμενη ἡ Θεοτόκος τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, δὲν τὸ μεταδίδει σὲ κανέναν, γιατί ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ δωρεὰ τῆς θέωσής της. Ἡ παρουσία της μέσα στὴν εἰκόνα παριστᾶ μία εἰδικὴ περίπτωση προσωπικῆς θέωσης. Καμμία εἰκόνα, ὅμως, λειτουργικὴ δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζεται σὲ μία εἰδικὴ περίπτωση. Γι᾿ αὐτὸ μόνο οἱ ἀπόστολοι εἰκονίζονται, καὶ δὲν πρόκειται στὸ σημεῖο αὐτὸ περὶ ἑνὸς ἀριθμητικοῦ συμβολισμοῦ· ἐπειδὴ οἱ ἀπόστολοι δὲν εἶναι μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἔλαβαν τὴν θέωση ἀλλὰ καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ἡ δική τους παρουσία, γιατί εἶναι οἱ μόνοι ποὺ τελειοποιοῦν ὅσα καθιέρωσε ὁ Χριστός, καὶ μποροῦν νὰ μεταδώσουν τὴν ἐξουσία τους καὶ σ᾿ ἄλλους.

Μέσῳ ἐκείνων ἐξασφαλίζεται ἡ συνεχὴς ἔκχυση τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀρδεύει τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἐπὶ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἀποστόλων θεμελιωμένη ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία· τὰ μυστήρια καὶ τὴν διδασκαλία δὲν τὰ λαμβάνει ἀπὸ τὴν Παναγία ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους· γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Πιστεύω χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς «ἀποστολική» κι ὄχι «θεομητορική».

Ἡ παρουσία τῆς Θεοτόκου ἀπαλείφει τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Συγχέει ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸ μυστήριο «τῆς ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους» μὲ τὸ μυστήριο τῆς «ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· συγχέει δηλαδὴ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν φύση μὲ ὅ,τι ἀναφέρεται στὰ πρόσωπα. Ἡ Πεντηκοστὴ γίνεται μ᾿ ἄλλα λόγια μία ἁπλὴ συνέχεια τῆς σάρκωσης.

Ἡ Θεοτόκος παίρνει τὴν κεντρικὴ θέση σὲ μία τριαδικὴ εἰκόνα. Βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ ἀντινομία: ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι μία καθαρὰ τριαδικὴ εἰκόνα καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἔννοια ξεπερνᾶ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ἡ παρουσία Της καλύπτει τὸ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς εἰκόνας – τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅσο βαθιὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ προσκύνηση τῆς Θεοτόκου μέσα στὴν Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικαλύψει τὴν προσκύνηση τῶν Τριῶν Προσώπων τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως εἴδαμε, εἶναι καὶ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας· μᾶς δίνει τοὺς κανόνες τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι ὑποδεέστερη τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου γιατί ἡ Θεοτόκος ξεπερνᾶ κάθε κανόνα καὶ ἡ παρουσία της ἐδῶ θὰ ἐλαχιστοποιοῦσε τὴν μοναδική της ἀξία. Θέλοντας νὰ τιμήσουμε τὴν Παναγία θὰ καταλήγαμε στὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα.

Ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους εἶναι ἡ μόνη εἰκόνα, τὸ ἐπαναλαμβάνουμε, ποὺ ἀναπαριστᾶ ἄμεσα τὴν οἰκονομία τοῦ Τρίτου Προσώπου. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο μᾶς δείχνει ὅ,τι χαρακτηρίζει αὐτὴ τὴν οἰκονομία, τὴν συνεχῆ Πεντηκοστὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία, διαστέλλοντάς την στὸ ἔπακρο ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Διὰ τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος καὶ ἀποδεσμευόμενη ἀπὸ τὶς ἰδιαιτερότητές του, ἡ εἰκόνα ἐκφράζει τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τῆς ἀποκάλυψης ποὺ δέχθηκε ὁ κόσμος κατὰ τὴν Πεντηκοστή: δηλαδή, τὴν ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ τὴν κατ᾿ εἰκόνα Της μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μιὰ ζωὴ ποὺ ἐμφορεῖται καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

———————————————————————————————

(*). Ὅπως εἴπαμε στὸ πρῶτο μέρος, ἀντίθετα πρὸς τὶς ὀρθόδοξες εἰκόνες τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Παρθένος στὶς ρωμαιοκαθολικὲς παραστάσεις τοῦ Μεσαίωνα εἶναι πάντα παροῦσα. Ἕνα ρωμαϊκὸ προσευχητάρι (Missel) (Καθημερινὸ καὶ ἑσπερινὸ Missel, Dom Gaspar Lefevre, ed. Abbaye Saint Andre a Zevenkerken. Lophem-les-Bruges, 1924, σελ. 979) μᾶς δίνει τὴν ἀκόλουθη ἐξήγηση τῆς παρουσίας Της: «Εἶναι ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ποὺ θὰ φτάσει διὰ τῶν αἰώνων ἡ θαυμαστὴ δύναμη τῆς ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ καὶ τῆς ΜΥΣΤΙΚΗΣ θεωρίας προσωποποιημένη στὴν Σύναξη ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ τὴν Μαρία. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ θὰ ἐμπνεύσει τοὺς τρεῖς συγγραφεῖς βεβαιώνει στὸν Πάπα καὶ τοὺς συγκεντρωμένους γύρω του Ἐπισκόπους τὸ ἀλάθητο τῆς διδασκαλίας ἐπιτρέποντας ἔτσι στὴν διδάσκουσα Ἐκκλησία νὰ συνεχίσει τὴν ἀποστολὴ τοῦ Ἰησοῦ… Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναδεικνύει ἐπίσης πιστὲς ψυχές, ἐκτὸς τῆς ἱεραρχίας, ὅπως τῆς Παρθένου Μαρίας, ποὺ συναινοῦν εὐπειθῶς στὴν καθαγιαστική του ἐνέργεια. Κι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα, ποὺ εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὶς καρδιές, ἀποδίδεται ἀκριβῶς στὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ εἶναι ἡ προσωπικὴ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ». Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Πέτρος προσωποποιεῖ τὴν ἱεραρχία, τὸ ἀλάθητο τῆς διδασκαλίας, τὴν διδάσκουσα Ἐκκλησία καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τὴν πρώτη θέση στὴν κεφαλὴ τοῦ ἀποστολικοῦ κύκλου. Ἡ Παρθένος προσωποποιεῖ τὴν ἁγιότητα ἐκτὸς τῆς ἱεραρχίας, τὴν ὑποταγὴ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη δὲν γίνεται παραδεκτὴ οὔτε ἡ διάκριση μεταξὺ δογματικῆς καὶ μυστικῆς πλευρᾶς στὴν πνευματικὴ ζωὴ (βάσει αὐτοῦ τοῦ διαχωρισμοῦ δὲν θὰ καταλήγαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐστερεῖτο μυστικῆς ζωῆς;), οὔτε καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς «προσωπικῆς ἀγάπης τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ». Ἡ ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἔρευνα τοῦ θέματός μας. Ἀκόμα κι ἀπὸ καθολικὴ ἄποψη εἶναι παράξενο ὅτι ἡ Θεοτόκος προσωποποιεῖ τὴν κοινὴ ἁγιότητα τῶν πιστῶν, δηλαδὴ ἀκριβῶς ὅ,τι τὴν διακρίνει ἐξαιτίας τῆς «ἀμώμου συλλήψεώς της». Ἡ ἑνότητά τους πάλι ἱστορημένη δι᾿ ἑνὸς προσώπου μόνο δὲν ἀντιστοιχεῖ στὸ οὐσιαστικὸ θέμα τῆς ἑορτῆς. Στὴν Πεντηκοστὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μία ΠΛΕΙΟ-ΕΝΟΤΗΤΑ κατ᾿ εἰκόνα τῆς τριενότητας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντικατάστασή της μὲ μιὰ ἑνότητα ἄλλης τάξης θὰ σήμαινε τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἴδιου τοῦ νοήματος τῆς ἑορτῆς.

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος  Αθανασίου.

Ηλεκτρονική πηγή:www.nektarios.gr.

Η Εκκλησία μια διαρκής Πεντηκοστή.(Αγ.Ιουστίνου Πόποβιτς)

Ποιός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός; Ποιός είναι σε Αυτόν ο Θεός και ποιος ο άνθρωπος; Πώς γνωρίζεται ο Θεός στον Θεάνθρωπο και πώς ο άνθρωπος; Τι εδώρησε σε μας τους ανθρώπους ο Θεός εν τω Θεανθρώπω; Όλα αυτά τα φανερώνει σε μας το Πνεύμα το Άγιον, το «Πνεύμα της αληθείας». Μας αποκαλύπτει δηλαδή όλη την αλήθεια για Αυτόν, για τον Θεό εν Αυτώ και για τον άνθρωπο και για το τι χάρισε σ’ εμάς μ’ όλα αυτά. Αυτό επίσης απείρως ξεπερνά κάθε τι που οι ανθρώπινοι οφθαλμοί είδαν ποτέ και τοις ωσίν αυτών ηκούσθη και η καρδία αυτών κάποτε αισθάνθηκε.

Με την ένσαρκη ζωή του στη γη ο Θεάνθρωπος εγκαθιδρυσε το Θεανθρώπινό του Σώμα, την Εκκλησία, και με αυτήν προετοιμάζει τον γήινο κόσμο για την έλευση και τη ζωή και τη δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Σώμα της Εκκλησίας, ως ψυχής Αυτού του Σώματος. Την ημέρα της Πεντηκοστής το Αγιο Πνεύμα κατήλθε εξ ουρανού στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας και για πάντα παρέμεινε σε Αυτό σαν Παν-Ζωοποιός ψυχή Αυτού. Αυτό το ορατό θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας συγκροτούν οι Άγιοι Απόστολοι με την πίστη των στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου και ως τέλειου Θεού και ως τέλειου ανθρώπου. Και η κάθοδος και η σύνολη δρατηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας έρχεται από τον Θεάνθρωπο και εξαιτίας του Θεανθρώπου. Κάθε τι στην Θεανθρώπινη Οικονομία της σωτηρίας προήλθε από το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τέλος, ακόμη όλα συνοψίζονται και υπάρχουν στην κατηγορία της θεανθρωπότητας ακόμη και η δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος. Κάθε ενεργητικότητα Αυτού στον κόσμο είναι αχώριστη από το θεανθρώπινο ανδραγάθημα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. Η Πεντηκοστή με όλες τις αιώνιες δωρεές της Τριαδικής Θεότητος και Αυτού του Αγίου Πνεύματος προσδιόριζε την Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων δηλαδή της Αγίας Αποστολικής πίστης, της Αγίας Αποστολικής παράδοσης, της Αγίας Αποστολικής ιεραρχίας, ακόμη και κάθε τι Αποστολικού που είναι θεανθρώπινο.
Η Άγια πνευματική ημέρα η οποία άρχισε με την Αγία Πεντηκοστή αδιάκοπα συνεχίζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία με ανείπωτη πληρότητα όλων των θεϊκών δωρεών και ζωοποιών δυνάμεων. Κάθε τι στην Εκκλησία υπάρχει εν Αγίω Πνεύματι και από αυτό το πολύ μικρό και από αυτό το υπερμεγέθες. Όταν ο ιερείς θυμιάζοντας στην Εκκλησία παρακαλεί τον Κύριο Ιησού Χριστό να καταπέμψει την χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά και όταν το ανέκφραστο θαύμα του Θεού η Αγία Πεντηκοστή πριν από την χειροτονία του επισκόπου επαναλαμβάνεται και δίδει όλο το πλήρωμα της χάριτος και με αυτό πασιφανώς μαρτυρεί ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας συγκροτείται εν τω Αγίω Πνεύματι.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι με το Πνεύμα το Άγιο στην Εκκλησία και η Εκκλησία είναι με το Πνεύμα το Αγιο στον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Κύριος είναι η κεφαλή και το σώμα της και το Πνεύμα το Άγιον είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Από την αρχή ήδη της θεανθρώπινης οικονομίας της σωτηρίας το Πνεύμα το Άγιο συνδέθηκε με το θεμέλιο της Εκκλησίας δηλαδή με το θεμέλιο του σώματος του Χριστού «του Λόγου κτίσας την σάρκωσιν».
Στην πραγματικότητα κάθε άγιο μυστήριο και όλες οι θείες αρετές είναι μία Αγιοπνευματικότης. Το Πνεύμα το Άγιο διά μέσου αυτών έρχεται σε εμάς και εντός ημών. Αυτό κατέρχεται ουσιωδώς που σημαίνει αληθινά και ουσιαστικά με όλες τις θεϊκές του σημαντικές ενέργειες. Αυτό -ο πλούτος της θεότητος. Αυτό -το πλήρωμα της χάριτος. Αυτό -η χάρις και η ζωή κάθε υπάρξεως. Είναι αιώνιο και Διαθηκικό Ευαγγέλιο. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με το Άγιο Πνεύμα κατοικεί σε μας και εμείς σ’ Αυτόν. Αυτό και μόνο μαρτυρεί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε μας. Εμείς με το Πνεύμα το Άγιο ζούμε εν Χριστώ και Αυτός σε μας. Μάλιστα αυτό το γνωρίζουμε «εκ του Πνεύματος ού ημίν έδωκεν» (Α΄ Ιω. 3,24).
Με μία λέξη όλη η ζωή της Εκκλησίας σε όλες τις δικές τις αναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες οδηγείται και χειραγωγείται από το Πνεύμα το Άγιο το οποίο πάντοτε είναι το Πνεύμα του Θεανθρώπου Χριστού (Γαλ. 4,6). Γι’ αυτό έχει γραφτεί στο Άγιο Ευαγγέλιο «ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν Αυτού» (Ρωμ. 8,9).
Ο χερουβικά μυηθείς στο θεανθρώπινο μυστήριο της Εκκλησίας σαν το πιο αγαπητό παν-μυστήριο του Θεού ο Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει το παναληθές και χαρμόσυνο μήνυμα «Το πνεύμα το Άγιο αρχιτεκτονεί Εκκλησία Θεού».

Πηγή : (Απόσπασμα από τον Γ΄ τόμο της Δογματικής του π. Ιουστίνου), Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001, σ. 155-158

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΗΓΗ.ex-ierapostol;i.
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers