Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ’ Category

Γέροντoς Ιωσήφ Βατοπαιδινού:Τί είναι οι ηδονές; Ποιές είναι αθώες και ποιές ένοχες;

Ηδονές είναι όσα «ηδύνουναι γλυκαίνουν τη ζωή μας και είναι διπλές καθώς και η φύση μας είναι διπλή. Όπως είμαστε σώμα και ψυχή και καθένας έχει τις αισθήσεις και τα μέλη του, έτσι και οι ηδονές ανήκουν και στα δύο μέρη. Είναι οι σωματικές ηδονές, που γίνονται αισθητές μέσω των μελών του σώματος. Είναι και οι πνευματικές, που ανήκουν στον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο. Οι ηδονές προκύπτουν, ως επί το πλείστον, από τη δραστηριότητά μας και παρηγορούν ή απογοητεύουν ανάλογα με την ορθή ή τη λανθασμένη ενέργειά μας. Αν το πρόγραμμα και ο σκοπός των κινήσεών μας είναι «κατά Θεόν» και σύμφωνα με το θέλημά του, τα συναισθήματα και οι ηδονές, που προκύπτουν, είναι ευχάριστες και γλυκαίνουν. Αν όμως, οι προτιμήσεις και ενέργειές μας είναι παράλογες και εμπαθείς, τότε αισθανόμαστε αποτροπιασμό και απέχθεια.

Οι ηδονές όμως, που συναρπάζουν περισσότερο και αποπλανούν, έχουν σχέση με τη βιολογική μας υπόσταση και βρίσκονται στα σωματικά μέλη και αισθητήρια. Την πρώτη θέση έχουν η γεύση, η αφή και η όσφρηση. Τα συναισθήματα της γλυκύτητας, που προκαλούνται όταν έρθουμε σε επαφή με τις ύλες και τα πράγματα, λέγονται ηδονές. Εδώ χρειάζεται η διάκριση του ορθού μέτρου, για να αποφευχθεί η παράχρηση. Απαραίτητο στοιχείο της ζωής είναι η βιολογική μας υπόσταση, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στις τρεις αισθήσεις και σ αυτές λειτουργεί η ικανοποίηση και ηδονή. Αν ο άνθρωπος θυμάται τον προορισμό του και το ότι τρώει για να ζει-, τότε ελέγχει τις ηδονές, που προκύπτουν από το νόμο της «χρείας». Αν όμως, αλλοίμονο, ζεί για να τρώει και να σπαταλά -πράγμα που επικρατεί στην εποχή μας-, τότε τη θέση παίρνει το παράλογο, που ντρέπομαι και να το περιγράψω ακόμη.
Υπάρχουν όμως και του ηθικού και αισθησιακού μέρους οι ηδονές με κύριο κεφάλαιο τη γενετήσια ορμή και σχέση. Εδώ προκύπτει ο πραγματικός λαβύρινθος της διαστροφής και εδώ είναι του «βύθιου δράκοντα» τα πολυπληθή τρόπαια. O νόμος και ο λόγος της αναπαραγωγής ως βασική αναγκαιότητα στην παρούσα μας εξορία, γίνεται το ισχυρότατο θέλγητρο της προσεγγίσεως των δύο φύλων. Καί τότε αρχίζει η βιαιότερη πρόφαση του παράνομου ηδονισμού, που κυριολεκτικά συντρίβει την άπειρη νεολαία. Περιγράψαμε με συντομία τις αφορμές των ηδονών. Απομένει η σύνεση της αρνήσεώς τους, για να μη θρηνούμε τα αναρίθμητα ερείπια από την παράλογη παραδοχή και χρήση τους. Αυτά αφορούν τις ηδονές στον αισθητό μας χώρο και κόσμο.
Υπάρχουν όμως και οι πνευματικές ηδονές, που πράγματι μας ξεκουράζουν και ενθαρρύνουν. Πνευματικές ηδονές είναι οι ενέργειες και οι καρποί της θείας Χάριτος, που παρηγορούν και ανακουφίζουν τον ψυχικό μας κόσμο, φωτίζουν το νου, ειρηνεύουν την καρδιά, παρηγορούν τις αισθήσεις και αυξάνουν το θάρρος και την ελπίδα στις δυσκολίες της ζωής. Η χαρά, η ειρήνη, η υπομονή, η ανεκτικότητα και όσα είναι γεννήματα της αγάπης και της συμπάθειας, τί άλλο είναι παρά πνευματικές ηδονές; Oλοι οι καρποί και τα προϊόντα της αυτοθυσίας, που η αγάπη επιβάλλει, είναι η γλυκύτερη πνευματική ηδονή που προκαλεί τη μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή μας.
Υπάρχουν όμως και οι υπερφυσικές ηδονές, που αν και ανήκουν στη μεταφυσική του άλλου κόσμου, μας τις παραχωρεί η θεία ευσπλαγχνία απ αυτήν τη ζωή, σαν προοίμιο της μακαριότητας που μας αναμένει. Οι ηδονές αυτές, ως υπερφυσικές, δεν ελέγχονται, ούτε προγραμματίζονται από μας στον κόσμο αυτόν, αλλά χαρίζονται από τη θεία παναγάπη σ’ όσους αγωνίζονται σωστά για θάρρος και παρηγοριά. Μερικές απ αυτές είναι η ειρήνη των λογισμών, η ελευθερία από την πάλη με τα πάθη, η τέλεια νέκρωση όσο αφορά τα πράγματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου, αλλά και η επιφοίτηση της Χάριτος σε όσους πέτυχαν την καθαρότητα της καρδιάς. Αυτοί «πάσχουν τα θεία» και εξέρχονται από το χώρο, τον τρόπο και την αίσθηση του κόσμου. Αυτοί είναι εκείνοι στους οποίους μαρτυρεί ο Κύριός μας ότι θα εμφανίσει τον εαυτό του και μαζί με τον Πατέρα του θα «ποιήσουν μονήν». Όσοι θέλουν να απολαύσουν αυτά τα υπερφυσικά δώρα και χαρίσματα, ας φροντίζουν να τηρούν τις εντολές και ο Κύριος είναι «πιστός εν πάσι τοίς λόγοις αυτού».

Αποθέμενοι τον παλαιόν άνθρωπον (+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Μαΐου 21, 2012 1 Σχολιο


 

     Αδελφοί και πατέρες, μιλήσαμε σε προηγούμενες κατηχήσεις, σύμφωνα με τους ορισμούς των Πατέρων, περί πράξης και θεωρίας, περί εισαγωγής, προόδου και τελείωσης και ερμηνεύσαμε τι είναι και πως πραγματώνεται ο βίος των μοναχών. Αυτό είναι το σχήμα και η εικόνα της περιγραφής. Εμείς όμως, ενδιαφερόμαστε για τον πρακτικότερο τρόπο, που θα μας φέρει τον καρπό αυτό, όπως ενδιαφέρει τους γεωργούς ο θερισμός του κόπου τους και τους φοιτητές η απόκτηση του διπλώματός τους.

    «Ιδού», σε μας, «καιρός ευπρόσδεκτος και ημέρα σωτηρίας» (Β Κορ. στ, 2). Το στάδιο είναι ανοικτό και προκαλεί τους αθλητές. Καθένας καλείται να προσφέρει την άθληση και αγωνιστικότητα που αρμόζει στη θέση που τοποθετήθηκε και με τον κατάλληλο τρόπο. Κατά τον Παύλο «άλλος έχει το χάρισμα της διακονίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το ίδιο να κάνει κι ο δάσκαλος του λαού του Θεού με τη διδασκαλία, κι όποιος έχει το χάρισμα να στηρίζει τους τους αδελφούς, να τους στηρίζει. Αλλά κι όποιος μοιράζει τα αγαθά του με τους άλλους να το κάνει με απλότητα, ο προϊστάμενος να δείχνει ζήλο για το έργο του, όποιος μοιράζει τις ελεημοσύνες να το κάνει με καλοσύνη. Η αγάπη σας να είναι ειλικρινής.  Να αποστρέφεστε το κακό και να ακολουθείτε το καλό. Να δείχνετε με στοργή την αγάπη σας για τους άλλους πιστούς, Να συναγωνίζεστε ποιός θα δείξει περισσότερη εκτίμηση στον άλλο. Μην είστε οκνηροί σ’ ό,τι  πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο…να έχετε ομόνοια μεταξύ σας. Μην είστε υπερήφανοι.» (Ρωμ. ιβ, 7 11, 16).

    Με την τήρηση και φυλακή όλων αυτών με τα οποία ασχολούμαστε συνεχώς, ένα αποτέλεσμα επιδιώκουμε. Την απαλλαγή μας από τον παλαιό άνθρωπο, που είναι ακριβώς το αντίθετο όσων περιγράψαμε και τα οποία εμείς βιαζόμαστε να εφαρμόσουμε. Εάν δεν φερόμαστε έτσι, τότε ποιος ο σκοπός της αποταγής μας;

Δεν θα διστάσουμε όμως, με τη Χάρη του Κυρίου, που μας κάλεσε, να σηκώνουμε το σταυρό του, αφού μπροστά μας πηγαίνουν νέφη μαρτύρων και ομολογητών, που όχι μόνο κατά των παθών και της διαστροφής αγωνίστηκαν, αλλά και εναντίον όλης της δύναμης των εχθρών του σκότους, τους οποίους κατατρόπωσαν. Και διήνυσαν όχι μόνο το δικό μας σταυροφόρο δρόμο, αλλά και ολοκλήρωσαν την ομολογία τους με το αίμα και το θάνατο.

    Εάν κρατήσετε την αυταπάρνησή σας με ζήλο, η θεία Χάρη θα σας ελευθερώσει από τις επήρειες των παθών και του συστήματος του παλαιού ανθρώπου. Μετά θα αρχίσει ο τρυγητός, η αίσθηση της θείας αγάπης και όλων των καρπών του Αγίου Πνεύματος. Τότε θα αισθάνεσθε, κατά το δυνατό, την ποιότητα της βασιλείας του Χριστού μας.

    Μη βαριεστείτε με την παράταση του τυπικού προγράμματος, όσο και αν φαίνεται κουραστικό. Οι «άγιοι πάντες», «δια πολλών θλίψεων» εισήλθαν στην κατάπαυση. Ακόμα και στον Κύριό μας, μετά από το Γολγοθά δόθηκε όλη η εξουσία « εν ουρανώ και επί γης» (Ματ. κη,18). Ανέχτηκε ο πανάγαθος τη σκληρότητα και θηριωδία, όσων πραγματοποιούσαν τα σατανικά κατορθώματα, με μακροθυμία και παρακαλούσε τον Πατέρα: «Άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ, 34). Αραγε, «ξέρουν τι ποιούν», όσοι με σκληρότητα μας καταπιέζουν; Εμείς όμως δεν ενδιαφερόμαστε τι ξέρουν όσοι μας πειράζουν, αλλά αν θα ολοκληρώσουμε τη δική μας ομολογία. Ποιά; Την αντίσταση και άρνηση κάθε επίδρασης και προσβολής του παλαιού ανθρώπου, που ερεθίζει τη φιλαυτία να μας προκαλεί.

    Εφόσον ζει ο παλαιός άνθρωπος, θα αισθανόμαστε τους ερεθισμούς και τις προκλήσεις του, γιατί ο σκοπός του είναι να μας υποτάξει στη δουλεία τον θανάτου. Εμείς με πρότυπο τον Κύριό μας και τις μυριάδες των Πατέρων μας, δεν μετρούμε τις κινήσεις τον παράλογου, αλλά μάλλον χαιρόμαστε που μας δίνονται αφορμές της καλής ομολογίας. «Ταύτα πάντα ήλθεν εφ’ ημάς, και ουκ επελαθόμεθά σου» αν και «ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής» (Ψαλμ. μγ, 18, 23). Ανατρέχοντας στο παρελθόν, συναντούμε παραδείγματα της προγονικής μας κληρονομιάς. Τότε οι Πατέρες μας, σε δυσκολότερους καιρούς και περιστάσεις, δεν λύγισαν αλλά πρόταξαν την καλή ομολογία. Δεν είναι ομολογία μόνο η υποστήριξη των δογματικών παραδόσεων και των λατρευτικών συστημάτων. Θα υπεραμυνθούμε βέβαια και γι’ αυτά, αν παραστεί ανάγκη, με τη Χάρη του Χριστού μας. Ομολογία είναι και η σωστή άμυνα και πάλη κατά του νόμου της διαστροφής, που νύκτα μέρα διεξάγουμε. Ομολογία είναι η αντίσταση και ο πόλεμος κατά του θυμού, της αντιλογίας, της παρακοής, της δικαιολογίας και των υπόλοιπων ερεθισμάτων της σάρκας και της διάνοιας, που κάτω απ αυτά καλύπτεται ο εχθρός και μας πιέζει να προσκυνήσουμε τη «χαλδαϊκή εικόνα» της εμπάθειας και του αναρχισμού.

     «Στώμεν καλώς», ποθεινότατοι πατέρες και αδελφοί. Κρατήστε την πρακτική μορφή του δικού μας προγράμματος. Εκείνος που έτρεξε σε βοήθεια των μαρτύρων της χαλδαϊκής καμίνου, δεν θα παραβλέψει τη δική μας ομολογία, αλλά θα μας υψώσει στη θέση των Πατέρων μας, που πολέμησαν τις λαίλαπες των αιρέσεων και των κακοδοξιών. Ο κόπος της καρτερίας στη θλίψη της πείνας, της δίψας, της ανεπάρκειας του ύπνου και της ανάπαυσης, δεν είναι στίγματα ομολογίας; Η επιμονή στην τήρηση της ακρίβειας του μοναστικού μας προγράμματος είναι εφάμιλλη με τους διωγμούς, τις φυλακίσεις και εξορίες των πνευματικών προγόνων μας, που διώχτηκαν απ αυτούς που είχαν την εξουσία. Και ποιος γνωρίζει αν, για τις αμαρτίες μας, δεν θα ξανασυμβούν τα ίδια λόγω της χλιαρότητας των χριστιανικών λαών, που με αδιαφορία πορεύονται και ζουν;

Και ο θάνατος που παραμονεύει; Τι άλλο είναι ο θάνατος για τον καθένα, παρά συντέλεια και τέρμα της σκιάς της αχυρένιας σκηνής της εδώ ματαιότητας; Για τους «συνετούς (εν Κυρίω) και επιστήμονες» (Δεύτ. α, 13) όμως, είναι ένα κερδοφόρο πανηγύρι, όπου όχι μόνο εξαγοράζουν τη θνητότητα με την αθανασία, αλλά και «εχθροί όντες του Θεού» (Ρωμ. ε, 10), συμφιλιώνονται «δια του σταυρωθέντος υιού του Θεού» και κληρονομούν την υιοθεσία, στην οποία «επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι» (Α Πέτ. α, 12). Και ποιος είναι ο τρόπος της συναλλαγής και του ανέκφραστου πλουτισμού, παρά η άρνησή μας στη σκέψη και δουλεία του παράλογου και η εμμονή μας στον πρότυπο βίο και τη διδασκαλία του Κυρίου μας;

      Τί αρνούμαστε, αδελφοί μου, έναντι των όσων κληρονομούμε, και γινόμαστε κατά Χάρη υιοί του Θεού και αδελφοί του σωτήρα μας Χριστού; Τίποτε από τις φυσικές μας ανάγκες και απ’ όσα ανήκουν στην προσωπικότητά μας, αλλά, με συστολή το λέω, τα έργα της ντροπής, που τα κρύβουμε όταν τα εκτελούμε.

     Πάντοτε, λοιπόν, πρέπει να ανακαινίζουμε τις αποφάσεις, όταν η πεσμένη φύση μας μαραίνεται και αδρανεί. «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λούκ. ιβ, 35). Το περίζωμα της οσφύος, η προθυμία, «οι καιόμενοι λύχνοι» και ο θείος ζήλος, είναι αυτά που ανατρέπουν την παράλυση της ακηδίας, που μεταβάλλει το λογικό και δραστήριο άνθρωπο, σε ένα άβουλο και νεκρό στοιχείο. Σε μας δεν χρειάζεται άλλη αφορμή για αφύπνιση και ευλάβεια, παρά ο σχολιασμός του βίου και του τρόπου με τον οποίο οι καθημερινά εορταζόμενοι άγιοι ευαρέστησαν το Θεό και τους οποίους εγκωμιάζουμε με ψαλμούς και ύμνους. Όσες φορές και όταν το καλούσε η περίσταση ή ακόμη και η βία των παράλογων αρχόντων, δεν δίσταζαν, δεν κατηγορούσαν, δεν μεμψιμοιρούσαν, αλλά με χαρά αντιμετώπιζαν την ευκαιρία ως αφορμή ομολογίας. Και όχι μόνο οι ώριμοι και σταθεροί άνδρες, αλλά και οι νέοι. Ακόμη και νεαρές γυναίκες, με θάρρος αθλητικό, επισφράγιζαν έμπρακτα την πρώτη και κύρια εντολή της αγάπης προς το Θεό, «εξ όλης ψυχής, καρδίας και διανοίας» (πρβλ. Δεύτ. στ, 5).

     Και εμείς, γνήσιοί μου αδελφοί και πατέρες, δεν θα δειλιάσουμε, δεν θα προδώσουμε, δεν θα γίνουμε λιποτάκτες, αλλά θα μαρτυρήσουμε, θα ομολογήσουμε με παρρησία και θα αποδείξουμε στους αντίθετους, ότι μόνο έναν Κύριο και Δεσπότη και Σωτήρα έχουμε και αναγνωρίζουμε και στο πανάγιο θέλημά του υποτασσόμαστε μέχρι θανάτου. Έμπρακτα γνωρίσαμε ότι «μηκέτι εαυτοίς ζώμεν, αλλά τω υπέρ ημών αποθανόντι και εγερθέντι» (Β Κορ. ε, 15) και άρα ολόκληρη η θέληση, ο πόθος και η εκλογή ανήκουν σ αυτόν και γι αυτόν το στόχο και σκοπό ζούμε και πεθαίνουμε.

     Οι άγιοι μάρτυρες πέθαιναν για να μη γίνουν παραβάτες κάποιας εντολής ανάλογης με την περίσταση. Εμείς θα προδώσουμε στη βία της ακηδίας ή της αντιλογίας ή της παρακοής και του επαίσχυντου θελήματος; Στην αρχή κάθε μέρας και νύκτας, σύμφωνα με το πατερικό μας τυπικό πρόγραμμα, όλοι μαζί «δεύτε προσκυνήσωμεν τω βασιλεί και Θεώ ημών» και με συνεχή ευχή να επικαλούμαστε τη βοήθειά του και θα πετυχαίνουμε, αφού μας συνοδεύουν οι προσευχές των Πατέρων μας και του οσιότατου μας Γέροντα και Πατέρα, που μας ενεθάρρυνε να παραμείνουμε και να εγκαταβιώσουμε στο Βατοπαίδι.

    Προσέχετε την ακαταστασία, που είναι γέννημα της αμέλειας. Προκαλεί λάθη, παραλείψεις και ζημιές στα προϊόντα, στα πράγματα και σ’ αυτά τα εργαλεία, αλλά και απώλεια πολύτιμου χρόνου μέσω του οποίου, αν προσέχουμε, κερδίζουμε την αιωνιότητα. Συναλλαγή είναι ο παρών χρόνος και καιρός. Εάν αρνούμαστε τα ψεκτά και παράλογα και εφαρμόζουμε τα καλά και τα ευάρεστα στο Θεό, κερδίζουμε τον πλούσιο μακαρισμό «ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγων ης πιστός», για το δικό μου θέλημα, που είναι ο κανόνας της αρετής και αλήθειας και στο πρόσωπο η αρμόζουσα θέση, «επί πολλών σε καταστήσω» (Ματ. κε, 21), σε όσα δεν περιγράφονται με τα μέτρα και σύμβολα αυτού του κόσμου.

    «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α Κορ. ιδ, 4θ), όχι για επίδειξη η ανθρωπαρέσκεια, αλλά τω πνεύματι ζέοντες τω Κυρίω δουλεύοντες» και «έτι μικρόν όσον όσον» (Εβρ. ι, 37) ο Κύριος έρχεται ελέγχοντας καθενός τη συνείδηση για να αποδώσει το μισθό. Η αξιομισθία στην παρούσα ζωή είναι αρχικά η άφεση των αμαρτιών μας. Μετά, η απαλλαγή μας από τα πάθη και τον παλαιό άνθρωπο και η είσοδός μας στην πλατεία της ελευθερίας και της ενάρετης ζωής. Ω τότε! Πόσο θα χαρείτε και θα σκιρτήσετε, όταν αισθάνεστε να απαλείφονται και να εκλείπουν παλιές συνήθειες και πάθη. Να σταματούν παλιοί πόλεμοι, που μας έσπρωχναν στην απογοήτευση και στη θλίψη και στη θέση τους να βλαστούν ενάρετες συνήθειες και ο κατά Θεόν πόθος. Εκεί που άλλοτε μας τυραννούσε η πίεση του παράλογου θυμού στις ξένες επικρίσεις και κατά κάποιο τρόπο το μίσος και η αποστροφή, τώρα παράδοξα σκιρτά μέσα μας η αγάπη και συμπάθεια και στρέφεται χωρίς προσπάθεια και κόπο η προσευχή μας σ’ αυτούς, που μας πολέμησαν.

     Και τί είναι αυτό μπροστά στην αίσθηση της θεοαγχιστείας, για την οποία μυστηριωδώς ο άνθρωπος πληροφορείται; Ή μάλλον αισθάνεται σε βάθος και με πληρότητα τον Χριστό, ως πατέρα του; Αυτό είναι απερίγραπτο στους ανθρώπινους συλλογισμούς και όρους. Μόνο μια βαθιά αίσθηση, που δεν ερμηνεύεται ή ελέγχεται, κυριαρχεί στο είναι του ανθρώπου και το γεμίζει με μακαριότητα. Ταυτόχρονα πενθεί για την πήλινη ευτέλειά του και κλαίει για την απερίγραπτη ελεημοσύνη και αγάπη του Θεού προς την κτίση του, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο και να ζει και να μετέχει των θείων δωρεών της απέραντης θεοπρεπούς κηδεμονίας.

Ήθελα να πω κι άλλα εδώ με τα οποία η θεία παναγαθότητα αφειδώς πλημμυρίζει την κτίση του, αλλά αισθάνομαι την ελεεινότητά μου και την προδοσία της ράθυμης ζωής μου και σιωπώ για να γίνω μισητός όπως το αξίζω!

 

(Γέροντος Ιωσήφ, «Βατοπαιδινές Κατηχήσεις», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 10. Κατήχηση 13, σ. 111-118)

Ο τροπαιοφόρος της αγάπης (Μνήμη Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου)

Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει μαρτυρική εορτή. Εάν επιχειρήσομε να εκθειάσομε τον εορταζόμενο Άγιο, μάλλον θα τον μειώσομε. Ο Άγιος αυτός είναι η δόξα των Μαρτύρων, το καύχημα των Αγίων, η τιμή του ουρανού και της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Είναι ο παμμέγιστος Γεώργιος. Δεν υπάρχει στόμα χριστιανικό από την νηπιακή ηλικία μέχρι του τελευταίου επιθανάτιου παλμού της καρδιάς, που να μην επικαλεστεί το γλυκύτατό του όνομα. Δεν υπάρχει χώρα χριστιανική που να μην υπάρχουν έστω και ερείπια ναού, που κτίσθηκε στην μνήμη του.

Ο φωστήρ αυτός κρύβει ένα μεγάλο μυστήριο, που δεν εξερευνήθηκε καταλλήλως. Πού οφείλεται η τόση αγάπη του λαού προς αυτόν; Αλλά και η δική του αγάπη προς τον λαό είναι τόσο μεγάλη, που μας εμποδίζει να τον ξεχνούμε, αλλά συνεχώς να τον επικαλούμεθα. Μέσα σε τρεις ή τέσσερεις χριστιανικές οικογένειες, θα υπάρχει οπωσδήποτε το όνομα Γεώργιος. Γιατί, δεν υπάρχει οικογένεια στην οποία δεν επενέβη η αγάπη αυτού του Αγίου, για να βοηθήσει. Αυτός ο ήρωας επέτυχε να ολοκληρώσει την χριστιανική του ιδιότητα, όχι μόνο διά της ομολογίας της πίστεως, αλλά και διά του μαρτυρίου. Και την συνεχίζει και μετά το μαρτύριό του. Αγκάλιασε την Εκκλησία, τους πιστούς όλων των αιώνων στα τετραπέρατα της οικουμένης. Και εκεί, που δεν υπάρχει ακόμα Ορθοδοξία, που υπάρχει η ομίχλη της ειδωλολατρίας και εκεί προφθάνει απρόσκλητος και δίνει την παρουσία της αγάπης του. Δικαίως ωνομάσθη από την Εκκλησία, «Αθλοφόρος», «Τροπαιοφόρος» και «Μεγαλομάρτυς». Όλοι οι Μάρτυρες είναι μεγάλοι, διότι όλοι θυσίασαν την ζωή τους και φανέρωσαν την τελεία αγάπη τους προς τον Χριστό μας. Αλλά το «Τροπαιοφόρος» και «Μεγαλομάρτυς» δεν ανήκει τόσο στην γενναιότητα που επέδειξε στα βασανιστήρια, αλλά κατά την γνώμη μου, στο πλήρωμα της αγάπης του, που υπήρξε όχι μόνο στην περίοδο που έζησε, αλλά και μετέπειτα μέχρι ακόμα της συντέλειας των αιώνων, ούτως ώστε να προλαμβάνει κάθε παλμό πόνου και να στηρίζει οποίον επικαλεστεί το όνομά του.

Για μας τους μοναχούς, ο Άγιος Γεώργιος είναι κουροτρόφος και προστάτης. Στην Θ´ ώδή του κανόνος του Αγίου λέγεται: «Και συ κατ’  εξαίρετον σκιρτά, το Όρος το Άγιον, χόρευε νυν και αγάλλου φαιδρώς, εύρες και γαρ κράτιστον τον Μέγα Γεώργιον, οροφύλακα». Μετά την Κυρία Θεοτόκο έρχεται αυτός ως προστάτης του τόπου τούτου και των μοναχών. Τέσσερα μοναστήρια και αρκετά κελλιά και καλύβες είναι αφιερωμένα στο άγιο όνομά του.

Στον βίο του αναφέρεται ότι ο πατέρας του, Γερόντιος, ήταν χριστιανός και ετελειώθη ως Μάρτυς. Και ο Γεώργιος από μικρός ήταν χριστιανός. Σε ηλικία 22 ετών αγόρασε το αξίωμα του κόμητος. Όταν επήγε να πάρει τον τίτλο για να προβιβαστεί, είδε ότι έφτιαχναν οι ανώτεροί του το διάταγμα διωγμού κατά των χριστιανών. Απόρησε γιατί τόσο αναίσχυντα διατάσσουν την καταστροφή των χριστιανών χωρίς να τους πταίσουν. Έβγαλε την ζώνη του, την επέταξε στους αρχηγούς του και φώναξε: «Είμαι χριστιανός. Δεν θα πειθαρχήσω στο διάταγμά σας». Από αυτή την στιγμή αρχίζει το μαρτύριό του. Και αυτός ο Μεγαλομάρτυς, παρ’  όλο το νεαρό της ηλικίας του, υπέμεινε αγογγύστως όλες τις ύβρεις και τις ατιμώσεις, χωρίς να παραφερθεί. Με πατρική αμνησικακία και στοργή υπέμεινε τα τρομερά εκείνα μαρτύρια και εθαυματουργούσε για να τους πείσει – αν και γνώριζε ότι δεν θα πιστεύσουν – αλλά για να μην υποβιβάσει την δύναμη της Χάριτος. Έκανε το θαύμα και έλεγε: «Εγώ θα το κάνω, αλλά εσείς δεν θα πιστεύσετε». Και ανέστησε ένα νεκρό που είχε αποθάνει πριν τριακόσια έτη.

Και εκείνο που μας συγκινεί πραγματικά είναι το αμνησίκακο που είχε, ενώ ημπορούσε να τους επιτίμησει. Μπορούσε να τους φερθεί με ένα άγριο ύφος, και αυτός τους ομιλούσε με πολλή συμπάθεια.

Εμείς σαν μοναχοί, παραδειγματιζόμεθα από την γενναιοψυχία και την αυταπάρνησή του, γιατί ενισχυόμεθα και στο ιδικό μας αναίμακτο μαρτύριο συνειδήσεως. Στους μάρτυρες έλεγαν: «Ή αρνείσθε ή ομολογείτε». Και δεν αρνήθηκαν και απέθαναν. Σε μας τώρα δεν υπάρχει αυτή η φάση. Υπάρχει όμως ο μυστηριώδης πόλεμος του νοητού τυράννου, ο οποίος συνεχώς μας πειράζει. Είναι σαν να λέει: «Ή θα προσκύνησεις το πολύμορφο είδωλο της αμαρτίας, ή θα σου φέρω πειρασμό, ή ασθένεια, ή ταραχή». Και εμείς απαντούμε με υψωμένη την φωνή: «Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και Αυτώ μόνω λατρεύσω. Ούτε τους θεούς σου λατρεύω, ούτε την εικόνα σου προσκυνώ». Πραγματικά αντλούμε από αυτόν τον γίγαντα μεγάλο θάρρος. Είμαστε ομοϊδεάτες. Για την αγάπη του Χριστού δεν εφείσθη, όχι μόνο της περιουσίας, των αξιών, των τίτλων, της χλιδής, τα οποία ανοίγονταν μπροστά του, αλλά και αυτής της ζωής του, την οποία και εθυσίασε.

Και εμείς στις δύσκολες ημέρες που περνάμε, πιστεύομε ότι ο ίδιος Θεός που ήταν τότε είναι και τώρα, με την ίδια πατρική στοργή και συμπάθεια και ενισχύει την μικρότητά μας. Και εμείς με την ιδία πρόθεση προτιμούμε την αγάπη του Χριστού μας, την πίστη και υποταγή προς Αυτόν, έναντι των υπολοίπων. Χάριν ουτού και εμείς με τις πτωχές μας δυνάμεις δρασκελίσαμε τον βίαιο ποταμό της κοσμικής συγχύσεως και ματαιότητος. Αρνηθήκαμε τους οικογενείς και αυτήν ακόμα την φύση και ευρισκόμεθα αυτοεξόριστοι σε αυτό τον τόπο, με την ίδια προσδοκία· φεύγοντας από τις αφορμές των αιτίων, μακράν των σκανδάλων, μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας που διαθέτουμε διά της Χάριτος του Χριστού μας, να αποδείξουμε πρακτικά ότι τον Χριστό μας αγαπούμε γνησίως, τον δε διάβολο και την αμαρτία βδελυσσόμεθα αξίως.

Μερικές φορές δεν επιτυγχάνουμε από απειρία, από αγνωσία, από αδυναμία αλλά ουδέποτε προδίδωμε την πρόθεση. Συνεχώς και εμείς ομολογούμε, ότι «Κύριον τον Θεόν ημών προσκυνούμεν και Αυτώ μόνω λατρεύομεν», και ένεκα της αγάπης Του, «τα πάντα ηγούμεθα σκύβαλα», αντλούντες θάρρος και από το νέφος των Μαρτύρων, που εβάδισαν αυτό το δρόμο και μας τον άφησαν σαν κληρονομιά. Πιστεύομε ακράδαντα πως οπωσδήποτε θα μείνει μαζί μας η Θεία Χάρις και θα επιτύχουμε και εμείς τον σκοπό μας. Έτσι επιτυγχάνομε δύο μεγάλα καλά. Πρώτα τη δική μας σωτηρία και δεύτερο, αποτελούμε ένα στήριγμα στους εν Χριστώ αδελφούς μας, που μένουν μέσα στην κοινωνία και σηκώνουν τον σκληρό και βαρύ ζυγό του κοινωνικού βίου και παλεύουν με τόσα αντίθετα και αντίξοα, με τόσες ταλαιπωρίες, για να μπορέσουν και αυτοί να μην αρνηθούν, αλλά να ομολογήσουν στο μέτρο της δυνάμεώς τους. Φως για μας είναι οι Άγγελοι και φως για τους χριστιανούς του κόσμου είναι οι μοναχοί, διότι σήμερα δεν μπορούν να βρουν τον Μ. Αντώνιο, τον Παΐσιο, τον Παχώμιο. Αυτοί παρήλθαν. Σήμερα στη θέση αυτή βρισκόμαστε εμείς οι ταπεινοί, κρατούντες τα ίδια εμβλήματα, τις ίδιες γραμμές, την ίδια παράδοση, συνεχίζοντες την ίδια πορεία.

Όλοι μας, με σωστή πρόθεση ας προσπέσουμε στην αγάπη του Αγίου Γεωργίου, διότι αυτές τις αφορμές ζητεί να προβάλει την πανίσχυρή του πρεσβεία και να ενισχύσει τον αγώνα μας. «Μακάριος ος έχει γνωστούς εν Σιών και οικείους εν Ιερουσαλήμ». Ιδού και εμείς· έχομε γνωστό και οικείο τον Άγιο Γεώργιο, που με ελάχιστα λόγια εγκωμιάσαμε, για να του δώσουμε την αφορμή και πρόφαση να πληρώσει την θεοπρεπή του αγάπη και να μας χαρίσει τον ουρανό. Αμήν.

(Γεροντος Ιωσήφ, «Διδαχές από τον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαινά 6,  σ. 87-92)

 

Πειρασμοί και θλίψεις. (Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη , (+27/2/1998)

Φεβρουαρίου 26, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο


 

            « Η χαρά παρηγορεί, αλλά δεν μας φέρνει κοντά στον Θεό. Σε ξεγελά και ξεχνάς την φιλοπονία, την άρση του σταυρού. Εγώ πολλές φορές βλάφτηκα από την πολλή χαρά. Οι θλίψεις, οι πειρασμοί, οι στενοχώριες σε καθαρίζουν και αισθάνεσαι κοντά σου τον Θεό. Ο σταυρός σε κάνει ταπεινό και αυτός φέρνει την ανάσταση. Δεν βλέπεις τι λέει; “Ιδού γαρ ήλθε δια του σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω”.

            Η ζωή μας εδώ είναι ένα συνεχές μαρτύριο. “Στενή και τεθλιμμένη οδός”, η μόνη που οδηγεί στον ουρανό. “Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού”(Πραξ. 4,22). Γεύθηκα, αδελφοί μου, και δεν περιαυτολογώ και την γλυκύτητα του παραδείσου, αλλά και την πικρία του άδου. Ανέβηκα στα ύψη του ουρανού, αλλά κατόπιν κατέβηκα στα κατώτερα βάραθρα και τάρταρα της κολάσεως».

            Ο συνειδητός μοναχός θα δοκιμάσει τον σταυρό και την ανάσταση σταδιακά. Άλλοτε θα προηγούνται τα θλιβερά και θα ακολουθούν τα ευχάριστα και αντίστροφα. Σε όσους η Χάρις αποδέχεται στο στάδιο της αθλήσεως τους θα συμβαίνουν αυτά, αλλά περισσότερο θα δοκιμάζουν τον σταυρό. Δίκαια μαθαίνομε ότι «ει συναποθάνομεν άρα και συζήσωμεν» (Β΄Τιμ.2,11).

            Υπάρχουν και βαθύτερα νοήματα στις κρίσεις του Θεού, που με πανσοφία ο Δημιουργός ρυθμίζει τα μυστήρια της προνοίας Του. Στους Αποστόλους βλέπομε ότι  δόθηκε δωρεάν η Χάρις στην αρχή, γιατί ήταν τα θεμέλια της νέας αποκαλύψεως, της δημιουργίας της Εκκλησίας. Μετά σήκωσαν οι Απόστολοι τον σταυρό με τους πολλούς διωγμούς, τις ταλαιπωρίες και τα μαρτύρια που υπέστησαν από τα άπιστα έθνη και που τα καλούσαν στην ευσέβεια.

            Στον Γέροντα μας Ιωσήφ προηγήθηκε η Χάρις δωρεάν και μετά η άρση του σταυρού, η περιεκτική φιλοπονία, με την οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί η ομολογία του ως πιστού και όχι μισθωτού.

            Αυτή είναι η γενικότερη μορφή της φιλοπονίας. Υπάρχει και η μερική, η οποία αφορά κάθε αγωνιζόμενο που θέλει να λάβει μέρος στο μυστήριο της πίστεως και των θείων επαγγελιών. Στον χώρο της μετανοίας, που ο κάθε πιστός στρατεύεται ανάλογα με την πίστη του, τον ζήλο του, ακόμα και τον χαρακτήρα του, θα δοκιμάσει αυτές τις εναλλαγές της θλίψεως και της παρηγορίας.

            Αυτές οι μεταβολές βρίσκονται στις νόμιμες αλλοιώσεις της κατά Θεόν ζωής, και δεν είναι ψυχολογικές αστάθειες και μεταπτώσεις της ακατάστατης ζωής. Είναι δε επωφελέστατες, γιατί δυναμώνουν το πνευματικό ήθος του αγωνιστού και τον βεβαιώνουν ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Τότε λέει με θάρρος «ταύτα πάντα ήλθον εφ’ ημάς και ουκ επελαθόμεθα σου…ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής» ( Ψαλ. 43, 18-23). Κάποτε μας αφηγήθηκε, ότι υπέφερε δύο φορές από κάποιο σκληρό πειρασμό, που τον εμπόδιζε να λειτουργήσει. Παρά τις επίμονες παρακλήσεις του δεν εισακούστηκε από τον Θεό. Τότε στράφηκε προς τον φύλακα άγγελο και με παράπονο του είπε: « Δεν απεστάλης συ πρός φυλακή και βοήθεια μου; Γιατί δεν με βοηθείς σε αυτή την δοκιμασία;». Πράγματι, αμέσως έφυγε ο πειρασμός και λειτούργησε. Το πνεύμα της απογνώσεως είναι το πιο σκληρό μαρτύριο. Εύχομαι στους πνευματικούς αυτούς αθλητές να μην τους εκλείψει η καρτερία και η επιμονή. « Μακάριος άνθρωπος ον αν παιδεύσης Κύριε και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν» ( Ψαλ. 93,12).

            Συνιστούσε πολύ την υπομονή ως απαραίτητο μέσο σωτηρίας στις θλίψεις ο μακάριος Γέροντας. Μας διηγόταν για την αυστηρότητα και φιλοπονία του Γέροντος μας Ιωσήφ, που ήταν σχεδόν κλεισμένος στον τάφο. Αναφερόταν και σε κάποιον άλλο Γέροντα Γαβριήλ που είχε πόθο να κοινωνεί κάθε ημέρα. Αυτός ο Γέροντας έκανε άκρα νηστεία και αυτό του προκαλούσε φυσιολογικά δυσκολία. Κάποτε τόσος ήταν ο πόνος και η αγωνία του «υπέρ φύσιν» και κοίταζε ψηλά στον ουρανό. Ξαφνικά κάτι τον παρηγόρησε και άρχισε να φωνάζει: «Λουλούδια, λουλούδια, αρώματα» και λέγοντας αυτά παρέδωσε την μακαρία ψυχή του στα πραγματικά λουλούδια της αιωνιότητος.

Σωματική ασθένεια και θεραπεία.

            «Ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού» ( Β΄Κορ. 12, 9).

            Από μικρός ο Γέροντας ήταν αλλεργικός. Μας έδειχνε το ένα πόδι, που φαινόταν πάντοτε ερεθισμένο. Όταν η κόπωση αυξανόταν, τότε αυτό ερεθιζόταν περισσότερο και μετέδιδε τα συμπτώματα και στο υπόλοιπο σώμα.

            Όταν και σε μας συνέβαιναν θλίψεις, είτε από κάποια ασθένεια ή άλλη αιτία και προκαλούσαν φόβο ή αποθάρρυνση, μας παρηγορούσε με ένα δικό του περιστατικό που μας δυνάμωνε το ηθικό, αλλά μεγάλωνε και την προθυμία μας.

            «Κάποτε, μας έλεγε, αυτή η αλλεργική ασθένειά μου δυνάμωσε απότομα. Από τους σωματικούς κόπους, γιατί υπηρετούσα δύο Γέροντες, γέμισε το σώμα μου χονδρά σπυριά με ερεθιστική φαγούρα. Τα μάτια μου ακόμα ερεθίστηκαν, και σχεδόν όλο μου το πρόσωπο παραμορφώθηκε.

            Πήγα σιγά-σιγά στο εκκλησάκι μας και με παράπονο άρχισα να κλαίω μπροστά στην εικόνα της Παναγίας μας. “Παναγία μου, Της έλεγα, τώρα θα σου θυμίσω τα λόγια Σου, όταν μας παρηγορούσες, ότι θα είσαι και θα μείνεις πάντοτε η κηδεμόνας, η τροφός και γιατρός μας. Που θα καταφύγω τώρα εγώ ο ταπεινός, όπως είμαι για να βρώ παρηγοριά”.

Αμέσως αισθάνθηκα στην ψυχή μου μία ειρήνη, μία ανακούφιση και όλο μου το σώμα το αισθανόμουν ελαφρό και ευκίνητο. Άρχισα να κινούμαι και να περπατώ με ευκολία! Αυτό ήταν όλο. Απόκτησα την υγεία και την όρεξή μου να συνεχίσω την διακονία μου στους Γέροντές μου».

            Πόση δύναμη περνάμε, όταν μας διηγόταν τόσο ζωντανά την παρουσία της Χάριτος, εάν την επικαλεσθεί κάποιος με πίστη! Ο Γέροντας Εφραίμ είχε υπερβολική αγάπη στην Παναγία. «Τι να κάνω, έλεγε, πολλές φορές όταν λειτουργώ δεν μπορώ να προφέρω το όνομά Της. Όταν Την επικαλούμαι, αισθάνομαι μέσα μου μία πυράκτωση της καρδίας μου».

            «Είχε έρθει μία φορά στην καλύβη μας ένας καλός ψάλτης από τους Δανιηλαίους. Μας πέτυχε στην Λειτουργία. Ορίστε π. Δανιήλ να ψάλλετε το “Άξιον εστί”. Και το έψαλλε. Εκείνη την ώρα ξέρετε τι είπα; Εσύ π. Δανιήλ ψέλνεις και υμνολογείς τον Θεό, δοξάζεις τον Θεό με την καλλιφωνία και την ψαλτική. Εγώ δεν έχω τίποτε άλλο να προσφέρω στον Θεό παρά τον πόνο που αισθάνομαι στο ποδάρι μου. Αν θα με ελεήσει ο Θεός, εξαιτίας του πόνου θα με ελεήσει.

-Γέροντα, τι πειρασμούς περάσατε;

«Θα σας πω το απόρρητο της ζωής μου. Το έκζεμα, αυτή την πληγή που έχω στο πόδι, την έχω από δεκαπέντε χρονών. Δοκίμασα διάφορα φάρμακα. Τίποτε. Τώρα που πέρασε η ηλικία επιδεινώθηκε. Καθήμενος στο κρεβάτι του πόνου, έτσι το λέω εγώ, έχω το πόδι ψηλά και λίγο ανακουφίζομαι. Καθήμενος εδώ δημιουργήθηκε κύστη κόκκυγος. Όταν το σκέπτεσαι αυτό είναι το πλέον φρικωδέστερο. Προκαλεί πολύ πόνο. Σε όποια στάση και αν καθήσεις πονάς. Σε πονά ο γλουτός. Σε προειδοποιεί ότι θα ανοίξει πληγή. Υπομονή, υπομονή. Έως ότου μία φορά δεν άντεξα και έπεσα σε απόγνωση. Μόνο που να σκέφτεσαι την λέξη απόγνωση είναι φρίκη. Είναι γεύση κολάσεως, γεύση γεένης. Κράτησε έξι έως εφτά λεπτά. Μέσα στον πόνο, μέσα στην απελπισία που βρισκόμουν, δεν έλεγα τίποτε στην συνοδία μου. Μία φωνή άκουσα ως αύρα λεπτή. “Έτσι σε θέλει ο Θεός”. Με αυτό πήρα μία βαθιά αναπνοή. “Ε! νάναι ευλογημένο, αφού έτσι με θέλει Ο Θεός. Αλλά δος μου υπομονή, γιατί δεν αντέχω”. Τι να κάνω; Να βγω έξω να κάνω εγχείριση; Ολοι σου λένε εγχείριση να κάνεις. Πως θα βγω όμως;

Σηκώνομαι απελπισμένος και πηγαίνω στο καντηλάκι της Παναγίας. Και το καντηλάκι της Παναγίας, θαυματουργό είναι. Παίρνω λίγο βαμβάκι και αλείφω το μέρος, που είναι η κύστη κόκκυγος, και δεξιά και αριστερά τους γλουτούς. Αυτό το έκανα τρεις ημέρες. Την τρίτη ημέρα άφαντος ο πόνος. Θαυματούργησε η Παναγία. Εφαρμόστηκε η συχνή πατερική ρήση, “υπομονή στις θλίψεις” .

Η σκέπη της Παναγίας πάντα υπάρχει, αλλά δεν την βλεπομε. Τότε την βλέπομε, όταν πρόκειται να πέσομε μέσα στο χάος, στην άβυσσο. Τότε μας απαλλάσσει από την καταβόθρα. Και όχι μόνο αυτό. Το κυριότερο να πούμε. Όταν έφυγαν οι πόνοι, μία χαρά κυκλοφόρησε μέσα μου ως μία πληροφορία, ότι ο Θεός την πολλή Του, την άμετρη αγάπη, την φανέρωσε με το να μου δώσει την πληγή κάτω στο ποδάρι. Και δεν χόρταινα να δοξάζω, να υμνολογώ, να ευγνωμονώ τον Θεό, που μου έδωσε την πληγή.

Γι’ αυτό, καλές είναι οι θλίψεις, καλά τα βάσανα, καλές οι στενοχώριες. Ξέρει ο Θεός, γιατί τις δίνει. Περισσότερο πλησιάζομε τον Θεό με τις θλίψεις. “Εν θλίψει επλάτυνάς με” (Ψαλ.4,2) και κατά το πατερικό “ο φεύγων πειρασμόν επωφελή, φεύγει ζωήν αιώνιον”.

            Γι’ αυτό ο άνθρωπος να μην απελπίζεται. Να μην έρχεται σε απόγνωση με μία αποτυχία. Η αποτυχία μετατρέπεται σε επιτυχία, διότι έτσι γνωρίζεις ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Το θέλημα του Θεού, δεν είναι πάντοτε γλυκό. Είναι και πικρό! “Το ποτήριον ο δέδωκε μοι ο πατήρ, ου μή πίω αυτό;” (Ιω.18,11). Διαμέσου του σταυρού ήλθε η ανάσταση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τον Ιώβ, όχι για την προηγούμενη ζωή του, που ήταν ελεήμων, οικτίρμων, φιλόξενος, της προσευχής, αλλά για την υπομονή, που έκανε στην ασθένεια που του παραχώρησε ο Θεός. “Την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε” (Ιακ. 5,11). Με αμεριμνία και με άνεση, δεν πάμε στον ουρανό. Θα δώσουμε αίμα για να πάρουμε πνεύμα.

            Θυμάμαι όταν πήγα στα Ιεροσόλυμα με πλησίασε μία γερόντισσα και ήθελε να μου πει ένα όραμα, που είδε. Είδα Γέροντα τους τρείς Πατριάρχες, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ μέσα στον παράδεισο. Τους είπα, θέλω να έρθω και εγώ εκεί. Έλα, μου λένε. Από πού; Από τον δρόμο. Ποιό δρόμο; Μου έδειξαν ένα μονοπάτι δεκαπέντε πόντους. Μα αν έρθω από αυτό θα σχίσω τα ρούχα μου. Α!, γερόντισσα, από αυτό ήρθαμε και εμείς.

            Με γλυκίσματα, δεν πάμε στον παράδεισο. Έχει κάτι φαρμάκια! Με αυτά όμως καθαρίζεται η ψυχή».

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο χαρισματούχος υποτακτικός. Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 12, σ. 135-142)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers