Υμνογραφική προσέγγιση της Θεολογίας της Περιτομής του Χριστού

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

(Απόσπασμα σχετικής εργασίας)

 Στιχηρά Μεγάλου Εσπερινού της εορτής 
1Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶςΜε συγκατάβαση ο Σωτήρας,
προς το ανθρώπινο γένος,
δέχθηκε να τυλιχθεί με σπάργανα·
δεν αποστράφηκε την περιτομή της σάρκας,
Αυτός που είναι οκτώ ημερών κατά τη Μητέρα,
αλλά άναρχος κατά τον Πατέρα. Σ’ Αυτόν ας αναφωνήσουμε με πίστη:
Εσύ είσαι ο Θεός μας· ελέησέ μας.  
2Οὐκ ἐπῃσχύνθη ὁ πανάγαθος Θεός, τῆς σαρκὸς τὴν περιτομὴν ἀποτμηθῆναι, ἀλλ’ ἔδωκεν ἑαυτόν, τύπον καὶ ὑπογραμμόν, πᾶσι πρὸς σωτηρίαν• ὁ γὰρ τοῦ Νόμου Ποιητής, τά τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κηρυχθέντα περὶ αὐτοῦ, ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς, Κύριε δόξα σοι.Δεν ντράπηκε ο Πανάγαθος Θεός
να υποστεί την περιτομή της σάρκας,
αλλά πρόσφερε τον εαυτό Του
ως τύπο και υπόδειγμα
για τη σωτηρία όλων. Διότι ο Δημιουργός του Νόμου εκπληρώνει τον Νόμο
και όσα οι Προφήτες κήρυξαν γι’ Αυτόν·
Αυτός που κρατά τα πάντα στο χέρι Του,
κι όμως τυλίχθηκε με σπάργανα. Κύριε, δόξα σε Σένα.  

Θεολογικός σχολιασμός

Τα τροπάρια της Περιτομής του Κυρίου αποκαλύπτουν με υποδειγματικό τρόπο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως και της σωτηριολογικής οικονομίας του Θεού Λόγου. Ο Χριστός παρουσιάζεται όχι απλώς ως βρέφος που υπακούει σε έναν εξωτερικό νόμο, αλλά ως ο άναρχος και αιώνιος Θεός, ο οποίος ελεύθερα εισέρχεται στον χρόνο και αποδέχεται τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης υπάρξεως για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Η υμνολογία τονίζει εξαρχής ότι η ενανθρώπηση δεν είναι φαινομενική, αλλά απολύτως πραγματική. Ο Σωτήρας «κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν» και «οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν». Με αυτές τις εκφράσεις η Εκκλησία ομολογεί ότι ο Λόγος προσλαμβάνει όχι μόνο την ανθρώπινη φύση γενικώς, αλλά και τη συγκεκριμένη ιστορική της μορφή: τη γέννηση, τη βρεφική ηλικία, την ένταξη στον Ιουδαϊκό Νόμο. Η περιτομή, ως σωματική πράξη, βεβαιώνει ότι ο Χριστός δεν αποφεύγει τίποτε από όσα ανήκουν στη φθαρτή ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς όμως να μολύνεται από την αμαρτία.

Κομβικό σημείο των τροπαρίων αποτελεί η χριστολογική αντιπαράθεση: «ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα». Σε μία φράση συμπυκνώνεται η πίστη της Εκκλησίας στον έναν Χριστό με δύο φύσεις. Ο ίδιος που μετρά ημέρες σύμφωνα με την ανθρώπινη γέννησή Του, είναι ταυτόχρονα Αυτός που δεν έχει αρχή ως προς τη θεία Του γέννηση. Η περιτομή δεν αφορά έναν «απλό άνθρωπο», αλλά την ίδια τη θεία Υπόσταση του Λόγου, ο οποίος ενεργεί μέσα από την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε.

Ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα έχει η φράση ότι ο Χριστός δίδει τον εαυτό Του «τύπον καὶ ὑπογραμμόν πᾶσι πρὸς σωτηρίαν». Η περιτομή δεν είναι αναγκαία για τον Χριστό, αλλά γίνεται για χάρη μας. Λειτουργεί ως τύπος της πνευματικής περιτομής, δηλαδή της αποκοπής της αμαρτίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της εν Χριστώ ζωής. Έτσι, το γεγονός εντάσσεται οργανικά στη μυστηριακή και ασκητική ζωή της Εκκλησίας.

Καίρια είναι επίσης η δήλωση ότι «ὁ τοῦ Νόμου Ποιητής τὰ τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ». Ο Χριστός δεν καταργεί τον Νόμο αυθαίρετα, αλλά τον εκπληρώνει εκ των έσω. Ως Δημιουργός και Νομοθέτης, υποτάσσεται εθελουσίως στις διατάξεις Του, αποκαλύπτοντας ότι ο Νόμος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά παιδαγωγός που οδηγεί στη χάρη. Η υπακοή Του δεν είναι νομική αναγκαιότητα, αλλά σωτηριολογική πράξη αγάπης.

Τα τροπάρια κορυφώνονται στο μεγάλο παράδοξο της θείας οικονομίας: «ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς». Ο Θεός που συγκρατεί την κτίση γίνεται βρέφος, ο Άπειρος περιορίζεται, χωρίς να παύει να είναι Άπειρος. Η περιτομή, όπως και τα σπάργανα, δεν μειώνουν τη θεότητα του Χριστού, αλλά φανερώνουν τη δύναμη της θείας αγάπης που καταδέχεται να κατέλθει μέχρι τα έσχατα της ανθρώπινης κατάστασης.

Τελικά, τα τροπάρια δεν μας καλούν απλώς να θαυμάσουμε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά να ομολογήσουμε με πίστη: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Περιτομή του Κυρίου γίνεται αφορμή δοξολογίας, διότι μέσα από αυτήν αποκαλύπτεται ότι η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται με εξωτερική τήρηση νόμων, αλλά με τη θεανθρώπινη κοινωνία που εγκαινιάζει ο ενανθρωπήσας Λόγος, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη σάρκα στη χάρη και από τον τύπο στην αλήθεια.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΕΟΡΤΉΣΑπόδοση στην νέα Ελληνική γλώσσα
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε• καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.Έλαβες χωρίς καμιά αλλοίωση την ανθρώπινη μορφή,
ενώ παραμένεις Θεός κατά την ουσία,
Κύριε πολυεύσπλαγχνε·
και εκπληρώνοντας τον Νόμο,
δέχθηκες εκούσια
την περιτομή της σάρκας,
για να καταργήσεις ό,τι ήταν σκιά και προτύπωση
και να αφαιρέσεις το κάλυμμα των παθών μας. Δόξα στην αγαθότητά Σου,
δόξα στην άπειρη ευσπλαχνία Σου,
δόξα στην ανέκφραστη συγκατάβασή Σου,
Λόγε του Θεού.  

Θεολογικός σχολιασμός

Το τροπάριο αυτό αποτελεί πυκνή και υψηλής ακρίβειας ομολογία της ορθόδοξης χριστολογίας και σωτηριολογίας, ενταγμένη στο μυστήριο της Περιτομής του Κυρίου. Ο ύμνος ξεκινά με τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ο Χριστός, «Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν», προσλαμβάνει «μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην». Η φράση αυτή αποκλείει κάθε δοκητισμό ή μεταβολή της θείας φύσεως: η ενανθρώπηση δεν αλλοιώνει τη θεότητα, ούτε απορροφά την ανθρωπότητα, αλλά φανερώνει την αληθινή ένωση των δύο φύσεων «ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως», σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας.

Η πρόσληψη της ανθρώπινης μορφής δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη θεολογική πράξη, αλλά ως έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας του Θεού. Ο Χριστός ονομάζεται «πολυεύσπλαγχνος Κύριος», διότι η ενανθρώπηση και όσα τη συνοδεύουν —όπως η περιτομή— δεν επιβάλλονται από ανάγκη, αλλά πηγάζουν από την αγαθότητα και την αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Η σωτηρία δεν έχει νομικό ή μηχανικό χαρακτήρα· είναι καρπός θείας συγκαταβάσεως.

Η περιτομή ερμηνεύεται καθαρά ως εκούσια πράξη υπακοής: «θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν». Ο Χριστός εκπληρώνει τον Νόμο όχι ως υποκείμενος σε αυτόν, αλλά ως ο ίδιος ο Νομοθέτης. Η υπακοή Του δεν είναι εξωτερική συμμόρφωση, αλλά εσωτερική αποκάλυψη του αληθινού σκοπού του Νόμου, ο οποίος οδηγεί από το γράμμα στο Πνεύμα και από τον τύπο στην αλήθεια.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σωτηριολογική ερμηνεία της περιτομής: ο Χριστός την αποδέχεται «ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Εδώ ο ύμνος συνδέει άμεσα την πράξη της περιτομής με την κατάργηση της παλαιάς οικονομίας των σκιών. Οι τυπικές και προεικονιστικές διατάξεις του Νόμου βρίσκουν το τέλος και την πλήρωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού. Παράλληλα, η «περιτομή» λαμβάνει πνευματική διάσταση: γίνεται εικόνα της αποκοπής των παθών, της αφαίρεσης του καλύμματος που σκοτίζει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να κοινωνήσει της θείας ζωής.

Έτσι, η περιτομή του Χριστού δεν αφορά μόνο το παρελθόν της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά ανοίγει τον δρόμο για την ανακαίνιση του ανθρώπου. Προαναγγέλλει τη νέα, πνευματική περιτομή της καρδιάς, που θα πραγματωθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας.

Το τροπάριο ολοκληρώνεται με τριπλή δοξολογία, η οποία δεν διαχωρίζει τις ενέργειες του Θεού, αλλά τις ενώνει: δοξάζεται η αγαθότητα, η ευσπλαχνία και η «ἀνεκφράστος συγκατάβασις» του Λόγου. Η συγκατάβαση δεν είναι απλώς μία πράξη μεταξύ άλλων, αλλά το ίδιο το κλειδί της θείας οικονομίας. Ο Λόγος κατέρχεται για να ανυψώσει τον άνθρωπο, προσλαμβάνει τη σάρκα για να τη θεραπεύσει και εισέρχεται στον Νόμο για να τον μεταμορφώσει σε οδό χάριτος και ζωής.

Έτσι, το τροπάριο οδηγεί τον πιστό όχι μόνο σε δογματική ομολογία, αλλά και σε δοξολογική στάση: μπροστά στο μυστήριο της θεανθρώπινης συγκαταβάσεως, η μόνη αρμόζουσα απάντηση είναι η ευχαριστία και η δόξα προς τον φιλάνθρωπο Θεό.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ

 ΩΔΗ Α 
1Ἡ Ὀγδόας, φέρουσα τύπον τοῦ μέλλοντος, τῇ σῇ Χριστὲ λαμπρύνεται, καὶ ἁγιάζεται, ἑκουσίῳ πτωχείᾳ· ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί.  Η Όγδοη ημέρα, που φέρει τον τύπο των μελλόντων,
λαμπρύνεται και αγιάζεται από Εσένα, Χριστέ,
με την εκούσια πτωχεία Σου·
γιατί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τον Νόμο,
περιτμήθηκες κατά τη σάρκα.
2Περιτομήν, δέχεται τῇ ὀγδοάδι Χριστός, τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως• καὶ ταύτης σήμερον, τὴν σκιὰν καταστέλλει, τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος.  Ο Χριστός δέχεται την περιτομή
την όγδοη ημέρα από τη γέννησή Του,
και σήμερα μ’ αυτήν
καταργεί τη σκιά,
ανατέλλοντας το φως
της νέας χάρης.

Θεολογικός σχολιασμός

Τα τροπάρια αυτά εστιάζουν στο μυστήριο της Ὀγδόας ἡμέρας ως καίριο θεολογικό σύμβολο, μέσα στο οποίο εντάσσεται η Περιτομή του Κυρίου και αποκαλύπτεται η μετάβαση από την Παλαιά στη Νέα Κτίση. Η Ὀγδόα δεν παρουσιάζεται απλώς ως χρονολογική στιγμή μετά την επταήμερη τάξη της κτίσεως, αλλά ως τύπος τοῦ μέλλοντος, δηλαδή ως προεικόνιση της εσχατολογικής πραγματικότητας, της Βασιλείας του Θεού και της νέας ζωής που υπερβαίνει τον παρόντα αιώνα.

Η Ὀγδόα «λαμπρύνεται καὶ ἁγιάζεται» από τον ίδιο τον Χριστό, όχι με κοσμική δόξα, αλλά με την «ἑκούσιον πτωχείαν» Του. Η εκούσια αυτή πτωχεία δεν περιορίζεται στη γέννηση εν σπηλαίῳ, αλλά συνεχίζεται και στην αποδοχή της περιτομής. Ο Χριστός, ενώ είναι ο πλούσιος της χάριτος και της ζωής, εισέρχεται ελεύθερα στην ανθρώπινη αδυναμία και ταπείνωση, ώστε να μεταβάλει την πτωχεία σε χώρο αγιασμού. Έτσι, η Ὀγδόα ημέρα καθαγιάζεται όχι απλώς ως εορταστικός χρόνος, αλλά ως φορέας σωτηριολογικού περιεχομένου.

Η φράση «ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί» υπογραμμίζει την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως και την ελεύθερη υπακοή του Χριστού στον Νόμο. Η περιτομή τελείται «νομίμως», όχι διότι ο Χριστός δεσμεύεται από τον Νόμο, αλλά διότι ο ίδιος ο Νομοθέτης επιλέγει να εισέλθει στο ιστορικό και σωτηριολογικό πλαίσιο του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό ο Νόμος δεν καταργείται βίαια, αλλά οδηγείται στην εκπλήρωσή του.

Στο δεύτερο τροπάριο γίνεται σαφής η δυναμική της υπερβάσεως: ο Χριστός «δέχεται περιτομήν τῇ ὀγδοάδι τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως», όμως ακριβώς με αυτήν την πράξη «τὴν σκιὰν καταστέλλει». Η περιτομή, ως σκιά και τύπος της Παλαιάς Διαθήκης, φθάνει στο τέλος της, διότι εμφανίζεται το φως της αλήθειας. Ο Χριστός δεν απλώς τηρεί έναν τυπικό θεσμό, αλλά τον μεταμορφώνει εκ των έσω και τον υπερβαίνει, εγκαινιάζοντας τη νέα οικονομία της χάριτος.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα του φωτός: «τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος». Η Περιτομή, ενώ φαίνεται ως πράξη που ανήκει στο παλαιό, γίνεται το ίδιο το σημείο της ανατολής του νέου. Το φως της χάριτος δεν έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία, αλλά ανατέλλει μέσα από αυτήν. Έτσι, η Ὀγδόη ημέρα γίνεται σύμβολο της νέας κτίσεως, της ζωής εν Χριστώ, που θα φανερωθεί πλήρως στην Ανάσταση —η οποία επίσης τελείται «μετὰ τὸ σάββατον», ως εσχατολογική Ὀγδόη.

Συνολικά, τα τροπάρια παρουσιάζουν την Περιτομή του Κυρίου όχι ως απλό γεγονός της παιδικής Του ηλικίας, αλλά ως θεολογικό πέρασμα: από τη σκιά στο φως, από τον Νόμο στη χάρη, από την παλαιά κτίση στη νέα. Η Ὀγδόη ημέρα γίνεται έτσι εορτή ελπίδας και προοπτικής, προαναγγέλλοντας την ανακαίνιση του ανθρώπου και την είσοδό του στην άκτιστη ζωή του Θεού διά του ενανθρωπήσαντος Λόγου.

 ΩΔΗ Β 
1Ὁ Λόγος σαρκωθεὶς ὁ ὑπερούσιος, εἰς λῆξιν τοῦ Νόμου περιετμήθη, ἀπαρχὰς δὲ θείας χάριτος, καὶ ζωῆς ἀκηράτου ἡμῖν δέδωκε.  Ο Λόγος που έγινε σάρκα, ο Υπέρτατος (ὁ ὑπερούσιος), περιτμήθηκε σύμφωνα με τον Νόμο, ως λήξη του Νόμου, αποτελώντας ταυτόχρονα την απαρχή της θείας χάριτος, και μας έδωσε ζωή άσπιλη και αμόλυντη.
2Τοῦ Νόμου πληρωτὴς ὡς οὐκ ἀντίθεος, ὑπάρχων Χριστὸς σεσαρκωμένος, ἀνεδείχθη καὶ ἠξίωσεν, ἑκών περιτμηθῆναι ὀκταήμερος.  Ο Χριστός, ως εκπλήρωση του Νόμου και μη αντίθετος προς αυτόν, έγινε άνθρωπος, εμφανίστηκε και αξιώθηκε να περιτεμηθεί εκούσια, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή Του.

Θεολογικός σχολιασμός

Ο Λόγος, ο Υπέρτατος και αληθινός Θεός, σαρκωθείς για την σωτηρία του κόσμου, υπάκουσε πλήρως στο Νόμο, περιτμηθείς ως οκταήμερος, όχι ως αντίθετος, αλλά ως πληρωτής και εκπληρωτής του Μωσαϊκού Νόμου. Με την περιτομή Του, ο Χριστός δεν μόνο σφραγίζει το τέλος του Νόμου, αλλά θεσπίζει και την απαρχή της θείας χάριτος· από Αυτόν πηγάζει η ζωή , αμόλυντη και αιώνια, που καθιστά τον άνθρωπο κοινωνό της θεότητας. Η εκούσια υπακοή Του στις εντολές του Νόμου υποδηλώνει την ταπείνωση της θείας Ενανθρωπήσεως και τη συμφωνία της σάρκας με το θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η οκτάημερη περιτομή Του γίνεται σύμβολο της ενότητας του Χριστού με τον εκλεκτό λαό και προτύπωση της καθαρτικής δύναμης της Χάριτος, η οποία υπερβαίνει τα όρια του Νόμου και εισάγει τους πιστούς στη ζωή της θείας οικονομίας. Έτσι, η σάρκα του Υιού ενσαρκώνει την αληθινή ζωή, και η θεία Χάρη γίνεται απαρχή της αιωνίου κλήσεως, ενώ ο Νόμος, με την πληρότητα που προσφέρει ο Χριστός, μεταμορφώνεται από κανόνα υποχρεώσεως σε μέσον σωτηρίας και θείας κοινωνίας.

Η πνευματική προσωπογραφία του Μεγάλου Βασιλείου

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου


Εισαγωγή

Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκει απλώς στο ένδοξο παρελθόν της Εκκλησίας, αλλά παραμένει ζωντανός συνοδοιπόρος και διδάσκαλος κάθε πιστού. Η ζωή, ο λόγος και το έργο του συνθέτουν μια πνευματική μορφή που φωτίζει διαχρονικά τον δρόμο της πίστης, της αρετής και της αγάπης. Η Εκκλησία, μέσα από την υμνολογία και την παράδοσή της, δεν τον τιμά μόνο με λόγια, αλλά τον προβάλλει ως πρότυπο ζωής.

Οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδονται δεν είναι απλοί τίτλοι τιμής. Είναι παράθυρα που μας επιτρέπουν να εισέλθουμε στο βάθος της ψυχής του Αγίου και να κατανοήσουμε πώς η θεολογία γίνεται προσευχή, η γνώση γίνεται ταπείνωση και η πίστη γίνεται έμπρακτη αγάπη.


Α. Ο Μέγας Βασίλειος ως Θεολόγος της Εκκλησίας

Ουρανοφάντωρ – Βάσις τν Δογμάτων

Η Εκκλησία ονομάζει τον Μέγα Βασίλειο Ουρανοφάντορα, διότι μέσα από τον λόγο και τη ζωή του άνοιξε στους ανθρώπους το μυστήριο του ουρανού. Δεν μίλησε για τον Θεό θεωρητικά, αλλά ως άνθρωπος που Τον γνώρισε μέσα στην προσευχή και τη λειτουργική ζωή.

Ως Βάσις τν Δογμάτων, ο Άγιος έδωσε σταθερό έδαφος στην πίστη της Εκκλησίας. Με διάκριση και φωτισμό, προσδιόρισε τη γλώσσα με την οποία ομολογούμε τον Τριαδικό Θεό. Χάρη στη διδασκαλία του για την «μία ουσία και τις τρεις υποστάσεις», η Εκκλησία μπόρεσε να ομολογήσει καθαρά την αλήθεια της πίστης της και να διαφυλαχθεί από πλάνες.

Ιδιαίτερα με το έργο του «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ο Μέγας Βασίλειος υπερασπίστηκε τη θεότητα του Παρακλήτου. Για τον ίδιο, η ορθή πίστη δεν ήταν αντικείμενο διαλόγου ή συμβιβασμού, αλλά ζήτημα σωτηρίας.

Σάλπιγξ τς Θεολογίας – Μύστης τς Τριάδος

Ο λόγος του Αγίου υπήρξε σάλπιγγα θεολογίας. Ήχησε δυνατά σε εποχές σύγχυσης, όχι για να διχάσει, αλλά για να αφυπνίσει. Κάλεσε τον λαό του Θεού σε μετάνοια, σε ενότητα και σε αλήθεια.

Ταυτόχρονα, ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε Μύστης τς Τριάδος. Δεν περιορίστηκε σε λογικά σχήματα, αλλά βίωσε το μυστήριο του Θεού μέσα στην καθαρότητα της καρδιάς. Μας διδάσκει ότι η αληθινή θεογνωσία γεννιέται όταν ο άνθρωπος ζει εντός της Εκκλησίας και κοινωνεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

σοπτρον το Πνεύματος – Θεορρήμων

Η ασκητική ζωή του Αγίου κατέστησε την ψυχή του έσοπτρον το Πνεύματος. Μέσα από την εγκράτεια και την ταπείνωση, έγινε καθαρός καθρέφτης της θείας χάριτος. Όποιος τον πλησίαζε, δεν έβλεπε απλώς έναν λόγιο επίσκοπο, αλλά έναν άνθρωπο φωτισμένο από τον Θεό.

Ως Θεορρήμων, ο λόγος του δεν ήταν ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεόπνευστος. Η ρητορική του παιδεία δεν επισκίασε ποτέ το Ευαγγέλιο· αντιθέτως, το υπηρέτησε, μετατρέποντας τον λόγο του σε πνευματική τροφή για τον λαό.

Καθαιρέτης των Αιρέσεων

Ο Μέγας Βασίλειος στάθηκε αμετακίνητος απέναντι στην πλάνη. Σε καιρούς όπου η πίστη απειλούνταν και η αλήθεια αλλοιωνόταν από πολιτικές πιέσεις, εκείνος προτίμησε να υποφέρει παρά να σιωπήσει. Έτσι έγινε Καθαιρέτης τν Αρέσεων και φύλακας της Ορθοδοξίας.


Β. Παιδεία, Σοφία και Αρετή

Η Εκκλησία βλέπει στον Μέγα Βασίλειο την Ιερά Μέλισσα, που συνέλεξε τη σοφία από κάθε αγαθή πηγή και την προσέφερε ως μέλι πνευματικό. Ως Φωτοφόρος Φωστήρ και Στόμα τς Σοφίας, φώτισε όχι μόνο τον νου, αλλά και την καρδιά των ανθρώπων.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο χαρακτηρισμός Κανν τς ρετς. Ο βίος του έγινε μέτρο ζωής. Δεν δίδαξε αρετή χωρίς να τη ζήσει. Με τους Ασκητικούς του Κανόνες έδειξε ότι η αγιότητα δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά υπεύθυνη παρουσία μέσα σε αυτόν, με αγάπη και διακονία.

Ως Ερμηνευτής τς Κτίσεως, μας υπενθυμίζει ότι ο κόσμος είναι δώρο Θεού και πρόσκληση δοξολογίας.


Γ. Η Ποιμαντική και Κοινωνική προσφορά  του Αγίου

Η θεολογία του Μεγάλου Βασιλείου έγινε πράξη αγάπης. Ως Σιτοδότης, Πατρ ρφανν και Πλοτος Πένησι, αγκάλιασε κάθε ανθρώπινο πόνο. Η Βασιλειάδα αποτελεί μέχρι σήμερα συγκλονιστικό παράδειγμα εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας.

Ο Άγιος μας διδάσκει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για Θεό, αν κλείνουμε την καρδιά μας στον αδελφό.


Δ. Ασκητικό και Ιερατικό Ήθος

Ως Κρατρ τς Σωφροσύνης, έζησε την εγκράτεια ως ελευθερία. Ως Αταπείνωτος μιλητής, στάθηκε με παρρησία απέναντι στην εξουσία, δείχνοντας ότι όποιος φοβάται τον Θεό δεν φοβάται τον κόσμο.

Η στάση του απέναντι στον αυτοκράτορα Ουάλη φανερώνει ότι η αληθινή ταπείνωση γεννά θάρρος και ελευθερία. Ως Ιεροφάντης και Λειτουργός, μετέτρεψε τη λατρεία σε εμπειρία ουρανού επί της γης.


Συμπέρασμα

Η πνευματική προσωπογραφία του Μεγάλου Βασιλείου δεν είναι απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά πρόσκληση ζωής. Ο Άγιος μας καλεί να ενώσουμε την ορθή πίστη με την έμπρακτη αγάπη, τη γνώση με την ταπείνωση και την προσευχή με τη διακονία. Γι’ αυτό και παραμένει αληθινά Μέγας, όχι μόνο στην ιστορία της Εκκλησίας, αλλά και στην καρδιά των πιστών.

Τη Βηθλεέμ εμιμήσατο.( Β. Χαραλάμπους)

ΠΟΙΗΣΗ

 

       ___________

Στρατίζοντας την παντοχή

στα ερημικά Κατουνάκια

ανεβαίνω τ’ απόκρημνο ανηφόρι

από ένα μικρό μονοπάτι.

Τις στιγμές αντιπαλεύοντας

πού’ναι μαθεμένες να θρυμματίζονται

στου κόσμου ετούτου τα τόσα μάταια

αρχίνισε δισταχτικά να προβάλλει παρεμπρός

τ’ απόκρημνο ησυχαστήριο της του Χριστού Γεννήσεως.

Ασκητές  μυστηρίων κοινωνοί

αγραυλούντες άλλω τρόπω

για τον ασπόρως σαρκούμενον Άνακτα

και στο σιγαλό εκείνο  Κατούνι

στην αγρυπνία των Χριστουγέννων

ύμνοι αντιλαλούν ουράνιοι

για το μέγα και παράδοξο θαύμα.

Τη φεγγοβόλο βραδιά εκείνη

ο μικρός της Καλύβης ναΐσκος

τη Βηθλεέμ εμιμήσατο.

Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν, Μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ δικαίων Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, Δαυῒδ τοῦ Προφητάνακτος καὶ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου,

28 Δεκεμβρίου 2025, (30/12/2018), (Αριθμ. 60Β)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Η Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού προσδιορίζεται μεταξύ 26-31 Δεκεμβρίου, εντός, δηλαδή, της εβδομάδος Αποδόσεως της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού και μία ημέρα πριν από την εορτή Τῆς κατὰ σάρκα Περιτομῆς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως κατ᾽ αυτήν την Κυριακή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τριών Αγίων, του Προφητάνακτος και Θεοπάτορος Δαυΐδ, του Ιωσήφ του Μνήστορος και του Ιακώβου του Αδελφοθέου. Με αυτόν τον εορτασμό η Εκκλησία καταφάσκει στο γεγονός της πραγματικής ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, προβάλλουσα με το Δαυΐδ τη γενεαλογία και εξαγγελτικά την εκούσια σάρκωση του Λόγου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όπως επανειλημμένα λέγεται αυτήν την περίοδο στα αγιογραφικά αναγνώσματα των ημερών, τα οποία διερμηνεύονται σε μία αντιστοιχία με τα υμνολογικά κείμενα καταβασιών, στιχηρών, ιδιόμελων, κανόνων, αντιφώνων και μεγαλυναρίων. Στο ίδιο πλαίσιο των προφητικών προρρήσεων και της πληρώσεώς τους ο γηραιός Μνήστωρ Ιωσήφ και ο υιός του εκ προτέρου γάμου Ιάκωβος, ο χαρισματικά αποκαλούμενος Αδελφόθεος, τιμώνται από την Εκκλησία, ως οι αυτόπτες μάρτυρες του υπερφυούς γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού και της κατά σάρκα «αυξήσεώς» του, αποτελέσαντες το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον των αυτοπτών μαρτύρων και την πρώτη κοιτίδα της Εκκλησίας των πιστευόντων, διακονώντας εν υπακοή στο θεοφανικό έργο του ενσάρκου Λόγου, ενώ ο Ιάκωβος θα αναδειχθεί πρώτος Ιεράρχης της Εκκλησίας, Πρωτεπίσκοπος της πρώτης αποστολικής εκκλησίας των Ιεροσολύμων.

2. Με τη σημερινή εορτή η Εκκλησία συνοψίζει την πορεία των θεοπτών Αγίων του Θεού σε μία ενότητα παλαιού και νέου Ισραήλ υπό την κραταιά παρουσία και αποκάλυψη του ενός και του αυτού Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα θεοφανικών γεγονότων από το Δαυΐδ μέχρι τον πρώτο Επίσκοπο της Εκκλησίας, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται με το Δοξαστικό Στιχηρό του Εσπερινού: «Μνήμην ἐπιτελοῦμεν, Δαυῒδ καὶ Ἰακώβου, εὐσεβοῦς Βασιλέως Προφήτου, καὶ Ἀποστόλου πρώτου Ἐπισκόπου· αὐτῶν γὰρ τοῖς διδάγμασι, πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν, τὸν ἐκ Παρθένου ἀνατείλαντα, τὸν καὶ σαρκωθέντα, σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Εξάλλου, Θεοτόκος και Ιωσήφ κατάγονται αμφότεροι από τον Προπάτορα Δαυΐδ, όντες το άγιο λῆμμα του Ισραήλ. Ο ίδιος ο Δαυΐδ, ως Προπάτωρ, θεωρείται προφητικός τύπος του Χριστού, ο οποίος ονομάζεται και Νέος Δαυΐδ, με κοινό σημείο αναφοράς τη Βηθλεέμ και το βασιλικό αξίωμα του Λόγου ως δημιουργού και αναδημιουργού του σύμπαντος κόσμου[1]. Ο Ιωσήφ είναι ο δίκαιος κατὰ πάντα καὶ ἀληθής, θεωρὸς τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου, ἰδὼν τὸν καθ᾽ ἡμᾶς ὁραθέντα Θεόν, μάκαρ, διάκονος μυστηρίου ὑπὲρ κατάληψιν, πανεύφημος και πανάγιος, καθώς «Τῶν Προφητῶν τὰς προρρήσεις εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μνήστωρ, ἐμφανῶς πληρουμένας, μνηστείας λαχὼν ξένης, χρηματισμούς τῶν Ἀγγέλων δεξάμενος, Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων, ὅτι ἐν γῇ, τὴν εἰρήνην ἐδωρήσατο» (Στιχηρό των Αγίων, ἦχος α´).

3. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καταγράφεται ότι: «Γίνεται δὲ ἡ αὐτῶν σύναξις ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῷ σεπτῷ ἀποστολείῳ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου ἔνδον τοῦ σεβασμίου οἴκου τῆς ἁγίας Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων, τῆς λιτῆς ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκεῖσε παραγενομένης», και επιπλέον σημειώνεται ότι, εάν μεσολαβεί μόνο μία Κυριακή μεταξύ των εορτών της Γέννησης του Χριστού και των Φώτων, διαβάζεται το Μαρκ. α´, 1-8, δηλαδή η αρχή του Ευαγγελίου του Μάρκου και Αποστολικό Ανάγνωσμα το Β´ Τιμ. δ´, 5-8, που είναι ουσιαστικά η κατακλείδα αυτής της τελευταίας Επιστολής του Απόστολου Παύλου προ των καταληκτήριων χαιρετισμών. Εάν μεσολαβούν δύο Κυριακές, τότε διαβάζεται στην πρώτη η περικοπή από το Κατά Ματθαίον για τη φυγή στην Αίγυπτο. Επειδή φέτος μεσολαβούν δύο Κυριακές μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το Γαλ. α´, 11-19 και το Ευαγγελικό Ματθ. β´ 13-23. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σχέση με την Αίγυπτο των Εβδομήκοντα, του Ευαγγελιστή Μάρκου, των εθνών και εν συνεχεία των μεγάλων Πατριαρχών! Ας σημειωθεί ότι η αρχική κατάθεση των καταπιστευμάτων των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης πρέπει να είχε γίνει στο Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου «τῷ ὄντι πλησίον τῆς κινστέρνης Μωκησίας ἐν τοῖς Δανιήλ», κοντά στο ναό του Αγίου Μωκίου, όπου είχαν μεταφερθεί από τον Άγιο Κωνσταντίνο τα πρώτα τίμια λείψανα Αγίων Μαρτύρων από όλη την αυτοκρατορία, καθότι η νέα πρωτεύουσα τέθηκε από την προστασία «νέων ηρώων», και δεν είναι τυχαίο ότι τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης συνέπεσαν με τη μνήμη του Αγίου Μωκίου. Τίθεται αυτή η παρένθεση, καθώς πλανάται το ερώτημα, για το πότε κατέφθασαν τα λείψανα των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και τα καταπιστεύματα της Θεοτόκου. Σημειωτέον ότι το Απολυτίκιο Ἡ Γέννησίς σου… ψαλλόταν στη Μεγάλη Εκκλησία μέχρι την παραμονή των Φώτων, ενώ στις άλλες εκκλησίες μόνο επτά ημέρες.

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα έρχεται ως συνέχεια και καταγραφή της μαρτυρίας των αυτοπτών του σαρκωθέντος και ενανθρωπήσαντος Λόγου, όπως ομολογείται εν συνεχεία και στο Σύμβολο της Πίστεως. Σημειωτέον ότι και όλο το υμνολογικό περιεχόμενο της εορτής απηχεί σε μία συνέχεια την ερμηνευτική των Οικουμενικών Συνόδων περί του ενός και του αυτού ασάρκου και σώματι περιγραφομένου Λόγου των αυτοπτών μαρτύρων: «Ἀπορρήτῳ βουλῇ, τίκτεται σαρκὶ ὁ ἄσαρκος, περιγράφεται νῦν σώματι, ὁ ἀπερίγραπτος, καὶ σῴζει ἀτρέπτως τὰς ἄμφω οὐσίας, ἀρχὴν λαμβάνει ὁ φύσει ἄναρχος, καὶ μόνος ὑπέρχρονος, ὁρᾶται βρέφος, ὁ ὑπερτέλειος, φέρεται χερσίν, ὁ φέρων τὰ σύμπαντα. Διὸ τοὺς τούτου συγγενείᾳ σεμνυνομένους, ὡς Θεὸς στέφει τῷ ἑαυτοῦ τοκετῷ, οὓς δοξάζοντες πίστει, ἀσιγήτως ἐκβοῶμεν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας», Κοντάκιον της εορτής, Οἶκος.

2. Το Αποστολικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα έχει ως θέμα την εγκυρότητα της μαρτυρίας του Αποστόλου Παύλου περί της αποκαλύψεως του Ιησού Χριστού και της Εκκλησίας ως φορέα αυτού του ευαγγελίου σ᾽ όλα τα έθνη. Μας είναι ήδη γνωστό ότι στην Εκκλησία της Γαλατίας είχαν εμφανισθεί προβλήματα μεταξύ των χριστιανών εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Ο Απόστολος Παύλος, ως πρώην διώκτης της Εκκλησίας και ζηλωτής κατά την ιουδαϊκή του αντίληψη ότι με αυτόν τον τρόπο υπερασπιζόταν τις πατρικές του παραδόσεις, παρέχει την πληροφορία ότι μετά τη θεοφανική του κλήση συνάντησε στα Ιεροσόλυμα τον Απόστολο Πέτρο και τον «Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου». Η αναφορά αυτή έχει τη δέουσα σημασία, καθώς εκδιπλώνεται λειτουργικά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας με τα αναγνώσματα από την Προς Εβραίους Επιστολή για την κατανόηση των Προφητικών προρρήσεων και εξαγγελιών, την ανακεφαλαίωση εν Χριστώ και τη ζωή της Αποστολικής Εκκλησίας ως ζώσας μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του Χριστού και των Αποστόλων και Μαθητών του. Η επιμονή του Αποστόλου Παύλου στη θεοπτική ταυτότητα Προφητών και Αποστόλων, στους οποίους εντάσσει και τον ίδιο, δεν δημιουργεί μία νέα αποκλειστικότητα σε αντικατάσταση της Ιουδαϊκής, καθώς ο ίδιος κηρύσσει το ευαγγέλιο της χάριτος, ως κήρυγμα εντάξεως κάθε ανθρώπου στο σώμα του αποκαλυφθέντος πραγματικά εν σαρκί Λόγου του Θεού Πατρός, δημιουργού και ανακαινιστού πάσης κτίσεως, εμμένοντας στον αυτοπτικό ρεαλισμό των γεγονότων και των αποδείξεων, αφού γνωρίζει ο ίδιος, λόγω Ελληνικής παιδείας, περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους Αποστόλους την παρέκκλιση της ανθρώπινης διάνοιας στις ανιστορικές ειδωλικές κατασκευές.

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχει ως θέμα τη φυγή του Χριστού και της Θεοτόκου στην Αίγυπτο μετά από προτροπή του Ιωσήφ υπό αγγέλου κατ᾽ ὄναρ και τη σφαγή των νηπίων υπό του Ηρώδη, ενός φοβισμένου για την εξουσία του ανθρώπου. Σε επίπεδο καθημερινότητος η περικοπή παρέχει τη διαπίστωση ότι η μεταπατορική παρεκτροπή ανακυκλώνει το θάνατο και, μάλιστα, πολλαπλασιαστικά. Ο πεπτωκώς άνθρωπος, ένα νεκρωμένο από το φόβο πλάσμα, σπέρνει το θάνατο, με πιο εύκολα θύματα τα νήπια και τις ανυπεράσπιστες ανθρώπινες υπάρξεις. Σε επίπεδο θεολογικού ρεαλισμού ο Ευαγγελιστής Ματθαίος παρακολουθεί την επιστροφή από την Αίγυπτο και την εγκατάσταση στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας αντί της Ιουδαίας, όπως θα μπορούσε να συμβεί, αφού ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος ανήκαν στην πατριά Δαυΐδ, «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται». Οι αναφορές στις Προφητικές ρήσεις περί του θρήνου της Ραχήλ, της φωνής Ραμά αλλά και της ρήσεως του Προφήτου Ωσηέ «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου», είναι μία ανάκληση όλης της πορείας του Ισραήλ από τον προπάτορα Ιακώβ και εντεύθεν, μία δραματική πορεία με παλινδρομήσεις, συνεχούς παρουσίας του Θεού στον Ιακώβ και τα τέκνα του και προετοιμασίας του Ισραήλ για άνοιγμα προς τα έθνη. Οι αλλόφυλοι σοφοί μάγοι εξ Ανατολής, όπου ο Ισραήλ σύρθηκε αιχμάλωτος, καταφθάνουν και προσκυνούν τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η φυγή στην Αίγυπτο επουλώνει τις θηριωδίες των Φαραώ, η εγκατάσταση στην υποτιμημένη από τους Φαρισαίους Γαλιλαία, λόγω επιμειξιών, και το κήρυγμα μετά στον ὄχλο είναι τα σημεία της διάβασης από τον αρχαίο Ισραήλ στο νέο Ισραήλ, στο Νέο Δαυΐδ, στο Νέο Αδάμ, που παρέχει τον ανακαινισμό σε όλους τους ανθρώπους, αίροντας τις παντός είδους μεταπατορικές συμβάσεις.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. α´, 11-19: «11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· 12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. 13 ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, 14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. 15 ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ 16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, 17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. 18 ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· 19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. β´ 13-23.: «3 ᾿Αναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ ᾿Ιωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ ῾Ηρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. 14 ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, 15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς ῾Ηρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. 16 Τότε ῾Ηρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. 17 τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ ῾Ιερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· 18 φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. 19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ 20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. 21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ. 22 ἀκούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, 23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται».


[1]«Βηθλεὲμ νῦν εὐφραίνου, Πόλις γενομένη τοῦ Νέου Δαυΐδ, καὶ Σιὼν ἐπαγάλλου, τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολις, κοινὴν εὐωχίαν τοῦ Παμβασιλέως, καὶ τῶν αὐτοῦ θεραπόντων νῦν δεξάμεναι», Καν. β´, Ὠδή β´, τροπάριο γ´, ἦχος δ´).

Τα Χριστούγεννα στο χωριό μου τα παλιά τα χρόνια.(Β. Χαραλάμπους)

            

______________________

Στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, δεν είχαμε ιδιαίτερα παραδοσιακά έθιμα ανήμερα των Χριστουγέννων.  Ούτε και  ιδιαίτερο στολισμό είχαμε, εκτός από την απαιτούμενη καθαριότητα η οποία προηγείτο της μεγάλης αυτής γιορτής.  Εκείνη τη μέρα τα παλιά χρόνια το μόνο που έκαναν οι κάτοικοι του χωριού μου, ήταν να πηγαίνουν αχάραδα στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία της Γέννησης του Χριστού.  Οπωσδήποτε θα συμμετείχαν σχεδόν όλοι στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 

Η Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία στο χωριό μου, ήταν σαν μια μικρή αγρυπνία. Όσον αφορά το υπόλοιπο της μέρας, μετά τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, δεν είχε κάτι διαφορετικό. Ούτε και πολύ διαφορετικό φαγητό υπήρχε  από τις Κυριακές πριν  τη νηστεία των Χριστουγέννων, αλλά ούτε και ιδιαίτερα εδέσματα για τους περισσότερους συγχωριανούς μου. 

Είχαν όμως μια διαφορετική χαρά αρκετοί από αυτούς. Θα φανώ υπερβολικός αν πω ότι δεν υπήρχε κάποιο  εξωτερικό ερέθισμα που να τους έδιδε ξεχωριστή χαρά τη  μέρα αυτή.  Γι’ αυτούς η μέρα εκείνη ήταν Χριστούγεννα. Αυτό ήταν το σημαντικό γι’ αυτούς.  Αυτό ήταν το ξεχωριστό γι’ αυτούς.  Αυτή ήταν η μεγάλη  χαρά για τους απλούς ανθρώπους χωριού μου.  Ήταν Χριστούγεννα.  Αυτή ήταν η πηγή της χαράς, για τους απλούς αυτούς ανθρώπους.  Η Γέννηση του Χριστού ήταν η πηγή της χαράς γι’ αυτούς.  Είναι υπερβολή;  Αυτό κράτησα από το σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, για τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων. 

Θα καταγράψω αυτό που μικρό παιδί είδα με μάτια μου κάποια Χριστούγεννα στο χωριό μου.  Κάποιος που πιθανόν να έβλαψε κάποιον άλλο συγχωριανό μου και δεν αντάλλασαν ούτε καλημέρα μεταξύ τους, τον επισκέφθηκε στο σπίτι του λίγο πριν το μεσημέρι ανήμερα των Χριστουγέννων λέγοντας του ‘’ήλθα να κάμουμεν χρόνους πολλούς, έν Χριστούγεννα σήμερα’’.   Θα κρατήσω αντί άλλης επεξήγησης το ‘’έν Χριστούγεννα σήμερα’’.  

«Τις γιορτές για να τις ζήσουμε πρέπει να έχουμε στο νου μας στις Άγιες Ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε τις Άγιες Ημέρες.    Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε Άγιας Ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό.  Έτσι να γιορτάζουμε με ευλάβεια κάθε γιορτή»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.

Διαβάζοντας αυτά που είπε ο Όσιος Παΐσιος, θυμήθηκα ότι στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, οι απλοί εκείνοι άνθρωποι του χωριού μου, με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και πήρα το θάρρος να σημειώσω τούτα τα λίγα, για το πώς γιόρταζαν οι απλοί άνθρωποι του χωριού μου, τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων.

«Ο Χριστός με τη μεγάλη του αγάπη και με τη μεγάλη του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις Άγιες Γιορτές του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά.  Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.  Με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, αρκετοί κάτοικοι του σκλαβωμένου σήμερα χωριού μου.

*Οσίου Γέροντος Παϊσίου ‘’Περί προσευχής, Λόγος στ΄’’

Ἡ κατὰ Σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ιησοῦ Χριστοῦ,

 25 Δεκεμβρίου 2025, (25/12/2018), (Αριθμ. 59Γ)

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. α. Ο εορτασμός της κατά Σάρκα γεννήσεως του Χριστού περιλαμβάνει ένα τριήμερο με την ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, την κυριώνυμη ημέρα και την επομένη, που φέρεται ως η Σύναξις της Παναγίας Θεοτόκου, μία από τις εορτές της Θεοτόκου που ετελείτο «ἐν Βλαχέρναις, ἔνθα ἀπόκειται ἡ ἁγία Σορός», όπως σημειώνεται στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Πρόκειται για την κορύφωση μιας λειτουργικής πορείας από την Απόδοση της εορτής των Εισοδίων και εντεύθεν.

β. Έχει ήδη σημειωθεί στην προηγούμενη ερμηνεία ότι προ της Παννυχίδος της εορτής «τῆς παναγίας καὶ ἀχράντου Γεννήσεως τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», που ετελείτο, όπως και όλα της παραμονής, στην Αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία, κατά την «προανάγνωσιν» διαβάζονταν κείμενα των Πατέρων με ονομαστική αναφορά στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Η ονομαστική αναφορά στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο είναι μείζονος λειτουργικής, θεολογικής και υμνολογικής σημασίας όχι μόνο για την Κωνσταντινούπολη αλλά για ολόκληρη την Εκκλησία. Συνήθως οι θεολογούντες μελετούν τα κείμενα των Πατέρων, ή των επιμέρους ειδικοτήτων, ανεξάρτητα από την καθημερινή λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και γι᾽ αυτό παράγουν «ϑεολογίες», δηλαδή κατασκευές του νου τους με απίθανες παρερμηνείες και θρησκευτικές προπαγάνδες και τσιτάτα. Δεν συνέβησαν, όμως, έτσι τα γεγονότα της εκκλησιαστικής μας ζωής κατά τρόπο αφηρημένο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 379 προς υποστήριξη των Ορθοδόξων, οι οποίοι ακολουθούσαν το Σύμβολο της Νικαίας και τις αποφάσεις της, έχοντας να αντιμετωπίσει τη μερίδα των Αρειανών, που ήταν και η πλειονοψηφία. Οι Λόγοι που θα εκφωνήσει στις εορτές των Φώτων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής είναι Λόγοι εντός των ακολουθιών αυτών των εορτών, είναι το κήρυγμα της ημέρας, ερμηνεία, δηλαδή, στα Αναγνώσματα αυτών των εορτών, δεν είναι εισηγήσεις σε αίθουσες κατηχητικού σχολείου, ή σεμιναρίου, και συνδέονται ευθέως με τη βαπτισματική πράξη, με το βάπτισμα των κατηχουμένων, τουλάχιστον ως προς τα Φώτα και το Πάσχα, και γι᾽ αυτό υπάρχει και λεκτική ταυτότητα μεταξύ των εξής Λόγων: Λόγος 1: Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα, Λόγος 38: Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος 39. Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, Λόγος 40. Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμαΛόγος 45. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα. Πρέπει να επισημάνω ότι αυτοί οι Λόγοι ακολουθούν κατά τις ερμηνευτικές διατυπώσεις τα άρθρα του Συμβόλου της Νικαίας, ως προς την Γέννηση, τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, το οποίο θα εκφωνούσαν εντός της ακολουθίας του βαπτίσματος οι κατηχούμενοι προ της Θείας Λειτουργίας των Φώτων και του Πάσχα, στην οποία και θα συμμετείχαν πια ως μέλη της Εκκλησίας. Μάλιστα, ας σημειωθεί ότι τόσο ο πέμπτος Θεολογικός Λόγος, ο 31, όσο και ο Λόγος 41, Εἰς τὴν Πεντηκοστήν, είναι δύο Λόγοι ερμηνευτικοί της ομολογίας της θεότητος του Αγίου Πνεύματος αλλά δεν έχουν μία ακριβή αντιστοίχιση στα άρθρα του ενιαίου Συμβόλου Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, όπως είναι το εν χρήσει Λειτουργικό μας Σύμβολο Πίστεως των Ορθοδόξων, αφού ο Άγιος Γρηγόριος απεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη ολίγο προ της λήξεως της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, εκφωνήσας το Συντακτήριόν του Λόγο κατενώπιον των 150 επισκόπων. Πρέπει επιπλέον να επισημάνω ότι στους πέντε βαπτιστήριους Λόγους του ο Άγιος Γρηγόριος, εμμένων στον υπό του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου παρεχόμενο ανακαινισμό της ανθρώπινης φύσεως, του ημετέρου φυράματος, καθότι σαρκωθέντος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» έρχεται και επανέρχεται στο θέμα υιοθετήσεως του νηπιοβαπτισμού, ή τουλάχιστον μόλις τα παιδιά πλησιάσουν τα τρία έτη, γιά όσους επέμειναν να τονίζουν την ανάπτυξη της προαιρέσεως του ανθρώπου. Πάνω στην ερμηνεία της δωρηθείσας χάριτος προς όλα τα ἐθνη διά της ενανθρωπήσεως αργότερα ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας θα ερμηνεύσει τον τρόπο της ενανθρωπήσεως, ότι δηλαδή ο Λόγος εξ άκρας συλλήψεως δημιούργησε στη μήτρα της Θεοτόκου «ἑαυτῷ» την «ἰδίαν» του ανθρώπινη φύση, γι᾽ αυτό λέμε ότι ο Χριστός δρα τόσο τα θεία, όσο και τα ανθρώπινα, ως Θεάνθρωπος και τα εξής του Όρου της Χαλκηδόνος, και γι᾽ αυτό η κύηση της Θεοτόκου είναι άσπορη και δημιουργική με τη σημασία του ανακαινισμού του όλου ανθρώπου, καθότι μετά λογικής ψυχής και οίκοθεν το «ἑκουσίως», ενώ η ορολογία σῶμα, σάρξ, ἄνθρωπος αφορά στον όλο άνθρωπο κι όχι μία μονομερή θεώρηση της σαρκός ως ψευδούς αντιθέσεως στο σύγχρονο εικονικό πολιτισμό, όπως διαστρέφεται ερμηνευτικά από μερίδα των θεολόγων της Trans–Theology του μισογυνισμού.

2. α. Ως προς την Ακολουθία των Ωρών αυτή βασίζεται στην καθημερινή πράξη των Ωρών, όπως είχε διαμορφωθεί στην ακοίμητη λατρεία στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα και μεταφορά του προτύπου αυτού στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί σ᾽ όλη την αυτοκρατορία. Τα σημαντικά στοιχεία των Μεγάλων Ωρών, όπως και κατά την παραμονή των Φώτων, ως η παλαιά ημερομηνία εορτασμού των Χριστουγένων, καθώς και κατά τη Μ. Παρασκευή, είναι οι Ψαλμοί και τα Αναγνώσματα από την Αγία Γραφή, δηλαδή, Πεντάτευχος, Προφητικά, Αποστολικά και Ευαγγελικά Ανάγνωσματα, ενώ το Κοντάκιο και το Απολυτίκιο μάς είναι γνωστά από τις υπόλοιπες ακολουθίες της ημέρας, οι οποίες έχουν προηγηθεί, αρχομένης της ακολουθίας από την ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως. Διαφοροποίηση υπάρχει ως προς την ακολουθία των Ωρών των Χριστουγέννων και των Φώτων με την ανάγνωση του Συμβόλου της Πίστεως στο τέλος της Ενάτης Ώρας, η οποία τελείται συναπτά με τον Εσπερινό της επομένης ημέρας, όταν πέφτει η παραμονή των Χριστουγέννων Σάββατο ή Κυριακή. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατά τα Φώτα- Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, πριν τη Θ. Λειτουργία της Αναστάσεως γινόταν κατά τον Όρθρο το βάπτισμα των Κατηχουμένων, προκειμένου εν συνεχεία να μετάσχουν στη Θεία Ευχαριστία. Στις τρεις αυτές εορτές Μεγάλες Ώρες, Εσπερινός και Παννυχίδα έχουν βαπτιστήριο χαρακτήρα, εξ ου και η αντικατάσταση του Τρισαγίου με το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε».

β. Εξ επόψεως περιεχομένου Ψαλμών, Αναγνωσμάτων και ιδιόμενων των Μεγάλων Ωρών των Χριστουγέννων πρέπeι να σημειώσω ότι αυτά βαίνουν με μία κλιμάκωση από τις προφητικές προρρήσεις, ως σημεία αναγνώρισης περί του ερχομένου βασιλέως εν μέσω του λαού Ιακώβ και ρίζης Δαυΐδ, του Υιού του Θεού ως νέου Αδάμ: «Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου· εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη· τὸ Σπήλαιον δεχέσθω, ἡ ἀλήθεια ἦλθεν· ἡ σκιὰ παρέδραμε· καὶ Θεὸς ἀνθρώποις, ἐκ Παρθένου πεφανέρωται, μορφωθείς τὸ καθ᾽ ἡμᾶς, καὶ θεώσας τὸ πρόσλημμα. Διὸ Ἀδὰμ ἀνανεοῦται σὺν τῇ Εὔᾳ, κράζοντες· Ἐπὶ γῆς εὐδοκία ἐπεφάνη, σῶσαι τὸ γένος ἡμῶν» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο Πρώτης Ώρας, ἦχος πλ. δ´), δρώντος κατά την αυτού οικονομία και άκρα συγκατάβαση και κατά το τρισσό αξίωμα του βασιλέως- δημιουργού, του Αρχιερέως κατά την τάξη Μελχισεδέκ και του προφήτου ως του της Μεγάλης βουλής Αγγέλου, ανακεφαλαιούντος τον παλαιό και το νέο Ισραήλ και προσάγοντος μετ᾽ αυτού το ανθρώπινο στην εκ δεξιών καθέδρα του Θεού και Πατρός των όλων.

γ. Οι εξαγγελίες με τους Ψαλμούς και τα Προφητικά Αναγνώσματα και τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα γύρω από την απογραφή «διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ», η προσκύνηση του Χριστού υπό των σοφών εξ Ανατολής, ως του ενοποιούντος τα τρία χαρισματικά αξιώματα του αρχαίου Ισραήλ, και αυτών ως εκπροσώπων των Εθνών, και η φυγή στην Αίγυπτο σε μία αντιστοιχία θεοφανικών γεγονότων από κτίσεως κόσμου του ενός και του αυτού Λόγου του Θεού, ασάρκως και ενσάρκως, συνιστούν την κατάφαση ότι ο Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά, ενώ τα Αποστολικά Αναγνώσματα, κυρίως από την Προς Εβραίους Επιστολή είναι επεξηγηματικά της βαπτισματικής ομολογίας και πράξεως της Εκκλησίας, που ενσωματώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως, όπως το γνωρίζουμε από τη συνοδική πράξη των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως και την ενσωμάτωσή του στην τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, που ακολουθούσε κατά την αρχαία λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Κυρίως το περιεχόμενο της Ενάτης Ώρας μετά τα Τυπικά, με τους Ψαλμούς 102 και 145, όπως επίσης το τροπάριο «Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος, διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας. Εἷς ὢν τῆς ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς», τους Μακαρισμούς και το Σύμβολο της Πίστεως αποτυπώνουν την προετοιμασία για το εν συνεχεία βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία.

δ) Και πάλι πρέπει να επισημανθεί, όπως και κατά την εορτή των Εισοδίων, ότι στην υμνολογική πράξη της Εκκλησίας το ζεύγος εξαγγελία- εκπλήρωση, ως ανακεφαλαίωση του σύμπαντος κόσμου υπό του Χριστού, είναι κεφαλαιώδες, αρκούντως ξένο προς την προσπάθεια των σύγχρονων βιβλικών θεολόγων και γραμματολόγων να συνδυάσουν μονομερώς τις πέραν της Καινής Διαθήκης αποτυπώσεις στην απόκρυφη γραμματεία. Επ᾽ αυτού ο υμνωδός απαντά με το στόμα του Ιωσήφ του μνήστορος: «Ἰωσήφ, εἰπὲ ἡμῖν, πῶς ἐκ τὼν ἁγίων ἣν παρέλαβες Κόρην, ἔγκυον φέρεις ἐν Βηθλεέμ; Ἐγώ φησι, τοὺς Προφήτας ἐρευνήσας, καὶ χρηματισθεὶς ὑπὸ Ἀγγέλου, πέπεισμαι, ὅτι Θεὸν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως· οὗ εἰς προσκύνησιν, Μάγοι ἐξ Ἀνατολῶν ἥξουσι, σὺν δώροις τιμίοις λατρεύοντες. Ὁ σαρκωθεὶς δι᾽ ἡμᾶς, Κύριε, δόξα σοι», Στιχηρό ιδιόμελο στο Δόξα…, ἦχος γ´, της Τρίτης Ώρας.

Β. 1. Κατά την τρίτη μέρα του τριημέρου των Χριστουγέννων εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σημειώνεται ότι οι εορτές των συνάξεων αποτελούν ουσιαστικώς επανάληψη της κυριώνυμης ημέρας το πλείστον με κάποια επιπλέον υπογράμμιση. Εν προκειμένω οι χριστιανοί καλούνται να επικεντρωθούν στη διακονία της Θεοτόκου κατά την Ενανθρώπηση του Λόγου και στις συνέπειες του παραδόξου μυστηρίου στη ζωή των ανθρώπων με το προηγηθέν άγιο βάπτισμα. Χαρακτηριστική είναι η Καταβασία: «Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν λυτρωσαμένην, ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας» και στο Ἐξαιρέτως.

2. Κατά ταύτα, ως προς τις διαφορές με την κυριώνυμη ημέρα παρατηρούνται οι εξής διαφορές:

α. Κατά τη Σύναξη δεν παρατίθενται εκ νέου Προφητικά Αναγνώσματα, όπως στον Εσπερινό των Χριστουγέννων, όπου επαναλαμβάνονται Αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών με έτι περαιτέρω εμπλουτισμό από το Α´ κεφάλαιο της Γενέσεως μέχρι και το τελευταίο βιβλίο της Π. Διαθήκης, του Δανιήλ και επανάληψη και ενός Αποστολικού και ενός Ευαγγελικού Αναγνώσματος εκ των Μεγάλων Ωρών, ως συνόψιση όλων των γεγονότων της Θείας Οικονομίας κατά τη δημιουργία και την ιστορία του αρχαίου Ισραήλ μέχρι της Γεννήσεως Ιησού Χριστού, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», και ως μία αντιστοίχιση με την εορτή του Πάσχα, όπου κυριαρχεί ο εκφαντορικός λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη με το Α´ κεφάλαιο του Ευαγγελίου του «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος…» κατ᾽ αντιστοιχία προς το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως.

β. Ο τόνος της εορτής της Συνάξεως αντανακλά τη βαπτιστήρια χαρά των νέων μελών της Εκκλησίας με την προσθήκη στον Εσπερινό του βαπτιστηρίου Προκειμένου «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος», που χαρακτηρίζει, κυρίως, την εορτή της Πεντηκοστής[1], όπως επίσης και με τα ιδιαίτερα Στιχηρά Ιδιόμελα του Εσπερινού, τα οποία απηχούν τις ερμηνευτικές διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός[2]. Το αυτό συμβαίνει και με την αντικατάσταση του Τρισαγίου με το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε».

γ. Τα Αναγνώσμα, Αποστολικό (Ἑβρ. β´, 11-18) και το Ευαγγελικό (Ματθ. β´, 13-23) είναι τα ίδια με την Ενάτη Ώρα της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων, όπου κυριαρχεί η προετοιμασία για τη βαπτιστήρια χαρά και ομολογία του Τριαδικού Θεού από τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Μάλιστα, το ίδιο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα διαβάζεται και την Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν. γ) Αντί της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Γ. Η βαπτιστήρια ατμόσφαιρα ως δωρεά της υπέρ ημών ένσαρκης Θείας Οικονομίας του Υιού αντανακλάται στο Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της κύριας ημέρας των Χριστουγέννων, στα οποία καταγράφεται το μυστήριο της ανακεφαλαιώσεως της κτίσης και της ιστορίας εν Χριστώ («πλήρωμα τοῦ χρόνου»), ο εν Χριστώ ανακαινισμός, η υιοθεσία με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και η θεογνωσία από όλα τα Έθνη, σημειούμενη με την προσκύνηση των αλλόφυλων σοφών μάγων με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπως διερμηνεύεται στο τελευταίο Στιχηρό Ιδιόμελο του γ´ ἤχου, ποίημα Ανατολίου, κατά το οποίο αναγνωρίζεται και ομολογείται ο Χριστός, ως ο ενανθρωπήσας Θεός εκ του έργου αυτού κατά το τρισσό αξίωμα, που αφορά σε κάθε άνθρωπο και όχι μόνο στον κατά σάρκα Ισραήλ, όχι κατά τρόπο μηχανιστικό αλλά κατά τη δεκτικότητα εκάστου, διαφορετικά με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως θα ήρετο η προαίρεση των λογικών όντων, όπως συμβαίνει με τον ειδωλικό κόσμο της καταδυνάστευσης και της αρχέγονης αλογίας: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, ἐξ Ἀνατολῶν ἐλθόντες Μάγοι, προσεκύνησαν Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα, καὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προθύμως ἀνοίξαντες, δῶρα τίμια προσέφερον, δόκιμον χρυσόν, ὡς Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, καὶ λίβανον, ὡς Θεῷ τῶν ὅλων, ὡς τριημέρῳ δὲ νεκρῷ, σμύρναν τῷ Ἀθανάτῳ. Πάντα τὰ ἔθνη, δεῦτε προσκυνήσωμεν, τῷ τεχθέντι σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. δ´, 4-7: «4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. 6 Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. 7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾽ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. β´, 1-12: «1 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα 2 λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. 3 ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ αὐτοῦ, 4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾽ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. 5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· 6 Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ᾽ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, 8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· 10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· 12 καὶ χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν».


[1]«Προκείμενον Ἦχος βαρύς, Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος. Στίχ. Ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου. Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν… Στίχ. Καὶ εἶπα· Νῦν ἠρξάμην· αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν… ».

[2]. Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Ἰδιόμελα, Ἦχος πλ. δ´ Ἰωάννου Μοναχοῦ: «Παράδοξον Μυστήριον, οἰκονομεῖται σήμερον! καινοτομοῦνται φύσεις, καὶ Θεὸς ἄνθρωπος γίνεται· ὅπερ ἦν μεμένηκε, καὶ ὃ οὐκ ἦν προσέλαβεν, οὐ φυρμὸν ὑπομείνας, οὐδὲ διαίρεσιν». Στίχ. Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. «Κύριε, ἐν Βηθλεὲμ παραγέγονας, ἐν τῷ Σπηλαίῳ παρῴκησας, ὁ οὐρανὸν τὸν θρόνον ἔχων, ἐν φάτνῃ ἀνεκλίθης, ὃν στρατιαὶ κυκλοῦσιν Ἀγγέλων, Ποιμέσι συγκατέβης, ἵνα σώσῃς ὡς εὔσπλαγχνος τὸ γένος ἡμῶν, δόξα σοι». Στίχ. Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησά σε, ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Σὺ Ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. «Πῶς ἐξείπω τὸ μέγα Μυστήριον; ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται, ὁ Λόγος παχύνεται, ὁ ἀόρατος ὁρᾶται καὶ ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται· καὶ ὁ ἄναρχος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀνθρώπου Υἱὸς γίνεται, Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

Πόσο βυζαντινή ήταν η Ελληνική Επανάσταση, δια χειρός Ίωνος Δραγούμη.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Σκοπός εκείνων που έφτειασαν το νέο κράτος ήταν να ξαναπιάσει ο Ρωμηός τη διοίκηση του κράτους του που είχε πρωτεύουσα την Πόλη και να ξανακαθίσει Έλληνας βασιλιάς στο θρόνο των Παλαιολόγων.

Μα οι περιστάσες, η σχετική αδυναμία των αρχηγών και οι μεγάλοι της γής έτσι το θέλησαν και αντί να γίνει, σύμφωνα με τη θέληση του λαού το κράτος της μεγάλης ιδέας, έγινε ένα μικρό ελληνικό κράτος στο μέρος που είχε ανθίσει η αρχαία Ελλάδα.

Το ελληνικό όνειρο ίσως να περιορίστηκε προπάντων από την ευρωπαϊκή αντίληψη την ξεπαρμένη τότε από μια νεογέννητη φωτοβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Μόνο οι Ρώσοι, με το να μην έχουν κλασσική μόρφωση, ένοιωθαν σωστά ποιο ήταν αλήθεια το ελληνικό όραμα, και αυτοί δε είχαν λόγους να το σπρώξουν να γίνει πράμα, απεναντίας το έτρεμαν.

Και οι Τούρκοι όμως, που δεν τους εσκότιζαν το μυαλό οι πιο αρχαίες ιστορίες, κι αυτοί ήξεραν καλά το τί εγύρευε το ξυπνημένο πια έθνος των Ρωμαίων, γιατί το θυμόντουσαν και οι ίδιοι – δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια – πως από αυτό το έθνος, το βασιλικό, επήραν την Πόλη, και αυτό το ίδιο θα θελήσει μια μέρα πάλι να τους την ξαναπάρει.».

«…Και όπως ο φιλελληνισμός και η αρχαιομανία των Ευρωπαίων και η όμοια αρχαιομανία των γραμματισμένων Ρωμηών έπλαθαν την αντίληψη μιας μικρής Ελλάδας στενεύοντας τα σύνορα της φυλής και ταιριάζοντάς τα με τα σύνορα της αρχαίας, ενώ ο λαός είχε ζωντανή μέσα του σα πόθο εθνικό πάντα τη βυζαντινή παράδοση της αυτοκρατορίας, έτσι και στα άλλα, ενώ ο λαός κρατούσε τη δημοτική παράδοση, οι γραμματισμένοι με τη βοήθεια των αρχαιόμαθων φιλελλήνων οραματίζονταν με τον αρχαίον Ελληνισμό στενεύοντας τη ζωή του έθνους.

Και οι φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι Έλληνες επρόβαιναν με το μυαλό τους κατά κάποιαν αφαίρεση. Η νέα Ελλάδα ήταν κατευθείαν συνέχεια της αρχαίας, τα ενδιάμεσα δυο χιλιάδες χρόνια με τους δύο ελληνικούς πολιτισμούς τους ήταν σβησμένα. Αλεξαντρινά κράτη και προ πάντων βυζαντινό δεν είχαν υπάρξει.

Όλα είχαν φτωχύνει τόσο μέσα στη ψυχή των μορφωμένων του έθνους, που δε εστοχάστηκαν ότι μπορούσαν να στραφούν αλλού παρά στην Ευρώπη για να γυρέψουν πρότυπα και για τους νόμους του κράτους και για τη διοίκηση και για την πνευματική ζωή.
Ο ξενοφερμένος βασιλιάς με οργανωτές χοντρούς Βαυαρέζους αντίγραψαν νόμους φράγκικους και συντάγματα ισωπεδωτικά ο γερμανομαθημένος αρχιτέκτονας μετάφερνε μαζί του από τη Γερμανία δείγματα σπιτιών, ο γαλλομαθημένος ράφτης μόδες, ο φραγκοπασαλειμμένος νομικός νόμους και ο διαβασμένος ποιητής στίχους ρωμαντικούς. Και ό,τι έφτανε ίσα από την Ευρώπη εφάνταζε και λαμποκοπούσε, ό,τι εντόπιο ήταν περιφρονημένο.

Στην Ευρώπη φώλιασε ο πολιτισμός και η επιστήμη, εκεί λοιπόν φυτρώνει και κάθε τελειότητα. Όποιος δε πήγε στο Παρίσι δεν είναι άνθρωπος. Ο νομοθέτης φραγκοφερμένος και αυτός ή τουλάχιστο φραγκομαθημένος ετσάκισε με νόμους τα φυσικά του Ρωμηού, την κοινοτική ζωή, αντί να τη μελετήσει και να την καλλιτερέψει και απάνω της να θεμελιώσει τον κρατικό μηχανισμό, την κατασύντριψε, γιατί στη Βαυαρία δεν υπάρχουν κοινότητες.
Το μόνο που θέλησαν να κρατήσουν ελληνικό, και αυτό όμως όχι νεοελληνικό, ήταν οι τύποι, η φάτσα, η εξωτερική μορφή, και βάφτισαν με αρχαιόπρεπα ονόματα τους θεσμούς και τις διάφορες θέσεις και αξιώματα. Φτάνει να λέγονταν κάτι “δήμος” και ήταν αμέσως ελληνικό, “σύνταγμα” και ήταν καλό, “βουλευτής” και ήταν γνήσιο.

Έτσι και τους ανθρώπους από πρωτητερινά χρόνια άρχισαν και τους βάφτιζαν Περικήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Δημοσθένηδες, νομίζοντας πως θα τους έφτειαναν έτσι γνήσιους απόγονους των αρχαίων που τους σπούδαζαν ωστόσο στην Ευρώπη για να τους τελειοποιήσουν. Και αρμένιζε η Ελλάδα όλη κατάισα κατά κάποιον αρχαιόμορφο και ξενότροπο μαϊμουδισμό, που έκαμε το ελληνικό μυαλό να παραδέρνει σε μια λιμνοθάλασσα από ιδέες παλιές και νέες.»

[“Eλληνικός πολιτισμός”, του I. Δραγούμη, εκδ. Φιλόμυθος σ. 52]

Υ.Γ Το ελληνικό έθνος δεν είναι δημιούργημα ούτε της Επανάστασης, ούτε των φιλελλήνων, ούτε των Ευρωπαίων διαφωτιστών. Δεν είναι καρπός ξένων θεωριών και σαλονιών του Παρισιού, αλλά συνέχεια ζωντανή και αδιάσπαστη του Γένους που κράτησε ατόφια την ψυχή του μέσα από τη Ρωμανία. Όποιος προσπαθεί να αποκόψει το Βυζάντιο από την ιστορική μας ταυτότητα δεν είναι απλώς ανιστόρητος αλλά ξεκάθαρα παραχαράκτης.

Η ίδια η παράδοση του λαού οι κοινότητες, η δημοτική γλώσσα, οι θρύλοι της Άλωσης και του μαρμαρωμένου Βασιλιά, η μνήμη της Πόλης αποδεικνύουν πως η ρωμαίικη συνείδηση δεν έσβησε ποτέ. Οι Ευρωπαίοι και οι «διαφωτισμένοι» λόγιοι μας θέλησαν να μας πείσουν ότι η Ελλάδα αναστήθηκε τάχα από το πνεύμα της κλασικής αρχαιότητας και τα βιβλία τους. Μα η αλήθεια είναι πως το έθνος δεν πέθανε ποτέ αλλά συνέχισε να ζει μέσα στη βυζαντινή αυτοκρατορία, πολέμησε, θυσιάστηκε και ξανασήκωσε κεφάλι το 1821.

Η Επανάσταση δεν ήταν προϊόν φιλοσοφικών θεωριών ούτε εισαγόμενων «ιδεών». Ήταν το ξέσπασμα ενός λαού που ένιωθε τον εαυτό του συνεχιστή μιας αυτοκρατορίας, που ήθελε να ξαναδεί Έλληνα βασιλιά στην Πόλη. Όσο κι αν οι ημιμαθείς και οι εγκάθετοι πασχίζουν να το διαστρεβλώσουν, η ιστορία δεν παραχαράσσεται το Βυζάντιο είναι η καρδιά της ελληνικής συνέχειας, και χωρίς αυτό δεν υπάρχει ούτε έθνος ούτε ελευθερία.

ΠΗΓΗ.ΑΝΤΙΦΩΝΟ

✍ Στυλ. Καβάζης

Περὶ ἐξισλαμισμοῦ καὶ ἐκτουρκισμοῦ τοῦ Γένους μας.

Οἱ σημερινοί Μικρασιατικοί πληθυσμοί.

Γράφει ο Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Ὅποιος περιδιαβεῖ σήμερα τὴν παλιὰ πόλη στήν Κωνσταντινούπολη, στὴν περιοχή τοῦ Λαλελί, μπορεῖ νὰ σταθεῖ μπροστὰ σὲ ἕνα μικρὸ καὶ φαινομενικὰ ταπεινὸ τζαμί, τὸ Μπόντρουμ Τζαμί, τὸ ἀποκαλούμενο καὶ Μεσίχ Πασᾶ Τζαμί. Μὲ μιὰ πρώτη ματιά μοιάζει περισσότερο μὲ ρωμαίικη ἐκκλησία παρὰ μὲ ὀθωμανικὸ τέμενος. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο· κάτω ἀπὸ τὶς μεταγενέστερες ἐπεμβάσεις κρύβεται ἡ παλαιὰ Μονὴ τοῦ Μυρελαίου, γυναικεῖο μοναστήρι, ἔργο τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανοῦ Λεκαπηνοῦ, τόπος ταφῆς τοῦ ἰδίου καὶ τῆς οἰκογένειάς του.

Ἀκόμη πιό σοκαριστικὴ ὅμως εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Μεγάλου Βεζίρη, τοῦ Μεσίχ Πασᾶ, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου τιμᾶται σήμερα τὸ μνημεῖο· λαμπρὸς γόνος τῆς οἰκογενείας τῶν Παλαιολόγων, γιὸς τοῦ Μανουὴλ Παλαιολόγου, δεσπότη τῆς Θεσσαλονίκης, ἐξισλαμισμένος Ρωμηός, ποὺ ἔφθασε νὰ γίνει ἀρχιναύαρχος τοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου καὶ Μέγας Βεζίρης· αὐτὸς ποὺ πολιόρκησε τὴν Ρόδο, στραφεὶς οὐσιαστικὰ ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ γένους του.

Ἡ ὕπαρξη ἑνὸς «Παλαιολόγου» στὴν κορυφὴ τῆς ὀθωμανικῆς ἱεραρχίας δὲν εἶναι μιὰ παράξενη ἱστορικὴ ἐξαίρεση. Εἶναι παράθυρο σὲ ἕνα κεφάλαιο τῆς ἱστορίας μας ποὺ συνήθως ἀποσιωποῦμε· τὸ κεφάλαιο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καὶ, στὴν συνέχεια, τοῦ ἐκτουρκισμοῦ μεγάλου μέρους τοῦ Γένους τῶν Ρωμηῶν. ·

1. Ποιοὶ εἶναι τελικὰ οἱ «Τούρκοι»; Ἡ πικρὴ ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα

Στὴν ἱστορικὴ μας φαντασία κυριαρχεῖ ἕνα ἀπλοϊκὸ σχήμα: ὑπῆρξε μιὰ φυλὴ νομάδων Μογγόλων ἱππέων, λιγότεροι ἀπὸ μερικὲς δεκάδες χιλιάδες, πού ξεχύθηκαν ἀπὸ τὴν Κεντρικὴ Ἀσία, νίκησαν στά ἀνατολικά σύνορα τῆς πατρίδας μας τῆς  Ρωμανίας, και εἰσέβαλαν στην ἐνδοχώρα καίγοντας, ρημάζοντας, γεννοβολόντας καὶ -κάπως μαγικά- ἐστησαν μιὰ νέα αὐτοκρατορία μέ διάρκεια αἰώνων.

Ὅμως, λογικὰ τέτοια σχήματα δεν μποροῦν να ἰσχύσουν. Εἶναι ἀδύνατον μιὰ μικρὴ, ὀμάδα νομάδων νὰ καταλύσει μιὰ χιλιόχρονη παγκόσμια ὑπερδύναμη, νὰ ὀργανώσει πολὺπλοκη διοίκηση, ὑψηλὴ γραφειοκρατία, ἀποτελεσματικότατες στρατιωτικὲς δομὲς καὶ περίφημη διπλωματία μακρόπνοου στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ, ἂν δὲν στηριχθεῖ ἐπάνω σὲ προϋπάρχοντες πληθυσμούς, θεσμοὺς καὶ ἱκανότητες.

Τὴν ἐποχὴ τῆς εἰσόδου τῶν νομάδων στὴν Ἀνατολία ὑπῆρχαν ἤδη πολλὰ ἐκατομμύρια (κατ’ ἐκτίμηση περισσότερα τῶν δέκα) γηγενῶν κατοίκων, κατὰ κύριο λόγο ἑλληνόφωνων Ρωμηῶν. Αὐτοί οἱ ἂνθρωποι, ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴν γῆ, ποὺ ζοῦσαν στὰ παράλια καὶ στὴν ἐνδοχώρα, ποὺ γέμιζαν τὶς πόλεις, τὰ μοναστήρια καὶ τὶς ἐνορίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τι ἀπέγιναν; Σφάχτηκαν; Χάθηκαν; Ἐξαϋλώθηκαν; Ἦταν μόνο τό ἑνάμισι ἑκατομμύριο τῶν Ἑλλήνων πού ἀντηλλάγησαν μετά το 1922 ἢ συνέβη κάτι ἂλλο;

Και κάτι ποὺ ὅλοι τὸ βλέπομε, ἀλλὰ ὅλοι ἀρνούμαστε ὑποσυνείδητα νὰ τὸ ἐξηγήσομε. Παρακολουθοῦμε στὴν τηλεόραση τὶς σειρὲς τους καὶ ἐπισκεπτόμαστε τὴν Τουρκία ὡς τουρίστες. Ὅμως Μογγόλους δὲ βλέπομε πουθενά. Ἴσως σπάνια κάποιον· ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτὸς πιθανότατα θὰ εἶναι μετανάστης ἀπὸ τὶς Κεντρο-Ασιατικὲς φιλικὲς πρὸς τὴν Τουρκία χῶρες. Μα τότε, ἂν δὲν εἶναι οἱ Τούρκοι Μογγόλοι καὶ Κεντρο-Ασιάτες ὅπως πιστεύομε, τί εἶναι; Μὴπως, ἡ ἱστορική ἀλήθεια εἶναι ὁτι οἱ γηγενεῖς πληθυσμοί ἐξισλαμίσθηκαν πρῶτα καὶ ἀργότερα ἐκτουρκίσθηκαν, ἀποτελῶντας τὸν κύριο κορμὸ αὐτοῦ ποὺ σήμερα ἀποκαλεῖται «τουρκικὸ ἔθνος»;

Ἡ θέση ὅτι (με την ἐξαίρεση τῶν Κούρδων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἓναν ἱστορικό λαό) ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν σημερινῶν «Τούρκων» τῆς Ἀνατολίας εἶναι γηγενεῖς Μικρασιάτες καὶ Βαλκάνιοι πληθυσμοί, δηλαδή ἐξισλαμισμένοι Ρωμηοὶ καὶ ἄλλοι χριστιανοί, ἔχει πλέον ἐπαρκῶς τεκμηριωθεῖ. Πολλά βιβλία σχετικά με τό θέμα ἒχουν γραφεῖ. Ἐνδεικτικά ἐδώ να ἀναφέρομε τρία: (α) «Ἡ παρακμή τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ ἡ διαδικασία τοῦ ἐξισλαμισμοῦ (11ος–15ος αἰῶνας)» τοῦ Σπύρου Βρυώνη, (β) «Ποιά Τουρκία; Ποιοί Τοῦρκοι;» τοῦ Φραγκούλη Φράγκου και (γ) «Ποιοί Τοῦρκοι;» τοῦ Νίκου Χειλαδάκη.  Ὁ ἐξισλαμισμὸς καὶ ὁ ἐκτουρκισμὸς δὲν ἦταν ἕνα στιγμιαῖο ἐπεισόδιο· ὑπῆρξε μιά πολὺπλοκη διαδικασία δέκα καὶ πλέον αἰώνων, ποὺ συνεχίζεται μὲ ἄλλες μορφὲς μέχρι καὶ σήμερα (βλέπε Δυτικὴ Θράκη, Βαλκάνια, διεθνῆ δίκτυα ἰσλαμικῶν ταγμάτων κτλ).

2. Γιατί ἐξισλαμίσθηκαν οἱ Μικρασιάτες; Δύο βασικοὶ ἄξονες

Ἂν προσπαθούσαμε νὰ συνοψίσουμε σὲ δύο κεντρικὰ σημεῖα τὸ «γιατί» τῆς ἀρχικῆς θρησκευτικῆς μεταστροφῆς τῶν Μικρασιατικῶν πληθυσμῶν, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε:

  1. Πολλαπλὴ ἀποκοπὴ τῆς περιφέρειας ἀπὸ τὸ κέντρο,
  2. Πνευματικὴ ἡγεμονία τοῦ Ἰσλάμ στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο ἐκείνης τῆς περιόδου.

2.1. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς περιφέρειας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη

Ἡ Βασιλεύουσα, μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἄρχισε νὰ ἀποκόπτεται προοδευτικὰ ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς της ἐπαρχίες. Ἀκατάλληλοι ἡγέτες, ἐσωτερικὲς ἔριδες, οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἀδυναμία στρατιωτικῆς προστασίας, καὶ, ἀργότερα, ἡ καταλυτικὴ τομὴ τῆς ἁλώσεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ἔκοψαν τοὺς δεσμοὺς τοῦ κέντρου με την περιφέρεια.

Ἡ διοικητικὴ, οἰκονομική, στρατιωτικὴ καὶ πνευματικὴ ἀποξένωση γέννησε ἀγανάκτηση. Οἱ πληθυσμοὶ τῶν ἀνατολικῶν θεμάτων βίωναν συνεχῶς τὴν πίεση τῶν μουσουλμανικῶν δυνάμεων· ζοῦσαν μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς ἀνασφάλειας καὶ ἀστάθειας, χωρὶς νὰ μποροῦν πιὰ νὰ προσβλέπουν πρὸς τὸ κέντρο γιὰ βοήθεια.

Ἐπιπλέον, ὁ αὐταρχισμὸς τοῦ κέντρου -ὑψηλή φορολόγηση, καταστολὴ ἐξεγέρσεων, ἐκτοπίσεις πληθυσμῶν, σκληρὲς διοικητικὲς παρεμβάσεις- βάθαινε τὸ ρῆγμα.

Ἔτσι, σταδιακά, ἡ περιφέρεια βρέθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα ὑπαρξιακὸ δίλημμα:

– εἴτε νὰ αὐτοοργανωθεῖ καὶ νὰ ἀποκοπεῖ,
– εἴτε νὰ προσδεθεῖ σὲ ἄλλο ἰσχυρότερο κέντρο ποὺ μποροῦσε νὰ τῆς προσφέρει ἀσφάλεια, τάξη καὶ προοπτική – ἔστω καὶ μὲ τίμημα τὴν μεταβολὴ θρησκείας καὶ ταυτότητας.

Αὐτὸ τὸ μοτίβο δὲν εἶναι ἀπλῶς ἕνα παλαιὸ ἱστορικὸ ἐπεισόδιο. Εἶναι νόμος τῆς ἱστορίας: ὅταν ἡ περιφέρεια ἐγκαταλείπεται, ὅταν οἱ ἄνθρωποἰ της νιώσουν ὅτι τὸ «κέντρο τους» δὲν τοὺς προστατεύει πλέον αυτό ἒχει σάν συνέπεια το κεντρο πλέον να μην τοὺς ἐμπνέει, να μην τοὺς ἀφορᾶ, ὀδηγώντας του νομοτελειακα να ἀναζητήσουν ἓνα ἄλλο κέντρο, μιάν ἄλλην ἀναφορά.

 

2.2. Ἡ πνευματικὴ ἡγεμονία τοῦ Ἰσλάμ

Παράλληλα μὲ τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ Μικρασιάτες ζοῦσαν σὲ ἕναν χώρο ὅπου τὸ Ἰσλάμ κέρδιζε σταδιακὰ τὴν πνευματικὴ ἡγεμονία.

Οἱ ἀνατολικὲς ἐπαρχίες, ἤδη ἀπὸ τὸν 7ο-8ο  αἰῶνα, βρίσκονταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μουσουλμανικὸ κόσμο. Ὁ πληθυσμὸς τους, κατὰ βάση ἀγροτικός, μὲ ἔντονη λαϊκὴ εὐσέβεια ἀλλὰ περιορισμένη θεολογικὴ κατάρτιση, κουβαλοῦσε μαζί του καὶ πλήθος παλαιῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν (ἡλιολατρεία, λατρεία τῆς Μεγάλης Μητέρας, μυστηριακὲς λατρείες κ.λπ.).

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἔδαφος φύτρωσαν καὶ ἄνθισαν ἀναρίθμητες αἱρέσεις καὶ κακοδοξίες· Ἀρειανοί, Μοντανιστές, Νεστοριανοί, εἰκονομάχοι Ἴσαυροι, Παυλικιανοί, Μανιχαῖοι, Εὐχῆτες καὶ τόσοι ἄλλοι. Ἀρκετὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς κινήσεις συγκρούστηκαν σφοδρὰ μὲ τὸ κέντρο, μὲ ἀποτέλεσμα ἐκτοπίσεις, σφαγές, ἐρήμωση περιοχῶν.

Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, τὸ Ἰσλάμ δὲν ἐμφανίστηκε ὡς κάτι ἀπολύτως ξένο. Για πολλούς, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὡς «ἄλλη μία» θρησκευτικὴ πρόταση τῆς Ἀνατολῆς, συχνὰ μὲ παρεμφερεῖς δογματικοὺς ἄξονες ὃπως:

– ἡ ἀντίθεση στὴν λατρεία τῶν εἰκόνων,
– ἡ αὐστηρὴ μονοθεΐα και ἡ ὀξεῖα ἀντίθεση ἒναντι τῆς ἐνανθρωπήσεως,
– οἱ διαρχικὲς ἀντιλήψεις περὶ καλοῦ καὶ κακοῦ,
– ἡ ἀπόρριψη τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, γιὰ ὅσους εἶχαν ἤδη ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἡ μετάβαση ἀπὸ μιὰ αἵρεση σὲ μιὰν ἄλλη -αὐτὴν τὴν φορά μὲ το ὀνομα Ἰσλάμ- δὲν φαινόταν τόσο μεγάλη καὶ ἀπότομη.

3. Τὰ σουφικὰ τάγματα· γέφυρες ἀνάμεσα στόν Χριστιανισμό καὶ στό Ἰσλάμ

Καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἐξάπλωση τοῦ Ἰσλάμ ἔπαιξαν τὰ σουφικὰ τάγματα καὶ οἱ ἀδελφότητες, τὰ ὁποῖα στηρίχθηκαν στὴν παλαιὰ μικρασιατικὴ παράδοση τῶν ἀδελφοτήτων. Ἀνέλαβαν νὰ προσφέρουν στὸ Ἰσλάμ πνευματικὴ ἡγεμονία καὶ κοινωνικὸ ρόλο.

Δίδασκαν ἕνα ἰδιότυπο, «μυστικιστικὸ» Ἰσλάμ, μὲ πολλὲς χριστιανικὲς ἀναφορές, μνήμες καί πρακτικές. Ἔγιναν στὴν πράξη ἓνα ἐνδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξὺ Χριστιανισμοῦ καὶ Ἰσλάμ, μιὰ γέφυρα ποὺ ἐπέτρεψε σὲ πλῆθος ἀνθρώπων νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ ἕνα πλαίσιο στὸ ἄλλο χωρὶς νὰ νιώθουν ὅτι ἀκυρώνουν ἀπολύτως τὸ παρελθόν τους.

Τὰ τάγματα καὶ οἱ προσωπικότητες πολλὲς· ὁ ἀσκητικότατος σεΐχης Σαρὴ Σαλτίκ, ὁ περίφημος Τζελαλεντίν Ρουμί, ὁ ἐπονομαζόμενος καὶ Μεβλανά (δάσκαλος), ἰδρυτὴς τοῦ τάγματος τῶν δερβίσηδων Μεβλεβί, ὁ σεΐχης Μπεντρεντίν Μαχμούτ, ὁ Μπαμπὰ Ἰσάκ, ἰδρυτὴς τοῦ τάγματος τῶν μπαμπαΐδων, ὁ Χατζὴ Μπεκτάς, ἰδρυτὴς τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Μπεκτασήδων, λαϊκὴ ἔκφραση τοῦ ὁποίου εἶναι ἀκόμα καὶ σήμερα τὰ δεκάδες ἐκατομμύρια τῶν Ἀλεβήδων, τὸ κίνημα τῶν Κιζιλμπάσηδων, τὸ τάγμα τῶν Ρουφαή (ἢ Χουρουφήδων), ὁ Μολᾶ Καμπίζ, ὁ Μουσταφᾶ Μπορκλουντζέ, τὸ τάγμα τῶν Ἀχήδων (ἢ Κορματήδων) καὶ τόσα ἄλλα

Πίσω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνόματα κρύβεται μιὰ πραγματικότητα:
τὸ Ἰσλάμ δὲν κέρδισε μόνο μὲ τὴν βία, ἀλλὰ καὶ μὲ πειστικὴ πνευματικὴ πρόταση, κοινωνικὰ αἰτήματα καὶ ὑπόσχεση δικαιοσύνης γιὰ τὸν ἁπλὸ λαό.

Ἔτσι, τὸ θρησκευτικὸ τοπίο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μεταβλήθηκε ραγδαία. Ἰδιαίτερα μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς Ρωμανίας ἀπὸ τοὺς Φράγκους, τὴν ὑποχώρηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐρήμωση πολλῶν μοναστηριῶν, ὁ λαὸς ἔμεινε ἀκατήχητος, ἀκάλυπτος, θεολογικὰ ἀπροστάτευτος.

Σ’ αὐτὸ τὸ κενὸ μπῆκαν τὰ τάγματα καὶ πρόσφεραν νόημα, ταυτότητα, κοινότητα – ἔστω κι ἂν αὐτὸ σήμαινε σταδιακὰ ἐξισλαμισμό.

4. Ἐξισλαμισμὸς καὶ ἐκτουρκισμός· ἡ κοινωνικὴ μηχανικὴ μιᾶς αὐτοκρατορίας

Ἀφοῦ διαμορφώθηκε ὁ πυρήνας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, οἱ ἐξουσιαστικοὶ μηχανισμοὶ του ἐπιτάχυναν τὴ διαδικασία. Δὲν ἀρκοῦσε πιὰ ἡ σταδιακὴ διείσδυση· χρειαζόταν συστηματικὴ μεταβολὴ τῶν πληθυσμῶν.

Τὰ μέσα ἦταν πολλὰ καὶ πολυεπίπεδα:

– παιδομαζώματα καὶ δημιουργία τῶν γενιτσαρικῶν σωμάτων,
– βίαιες ἀρπαγὲς γυναικῶν καὶ μεικτοὶ γάμοι σὲ πλαίσιο πολυγαμίας, ποὺ ὁδηγοῦσαν νομοτελειακὰ στὴν πλήρη ἀφομοίωση τῆς χριστιανῆς συζύγου καὶ τῶν παιδιῶν της,    – ὑψηλή φορολογία τῶν «ἀπίστων», ἡ ὁποῖα ὀδήγησε πολλές οἰκογένειες,  και μάλιστα πλούσιες στην μεταστροφή
– κοινωνικές, διοικητικές, δικαστικὲς καὶ ποικίλες οἰκονομικὲς διακρίσεις εἰς βάρος τῶν μὴ μουσουλμάνων,
– συστηματικὲς ψευδορκίες γιὰ δήθεν ἀρνησιθρησκία ἀπὸ χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι πλέον ἀναγκάζονταν νὰ γίνουν μουσουλμάνοι γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθοῦν μὲ θάνατο,       – ἐξισλαμισμός σκλάβων
– στοχευμένοι, βιαίοι μαζικοὶ ἐξισλαμισμοὶ σὲ κρίσιμες στρατηγικὰ περιοχές.

Ὁ ἐξισλαμιζόμενος ἔπαιρνε νέο, μουσουλμανικὸ ὄνομα καὶ χάνονταν ἀπὸ τὸ γένος του. Ἡ μνήμη ἔσπαζε. Τὸ ἴδιο συνέβη σχεδὸν στὸ σύνολο τῶν λεγομένων Τουρκοκρητικῶν, ἀλλά καί στην Κύπρο και στὰ Βαλκάνια, σὲ ἀμέτρητες κοινότητες ποὺ σήμερα κρύβονται πίσω ἀπὸ ταμπέλες «τουρκικές», «μουσουλμανικές», «ἀλβανικές» κ.λπ.

5. Ἡ θεολογικὴ καρδιὰ τοῦ προβλήματος· ταυτότητα, φῶς καὶ ἐλευθερία

Ἡ ἱστορία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπλῶς γεωπολιτική. Εἶναι πρωτίστως θεολογικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ δράμα.

Ἡ πορεία τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἀποδεικνύει γιὰ ἀκόμη μία φορά ὅτι ἡ θρησκευτικὴ ταυτότητα ἑνὸς λαοῦ καθορίζει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἱστορικὴ του ἀντοχὴ καὶ τὴν δυνατότητά του νὰ ὑπάρξει ὡς ἑτερότητα.

Γιὰ τὸ Γένος τῶν Ρωμηῶν αὐτὸ εἶναι ἀκόμη πιο ἔντονο. Δὲν μιλοῦμε γιὰ μιὰ ἀφηρημένη «θρησκευτικὴ ἰδεολογία», ἀλλὰ γιὰ ἕναν λαὸ ποὺ κάποτε εἶδε καὶ ψηλάφησε τὸν ἐνσάρκως ἀναστηθέντα Χριστό, πού τον γεύτηκε μέσα στὴν ἐμπειρία τῶν μυστηρίων, τῆς Θείας Λειτουργίας, τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς.

Ὅταν ὅμως χαθεῖ ὁ φωτισμός, ὅταν ἡ ζῶσα σχέση μὲ τὸν Χριστὸ ὑποχωρήσει καὶ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τυπικότητα, συμβιβασμὸ καὶ ἐκκοσμίκευση, τότε ὁ νοῦς σκοτίζεται. Καὶ ἀκολουθεῖ νομοτελειακὰ ἡ ὑποταγή σὲ κάθε πρόσκαιρη ἰδεολογία· ἄλλοτε Ἰσλάμ, ἄλλοτε ἐθνικισμός, ἄλλοτε ὑλιστικὴ παγκοσμιοποίηση.

Κάθε φορά ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λανθάνει, ὑποχωρεῖ ἢ μεταμορφώνεται σὲ ἁπλὴ «θρησκευτικὴ ὑπηρεσία», τὸ Γένος συρρικνώνεται. Ὄχι γιατί «μειώνονται τὰ νούμερα», ἀλλὰ γιατί χάνεται ὁ τρόπος, ἡ Ρωμηοσύνη ὡς συγκεκριμένος τρόπος ὑπάρξεως μέσα στὸν Χριστό.

Ὁ Χριστὸς μπορεῖ, ἂν τὸ θελήσει, «καὶ ἐκ λίθων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ». Ὅμως σέβεται τὴν ἐλευθερία μας. Ἂν ἐμεῖς, ὡς Ἐκκλησία, ὡς βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι, ἀφήσουμε τὰ πράγματα νὰ χαθοῦν, ἐκεῖνος δὲν θὰ μᾶς βιάσει. Ἡ εὐθύνη εἶναι στὰ χέρια μας – πολὺ περισσότερο σήμερα, ποὺ ἔχομε ἤδη δύο χιλιετίες ἐμπειρίας καὶ δὲν εἴμαστε πιὰ στὴν «παιδικὴ ἡλικία» τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ἡ σημερινὴ Τουρκία· ἀπὸ τὸν κεμαλισμὸ στὸ σουνιτικὸ Ἰσλάμ

Τὸ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο τῶν ἐξισλαμισμῶν μᾶς βοηθᾶ νὰ κατανοήσουμε καὶ τὴν σημερινὴ Τουρκία. Ἡ σύγχρονη Τουρκία βρίσκεται σὲ φάση προϊούσας μεταβάσεως·
ἀπὸ τὸν κεμαλικὸ ἐθνικισμὸ καὶ τὸν ρόλο τοῦ «κοσμικοῦ χωροφύλακα» τῆς περιοχῆς
πρὸς τὴν ἡγεμονία τοῦ σουνιτικοῦ Ἰσλάμ καὶ τὸν ρόλο μιᾶς περιφερειακῆς ὑπερδυνάμεως μὲ νεο-ὀθωμανικὲς φιλοδοξίες.

Ἡ μεταστροφὴ τῆς τουρκικῆς κοινωνίας πρὸς πιο ἔντονα ἰσλαμικὰ πρότυπα πραγματοποιεῖται καὶ πάλι, σὲ μεγάλο βαθμό, μὲσῳ τῶν σουφικῶν καὶ «ἀδελφικῶν» δομῶν, ποὺ γνωρίζουν ἰδιαίτερη ἄνθηση μετὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1980. Μπορεῖ μετά το πραξικόπημα τοῦ 2016 να ὑπέστρεψε το πανίσχυρο τάγμα Νουρτζού, μὲ ἐξέχουσα μορφὴ τὸν ἐκλιπόντα Φετουλλάχ Γκιουλέν, ὃμως πολύ γρήγορα ἐπικράτησαν ἂλλα ἀκόμα πιο ἀκραία συντηρητικά ἰσλαμικά τάγματα, ἀδελφότητες και ΜΚΟ ὃπως οἱ Νακσημπεντήδες, το Μεντζίλ, οἱ Σουλεϊμαντζήδες κτλ.

Ἡ στρατηγικὴ τῆς Δύσεως για δεκαετίες, ἡ ὁποία ἦταν νὰ ἐνισχύσει το σουνιτικὸ Ἰσλάμ ὡς «διαχειρίσιμο ἑταῖρο» -καὶ ἐνδεχομένως ἀντίβαρο σὲ ἄλλα ἰσλαμικὰ ρεύματα- συνέβαλε πολύ σὲ αὐτὴν τὴν μετάβαση. Ἔτσι, μὲ τὴν ἀνοχὴ καὶ συχνὰ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ἡ Τουρκία ἐπιχείρησε καί ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπανέλθει ὡς ἡγετικὴ δύναμη τοῦ σουνιτικοῦ κόσμου, μὲ βλέμμα στραμμένο στὰ ἐδάφη τῆς παλαιᾶς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Αὐτὸ τὸ ὅραμα ἐκφράζεται –και στην πατρίδα μας τόσο μὲ ρητορικὲς ἐξαγγελίες, ὅσο καὶ μὲ πολιτικές στὴν πράξη με (ἐκτός τῶν ἂλλων):

– τήν συστηματική προσπάθεια ἐκτουρκισμοῦ Πομάκων καὶ ἄλλων μουσουλμάνων τῆς Δυτικῆς Θράκης,
– τον τουρκοϊσλαμικὸ ἐκφασισμὸ φιλήσυχων κοινοτήτων στά νησιά,
– την οἰκονομικὴ διείσδυση καὶ δημιουργία θυλάκων σὲ βόρειες και ἂλλες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδος,
– την πολιτισμικὴ καὶ πνευματικὴ διείσδυση μὲ κάθε μέσο.

Ἐδῶ χρειάζεται νηφάλια ἀλλὰ ἀποφασιστικὴ ἐγρήγορση. Δὲν ἔχομε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ διαβάζουμε τὰ γεγονότα μὲ ὅρους ἀπλουστευμένου «ἀντιτουρκισμοῦ». Ὀφείλομε νὰ δοῦμε τὴν πραγματικότητα μὲ καθαρὸ νοῦ, ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς μακραίωνης ἱστορίας τῶν ἐξισλαμισμένων Ρωμηῶν ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν τὸν κορμὸ αὐτοῦ τοῦ κράτους.

  1. Ἡ κρίση ταυτότητας στὴν Τουρκία· μία πληγὴ ποὺ ἀνοίγει

Παρά τὴν ἐπίμονη, διάρκειας δεκαετιῶν, πλύση ἐγκεφάλου τῆς τουρκικῆς διοίκησης, οἱ χαμένες ταυτότητες δὲν ἐξαφανίστηκαν. Ἀντιστέκονται, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα.

Τὰ τελευταία χρόνια, λόγῳ τοῦ διαδικτύου, τῶν δορυφορικῶν μέσων, τοῦ τουρισμοῦ, τῶν νέων ἐπιστημονικῶν εὑρημάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς σχετικῆς χαλαρώσεως τῆς λογοκρισίας, πολλοὶ διανοούμενοι -δημοσιογράφοι, συγγραφεῖς, πανεπιστημιακοί κτλ – ἀρχίζουν νὰ θέτουν δημοσίως ἐρωτήματα γιὰ τὴν πραγματικὴ καταγωγὴ μεγάλων τμημάτων τοῦ πληθυσμοῦ.

Παράλληλα, δὲν λείπουν καὶ συμβολικὲς ἐκρήξεις συλλογικῆς μνήμης· μαζικὲς διαδηλώσεις μὲ συνθήματα ὅπως «εἴμαστε ὅλοι Ἀρμένιοι», ἢ κινήσεις ἀλληλεγγύης πρὸς Κούρδους, Ρωμηούς, Ἀρμενίους, ποὺ ἀποκαλύπτουν ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ ὁμοιομορφία σιγοβράζει μιὰ βαθιὰ κρίση ταυτότητας.

Σὲ αὐτὸ τὸ σημείο, ἐμεῖς, ὡς Ρωμηοί, κατέχομε τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ὄχι γιὰ νὰ τὴν ὑψώσουμε ὡς ἐργαλεῖο ἐνοχῆς, ἀλλὰ ὡς φιλάνθρωπο καθρέφτη. Καὶ μποροῦμε στὰ ἐρωτήματά τους νὰ τοὺς προσφέρομε τὰ τεκμήρια καὶ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ χρειάζονται· ἀπαντήσεις οἱ ὁποῖες θὰ τοὺς βοηθήσουν νὰ προσδιορίσουν τὴν ταυτότητά τους καὶ νὰ ἐπαναχαράξουν τὴν πορεία τους. Ὀφείλομε λοιπόν, ὡς πρόσωπα ἀλλὰ καὶ ὡς μικρὲς συλλογικότητες (παρέες, κοινότητες, πολιτιστικοὶ σύλλογοι κλπ.), νὰ βοηθήσομε αὐτοὺς ποὺ ἀναζητοῦν -καὶ πρόκειται πλέον γιὰ μεγάλο τμήμα τοῦ λαοῦ στὴν ἀπέναντι πλευρὰ τοῦ Αἰγαίου– νὰ ἀνακαλύψουν τὶς ρίζες τους καὶ τὴν χαμένη τους ἀφετηρία.

Οἱ δρόμοι πολλοί· ἐπικοινωνία, φιλίες, ταξίδια, ἱστοσελίδες, βιβλία, ἡμερίδες, πολιτιστικὲς ἀνταλλαγές, συνεργασίες και τόσα ἂλλα. Μικρὲς κινήσεις ποὺ ὅμως, στὸ βάθος, ἀγγίζουν ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα ἀνθρώπων καὶ λαῶν.

Ἡ ἀναζήτηση τῆς πραγματικῆς τους ταυτότητας, τό ταυτοτικό τους ζήτημα (kimlik meselesi) ἀποτελεῖ μεῖζον θέμα τῶν σημερινῶν Μικρασιατικῶν πληθυσμῶν, τό ὁποῖο ἐπηρεάζει καί θά ἐπηρεάσει ἀκόμα περισσότερο στό μέλλον τά γεγονότα τῆς εὐρύτερης περιοχῆς.

  1. Τί σημαίνουν ὅλα αὐτὰ γιὰ ἐμᾶς σήμερα;

Ζοῦμε σὲ δύσκολους καιρούς, σὲ μιὰ νέα «πυκνὴ νύχτα» τῆς ἱστορίας. Ἡ λαίλαπα τῆς λεγομένης «νέας ἐποχῆς», τὰ ὁράματα μιᾶς ἄχρωμης παγκοσμιοποίησης, ἡ διαρκὴς ἀποδόμηση κάθε παραδοσιακῆς ταυτότητας δὲν ἀφήνουν κανέναν ἀνεπηρέαστο.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ γενικότερο παγκόσμιο τοπίο, οἱ Ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ καλούμαστε νὰ ἀντισταθοῦμε ὄχι ἀπλῶς γιὰ «ἐθνικοὺς λόγους», ἀλλὰ πρωτίστως γιὰ λόγους σωτηρίας:
– σωτηρίας τῆς δικής μας ταυτότητας, τῆς Ρωμηοσύνης,
– σωτηρίας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ διψᾶ γιὰ ἀλήθεια, ἐλευθερία καὶ νόημα.

Ἐάν δεν ἀντισταθοῦμε διατηρώντας ὑψηλό ὀρθόδοξο φρόνημα, φαινόμενα ὃπως ὁ ἐξισλαμισμός θα μᾶς ἐξαφανίσουν ἱστορικά.

Καί «ἀντίσταση» ἐξ ἐπόψεως Ρωμηοσύνης σημαίνει ἐπιστροφή στὶς πηγές:
– ἀναβάπτιση στὴν ἡσυχαστικὴ, ἀγιοπατερικὴ μας παράδοση,
– ἐπανευαγγελισμὸς ὅλων μας, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν,
– ἀναγέννηση τῆς ἐνορίας ὡς ζωντανῆς κοινότητος καὶ ὄχι ὡς «γραφείου θησαυροφυλακίου μυστηρίων»,
– Λειτουργικὴ ζωή – καὶ πάλι Λειτουργικὴ ζωή,
– προσευχὴ, μετάνοια, νηπτικὴ ἐγρήγορση,
– κατάφαση τοῦ κόσμου χωρὶς συσχηματισμὸ μὲ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου.

Μόνον ἔτσι θὰ δοθοῦν Ἁγιοπνευματικὲς λύσεις σὲ προσωπικὸ καὶ συλλογικὸ ἐπίπεδο. Μόνον ἔτσι δὲν θὰ χαθοῦμε κι ἐμεῖς μέσα στὴν ἐπόμενη στροφὴ τῆς ἱστορίας, ὅπως χάθηκε κάποτε σχεδόν ὁλόκληρή ἡ Ρωμαίικη παρακαταθήκη στὴν Δύση, στὴν Παλαιστίνη, στὴ Μικρὰ Ἀσία.

  1. Ἐπίλογος

Τὸ ζήτημα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καὶ τοῦ ἐκτουρκισμοῦ μεγάλου μέρους τοῦ Γένους μας εἶναι ἕνα ἀκόμη ἀνοιχτὸ κεφάλαιο τῆς ἱστορίας. Δὲν ἀνήκει στὸ παρελθόν· ρίχνει την σκιά του πάνω στὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μας.

Χωρὶς ἡττοπάθεια ἀλλὰ καὶ χωρὶς αὐταπάτες, ὀφείλομε:
– νὰ τὸ μελετήσομε ἐνδελεχῶς,
– νὰ ἀναγνωρίσομε τὶς εὐθύνες μας ὡς Ἐκκλησία καὶ ὡς λαός,
– νὰ ἀντλήσομε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ὁδηγίες γιὰ νὰ μὴν ἐπαναλάβομε τὰ ἴδια λάθη,
– νὰ σταθοῦμε μὲ διάκριση ἀπέναντι στὴ σημερινὴ Τουρκία, βλέποντας πίσω ἀπὸ τὸ προσωπείο τοῦ κράτους τὰ πρόσωπα, τὶς πληγωμένες ταυτότητες, τοὺς ἐξισλαμισμένους Ρωμηούς, τὰ παιδιά καὶ τὰ ἐγγόνια τους.

Καὶ, πάνω ἀπ’ ὅλα, νὰ πορευθοῦμε μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ τελικὴ νίκη δὲν ἀνήκει οὔτε σὲ αὐτοκρατορίες οὔτε σὲ ἰδεολογίες, ἀλλὰ στὸν Ἀναστημένο Κύριο μας και την Ἐκκλησία του, γιὰ τήν ὁποῖα ἔχει ἤδη δοθεῖ ὁ λόγος:
«καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα δὲν εἶναι πρόσχημα γιὰ ἀδράνεια· εἶναι ἡ κρυφὴ ρίζα ἑνὸς ὑπερήφανου και συνάμα νηφάλιου ἀγῶνα γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ Γένους μας καὶ ὅλων ὅσοι θέλουν νὰ σωθοῦν – ἔστω καὶ ἂν προέρχονται ἀπὸ μακρινὴ ἢ πιο πρόσφατη γενιὰ ἐξισλαμισμένων Ρωμηῶν.

Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

ΠΗΓΗ.https://www.antibaro.gr/article/39889

Γιατί ο οίκτος θεωρείται αδυναμία στη νεανική βία (και λίγες σκέψεις)

Γράφει ο ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Με τα τελευταία γεγονότα σκληρής βίας στα σχολεία από ανήλικους και ανήλικες επιβεβαιώνονται οι φόβοι, που από χρόνια κάποιοι από μας έχουν εκφράσει, για την αναβάθμιση της νεανικής παραβατικότητας, που μετατρέπεται πια σε σκληρή εγκληματικότητα. Το φαινόμενο αυτό, τα τελευταία χρόνια, λαμβάνει ολοένα και πιο ανησυχητικές διαστάσεις.

Συγκρούσεις μεταξύ μαθητών, περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, βιντεοσκοπημένες επιθέσεις, που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι όλα αυτά δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά σημάδια μιας κοινωνίας που αλλάζει, δυστυχώς, όχι προς το καλύτερο. Η βία αναβαθμίστηκε και σε αυτή την αναβάθμιση σημαντικό μερίδιο πλέον λαμβάνουν και τα ανήλικα κορίτσια, τα οποία γίνονται πρωταγωνίστριες ωμής επιθετικότητας και, όπως πρόσφατα σκληρών, εγκληματικών ενεργειών.

Η ελληνική κοινωνία, όπως δυστυχώς και η Πολιτεία, παρακολουθούν σοκαρισμένες τη ραγδαία αύξηση περιστατικών βίας μεταξύ ανηλίκων, χωρίς να φαίνεται να λαμβάνονται έστω κάποια αρχικά μέτρα, με σκοπό τον περιορισμό μακροπρόθεσμα αυτών των περιστατικών. Συμπλοκές έξω από σχολεία, βιντεοσκοπημένοι ξυλοδαρμοί, ακόμα και μαχαιρώματα για ασήμαντες αφορμές, δείχνουν πως η βία δεν έχει πλέον φύλο, ούτε όρια.

Η εικόνα των νεαρών κοριτσιών, 14 και 15 ετών, που άλλοτε συνδέονταν με ευαισθησία και συναισθηματική ωριμότητα, έχει αντικατασταθεί από σκηνές ωμής επιθετικότητας: Αφού ξυλοκοπούν συνομήλικές τους, καταγράφουν το περιστατικό με το κινητό και το ανεβάζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σαν “τρόπαιο”. Η πράξη της βίας έχει πάψει πλέον να είναι ντροπή, αλλά γίνεται μέσο εντυπωσιασμού.

Κάποτε μιλούσαμε για αυθόρμητους καβγάδες ή λεκτικές αντιπαραθέσεις, σήμερα βλέπουμε σχεδιασμένες επιθέσεις, οργανωμένες ομάδες αγοριών και κοριτσιών, που λειτουργούν με λογική “παρέας” ή “συμμορίας”. Φυσικά υπάρχουν και τα ατομικά περιστατικά, όπως το πρόσφατο στην Κυψέλη, όπου μιλάμε πια όχι για εκφοβισμό ή απειλή, αλλά εγκληματική απόπειρα. Η πιο τρομακτική όμως διαπίστωση δεν είναι η ίδια η βία, αλλά η έλλειψη οίκτου που τη συνοδεύει. Αυτά τα παιδιά φαίνεται να έχουν αποξενωθεί από το συναίσθημα, καθότι δεν υπάρχει δισταγμός, ούτε ενοχή. Το θύμα δεν αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, αλλά ως “εχθρός”.

Οι αιτίες της βίας και η αντιμέτωπιση

Η απουσία ενσυναίσθησης και συμπόνιας, καθιστά τη βία πιο εύκολη, πιο ψυχρή, πιο απάνθρωπη. Όταν ο νέος δεν μπορεί να μπει στη θέση του άλλου, όταν δεν νιώθει τύψεις ή λύπη για τον πόνο που προκαλεί, τότε η κοινωνία έχει αποτύχει να του διδάξει τον σεβασμό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η κοινωνία, βυθισμένη σε ένα κλίμα επιφανειακής προβολής και απανθρωπιάς, έχει μεταδώσει στα παιδιά της το μήνυμα, ότι “αν δεν δείξεις δύναμη, θα σε πατήσουν”. Έτσι, ο οίκτος εκλαμβάνεται ως αδυναμία.

Η οικογένεια, συχνά απούσα, δυσκολεύεται να βάλει όρια. Το σχολείο επικεντρώνεται στη γνώση, παραμελώντας την ηθική και συναισθηματική αγωγή. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως θερμοκήπιο βίας, όπου οι νέοι μαθαίνουν ότι “όποιος φαίνεται σκληρός, επιβάλλεται”. Πίσω από κάθε βίαιο ανήλικο, κρύβεται συνήθως ένα παιδί φοβισμένο, ανασφαλές, παραμελημένο, που έχει μάθει πως η επιθετικότητα είναι η μόνη γλώσσα για να ακουστεί.

Φυσικά η αντιμετώπιση δεν βρίσκεται μόνο στην αυστηροποίηση των ποινών. Βρίσκεται στην ανασυγκρότηση της παιδείας, μέσα και έξω από το σχολείο. Χρειαζόμαστε προγράμματα συναισθηματικής αγωγής, ενίσχυση της ενσυναίσθησης, της διαχείρισης θυμού και του σεβασμού στη διαφορετικότητα.

Η κοινωνία πρέπει να ξαναδιδάξει στα παιδιά – αγόρια και κορίτσια – τι σημαίνει οίκτος, ευαισθησία και ευθύνη. Μόνο έτσι η βία θα πάψει να είναι αποδεκτή, επίκαιρη ή μέσο επίλυσης διαφορών και θα γίνει απορριπτέα και καταδικαστέα. Χρειαζόμαστε παιδιά που να νιώθουν, όχι μόνο να γνωρίζουν. Νέους που να μπορούν να αναγνωρίσουν το λάθος, να ζητήσουν συγγνώμη, να υπερασπιστούν τον αδύναμο αντί να τον εξευτελίσουν. Αν θέλουμε να μιλάμε για πρόοδο, δεν αρκεί να αναβαθμίζουμε την τεχνολογία, αλλά πρέπει να αναβαθμίσουμε την ανθρωπιά μας, γιατί μια κοινωνία χωρίς οίκτο, όσο σύγχρονη κι αν είναι, παραμένει βάρβαρη.

πηγή

ΣΧΟΛΙΟ

Οταν σταματήσεις να διδάσκεις τα παιδιά για Χριστό και Ελλάδα. Οταν υποβαθμίσεις μαθήματα όπως η ιστορία και τα θρησκευτικά, τότε τα αποτελέσματα δεν αργούν να φανούν και είναι καταστροφικά…

Τα παιδιά μας αντί για τις αρχές του ανθρωπισμού, της αγάπης στον συνάνθρωπο και του πατριωτισμού έχουν μέσα τους την βία. Δεν έχουν ιδανικά, Δεν γνωρίζουν τι είναι η ευλογημένη οικογένεια. Δεν γνωρίζουν τα νάματα της Ορθοδοξίας μας…

Δυστυχώς παρά το ότι ο αρθρογράφος προσπαθεί να εντοπίσει το πρόβλημα και πολύ σωστά λέει ότι τα παιδιά “δεν μπορούν να μπουν στην θέση του άλλου” και δεν έχουν λύπη, τύψεις ή συναισθήματα, όμως πέφτει κι αυτός στο νεοταξικό χάος χρησιμοποιώντας τους όρους που κατέστρεψαν τα παιδιά μας….

Μιλάει για “ενσυναίσθηση” έναν όρο πολύ αγαπητό στο νεοταξικό λεξιλόγιο που όμως χρησιμοποιείται υποκριτικά και ανούσια από ολόκληρη την κοινωνία μας….

Και αυτό αποδεικνύεται διότι οι νεοταξίτες από την μια κόπτονται για ενσυναίσθηση, αλλά είναι υπέρ των εκτρώσεων (δεν μπαίνουν στην θέση του εμβρύου, αλλά στην θέση της φόνισσας μάνας), οι νεοταξίτες φιλόζωοι είναι υπέρ των αντίχριστων στειρώσεων και του τσιπαρίσματος των ζώων συντροφιάς και της εξαφάνισης των αδέσποτων σκύλων και γατιών, αλλά όλες οι φιλοζωικές οργανώσεις έβγαλαν τον σκασμό όταν χιλιάδες πρόβατα σφάζονται στην πατρίδα μας….

Είναι ανθρωπιστές αλλά θέλουν να οδηγήσουν τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους στην ευθανασία….

Υποκριτικά μιλούν για ελευθερία του ατόμου και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά βγάζουν τον σκασμό για το τεράστιο ηλεκτρονικό φακέλωμα με ψηφιακές ταυτότητες και προσωπικούς αριθμούς…

Ο αρθρογράφος μιλάει για διαφορετικότητα (άλλος αγαπημένος όρος της νέας τάξης) αλλά δυστυχώς στα παιδιά μας προωθείται η διεστραμμένη διαφορετικότητα, η οποία πλασάρεται ταυτόχρονα με την πολυπολιτισμικότητα και την απαξίωση της ελληνικότητας….

Γενικά η υποκρισία αυτή δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορα τα παιδιά μας….

Αυτή λοιπόν η νεοταξική υποκρισία και απάνθρωπη παράνοια που και καλά είναι “στολισμένη” με ενσυναισθήσεις και διαφορετικότητες, αλλά και η καταστροφική νεοταξική επίσης επέλαση των κοινωνικών διαδικτυακών μέσων, όπως και οι προωθήσεις νεοταξικών κυρίως WOKE ιδεών του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, που βρίθουν από υλισμό και ματαιοδοξία, φεμινισμό κ.α., έχουν τρελάνει τα παιδιά μας….

Συνεπώς η βία ανηλίκων όχι μόνο θα συνεχιστεί αλλά θα ενταθεί τα προσεχή χρόνια….

Αν δεν αλλάξει ριζικά όλο το στήσιμο της εκπαίδευσης και αν δεν ξαναγίνει όπως παλιότερα “παιδεία” αληθινή, χριστιανική, πατριωτική και αληθινά ανθρωπιστική δεν πρόκειται να δούμε καλύτερα αποτελέσματα….

Πολύ σωστά ο εξαιρετικός και πατριώτης φιλόλογος κ. Αντώνης Αντωνάκος είχε πει σε μια ομιλία του για την ελληνική μας γλώσσα ότι τα παιδιά σήμερα δεν έχουν παιδεία αλλά εκπαίδευση… Εκπαίδευση όμως έχουν και τα ζώα…. κι αυτά εκπαιδεύονται….

Ενώ παιδεία μπορεί να έχει ΜΟΝΟ ο άνθρωπος…

Η παιδεία λοιπόν τον παιδιών μας έχει υποβιβαστεί σε εκπαίδευση, αλλά ακόμα και αυτή έχει λάθος περιεχόμενο….

Τα παιδιά τελειώνουν το Λύκειο χωρίς γνώσεις, χωρίς ιδέες, χωρίς αρχές και χωρίς πιστεύω….

Τα μόνα τους “θέλω” είναι να τα κονομήσουν, να γίνουν γνωστοί και να έχουν πολλά likes και πολλούς “φίλους” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που θα τους θαυμάζουν….. Εστω κι αν για να γίνει αυτό πρέπει να πλακώσουν στο ξύλο μερικούς συμμαθητές τους….

Μιας και για να αλλάξει η κοινωνία μας είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο, ας ξεκινήσουμε από τις οικογένειές μας, από τα σπίτια μας, από τα δικά μας παιδιά, να τα ξαναμαθαίνουμε για Χριστό και Ελλάδα…

Οσο ακόμα μπορούμε, διότι ήδη η νεοταξική κοινωνία οργανώνεται με τέτοιο τρόπο εναντίον μας, που οι γονείς που αποφασίζουν να δώσουν τέτοια χριστιανικά και ελληνικά εφόδια στα παιδιά τους, ονομάζονται (ακόμα και από καθηγητές) ακροδεξιοί, φανατικοί, σκοταδιστές, φασίστες κλπ….

Και το τίμημα ακόμα και για τα ίδια μας τα παιδιά θα είναι δύσκολο και σκληρό…

Κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν και να απομονωθούν από συμμαθητές και δασκάλους, αλλά αν είναι αυτός ο λόγος, αξίζει τον κόπο….

Είναι προτιμότερο να περιθωριοποιηθεί το παιδί μας, παρά να χάσει την ψυχή του…

Ισως όσο είναι δυνατόν, να πρέπει να ψάξουμε να βρούμε οικογένειες με παιδιά με τις ίδιες αρχές ώστε να αναπτύξουν κι αυτά φιλία με ομοϊδεάτες τους…

Εύχομαι και ελπίζω ο Θεός να μας βοηθήσει με τρόπο που εκείνος ξέρει, να σώσουμε τους εαυτούς μας, τα παιδιά μας και την πατρίδα μας….

ΠΗΓΗ.https://koukfamily.blogspot.com/

Κυριακὴ Πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, 21 Δεκεμβρίου 2025, (23/12/2018), (Αριθμ. 58Γ)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει την προηγούμενη Κυριακή, η Κυριακή των Αγίων Προπατόρων κείται στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μεταξύ 11-17 Δεκεμβρίου, ενώ η Προ της Χριστού Γεννήσεως μεταξύ 18-24, συγκροτώντας και ημερολογιακά μία ενότητα. Η υμνολογία των δύο αυτών Κυριακών είναι σχεδόν κοινή ως προς τους εορταζόμενους Αγίους Προπάτορες με κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ και με τους Τρεις Παίδας εν Καμίνω και τον Προφήτη Δανιήλ να κλείνουν τον κύκλο των Προφητικών οράσεων, όπως καταγράφονται ερμηνευτικά σε δύο Καταβασίες της περιόδου[1]. Εξάλλου, η Βαβυλώνια αιχμαλωσία (586-538) είναι μία περίοδος η οποία, παρά τη δοκιμασία του Ισραήλ, εντούτοις αποτελεί την ανανέωση της διαθήκης μεταξύ Θεού και Ισραήλ, ένα μεθόριο, με το οποίο αρχίζει ο κύκλος των δεκατεσσάρων γενεών μέχρι τη γέννηση του Χριστού, κατά την καταγραφή, εξάλλου, και του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος («17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες») και την υμνολογική επιμαρτυρία της προηγούμενης Κυριακής κατά παραπομπή στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Συγχρόνως, από τις αρχές του μήνα με τη μνήμη των Προφητών Αββακούμ, Αγγαίου και πάντα εντός του διαστήματος των Αγίων Προπατόρων, στις 17 Δεκεμβρίου, με την εορτή της μνήμης «τοῦ Ἁγίου Προφήτου Δανιήλ, καὶ τῶν Ἁγίων τριῶν Παίδων, Ἀνανίου, Ἀζαρίου, Μισαήλ» ολοκληρώνεται ο κύκλος των Προφητών αλλά και των Προφητικών βιβλίων με τελευταίο εκείνο του Δανιήλ, που ως προφητική όραση και δράση ενώνει όχι μόνο την αποδοχή της πίστης στο Θεό του Ισραήλ από δύο αλλόφυλους βασιλείς, Ναβουχοδονόσoρα και Δαρείο, αλλά μέσω της ταυτόχρονης θεοφάνειας του Άσαρκου Λόγου, ως Αγγέλου του Θεού Πατρός, σε Δανιήλ στα Σούσα και Αββακούμ εν Ιουδαία και θεοφανικής μεταφοράς του Αββακούμ, για να τραφεί ο επί εξαήμερο ευρισκόμενος στο λάκκο των λεόντων Δανιήλ, εξαγγέλλεται η ανατολή της νέας ημέρας του Μυστικού Δείπνου και επέκεινα, Δαν. ιβ´, 33-42: «33 καὶ ἦν ᾿Αμβακοὺμ ὁ προφήτης ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ, καὶ αὐτὸς ἥψησεν ἕψεμα καὶ ἐνέθρυψεν ἄρτους εἰς σκάφην καὶ ἐπορεύετο εἰς τὸ πεδίον ἀπενέγκαι τοῖς θερισταῖς. 34 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος Κυρίου τῷ ᾿Αμβακούμ· ἀπένεγκε τὸ ἄριστον, ὃ ἔχεις, εἰς Βαβυλῶνα τῷ Δανιὴλ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων. 35 καὶ εἶπεν ᾿Αμβακούμ· Κύριε, Βαβυλῶνα οὐχ ἑώρακα καὶ τὸν λάκκον οὐ γινώσκω. 36 καὶ ἐπελάβετο ὁ ἄγγελος Κυρίου τῆς κορυφῆς αὐτοῦ καὶ βαστάσας τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἔθηκεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα ἐπάνω τοῦ λάκκου ἐν τῷ ροίζῳ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. 37 καὶ ἐβόησεν ᾿Αμβακοὺμ λέγων· Δανιὴλ Δανιήλ, λαβὲ τὸ ἄριστον, ὃ ἀπέστειλέ σοι ὁ Θεός. 38 καὶ εἶπε Δανιήλ· ἐμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἀγαπῶντάς σε. 39 καὶ ἀναστὰς Δανιὴλ ἔφαγεν· ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀποκατέστησε τὸν ᾿Αμβακοὺμ παραχρῆμα εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. 40 ὁ δέ βασιλεὺς ἦλθε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ πενθῆσαι τὸν Δανιήλ· καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸν λάκκον καὶ ἐνέβλεψε, καὶ ἰδοὺ Δανιὴλ καθήμενος. 41 καὶ ἀναβοήσας φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· μέγας εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ Δανιήλ, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν σοῦ. 42 καὶ ἀνέσπασεν αὐτόν, τοὺς δὲ αἰτίους τῆς ἀπωλείας αὐτοῦ ἐνέβαλεν εἰς τὸν λάκκον, καὶ κατεβρώθησαν παραχρῆμα ἐνώπιον αὐτοῦ».

2. Στο διάστημα που πέφτει η Κυριακή Προ της Χριστού Γεννήσεως άρχεται και η προεόρτιος περίοδος της εβδομάδος προ των Χριστουγέννων, στις 20 Δεκεμβρίου, κατά την προχειριστική αρίθμηση των έξι ημερών του Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, ως απόδοση και συγχρόνως προλαμπρισμός των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης και αρχή της πορείας του νέου Ισραήλ εν Χριστώ, ο οποίος ενοποιεί ανακαινίζοντας άπαν το ανθρώπινο γένος κατά το πρώτο Ἐξαποστειλάριο των Πατέρων, ἦχος β´, και σε μία ερμηνευτική ενότητα με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της ημέρας, καθώς, μάλιστα, η διατύπωση «τῇ πίστει», ή «ἐν πίστει» διατρέχει όλη την υμνολογία: «Πατριαρχῶν οἱ πρόκριτοι, καὶ πρὸ νόμου Πατέρες, ἐν πίστει προεξέλαμψανἈβραάμ, Ἰσαάκ τε, καὶ Ἰακὼβ ὡς φωστῆρες· ἅπαντες γὰρ Προφῆται, καὶ Δίκαιοι ἀνήφθησαν, ἐξ αὐτῶν ὡς λαμπάδες, φωτοειδεῖς, καὶ τὴν Κτίσιν, πᾶσαν ἐσκοτισμένην, ἀκτῖσι κατεφώτισαν, τῆς σεπτῆς Προφητείας». Και ενώ κατά το Συναξάριο της ημέρας γίνεται ακριβής μνεία όλων των ἀπ᾽ αἰῶνος Αγίων, ανδρών και γυναικών, «ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατὰ γενεαλογίαν» και ονομαστική αναφορά κατά Στίχο, και πάλι η τριάς Ἀβραάμ, Ἰσαάκ τε, καὶ Ἰακώβ, και κυρίως οι παραπομπές στον Αβραάμ ως αρχηγέτη των Εθνών[2]όπως επίσης στους Τρεις Παίδες εν Καμίνω και τον Προφήτη Δανιήλ συνέχουν προτυπικά την υμνολογία της εορτής ως προχειρισμού της υπέρ ημών ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου: «Ὡς ἐν ψεκάδι μέσον τῆς φλογός, τῇ δρόσῳ τοῦ Πνεύματος, ἀγαλλόμενοι οἱ Παῖδες τοῦ Θεοῦ, περιεπάτουν μυστικῶς, ἐν αὐτῇ προτυπώσαντες, τὴν Τριάδα καὶ τὴν σάρκωσιν Χριστοῦ, καὶ ὡς σοφοὶ διὰ Πίστεως, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, καὶ Δανιὴλ δὲ ὁ δίκαιος, λεόντων ὤφθη φιμωτής, ὧν ταῖς δεήσεσι, δυσωπούμενος φιλάνθρωπε Σωτήρ, καὶ ἡμᾶς τοῦ ἀσβέστου, καὶ αἰωνίου λύτρωσαι πυρός, καὶ ἀξίωσον τυχεῖν, τῆς οὐρανίου Βασιλείας σου», τρίτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων, ἦχος πλ. δ´.

3. O προτυπικός αλλά συγχρόνως και προεξαγγελτικός χαρακτήρας της Κυριακής αυτής, ως προχειρισμός της Γέννησης του Χριστού, τονίζεται με τα Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού, στα οποία κυριαρχούν οι Θεοφάνειες στον Αβραάμ τον Προπάτορα, ως εκπρόσωπο των Εθνών και του Ισραήλ, δηλαδή όλων των ανθρώπων, στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα, Γεν. ιδ´, 14-20, και στο Μωϋσή, ο οποίος έλαβε στο όρος Σινά το Νόμο, ως μαρτυρία της εκλογής του Ισραήλ, στο δεύτερο και το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα από το Δευτερονόμιο, Δευτ. α´, 8-11: 15-17 και Δευτ. ι´, 14-21. Στα τρία Προφητικά Αναγνώσματα καταγράφονται τα γεγονότα της αποκαλύψεως του δρώντος Θεού ως Δημιουργού και Κυρίου του σύμπαντος κόσμου, της κτίσης και της ιστορίας, της πορείας του ανθρώπινου γένους ως κλήσης για τη νέα σχέση όλων των Εθνών με το φωτοδότη Θεό, μία προμνήστευση για την Εκκλησία της Πεντηκοστής στους άπειρους αιώνες της χάριτος του Τριαδικού Θεού. Στο πρώτο Ανάγνωσμα οι οἰκογενείς του Αβραάμ είναι τριακόσιοι δέκα οκτώ, μία προτύπωση των τριακοσίων δέκα οκτώ Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ ο προσφέρων το δείπνο στον Αβραάμ με άρτο και οίνο αγενεαλόγητος Μελχισεδέκ, βασιλεύς Σαλήμ, προφητικός τύπος του αναμενομένου εν σαρκί Λόγου, εκκλησιάζει όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι ο προερχόμενος από τον Αβραάμ Χριστός δρα αποκαλυπτόμενος με το τρισσό αρχιερατικό αξίωμα, του Προφήτη, διερμηνευτού της βουλής του Θεού Πατρός, του ιερέως και του βασιλέως. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι ο Χριστός στο ευχαριστιακό δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης συνάγει παλαιό και νέο Ισραήλ, είναι προσφέρων και προσφερόμενος και δεχόμενος τη λογική λατρεία, ως κλήση προς πάντα άνθρωπο. Στο δεύτερο και τρίτο Ανάγνωσμα κυριαρχεί η Θεοφάνεια προς το Μωϋσή με την παράδοση του Νόμου ως περιεχόμενο πίστης προς τον Κύριο το Θεό, δηλαδή, τα δύο Αναγνώσματα συνιστούν την προμνήστευση του γεγονότος της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου του Θεού του Μωϋσέως, του ενός και του αυτού Κυρίου της Δόξης, του Παλαιού των ημερών, ο οποίος θα εισέλθει στην ιστορία του ανθρώπινου γένους πραγματικά, και απόδειξη είναι η ακριβής γενεαλογία του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ακόμη και στο Δευτερονόμιο, που απετέλεσε το «Ευαγγέλιο» του Ισραήλ, το οποίο παραχάρατταν οι Φαρισαίοι και οι νομικοί του Ισραήλ αρνούμενοι τον Ιησού ως τον υπό των Προφητών προκαταγγελλόμενο Θεό Λόγο «σαρκί», «δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», υπάρχει και εκεί το άνοιγμα προς όλη την ανθρωπότητα με την καταγραφή ότι ο Νόμος δεν αφορά μόνο στον Ισραήλ αλλά και στους προσηλύτους«Διακούετε ἀναμέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, καὶ κρίνατε δικαίως ἀναμέσον ἀνδρὸς καὶ ἀναμέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ τοῦ προσηλύτου αὐτοῦ. Οὐκ ἐπιγνώσει πρόσωπον ἐν κρίσει, κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγα κρινεῖς, οὐ μὴ ὑποστείλῃ πρόσωπον ἀνθρώπου, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι», Δευτ. α´, 16-17, και «ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, οὗτος Θεὸς τῶν Θεῶν, καὶ Κύριος τῶν Κυρίων, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, καὶ ἰσχυρός, καὶ φοβερός, ὅς τις οὐ θαυμάζει πρόσωπον, οὐδ᾽ οὐ μὴ λάβῃ δῶρον, ποιῶν κρίσιν προσηλύτῳ καὶ ὀρφανῷ καὶ χήρᾳ, καὶ ἀγαπᾷ τὸν προσήλυτον, δοῦναι αὐτῷ ἄρτον καὶ ἱμάτιον. καὶ ἀγαπήσετε τὸν προσήλυτον· προσήλυτοι γὰρ ἦτε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ», Δευτ. ι´, 17-19. Οι προσήλυτοι, εξάλλου, απετέλεσαν τη μεγάλη δύναμη του Ισραήλ, μία διαρκή εσωτερική ανανέωση αλλά και την προσαρμοστική δύναμη στη δύσκολη πορεία του Εβραϊκού λαού μέχρι σήμερα. Εξ επόψεως κηρύγματος των Αποστόλων προς τα Ἔθνη η Συναγωγή με τους προσηλύτους αποτέλεσε επίσης το θεμέλιο για το σπάσιμο της φυλετικής αποκλειστικότητος του παλαιού Ισραήλ, και η ερμηνεία της πίστεως κατά τις Προφητικές εξαγγελίες σήμαινε την επισυναγωγή του ανθρώπινου γένους, ως νέου γένους εν Χριστώ, κατά την ερμηνεία ότι ο Χριστός είναι ο νέος Αδάμ κατά τη γενεαλογία του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

4. Τα συγκεκριμένα Προφητικά Αναγνώσματα, μαζί με την τέλεση του Βαπτίσματος ως ομολογίας του Τριαδικού Θεού, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, προκειμένου να μετάσχει ο πιστός στο κοινό ευχαριστιακό δείπνο αποτέλεσαν μαζί με τις ερμηνευτικές κηρυγματικές προτάσεις των πρώτων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας το θεολογικό πρόπλασμα για τα ευσύνοπτα πρώτα Σύμβολα Πίστεως των τοπικών εκκλησιών και αργότερα για το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως και τους Όρους Πίστεως των Οικουμενικών Συνόδων, ως συνοδικές ερμηνευτικές διατυπώσεις του Συμβόλου της Πίστεως σε μία ενότητα, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με τις θεωρίες των σύγχρονων θεολόγων που ψάχνουν έννοιες, ιδέες, λεκτικά σχήματα και λεξούλες από δω κι από εκεί για τις συνοδικές ερμηνευτικές αποφάσεις των Πατέρων της Εκκλησίας. Τα δύο Ιδιόμελα στη Λιτή της εορτής συνοψίζουν ερμηνευτικά αυτήν την μακρά εκκλησιαστική θεολογική συνέχεια, ἦχος α´: α) «Βολίδες ἀστράπτοντες θεηγορίαις, οἱ μεγαλώνυμοι Προφῆται, εἰς ἀεὶ μακαρίζονται· καὶ τὰ ἔπη τοῦ Πνεύματος καρπούμενοι, τὴν ἀνερμήνευτον λοχείαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ πᾶσιν ἐκήρυξαν, νομίμως δὲ τὸ τέλος διήνυσαν, ζήσαντες ζωὴν ὑπερθαύμαστον», και β) «Ἄκουε οὐρανέ, καὶ ἐνωτίζου ἡ γῆ· ἰδοὺ γὰρ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, πρόεισι τεχθῆναι, ἐκ Κόρης ἀπειράνδρου, εὐδοκίᾳ τοῦ φύσαντος αὐτὸν ἀπαθῶς, καὶ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· Βηθλεὲμ εὐτρεπίζου, ἄνοιγε πύλην ἡ Ἐδέμ· ὅτι ὁ Ὢν γίνεται ὃ οὐκ ἦν, καὶ ὁ πλαστουργὸς πάσης κτίσεως διαπλάττεται, ὁ παρέχων τὸ μέγα ἔλεος».

Β. 1. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι λατρευτικά η Αποστολική κοινότητα συγκροτείται στο χώρο του Ισραήλ και στον ανοιχτό κόσμο των ἐθνῶν της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ο εορτολογικός κύκλος εκδιπλώνεται ως νέος κόσμος ερμηνεύοντας προσαρμοστικά την ιστορία του ανθρώπινου γένους από κτίσεως κόσμου, επιλέγοντας κάθε φορά το οικουμενικό από το μερικό μιας αποκλίνουσας αποκλειστικότητος. Στο παλαιό Ρωμαϊκό ημερολόγιο απλώνονται λατρευτικά και ερμηνευτικά τα γεγονότα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας πέριξ των μυστηρίων του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και ο σκοπός της Ενανθρωπήσεως «δι᾽ ἡμᾶς» απετέλεσαν τη βάση της βαπτιστήριας πράξης της Εκκλησίας για τα νέα μέλη της, συγκροτώντας τη λατρευτική και κηρυγματική της έκφραση. Έτσι η Γέννηση του Χριστού, είτε στις 6 Ιανουαρίου ως Φώτα, είτε στις 25 Δεκεμβρίου, και το Πάσχα μέχρις και τον τέταρτο αιώνα σηματοδοτούσαν μία ενότητα βαπτιστήριας έκφρασης για την Εκκλησία. Μετά την Γ´ Οικουμενική Σύνοδο το 431 στην Έφεσο, την υιοθέτηση του νηπιοβαπτισμού και τη συνοδική ερμηνεία για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Ενανθρωπήσαντος και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, η λατρεία της Εκκλησίας εμπλουτίζεται ραγδαία με τη θεολογική της παραγωγή, την υμνολογική της έκφραση και την οργάνωση των ιερών χώρων, στην οποία ήλθε αρωγός η αυτοκρατορική παρουσία. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που μας είναι γνωστός ως ο Θεολόγος υπερασπισμού της πίστεως στον Τριαδικό Θεό, της Θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σε δύο Λόγους του Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα και Εἰς τὸ Ἅγον Πάσχα επαναλαμβάνει στο μεγαλύτερο τμήμα τους κατά λέξη την αυτήν ερμηνεία. Επιλέον, ο προτελευταίος από τους σαράντα πέντε διασωθέντες Λόγους του είναι Εἰς τὴν καινὴν Κυριακήν, ένας Λόγος ως κήρυγμα για τα εγκαίνια της εκκλησίας στη μνήμη του Μάρτυρα Αγίου Μάμαντος στην πατρίδα του στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, όταν πια είχε αποχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη πριν το τέλος της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που, ωστόσο, είναι ένας Λόγος για τη δημιουργία του κόσμου, την πορεία του αρχαίου και του νέου Ισραήλ εν Χριστώ, ένας Λόγος για τη σημασία του ανακαινισμού του σύμπαντος κόσμου, μία σύνοψη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Αναστάντος Χριστού και καινοποιήσαντος τον άνθρωπο και σύμπασα τη δημιουργία. Ουσιαστικά πρόκειται για ερμηνεία του στίχου του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο» σε μία διαρκή και ατελεύτητη θεοφανική έκφανση.

2. Η τιμή και η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου στην Κωνσταντινούπολη των Οικουμενικών Συνόδων, ως ενός μεγάλου Πατέρα της και Πατριάρχη, αποτυπώνεται στη μεταγενέστερή του συνοδική καταγραφή και θεολογική ερμηνευτική της Εκκλησίας, εξού και ο τετιμημένος τίτλος Θεολόγος. Όμως, κατά τη γνώμη μου, η παρουσία του Αγίου Γρηγορίου στην Κωνσταντινούπολη είχε αποτελέσματα σε όλη τη ζωή της Εκκλησίας, γιατί αποτέλεσαν οι σαρανταπέντε Λόγοι του, και ιδιαίτερα οι προαναφερθέντες, το θεολογικό υπόβαθρο για το χτίσιμο και την αφιέρωση ναού στην Αγία του Θεού Σοφία, δηλαδή στο Χριστό, ως της εκκλησίας κέντρου της Εκκλησίας και της αυτοκρατορίας σε μία οικουμενική ενότητα ουρανού και γης, και μετά κατά το οικουμενικό θεοφανικό έργο του Χριστού των συνοδικών ερμηνευτικών προτάσεων της Γ´ και Δ´ Οικουμενικής Συνόδου, έχοντες την ευλογία να εορτάζουμε στις 23 Δεκεμβρίου, έστω και νοερώς και εμπόνως, τη μνήμη των δευτέρων εγκαινίων το 563 επί Πατριάρχου Αγίου Ευτυχίου Τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἤτοι τῆς Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, και β) Οι ταυτιζόμενοι θεολογικά και λεκτικά δύο Λόγοι του στα Φώτα, δηλαδή τη Γέννηση του Χριστού, και στο Άγιο Πάσχα απετέλεσαν το διαβατήριο γεγονός λειτουργικής αναπτύξεως αυτής της προεόρτιας εβδομάδος Προ της Κυριακής της Γεννήσεως του Χριστού κατά μίμηση της Μεγάλης Εβδομάδος προ του Πάσχα, όπως εμφανώς αποτυπώνεται με την πρώτη ματιά διαβάζοντας τους Κανόνες των Προεόρτιων ημερών, ιδίως, αν αναλογισθούμε ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ένας από τους κύριους διαμορφωτές και υμνογράφους της Εκκλησίας, έχει ως κύρια πηγή του το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου με όποιες επιπλέον μεταγενέστερες προσθήκες, όπως συνέβηκε και κατά την κορύφωση της Αγιοπαλαμικής παραδόσεως.

3. Η ενοποιητική θέαση- ερμηνεία Γεννήσεως- Βαπτίσεως του Χριστού και Πάσχα από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο θεμελιώνεται:

 α. στο κοινό γεγονός του βαπτίσματος των κατηχουμένων, όπως ίσχυε την εποχή του δύο φορές το έτος κατά τα Φώτα και το Πάσχα, αμέσως μετά την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, οι οποίες κατακλείονται, εξάλλου, με την εκφώνηση του Συμβόλου της Πίστεως.

β. στην επίμονη ερμηνεία του Αγίου Γρηγορίου επί του Συμβόλου της Πίστεως τόσο ως προς το θέμα της βασιλείας του Υιού, μία ερμηνευτική πρόταση που ενσωματώθηκε στο Σύμβολο Κωνσταντινουπόλεως το 381 με τη διατύπωση «οὗ της βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», όπως μας είναι γνωστό το Σύμβολο Πίστεως, όσο και για το έργο του Αγίου Πνεύματος, δίνοντας μία ενοποιητική ομολογία του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας λειτουργικού προσανατολισμού με βάση την επιφάνεια του Θεού στη δημιουργία, την Ενανθρώπηση δι᾽ ἡμᾶς διά της Γεννήσεως- βαπτισμού, των παθών, της Ανάστασης (ενοποίηση ανθρωπίνου γένους) και της Πεντηκοστής, ως συνεχούς κλήσης για μετοχή «Πνευματικῶς» στο σώμα του Αναστάντος Χριστού. Κατά ταύτα, ευρισκόμενος στο κέντρο της αυτοκρατορίας, μαζί με τη διοικητική ανύψωση του θρόνου της βασιλίδος Πόλεως, κάνει τη μετάβαση προς την οικουμένη πέραν των Εόρτιων Επιστολών του Αγίου Αθανασίου, που έχουν κέντρο την Τεσσαρακοστή και το Πάσχα.

4. Πάντως θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, παρά την επίδραση της εβδομάδος προ των Χριστουγέννων από την υμνολογία της Μ. Εβδομάδος, εντούτοις δεν είχε καθιερωθεί καιρός νηστείας, κάτι που έγινε πολύ μεταγενέστερα, πέραν του 12ου αι. παραμένοντας εν ισχύι κατά τους Κανόνες η νηστεία Τετάρτης και Παρασκευής και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Είναι μάλιστα ενδεικτική η σημείωση που καταγράφεται σε ένα χειρόγραφο του Τυπικοῦ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας για το, αν η παραμονή των Χριστουγέννων πέσει σε νηστεία, ή όχι: «Τοῦτο δὲ ἔστω γινώσκων πᾶς ἱεράρχης, ὅτι ἐὰν οὐκ ἔστι νηστεία οὐκ ἔξεστι καθέζεσθαι ἐν τῷ συνθρόνῳ, ἀλλὰ πλαγίως εἰς ἕτερον σκάμνον, εἰ δέ ἐστι νηστεία γίνεται καθέδρα ἐν συνθρόνῳ. Εἰ δὲ νηστεία οὐκ ἔστιν, γίνεται μὲν ἀκολουθ. ὁμοίως μέχρι τοῦ εὐαγγελίου, ἀνερχόμενος δὲ ὁ πατριάρχης ἐν τῷ συνθρόνῳ, μετὰ τὸ σφραγίσαι κ. εἰρηνεύσαι οὐ καθέζεται εἰς τὸν θρόνον ἀλλ᾽ ἐκεῖ μὲν τίθεσιν εὐαγγέλιον· λαβὼν ἐκ τοῦ δευτερεύοντος τῶν διακόνων κ. ἀσπασάμενος οὕτω τίθεσιν. Αὐτὸς δὲ κάθηται εἰς τὸν τοῦ πρωτοπαπᾶ τόπον εἰς τὰ δεξιά, οἱ δὲ πρεσβύτεροι κάθηνται εἰς τὸν κάτω βαθμόν. Κεῖται δὲ εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν ἕτερον εὐαγγέλιον». Σημειωτέον, ανάλογες τροποποιήσεις προεβλέποντο, εάν συνέπιπτε η παραμονή Σάββατο, ή Κυριακή, ως προς την τέλεση της παννυχίδος με προανάγνωση ονομαστικά εκ του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και άλλων Πατέρων.

Γ. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε μία ενότητα με το Αποστολικό Ανάγνωσμα Ἑβρ. ια´, 33- ιβ´, 2 της Α´ Κυριακής του Ματθαίου, που είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων σε αναστάσιμο, βέβαια πλαίσιο, καθώς με την Κυριακή των Αγίων Πάντων κλείνει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, όπως επίσης και με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Α´ Κυριακής των Νηστειών, δηλαδή, της Κυριακής της Ορθοδοξίας, Ἑβρ. ια΄ 24-26, 32-40, όπου κυριαρχεί η διατύπωση «πίστει», ενώ νοηματικά το ίδιο ισχύει και για την εορτή του γενεθλίου του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στις 24 Ιουνίου ως προχειρισμός της Γεννήσεως του Χριστού. Ο στόχος είναι συγκεκριμένος: Είτε Προφήτες, είτε Απόστολοι, είτε Πατέρες βρίσκονται στην αυτήν πορεία, έχοντες όραση του αυτού Θεού, αποκαλυπτομένου στη δημιουργία, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», άσαρκου Λόγου στους Προφήτες, ένσαρκου στους Μαθητές και Αποστόλους, Πνευματικώς ορωμένου, αοράτως συνόντος και μετεχομένου στην Εκκλησία της Πεντηκοστής  και αεί ερχομένου εν Δόξη. Ασφαλώς, πρόκειται για την αυτήν πίστη, ως δωρεά προς όλους τους θεόφρονας Αγίους, ενώ η πλαστή αντίθεση Νόμου και πίστης παράγεται από μία άκρως ηθικιστική, ήτοι μηχανιστική και ειδωλική, ερμηνεία της Αγίας Γραφής, όταν έναντι των Αγίων προσώπων και των θεοφανικών γεγονότων προτάσσονται χωρία και λεκτικά στερεότυπα, ως και να είναι δυνατόν να ταυτίζεται το Άγιο Πνεύμα με τους περιγραπτούς όρους της ανθρώπινης έκφρασης και διανοίας. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος και οι Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για την ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ, από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων της βασιλείας του, που δεν έχει τέλος.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ια´, 9-10, 32-40: «9 Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· 10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. – 32 Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, Σαμψών, Ἰεφθάε, Δαυῒδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, 33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. α´, 1-25: «1 Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ Ἀβραάμ. 2 Ἀβραὰμ ἐγέννησεν τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, 3 Ἰούδας δὲ ἐγέννησεν τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑσρώμ, Ἑσρὼμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀράμ, 4 Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαλμών, 5 Σαλμὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰεσσαί, 6 Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησεν τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου, 7 Σολομὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀσά, 8 Ἀσὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ὀζίαν, 9 Ὀζίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀχαζ, Ἀχαζ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑζεκίαν, 10 Ἑζεκίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσίαν, 11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. 12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησεν τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ζοροβάβελ, 13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀζώρ, 14 Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλιούδ, 15 Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰακώβ, 16 Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. 17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. 18 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν· μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου. 19 Ἰωσὴφ δὲὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾽ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· 21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· 23 Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός. 24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, 25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».


[1]. Βλ. α) «Οἱ Παῖδες εὐσεβείᾳ συντραφέντες, δυσσεβοῦς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρὸς ἀπειλὴν οὐκ ἐπτοήθήσαν, ἀλλ᾽ ἐν μέσῳ τῆς φλογός, ἑστῶτες ἔψαλλον· Ὁ τῶν Πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ», β) «Θαύματος ὑπερφυοῦς ἡ δροσοβόλος, ἐξεικόνισε κάμινος τύπον· οὐ γὰρ οὓς ἐδέξατο φλέγει Νέους, ὡς οὐδὲ πῦρ τῆς Θεότητος, Παρθένου ἣν ὑπέδυ νηδύν· διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν· Εὐλογείτω ἡ Κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον, καὶ ὑπερυψούτω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

[2]. Κανών α´ των Πατέρων, ὠδὴ ζ´, ἦχος πλ. β´: « Χριστὸν γεννήσας τὸ κατὰ σάρκα τῆς πίστεως, ἀρχηγέτα Πάτερ, Ἀβραάμ, ἐδείχθης Ἐθνῶν, Πνεύματι Πατὴρ ἐναργῶς, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτὰ ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».