Θα μεταβάλλουμε την Εκκλησία της Αναστάσεως σε θρησκεία της… παντόφλας! Τι λατρεύουμε και τι προσκυνούμε;

Του Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη

Στην Εκκλησία πηγαίνουμε για να λατρεύσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Το όνομα του Κυρίου μας είναι μεγάλο και είναι απαραίτητο να Τον έχουμε στο νού μας και να Τον προσκυνούμε.Τιμάμε εμείς οι ορθόδοξοι και τους αγίους, που όλοι υπήρξαν Χριστοδείκτες. Τούς τιμάμε και για να τους μιμηθούμε. Καί τα λείψανά τους τιμάμε πρεπόντως, όχι φυσικά πρωτίστως. Πρώτο είναι το Ευαγγέλιο και η Βασιλεία του Θεού και ακολούθως άλλα ευλαβή ενθυμήματα.


Λέει ο ιερός Χρυσόστομος για την τιμή των λειψάνων:

«Μετά την διά του λόγου δύναμιν, δευτέραν έχουσι τάξιν οι των αγίων τάφοι, προς το διεγείρειν εις τον ίσον ζήλον τας των θεωμένων αυτούς ψυχάς και είπου τις επιστή θήκη τοιαύτη και της ενεργείας ευθέως ταύτης σαφή λαμβάνει την αίσθησιν »(Ε.Π.Ε. 34,474).

Μετάφρασις: Πρώτη είναι η δύναμις του κηρύγματος. Δεύτερη θέσι έχουν οι τάφοι των αγίων, στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς τη ζωή των αγίων. Να διεγείρουν τις ψυχές εκείνων, που πηγαίνουν και βλέπουν τους τάφους. Όπου δε υπάρχει κάποια λειψανοθήκη, αμέσως οι ψυχές αισθάνονται ολοφάνερα τις θαυμαστές ενέργειές της.

• Κάποτε υπήρχαν σε ιερούς τόπους, ναούς ή μοναστήρια, λείψανα. Αλλ ‘ούτε τα εκμεταλλεύονταν, ούτε ευκαίρως ακαίρως τα έβγαζαν στους δρόμους. Την ημέρα της εορτής του αγίου, που βρισκόταν λείψανο, το έβγαζε ο λειτουργός από το ιερό βήμα, στους αίνους, το ασπάζονταν με ευλάβεια οι εκκλησιαζόμενοι (μοναχοί και λαικοί) και αμέσως το απέσυραν στη θέσι του.

• Τώρα παρατηρείται κατάχρησις της τιμής των λειψάνων. Γίνονται πομπώδεις μεταφορές. Εκτίθενται λείψανα στο κέντρο του ναού για πολλές ημέρες (σαν να τιμώνται περισσότερο και από το Άγιο Ποτήριο …!). Αποπροσανατολίζεται ο χριστιανός από το πρωταρχικό του έργο στο ναό, που είναι η προσευχή, η καινή διδαχή και η θεία Κοινωνία.

• Ένας αθέμιτος ανταγωνισμός παρατηρείται: Ποιός μητροπολίτης ή ποιός προιστάμενος ναού θα συμφωνήση με μοναστήρια ή άλλα προσκυνήματα, να φέρη στην περιφέρειά του περισσότερα λείψανα, ονομαστές εικόνες της Παναγίας (αντίγραφα ως επί το πλείστον …) και να διαφημίση τον ερχομό τους και το οργανωτικό πρόγραμμα !!!

Το θέμα δεν είναι μόνο το οικονομικό, που πολλές φορές συνάγονται ουκ ολίγα χρήματα. Το θέμα κυρίως είναι πνευματικό και θεολογικό. Δημιουργείται η ψευδαίσθησις στο λαό, ότι τακτοποιήθηκε με τον Θεό και τη συνείδησί του, προσκυνώντας κάποιο λείψανο, αμφιβόλου κάποτε γνησιότητας. Καί προβάλλεται ένας μαγικός τρόπος ευλαβείας και σωτηρίας.

• Τώρα τελευταία δεν έχουμε μόνο αθρόες υποδοχές λειψάνων και εικόνων, αλλ ‘έχουμε και υποδοχές και προσκυνήματα αντικειμένων ή ενδυμάτων αγίων, κυρίως νεοφανών.

Στην έδρα νησιώτικης Μητροπόλεως έτρεξαν πολλοί να προσκυνήσουν την «παντόφλα» (εμβάδα) του αγίου (τάδε)! Σε μεγάλη πόλι της Βορείου Ελλάδος έτρεξαν χιλιάδες να προσκυνήσουν το «ρασάκι» του τάδε νεοφανούς αγίου! Αλλού έτρεξαν να προσκυνήσουν το σκουφάκι του, άλλου τη φανέλλα του και αλλού τον τόπο, όπου ο άγιος υπηρέτησε στρατιώτης … !!!

• Τελικά θα μεταβάλλουμε την Εκκλησία του Σταυρού και της Αναστάσεως σε θρησκεία της … παντόφλας, του σκούφου, του ράσου, της φανέλλας!

Ευλαβώς παρακαλούμε την Ι. Σύνοδο να παρέμβη. Διότι πίσω από όλα αυτά δεν κρύβεται τυπολατρεία μόνον, αλλά κάποτε και «ευσεβής» απάτη και αγυρτεία.

Πηγή: aktines.blogspot.grnefthalim. 

Πατερικές διδαχές περί της αρετής της αγνότητος

 magnolia-bud-white-blossoms-flowers-620x330

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ μᾶς λέγει σχετικά μέ τήν ἀρετή τῆς ἁγνείας «Πολλοί λένε πώς ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δουλεία τῆς σάρκας καί πολύ περισσότερο ἡ ἀπαλλαγή του ἀπό πορνικούς λογισμούς καί πορνικά αἰσθήματα εἶναι ἀδύνατη, ἐπειδή τάχα πρόκειται γιά κατάσταση ἀφύσικη. Ἀλλά ὁ πάνσοφος νομοθέτης Θεός γνωρίζει πολύ καλύτερα ἀπό μᾶς τό τί εἶναι δυνατό καί τί ἀδύνατο γιά τόν ἄνθρωπο. Καί ἀφοῦ Ἐκεῖνος νομοθέτησε τήν ἁγνεία τοῦ σώματος καί τῆς καρδιᾶς, ὁπωσδήποτε αὐτή εἶναι δυνατή.

Ὁ νομοθέτης Θεός εἶναι, ἐπίσης, δημιουργός τῆς φύσεως, καί γι᾽ αὐτό ἡ καρδιακή καί σωματική καθαρότητα δέν εἶναι ἀσυμβίβαστες μέ τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἁγνεία εἶναι ἀφύσικη γιά τήν φθαρμένη ἀνθρώπινη φύση, ὅπως αὐτή κατάντησε μετά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ. Ἦταν, ὅμως, φυσική κατά τήν δημιουργία καί πρίν ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα. Φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς μπορεῖ νά ξαναγίνει μετά τήν ἀνακαίνισή της μέ τήν πνευματική καλλιέργεια»1.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακoς στό κεφάλαιο Περί ἁγνείας μεταξύ τῶν ἄλλων λέγει «4. Κανείς ἀπό ὅσους ἤσκησαν τήν ἁγνεία ἄς μή θεωρῆ δικό του κατόρθωμα τήν ἀπόκτησί της. Διότι τό νά νικήση κανείς τήν φύσι του εἶναι ἀπό τά ἀνέλπιστα. Ὅπου πραγματοποιήθηκε ἧττα τῆς φύσεως, ἐκεῖ φανερώθηκε ἡ παρουσία τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Διότι χωρίς καμμία ἀντιλογία τό κατώτερο καταργεῖται ἀπό τό ἀνώτερο. Ἡ ἀρχή τῆς ἁγνείας εἶναι ἡ μή συγκατάθεσις στούς σαρκικούς λογισμούς. 23. Σ᾽ ἐκείνους πού εἶναι ἔκδοτοι στίς ἡδονές παρατηρεῖται, ὅπως μοῦ διηγήθηκε κάποιος πού τά ἐδοκίμασε, μετά τήν ἀνάνηψί του, μία αἴσθησις ἔρωτος σωμάτων, καί ἕνα πνεῦμα γεμᾶτο ἀναίδεια καί ἀπανθρωπιά θρονιασμένο αἰσθητά στήν καρδιά. Αὐτό τό πνεῦμα προξενεῖ στόν πολεμούμενο ἄνθρωπο πόνο στήν καρδιά πού τόν καίει σάν φλογερό καμίνι. Τόν κάνει ἐπίσης νά μή φοβῆται τόν Θεό, νά μή λογαριάζη καθόλου τήν μνήμη τῆς κολάσεως, νά βδελύσσεται τήν προσευχή, καί κατά τήν ὥρα τῆς διαπράξεως τῆς ἁμαρτίας, καί τά λείψανα ἀκόμη τῶν νεκρῶν νά τά θεωρῆ σάν ξηρούς λίθους. Καί ἄν ὁ Θεός δέν συντόμευε τόν χρόνο τῆς κυριαρχίας του, δέν θά σωζόταν καμμία ψυχή πού ἔχει ἐνδυθῆ τό πήλινο αὐτό σῶμα, τό ἀναμεμειγμένο μέ αἷμα καί ρυπαρό χυμό. Καί πῶς μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικά, ἀφοῦ κάθε πρᾶγμα ἀναζητεῖ μέ σφοδρότητα ὅ,τι τοῦ εἶναι συγγενικό»2.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει σχετικά μέ τήν ἁγνότητα «Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, ἐπειδή δηλαδή περιβαλλόμαστε ἀπό σάρκα καί ἀναγκαζόμαστε νά πολεμᾶμε πρός ἀόρατες δυνάμεις, μᾶς κατα- σκεύασε καί ἀόρατα ὅπλα, ὥστε μέ τή δύναμη αὐτῶν νά νικᾶμε τήν φύση τῶν ἀντιπάλων. Ἔχοντας λοιπόν ἐμπιστοσύνη στήν δύναμη τῶν ὅπλων, ἄς πράττουμε ὅ,τι μποροῦμε καί θά μπορέσουμε ἐνισχυόμενοι ἀπό τήν πνευματική αὐτή πανοπλία νά κατασυντρίψουμε τήν ὄψη τοῦ διαβόλου.

Γιατί δέν μπορεῖ οὔτε τήν ἀστραπή αὐτῶν νά ὑποφέρει, ἀλλά ἐάν ἐπιχειρήσει νά σταθεῖ ἀπέναντί μας ἀμέσως τυφλώνεται. Πράγματι ὅπου βρίσκεται ἡ σωφροσύνη καί ἡ σεμνότητα καί πλῆθος ἄλλων ἀρετῶν ἐκεῖ ἁπλώνεται ἐν ἀφθονίᾳ καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»3.

Ὁ Μέγας Βασίλειος σέ ὁμιλία του στούς ψαλμούς σημειώνει γιά τήν ἀρετή τῆς ἁγνότητας «Ὄχι ὅσες ἀναγκάστηκαν νά φυλάξουν παρθενία, οὔτε ἐκεῖνες πού ἀπό λύπη ἤ ἀνάγκη ἀκολούθησαν τό σεμνό βίο, ἀλλά ὅσες μέ εὐφροσύνη καί ἀγαλλίαση χαίρονται γι᾽ αὐτό τους τό κατόρθωμα, αὐτές θά ὁδηγηθοῦν στόν Βασιλέα, καί θά ὁδηγηθοῦν ὄχι σέ ὁποιοδήποτε τόπο, ἀλλά στόν Ναό τοῦ Βασιλέα»4.

Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος σέ λόγο παραινετικό λέγει γιά τήν ἁγνότητα « Ὦ ἁγνότητα, πού κατοικεῖς στίς ψυχές τῶν πράων καί ταπεινῶν, καί τούς κάνεις ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ὦ ἁγνότητα, πού ἀνθίζεις σάν ρόδο ἀνάμεσα στήν ψυχή καί στό σῶμα, καί γεμίζεις ὅλο τόν οἶκο μέ εὐωδία! Ὦ ἁγνότητα, πού εἶσαι πρόδρομος καί σύνοικος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ὦ ἁγνότητα, πού ἐξιλεώνεις τόν Θεό καί ἀπολαμβάνεις τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεών του, καί γι᾽ αὐτό σέ εὐγνωμονοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι! Αὐτήν ἀγάπησαν οἱ Ἅγιοι. Αὐτή ἀγάπησε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής· καί ἐπειδή τήν ἀγάπησε, ἀξιώθηκε νά γείρει στό στῆθος τοῦ ἐνδόξου Κυρίου. Ὦ ἁγνότητα, πού δέν ἀπέκτεισες βραβεῖα μόνο μ΄ αὐτούς πού ἔμειναν γιά πάντα παρθένοι, ἀλλά καί μέ τούς ἔγγαμους! Αὐτήν λοιπόν ἄς ἀγαπήσουμε, γιά νά κάνουμε νά χαρεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού κατοικεῖ μέσα μας. Σ᾽ αὐτό ἀνήκει ἡ δόξα, στούς αἰῶνες. Ἀμήν»5.
………………………………………………………………

1. Ἁγ. Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ Ἀσκητικές ἐμπειρίες Β΄ Ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου σελ. 63.

  1. Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου Κλῖμαξ Ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου σελ. 194.
  2. Ροδόσταγμα Χρυσοστομικῆς σοφίας Ἐκδ. Φωτοδότες τόμ. Α΄ σελ. 162
  3. Βασιλειανό Ἀποθησαύρισμα Ἐκδ. Φω- τοδότες σελ. 72.
  4. Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου Ἔργα τόμ. Γ΄ σελ. 172

(Πηγή: Ὀρθόδοξος Τύπος, 18/07/2014)

Ποιές είναι οι αμαρτίες με τις οποίες αθετείται η αγνότητα; Και τί κακό παθαίνει ο άνθρωπος από την αθέτησή της;

ΑΠ.: Στην αγνότητα εναντιώνεται, γενικά, η λαγνεία, η ακολασία, η ηδυπάθεια, που εκδηλώνεται κυρίως με τις μορφές της πορνείας και της μοιχείας. Η ηδυπάθεια, ως ασθένεια της ψυχής, δεν περιλαμβάνει μόνο την έμπρακτη αμαρτία, αλλά και τους ακάθαρτους λογισμούς και τις επιθυμίες και τα αισθήματα, καθώς και εξωτερικές εκδηλώσεις που προηγούνται της αμαρτίας και την προετοιμάζουν, όπως λάγνες ματιές, αισχρά λόγια, φιλιά και χάδια. Ο Κύριος το είπε ξεκάθαρα: «Όποιος βλέπει μια γυναίκα με πονηρή επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μ’ αυτήν» (Ματθ. 5:28). Στο πάθος αυτό, βέβαια, περιλαμβάνονται και οι παρά φύση επιθυμίες και τάσεις, για τις οποίες γράφει ο απόστολος Παύλος. Η ηδυπάθεια σ’ όλες της τις μορφές είναι θανάσιμη αμαρτία, που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό. «Μην έχετε αυταπάτες», μας λέει ο απόστολος, «στη βασιλεία του Θεού δεν θα έχουν θέση ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτρες ούτε μοιχοί ούτε θηλυπρεπείς ούτε αρσενοκοίτες» (Α’ Κορ. 6:9).

Ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα και τους ένωσε με τη συζυγία, για να γεννούν παιδιά και να αυξάνεται έτσι το ανθρώπινο γένος, όχι για να καλλιεργούν τα πάθη και να τρέφουν τις σαρκικές επιθυμίες. Ο Θεός θέλει να αγιάζουμε όχι μόνο τη ψυχή μας αλλά και το σώμα μας. Η πορνεία, όμως, καταργεί τον αγιασμό, γι’ αυτό και ο Κύριος τη συναρίθμησε στις πηγές της ακαθαρσίας: «Μέσα από την καρδιά των ανθρώπων πηγάζουν οι κακοί λογισμοί, μοιχείες, πορνείες… ακολασία… Όλα αυτά τα κακά πηγάζουν μέσα από τον άνθρωπο και τον κάνουν ακάθαρτο» (Μάρκ. 7:21-23). Και ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει: «Μακριά από την πορνεία! Κάθε άλλο αμάρτημα, που μπορεί να διαπράξει κανείς, βρίσκεται έξω από το σώμα του· αυτός, όμως, που πορνεύει, βεβηλώνει το ίδιο του το σώμα» (Α’ Κορ. 6:18).

Τα σώματά μας είναι μέλη του σώματος του Χριστού, γι’ αυτό πρέπει να είναι και όργανα ζωής Χριστού. Όποιος, όμως, πορνεύει, δεν ζει σαν το Χριστό, αφού παραδίνει το σώμα του στην αμαρτία, και το μέλος του σώματος του Χριστού το κάνει μέλος του σώματος μιας πόρνης (Α’ Κορ. 6:15). Το έχουμε πει πολλές φορές: Το σώμα μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που μας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα μας. Δεν ανήκουμε στον εαυτό μας. Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, μας εξαγόρασε με το πάντιμο Αίμα Του. Και με το σώμα μας, λοιπόν, και με το πνεύμα μας, που ανήκουν στο Θεό, Αυτόν πρέπει να δοξάζουμε.

Η αιχμαλωσία της ψυχής από την ηδυπάθεια προξενεί μεγάλο κακό στον άνθρωπο, καθώς του στερεί και τα υλικά και τα πνευματικά του αγαθά. «Όποιος κάνει συντροφιά με πόρνες, εξανεμίζει τον πλούτο του», λέει ο σοφός Παροιμιαστής (29:3). Και δεν εξανεμίζεται μόνο ο πλούτος του φιλήδονου, αλλά και το σώμα του εξασθενεί και η μνήμη του αδυνατίζει και ο νους του σκοτίζεται και η θέλησή του χάνει την ελευθερία της, καθώς υποδουλώνεται στο αισχρό του πάθος. Μα το χειρότερο είναι, όπως είπαμε, ότι ο δούλος της φιληδονίας στερείται τη χάρη του Θεού και τη βασιλεία των ουρανών «γιατί ο Θεός θα καταδικάσει τους πόρνους και τους μοιχούς» (Εβρ. 13:4).

(Γέροντος Ευστρατίου, «Απαντήσεις σε ερωτήματα Χριστιανών» Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπού)

ΠΗΓΗ.ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Η λύπη μας ωφελεί;

Επιμέλεια κειμένου:Μ.Χ-Α.Χ

Για το πνεύμα της λύπης. Αββά Κασσιανού

Εάν βελτιώσουμε το χαρακτήρα μας, μπορούμε να συναναστρεφόμαστε με όλους, χωρίς δυσκολία.
Ας φροντίσουμε λοιπόν να εξαλείψουμε τα πάθη μας και να διορθώσουμε το λογισμό μας. Και αν το πετύχουμε αυτό, τότε θα ζήσουμε ευκολότερα, όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά, όπως λέει η Αγία Γραφή, και με τα άγρια θηρία: «Θα έχεις ειρήνη», λέει, «ακόμα και με τα άγρια θηρία». Πράγματι, «ειρήνη πολλή κυριαρχεί στην ψυχή αυτών που σε αγαπούν, Κύριε, και δεν σκοντάφτουν σε παγίδα».

Για ένα άλλο είδος λύπης που μας οδηγεί στην απελπισία για τη σωτηρία μας.

Υπάρχει επίσης ένα άλλο, πιο αποτρόπαιο είδος λύπης. Αυτό δεν σπρώχνει τον ένοχο να αλλάξει τρόπο σκέψης και ζωής ή να διορθώσει τα λάθη του, αλλά τον σπρώχνει προς μια θανάσιμη απελπισία. Αυτή η απελπισία εμπόδισε τον Κάιν, μετά το φόνο του αδελφού του, να μετανοήσει. Αυτή επίσης παρέσυρε τον Ιούδα, μετά την προδοσία, αντί να επανορθώσει το λάθος του με τη μετάνοια, να δώσει τέλος στη ζωή του.

Η λύπη μας ωφελεί σε μια μόνο περίπτωση.

Δεν θα πρέπει να θεωρούμε τη λύπη επιτρεπτή και χρήσιμη, παρά μόνο σε μια περίπτωση: Όταν δηλαδή λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας, επειδή αυτές αναστέλλουν την πρόοδο μας προς την πνευματική τελείωση και τη μέλλουσα μακαριότητα. Γι’ αυτήν ο Απόστολος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη έχει σαν αποτέλεσμα τη μετάνοια που καταλήγει στη σωτηρία, για την οποία κανείς δεν θα μεταμεληθεί. Ενώ η «κατά κόσμον» λύπη οδηγεί στο θάνατο».

Πώς θα ξεχωρίσουμε τήν «κατά Θεόν» λύπη από τη λύπη που προκαλεί ο διάβολος και η οποία μας οδηγεί στο θάνατο;

Η «κατά Θεόν» λύπη κάνει τον άνθρωπο υπάκουο, ευγενή, ταπεινό, πράο, γεμάτο γλυκύτητα και υπομονή. Γιατί αυτή η λύπη γεννιέται από την αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό και εκφράζεται αβίαστα -εξαιτίας του πόθου που τρέφει ο άνθρωπος για την πνευματική του ολοκλήρωση- με την όλη σωματική άσκηση και τη συντριβή του πνεύματος. Ο άνθρωπος που τρέφει αυτή τη λύπη είναι ιλαρός και ευπροσήγορος. Και επειδή ελπίζει στην πνευματική του τελείωση και στην απολαβή των μελλοντικών αγαθών, διατηρεί πάντοτε την ευγένεια του και τη μακροθυμία του, μετέχοντας έτσι σε όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, όπως τους απαριθμεί ο Απόστολος που λέει: «Ο καρπός του Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθότητα της καρδίας, η πίστη, η πραότητα και η εγκράτεια».
Αντίθετα, αυτός που έχει κυριευθεί από την άλλη, την «κατά κόσμον» λύπη είναι ευερέθιστος, ανυπόμονος, αμετάπειστος. γεμάτος μνησικακία, άκαρπο πένθος και οδυνηρή απελπισία. Η λύπη παραλύει την ενεργητικότητα εκείνου τον οποίο καταλαμβάνει και τον εκτρέπει από τη σωτήρια οδύνη που γεννά η μετάνοια. Γιατί αυτή η λύπη κάνει τον άνθρωπο παράλογο. Αυτή καταστρέφει, όχι μόνο τους καρπούς της προσευχής, αλλά αποστερεί τον άνθρωπο από όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους οποίους χαρίζει πλούσια η «κατά Θεόν» λύπη.

Πρέπει να διώχνουμε από μέσα μας, έκτος από την ωφέλιμη, κάθε άλλη επιζήμια λύπη. Η επιζήμια λύπη έχει τρεις αιτίες.

Γι’ αυτό, αν εξαιρέσουμε αυτή τη λύπη, η οποία γεννιέται από τη σωτήρια μετάνοια και από την αναζήτηση της τελειότητας ή από την επιθυμία της απόκτησης των μελλοντικών αγαθών, κάθε άλλου είδους λύπη πρέπει να θεωρείται επιζήμια και να καταπολεμείται. Γιατί αυτή είναι λύπη που προέρχεται από τις υποθέσεις της εφήμερης αυτής ζωής και γεννά το θάνατο. Συνεπώς, οφείλουμε να τη διώχνουμε από την καρδιά μας, και μάλιστα με τόση επιμέλεια και προσοχή, όση καταβάλλουμε προκειμένου να αντισταθούμε και να θανατώσουμε το πνεύμα της πορνείας, της φιλαργυρίας ή της οργής.

Πως θα ξεριζώσουμε τη λύπη από την καρδιά μας

Θα αξιωθούμε να απαλλαγούμε από αυτό το ολέθριο πάθος, με τη συνεχή πνευματική μελέτη, με το να ανυψώνουμε και να διατηρούμε το νου μας προσηλωμένο στην ελπίδα και στην προσδοκία των μελλοντικών αγαθών και στη θεωρία της μακαριότητας, η οποία μας περιμένει. Μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε ασφαλώς να νικήσουμε όλα τα είδη της λύπης, είτε αυτή προέρχεται από θυμό, είτε από την απώλεια κάποιου κέρδους, είτε από κάποια ζημιά ή από μια προσβολή που δεχθήκαμε.
Θα πρέπει επίσης να υπερβαίνουμε την εμπαθή αυτή κατάσταση, όταν νιώθουμε πως μας φορτώνει με αναιτιολόγητα ενοχικά συναισθήματα ή όταν αυτή μας παρασύρει σε θανάσιμη απελπισία. Η ελπίδα των αιωνίων αγαθών θα μας κρατά διαρκώς μέσα στη χαρά και θα παραμένουμε σταθεροί στα βιώματα μας, χωρίς να απελπιζόμαστε από τις συμφορές που μας βρίσκουν, αλλά και χωρίς να επαναπαυόμαστε στην ευημερία. Θα πρέπει να θεωρούμε και την ευημερία και τις θλίψεις ως καταστάσεις μάταιες και προσωρινές, οι οποίες σύντομα θα παρέλθουν.
(«Ωδή στο εφήμερο», εκδ.Ετοιμασία, Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Καρέας)