Αρχαίον κάλλος (Ιω.Καρδάση)

 Εισαγωγικά

Είναι γνωστόν, ότι η αρχαιοελληνική λέξη «κάλλος» σημαίνει την ωραιότητα, την καλλονή, την ομορφιά, η δε φράση «ο εις κάλλος βίος» σημαίνει τον ηθικά καλό βίο. Η δε πρόταξη της λέξης «αρχαίον» υποδηλώνει την προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου, όπου εκτός του «κατ’ εικόνα» υπήρχε και το «καθ’ ομοίωσιν».

Στον μεταπτωτικό άνθρωπο, το «καθ’ ομοίωσιν» εξέπεσε, οπότε και το «κατ’ εικόνα» αμαυρώθηκε και η όλη προσπάθεια του ανθρώπου έκτοτε είναι η επαναφορά του στην προπτωτική του κατάσταση, στο «αρχαίον κάλλος».

Αν η προσπάθεια αυτή ευοδωθεί «εν ζωή» έχει καλώς. Αν όχι, τότε υπάρχει η δυνατότητα της αναμόρφωσης και στην πέραν του τάφου ζωή, με μια προϋπόθεση. Την έναρξη τουλάχιστον του σταδίου της μετανοίας και της προσπάθειας της κάθαρσης της καρδιάς. Αν το στάδιο αυτό δεν ολοκληρωθεί, τότε υπάρχει η δυνατότητα της ολοκλήρωσης μετά θάνατον και μάλιστα η μετάπτωση του ανθρώπου στο δεύτερο στάδιο του φωτισμού του νου και στη συνέχεια στο τρίτο στάδιο της θεοπτίας, δηλ. της θέας του Θεού.

Για την επίτευξη του τελευταίου σταδίου, που σημαίνει την επαναφορά του ανθρώπου στο «αρχαίον κάλλος», η Εκκλησία εύχεται κατά τις επικήδειες ακολουθίες, στον Δημιουργό, όπως βοηθήσει στην προσπάθεια αυτή, ώστε ο άνθρωπος να επανέλθει στο «καθ’ ομοίωσιν».

article_12380

ΑΡΧΑΙΟΝ ΚΑΛΛΟΣ

 

            Συχνά ακούγεται στις επικήδειες ακολουθίες το θαυμάσιο εκείνο ψαλμικό: «Ο πάλαι μεν, εκ μη όντων πλάσας με, και εικόνι σου θεία τιμήσας, παραβάσει εντολής δε πάλιν με, επιστρέψας εις γην εξ ης ελήφθην, εις το καθ΄ ομοίωσιν επανάγαγε, το αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι». Εδώ, ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου παρακαλείται να επαναφέρει τον κοιμηθέντα εις το καθ’ ομοίωσιν  και να τον αναμορφώσει και πάλι στην κατάσταση του «αρχαίου κάλλους».

Η κατάσταση τόσον του «καθ’ ομοίωσιν», όσον και του «αρχαίου κάλλους» είναι η κατάσταση στην οποίαν δημιουργήθηκε ο Αδάμ και περιλαμβάνει όλη την περίοδο υπάρξεώς του μέχρι την παρακοή, είναι δηλαδή η περίοδος του προπτωτικού Αδάμ. Κατά την περίοδο αυτή ο Αδάμ είχε καθαρμένο τον νου, το κέντρο αυτό της καρδιάς και βρισκόταν στο στάδιο του φωτισμού του νου, είχε συνεχή μνήμη Θεού, δηλ. έβλεπε τον Χριστό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Κορ. Α΄ 13.12), είχε δε την δυνατότητα, ένεκα της απόλυτης ελευθερίας που του εδόθη, είτε να ανέλθει στο στάδιο του δοξασμού και να ιδεί τον Δημιουργό του «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Κορ. Α΄ 13.12), είτε να μολυνθεί από την αμαρτία και να εκπέσει της βασιλείας του Θεού, όπως και τελικά έγινε.

Η λέξη «κάλλος» σημαίνει την ωραιότητα, την καλλονή, την ομορφιά, μεταφορικά δε την ωραιότητα και την αγνότητα της ψυχής του ανθρώπου, είναι δε η κατάσταση του Αδάμ προ της πτώσεως. Γι’ αυτό και προσευχόμαστε για να επανέλθει ο κοιμηθείς άνθρωπος στην αρχαία προπτωτική κατάσταση, στο αρχαίον κάλλος.

Εύχεται λοιπόν η Εκκλησία για τον άνθρωπο να επανέλθει στο καθ’ ομοίωσιν, στο αρχαίο κάλλος, να επανέλθει στην κατάσταση τουλάχιστον του φωτισμού του νου, στην κατάσταση του προπτωτικού Αδάμ. Πότε όμως εύχεται να γίνει αυτό; Μα «εν εκείνη τη ημέρα», την ογδόη ημέρα, όπου καταργούνται: χώρος, χρόνος και ύλη. Πράγματι, τότε θα επανέλθει ο άνθρωπος στο καθ’ ομοίωσιν: Πότε; Κατά την διάρκεια της παραμονής του εν τω Άδει μετά την κοίμησή του; Είναι δυνατόν αυτό; Όχι μας λέγει η Εκκλησία: «εν τω Άδει ουκ έστη μετάνοια». Άρα, η μετάνοια και η επιστροφή του ανθρώπου στο καθ’ ομοίωσιν πρέπει να γίνει εν ζωή. Τότε γιατί εύχεται αυτό η Εκκλησία στην εξόδιο ακολουθία, αφού είναι αδύνατη η επάνοδος στο  καθ’ ομοίωσιν; Πρώτον, γιατί και τώρα δεν παύει η Εκκλησία να επικαλείται το έλεος του Θεού, ειδικά για τους αποθανόντες, που εν ζωή είχαν ξεκινήσει την μετάνοια και δεύτερον το ψάλλει για να συνειδητοποιηθεί αυτό από τους συγγενείς του τεθνεώτος και να αλλάξουν και αυτοί ζωή, να μετανοήσουν και αυτοί.

Στην όγδοη λοιπόν ημέρα, όπου δεν θα υπάρχει χρόνος, χώρος και ύλη και όπου θα γίνει η β΄ εμφάνιση του Υιού του Θεού, τα σώματα των κεκοιμημένων θα επανασυντεθούν και η ψυχή τους θα επανενωθεί σε αυτά σε μια νέα κατάσταση.

Το σώμα που θα αναστηθεί και θα ενωθεί με την ψυχή του, δεν θα είναι όπως αυτό που είχε εν ζωή, «Το αυτό και ουκ αυτό» (Ιω. Χρυσόστομος). Θα διατηρεί την φύση του, αλλά θα είναι άφθαρτο. Η θνητότητα και η φθορά του εξαφανίζονται, δεν θα πεινάει, δεν θα διψάει, δεν θα αρρωσταίνει, δεν θα έχει βάρος, δεν θα έχει ανάγκες και γενικά θα είναι ανώτερο από το σημερινό: «ούτω και η ανάστασις των νεκρών, σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία. σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη. σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει. σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. 15.42-44). Εξ άλλου στην βασιλεία των ουρανών δεν συμμετέχουν σάρκα και αίμα. Το νέο σώμα θα είναι ένδοξο, θα λάμπει κατά το μέτρον της αρετής εκάστου.

Ο Απ. Παύλος συμπληρώνει, ότι όσοι θα ζουν εκείνη την στιγμή, αυτοί δεν θα πεθάνουν για να αναστηθούν, αλλά θα αλλαγούν, δηλ. θα αποκτήσουν σώμα όπως αυτό του αναστημένου Χριστού: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω. πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτι σάλπιγγι. σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα. δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α΄ Κορ. 15.51- 53).

Εκείνη λοιπόν την ημέρα, η ποθούμενη από τους πιστούς ημέρα, η όγδοη ημέρα, η ατελεύτητη εκείνη περίοδος που θα διαρκέσει αιωνίως, θα είναι τελείως διαφορετική από εκείνη, που περιγράφεται στην ιστορία. Θα είναι μη περιγραπτή, αφού θα είναι εκτός ιστορίας, εκτός χρόνου, εκτός χώρου και εκτός ύλης. Άραγε θα είναι στην αυτή κατάσταση, όπως στην περίοδο του Αδάμ προ της πτώσεως; Ο Αδάμ δημιουργήθηκε εκτός ιστορίας, εκτός χρόνου, χώρου και ύλης ή εντός; Τότε ποια θα είναι η επαναγωγή στο αρχαίο κάλλος, αφού η όγδοη ημέρα εξομοιώνεται με εκείνη της τρυφής του Παραδείσου;

Πριν από την Δημιουργία τι υπήρχε; Απάντηση: Τίποτε. Πότε άρχισε να γράφεται η ιστορία; Πριν την στιγμή της Δημιουργίας ούτε χρόνος, ούτε χώρος, ούτε ύλη υπήρχαν. Με την έναρξη της Δημιουργίας εμφανίσθηκαν χρόνος, χώρος και ύλη. Αυτό ακριβώς διδάσκει η χριστιανική πίστη, αυτό εξακριβώνει και η επιστήμη. Πριν από τη μεγάλη έκρηξη, από την οποία προήλθε το σύμπαν δεν υπήρχε τίποτε. Το θεμελιώδες στοιχείο του δόγματος περί της Δημιουργίας είναι «η εκ του μηδενός εις το είναι παραγωγή του δημιουργηθέντα κόσμου». Ούτε από προϋπάρχουσα ύλη, ούτε μέσα σε κάποιον άλλο χώρο, ούτε σε κάποιον ορισμένο χρόνο, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου έπλασεν ο Θεός τον κόσμον (Non in tempore, sed cum tempore, finxit Deus mundum)» (Άγ. Αυγουστίνος). «Συμφυής τω κόσμω και τοις εν αυτώ ζώοις τε και φυτοίς, η του χρόνου διέξοδος» (Μ. Βασίλειος: Εις την εξαήμερον). Ο Ιω. Χρυσόστομος παρατηρεί σ’ αυτό το «εν αρχή»: «ικανόν εστι πάντας των εναντίων τους πύργους καταβαλείν και εξ αυτών των βάθρων ανασπάσαι πάντας τους ανθρωπίνους λογισμούς», δηλ. μπορεί να καταβάλει όλη την αντίσταση των εχθρών και να εκριζώσει από αυτά τα θεμέλια όλους τους ανθρώπινους λογισμούς, οι οποίοι προβάλλονται για να αποδείξουν την αιωνιότητα της ύλης. Διότι αυτό το «εν αρχή» είναι ταυτόσημο προς το «ότε ουδέν υπήρχε»» (Ομιλία Β΄ εις την Γένεσιν, 4, ΕΠΕ 2, 42). Και ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί: «Ουχί γαρ σχημάτων εστίν ευρέτης (=εφευρέτης), αλλ’ αυτής της φύσεως των όντων δημιουργός» είναι ο Θεός (Εις την εξαήμερον, ομιλ. Β΄, 3, PG 29, 33).

Είναι πολύ δύσκολο για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει την έννοια της ανυπαρξίας και της δημιουργίας εκ του μηδενός. Ο Αριστοτέλης διατύπωσε το αξίωμα: «το ….. εκ μη όντων γίγνεσθαι αδύνατον» (Φυσικά Α΄ 187α, 34). Η ιδέα αυτή διατρέχει όλη την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η οποία θεωρεί τον κόσμο αιώνιο, αγέννητο, αναλλοίωτο και άφθαρτο και βλέπει τα πάντα, ακόμη και τους θεούς να γεννιόνται από τον Ωκεανό ή το Χάος και θεωρεί την ύλη αιώνια. Στην αρχαία ελληνική σκέψη δημιουργία θεωρείται το «διακοσμεί την ….. ακόσμητον ύλην», όπως δέχεται ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο». Ο δημιουργός είναι ο τεχνίτης και ο διακοσμητής προϋπάρχουσας άμορφης ύλης, στην οποίαν απλώς δίνει μορφή.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην αρχή του Ευαγγελίου του κηρύσσει με παρρησία τη βαρυσήμαντη αλήθεια ότι χωρίς τον Υιό και Λόγο του Θεού «πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (Ιω. 1.3). Δηλώνεται έτσι η υπό μόνου του Λόγου εκ του μηδενός δημιουργία όλων των όντων. Το ίδιο αναφέρει ο Παύλος: «….. Θεού του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα» (Ρωμ. 4.17). Ο Θεός με την παντοδυναμία Του φέρνει στην ύπαρξη τα μη υπάρχοντα και ομιλεί και για εκείνα που δεν υπάρχουν στο παρόν, αλλά θα υπάρξουν στο μέλλον, σαν να υπήρχαν. Πριν δε να γεννηθεί το φως, απευθύνεται σ’ αυτό σαν να υπήρχε και το καλεί να έλθει στην ύπαρξη: «και είπεν ο θεός. γεννηθήτω φως. και εγένετο φως» (Γέν. 1.3). Ο άνθρωπος προσκαλεί τα ήδη υπάρχοντα, ο Θεός προσκαλεί και τα μη υπάρχοντα. Φανερώνεται έτσι, η απόλυτη κυριαρχία Του και η απεριόριστη δύναμή Του.

Το «γεννηθήτω» του Θεού διαφέρει από οποιαδήποτε παρόμοια εντολή των ανθρώπων. Διότι ο λόγος του Θεού είναι δραστικός και αμέσως γίνεται έργο. Το παντοδύναμο πρόσταγμά Του φέρνει τον κόσμο από την ανυπαρξία στην ύπαρξη: «αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου, ότι αυτός είπε, και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. 148.5). Τα σύμπαντα δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός από τον άπειρο Θεό.

Η αλήθεια της δημιουργίας του σύμπαντος εκ του μηδενός, την οποίαν σαφώς διδάσκει η Αγία Γραφή, ανεπτύχθη και στα έργα των πρώτων απολογητών και των Πατέρων της Εκκλησίας: Ο Θεόφιλος Αντιοχείας διακηρύσσει: «τα πάντα ο Θεός εποίησεν εξ ουκ όντων εις το είναι» (Προς Αυτόλυκον, Α΄ 4 και Β΄ 4), ο δε Μ. Αθανάσιος συνοψίζει τη σχετική διδασκαλία της πίστης στα εξής: «Ούτε αυτομάτως, δια το μη απρονόητα είναι, ούτε εκ προκειμένης ύλης, δια το μη ασθενή είναι τον Θεόν. αλλ’ εξ ουκ όντων και μηδαμώς υπάρχοντα τα όλα εις το είναι πεποιηκέναι τον Θεόν δια του Λόγου οίδεν ….. η ένθεος διδασκαλία και η κατά Χριστόν πίστις» (Περί της ενανθρωπήσεως του λόγου, 3, ΒΕΠΕΣ 30, 77).

Ο λόγος των Αγίων Πατέρων, όπως έχει διατυπωθεί πριν από πολλούς αιώνες, φαίνεται να μεταφράζεται στην εποχή μας επακριβώς από τον λόγο των σύγχρονων κοσμολόγων. Τι να πούμε και για το λόγο της αγίας Γραφής, τον πρώτο στίχο της Γένεσης, που έχει γραφεί εδώ και περισσότερο από 3000 χρόνια; «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γέν. 1.1). Μέσα στις ελάχιστες αυτές λέξεις, με τις οποίες αρχίζει η έκθεση της Δημιουργίας στην αρχή της Γένεσης, βρίσκονται οι τρεις συνιστώσες του κόσμου: Ο χρόνος («Εν αρχή»), ο χώρος («τον ουρανόν») και η ύλη («την γην»), η οποία τότε, στην αρχή: «ην αόρατος και ακατασκεύαστος» (Γέν. 1.2), ήταν στην αδιαμόρφωτη πρωταρχική της κατάσταση, πριν ακόμη σχηματίσει τα άτομα, τις χημικές ενώσεις κλπ. και πριν έλθει στη σημερινή της μορφή.

Πόση έκπληξη και θαυμασμό πρέπει να δοκιμάζουν οι σύγχρονοι κοσμολόγοι, όταν διαπιστώνουν ότι οι καταπληκτικές τους έρευνες έρχονται μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια να επαληθεύουν τα παμπάλαια αυτά και θεόπνευστα κείμενα που έγραψε ο θεόπτης Μωϋσής, που εκφράζουν αλάνθαστα όχι τις θεωρίες της σχετικότητας των ανθρώπων, αλλά την απόλυτη αλήθεια του Θεού!

Σχετικά ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί: Ο χρόνος αρχίζει με την δημιουργία του υλικού κόσμου: «Συναπαρτίζεται τω φθαρτώ τούτω κόσμω και η του παρραρέοντος (παροδικού) χρόνου φύσις». Βρίσκεται σε στενή σχέση με όσα φαίνονται, και φεύγει με όσα φθείρονται.

Αρχίζει να υπάρχει με την δημιουργία των όντων και αποτελεί την προσδοκία και την ελπίδα για τα μέλλοντα (ΒΕΠ 56,98). Και σε άλλη ευκαιρία θα υπογραμμίσει: χρόνος είναι το διάστημα «το συμπαρεκτεινόμενον» με την ύπαρξη της δημιουργίας, μέσα στο οποίο καταμετρείται και καταγράφεται όλη η κίνηση (ΒΕΠ 52,181). Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης ο χρόνος είναι ένας χώρος, τον οποίο διαμορφώνει προκαταβολικά ο Δημιουργός, προκειμένου να τοποθετήσει μέσα σ’ αυτόν τα δημιουργήματα: «….. τους αιώνες και τον εν τούτοις τόπον οίον τι χώρημα δεκτικόν των γινομένων προκαταβαλλόμενος ο των όντων Δημιουργός, εν τούτοις κτίζει τα πάντα». Γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κανένα από τα δημιουργήματα, που δημιουργήθηκαν, ή πρόκειται να δημιουργηθούν, έξω από τόπο και χρόνο (ΒΕΠ 67,92). Ως προς τη φύση του ο χρόνος είναι «ροώδης και παροδικός». Αυτή η ροή κάποτε θα σταματήσει. Και αυτό θα συμβεί, όταν δεν γεννιούνται πλέον άνθρωποι, επειδή θα έχει συμπληρωθεί ο αριθμός των ψυχών που έχει προβλέψει ο Θεός να γεννηθούν: «Δια τούτο και τον σύμμετρον τη κατασκευή των ανθρώπων χρόνον προκατενόησεν (ο Θεός), ώστε τη παρόδω των προορισθεισών ψυχών συναπαρτισθήναι την του χρόνου παράτασιν, και τότε στήναι την ροώδη κίνησιν του χρόνου, όταν μηκέτι φύηται δι’ αυτού το ανθρώπινον». Και όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία των ανθρώπων, θα λήξει μαζί με αυτήν και ο χρόνος. Τότε θα γίνει η αναστοιχείωση του παντός και μαζί με την μεταβολή του σύμπαντος θα μεταμορφωθεί και θα μεταβληθεί και ο άνθρωπος «από του φθαρτού και γεώδους επί το απαθές και αϊδιον» (ΒΕΠ 65Α, 62,63). Ωστόσο μέσα στο χρόνο παρατηρείται το φαινόμενο της δημιουργίας και της φθοράς. Και «όταν παρέλθη μεν η του γενέσθαι χρεία, ….. παύσηται και η παροδική φύσις του χρόνου», αφού δεν θα διενεργείται πιά η δημιουργία και η φθορά. Τότε θα διακοπεί οριστικά ο εβδομαδιαίος κύκλος, με τον οποίο προσμετράται ο χρόνος, και στην συνέχεια θα αρχίσει η «Ογδόη εκείνη (ημέρα), ήτις εστιν ο εφεξής αιών, όλος μία ημέρα γενόμενος» (ΒΕΠ 66,47).

Επομένως, με την έναρξη της Δημιουργίας δημιουργείται ο χρόνος και ξεκινάει η Ιστορία. Από εκεί πέρα ξετυλίγεται όλο το σχέδιο της Δημιουργίας:

Την 1η ημέρα δημιουργείται το φως και ξεχωρίζει από το σκοτάδι, διακρίνεται δε η ημέρα από την νύκτα.

Την 2η ημέρα δημιουργείται το στερέωμα (που αποκαλείται ουρανός) και διαχωρίζονται τα νερά, εκείνα με την μορφή υδάτινου νερού «ο ην υποκάτω του στερεώματος» από εκείνα με την μορφή ατμού «του επάνω του στερεώματος» (Γέν. 1.6-7).

Την 3η ημέρα διαχωρίζονται τα νερά τα υποκάτω του στερεώματος από την ξηρά και έτσι δημιουργούνται η στερεά γη και η θάλασσα. Η δε γη βλάστησε με κάθε είδος φυτού (Γέν 1.9-13).

Την 4η ημέρα δημιουργήθηκαν οι δυο φωστήρες, ο ήλιος και η σελήνη για να φωτίζουν την γη και να καθορίζουν τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη, καθώς και όλα τα άλλα αστέρια (Γέν. 1. 14-19).

Την 5η ημέρα δημιουργήθηκαν τα ψάρια στις θάλασσες, βγήκαν ζώα από αυτές στην ξηρά και δημιουργήθηκαν τα πτηνά και ο Θεός τα ευλόγησε να αυξηθούν (Γέν. 1.20-22).

Την 6η ημέρα δημιουργήθηκαν τα ζώα της ξηράς και τα ερπετά και τα ξεχώρισε κατά είδος. Κατόπιν έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόναν ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» και τον κατέστησε άρχοντα επί της γης «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» και τους ευλόγησε λέγοντας: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γέν. 1.24-31). Την ημέρα αυτή πραγματοποιήθηκε το πρώτο σκέλος της πλάσης του ανθρώπου, δηλ. το «κατ’ εικόνα», χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. .

Την 7η ημέρα ο Θεός αναπαύθηκε και την ημέρα αυτή την ευλόγησε (Γέν. 2.2-3). Την ημέρα αυτή της καταπαύσεως του Θεού πραγματοποιήθηκε το δεύτερο μέρος της πλάσης του ανθρώπου, δηλ. το «καθ’ ομοίωσιν» και βέβαια με τη θέληση του ανθρώπου και συντελέσθηκε η είσοδός στον Παράδεισο, από τον οποίον τελικά εξέπεσε. Η δημιουργία ξεκίνησε την Κυριακή και τελείωσε την Παρασκευή, η δε ημέρα η ευλογημένη της αναπαύσεως είναι το Σάββατο. Η 7η ημέρα είναι η ημέρα της ιστορίας της γης μετά την δημιουργία της, είναι η ημέρα κατά την οποίαν σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, είναι η ημέρα, που ζούμε σήμερα.

Η 8η ημέρα είναι η ημέρα που καταργείται η Ιστορία, είναι η ημέρα της κατάργησης χρόνου, χώρου και ύλης, είναι η ημέρα της επικράτησης μιας νέας πνευματικής κατάστασης, είναι η ημέρα που δεν ομοιάζει με καμία από τις προηγούμενες επτά, είναι η ημέρα της Κρίσεως και της αιώνιας ζωής. Είναι η ημέρα, όπου ο άνθρωπος θα ενδυθεί ένα ένδυμα άφθαρτο, αιώνιο και θα βλέπει το Θεό, είτε ως Φως, όταν ως τέτοιο τον έβλεπε την 7η ημέρα, είτε ως φωτιά, όταν ως τέτοια τον έβλεπε την 7η ημέρα.

Άραγε υπήρχαν όντα πριν την Δημιουργία του σύμπαντος; Οι άγγελοι είναι όντα δημιουργηθέντα προ της δημιουργίας του σύμπαντος; Ναι, οπότε έχουμε δυο δημιουργίες. Μια δημιουργία άϋλων κτιστών όντων και μια δημιουργία υλικών κτιστών όντων και οντοτήτων. Στη Γένεση υπάρχει η καταγραφή: «η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (1.2). Οι περισσότεροι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν, ότι το πνεύμα του Θεού είναι το πνεύμα το Άγιο. Υπάρχουν όμως και Πατέρες που διατείνονται, ότι το πνεύμα Θεού είναι άγγελοι. Αναφέρεται, ότι οι άγγελοι διατάχθηκαν να προσκηνύσουν την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο. Όσοι αρνήθηκαν εξέπεσαν από την χορεία των αγγέλων και απετέλεσαν τη χορεία των δαιμόνων. Η έκπτωση των αγγέλων είναι το αυτό με την κοίμηση του ανθρώπου, όπου μετά την κοίμηση δεν υπάρχει μετάνοια (συγκεκριμένα, έναρξη μετανοίας).

  1. 4.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Advertisements

Πασχάλιον (Ιω.Καρδάση)

Eισαγωγικά
Πολλοί πιστοί αναμασούν τη λέξη «Πασχάλιον», χωρίς να γνωρίζουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται και ορισμένοι άλλοι θεωρούν, ότι αυτό θεσμοθετήθηκε από τους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Σε γενικές γραμμές «Πασχάλιο» είναι ένας πίνακας, που δείχνει τις κινητές εορτές, οι οποίες συνδέονται με την εορτή του Πάσχα. Στην ουσία ο πίνακας αυτός δημιουργήθηκε κατά τον 8ο αι. και διορθώθηκε αρκετές φορές.

Προσπάθεια διόρθωσής του τον 20ο αι. απέτυχε (μετά από παράκληση της Εκκλησίας της Ελλάδος), γιατί προσέκρουσε, αφ’ ενός μεν στην αμάθεια, αφ’ ετέρου δε στην προσήλωση σε ανιστόρητες καταστάσεις, που δεν επέτρεψαν τη διόρθωσή του, σύμφωνα με τις νέες ανακαλύψεις της επιστήμης της αστρονομίας.

Συνέπεια της άρνησης στη διόρθωση αυτή, είναι η κατάφορη παραβίαση και η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Συνόδου περί της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα.

ΠΑΣΧΑΛΙΟΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Με την ονομασία Πασχάλιον και κατά την αυστηρή ετυμολογική ερμηνεία θεωρείται, ό,τι ανήκει ή αναφέρεται στο Πάσχα, ως ουσιαστικό δε, το Πασχάλιο είναι ο Πίνακας με τις ημερομηνίες των κινητών εορτών με βάση την ημέρα εορτασμού του Πάσχα.

Πασχάλιος Πίνακας είναι εκείνος λοιπόν ο Πίνακας, ο οποίος καταγράφει τις διάφορες ημερομηνίες των κινητών εορτών με βάση την ημέρα εορτασμού του Πάσχα, αλλά και πότε συμβαίνει το εβραϊκό ή το λατινικό πάσχα, αναφέρει δε επιπροσθέτως και τους βασικούς παράγοντες ευρέσεως της ημερομηνίας του Πάσχα, όπως Ηλίου κύκλους, Σελήνης Κύκλους, Σελήνης θεμέλιο κ.λπ. Οι Πασχάλιοι Πίνακες δεν σχηματίσθηκαν αμέσως, ως εφαρμογή της απόφασης της Α΄ Συνόδου, αλλά είναι παρεπόμενοι των Πασχαλίων Γραμμάτων, τα οποία άρχισαν να συντάσσονται εις επιταγήν της αποφάσεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί εορτασμού του Πάσχα, αμέσως μετά το 325.

Κυκλοφορεί, λανθασμένα βέβαια, η εντύπωση, ότι το Πασχάλιον (δηλ. ο Πασχάλιος Πίνακας) δημιουργήθηκε και εγκρίθηκε από τους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Το ανωτέρω αποτελεί μύθευμα, καθότι η Α΄ Οικουμενική στην απόφασή της περί της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα έθεσε τους 4 όρους εορτασμού και τίποτε άλλο και την εφαρμογή της απόφασης την ανέθεσε στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σημειωτέον, ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος άρχισε στις 19 Ιουνίου 325 και έληξε στις 25 Αυγούστου: «Εν υπατεία Παυλίνου και Ιουλιανού των λαμπροτάτων, έτους από Αλεξάνδρου χλς΄, εν μηνί Δεσίω ιθ΄ τη προ ιγ΄ καλανδών Ιουλίων εν Νικαία τη Μητροπόλει Βιθυνίας» (Μήλια Σπ.  Πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων, Β’  πράξη της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου) έληξε δε «Εν μηνί Λώω, προ ζ΄ καλανδών Γορπιαίω». Άραγε, με ποια απόφαση, ποιάς Οικουμενικής ή άλλης Τοπικής Συνόδου, τα ονόματα των μηνών του μακεδονικού ημερολογίου άλλαξαν με εκείνα του λατινικού ημερολογίου, τα έτη από Αλεξάνδρου, σε έτη από Κτίσεως Κόσμου και από το 1628, επί Πατριάρχου Κύριλλου Α΄ Λούκαρι, σε έτη από Χριστού γεννήσεως, ενώ η Δύση το χρησιμοποιούσε ήδη από το 525;

Είναι γνωστόν, ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας του 325 εξέδωσε: 1/ Ένα Όρον Πίστεως, 2/ Είκοσι Ι. Κανόνες και 3/ Πέντε Αποφάσεις: α/ Καθαίρεση του Αρείου και των ομοφρόνων αυτού 5 Επισκόπων (Νικομηδείας Ευσέβιο, Νικαίας Θέογνι, Χαλκηδόνος Μάρι, Πτολεμαϊδος Σεκούνδο, Μαρμαρικής Θεωνα), β/ Περί της εορτής του Πάσχα, γ/ Μελιτιανό Σχίσμα, δ/ Περί του γάμου των κληρικών και ε/ Αναψηλάφιση Συνοδικών αποφάσεων.

Μια εκ των πέντε αποφάσεων της Συνόδου υπήρξε ο καθορισμός της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Η απόφαση εορτασμού έλαβε υπόψη της την προγενέστερη Παράδοση της Εκκλησίας (ζ’΄ αποστολικός κανόνας) και καθόρισε, όπως η εορτή του Πάσχα εορτάζεται: 1/ Μετά την εαρινή ισημερία, 2/ Μετά την πρώτη Πανσέληνο, 3/ Την πρώτη μετά από την Πανσέληνο Κυριακή και 4/ Μετά το Ιουδαϊκό πάσχα.

Η Σύνοδος ανέθεσε στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας την υλοποίηση της απόφασης, καθότι εκεί ήκμαζαν τα Μαθηματικά και η Αστρονομία και την επιφόρτισε να βρίσκει κάθε έτος, πότε υπήρχε εαρινή ισημερία, πότε πανσέληνος, πότε ήταν η επόμενη Κυριακή της πανσελήνου και πότε εορτάζετο το Ιουδαϊκό πάσχα. Σύνδεσμος μεταξύ Συνόδου και Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο μετέχων στη Σύνοδο αστρονόμος και Επίσκοπος Χωνών της Αιγύπτου, Αχιλλέας Τάτιος.

Η απόφαση περί της εορτής του Πάσχα δεν αναφέρεται σε Όρο πίστεως, ούτε σε Κανόνα από τους είκοσι που εξέδωσε η Σύνοδος: «Παυσαμένη τε της περί τα δογματικά συζητήσως, έδοξε τη Συνόδω και την Πασχάλιον εορτήν…..» (Σωζομενού, Εκκλ. Ιστορία Α΄). (Ο Σωζομενός είναι εκκλησιαστικός ιστορικός, 400-450, συνέγραψε εκκλησιαστική ιστορία, ειδικά της περιόδου από την Α΄ Σύνοδο και μετά, η αξιοπιστία του είναι αναμφισβήτητη, το δε έργο του, Εκκλησιαστική Ιστορία, από εννέα βιβλία, ευρίσκεται στην Ελληνική Πατρολογία). Επισημαίνεται, ότι στην απόφαση αυτή αναφέρεται, ότι η εορτή εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία. Ουδαμού αναφέρεται η λέξη: «Δύστρου κα΄» (21 Μαρτίου) στην απόφαση των Πατέρων. Όλες οι καταγραφές αναφέρουν, ότι στην εποχή της Α΄ Συνόδου η εαρινή ισημερία ήταν 21 Μαρτίου, αλλά χωρίς να υπάρχει τέτοιος όρος στην απόφαση. Και φαίνεται λογικό, το ότι οι Πατέρες δεν έθεσαν συγκεκριμένη ημερομηνία για την ισημερία. Αν έθεταν, θα έθεταν την ημερομηνία της εαρινής ισημερίας του μεγάλου γεγονότος της Αναστάσεως το 33, δηλ. την 23η Μαρτίου. Αντίθετα διόρθωσαν την ανωτέρω ημερομηνία κατά 2 ημέρες, επιπλέον δε, δεν απαγόρευσαν μελλοντική διόρθωση. Οι μεταγενέστεροι Πατέρες φοβούμενοι σύγχυση και σκανδαλισμό περισσότερο των «ασθενών τη πίστει αδελφών» δεν προχώρησαν σε διόρθωση, παρά τις πάμπολλες προσπάθειες ανά τους αιώνες.

Λεπτομερείς πληροφορίες για τη διεξαχθείσα συζήτηση δεν υπάρχουν. Το μόνο γνωστό είναι, ότι διεξήχθη με ηρεμία και ομοφωνία: «Περί του Πάσχα ομοφωνήσαντες» (Σωκράτους Εκκλ. Ιστορία Ε΄). (Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός είναι εκκλησιαστικός ιστορικός, 380-450, έγραψε αξιόλογη Εκκλησιαστική Ιστορία σε 7 βιβλία, από το 305-439. Το έργο του είναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την Ιστορία της Εκκλησίας του 4-5ου αιώνα, ευρίσκεται δε στην Ελληνική Πατρολογία). Πληροφορίες για την απόφαση έχουμε από την εγκύκλια επιστολή της Συνόδου, που κοινοποιήθηκε στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και σε όλες τις λοιπές Εκκλησίες με ειδικούς Συνοδικούς Έξαρχους, αλλά και από την επιστολή του βασιλέως Κωνσταντίνου προς τους Επισκόπους και τους λαούς (Σωκράτους. Εκκλ. Ιστ. Ε΄). Επίσης και ο Κύπρου Επιφάνιος το αναφέρει στο βιβλίο του (Περί αιρέσεων, 7).

Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος στον Πασχάλιο Πρόλογό του, προσθέτει: «Η Οικουμενική Σύνοδος ομοφώνως εψηφίσατο ότι η Εκκλησία της Αλεξανδρείας ένθα ήσαν έμπειροι περί τας γνώσεις ταύτης θα ήγγελε τη Ρωμαίων Εκκλησία ετησίως την ημέραν του Πάσχα, ήτις θα ανεκοινούτο τούτο» (Σωκράτους, Εκκλ. Ιστ. Ε΄). Επίσης, ο Μεδιολάνων Αμβρόσιος μας πληροφορεί, ότι η εν Νικαία Σύνοδος επί τη βάσει γνωμοδοτήσεως πολλών μαθηματικών απεδέξατο τον Αλεξανδρινόν κύκλον των 19 ετών Μέτωνος, του Ηλίου (Αμβροσίου, Επιστολή προς τους Επισκόπους Εμιλίας). Σχετική είναι επίσης και η επιστολή του Πάπα Ρώμης Λέοντα Α΄ προς τον αυτοκράτορα Μαρκιανό (επιστολή 121): «Εμερίμνησαν ουν οι άγιοι Πατέρες άπασαν ταύτην την φροντίδα τω Αλεξανδρείας Επισκόπω αναθείναι, δι’ ου ετησίως η της εορτής ημέρα τη Αποστολική Έδρα θα εδηλούτο και δι’ αυτής ως έθος ταις μάλλον απομεμακρυσμέναις Εκκλησίαις θα διέτρεχε» (Κ. Δελικάνη, Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος, σελ. 195).

Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας λοιπόν κατ’ επιταγήν της Συνόδου, ανακοίνωνε την απόφαση περί εορτασμού του Πάσχα από άμβωνος την ημέρα των Θεοφανείων. Στη Ρωμαϊκή Αφρική, η Τοπική Σύνοδος, που συνερχόταν κάθε χρόνο τον Αύγουστο, ανακοίνωνε την ημέρα εορτασμού (ξ΄ κανόνας Συνόδου Καρθαγένης).

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Ενώ λοιπόν, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθετε στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας να αναγγέλλει την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα στις Εκκλησίες της Ανατολής και την Εκκλησία της Ρώμης, για τις Εκκλησίες της Δύσης, η Τοπική Σύνοδος της Σαρδικής του 347, ανέτρεψε την απόφαση αυτή. Έτσι, η απόφαση της Συνόδου αυτής δεν ευρίσκεται στους 21 κανόνες που εξέδωσε, αλλά σε μια από τις πέντε αποφάσεις της: α/ αποκηρύχθηκαν οι παρανόμως τοποθετηθέντες Επίσκοποι Αλεξανδρείας, Αγκύρας και Γάζας, β/ καταδικάστηκαν οι προβιβασμοί αρειανών Επισκόπων, γ/ αποκαταστάθηκαν οι διωχθέντες από αρειανούς, δ/ καθαιρέθηκαν οι εκβιαστές αρειανοί και ε/ ενέκρινε περί του Πάσχα: «όπως επί 50 έτη οι Επίσκοποι Ρώμης και Αλεξανδρείας αγγέλωσιν απανταχού ως έθος την ημέραν της εορτής του Πάσχα» (εόρτιος επιστολή Αλεξανδρείας Αθανασίου. Προοίμιον) ο μεν Ρώμης εις τας Εκκλησίας της Δύσεως, ο δε Αλεξανδρείας εις τας της Ανατολής. Με την απόφαση αυτή ανατρέπεται η προηγούμενη της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και εξ αυτού, αλλά και εκ του λόγου του διαφορετικού υπολογισμού της εαρινής ισημερίας στις 18 Μαρτίου από την Εκκλησία της Ρώμης, αντί της 21ης.

Στη Ρώμη, ο Επίσκοπος Ωστίας και μετέπειτα Ρώμης Ιππόλυτος, μαθηματικός, είχε καθορίσει πολύ πριν από την Α΄ Σύνοδο Πασχάλιο κανόνα, με ισημερία στις 18 Μαρτίου. Η Ρώμη ουδέποτε αναγνώρισε τον αλεξανδρινό κανόνα, μέχρις ότου της επεβλήθη τελικά από τον Καρλομάγνο! Η ανυπακοή αυτή διήρκεσε επί 5 αιώνες με ένα ελάχιστο διάλυμα 17 ετών, καθότι ο πάπας Λέων Α΄ το 444 ήλθε σε συνεννόηση με τον Αλεξανδρείας Κύριλλο και αποδέχτηκε τον αλεξανδρινό κανόνα, αλλά αυτό μέχρι το 461, οπότε ο νέος πάπας Ιλάριος και οι μετά αυτόν πάπες επανήλθαν στον κανόνα του Ιππόλυτου. Έκτοτε υπήρξαν προσπάθειες από τον Σεβίλλης Ισίδωρο, τον Διονύσιο το Μικρό, ηγούμενο μονής της Ρώμης, τον άγγλο μοναχό Βέδα το Σεβαστό (675-735) και τελικά τον Καρλομάγνο (742-814), ο οποίος και επέβαλε τον Αλεξανδρινό κανόνα στη Δύση και έτσι επιτεύχθηκε ενότητα στην Εκκλησία στο θέμα αυτό μέχρι το 1582 (Δελικάνη Κ. ως ανωτέρω, σελ. 447). Το ερώτημα που ανακύπτει είναι: Στις Οικουμενικές Συνόδους Α΄, Β΄, Γ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ (δηλ. σε όλες πλην της Δ΄), οι Πατέρες Ανατολής και Δύσης παρακάθονταν και συναποφάσιζαν, ενώ εόρταζαν τη μεγάλη εορτή του Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Άραγε, το Άγιο Πνεύμα επευλογούσε αυτή τη διαφοροποίηση; Πως οι Πατέρες δεν αλληλοκατηγορήθηκαν λόγω αυτής της διαφοροποίησης και γιατί συμβαίνει σήμερα αυτό μεταξύ παλαιο- και νεο- ημερολογητών και εκ του ζητήματος τούτου;

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Από όλα τα ανωτέρω καταγραφέντα καταφαίνεται, ότι η Α΄ Σύνοδος: 1/ Καθόριαε 4 όρους στην απόφασή της για τον εορτασμού του Πάσχα, 2/ Διόρθωσε την ισημερία του 33 κατά 2 ημέρες, σύμφωνα με τον 19ετή κύκλο του Μέτωνα, 3/ Δεν απαγόρευσε περαιτέρω διόρθωση και πράγματι αυτή συνέβη αργότερα, όταν αντί του κύκλου του Μέτωνα χρησιμοποιήθηκε ο πολύ ακριβέστερος κύκλος του Καλίππου, 4/ Δεν καθόρισε σταθερή ημερομηνία εαρινής ισημερίας, 5/ Ανάθεσε στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας να καθορίζει την ημέρα της εορτής βάσει σχετικών μετρήσεων των αλεξανδρινών αστρονόμων, 6/ Ανάθεσε στον Αλεξανδρείας να αναγγέλει στις Εκκλησίες της Ανατολής, καθώς και στην Εκκλησία της Ρώμης την ημερομηνία της εορτής, 7/ Δεν συνέταξε κανένα Πασχάλιο Πίνακα, ούτε ενέκρινε κανένα τέτοιο Πίνακα, καθότι τέτοιοι Πίνακες άρχισαν να οργανώνονται περίπου 4 αιώνες αργότερα.

Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ανέλαβε λοιπόν να υλοποιήσει την εντολή της Συνόδου και έτσι ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας άρχισε να συντάσσει τα λεγόμενα Πασχάλια Γράμματα, τα οποία άρχισε να αποστέλλει από τις αρχές του 326 στην Εκκλησία της Ρώμης, καθώς και στις Εκκλησίες της Ανατολής. Πολύ αργότερα, οι Πασχάλιοι Πίνακες αντικατέστησαν τα Πασχάλια Γράμματα, με τα οποία ο Αλεξανδρείας ανήγγειλε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία εξέδωσε την απόφαση με την οποίαν θα έπρεπε να εορτάζεται το Πάσχα, ανέθεσε στον Αλεξανδρείας, όπως δια γράμματος αυτού καθιστά γνωστόν, κάθε έτος, στις άλλες Εκκλησίες, την ημέρα εορτασμού του Πάσχα και τούτο διότι, στην Αλεξάνδρεια άκμαζαν, όπως ειπώθηκε, οι μαθηματικές και αστρονομικές επιστήμες. Τα γράμματα αυτά ονομάσθηκαν «Πασχάλια Γράμματα» και δι’ αυτών ο Αλεξανδρείας ανήγγειλε στις άλλες Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης την ημερομηνία εορτής του Πάσχα, βάσει των αστρονομικών μετρήσεων των επιστημόνων της Αλεξάνδρειας. Η αναγγελία της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα εγένετο κάθε έτος από του άμβωνος των Ναών, την ημέρα των Θεοφανείων. Τέτοια «πασχάλια γράμματα» διασώθηκαν λίγα, όπως εκείνα του Μ. Αθανασίου, ακόμη και από την εξορία αποσταλέντα (PG 26. 1339-1444).

Η αποστολή των «πασχαλίων γραμμάτων» από τον Αλεξανδρείας σταμάτησε μετά την Δ΄ Οικουμενική, επειδή στην Αλεξάνδρεια επικράτησαν Μονοφυσίτες Επίσκοποι και έτσι διακόπηκαν οι σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών και Μονοφυσίτικων. Εν τω μεταξύ είχαν συνταχθεί πασχάλιοι πίνακες από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο και τον Κύριλλο Α΄ και έτσι κατέστησαν ελάχιστα χρήσιμα τα πασχάλια γράμματα.

ΑΡΧΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗΣ

Η Εκκλησία μέχρι της Πενθέκτης Οικουμενικής δεν είχε επίσημα καθορίσει σημείον αναφοράς ως αρχής χρονολόγησης. Βλέπουμε βέβαια, στην Α΄ Οικουμενική της χρονολόγηση από Αλεξάνδρου. Έτσι, για πρώτη φορά στον γ΄ κανόνα της Πενθέκτης βρίσκουμε αρίθμηση από Κτίσεως Κόσμου (και όχι από Χριστού γεννήσεως) ως έτος 6199 από κτίσεως κόσμου (691 μ.Χ.), θέτουσα έτσι, ως έτος κτίσεως του κόσμου, το έτος 5508 π.Χ: «….. ώστε, τους μεν δυσί γάμοις περιπαρέντας, και μέχρι της πεντεκαιδεκάτης του διελθόντος Ιανουαρίου μηνός της παρελθούσης τετάρτης Ινδικτιώνος, έτους εξακισχιλιοστού εκατοστού εννενηκοστού εννάτου, δουλωθέντας τη αμαρτία, και μη εκνήψαι ταύτης προελουμένους, καθαιρέσει κανονική υποβαλείν». Η αρίθμηση αυτή από Κτίσεως Κόσμου διήρκεσε επί 1000 περίπου χρόνια, στην Ανατολή, μέχρις ότου, το Πατριαρχείο ΚΠόλεως το άλλαξε (αλλάζοντας τον προσδιορισμό χρονολόγησης από Κτίσεως Κόσμου σε χρονολόγηση από Χριστού γεννήσεως) με τον Κύριλλο Α΄ Λούκαρι. Το ερώτημα είναι αν μια Πατριαρχική Σύνοδος μπορεί να αλλάξει χρονολόγηση, που υπάρχει σε Κανόνα μιας Οικουμενικής Συνόδου.

Μετά το τα τέλος της Πενθέκτης Οικουμενικής (αρχές 8ου αι), πολλοί λόγιοι χριστιανοί άρχισαν να συντάσσουν Πίνακες, που εμφάνιζαν κάθε έτος από Κτίσεως Κόσμου, την ημέρα ή την ημερομηνία των κινητών εορτών, που συνδέονται με την εορτή του Πάσχα. Κάθε τέτοιος Πίνακας ονομάσθηκε Πασχάλιος. Σε κάθε Πασχάλιο Πίνακα, μετά την αναγραφή του έτους από Κτίσεως Κόσμου, σημειώνεται το κανόνιο του Πάσχα, δηλ. οι Ινδικτιώνες, οι κύκλοι Ηλίου, Σελήνης και το θεμέλιο αυτής. Το έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου  και αναγράφεται ευθύς αμέσως η παραμονή των Χριστουγέννων, ο αριθμός ημερών κρεωφαγίας, η ημερομηνία έναρξης του Τριωδίου, και η Κυριακή της Απόκρεω. Ακολουθεί η ημερομηνία του Ευαγγελισμού, το Νομικό πάσχα και ακολούθως το χριστιανικό Πάσχα και η νηστεία των αγίων Αποστόλων. Αργότερα (δηλ. μετά το 1582) προστέθηκε η ημερομηνία του Πάσχα των Λατίνων, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, η εορτή των αγίων Πάντων και ακόμη αργότερα προστέθηκε η ημέρα μνήμης των αγίων Αποστόλων. Για τη σύνταξη του Πασχαλίου χρησιμοποιήθηκε αρχικά η Μετώνεια επακτή, η οποία αργότερα διορθώθηκε (με την πιο ακριβή Καλλίπεια επακτή), όπως επίσης διορθώθηκε (μετά το 1628, επί Πατριαρχίας Κύριλλου Α΄ Λούκαρι) η μέτρηση από Κτίσεως Κόσμου, σε μέτρηση από Χριστού γεννήσεως (Θ.Η.Ε. τ. Ι΄, σελ. 118). Όλα αυτά, οι προσθήκες και οι διορθώσεις έγιναν χωρίς συνοδική απόφαση, αλλά με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών.

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Α΄ Σύνοδος συγκατένευσε στην πρόταση της εφαρμογής του 19ετούς κύκλου του Μέτωνα, που έδιδε 365.26315 ημέρες ανά έτος. Αργότερα, βελτιώθηκε ο κύκλος του Μέτωνα (αστρονόμου του 430 π.Χ.), με τον κύκλο του Καλλίπου (αστρονόμου του 345 π.Χ.), ο οποίος βελτίωσε τον κύκλο του Μέτωνα σε 365.25 ημέρες ανά έτος:

Κύκλος Μέτωνα:

Κύκλος 19 ετών

12 έτη Χ 12 μήνες + 7 έτη Χ 13 μήνες = 235 μήνες

125 μήνες Χ 30 ημέρες + 110 μήνες Χ 29 ημέρες = 6940 ημέρες

δηλαδή 6940 : 19 = 365.26315 ημέρες ανά έτος

Κύκλος Καλλίπου (βελτιωμένος κύκλος Μέτωνα)

Κύκλος 76 ετών (19 Χ 4 κύκλους του Μέτωνα)

499 μήνες Χ 30 ημέρες + 441 μήνες Χ 29 ημέρες = 27759 ημέρες

δηλαδή 27759 : 76 = 365.25 ημέρες ανά έτος

Κύκλος Ιππάρχου (βελτιωμένος κύκλος Καλλίπου)

Βέβαια υπάρχει ακόμη πιο βελτιωμένος κύκλος, αυτός του Ιππάρχου (περίπου το 150 π.Χ.), (που χρησιμοποιεί 4 κύκλους του Καλλίπου) και προσδιορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το έτος σε 365.242 ημέρες, πλην όμως η Εκκλησία δεν τον χρησιμοποίησε.

Παρατηρείται, ότι ενώ η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δέχτηκε τον κύκλο Μέτωνα, αργότερα η Εκκλησία (χωρίς έγκριση από Σύνοδο) χρησιμοποίησε τον πιο βελτιωμένο κύκλο του Καλλίπου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1/ Το θρυλούμενον, ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συνέταξε Πασχάλιο ή ενέκρινε Πασχάλιο Πίνακα είναι μύθευμα.

2/ Η Α΄ Οικουμενική καθόρισε τους 4 όρους, που πρέπει να τηρούνται, για τον εορτασμό του Πάσχα και ανέθεσε στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας την υλοποίηση της απόφασης αυτής.

3/ Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ανέλαβε να ειδοποιεί τις Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης, κάθε έτος, με «Πασχάλια Γράμματα».

4/ Κάποιοι στοιχειώδεις Πίνακες συντάχθηκαν από τους Αλεξανδρείας Θεόφιλο και Κύριλλο Α΄ γύρω στο 400.

5/ Οι μεταβολές χρονολόγησης από Αλεξάνδρου, σε Κτίσεως Κόσμου και κατόπιν από Χριστού γεννήσεως δεν έγιναν με αποφάσεις Οικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου. Το ίδιο γίνεται με την μετάβαση από τους Μακεδονικούς μήνες, στους Αττικούς και κατόπιν στους Λατινικούς, χωρίς απόφαση Συνόδου.

6/ Συστηματική χρησιμοποίηση «Πασχαλίων Πινάκων» άρχισε να εφαρμόζεται από τις αρχές του 8ου αι. με χρονολόγηση από Κτίσεως Κόσμου. Μετά τον 17ο αι. μετεβλήθη η χρονολόγηση αυτή από Χριστού γεννήσεως, κάτι που είχε γίνει στη Δύση, πολλούς αιώνες πρωτύτερα (525).

7/ Οι αρχικοί συνταχθέντες «Πασχάλιοι Πίνακες» διορθώθηκαν τουλάχιστον πέντε φορές, με προσθήκες και μεταβολές.

8/ Οι Πατέρες της Συνόδου με την απόφασή τους επέβαλαν την χρησιμοποίηση πραγματικών γεγονότων ισημερίας ή πανσελήνου και όχι πλασματικών και εμμέσως πλην σαφώς προσδιόρισαν την εποχή της ανοίξεως για τον εορτασμό του Πάσχα, την εποχή που ανθίζουν τα φυτά. Αυτό δηλώνεται σαφώς από τον ίδιο το Θεό (Έξ. 12, 1-2, 11, 18) και το ίδιο αναφέρει και ο άγιος Αναστάσιος Αντιοχείας (PG 89. 1381).

9/ Ουδείς δικαιούται να τροποποιεί τις καθορισμένες θέσεις των ουρανίων σωμάτων (του Ηλίου κατά τις ισημερίες, της Σελήνης κατά τις Πανσελήνους, κ.ά.), όπως δεν μπορεί να μεταβάλει τη στιγμή της Δύσης του Ηλίου, σε άλλη ώρα, προκειμένου να τελέσει την καθιερωμένη ακολουθία του Εσπερινού.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ

Αναφέρθηκε παραπάνω, ότι Πασχάλιοι Πίνακες (Πασχάλιο) άρχισαν ουσιαστικά να συντάσσονται από τις αρχές του 8ου αι. και οι Πίνακες αυτοί διορθώθηκαν μέχρι σήμερα τουλάχιστον πέντε φορές. Οι πασχάλιοι αυτοί Πίνακες συντάσσονται μέχρι σήμερα λαμβάνοντες υπ’ όψη του 19ετούς Μετώνειου (και κατόπιν Καλλίπειου) κύκλου, για τον προσδιορισμό των Πανσελήνων και των κύκλων Ηλίου του Σωσιγένη. Οι αρχαίοι αυτοί αστρονόμοι, καλοί την εποχή τους, είναι ανεπαρκείς σήμερα, καθότι οι μετρήσεις τους αποκλείνουν τόσο από την πραγματικότητα, ώστε η εμμονή στις μετρήσεις τους δημιουργεί πρόβλημα εφαρμογής της απόφασης της Α΄ Συνόδου. Συγκεκριμένα:

Στις 20 Μαρτίου 2012, στις 07.14, η φαινόμενη περιφορά του Ήλιου κατά μήκος της εκλειπτικής συναντά τον ουράνιο ισημερινό, οπότε το σημείο τομής ονομάζεται εαρινό ισημερινό σημείο και έχουμε εαρινή ισημερία. Η εαρινή ισημερία είναι ένα αστρονομικό μέγεθος, κατά το οποίο πρακτικά η διάρκεια της ημέρας είναι ίση με τη διάρκεια της νύκτας, δηλ. 12 ώρες εκάστη.

Η εαρινή ισημερία ενδιαφέρει επίσης και την Εκκλησία και αποτελεί και εκκλησιαστικό γεγονός, καθότι με τον προσδιορισμό της καθορίζεται και η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Μια άλλη παράμετρος, για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας αυτής, είναι ο προσδιορισμός της πρώτης πανσελήνου μετά την ισημερία. Για το 2012, αυτή προσδιορίζεται την Παρασκευή 6 Απριλίου, στις 22.37.

Τα του προσδιορισμού της εαρινής ισημερίας και της πρώτης πανσελήνου, διαλαμβάνονται στην απόφαση περί εορτασμού του Πάσχα των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και είναι γνωστόν, ότι το Χριστιανικό Πάσχα, πάλι με την απόφαση της Συνόδου, εορτάζεται την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο και πάντα μετά το νομικό πάσχα. Βάσει των στοιχείων αυτών συντάχθηκε, από λόγιους χριστιανούς, ένας πίνακας, ο Πασχάλιος, με τις ημερομηνίες εορτασμού για μια σειρά ετών. Ο Πίνακας αυτός βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, πλην όμως επειδή οι μετρήσεις της τότε εποχής αποκλίνουν από τις πραγματικές, παρατηρείται στον αιώνα μας ανακολουθία του εορτασμού, σε σημείο να καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου και να εορτάζεται το Πάσχα την 2η πανσέληνο μετά την ισημερία ή την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο (Θεοδοσίου-Δανέζη: Η Οδύσσεια των Ημερολογίων, τ. Β΄, σελ. 169). Κάτι τέτοιο συμβαίνει για παράδειγμα, το 2012, όπου το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο, αντί της 1ης Κυριακής.

Αν θελήσει να πληροφορηθεί κανείς, πότε εορτάζεται το Νομικό πάσχα του 2012 και ανοίξει το Μ. Ωρολόγιο της Αποστολικής Διακονίας (1997), θα ιδεί, ότι αναφέρει: Μ. Τετάρτη, δηλ. 11 Απριλίου. Αυτό όμως αποτελεί λάθος, καθότι οι Ισραηλίτες ακολουθούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και όχι το Ιουλιανό. Έτσι, ενώ με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, η πανσέληνος είναι 6 Απριλίου, με το Ιουλιανό είναι 11 Απριλίου.

Στις παρατηρήσεις αυτές, αντιπροτείνεται από τους ακολουθούντες το Παλαιό ημερολόγιο (Ιουλιανό), ότι η ημερομηνία της εορτής καθορίζεται πλέον με την πλασματική ισημερία και όχι την πραγματική και με την πλασματική πανσέληνο και όχι την πραγματική, ώστε να μην υπάρξει απόκλιση από τον Πασχάλιο Πίνακα, που θεωρείται περίπου, ως το ευαγγέλιο των ισημεριών και των πανσελήνων, εις τον αιώνα τον άπαντα.

Όσον αφορά την εορτή του Πάσχα, το 2013, με την εμμονή στους υπάρχοντες Πασχάλιους Πίνακες, έχουμε πάλι καταστρατήγηση της απόφασης της Συνόδου και συγκεκριμένα:

Σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα έχουμε: εαρινή ισημερία 21 Μαρτίου, 1η εαρινή πανσέληνο 27 Μαρτίου, όπου και το εβραϊκό πάσχα, 1η Κυριακή 31 Μαρτίου, άρα Πάσχα 31 Μαρτίου.

Και όμως το Πάσχα εορτάζεται στις 5 Μαΐου και τούτο διότι: εαρινή ισημερία 3 Απριλίου (λάθος Μέτωνα), 1η εαρινή πανσέληνος 25 Απριλίου, αλλά μετατόπιση (5 ημέρες αργότερα) 30 Απριλίου (λάθος Σωσιγένη), 1η Κυριακή 5 Μαΐου.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και φέτος (2015). Σύμφωνα με τα αστρολογικά δεδομένα: η εαρινή ισημερία γίνεται στις 21 Μαρτίου, 00.45 (ώρα Ελλάδος), η δε πρώτη εαρινή Πανσέληνος γίνεται στις 4 Απριλίου, 15.04 (ώρα Ελλάδος), οπότε και το Εβραϊκό πάσχα, το οποίον αρχίζει με την δύση του Ηλίου στις 3 Απριλίου και λήγει με την δύση του Ηλίου στις 4 Απριλίου (κάτι που επιβεβαιώνεται και από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο). Σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η πρώτη Κυριακή είναι η 5η Απριλίου, οπότε θα έπρεπε να εορτάζεται το Ορθόδοξο Πάσχα. Πλην όμως, λόγω λάθους του Σωσιγένη, η Πανσέληνος είναι στις 7 Απριλίου (και όχι στις 4). Τούτο καταγράφεται και στο Ωρολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου αναφέρεται, λανθασμένα, ότι η Πανσέληνος γίνεται την Μ. Τρίτη (Νομικόν Φάσκα, σελ. 788). Έτσι, άλλη μια φορά έχουμε παράβαση της απόφασης της Συνόδου, καθότι το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά την Πανσέληνο και όχι την 1η.

Συμπέρασμα: Καταστρατήγηση της απόφασης της Συνόδου, καθότι το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά τη 1η πανσέληνο της (πραγματικής) εαρινής ισημερίας (και όχι της πλασματικής και λανθασμένης), αντί της 1ης Κυριακής. Εντύπωση προκαλεί και η λανθασμένη πληροφορία του Ωρολογίου, ότι Πανσέληνο έχουμε στις 7 Απριλίου και όχι στις 4.

Η εμμονή στις λανθασμένες μετρήσεις των αστρονόμων Μέτωνα και Σωσισγένη θα οδηγήσει σε εξωπραγματικές καταστάσεις με κατάφορες παραβιάσεις της απόφασης της Συνόδου. Έτσι, σύμφωνα με τις μετρήσεις αυτών παρουσιάζεται το εξωφρενικό να εορτάζεται το Πάσχα μετά το θερινό ηλιοστάσιο, το 10400, και μετά την φθινοπωρινή ισημερία, το 23300, και εμείς θα μιλάμε ακόμη για εαρινή ισημερία!!

Η οποιαδήποτε διατύπωση αντίρρησης, ότι μέχρι τότε θα έχει επέλθει η β΄ παρουσία του Κυρίου και επομένως δεν θα υφίσταται θέμα, είναι μια απόδειξη παρελκυστικής τακτικής, που αποφεύγει να δώσει απάντηση στο ερώτημα, γιατί εξακολουθούμε να παραβιάζουμε την σχετική απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

ΠΗΓΕΣ-ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

 

            ΔΕΛΙΚΑΝΗ Κ.               Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ   Ωρολόγιον το Μέγα

ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-ΔΑΝΕΖΗ  Η Οδύσσεια των ημερολογίων

ΚΑΡΔΑΣΗ Ι.                  Ορθόδοξο ημερολόγιο

Κ.Ι.Σ.                                        Εβραϊκό πάσχα

ΜΑΡΤΙΝΟΥ ΑΘ              Θ.Η.Ε. Πασχάλιον

ΜΗΛΙΑ ΣΠ.                                Πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ                Επιστολές Μ. Αθανασίου, Αναστασίου Αντιοχείας

ΠΗΔΑΛΙΟ                                  ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος, Σύνοδος Σαρδικής

 

 

  1. 3.15

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Παράδεισος καί Κόλαση στήν Ἐκκλησιαστική ζωή.(Ἰω. Καρδάση)

 _1_~3

Πηγή: Μητροπ. Ναυπάκτου Ιερόθεος.

Εισαγωγικά.

Αυτά που περιγράφουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, τα βλέπουμε καθαρά και μέσα στην εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, οι άγιοι Πατέρες, δεν είναι στοχαστές φιλόσοφοι, που στοχάζονται πάνω στα θέματα της πίστεως, αλλά ερμηνεύουν την εκκλησιαστική εμπειρία και είναι εκφραστές της αποκαλύψεως που υπάρχει μέσα στην Εκκλησία. Δύο απλά παραδείγματα θα χρησιμοποιήσουμε για να δειχθεί, ότι τα όσα αναφέραμε είναι κοινή διαπίστωση  και εμπειρία της Εκκλησίας.

Το ένα παράδειγμα είναι η μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Η θεία Κοινωνία ενεργεί αναλόγως με την κατάσταση του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος είναι ακάθαρτος, τον κατακαίει, αν αγωνίζεται να καθαρθεί ή βρίσκεται στην θέωση, τότε ενεργεί αναλόγως.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους για το θέμα αυτό: «ώστε ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και αίματος του Κυρίου» (Α’ Κορ. ια’, 27). Για να βεβαιώσει στην συνέχεια: «δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί» (Α’ Κορ. ια’, 30). Και αυτό γίνεται γιατί «ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α’ Κορ. ια’, 29). Η μετάληψη, δηλαδή, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ενώ για τους κεκαθαρμένους και θεουμένους γίνεται ζωή, για τους ακάθαρτους γίνεται κρίμα και θάνατος, ακόμη και σωματικός. Πολλές ασθένειες και θάνατοι, όπως βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος, προέρχονται από την αναξία μετάληψη των Τιμίων Δώρων. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος συνιστά: «δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηριού πινέτω» (Α’ Κορ. ια’. 28).

Αυτό το «δοκιμαζέτω», αν συνδυαστεί με το όλο πνεύμα του Αποστόλου Παύλου, κατά το οποίο μέσα στην καρδιά πρέπει να έχει κανείς την Χάρη του Θεού, και με το χωρίο «καλόν γαρ χάριτι βεβαιούσθαι την καρδίαν» (Εβρ. ιγ’, 9) δείχνει ότι πρέπει κανείς να εξετάζει σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεται για να πλησίαση στην Θεια Κοινωνία. Γιατί η Θεία Κοινωνία για υιούς καθαιρομένους γίνεται κάθαρση, για τους φωτιζομένους έλλαμψη, για τους θεουμένους θέωση και για τους ακάθαρτους και αμετανόητους γίνεται κρίμα και καταδίκη. Κόλαση. Γι’ αυτό στις λειτουργικές ευχές ο ιερεύς παρακαλεί τον Θεό να μη γίνει η θεία Κοινωνία εις κρίμα και κατάκριμα, αλλά σε άφεση των αμαρτιών. Χαρακτηριστική είναι η ευχή του ιερού Χρυσοστόμου: «καταξίωσον ημάς μεταλαβείν των επουρανίων σου και φρικτών Μυστηρίων ταύτης της ιεράς και πνευματικής Τραπέζης, μετά καθαρού συνειδότος, εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείας ουρανών κληρονομίαν εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα, ή εις κατάκριμα».

Το ίδιο πνεύμα μπορούμε να δούμε σε όλες τις ευχές της Ακολουθίας της Μεταλήψεως τόσο πριν όσο και μετά την θεία Κοινωνία. Αυτό που γίνεται τώρα με την θεία Κοινωνία, θα γίνει στην Δευτέρα Παρουσία με την εμφάνιση του  Θεού. Γι’ αυτούς που έχουν καθαρθεί και έχουν μετανοήσει ο Θεός θα είναι Παράδεισος, ενώ γι’ αυτούς που δεν έχουν καθαρθεί ο Θεός θα είναι Κόλαση.

Το άλλο παράδειγμα είναι από την ιερά αγιογραφία, που είναι, οπωσδήποτε, έκφραση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Βλέποντας την εικονογράφηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, όπως αγιογραφείται στους νάρθηκες των Ιερών Μονών, παρατηρούμε ότι  από τον θρόνο του Θεού εκπορεύεται το φως, που κυκλώνει τους αγίους, και από τον θρόνο του Θεού εκπορεύεται ο πύρινος ποταμός, που κατακαίει τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Η ίδια πηγή είναι, τόσο του φωτός, όσο και του πυρός. Και αυτό εκφράζει θαυμάσια την διδασκαλία των Πατερών της Εκκλησίας, που είδαμε προηγουμένως, για την φωτιστική και καυστική ιδιότητα της θείας Χάριτος. Αυτό, βέβαια, συνδέεται με την κατάσταση του ανθρώπου.

Οι θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της αλήθειας

Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα δεν είναι θεωρητικές αλήθειες, αλλά έχουν σχέση με την όλη εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, η διδασκαλία των άγιων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση είναι ένα κλειδί ερμηνείας τόσο της Άγιας Γραφής και των Πατερικών κειμένων όσο και της εκκλησιαστικής ζωής. Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τις συνέπειες της Ορθοδόξου θεωρήσεως του Παραδείσου και της Κολάσεως για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή.

α/ Παράδεισος και Κόλαση είναι ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού, όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, γι’ αυτό και είναι άκτιστη. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν υπάρχει άκτιστος Παράδεισος και κτιστή Κόλαση, όπως διδάσκει η φραγκολατινική παράδοση. Οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, πίστευαν ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, και γι’ αυτό εξέλαβαν το πυρ της Κολάσεως ως κτιστό. Είναι γνωστή η Κόλαση του Δάντη και οι περιγραφές των κολασμένων. Έτσι, οι Φράγκοι φαντάστηκαν τον κόσμο ως τριόροφο, που αποτελείται από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, μεταβλητή γη για να δοκιμάζονται οι άνθρωποι και μεταβλητά καταχθόνια για τους κολαζομένους και καθοριζόμενους. Συνέπεια αυτής της απόψεως είναι και περί καθαρτηρίου πυρός διδασκαλία των Φράγκων.

Επομένως, Παράδεισος και Κόλαση υπάρχουν όχι με την μορφή απειλής και τιμωρίας εκ μέρους του Θεού, αλλά με την μορφή ασθενείας και θεραπείας. Οι θεραπευμένοι και κεκαθαρμένοι βιώνουν την φωτιστική ενέργεια της θείας Χάριτος, ενώ οι αθεράπευτοι και ασθενείς βιώνουν την καυστική ενέργεια του Θεού.

Στην Αγία Γραφή η δόξα του Θεού χαρακτηρίζεται με τις αντιθέσεις φως – γνόφος και πυρ – σκότος ή δόξα – νεφέλη και αστραπή – καπνός. Αυτοί που έχουν ανιδιοτελή αγάπη και είναι φίλοι του Θεού, βλέπουν τον Θεό «εν φωτι – γνόφω», ενώ οι ιδιοτελείς και ακάθαρτοι βλέπουν τον Θεό κριτή, ως «πυρ – σκότος». Έτσι, λοιπόν, ο Παράδεισος καλείται και φως και  γνόφος. Από γλωσσικής πλευράς φαίνεται ότι είναι αντίθετες έννοιες, γιατί το φως είναι αντίθετο από τον γνόφο και ο γνόφος είναι αντίθετος από το φως. Βέβαια, στην Πατερική παράδοση ο γνόφος είναι φως «δια την υπερέχουσαν φανότητα». Επίσης, η Κόλαση χαρακτηρίζεται με τις εικόνες πυρ και σκότος. Αλλά και οι δυο αυτές εικόνες είναι αντίθετες. Γι’ αυτό η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικότητες αυτές. Και φυσικά ούτε ο Παράδεισος είναι φως και γνόφος,  όπως εμείς γνωρίζουμε αυτές τις πραγματικότητες. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες προτιμούν την αποφατική ορολογία, για να μη γίνεται καμμία σύγχυση.

Το θέμα είναι ότι τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι κτιστές πραγματικότητες, αλλά άκτιστες. Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί θα δουν τον Θεό στην άλλη ζωή, αλλά, ενώ οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη Θεού και κοινωνία, οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη. Αυτό φαίνεται στην παραβολή του άφρονος Πλουσίου. Ο Πλούσιος έβλεπε τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, αλλά δεν είχε μέθεξη του Θεού και γι’ αυτό φλεγόταν. Δεχόταν την καυστική ενέργεια της οράσεως του Θεού. Καίτοι είναι παραβολή, εν τούτοις εκφράζει την πραγματικότητα. Η χρησιμοποίηση του είδους της παραβολής γίνεται για να εκφραστούν οι αλήθειες.

β/ Εφ’ όσον αναλόγως της πνευματικής τους καταστάσεως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική εμπειρία της θείας Χάριτος, άρα απαιτείται κάθαρση από αυτήν ακόμη την ζωή. Η κάθαρση, κατά τους αγίους Πατέρες, γίνεται κυρίως στην καρδιά και στον νου του ανθρώπου. Ο νους είναι το ηγεμονικό της ψυχής, δια του οποίου ο άνθρωπος έχει μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Ο σκοτασμός του ηγεμονικού λέγεται αλλοτρίωση· όχι ότι αποχωρίζεται ο άνθρωπος τον Θεό αλλά ότι δεν έχει μέθεξη. Με την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία του ο νους σκοτίστηκε και ταυτίστηκε με την λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Τώρα απαιτείται κάθαρση του νου.

Ο άγιος Γρηγόριος τονίζει επιγραμματικά: «Δια τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Αν κανείς θελήσει να φθάσει στον Θεό και να αποκτήσει την γνώση Του, χωρίς προηγουμένως να περάσει από σχετική δοκιμασία, που είναι ή κάθαρση της καρδιάς, τότε θα συμβεί το ίδιο με τόσες άλλες περιπτώσεις που συναντούμε στην Αγία Γραφή και τις οποίες αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα συμβεί ό,τι και στον Ισραηλιτικό λαό, που δεν μπορούσε να δη το ελλαμπόμενο πρόσωπο του Μωϋσέως από την Χάρη του Θεού. Ή θα συμβεί ό,τι και στον Μανωέ, που φώναξε: «Απολώλαμεν, ω γύναι, Θεόν εωράκαμεν». Θα συμβεί ό,τι και στον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος μετά το θαύμα της θαυματουργικής αλιείας, είπε: «έξελθε απ’ εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε».

Θα συμβεί ό,τι και στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχασε την όρασή του, αφού είδε τον διωκόμενο από αυτόν Χριστό, χωρίς προηγουμένως να καθαρθεί από τους διωγμούς. Ακόμη θα συμβεί ό,τι με τον εκατόνταρχο ο οποίος, καίτοι ζήτησε από τον Χριστό την θεραπεία, εν τούτοις Τον παρακαλεί να μην έλθει στο σπίτι του από δειλία, που πάντως επαινείται από τον Χριστό. Λέγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κάνει την εξής παρατήρηση. Αν κάποιος από μας είναι ακόμη εκατόνταρχος δουλεύοντας στον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, και γι’ αυτό είναι ακάθαρτος, ας το αισθανθεί και ας πει τον λόγο του εκατοντάρχου: «ουκ ειμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Ας μη μείνει όμως σε αυτήν την διαπίστωση. Αλλά αν θέλει να δη τον Χριστό, τότε ας κάνη αυτό που έκανε ο Ζακχαίος. Ας δεχθεί τον Λόγο στο σπίτι του, αφού προηγουμένως όμως ανεβεί επάνω στην συκομορέα, «νεκρώσας τα μέλη τα επί της γης και υπεραναβάς το σώμα της ταπεινώσεως».

Απαιτείται συναίσθηση της ακαθαρσίας μας, αλλά και αγώνας για την κάθαρση και την θεραπεία. Χρειάζεται να καθαρίσουμε και να κοσμήσουμε την ψυχή μας και ακόμη να φωτισθούμε με την δύναμη και την ενέργεια του Χριστού. Διότι, όταν τηρήσουμε την καρδιά μας με κάθε φυλακή, δηλαδή, όταν βάλουμε την νήψη στην καρδιά μας και όταν ετοιμάζουμε την καρδιά μας για αναβάσεις πνευματικές, τότε «φωτισθώμεν εαυτοίς φως γνώσεως- τηνικαύτα λαλώμεν Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην, και τοις άλλοις εκλάμπωμεν». Γι’ αυτό επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τέως δε καθαιρώμεθα και προτελώμεθα τω Λόγω, ιν’ ότι μάλιστα αυτούς ημάς ευεργετώμεν, θεοειδείς εργαζόμενοι, και ήκοντα τον Λόγον υποδεχόμενοι». Έτσι, στην Ορθοδοξία γίνεται συνεχώς λόγος για κάθαρση και μετάνοια, κατά την διδασκαλία του Χριστού: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ’, 17). Μόνο μέσα από την μετάνοια γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό εξ εμπειρίας, διότι ο Θεός δεν είναι γνωσιολογική θεωρία ή ιδέα, αλλά θέα.

γ/ Το βαθύτερο έργο της Εκκλησίας είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο, να καθαρίζει τον νου και την καρδιά. Ο άνθρωπος, αφού καθαρθεί, στην συνέχεια πρέπει να αποκτήσει φωτισμένο νου, ώστε να δει τον Θεό και να γίνει γι’ αυτόν Παράδεισος και Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό γίνεται με τα μυστήρια και την άσκηση. Και πραγματικά, αυτά τα δύο πρέπει να συνδυάζονται. Η άσκηση, όπως φαίνεται στην πατερική παράδοση, προηγείται του Βαπτίσματος και ακολουθεί μετά από αυτό, προηγείται της θείας Κοινωνίας και ακολουθεί μετά από αυτήν. Όταν απομονώσουμε τα μυστήρια από την άσκηση και την άσκηση από τα μυστήρια, τότε διαστρέφουμε την εκκλησιαστική ζωή.

Αν εξετάσει κανείς επισταμένως το ευχολόγιο της Εκκλησίας, θα διαπίστωση ότι συνιστά μια θεραπευτική αγωγή. Είναι, θα λέγαμε λίγο παραβολικά, ένα πνευματικό Ιατρικό σύγγραμμα για την θεραπεία της ψυχή του ανθρώπου. Και, βέβαια, αυτή η θεραπεία, όπως φαίνεται καθαρά σε όλες τις ευχές των μυστηρίων, αποβλέπει κυρίως στην θεραπεία του νου, στον φωτισμό του νου. Γι’ αυτό ο ιερεύς δεν «κόβει» απλώς εισιτήρια για τον Παράδεισο, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο, ώστε όταν θα δει τον Θεό, να γίνει γι’ αυτόν ο Θεός Παράδεισος και όχι Κόλαση, αφού όλοι θα δούμε τον Θεό και δίκαιοι και αμαρτωλοί. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά την φράγκικη «ασκητική», θα διαπιστώσει ότι αποβλέπει να οδήγηση τον άνθρωπο στην θέα του Θεού. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αφού όλοι θα δουν τον Θεό και θα συνομιλήσουν μαζί Του. Άλλωστε, αυτό περιγράφει ο Κύριος στην περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως. Το θέμα είναι να δει ο άνθρωπος τον Θεό θεραπευμένος.

Η Ορθοδοξία έχει μια μέθοδο θεραπείας. Αυτό φαίνεται εκτός των άλλων και στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας. Γράφεται: «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών εν η δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ό νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται».

δ/ Δεν πρέπει να έχουμε ζωηρή επιθυμία να δούμε την δόξα του Θεού, όπως κάνουν πολλοί περίεργοι, και γι’ αυτό χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους, τον ανατολικό διαλογισμό και άλλες μεθόδους. Τέτοια περιέργεια εκτός τον ότι μπορεί να οδήγησει σε πλάνη, μπορεί επίσης να διαγράψει διαφορετική πορεία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή ο Θεός γίνεται Κόλαση για τους ακάθαρτους, γι’ αυτό αισθανόμαστε πρωταρχικό έργο το να καθαρθούμε ψυχικά. Η κάθαρση συνδέεται με την θεραπεία του ανθρώπου, και φυσικά, η θεραπεία είναι η απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης.

ε/ Κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, όπως συνήθως λέγεται, αλλά η παρουσία και θέα του Θεού ως φωτιάς. Και, φυσικά, από τώρα μπορούμε να γευθούμε τον Παράδεισο και την Κόλαση, θα μπορούσαμε να πούμε καλύτερα ότι από τον τρόπο με τον όποιο βιώνουμε από τώρα τον Θεό εξαρτάται και το πως θα Τον βιώσουμε και στην Δευτέρα Παρουσία Του. Κατά τον όσιο Ηλία τον Πρεσβύτερο, Παράδεισος είναι η θεωρία των νοητών. Σε αυτήν την θεωρία ο γνωστικός, αυτός, δηλαδή, που απέκτησε την γνώση του Θεού, «ως εν οικείω οίκω ένδοθεν εισέρχεται εν ευχή». Ο δε πρακτικός, αυτός, δηλαδή, που βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, «ως παροδίτης οφθήσεται». αφού έχει μεν την επιθυμία να εισέλθει, αλλά εμποδίζεται από τον φραγμό της πνευματικής του ηλικίας. Ο Παράδεισος είναι η απάθεια, που στην πραγματικότητα, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού της ψυχής. Ο όσιος Ηλίας ό Πρεσβύτερος λέγει ότι ο Παράδεισος της απάθειας είναι κρυμμένος μέσα μας. Και αυτός «εικών εστί του μέλλοντος τους δικαίους υποδέχεσθαι».

Κατά τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, πυρ και σκότος και σκώληξ και τάρταρος, δηλαδή Κόλαση, είναι «η γενική ηδυπάθεια και η καθολική του σκότους άγνοια και ο εν πάσι γαργαλισμός του στρήνους και ο τρόμος και ο βρώμας ο δυσώδης της αμαρτίας». Έτσι, η ηδυπάθεια, η άγνοια και το σκοτάδι, ο τρόμος και η βρωμιά της αμαρτίας είναι βίωση της Κολάσεως από τώρα. Και όλα αυτά είναι «ως αρραβώνες και απαρχαί των κολάσεων» από την ζωή αυτή.

Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι ή Εκκλησία είναι Νοσοκομείο και θεραπευτήριο, που θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι και το βασικότερο έργο των Ιερέων. Έχοντας αυτήν την προοπτική μπορεί να ασχολείται και με άλλα έργα. Μπορεί, δηλαδή ο ιερεύς να ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα του λαού, για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη κ.λπ. αλλά το κυριότερο είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι το κατ’ εξοχήν φιλάνθρωπο έργο, που θα έχει αιώνιες συνέπειες. Γιατί, τι το όφελος να ενδιαφέρεται μόνον για τις υλικές ανάγκες και να αδιαφορεί για το αιώνιο μέλλον του; Μια τέτοια Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί και είναι πραγματικά μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία. Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να εξαντληθεί μόνον στο ενταύθα, αλλά να προχώρηση και στο επέκεινα. Έτσι, η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον όλο άνθρωπο, που αποτελείται από ψυχή και σώμα.

Υπάρχουν μερικοί που κατηγορούν την Εκκλησία ότι αδιαφορεί για τις κοινωνικές ανάγκες και απουσιάζει από κοινωνικούς και άλλους αγώνες. Κανείς δεν αντιλέγει ότι και σε αυτό το θέμα πρέπει να επεκταθεί η δραστηριότητα της Εκκλησίας. Άλλα τίθεται το ερώτημα. Ο θάνατος δεν είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα; Εκτός του ότι ταλαιπωρείται ο κάθε άνθρωπος με τον δικό του θάνατο, αφού τον κουβαλά μέσα του από την γέννηση του, επειδή γεννιέται για να πεθάνει, συγχρόνως βασανίζεται από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων. Δεν δημιουργεί κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα ο θάνατος; Η Εκκλησία ασχολείται με το φοβερό αυτό πρόβλημα του θανάτου και βοηθά τον άνθρωπο να τον υπερβεί με την εν Χριστώ ζωή.

Ακόμη, όταν ασχολείται η Εκκλησία με την θεραπεία του νου του ανθρώπου, αυτό έχει άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ο θεραπευμένος άνθρωπος είναι ειρηνικός, ειλικρινής, απαθής και επομένως, καλός οικογενειάρχης, καλός πολίτης. Άλλωστε, όπως ένα Νοσοκομείο κατά την διάρκεια κοινωνικών ανωμαλιών εξακολουθεί να θεραπεύει, έτσι και η Εκκλησία κατά την διάρκεια πολλών ανωμαλιών δεν ξεχνά τον θεραπευτικό της χαρακτήρα και θεραπεύει τους ανθρώπους.

Γι’ αυτό, ζώντες μέσα στην Εκκλησία, πρέπει να θεραπευόμαστε με όλα τα μέσα που έχει, τα μυστήρια και την άσκηση, με την μέθοδο που διαθέτει, ώστε και από τώρα, αλλά κυρίως τότε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η Χάρη του Θεού να ενεργεί φωτιστικά και σωτήρια και όχι κολαστικά.